Home

Αποτελούν τα «κίτρινα γιλέκα» ένα λαϊκίστικο κίνημα που ανοίγει τον δρόμο στην άκρα δεξιά; Το ερώτημα είναι απότομο. Πέρα από την κοινωνική καχυποψία που εκφράστηκε από ορισμένους σχολιαστές απέναντι στις λαϊκές τάξεις, των οποίων η άκρα δεξιά αποτελεί ορισμένες φορές την έκφραση, παραμένει αναγκαίο να αναμετρηθούμε με αυτό το ερώτημα για πολλούς λόγους.

Καταρχήν, όλες οι κοινωνιολογικές έρευνες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ανάμεσα στα κίτρινα γιλέκα και τους υποστηρικτές τους βρίσκεται ένας μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων της άκρας δεξιάς. Ενώ αυτοί δεν πλειοψηφούν, η παρουσία αυτού του πολιτικού προσανατολισμού αμφισβητεί την ικανότητα των κίτρινων γιλέκων να συγκροτηθούν σε κίνημα υπεράσπισης της δημοκρατίας και της κοινωνικής προόδου. Έπειτα, πέντε μήνες μετά την έναρξη του κινήματος, η βιομηχανία δημοσκοπήσεων τοποθετεί τον Εθνικό Συναγερμό πολύ πιο μπροστά από όλους τους άλλους σχηματισμούς που αντιτίθενται στον μακρονισμό.

Η πανταχού παρουσία αυτών των ποσοτικών στοιχείων προτρέπει ένα μέρος των μήντια να θεωρήσουν το κόμμα της άκρας δεξιάς ως τον φυσικό υποδοχέα της τρέχουσας αγανάκτησης σε αυτή τη χώρα. Είναι επομένως αδύνατον να αγνοηθεί το ζήτημα του κινδύνου ακροδεξιοποίησης της κινητοποίησης που σηκώνουν τα κίτρινα γιλέκα. Τελικά, οφείλουμε να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το ερώτημα από τη στιγμή που ο κοινωνιολόγος Luc Rouban δημοσίευσε μια έρευνα[1], της οποίας τα συμπεράσματα μοιάζουν να υποδεικνύουν ότι μεταξύ των υποστηρικτών του κινήματος κυριαρχούν λαϊκιστικές πολιτικές απόψεις και ότι η Μαρίν Λε Πεν αποτελεί την κύρια προσωπικότητα που θα βγει κερδισμένη από το κίνημα των κίτρινων γιλέκων.

Αυτή η ερμηνεία της πολιτικοποίησης του κινήματος με ακροδεξιό τρόπο δεν επιβεβαιώνεται από την πληθώρα συλλογικών ερευνών που εμφανίστηκαν από τον Νοέμβρη και μετά. Μολονότι σε ορισμένα σημεία, όπως η κοινωνικοεπαγγελματική σύνθεση του κινήματος, τα αποτελέσματα των αναλύσεων συγκλίνουν πολύ, η εργασία προσδιορισμού των πολιτικών δυναμικών του κινήματος μένει ακόμα να πραγματοποιηθεί. Στην πραγματικότητα, μερικές φορές οι έρευνες σκιαγραφούν αντιφατικές ιδεολογικές τοποθετήσεις κάνοντας τη συζήτηση ιδιαίτερα σύνθετη.

Εδώ πρόκειται να αξιολογήσουμε την υπόθεση, σύμφωνα με την οποία τα κίτρινα γιλέκα αποτελούν την ενσάρκωση ενός λαϊκισμού που ευνοεί την άκρα δεξιά· εκκινώντας από αναλύσεις που καθοδηγήθηκαν από διαφορετικές ομάδες κοινωνιολόγων και πολιτολόγων, βασιζόμενοι εξίσου στις δικές μας εργασίες που έλαβαν χώρα εκεί. Ο πολλαπλασιασμός των δεδομένων μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση, προκαλώντας την κυκλοφορία αριθμών και αποτελεσμάτων που δεν παράχθηκαν με την ίδια μέθοδο ούτε επί των ίδιων ερωτηθέντων.

Εντούτοις, αυτό μπορεί να μετατραπεί σε πλεονέκτημα. Καθεμία από τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν προσπαθεί να συλλάβει μια ιδιαίτερη διάσταση του κινήματος. Το ερωτηματολόγιο που δίνεται πρόσωπο-με-πρόσωπο ευνοεί για παράδειγμα την ενσωμάτωση θέσεων που εκφράζονται ανοιχτά, ενώ οι διαδικτυακές έρευνες επιτρέπουν, χάρη στην ανωνυμία, να τραβηχτεί το πέπλο όσον αφορά θέσεις των οποίων είναι πιο δύσκολο να αναλάβει κανείς την ευθύνη. Ομοίως, η ποικιλία των ερωτηθέντων που προσεγγίστηκαν από τις διάφορες έρευνες επιτρέπει να γίνουν αντιληπτές οι διαφορές πολιτικοποίησης στη βάση της απόστασης από την καρδιά του κινήματος.

Ποιες είναι οι συνέπειες της κινητοποίησης πάνω στα διαφορετικά τμήματά της; Ευνοώντας μια προσέγγιση που διακρίνει το ενεργό κίτρινο γιλέκο από τους υποστηρικτές του, αξιολογούμε τις διαφορετικές λογικές πολιτικής υποκειμενοποίησης επί τω έργω μεταξύ της καρδιάς και της περιφέρειας του κινήματος. Αυτή η διάκριση επιτρέπει λοιπόν να μετριάσουμε την ιδέα, σύμφωνα με την οποία το κίνημα συντηρεί μια τάση προς τον «λαϊκισμό» που ωφελεί κυρίως τον Εθνικό Συναγερμό.

