Home

Το παρακάτω κείμενο του Ζιλ Ντωβέ είχε μεταφραστεί και εκδοθεί από το Πρακτορείο Rioters (λινκ). Να σημειώσουμε ότι η εκδοχή του μεταφρασμένου είναι λίγο πιο πρόσφατη από την αρχική (η οποία και δημοσιεύτηκε στο Endnotes #1), και ο Ζιλ Ντωβέ έχει πραγματοποιήσει μικρές τροποποιήσεις σε διάφορα σημεία του κειμένου.

«… κι εάν η Ρωσική Επανάσταση δώσει το σινιάλο για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, ούτως ώστε η μια να συμπληρώσει την άλλην, η σημερινή κοινοκτημοσύνη της γης στη Ρωσία, μπορεί να αποτελέσει το εφαλτήριο μιας κομμουνιστικής ανάπτυξης»[1].

Η προοπτική αυτή δεν υλοποιήθηκε. Το Ευρωπαϊκό προλεταριάτο έχασε το ιστορικό του ραντεβού με την αναδημιουργία της ρωσικής αγροτικής κομμούνας[2].

Μπρεστ-Λιτόφσκ, 1917 και 1939

Μπρεστ-Λιτόφσκ, Πολωνία, Δεκέμβρης 1917: Σε μια Γερμανία που σχεδιάζει να ανοίξει ένα χαράκωμα μέσα στην αυλή της παλιάς Τσαρικής αυτοκρατορίας, από τη Φινλανδία μέχρι τον Καύκασο, οι Μπολσεβίκοι προτείνουν ειρήνη χωρίς αμοιβαίες προσαρτήσεις εδαφών. Κι όμως τον Φλεβάρη του 1918, οι Γερμανοί στρατιώτες, αν και «προλετάριοι με στολή», υπάκουσαν τελικά τους αξιωματικούς τους και εξαπέλυσαν μιαν ακόμα επίθεση εναντίον της σοβιετικής πλέον Ρωσίας, σαν να είχαν ακόμα απέναντί τους τον ίδιο τσαρικό στρατό. Καμία συναδέλφωση δεν έλαβε χώρα, και ο επαναστατικός πόλεμος που προπαγάνδιζε η Μπολσεβικική Αριστερά αποδείχθηκε αδύνατος. Τον Μάρτη, ο Τρότσκυ αναγκάστηκε να υπογράψει εκεχειρία με τους όρους των στρατηγών του Κάιζερ. «Ανταλλάσσοντας χώρο με χρόνο», όπως το έθεσε ο Λένιν, και πράγματι, τον επόμενο Νοέμβρη, η γερμανική ήττα μετέτρεψε στην πράξη την εκεχειρία σε ένα παλιόχαρτο άνευ αξίας. Παρόλα αυτά, μια έμπρακτη απόδειξη μιας κάποιας διεθνούς σύνδεσης μεταξύ των εκμεταλλευομένων απέτυχε να υλοποιηθεί. Μερικούς μήνες αργότερα, επιστρέφοντας στη ζωή τους ως πολίτες, με το τέλος του πολέμου, οι ίδιοι αυτοί προλετάριοι ήρθαν αντιμέτωποι με την συμμαχία του επίσημου εργατικού κινήματος και των Freikorps. Η μια ήττα ακολούθησε την άλλη: στο Βερολίνο, τη Βαυαρία και την Ουγγαρία το 1919. Έπειτα, ο Κόκκινος Στρατός του Ρουρ το 1920. Η Δράση του Μάρτη το 1921…

Σεπτέμβρης του 1939: Ο Χίτλερ και ο Στάλιν μόλις τεμάχισαν την Πολωνία. Στη συνοριακή γέφυρα του Μπρεστ-Λιτόφσκ, αρκετές εκατοντάδες μέλη του KPD, πρόσφυγες στην ΕΣΣΔ κι εν συνεχεία συλληφθέντες εκεί ως «αντεπαναστάτες» ή ακόμα και ως φασίστες, συγκεντρώνονται απ’ τις διάφορες Σταλινικές φυλακές και παραδίδονται στην Γκεστάπο. Χρόνια αργότερα, μια απ’ αυτές, θα μιλήσει για τις πληγές στην πλάτη της – «αυτά είναι της GPU» – και για τα βγαλμένα νύχια της – «και αυτά της Γκεστάπο». Ένας ακριβοδίκαιος απολογισμός του πρώτου μισού του αιώνα.

1917-37: Είκοσι χρόνια που συγκλόνισαν τον κόσμο. Η τρομακτική άνοδος του φασισμού, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και οι εξεγέρσεις που ακολούθησαν, ήταν το αποτέλεσμα μιας γιγαντιαίας κοινωνικής κρίσης που άνοιξε με τις λιποταξίες του 1917 και ξανάκλεισε με τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Όχι «Ή Δημοκρατία Ή Φασισμός» αλλά Και Δημοκρατία Και Φασισμός

Μοιάζει με κοινοτοπία, ότι ο φασισμός δεν είναι παρά ωμή κρατική βία κι απροκάλυπτη κατασταλτική βαρβαρότητα στις υπηρεσίες των κυρίαρχων τάξεων, σύμφωνα και με τη γνωστή ανάλυση του Daniel Guérin στο Φασισμός και Μεγάλο Κεφάλαιο. Κατά συνέπεια ο μόνος δρόμος για να ξεμπερδεύουμε με τον φασισμό είναι να ξεφορτωθούμε τον καπιταλισμό μια και καλή.

Ως εδώ, κανένα πρόβλημα. Δυστυχώς όμως, η ανάλυση αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις αυτομολεί απ’ τη λογική της: απ’ τη στιγμή που ο φασισμός είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στη χειρότερη εκδοχή του, οφείλουμε λέει να τον αποτρέψουμε απ’ το να πάρει τη χειρότερη μορφή του, δηλαδή, οφείλουμε προάγουμε έναν «κανονικό», μη-φασιστικό καπιταλισμό, ή ακόμα και να στηρίζουμε τους μη-φασίστες καπιταλιστές.

Επιπλέον, καθώς ο φασισμός είναι ο καπιταλισμός στην πιο αντιδραστική του μορφή, μια τέτοια οπτική συνεπάγεται και το να προσπαθούμε να προάγουμε τον καπιταλισμό στην πιο μοντέρνα, μη-φεουδαρχική, μη-μιλιταριστική, μη-ρατσιστική, μη-καταπιεστική, μη-αντιδραστική μορφή του, με άλλα λόγια, έναν πιο φιλελεύθερο καπιταλισμό, ή αν προτιμάτε έναν …πιο καπιταλιστικό καπιταλισμό.

Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος πώς ο φασισμός εξυπηρετεί το «μεγάλο κεφάλαιο»[3], ο αντιφασισμός θεωρεί πως ο φασισμός θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί το 1922 ή το 1933, χωρίς να καταστραφούν οι μεγάλες εταιρίες, εάν το εργατικό κίνημα και/ή οι δημοκράτες είχαν ασκήσει αρκετή πίεση ώστε να σταματήσουν τον Μουσολίνι ή τον Χίτλερ απ’ το να ανέλθουν στην εξουσία. Αν στα 1921 το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το νεοϊδρυθέν Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχαν συμμαχήσει με τις Δημοκρατικές δυνάμεις ώστε να σταματήσουν τον Μουσολίνι… Αν, στις αρχές της δεκαετίας του ’30, το KPD δεν είχε εξαπολύσει έναν αδελφοκτόνο αγώνα ενάντια στο SPD, η Ευρώπη τότε θα είχε γλυτώσει από μια απ’ τις πιο απάνθρωπες δικτατορίες της ιστορίας, έναν δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μια σχεδόν διηπειρωτική ναζιστική αυτοκρατορία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την εξολόθρευση των Εβραίων…

Πέρα απ’ τις καθ’ όλα αληθείς παρατηρήσεις του για τις τάξεις, το κράτος, τις σχέσεις του φασισμού με το μεγάλο κεφάλαιο, η οπτική του αποτυγχάνει να δει την ανάπτυξη του φασισμού μέσα από μια διπλή ήττα: την αποτυχία των επαναστατών μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, τσακισμένων απ’ την σοσιαλδημοκρατία και τον κοινοβουλευτισμό, κι έπειτα, κατά τη δεκαετία του 1920, την αποτυχία των «κερδισμένων» σοσιαλδημοκρατών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να διαχειριστούν το κεφάλαιο. Ιδωμένος έξω απ’ τα πλαίσια της προηγούμενης περιόδου, των προγενέστερων φάσεων της ταξικής πάλης και των περιορισμών της, ο ερχομός στην εξουσία, κι ακόμα περισσότερο η ίδια η φύση του φασισμού, παραμένουν ακατανόητα. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που η ματιά του Guérin δεν βλέπει παρά μια «χαμένη επανάσταση» στις περιπέτειες του Λαϊκού Μετώπου, χάνοντας τη βαθύτερη ουσία του φασισμού.

Ποιά είναι λοιπόν η πραγματική ορμή του φασισμού, αν όχι η τάση οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης του κεφαλαίου, μια τάση που γενικεύτηκε μετά το 1914; Ο φασισμός ήταν ένας ιδιαίτερος τρόπος να επιβληθεί αυτή η ενότητα σε χώρες –όπως η Ιταλία και η Γερμανία– όπου, ακόμα κι αν η επανάσταση είχε ξεριζωθεί, το κράτος ήταν ανίκανο να επιβάλει την τάξη, ακόμα και στο εσωτερικό της ίδιας της αστικής τάξης.

Ο Μουσολίνι δεν ήταν κανένας Θιέρσος, καθισμένος αναπαυτικά στην εξουσία του, να διατάζει τον τακτικό στρατό να σφαγιάσει του Κομμουνάρους. Μια ουσιώδης όψη του φασισμού είναι η γέννησή του στους δρόμους, η χρήση του στοιχείου της αταξίας προκειμένου να επιβληθεί η τάξη, η κινητοποίηση της παλιάς μεσαίας τάξης που παρανοούσε υπό το βάρος της ίδιας της αποσύνθεσής της, και η αναγέννηση ενός κράτους ανίκανου να αντιμετωπίσει την κρίση του καπιταλισμού.

Ο φασισμός ήταν μια προσπάθεια της αστικής τάξης να τιθασεύσει δια της βίας τις δικές της αρχικά αντιφάσεις, να οικειοποιηθεί μεθόδους κινητοποίησης της εργατικής τάξης προς όφελός της, και να αναπτύξει όλες τις δυνατότητες του σύγχρονου κράτους, αρχικά εναντίον ενός εσωτερικού εχθρού, και στη συνέχεια ενός εξωτερικού.

Επρόκειτο στ’ αλήθεια για μια κρίση του κράτους, στη μετάβαση προς μια ολοκληρωτική υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο. Στην αρχή, οι εργατικές οργανώσεις ήταν απαραίτητες προκειμένου να διαχειριστούν την προλεταριακή απειθαρχία. Έπειτα, ο φασισμός υποχρεώθηκε να θέσει ένα οριστικό τέλος στη γενική αναταραχή. Αναταραχή που φυσικά, δεν ήταν από μόνη της επαναστατική, αλλά παρέλυε το κράτος, μπλοκάροντας τις κινήσεις του που – κατά συνέπεια – δεν μπορούσαν πλέον παρά να είναι ολοένα και πιο βίαιες. Η κρίση αυτή μπόρεσε να ξεπεραστεί επιφανειακά και μόνο προς στιγμήν: Το φασιστικό κράτος έμοιαζε αποτελεσματικό μόνον εξ όψεος, καθώς ενσωμάτωνε με τη βία την εργατική δύναμη, και ενταφίαζε τεχνητά τις συγκρούσεις προβάλλοντάς τες στον μιλιταριστικό παλικαρισμό. Ωστόσο, η κρίση ξεπεράστηκε, σχετικά πάντα, με το πολυπλόκαμο δημοκρατικό κράτος που επικράτησε στα 1945, το οποίο μπορούσε δυνητικά να μεταχειρίζεται κάθε μέθοδο του φασισμού, αλλά και νέες δικές του, καταφέρνοντας με τη σειρά του να εξουδετερώνει τις οργανώσεις των μισθωτών εργατών χωρίς να τις τσακίζει ανοιχτά. Το κοινοβούλιο έχασε σταδιακά τον έλεγχο προς όφελος της εκτελεστικής εξουσίας. Με σύγχρονες τεχνικές επιτήρησης ή με «κοινωνική πρόνοια», κρατική υποστήριξη σε εκατομμύρια άτομα, δημιουργώντας ένα σύστημα που κάνει τον καθένα ολοένα και πιο εξαρτημένο, η κοινωνική ενοποίηση προχώρησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να ονειρευτεί ο φασιστικός τρόμος, αλλά ο ίδιος ο φασισμός, ως συγκεκριμένο κίνημα, οδηγήθηκε προς την εξαφάνιση. Ανταποκρινόταν στην -με τη βία- πειθάρχηση της μπουρζουαζίας, υπό την πίεση του κράτους, μέσα στο τότε συγκεκριμένο πλαίσιο νεοδημιουργηθέντων κρατών που αγωνίζονταν να εγκαθιδρυθούν ως έθνη.

Η μπουρζουαζία δανείστηκε ακόμα και τη λέξη «φασισμός» από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης της Ιταλίας, οι οποίες ονομάζονταν fasci [στα λατινικά, δέσμες ξύλων σφιχτοδεμένες ώστε να μη σπάνε]. Η λέξη αναφερόταν στο σύμβολο κρατικής εξουσίας στην αρχαία Ρώμη, και κυρίως στην απόπειρα συνένωσης των ανθρώπων σε ομάδες. Το μόνο πρόγραμμα του φασισμού είναι η οργάνωση, η με τη βία σύγκλιση των διαφόρων στοιχείων της κοινωνίας.

Η δικτατορία δεν είναι απλά ένα όπλο του κεφαλαίου (που το κεφάλαιο θα μπορούσε να αντικαταστήσει με άλλα, λιγότερο βάρβαρα): η δικτατορία είναι μια απ’ τις τάσεις του, μια τάση που πραγματοποιείται οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο. Μια «επιστροφή» στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, όπως συνέβη στη Γερμανία μετά το 1945, υποδεικνύει ότι η δικτατορία είναι ανίκανη να ενσωματώσει τις μάζες στο κράτος (τουλάχιστον μέχρι την επόμενη φορά…). Το ζήτημα τίθεται λοιπόν όχι ως ζήτημα της διασφάλισης απ’ τη δημοκρατία μιας πιο βιώσιμης εκμετάλλευσης απ’ ότι στη δικτατορία: ο καθένας θα προτιμούσε να την υφίσταται στο σουηδικό μοντέλο παρά να τον απαγάγουν οι εκτελεστές του δικτάτορα Πινοτσέτ. Όμως, είναι στο χέρι του να διαλέξει; Ακόμα και οι γλυκερές δημοκρατίες της Σκανδιναβίας μπορούν να μετατραπούν σε δικτατορίες, εάν το απαιτήσουν οι καταστάσεις. Το κράτος έχει μία και μόνη λειτουργία, την οποίο διεκπεραιώνει είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά. Το γεγονός ότι ο ένας δρόμος είναι λιγότερο σκληρός απ’ τον άλλον, δεν σημαίνει κι ότι είναι εφικτό να καλοπιάσουμε το κράτος ούτως ώστε να αποφύγει τον άλλον όταν του χρειαστεί. Η Βαϊμάρη υποδέχθηκε τον Χίτλερ με ανοιχτές αγκάλες. Το Λαϊκό Μέτωπο του Léon Blum δεν «απέφυγε τον φασισμό» στ’ αλήθεια, καθώς στα 1936 η Γαλλία δεν είχε πραγματικά ανάγκη μιαν απολυταρχική ενοποίηση του κεφαλαίου ούτε μια συρρίκνωση της μεσαίας τάξης της.

Δεν υπάρχει πολιτική «επιλογή» την οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν οι προλετάριοι ή να επιβάλλουν με τη βία. Η δημοκρατία μπορεί να μην είναι δικτατορία, όμως η δημοκρατία προετοιμάζει τη δικτατορία και προετοιμάζει τον ίδιο τον εαυτό της γι’ αυτήν.

Η ουσία του αντιφασισμού έγκειται στην αποφυγή του φασισμού μέσω μιας υπεράσπισης της δημοκρατίας: δεν αγωνίζεται έτσι ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά προσπαθεί να πιέσει τον καπιταλισμό να αποφύγει την απολυταρχική επιλογή του. Καθώς ο σοσιαλισμός ταυτίζεται με την πλήρη δημοκρατία, και ο καπιταλισμός με μια καλπάζουσα πορεία προς τον φασισμό, ο ανταγωνισμός μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, κομμουνισμού και μισθωτής εργασίας, προλεταριάτου και κράτους, θυσιάζονται στο βωμό μιας αντιπαράθεσης δημοκρατίας και φασισμού που αναπαρίσταται ως η πεμπτουσία της επαναστατικής προοπτικής. Η επίσημη αριστερά και άκρα αριστερά, μας λέει ότι μια αυθεντική αλλαγή θα ήταν η πραγματοποίηση, τουλάχιστον, των ιδανικών του 1789, που διαρκώς προδίδονται απ’ την μπουρζουαζία. Η νέα κοινωνία; Ε, αυτή βρίσκεται ήδη εδώ, σ’ ένα βαθμό, εμβρυακό προς το παρόν, σε σπόρους που πρέπει να καλλιεργήσουμε: τα ήδη υπάρχοντα δημοκρατικά δικαιώματα που πρέπει να επεκτείνουμε ολοένα και πιο πέρα, μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς βελτιώνεται, με ολοένα και μεγαλύτερες ημερήσιες δόσεις δημοκρατίας, μέχρι την επίτευξη της απόλυτης δημοκρατίας: του σοσιαλισμού.