1. Το Αίνιγμα των Ενεργών Κίτρινων Γιλέκων: Η Μη-πίθανη Ήττα της Άκρας Δεξιάς

Όλες οι έρευνες συγκλίνουν στην ιδέα, σύμφωνα με την οποία η είσοδος στο κίνημα των κίτρινων γιλέκων εκκινεί από έντονα πολωμένες πολιτικές θέσεις. Μια πρώτη οδός για τον χαρακτηρισμό αυτών των θέσεων οδηγεί στο να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούνται στον άξονα αριστεράς-δεξιάς. Εντούτοις, ένα από τα μείζονα χαρακτηριστικά του κινήματος είναι η πλειοψηφική άρνηση αναφοράς σε αυτόν τον αντιθετικό τύπο. Η έρευνα του Sciences Po-Grenoble, που πραγματοποιήθηκε στα τέλη του Δεκεμβρίου 2018 μέσω της διαδικτυακής διακίνησης ενός ερωτηματολογίου σε ομάδες των κίτρινων γιλέκων στο facebook χωρίς γεωγραφικό περιορισμό, δίνει τα παρακάτω ποσοστά: 60% των ερωτηθέντων δεν τοποθετήθηκαν, αλλά μεταξύ αυτών που το έκαναν, η αριστερά έχει ένα μικρό προβάδισμα.

Η έρευνα της κολλεκτίβας Quantité Critique, που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με μια παρεμφερή μέθοδο και την ίδια περίοδο, δίνει παρόμοια αποτελέσματα: πάνω από 50% «ούτε-ιστές», 12% των ατόμων τοποθετημένων στα δεξιά (εκ των οποίων 7% στην άκρα δεξιά) και 15% στα αριστερά (εκ των οποίων 3,6% στην άκρα αριστερά). Συνολικά, προσθέτοντας το «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά» και τις μη-απαντήσεις, 70,2% των κίτρινων γιλέκων του δείγματος δεν τοποθετούνται στον άξονα αριστεράς-δεξιάς.

Καθώς αυτή η αντίθεση δεν συνιστά κατάλληλο σημείο αναφοράς παρά μόνο για περίπου το ένα τρίτο του δείγματος στην περίπτωση των δύο ερευνών, είναι αναγκαίο να χαρακτηρίσουμε πολιτικά τα κίτρινα γιλέκα με ένα άλλο μέσο: την ψήφο στον πρώτο γύρω των προεδρικών εκλογών το 2017. Στην έρευνα της Quantité Critique[2], η Μαρίν Λε Πεν και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν είναι δίπλα-δίπλα, παίρνοντας ο καθένας 19% των ψήφων των ερωτηθέντων. Παρά τις σημαντικές διακυμάνσεις, όλες οι έρευνες υποδεικνύουν τη σημαντική παρουσία ψηφοφόρων του Εθνικού Μετώπου [προδρόμου του Εθνικού Συναγερμού]. Αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι, σύμφωνα με ένα καλά εδραιωμένο συμπέρασμα της εκλογικής κοινωνιολογίας, ένα μέρος των μη-απαντήσεων κρύβει ψηφοφόρους της Μαρίν Λε Πεν, είναι πιθανό ότι η ψήφος στην άκρα δεξιά υπήρξε η κύρια επιλογή του υπό εξέταση πληθυσμού το 2017.

Πρέπει όμως να παραμένουμε συνετοί, όταν θέτουμε σε κίνηση αυτά τα ποσοτικά στοιχεία. Αν και προσφέρουν ένα πολύτιμο στιγμιότυπο των συσχετισμών δυνάμεων στον μήνα Νοέμβριο του 2018, δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις συνέπειες της κινητοποίησης σε βάθος χρόνου. Το ζήτημα της θέσης του Εθνικού Συναγερμού πρέπει επομένως να τίθεται με δυναμικό τρόπο: πώς εξηγείται, με δεδομένο ένα τέτοιο ποσοστό κίτρινων γιλέκων που ψήφισαν τη Μαρίν Λε Πεν, η αποτυχία του ΕΣ να ηγεμονεύσει το κίνημα;

Παρά τις απόπειρες των μιλιτάντηδων της άκρας δεξιάς να το κατευθύνουν, ειδικά με την έντονη προπαγάνδα γύρω από τη Συνθήκη του Μαρακές [σχετικά με την μετανάστευση] τον μήνα Νοέμβριο, η ξενοφοβία παρέμεινε περιθωριακή εντός των εσωτερικών συζητήσεων. Το ζήτημα της μετανάστευσης ποτέ δεν εμφανίστηκε ως αποφασιστικό διακύβευμα. Οι διεκδικητικές πλατφόρμες των κίτρινων γιλέκων έχουν τη δυνατότητα με τρόπο χωρικά εντοπισμένο και χρονικά ακριβή να συμπεριλάβουν την επιθυμία περιορισμού της μετανάστευσης, αλλά στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, κάτι τέτοιο δεν προέκυψε[3].

Έτσι οι διεκδικήσεις στηρίχθηκαν μάλλον στην επαναφορά του Φόρου Αλληλεγγύης στην Περιουσία ή στο ύψος των μισθών. Ο πολιτολόγος Samuel Hayat[4] υπογράμμισε εξάλλου τη συνάφεια της έννοιας της «ηθικής οικονομίας» που ανέπτυξε ο E. P. Thompson για να ερμηνεύσει τις αξίες των κίτρινων γιλέκων: υπήρχε μια σιωπηρή ηθική συναίνεση πάνω σε έναν νόμιμο τρόπο οργάνωσης της οικονομίας, ο οποίος υπονομεύτηκε από τις διαδοχικές μεταρρυθμίσεις.