Περιορισμένη έτσι, σε ένα είδος αντιφασιστικής αντίστασης, η κοινωνική κριτική ξέπεσε σε διθυράμβους προς κάθε τι που κάποτε χτυπούσε, κι εγκατέλειψε την παλιομοδίτικη ιδέα της επανάστασης, για χάρη μιας πολιτικής βαθμιαίων αλλαγών, μια παραλλαγή της «ειρηνικής μετάβασης προς τον σοσιαλισμό», που άλλοτε διακήρρυταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, κερδίζοντας τον χλευασμό όσων ήθελαν πραγματικά ν’ αλλάξουν τον κόσμο, πριν το ’68. Η παλινδρόμηση είναι προφανής.

Δεν θα προσεγγίσουμε τη γελοιότητα, κατηγορώντας την αριστερά και την άκρα αριστερά για εγκατάλειψη μιας κομμουνιστικής προοπτικής, για την οποία άλλωστε δεν γνώριζαν παρά το πώς να της αντιτίθενται. Είναι ήδη προφανές ότι ο αντιφασισμός αποτελεί άρνηση κάθε επανάστασης. Αλλά ο αντιφασισμός αποτυγχάνει εκεί ακριβώς όπου ο ρεαλισμός του ισχυρίζεται ότι είναι αποτελεσματικός: στο να αποτρέπει μια δικτατορική μετάλλαξη της κοινωνίας.

Η αστική δημοκρατία είναι μια φάση στην κατάκτηση της εξουσίας απ’ το κεφάλαιο, και η επέκτασή της στον 20ό αιώνα ολοκληρώνει την κυριαρχία του κεφαλαίου εντείνοντας την απομόνωση των ατόμων. Προτεινόμενη ως γιατρικό για την αποξένωση μεταξύ ατόμου και κοινότητας, μεταξύ ανθρώπου και κοινωνίας, και μεταξύ των τάξεων, η δημοκρατία δεν κατάφερε ποτέ να λύσει τα προβλήματα της πιο διαχωρισμένης κοινωνίας στην ιστορία. Ως μορφή παντοτινά ανίκανη να διαμορφώσει το περιεχόμενό της, η δημοκρατία είναι απλά ένα μέρος του προβλήματος, του οποίου ισχυρίζεται ότι αποτελεί τη λύση. Κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ενισχύει τους «κοινωνικούς δεσμούς», η δημοκρατία συμβάλει στη διάλυσή τους. Κάθε φορά που σουλουπώνει τις αντιθέσεις του εμπορεύματος, το κάνει συσφίγγοντας τον κλοιό του κρατικού ελέγχου πάνω σε κάθε κοινωνική σχέση.

Ακόμα και με τους ίδιους τους δικούς τους, ηττοπαθείς όρους, οι αντιφασίστες, για να γίνουν πιστευτοί, θα πρέπει να εξηγήσουν πώς η δημοκρατία σε τοπική κλίμακα είναι συμβατή με την αποικιοποίηση του δημόσιου χώρου και το άδειασμα κάθε περιεχομένου του από το εμπόρευμα που τον γεμίζει με τα malls του. Οφείλουν να εξηγήσουν πώς ένα πανταχού παρόν και παντοδύναμο κράτος, στο οποίο οι άνθρωποι θα απευθύνονται για ασφάλεια και στήριξη, μια τέτοια πραγματική μηχανική παραγωγής κοινωνικού «καλού», δεν θα στραφεί στο «κακό» όταν εκρηκτικές αντιθέσεις θα κάνουν απαραίτητη τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της τάξης. Ο φασισμός είναι η κολακεία του κρατικού Λεβιάθαν, του οποίου ο αντιφασισμός παρέχει τους πιο τολμηρούς απολογητές. Ο αγώνας για ένα δημοκρατικό κράτος είναι αναπόφευκτα αγώνας για την εδραίωση και σταθεροποίηση του κράτους, και μακράν του να σαμποτάρει τον ολοκληρωτισμό, ένας τέτοιος αγώνας αυξάνει τον στραγκαλιστικό εναγκαλισμό της κοινωνίας με τον κρατικό ολοκληρωτισμό.

Ρώμη: 1919-1922

Ο φασισμός θριάμβευσε σε χώρες όπου η επαναστατική έφοδος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο εξελίχθηκε σε μια σειρά ενόπλων εξεγέρσεων. Στην Ιταλία, ένα αξιοσημείωτο κομμάτι του προλεταριάτου, με τις δικές του μεθόδους και τους δικούς του στόχους, αντιμετώπισε ευθέως τον φασισμό. Δεν υπήρχε κάτι το συγκεκριμένα αντιφασιστικό στον αγώνα αυτόν: Ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο οδήγησε μερικούς εργάτες αλλά και το νεοϊδρυθέν ΚΚΙ (γεννημένο στο Λιβόρνο, τον Γενάρη του 1921, και καθοδηγούμενο λοιπόν απ’ τον Μπορντίγκα) να πολεμήσει τους Μελανοχίτωνες όσο και τους μπάτσους της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας[4].

Ο φασισμός είναι μοναδικός στο να παρέχει στην αντεπανάσταση μια μαζική βάση και στο να μιμείται την επανάσταση. Ο φασισμός γυρνάει το κάλεσμα για «μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικό, εμφύλιο πόλεμο» σε πραγματικό πόλεμο, ενάντια στο εργατικό κίνημα, ενώ εμφανίστηκε σαν μια αντίδραση βετεράνων του πολέμου που επέστρεφαν στη ζωή τους ως πολίτες, όπου πια δεν μετράνε μία, το μόνο που τους ενώνει είναι η συλλογική βία, και η εμμονή για τσάκισμα οτιδήποτε φαντάζονται ότι αποτελεί αιτία για τη μιζέρια τους: οι ανατρεπτικοί, οι εχθροί του έθνους, κλπ. Τον Ιούλιο του 1918, η φυλλάδα του Μουσολίνι, «Il Popolo d’ Italia», πρόσθεσε στον υπότιτλό της «η καθημερινή εφημερίδα των βετεράνων και των παραγωγών».

Κάπως έτσι, ήδη απ’ τις απαρχές του, ο φασισμός έγινε ο σύμμαχος της αστυνομίας στις αγροτικές περιοχές, κρατώντας με σφαίρες το αγροτικό προλεταριάτο καθηλωμένο, ενώ την ίδια στιγμή ανέπτυσσε την πιο φρενήρη αντικαπιταλιστική δημαγωγία. Το 1919, δεν αντιπροσώπευε τίποτα: στο Μιλάνο, στις γενικές εκλογές του Νοέμβρη, πήρε λιγότερες από 5.000 ψήφους, ενώ οι σοσιαλιστές πήραν 170.000. Ωστόσο, απαιτούσε στους λόγους του την κατάργηση της μοναρχίας, της Συγκλήτου και κάθε τίτλου ευγενείας, το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, τη δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, και την απαλλοτρίωση των μεγάλων γαιοκτημόνων και βιομηχάνων. Πολεμώντας ενάντια στους εργάτες, στο όνομα των «παραγωγών», ο Μουσολίνι τόνιζε πάντα τη μνήμη της Κόκκινης Εβδομάδας του 1914 (που σημαδεύτηκε από ταραχές σε όλη τη χώρα, ιδιαίτερα στην Αγκώνα και τη Νάπολη), και εξήρε τον ρόλο των συνδικάτων στο να συνδέεουν τον εργάτη με το έθνος. Ο στόχος του φασισμού ήταν μια απολυταρχική επανίδρυση του κράτους, προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα κρατική δομή, ικανή (σε αντίθεση με τη δημοκρατία, όπως έλεγε ο Μουσολίνι) να περιορίσει το μεγάλο κεφάλαιο και να τιθασεύσει την εμπορευματική λογική που κατακρήμνιζε τις αξίες, τους κοινωνικούς δεσμούς και την εργασία.

Παραδοσιακά, η μπουρζουαζία αρνείτο την ύπαρξη κοινωνικών αντιθέσεων. Ο φασισμός αντίθετα, τις διεκήρρυτε ανοιχτά με τη βία, αρνούμενος όμως την ύπαρξή τους μεταξύ των τάξεων και μεταθέτοντάς τες στον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών, κλαψουρίζοντας για τη μοίρα της Ιταλίας ως χώρα φτωχή, «προλεταριακό έθνος». Ο Μουσολίνι ήταν ταυτόχρονα ένας απαρχαιωμένος θιασώτης παραδοσιακών αξιών που είχαν ήδη καταστραφεί απ’ το κεφάλαιο, και μοντερνιστής υποστηρικτής των κοινωνικών δικαιωμάτων των ανθρώπων.

Ποιός τσάκισε τους προλετάριους; Η φασιστική καταστολή ξετυλίχθηκε μετά από μια προλεταριακή ήττα που κατάφερε κατά κύριο λόγο η δημοκρατία, και τα βασικά αναχώματά της: τα κόμματα και τα συνδικάτα, που από μόνα τους μπορούν να τσακίσουν τους εργάτες με άμεσες ή έμμεσες μεθόδους. Η άνοδος του φασισμού στην εξουσία δεν ήταν αποτέλεσμα μαχών στο δρόμο. Οι ιταλοί και οι γερμανοί προλετάριοι είχαν νικηθεί πολύ νωρίτερα, τόσο με σφαίρες όσο και με ψηφοδέλτια.

Το 1919, συνασπίζοντας προϋπάρχοντα στοιχεία με κοντινούς του ανθρώπους, ο Μουσολίνι ιδρύει τα φάτσι του. Απέναντι στα ρόπαλα και τα ρεβόλβερ, ενώ η Ιταλία εκρήγνυτο όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη, η δημοκρατία έκανε έκκληση για …ψήφους, κι απ’ τις εκλογές προέκυψε τελικά μια μετριοπαθής σοσιαλιστική πλειοψηφία. Σαράντα χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά, ο Μπορντίγκα σχολίαζε:

«Η ενθουσιώδης προσέλευση στην εκλογική φιέστα του 1919 ήταν τέτοια που αφαίρεσε κάθε εμπόδιο απ’ τον δρόμο του φασισμού, ο οποίος προέλαυνε ενώ οι μάζες αποκοιμίζονταν περιμένοντας τη μεγάλη εκλογική αναμέτρηση… Η νίκη, η εκλογή των 150 σοσιαλιστών βουλευτών, κατακτήθηκε με κόστος την άμπωτη του εξεγερτικού κινήματος και της γενικής πολιτικής απεργίας, και την οπισθοδρόμηση από κεκτημένα παλιότερων μαχών ».

Την εποχή των εργοστασιακών καταλήψεων του 1920, το κράτος, υπομονετικό πριν εξαπολύσει μια ολομέτωπη επίθεση, άφησε το προλεταριάτο να εξουθενωθεί, με τη στήριξη του CGL (του βασικού σοσιαλιστικού συνδικάτου), που οδήγησε μία μία τις απεργίες στην εξάντληση, όταν δεν τις έσπαγε ανοιχτά.

Αφεντικά και συνδικάτα εργάστηκαν μαζί για να θεσμοθετήσουν έναν «εργατικό έλεγχο» υπό την επίβλεψη του Κράτους.

Από την εμφάνιση των φάτσι κι έπειτα, η αστυνομία έκανε τα στραβά μάτια μπροστά στις λεηλασίες των εργατικών κέντρων από τους φασίστες, συχνά επενέβαινε έπειτα κατάσχοντας τα όπλα που κρατούσαν για την άμυνά τους οι εργάτες, ενώ η δικαστική εξουσία επιδείκνυε την πιο γενναιόδωρη επιείκια, και ο στρατός τουλάχιστον ανεχόταν αν δε συμμετείχε κι ανοιχτά στις φασιστικές επιθέσεις.

Αυτή η ανοιχτή αν και ανεπίσημη υποστήριξη απ’ το κράτος, έγινε ημιεπίσημη με την «εγκύκλιο Bonomi». Μετά την αποπομπή του απ’ το σοσιαλιστικό κόμμα το 1912, από τον τότε σοσιαλιστή Μουσολίνι, για την υποστήριξη του στον ιταλικό επεκτατικό πόλεμο ενάντια στη Λιβύη, ο Ivanoe Bonomi, πέρασε από διάφορα υπουργικά πόστα, και έφτασε μέχρι επικεφαλής της κυβέρνησης του 1921-22. Η εγκύκλιός του της 20 Οκτώβρη 1921, επέτρεψε σε 60.000 απόστρατους αξιωματικούς να περάσουν στα τάγματα εφόδου του Μουσολίνι, εξασφαλίζοντάς του τον έλεγχο της κατάστασης.

Στο μεταξύ, τι έκαναν τα κόμματα; Οι φιλελεύθεροι που συμμάχησαν με τη δεξιά, δεν δίστασαν να σχηματίσουν ένα «εθνικό μπλοκ», με τη συμμετοχή των φασιστών, για τις εκλογές του 1921. Τον Ιούνη-Ιούλη της ίδιας χρονιάς, απέναντι σ’ έναν αντίπαλο που δεν επεδείκνυε τον παραμικρό δισταγμό, το PSI (σοσιαλδημοκράτες) σύνηψε ένα μάταιο «σύμφωνο ειρήνευσης» του οποίου το μόνο συμπαγές αποτέλεσμα ήταν να αποπροσανατολίσει περαιτέρω τους εργάτες.

Αντιμέτωπη με μια προφανή πολιτική αντίδραση, η CGL αυτοανακηρύχθηκε α-πολιτική. Νιώθοντας ότι ο Μουσολίνι μπορούσε να φτάσει εύκολα στην εξουσία, οι συνδικαλιστές ηγέτες ονειρεύονταν ένα σιωπηλό συμβόλαιο αμοιβαίας ανοχής με τους φασίστες, και κάλεσαν το προλεταριάτο να απέχει απ’ την αντιπαράθεση μεταξύ CP (το ιταλικό ΚΚ) και Εθνικού Φασιστικού Κόμματος.

Μέχρι τον Αύγουστο το 1922, ο φασισμός σπάνια αποκτούσε υπόσταση μακριά απ’ τις αγροτικές περιοχές, κυρίως του βορρά, όπου είχε καταφέρει να ξεριζώσει κάθε ίχνος αυτόνομου αγροτο-εργατικού συνδικαλισμού. Το 1919, οι φασίστες όντως έκαιγαν τα γραφεία της σοσιαλιστικής ημερήσιας εφημερίδας, αλλά απείχαν απ’ τον ρόλο του απεργοσπάστη που θα έπαιρναν στα 1920, ενώ ακόμα υποστήριζαν και -στα λόγια τουλάχιστον- τις εργατικές διεκδικήσεις: ο Μουσολίνι έκανε τεράστιο κόπο να μείνει πίσω απ’ τους απεργούς και φυσικά να μην ταυτιστεί με ταραχοποιά στοιχεία, δηλαδή κομμουνιστές. Στις αστικές περιοχές, τα φάτσι σπάνια κυριαρχούσαν. Η «Πορεία προς τη Ραβέννα» του Σεπτέμβρη του 1921 δρομολογήθηκε εύκολα. Στη Ρώμη τον Νοέμβρη του 1921, μια γενική απεργία αποθάρρυνε το προγραμματισμένο φασιστικό συνέδριο που τελικά δεν διεξήχθη. Τον Μάη του 1922 οι φασίστες προσπάθησαν ξανά, και σταματήθηκαν ξανά.

Το ίδιο σενάριο επαναλήφθηκε χωρίς πολλές αλλαγές. Μια τοπική φασιστική έφοδος, απαντιέται με μια αντεπίθεση της εργατικής τάξης, η οποία αργότερα κάμπτεται, ακολουθώντας τις εκκλήσεις για μετριοπάθεια από τις ρεφορμιστικές εργατικές οργανώσεις, καθώς η αντιδραστική πίεση μειώνεται σταδιακά: οι προλετάριοι εμπιστεύονταν στους δημοκράτες να διαλύσουν τις ένοπλες ομάδες. Η φασιστική απειλή δεν υποχωρούσε, ανασυντασσόταν και μεταφερόταν αλλού, ενώ με το πέρασμα του χρόνου καθιέρωνε τον εαυτό της απέναντι στο κράτος, αυτό απ’ το οποίο οι μάζες περίμεναν να δώσει λύση. Οι προλετάριοι αναγνώρισαν πολύ πιο γρήγορα τον εχθρό στο μελανό πουκάμισο του τραμπούκου του δρόμου, παρά στην «κανονική» στολή ενός μπάτσου ή στρατιωτικού, τυλιγμένη σε μια νομιμότητα καθαγιασμένη απ’ τη συνήθεια, τον νόμο και το δικαίωμα της ψήφου. Οι εργάτες ήταν μαχητικοί, πήραν στα χέρια τους τα όπλα, και οχύρωσαν πολλά Casa di Popolo κι εργατικά κέντρα ως φρούρια, παραμένοντας ωστόσο πάντα στην άμυνα, διεξάγοντας έναν πόλεμο χαρακωμάτων, απέναντι σ’ έναν αεικίνητο αντίπαλο.