Το «να μπορώ να ζήσω» ως κεντρική διεκδίκηση

Επιπλέον, στις παρεμβάσεις τους, εκπρόσωποι όπως ο François Boulo ή ο Jérôme Rodriguez συστηματικά υπεράσπιζαν την ιδέα ότι οι διεκδικήσεις «ενάντια στους μετανάστες» δεν είχαν θέση εντός του κινήματος. Ακόμα και οι εκπρόσωποι που από την αρχή του κινήματος είχαν ταυτιστεί με την άκρα δεξιά, για παράδειγμα o Maxime Nicolle, εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να μην τραφεί δημόσια ο ρατσιστικός λόγος. Μόνο κοιτώντας από αυτή την ιδιαίτερα δηλωτική οπτική γωνία μπορούμε να κατανοήσουμε το γεγονός ότι ο Benjamin Cauchy, ένας μιλιτάντης του Debout La France που παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό εκτός των καταλήψεων και των διαδηλώσεων, υπήρξε ένας από τους πολύ λίγους που υποστήριξε ότι η «μεγάλη συζήτηση» [του Μακρόν] λογόκρινε το ζήτημα της μετανάστευσης.

Αυτή η τοποθέτηση των μηντιακών φιγούρων, των οποίων η στρατηγική στοχεύει πλειοψηφικά στον εξοβελισμό του ζητήματος της μετανάστευσης, είναι ευθέως ανάλογη αυτής που συναντάμε σε πολλούς κατά τόπους κόμβους. Ο ρόλος των υπεύθυνων αυτών των τόπων κινητοποίησης υπήρξε, από αυτή την οπτική γωνία, κρίσιμος κατά την εξέλιξη των συζητήσεων. Αυτοί και αυτές δέσμευσαν πολύ συχνά τα κίτρινα γιλέκα να μην τοποθετούνται στη βάση θέσεων που θα έθεταν σε κίνδυνο την ενότητα του κινήματος.

Το ζήτημα της μετανάστευσης δεν εμφανίζεται ούτε προς τα έξω (προκηρύξεις, πανό, κλπ) ούτε στα θέματα που εγείρονται κατά τις συλλογικές συζητήσεις. Κατά την κυκλοφορία των ερωτηματολογίων, προέκυψε πράγματι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κίτρινων γιλέκων είχε καθαρή ματιά όσον αφορά τι αποτελεί αντικείμενο του κινήματος και τι όχι. Το ζήτημα της μετανάστευσης έγινε αντιληπτό ως «θέμα που προκαλεί αγανάκτηση», ικανό να διασπάσει τις κοινωνικές και οικονομικές διεκδικήσεις που είχαν επιπλέον διατυπωθεί. Από τα 700 ερωτηματολόγια που μελέτησαν οι ερευνητές του Κέντρου Εμίλ Ντιρκέμ στο Μπορντώ, μόνο 22 αναφέρουν τη μετανάστευση.

Μια τέτοια πλαισίωση της συζήτησης -η οποία συνδέεται με το γεγονός ότι ένα πολύ σημαντικό τμήμα των κίτρινων γιλέκων, που απέχει από τις εκλογές ή ψηφίζει αριστερά, υιοθετεί αποφασιστικά αντιρατσιστικές θέσεις- κατέστησε ανεπαρκείς τις απόπειρες πολιτικοποίησης στη βάση αυτών των ζητημάτων. Στο επίπεδο της καθημερινότητας, η πολεμική σχετικά με τον αντισημιτισμό, ως τέτοια, δεν αποτέλεσε αντικείμενο καμίας πολιτικής δουλειάς εκ μέρους των υπευθύνων των κόμβων, καθόσον εμφανιζόταν στους συμμετέχοντες ως ένα μηντιακό δημιούργημα εξωτερικό του κινήματος.

Αυτό το θάψιμο της ξενοφοβίας ορισμένων φραξιών των κίτρινων γιλέκων είναι μάλλον πολύ βαθύ. Τους οδηγεί στην άσκηση αυτοελέγχου όταν παίρνουν δημόσια θέση προκειμένου να διατηρείται η ενότητα του κινήματος· συμπεριλαμβανομένων αυτών που ψηφίζουν Μαρίν Λε Πεν, οι οποίοι οδηγούνται να συγχρωτιστούν με τους υποστηρικτές της άκρας αριστεράς.

Αυτοί οι τελευταίοι επιδεικνύουν μεγάλη πειθαρχία όταν εκφράζουν τη θέση τους δημόσια. Διαχωρίζουν αυτό που αφορά τις εσωτερικές πεποιθήσεις από τη γνώμη που πρέπει να συνεισφέρει στη συλλογική συζήτηση. Στο Oise για παράδειγμα, επί 43 εκλογέων της Μαρίν Λε Πεν που συμμετέχουν στο κίνημα και ρωτήθηκαν από την Quantité Critique, μόνο τέσσερις εκτιμούν ότι το κίνημα πρέπει να πάρει θέση για τη μετανάστευση.