Στις αρχές του Ιούλη του 1922, η CGL, με πλειοψηφία δυο τρίτων (ενάντια σε μια μειοψηφία ενός τρίτου, των κομμουνιστών), δήλωσε την υποστήριξή της «σε κάθε κυβέρνηση που θα εγγυηθεί την αποκατάσταση των βασικών ελευθεριών». Τον ίδιο μήνα, οι φασίστες κλιμάκωσαν πραγματικά τις απόπειρές τους να διεισδύσουν στις πόλεις του βορρά…

Την 1η Αυγούστου, η Συμμαχία της Εργασίας, που συμπεριλάμβανε το συνδικάτο των σιδηροδρομικών, τη CGL και την αναρχική USI, κάλεσε σε γενική απεργία. Παρά την ευρεία επιτυχία, η συμμαχία επίσημα ανέστειλε την απεργία στις 3 του μηνός. Σε πολλές πόλεις ωστόσο, συνεχίστηκε παίρνοντας μια εξεγερσιακή μορφή, η οποία τελικά περιορίστηκε μόνο μετά από μια συνδυασμένη απόπειρα της αστυνομίας και του στρατού, με την υποστήριξη ναυτικών κανονιών, και φυσικά, των φασιστών.

Ποιός τσάκισε την προλεταριακή ενεργητικότητα; Η γενική απεργία τσακίστηκε από το κράτος και τα φάτσι, αλλά επίσης στραγγαλίστηκε απ’ τη δημοκρατία, και η ήττα του αυτή άνοιξε τον δρόμο για μια φασιστική διέξοδο απ’ την κρίση.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν τόσο ένα πραξικόπημα όσο μια μεταβίβαση της εξουσίας, υποστηρισσόμενη από ένα φάσμα δυνάμεων. Η «Πορεία προς τη Ρώμη» του Duce (ο ίδιος στην πραγματικότητα αρκέστηκε να πάει με το τραίνο) ήταν λιγότερο μια επίδειξη δύναμης όσο μια πράξη θεατρική: οι φασίστες υποκρίνονταν ότι επιτίθενται στο κράτος, το κράτος υποκρίθηκε ότι αμύνεται, και ο Μουσολίνι βρέθηκε στην εξουσία. Ο κολοφώνας του, στις 24 Οκτώβρη («Θέλουμε να γίνουμε το Κράτος!») δεν ήταν μια απειλή εμφυλίου πολέμου, αλλά ένα σινιάλο στην άρχουσα τάξη ότι το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα αντιπροσώπευε την μόνη δύναμη που ήταν ικανή να αποκαταστήσει την κρατική εξουσία, και να διασφαλίσει την εθνική ενότητα. Ο στρατός ήταν ακόμα σε θέση να περιορίσει τις φασιστικές ομάδες που μαζεύτηκαν στη Ρώμη, οι οποίες ήταν πενιχρά εξοπλισμένες και διαβόητα κατώτερες σε στρατιωτικό επίπεδο. Το κράτος θα μπορούσε έτσι να εκτονώσει την πίεση των στασιαστών. Το παιχνίδι όμως, δεν παιζόταν σε στρατιωτικό επίπεδο. Κάτω απ’ την επιρροή του Badoglio συγκεκριμένα (του αρχιστράτηγου κατά το 1919-21), η επίσημη αρχή αυτοκαταργήθηκε. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να κυρήξει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, και στις 30 ζήτησε τελικά απ’ τον Duce να σχηματίσει νέα κυβέρνηση.

Οι φιλελεύθεροι, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που ο αντιφασισμός λογαριάζει για να σταματήσουν τον φασισμό, συμμετείχαν στη νέα κυβέρνηση. Με την εξαίρεση των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών, όλα τα κόμματα προσέτρεξαν για μια επαναπροσέγγιση με το PNF (Εθνικό Φασιστικό Κόμμα) και υπερψήφισαν τον Μουσολίνι: το κοινοβούλιο, με μόλις 35 φασίστες βουλευτές, υποστήριξε την τελετή απονομής του Μουσολίνι με 306 υπέρ έναντι 116 κατά. Ο Giolitti ο ίδιος, αυτό το φιλελεύθερο πρότυπο της εποχής, ένας εξουσιαστικός μεταρρυθμιστής που πήρε τα ηνία του κράτους πολλές φορές πριν τον πόλεμο, κι έπειτα ξανά στα 1920-21, τον οποίο η τρέχουσα διανόηση ακόμα λιμπίζεται ως τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε ν’ αντισταθεί στον Μουσολίνι, τον υποστήριξε ανοιχτά το 1924. Η δημοκρατία όχι μόνο παρέδωσε τα όπλα της στον δικτάτορα, αλλά και τα λείανε προτού το κάνει με κάθε επισημότητα.

Πρόσωπο με πρόσωπο με τη θύελλα (μετά από την απόλυση 17.000 σιδηροδρομικών, την απαγόρευση και κλείσιμο των κομμουνιστικών εφημερίδων, αμέτρητες συλλήψεις) το PC πρότεινε μια γενική απεργία για τις 26 Οκτώβρη, για να λάβει την απάντηση της CGL:

«Σε μια στιγμή που τα πολιτικά πάθη έχουν ανάψει, κι όπου δυο δυνάμεις ξένες προς τον συνδικαλισμό μάχονται για την κατάκτηση της εξουσίας, η CGL αισθάνεται ότι το καθήκον της είναι να κρατήσει τους εργαζομένους σε επαγρύπνηση ενάντια στις μεθοδεύσεις των πολιτικών κομμάτων ή ομάδων που επιθυμούν να εμπλέξουν το προλεταριάτο σ’ έναν αγώνα, απέναντι στον οποίο θα έπρεπε να παραμείνει αδιάφορο αν θέλει να διατηρήσει την ανεξαρτησία του».

Μπρος σε μια ολοφάνερα πολιτική αντιδραστική εξουσία, η CGL αυτοανακηρύσσεται α-πολιτική, κι ελπίζει στην ανοχή της. Σύντομα θα ταρακουνηθεί απ’ την ονειροπόλησή της. Στους μήνες που θ’ ακολουθήσουν, συνδικαλιστές, όπως των σιδηροδρομικών και των ναυτικών, θ’ αναγκαστούν να δηλώσουν την πίστη τους στο έθνος, την πατρίδα και κατά συνέπεια στο καθεστώς: η καταστολή δεν θα τους χαριστεί.

Τορίνο: 1943

Αν η ιταλική δημοκρατία παραδόθηκε στον φασισμό χωρίς ούτε μια μάχη, ο φασισμός κυοφόρησε εκ νέου τη δημοκρατία, όταν ο ίδιος βρέθηκε ασύμβατος με τις νέες ισορροπίες κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Το κεντρικό ερώτημα μετά το 1943, όπως και στα 1919, ήταν το πώς θα τεθεί υπό έλεγχο η εργατική τάξη. Στην Ιταλία, περισσότερο απ’ ότι αλλού, το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επιδείκνυε την ταξική διάσταση μιας διεθνούς σύγκρουσης, η οποία δεν μπορεί ποτέ να ερμηνευτεί από μια στρατιωτική οπτική και μόνο. Μια γενική απεργία που ξέσπασε στη FIAT τον Οκτώβρη του 1942. Τον Μάρτη του 1943, ένα κύμα απεργιών που τάραξε το Τορίνο και το Μιλάνο, περιλαμβάνοντας και απόπειρες δημιουργίας εργατικών συμβουλίων. Στα 1943-45, εργατικές ομάδες προέκυψαν, μερικές φορές ανεξάρτητες από το CP, και κάποιες φορές αυτοαποκαλούμενες «Μπορντιγκιστικές», συχνά ταυτόχρονα αντιφασιστικές, κόκκινες, κι ένοπλες. Το καθεστώς δεν μπορούσε πια να διατηρήσει την κοινωνική ισορροπία, όπως ακριβώς η γερμανική συμμαχία κατέρρευσε υπό την πίεση των Αγγλο-Αμερικάνων, οι οποίοι φαίνονταν σε κάθε γωνιά ως οι αυριανοί αφέντες της Δυτικής Ευρώπης. Η αλλαγή πλευράς, σήμαινε τη συμμαχία με τον εκάστοτε διαφαινόμενο νικητή, αλλά επίσης σήμαινε τον επαναπροσανατολισμό της εργατικής ανυποταξίας και των παρτιζάνικων ομάδων σε έναν πατριωτικό στόχο με ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιεχόμενο. Στις 10 Ιούλη 1943, οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Σικελία. Στις 24, ευρισκόμενος σε μειοψηφία 17 έναντι 19 στο Υψηλό Φασιστικό Συμβούλιο, ο Μουσολίνι παραιτήθηκε. Σπάνια ένας δικτάτορας αναγκάστηκε να παραιτηθεί για μια ψήφο πλειοψηφίας.