Προφανώς, είναι δύσκολο να μετρηθούν οι συνέπειες αυτού του αυτοελέγχου πάνω στις πολιτικές υποκειμενικότητες. Παράγει ο αυτοέλεγχος την αποτελεσματική υποτίμηση των ιδεών της άκρας δεξιάς ή απλώς την απόκρυψη των πάντοτε σημαντικών ξενοφοβικών συμπεριφορών; Μόνο οι μελλοντικές έρευνες πάνω στις ιδεολογικές και εκλογικές τοποθετήσεις των κίτρινων γιλέκων θα επιτρέψουν να τεκμηριωθεί ένας απολογισμός του κινήματος.

Μπορούμε παρόλα αυτά να σημειώσουμε ότι για την άκρα δεξιά η ξενοφοβία δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο, μια ιδιαίτερη και απομονωμένη διάσταση της πολιτικοποίησης. Αντιστοιχεί αντίθετα στο πρίσμα μέσω του οποίου γίνεται κατανοητό το σύνολο των πολιτικών διακυβευμάτων: τα οικονομικά προβλήματα οφείλονται στους μετανάστες εργαζόμενους, η ανασφάλεια αποτελεί συνέπεια μιας υποτιθέμενης μη-ενσωμάτωσης.

Αυτή η τάση των κίτρινων γιλέκων να λογοκρίνουν κάθε ξενοφοβική διάσταση του πολιτικού λόγου και να παράγουν έναν λόγο, εντός του οποίου δεν υπάρχει καθόλου η ανάγκη να ονοματιστεί ο ξένος ως αποδιοπομπαίος τράγος, μπορεί μόνο να ωφελήσει την παραγωγή εναλλακτικών και χειραφετητικών κοινωνιών. Αυτό το εκπληκτικό γεγονός, δεδομένης της πολιτικής στράτευσης ενός μέρους των συμμετεχόντων, δεν φάνηκε να ενδιαφέρει τα κανάλια συνεχούς ροής πληροφορίας· αυτά τα τελευταία μάλλον κάλυψαν τις σπάνιες αντισημίτικες ή ρατσιστικές ενέργειες, με τρόπο αντίθετο από αυτόν που οργανώθηκε η εσωτερική συζήτηση στο κίνημα.

2. Από την Κοινωνική Κρίση στη Δημοκρατική Κρίση

Η περιθωριοποίηση της ξενοφοβίας επέτρεψε στο κίνημα να επενδύσει σε μια διεκδικητική βάση γύρω από το «να μπορούμε να ζήσουμε» ως κεντρική διεκδίκηση. Αυτό το «να μπορούμε να ζήσουμε», το οποίο τονίστηκε από την έρευνα του Science Po-Grenoble, «εμφανίζεται σε διεκδικήσεις που είναι βαθιά αγκυρωμένες στην καθημερινότητα (απώλεια αγοραστικής δύναμης, ανεπαρκείς μισθοί και συντάξεις, μπούχτισμα με τη φορολογία…), οι οποίες δηλώνουν την επιθυμία των κίτρινων γιλέκων “να μπορούν να ζήσουν από την εργασία τους και όχι απλώς να επιβιώνουν”»[5].

Η πρόσδεση στο διακύβευμα της αναβάθμισης της εργασίας αποτελεί συνέπεια της πλειοψηφικής παρουσίας των πιο επισφαλών κομματιών των λαϊκών τάξεων. Οι ερευνητές του Science Po-Grenoble εντοπίζουν έτσι στο δείγμα τους 74% επισφαλή άτομα [ένα ποσοστό που βασίζεται στη βαθμολογία EPICES, η οποία χρησιμοποιείται σε ορισμένες διοικητικές υπηρεσίες όπως η κοινωνική ασφάλιση – στσ], ενώ στο δείγμα της Quantité Critique 89% των κίτρινων γιλέκων δηλώνουν ότι «δυσκολεύονται να τα φέρουν βόλτα στο τέλος του μήνα».

Αντίστροφα, μια δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε από το Ινστιτούτο Elabe[6] δείχνει ότι το 27% των ατόμων που «δυσκολεύονται στο τέλος του μήνα» δηλώνουν κίτρινα γιλέκα, δηλαδή 7 μονάδες πάνω από τον μέσο όρο. Η καρδιά της κινητοποίησης αποτελείται έτσι από εν ενεργεία εργαζόμενους, τους οποίους το Κέντρο Εμίλ Ντιρκέμ υπολογίζει σε 75%, ενώ η ομάδα του Sciences Po-Grenoble υπολογίζει σε 67%.

Η κοινωνική σύγκρουση εκτοπίστηκε εκτός των τειχών της επιχείρησης

Αν και η γεωγραφική θέση και το ζήτημα των μεταφορών χρησίμευσαν ως πυροκροτητές, τα κίτρινα γιλέκα πολύ γρήγορα κυριεύτηκαν από μισθολογικά διακυβεύματα. Η πρωτοτυπία του κινήματος βασίζεται αναμφίβολα στη λογική της παράκαμψης των κλασσικών μηχανισμών συλλογικής διαπραγμάτευσης. Από τα τέλη του Νοεμβρίου, το εύρος του αιτήματος για αύξηση των μισθών τοποθετεί την αγοραστική δύναμη στην καρδιά των διεκδικήσεων.

Ακόμα περισσότερο εκπληκτικό είναι το γεγονός ότι αυτές οι διεκδικήσεις δεν απευθύνθηκαν ούτε στους εργοδότες ούτε στους εκπροσώπους τους· αποδέκτης είναι το κράτος. Αυτή η πρωτοτυπία τέθηκε λίγο επί τάπητος από τους σχολιαστές, αν όχι από την υπερβολικά κλασσική οπτική γωνία της κρίσης του συνδικαλισμού. Στην πραγματικότητα, αυτή εξηγείται από τη συγκεκριμένη εμπειρία της μισθωτής εργασίας και την κρίση των ιστορικών μηχανισμών συλλογικής διαπραγμάτευσης.

Όσοι κινητοποιήθηκαν μοιάζουν να προέρχονται κυρίως από μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από λιγότερο οξυμένη κοινωνική συγκρουσιακότητα. Η έρευνα πεδίου που διεξήχθη από την Quantité Critique στο Oise δείχνει πράγματι, ανάμεσα στους μισθωτούς των πολύ μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την καθαρή υπερεκπροσώπηση των ατόμων που δηλώνουν μια «φιλική» ή «εγκάρδια» σχέση με τους υπαλλήλους (άνω των τριών τετάρτων), οι οποίοι συχνά είναι ενσωματωμένοι στην ομάδα αυτών που θεωρούνται ότι εργάζονται.

Απέναντι στη θετική φιγούρα του μικρού εργοδότη και στην πραγματικότητα των χρηματοπιστωτικών δυσκολιών των μικρών δομών, η συλλογική δράση σε τέτοια κλίμακα σπάνια εξετάζεται. Όταν οι συμμετέχοντες στις καταλήψεις στο Oise ρωτήθηκαν για τις πρόσφατες διεκδικήσεις τους σχετικά με τις αυξήσεις μισθού, ήταν επιφυλακτικοί. Οι απαντήσεις που συγκεντρώθηκαν στην ερώτηση «Έχετε ζητήσει αύξηση από τον εργοδότη σας;» το επιβεβαιώνουν: «Για να κάνω τι;» και «Η απάντηση είναι ήδη γνωστή… ».

Υπό αυτές τις συνθήκες, η κοινωνική σύγκρουση εκτοπίζεται εκτός των τειχών της επιχείρησης και έξω από τις εργάσιμες ημέρες. Το κίνημα των κίτρινων γιλέκων αποτελεί επομένως έκφραση της μη-δυνατότητας διαπραγμάτευσης στο επίπεδο της επιχείρησης, όπως αυτή είχε γίνει αντιληπτή από τις κυβερνήσεις Σαρκοζύ και Ολλάντ.

Είναι άρα φυσιολογικό να διαπιστώνεται ότι το κράτος είναι ο φορέας που εγκαλείται από τους συμμετέχοντες. Παρόλα αυτά, αυτή η κρίση της συλλογικής διαπραγμάτευσης συνδυάζεται με την άρνηση του κράτους να προτείνει μια λύση στις μισθολογικές διεκδικήσεις που εκφράζονται μέσω του μεγάλου σημαίνοντος της αγοραστικής δύναμης· μιας αμφίσημης έννοιας που εμποδίζει την έκφραση του μισθολογικού ζητήματος, αλλά επιτρέπει τη συσσωμάτωση διάφορων άλλων κοινωνικών αιτημάτων σχετικά με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, τα επιδόματα αναπηρίας ή, ως έναν βαθμό, το ύψος των συντάξεων.

Οι προτάσεις της κυβέρνησης τον Δεκέμβριο κρίθηκαν ανεπαρκείς, αλλά και στον ίδιο βαθμό αποκλίνουσες από το αντικείμενο των διεκδικήσεων. Η «μεγάλη συζήτηση» [του Μακρόν] έδειξε εξάλλου την επιθυμία της εξουσίας να εκτοπίσει το μισθολογικό ζήτημα, το οποίο ούτε θίχτηκε, ούτε ελήφθη υπόψη από μια κυβέρνηση που επαναλαμβάνει παρόλα αυτά ότι πρέπει «η εργασία να αξίζει». Η καχυποψία απέναντι στην εξουσία, και ως έναν βαθμό στις «ελίτ», δεν αποτελεί επομένως απαραίτητα έκφραση εχθρότητας απέναντι στην κρατική διαιτησία ή «λαϊκίστικης» ζέσης των λαϊκών τάξεων που κινητοποιήθηκαν. Προκύπτει από την απουσία διάθεσης από την πλευρά της κυβέρνησης να λάβει υπόψη τα κοινωνικά αιτήματα που βρίσκονται στην καρδιά της διαμαρτυρίας.

Αυτή η κατάσταση μπλοκαρίσματος ερμηνεύει εξάλλου την ανάδυση θεσμικών διεκδικήσεων: ευνοημένη από τις μιλιτάντικες πρακτικές που εμφανίστηκαν στο κίνημα (συναντήσεις στους κόμβους, αυτόνομες ομάδες δράσης, γενικές συνελεύσεις, forum στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), το δημοκρατικό ζήτημα πράγματι εισήχθη συμπληρωματικά στην καρδιά των διεκδικήσεων.

Το RIC [Δημοψήφισμα Πρωτοβουλίας Πολιτών, μια πρόταση που προϋπάρχει του κινήματος των «κίτρινων γιλέκων» κι αφορά τη διεκδίκηση μιας τροποποίησης του γαλλικού συντάγματος ώστε μεγάλες αποφάσεις να λαμβάνονται όχι απ’ την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο αλλά μέσω διεξαγωγής δημοψηφίσματος] έγινε η πολιτική πρόταση που συμβόλισε τα αδιέξοδα ενός κράτους, το οποίο διστάζει να παρέμβει. Αποτελεί μια από τις απαντήσεις που δόθηκαν από τις λαϊκές τάξεις στην κρίση μεσολάβησης. Η έρευνα της διεκδικητικής βάσης τείνει επομένως να εξοβελίζει την υπόθεση της πολιτικοποίησης με ακροδεξιό τρόπο των φορέων που ενεπλάκησαν στην καρδιά της κινητοποίησης, διότι τα κύρια διακυβεύματα (μισθολογικό ζήτημα, δημοκρατία) δεν συντονίζονται με το πολιτικό φαντασιακό της άκρας δεξιάς.