Ο αστυνόμος Badoglio, που υπήρξε ευνοούμενος του καθεστώτος ήδη από τότε που εκδήλωσε την υποστήριξή του στην Πορεία προς τη Ρώμη, και που ήθελε να αποτρέψει, αυτό που περιέγραφε ο ίδιος ως «κατάρρευση του καθεστώτος εξαιτίας μιας υπερβολικής απόκλισης προς τα αριστερά», σχημάτισε μια κυβέρνηση, η οποία ήταν ακόμα φασιστική αλλά στο εξής δεν συμπεριλάμβανε τον Duce, κάνοντας ανοίγματα προς τη δημοκρατική αντιπολίτευση. Οι δημοκράτες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, θέτοντας ως προϋπόθεση την αποχώρηση του βασιλιά. Μετά και μια δεύτερη μεταβατική κυβέρνηση, ο Badoglio σχηματίσε μια τρίτη, τον Απρίλη του 1944, που συμπεριλάμβανε τον ηγέτη του CP, Togliatti. Υπό την πίεση των Συμμάχων και του CP, οι δημοκράτες συμφώνησαν ν’ αποδεχθούν τον βασιλιά (η Δημοκρατία θα κηρυχθεί αργότερα με δημοψήφισμα, στα 1946). Ωστόσο το όνομα του Badoglio σημαδεύθηκε από πολλές άσχημες αναμνήσεις. Τον Ιούνη, ο Bonomi, που 23 χρόνια νωρίτερα είχε δόσει εντολή στους αξιωματικούς να ενωθούν με τα φάτσι, σχημάτισε τώρα το πρώτο υπουργείο που στην πραγματικότητα απέκλεισε τους φασίστες. Έτσι ακριβώς ο Bonomi, πρώην σοσιαλιστής, πρώην πολεμοκάπηλος, πρώην υπουργός, πρώην βουλευτής του φασιστικού «εθνικού μπλοκ», πρώην επικεφαλής της κυβέρνησης Ιούλη 1921-Φλεβάρη 1922, πρώην οτιδήποτε, έφτασε σε άλλο ένα αξίωμα, πλέον ως αντιφασίστας. Αργότερα, η κατάσταση επαναπροσανατολίστηκε γύρω απ’ την τριμερή συμμαχία Σταλινικών, Σοσιαλιστών και Χριστιανοδημοκρατών, οι οποίοι κι έμελλε να κυβερνήσουν τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γαλλία, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο.

Αυτό το παιχνίδι των καρεκλών, όπου σε κάθε παύση της μουσικής οι εμπλεκόμενοι τρέχουν να πιάσουν μια θέση, συνήθως ενορχηστρωμένο από την ίδια ακριβώς πολιτική τάξη, υπήρξε το θεατρικό πίσω απ’ το οποίο η δημοκρατία μεταμορφωνόταν σε δικτατορία κι αντίστροφα. Οι φάσεις ισορροπίας κι ανισορροπίας μεταξύ ταξικών αναμετρήσεων επέφεραν και μια διαδοχή πολιτικών μορφών που στόχευαν στη διατήρηση της ίδιας κατάστασης, διαφορετικές μορφές με το ίδιο περιεχόμενο. Κανείς δεν ήταν πιο κατάλληλος να μιλήσει γι’ αυτό, απ’ το ισπανικό KK, όταν δήλωνε -από κυνισμό ή αφέλεια- κατά την μετάβαση από τον Φρανκισμό στη δημοκρατική μοναρχία στα μέσα του ’70:

«Η ισπανική κοινωνία θέλει να μετασχηματιστούν τα πάντα, έτσι ώστε να εξασφαλιστούν οι βασικές λειτουργίες του κράτους, χωρίς περιστροφές ή κοινωνικές αναταραχές. Η συνέχιση του κράτους απαιτεί τη μη-συνέχιση του τρέχοντος καθεστώτος».

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen

Η αντεπανάσταση θριαμβεύει αναπόφευκτα στο πεδίο της επανάστασης. Μέσα απ’ την «κοινότητα του έθνους» ο Εθνικοσοσιαλισμός θα διεκύρρητε ότι έχει εξουδετερώσει τον κοινοβουλευτισμό και την αστική δημοκρατία, εναντίον των οποίων εξεγέρθηκε μετά τα 1917 το προλεταριάτο. Όμως, η συντηρητική επανάσταση είχε επίσης αρχαϊκές αντικαπιταλιστικές τάσεις (η επιστροφή στη φύση, η φυγή από τις πόλεις…) που τα εργατικά κόμματα, ακόμα και τα πιο εξτρεμιστικά, είχαν υποτιμήσει αρνούμενα να ενσωματώσουν την α-ταξική και κοινοτιστική διάσταση του προλεταριάτου, και ανίκανα να αντιληφθούν τη φύση ως οτιδήποτε άλλο από ένα εξάρτημα της βαριάς βιομηχανίας. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, αυτά τα θέματα βρίσκονταν στο επίκεντρο της σκέψης του σοσιαλιστικού κινήματος, προτού ο Μαρξισμός τα εγκαταλείψει στο όνομα της προόδου και της επιστήμης, κι έτσι επιβίωσαν μόνο στον αναρχισμό και σε μικρότερες φράξιες.

Volksgemeinschaft εναντίον Gemeinwesen, η εθνική κοινότητα εναντίον της ανθρώπινης κοινότητας… Το 1933 δεν ήταν η ήττα, αλλά η κατανάλωση της ήττας. Ο Ναζισμός διογκώθηκε και θριάμβευσε στο να αφοπλίσει, να καταλύσει και να κλείσει μια κοινωνική κρίση τόσο βαθιά, που ακόμα δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε το μέγεθός της. Η Γερμανία, λίκνο της ευρυτερης σοσιαλδημοκρατίας στον κόσμο, ήταν ο τόπος όπου άνθισε επίσης το ισχυρότερο αντικοινοβουλευτικό, αντισυνδικαλιστικό κίνημα, ένα κίνημα που πίστευε σ’ έναν «εργατικό» κόσμο, αλλά επίσης ικανό να εγκολπώνει πολλές άλλες πράξεις εξέγερσης ενάντια στον αστισμό και τον καπιταλισμό. Η παρουσία πρωτοποριακών καλλιτεχνών στις τάξεις της «Γερμανικής Αριστεράς» δεν είναι τυχαία. Ήταν συμπτωματική μιας επίθεσης στο κεφάλαιο ως ολόκληρο «πολιτισμό» με τον τρόπο της κριτικής του Fourier. Η απώλεια της κοινότητας, η εξατομίκευση και το αγελαίο πνεύμα, η σεξουαλική φτώχεια, η οικογένεια τόσο ως στόχος της κριτικής όσο κι ως καταφύγιο, η αποξένωση απ’ τη φύση, η βιομηχανικοποιημένη διατροφή, η διόγκωση της τεχνολογικής πλαστότητας, η εργαλειοποίηση του ανθρώπου, η υπαγωγή στην πειθαρχία του χρόνου, η ολοένα και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση κάθε κοινωνικής σχέσης απ’ το χρήμα και την τεχνολογία: όλες αυτές οι όψεις της αλλοτρίωσης πέρασαν από τα πυρά μιας διάχυτης και πολύμορφης κριτικής. Μόνο μια επιπόλαια κι εκ των υστέρων ματιά μπορεί να αναγνώσει ολόκληρη αυτή τη ζύμωση με διαύγεια, μέσα από το πρίσμα της αναπόφευκτης επαναφομοίωσης.

Η αντεπανάσταση θριάμβευσε στα 1920 μόνο θέτοντας τα θεμέλια, στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, μιας καταναλωτικής κοινωνίας και του Φορντισμού, και τραβώντας εκατομμύρια Γερμανών, και των εργατών μαζί, στον βιομηχανικό, εμπορευματοποιημένο εκσυγχρονισμό. Δέκα χρόνια εύθραυστης κυριαρχίας, όπως δείχνει κι ο παρανοϊκός υπερπληθωρισμός του 1923. Που διαδέχθηκε μια έκρηξη στην οποία όχι μόνο το προλεταριάτο αλλά κι ολόκληρη η καπιταλιστική πρακτική αναγκάστηκε να κρατήσει αποστάσεις απ’ την ιδεολογία της προόδου κι ενός ιδεώδους ολοένα αυξανόμενης κατανάλωσης αντικειμένων και σημασιών.