3. Από την Καρδιά στο Περιθώριο του Κινήματος: Μια Πολιτικοποίηση σε Ομόκεντρους Κύκλους;

Είναι όμως αδύνατον να βγει από τη μέση το ζήτημα της επιτυχίας της άκρας δεξιάς και των αντιδραστικών θέσεων στο περιθώριο του κινήματος, ανάμεσα στους δηλωμένους υποστηρικτές των κίτρινων γιλέκων. Όπως θυμίσαμε εξετάζοντας τη δημοσκόπηση που παρουσίασε ο Luc Rouban, αλλά και τη δηλωμένη πρόθεση ψήφου για τις ευρωεκλογές, ο Εθνικός Συναγερμός μοιάζει να είναι η αντιπολιτευτική δύναμη που ωφελήθηκε περισσότερο από την τρέχουσα κρίση.

Παραμένει όμως χρήσιμο να μην πραγμοποιούμε τα κίτρινα γιλέκα θεωρώντας τα ένα ομοιογενές σύνολο. Μεταξύ των καταληψιών των κόμβων, των κυβερνοακτιβιστών του facebook και τους απλούς υποστηρικτές που δεν κινητοποιήθηκαν, οι γνώμες που παρατηρήθηκαν σε διάφορες κλίμακες ποικίλουν υπερβολικά για να επιτρέψουν μια τέτοια υπεραπλούστευση.

Η κλίμακα της παρατήρησης έχει επομένως καθοριστική επιρροή στα αποτελέσματα που προκύπτουν από τις έρευνες. Αυτό μας οδηγεί να κάνουμε την υπόθεση μιας σχηματοποίησης του κινήματος σε ομόκεντρους κύκλους. Διαπιστώνεται μια επιτυχία του λόγου της άκρας δεξιάς στα εξωτερικά περιθώρια που κινητοποιήθηκαν λίγο, ευαίσθητα καθώς είναι στις αντιδραστικές θεματικές. Από την άλλη, αυτές οι ιδέες δεν κατόρθωσαν να εισέλθουν στον σκληρό πυρήνα των ενεργών κίτρινων γιλέκων παρά μόνο πολύ δύσκολα. Είναι επιτακτικό να αποσυνδέσουμε αυτά τα δυο επίπεδα ανάλυσης για να κατανοήσουμε πώς, με δυναμικό τρόπο, η ενεργός συμμετοχή στο κίνημα παράγει μια πολιτική κοινωνικοποίηση κατάλληλη να απομακρύνει αυτούς που συμμετέχουν στις συζητήσεις της άκρας δεξιάς.

Στο περιθώριο της κινητοποίησης βρίσκουμε ένα τμήμα του πληθυσμού που υποστηρίζει τα κίτρινα γιλέκα, αλλά δεν συμμετέχει ενεργά στην εξέγερσή τους. Κατά την έρευνα πάνω σε αυτόν τον πληθυσμό, τα εθνικά δείγματα είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα. Χαρακτηρίζεται, όπως το δείχνει ο Luc Rouban, από την υιοθέτηση πολλών απόψεων της άκρας δεξιάς. Στην ανάλυσή του, η εχθρότητα προς τους μετανάστες, η επιθυμία επαναφοράς της θανατικής ποινής και η επιθυμία απόσυρσης του νόμου που επιτρέπει τον γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων συγκεντρώθηκαν εντός ενός δείκτη ανοχής. Δείχνει με τον τρόπο αυτό ότι το 65% των ατόμων που στηρίζουν πολύ τα κίτρινα γιλέκα έχουν έναν χαμηλό δείκτη ανοχής, έναντι μόνο 38% αυτών που δεν τα υποστηρίζουν.

Ο Luc Rouban παρουσιάζει εξίσου τη στήριξη στα κίτρινα γιλέκα ως κυριαρχούμενη από αντιλήψεις που ο ίδιος αξιολογεί ως «λαϊκίστικες» εξαιτίας της κριτικής που αυτές ασκούν στις ελίτ και της επιθυμίας συμμετοχής στο κίνημα. Το να αξιολογείς ως λαϊκισμό τη νόμιμη δυσπιστία και τη διεκδίκηση περισσότερο συμμετοχικών θεσμών, σημαίνει να παίρνεις το ρίσκο να συντηρείς μια ορισμένη διανοητική σύγχυση, την οποία μπορεί να αξιοποιεί μια μερίδα των μήντια. Ο όρος λαϊκισμός χρησιμοποιείται πάρα πολύ συχνά για να απαξιώσει τις προσδοκίες ενός μέρους του πληθυσμού για περισσότερη πολιτική συμμετοχή.

Προϋποθέσεις μιας ταξικής συνείδησης

Αυτός ο τρόπος έρευνας -που συνίσταται στη διασταύρωση, επί των εθνικών δειγμάτων, της γνώμης για το κίνημα με τις πολιτικές ιδέες- δεν επιτρέπει να γίνουν πλήρως αντιληπτές οι δυναμικές πολιτικοποίησης επί τω εργω στην καρδιά του κινήματος ούτε να εκτιμηθούν στην πολυπλοκότητά τους τα πολιτικά διακυβεύματα που εγείρονται από τα κίτρινα γιλέκα. Πράγματι, η ανάλυση μιας μόνο ομάδας ετερογενών μεταξύ τους ερωτηθέντων (τα κίτρινα γιλέκα και τα άτομα που τα υποστηρίζουν) δεν επιτρέπει να εκτιμηθούν οι συνέπειες του βαθμού συμμετοχής πάνω στην ιδεολογική τοποθέτηση.

Αποδεικνύεται λοιπόν αναγκαίο να συμπληρωθεί αυτή η αφετηρία με τη διάκριση μεταξύ ενεργών κίτρινων γιλέκων και απλών υποστηρικτών, για να γίνει γνωστή η πραγματική κατανομή των ακροδεξιών απόψεων στο εσωτερικό του κινήματος[7].

Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, λίγα δεδομένα που σχετίζονται με δειγματοληψίες σε εθνικό επίπεδο αντιλαμβάνονται τη σημασία αυτής της διάκρισης. Μόνο το ινστιτούτο Kantar[8], σε μια δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 21 και 25 Φεβρουαρίου, κατά την 15η πράξη του κινήματος, έκανε τη διαφοροποίηση μεταξύ ενεργών συμμετεχόντων και υποστηρικτών. Δείχνει ότι τα ενεργά κίτρινα γιλέκα είναι λιγότερο αυταρχικά και ξενόφοβα από ότι οι απλοί υποστηρικτές. Αυτά τα στοιχεία ισχύουν για την ξενοφοβία: 50% των ενεργών κίτρινων γιλέκων θεωρούν ότι υπάρχουν «υπερβολικά πολλοί μετανάστες στη Γαλλία», έναντι 54% των υποστηρικτών τους (σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο του 44%).

Οι ενεργοί συμμετέχοντες πέφτουν ορισμένες φορές ακόμα και κάτω από τον εθνικό μέσο όρο. Σχετικά με την ισλαμοφοβία, το 43% των ενεργών συμμετεχόντων θεωρεί ότι «δίνουμε υπερβολικά πολλά δικαιώματα στους μουσουλμάνους», έναντι 51% των υποστηρικτών τους και 45% του εθνικού μέσου όρου. Τα άτομα που συμμετείχαν στο κίνημα είναι επομένως ελαφρά λιγότερο ισλαμοφοβικά από τον μέσο όρο των Γάλλων, κάτι που αποτελεί ένα αποτέλεσμα σημαντικό και σε πλήρη αντίθεση με την ακροδεξιοποίηση του κινήματος.

Το ίδιο ισχύει για την ευαισθησία απέναντι στον λόγο περί ασφάλειας: το 60% των ενεργών κίτρινων γιλέκων πιστεύει ότι η δικαιοσύνη «δεν είναι αρκετά αυστηρή με τους μικροπαραβάτες», έναντι 72% των ατόμων που τα υποστηρίζουν, ενώ ο μέσος όρος είναι 64%. Όσον αφορά τη γνώμη του αν θα έπρεπε «να δοθεί πολύ περισσότερη εξουσία στην αστυνομία», το 31% των ενεργών συμμετεχόντων συμφωνούν, έναντι 45% αυτών που τα υποστηρίζουν, με τον εθνικό μέσο όρο στο 49%. Αυτά τα δυο τελευταία σημεία εξηγούνται καλά από την αστυνομική και δικαστική καταστολή που χτυπάει το κίνημα, αλλά δείχνουν όμως τον σκεπτικισμό των κίτρινων γιλέκων απέναντι στον λόγο περί «χαλαρότητας», εμβληματικού παρόλα αυτά της ακροδεξιάς σκέψης.

Από την άλλη, στο εσωτερικό του κύκλου των κίτρινων γιλέκων που ήταν πιο ενεργά και που κινητοποιήθηκαν περισσότερο, αυτή η δυσκολία των ιδεών της άκρας δεξιάς να διαπεράσουν τον ενεργό πυρήνα του κινήματος βασίζεται σε δυο στοιχεία: Καταρχήν, βασίζεται σε μια στρατηγική θεώρηση την οποία έχουμε ήδη υπενθυμίσει: η ανάγκη για ενότητα των λαϊκών τάξεων, οι οποίες προσδιορίζονται κατά προτεραιότητα από τις υλικές συνθήκες τους· κάτι που επιτρέπει στους «επιδοματίες», οι οποίοι βρίσκονται στο στόχαστρο του ακροδεξιού λόγου, να συνομαδωθούν με την κινητοποίηση.

Έπειτα, βασίζεται σε μια εμπειρία πολιτικής υποκειμενοποίησης, χαρακτηριστικής αυτού του πρωτότυπου κινήματος. Αναφερόμαστε εδώ στις εργασίες του κοινωνιολόγου Raphaël Challier[9] που πραγματοποίησε μια εθνογραφική έρευνα του κινήματος σε ένα χωριό της Lorraine, το οποίο κινητοποιήθηκε σε ιδιαίτερο βαθμό και όπου η Μαρίν Λε Πεν πήρε εύκολα την πρώτη θέση στον πρώτο γύρο των δυο τελευταίων προεδρικών εκλογών[10].

Παρατηρεί ότι η ενεργός συμμετοχή στο κίνημα -δηλαδή στην κατάληψη κόμβων και στις διαδηλώσεις- προκαλεί συναντήσεις μεταξύ κατηγοριών του πληθυσμού που δεν συγχρωτίζονται υπό κανονικές συνθήκες, στις οποίες αναδύεται «ένα αίσθημα κοινού ανήκειν» μεταξύ αυτών που «έχουν κοινό το ότι είναι μικροί».