Ο καπιταλιστικός εκσυγχρονισμός τέθηκε υπό αμφισβήτηση δυο φορές μέσα σε δέκα χρόνια. Μια πρώτη απ’ τους προλετάριους, κι έπειτα απ’ το κεφάλαιο. Ο εξτρεμισμός των Ναζί, όπως και η βία τους, ήταν ανάλογα του βάθους του επαναστατικού κινήματος επί του οποίου κυριάρχησε ο Εθνικοσοσιαλισμός και την άρνηση του οποίου αποτελούσε. Όπως οι ριζοσπάστες του 1919-21, ο Ναζισμός πρότεινε κι αυτός με τη σειρά του μια κοινότητα μισθωτών εργατών, αλλά αυτή τη φορά απολυταρχική, κλειστή, εθνική, και φυλετική, και για δώδεκα χρόνια πέτυχε να μεταμορφώσει τους προλετάριους αρχικά σε μισθωτούς εργάτες και στη συνέχεια σε στρατιώτες.

Ο Φασισμός γεννήθηκε μέσα απ’ το κεφάλαιο, αλλά από ένα κεφάλαιο που κατέστρεφε τις παλιές σχέσεις χωρίς να παράγει νέες σταθερές σχέσεις κατά το πέρασμά του στον καταναλωτισμό. Τα εμπορεύματα ήταν ανίκανα από μόνα τους να γεννήσουν μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Βερολίνο: 1919-33

Η δικτατορία έρχεται πάντα μετά την ήττα κοινωνικών κινημάτων, όταν έχουν παραλύσει και σφαγιαστεί απ’ τη δημοκρατία, τα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα. Στην Ιταλία, αρκετούς μήνες μετά τις τελευταίες προλεταριακές αποτυχίες από τον διορισμό του Μουσολίνι ως επικεφαλής του κράτους. Στη Γερμανία, η συσκότιση μιας ντουζίνας ετών που προηγήθηκαν έσπασε τη συνέχεια κι έκανε την 30ή Γενάρη 1933 να μοιάζει ως ένα κατά κύριο λόγο πολιτικό ή ιδεολογικό φαινόμενο, κι όχι ως το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης κοινωνικής έκρηξης. Η λαϊκή βάση του Εθνικοσοσιαλισμού και η θανατηφόρος ενέργεια που κινητοποίησε παραμένουν μυστηριώσεις, αν αγνοεί κανείς το ζήτημα της υποταγής, της εξέγερσης, και του ελέγχου της εργασίας.

Η γερμανική ήττα του 1918 και η πτώση της αυτοκρατορίας έθεσαν σε κίνηση μια προλεταριακή επίθεση, αρκετά ικανή να ταρακουνήσει τα θεμέλια της κοινωνίας, αλλά όχι επαρκώς ικανή να την επαναστατικοποιήσει, φέρνοντας έτσι τη σοσιαλδημοκρατία και τα συνδικάτα στην κεντρική σκηνή, ως υπεύθυνους για την πολιτική ισορροπία. Οι ηγέτες τους αναδείχθηκαν σε ανθρώπους της τάξης, και δεν είχαν ενδοιασμούς να καλούν τα Freikorps, πλήρως φασιστικές ομάδες με πολλούς μελλοντικούς ναζί στις τάξεις τους, για να καταπιέσουν μια ριζοσπαστική εργατική μειοψηφία στο όνομα των συμφερόντων μιας ρεφορμιστικής πλειοψηφίας. Ηττημένοι αρχικά από την αστική δημοκρατία, οι κομμουνιστές ηττήθηκαν εύκολα από την εργατική δημοκρατία: τα «εργατικά συμβούλια» εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις παραδοσιακές οργανώσεις, όχι στους επαναστάτες που εύκολα στιγματίστηκαν ως αντιδημοκρατικοί.

Σ’ αυτήν την ιστορική τομή, η δημοκρατία και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν απαραίτητοι στον γερμανικό καπιταλισμό προκειμένου να εξουδετερώσει το πνεύμα της εξέγερσης στις εκλογικές κάλπες, παραχωρώντας εκ μέρους των αφεντικών μια σειρά μεταρρυθμίσεων, και απομονώνοντας τους επαναστάτες[5].

Μετά το 1929, απ’ την άλλη, ο καπιταλισμός είχε ανάγκη να καταστρέψει μέρος της μεσαίας τάξης, και να πειθαρχήσει τους προλετάριους, ακόμα και την μπουρζουαζία. Το εργατικό κίνημα, υπερασπιζόμενο όπως συνήθιζε, τον πολιτικό πλουραλισμό και τα άμεσα εργατικά συμφέροντα, είχε γίνει πια εμπόδιο. Ως διαμεσολαβητές μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας, οι οργανώσεις της εργατικής τάξης αναγνωρίζονταν ως τέτοιοι κι απ’ τα δυο αυτά μέρη, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούσαν να μένουν ανεξάρτητες κι απ’ τους δυο, αλλά κι απ’ το κράτος. Η σοσιαλδημοκρατία έχει νόημα μόνο ως μια δύναμη που αντιπαρατίθεται στην εργοδοσία και το κράτος, κι όχι ως ένα όργανό τους ενσωματωμένο. Απέβλεπε στη διαχείριση ενός τεράστιου πολιτικού, δημοτικού, αλληλοβοηθητικού και πολιτιστικού δικτύου. Το KPD, επιπλέον, είχε στήσει ταχύτατα τη δικιά του αυτοκρατορία, μικρότερη ίσως αλλά όχι λιγότερο αχανή. Όμως, καθώς το κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο οργανωμένο, τείνει να συνενώνει όλες τις διαφορετικές τάσεις του, φέρνοντας ένα κρατικιστικό στοιχείο στις επιχειρήσεις, ένα αστικό στοιχείο στις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, κι ένα κοινωνικό στοιχείο στη δημόσια διοίκηση.

Το βάρος του ρεφορμισμού της εργατικής τάξης, το οποίο τελικά διαπότισε το κράτος και η ύπαρξή του ως μια «αντι-κοινωνία» τον κατέστησαν ένα στοιχείο κοινωνικής συντήρησης το οποίο το κεφάλαιο έπρεπε να καταστρέψει προκειμένου να αναπτυχθεί. Υπερασπιζόμενοι τη μισθωτή εργασία ως στοιχείο του κεφαλαίου, το SPD και τα συνδικάτα, έπαιξαν έναν απαραίτητο στο κεφάλαιο αντικομμουνιστικό ρόλο στα 1918-21, αλλά αυτή η ίδια τους λειτουργία αργότερα, τα οδήγησε στο να βάλουν το συμφέρον της μισθωτής εργασίας πάνω από οτιδήποτε άλλο, εις βάρος δηλαδή της προτεραιότητας που έθετε το κεφάλαιο για την ολική αναδιοργάνωσή του.

Ένα ισχυρό αστικό κράτος θα είχε προσπαθήσει ίσως να επιλύσει αυτό το πρόβλημα με αντισυνδικαλιστικές νομοθεσίες, με επανακατάληψη των «εργατικών οχυρών», και στρέφοντας τη μεσαία τάξη, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, ενάντια στην καθυστέρηση των προλεταρίων, όπως έκανε πολύ αργότερα η Αγγλία της Θάτσερ. Μια τέτοια επίθεση προϋποθέτει όμως ότι το κεφάλαιο είναι σχετικά ενοποιημένο υπό τον έλεγχο λίγων κυρίαρχων φραξιών. Μα η γερμανική μπουρζουαζία του 1930 ήταν βαθιά διαχωρισμένη, η μεσαία τάξη είχε καταρρεύσει και το έθνος-κράτος ήταν συντετριμμένο.

Με διαπραγματεύσεις ή με τη βία, η σύγχρονη δημοκρατία αντιπροσωπεύει και συμφιλιώνει ανταγωνιστικά συμφέροντα, στο βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Ατελείωτες κοινοβουλευτικές κρίσεις και πραγματικές ή φανταστικές πραξικοπηματικές συνομωσίες (των οποίων σκηνή ήταν η Γερμανία ήδη από την πτώση του τελευταίου σοσιαλιστή καγκελάριου το 1930), σε μια δημοκρατία είναι το χαρακτηριστικό σημάδι μακροχρόνιας διαμάχης μεταξύ των κύκλων της άρχουσας τάξης. Με το ξεκίνημα της δεκαετίας του 1930, η κρίση κατέτμησε την μπουρζουαζία σε ασυμφιλίωτα κοινωνικά και γεωπολιτικά στρατόπεδα: είτε υπέρ μιας αύξουσας ενσωμάτωσης του εργατικού κινήματος, είτε με τον πλήρη αφανισμό του. Διεθνές εμπόριο και φιλειρηνισμός, είτε ένα αυταρχικό καθεστώς που θα θέσει τα θεμέλια μιας στρατιωτικής επέκτασης. Η λύση δεν συμπεριλάμβανε αναγκαστικά έναν Χίτλερ, αλλά προϋπέθετε μια συγκέντρωση της εξουσίας και της βίας στα χέρια μιας ισχυρής κυβέρνησης. Απ’ τη στιγμή που η συμβίωση κεντρώων-ρεφορμιστών είχε δώσει ό,τι είχε να δώσει, η μόνη επιλογή που έμενε ήταν αυτή του κρατικισμού, του προτεξιονισμού και της ανοιχτής καταστολής.