Αυτές οι νέες εκφράσεις αλληλεγγύης απαιτούν τη χρήση ευφημισμών κατά την περιγραφή των κομματικών διαιρέσεων και των κρίσεων που εκφέρουν οι μεν προς τους δε. Ο Raphaël Challier παραθέτει για παράδειγμα αυτόν τον μιλιτάντη του ΕΣ που φοβάται «ότι θα τσακωθεί με κόσμο αν πει τις απόψεις του», όπως ακριβώς ένας μιλιτάντης της Ανυπότακτης Γαλλίας που αποφεύγει το θέμα της πολιτικής, επειδή «όλος ο κόσμος δεν συμφωνεί, και αυτό προκαλεί προβλήματα».

Σύμφωνα με τον ερευνητή, αυτό το «λαϊκό μεταξύ μας» υποσκάπτει την τριγωνική συνείδηση· πρόκειται για την τάση που ταυτοποιήθηκε από τον Olivier Schwartz[11] και αφορά τον τρόπο που οι λαϊκές τάξεις συγκροτούνται ως διπλά αντιπαρατιθέμενες, ταυτόχρονα ενάντια στους πάνω (τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ) και ενάντια στους κάτω (τους μετανάστες, τους άνεργους, τους «επιδοματίες»)· οι τελευταίοι όμως ανατιμώνται εξαιτίας της δράσης τους εντός της κινητοποίησης. Αυτή η τριμερής αναπαράσταση της κοινωνίας αφήνει έτσι χώρο μεταξύ των κίτρινων γιλέκων, μέσω μιας επιταχυνόμενης διαδικασίας κοινωνικοποίησης ανάμεσα σε τμήματα των λαϊκών τάξεων που συναντιούνται για πρώτη φορά, για μια δυαδική αναπαράσταση που αντιπαραθέτει τους προνομιούχους στους εκμεταλλευόμενους· κάτι που μοιάζει πολύ με τις προϋποθέσεις μιας ταξικής συνείδησης.

Προφανώς, αυτή δεν είναι ορατή εντός των εθνικών συσχετισμών δύναμης, οι οποίοι γίνονται αντιληπτοί μέσω των δημοσκοπήσεων που προηγούνται των ευρωεκλογών. Δυο αιτίες ερμηνεύουν δυνητικά αυτή τη μη-μεταφρασιμότητα του κινήματος σε προθέσεις ψήφου προς τα αριστερά: το μικρό δημογραφικό βάρος των ενεργών κίτρινων γιλέκων τα οποία θα κινητοποιηθούν κατά τη διάρκεια των ευρωεκλογών, μαζί με την απονομιμοποίηση του κομματικού συστήματος.

Παρά την πρώιμη στήριξη της Ανυπότακτης Γαλλίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, η αριστερά εμφανίζεται για πολλά κίτρινα γιλέκα (τόσο τα ενεργά όσο και οι υποστηρικτές) ως ανίκανη να γίνει η φωνή των λαϊκών προσδοκιών. Αυτή η κρίση στη σχέση της αριστεράς με τις λαϊκές τάξεις άνοιξε ένα παράθυρο ευκαιρίας, το οποίο η άκρα δεξιά μπόρεσε να αντιληφθεί πολύ πριν το κίνημα των κίτρινων γιλέκων.

Μέχρι σήμερα, οι πολιτικές οργανώσεις της αριστεράς στοιχημάτιζαν περισσότερο στη συστράτευση με τους φορείς που κινητοποιούνται για τους σκοπούς τους παρά στη δουλειά πειθούς μεταξύ των υποστηρικτών που σχηματίζουν ένα φωτοστέφανο γύρω από το κίνημα. Είναι παρόλα αυτά εκεί που παίζεται η αποφασιστική μάχη σήμερα.

Σημειώσεις:
1. https://www.sciencespo.fr/actualites/actualités/les-«-gilets-jaunes-»-une-transition-po puliste-de-droite/3939.
2. https://www.humanite.fr/enquete-les-gilets-jaunes-ont-ils-une-couleur-politique-665360.
3. https://www.lemonde.fr/politique/article/2019/03/15/l-immigration-angle-mort-du-grand-debat_5436504_823448.html.
4. Το κείμενο του Samuel Hayat μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://alertacomunista.wordpress.com/discussion-yellow-vests-moral-economy-power-yellow-vests/.
5. https://www.lemonde.fr/idees/article/2019/01/26/qui-sont-vraiment-les-gilets-jaunes-les-resultats-d-une-etude-sociologique_5414831_3232.html.
6. https://elabe.fr/wp-content/uploads/2018/11/20181128_elabe_bfmtv_les-francais-et-les-gilets-jaunes.pdf.
7. Διαβάστε στο παρακάτω άρθρο τις απαντήσεις του Luc Rouban πάνω σε αυτό το σημείο: https://www.mediapart.fr/journal/france/180419/gilets-jaunes-la-recherche-aussi-s-est-mobilisee.
8. https://www.lemonde.fr/politique/article/2019/03/12/marine-le-pen-ne-realise-pas-l-opa-esperee-sur-le-mouvement-des-gilets-jaunes_5434643_823448.html.
9. https://blogs.mediapart.fr/jean-marc-b/blog/080319/la-mobilisation-des-gilets-jaunes-dans-un-bourg-rural-de-lorraine.
10. Δες εδώ την παρέμβασή της κατά το MediapartLive στο Commercy: https://www.mediapart.fr/journal/france/300119/mediapartlive-en-direct-avec-les-gilets-jaunes-de-commercy.
11. https://laviedesidees.fr/IMG/pdf/20090922_schwartz.pdf.