Ένα πρόγραμμα αυτού του είδους θα απαιτούσε τη βίαιη διάλυση της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία μέσα απ’ την εξημέρωση των εργατών που η ίδια προωθούσε άλλωστε, είχε φτάσει να εξασκεί εκτεταμένη επιρροή, αν και ήταν ακόμα ανίκανη να ενοποιήσει όλη τη Γερμανία πίσω απ’ το πρόγραμμά της. Αυτή ακριβώς η ενοποίηση ήταν το κεντρικό καθήκον του ναζισμού, που στάθηκε ικανός στο να επεκτείνει την απεύθυνσή του σ’ όλες τις τάξεις, απ’ τους ανέργους μέχρι τους μεγιστάνες της βιομηχανίας, με μια δημαγωγία που ξεπερνούσε αυτή των παραδοσιακών αστών πολιτικών, κι έναν αντισημιτισμό που χρησίμευε στο να οικοδομεί τη συνοχή μέσ’ απ’ τον αποκλεισμό.

Πώς θα μπορούσαν τα κόμματα της εργατικής τάξης να σταθούν εμπόδιο σε μια τέτοια ξενοφοβική και ρατσιστική παράνοια, μετά από τόσο καιρό που υπήρξαν οι συνοδοιπόροι του εθνικισμού; Για το SPD, κάτι τέτοιο ήταν σαφές ήδη απ’ την αρχή του αιώνα, έγινε φανερό το 1914, και γράφτηκε με αίμα στη συνθήκη του 1919 με τα Freikorps, που είχαν πλαστεί στο ίδιο πολεμικό καλούπι με τα φάτσι.

Πέραν αυτών, οι σοσιαλιστές δεν υπήρξαν τόσο απρόσβλητοι απ’ τον αντισημιτισμό. Το βιβλίο του Abraham Berlau Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα 1914-1921 (Columbia 1949) περιγράφει πόσο πολλοί ηγέτες του SPD ή των συνδικάτων που ήλεγχε, ακόμα και η σοβαρή Neue Zeit, επιτίθονταν ανοιχτά εναντίον των «ξένων» (δηλαδή Πολωνών και Ρώσων) Εβραίων. Τον Μάρτη του 1920 η αστυνομία του Βερολίνου (υπό σοσιαλιστική διοίκηση) επέδραμε στην εβραϊκή συνοικεία και έστειλε περίπου 1.000 κατοίκους της σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι τελικά, αλλά το εργατικό κίνημα συμμετείχε σ’ αυτήν την εξάπλωση του αντισημιτισμού.

Το KPD, στο μέτρο που το αφορά, δεν μπόρεσε να κρατηθεί απ’ το να συμμαχήσει με τους εθνικιστές ενάντια στη Γαλλική κατοχή του Ρουρ το 1923. Κανείς θεωρητικός της Κομιντέρν δεν βρέθηκε να αντιταθεί στον Radek όταν δήλωνε ότι «μόνο η εργατική τάξη μπορεί να σώσει το έθνος». Ο ηγέτης του KPD Thalheimer έκανε σαφές ότι το κόμμα θα ‘πρεπε να πολεμήσει στο πλευρό της γερμανικής μπουρζουαζίας, η οποία έπαιζε έναν «αντικειμενικά επαναστατικό ρόλο μέσω της εξωτερικής πολιτικής της». Αργότερα, γύρω στο 1930, το KPD ζητούσε πια «εθνική και κοινωνική απελευθέρωση» και κατηγορούσε τους φασίστες ως «προδότες του έθνους». Οι συζητήσεις για «εθνική επανάσταση» ήταν τόσο συχνές μεταξύ των γερμανών σταλινικών, που ενέπνευσαν τον Τρότσκυ να γράψει το 1931 μια μπροσούρα ενάντια στον εθνικο-κομμουνισμό.

Τον Γενάρη του 1933, ο κύβος ερρίφθη. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η δημοκρατία της Βαϊμάρης παραδόθηκε συνειδητά στον Χίτλερ. Τόσο η δεξιά, όσο και το κέντρο έφτασαν να τον βλέπουν ως μια βιώσιμη λύση για να βγάλει τη χώρα απ’ το αδιέξοδο, ως ένα προσωρινό «μικρότερο κακό». Το «μεγάλο κεφάλαιο», επιφυλακτικό απέναντι σε τυχόν απρόβλεπτες αναταραχές, δεν υπήρξε ως τότε, περισσότερο γενναιόδωρο απέναντι στο NSDAP του Χίτλερ, απ’ ότι στα άλλα εθνικιστικά και δεξιά κόμματα. Μόνο μετά τον Νοέμβρη του 1932, ο Schacht, ένας έμπιστος σύμβουλος της αστικής τάξης, έπεισε τους επιχειρηματικούς κύκλους να υποστηρίξουν τον Χίτλερ (ο οποίος προς το παρόν έβλεπε την εκλογική υποστήριξή του να μειώνεται ελαφρώς), καθώς διείδε στον Χίτλερ μια δύναμη ικανή να ενοποιήσει το κράτος και την κοινωνία. Το γεγονός ότι οι μεγιστάνες της βιομηχανίας δεν κατάφεραν να προβλέψουν που θα κατέληγαν όλ’ αυτά, στον πόλεμο και την ήττα σ’ αυτόν, είναι ένα άλλο ζήτημα, όπως και να ‘χει πάντως κάτι τέτοιο δεν τους ώθησε φυσικά στις αντιστασιακές ομάδες κατά τον πόλεμο.

Στις 30 Γενάρη 1933, ο Χίτλερ διορίσθηκε καγκελάριος με κάθε νομιμότητα από τον Hindenburg, ο οποίος είχε εκλεγεί συνταγματικά πρόεδρος ένα χρόνο νωρίτερα με την υποστήριξη των σοσιαλιστών, που είδαν σ’ αυτόν ένα αντίπαλο δέος απέναντι στον… Χίτλερ. Οι ναζί δεν ήταν παρά μια μειοψηφία στην πρώτη κυβέρνηση του ηγέτη του NSDAP.

Τις επόμενες εβδομάδες, οι μάσκες έπεσαν: αγωνιστές της εργατικής τάξης κυνηγήθηκαν, τα γραφεία τους καταστράφηκαν, κι ένα κλίμα τρόμου επικράτησε. Στις εκλογές του Μάρτη 1933, που προκυρήχθηκαν ενάντια στην κλιμάκωση της βίας από τα τάγματα εφόδου και την αστυνομία, 288 βουλευτές του NSDAP εξελέγησαν στο Ράιχσταγκ (το KPD διατήρησε 80 και το SPD 120).

Οι αφελείς άνθρωποι μπορεί να εκπλήσσονται από την ευκολία με την οποία ενώ το κατασταλτικό σύμπλεγμα περνάει στα χέρια της δικτατορίας, η κρατική μηχανή υπακούει πάντα πλήρως την αρχή που τη διευθύνει. Μήπως δεν απολάμβανε η νέα ηγεσία πλήρους νομιμοποίησης; Μήπως οι εξέχοντες νομικοί δεν έβγαζαν τα βουλεύματά τους σε συμφωνία με τις ανώτερες αρχές του κράτους; Σ’ ένα δημοκρατικό κράτος -και η Βαϊμάρη ήταν ένα τέτοιο- αν προκύψει μια σύγκρουση μεταξύ των δυο στοιχείων της αντινομίας, δεν είναι η δημοκρατία που θα βγεί κερδισμένη. Σ’ ένα κράτος «βασισμένο στη νομιμότητα», και η Βαϊμάρη ήταν επίσης ένα τέτοιο κράτος, είναι η νομιμότητα που πρέπει να προσαρμοστεί στο να εξυπηρετεί το κράτος, και ποτέ το αντίθετο.

Τι έκαναν αυτές τις μέρες οι δημοκράτες άραγε; Οι προσκείμενοι στη δεξιά αποδέχθηκαν πλήρως την νέα κατάσταση. Το Zentrum, το καθολικό κόμμα του κέντρου, που είχε δει την επιρροή του να αυξάνεται στις εκλογές του Μάρτη 1933, ψήφισε υπέρ της έκτακτης απόδοσης κάθε εξουσίας στον Χίτλερ για πέντε χρόνια, απόφαση που έγινε η νομική βάση της ναζιστικής δικτατορίας.

Οι σοσιαλιστές, απ’ τη μεριά τους, προσπάθησαν να αποφύγουν την μοίρα του KPD, που κηρύχθηκε παράνομο στις 28 Φλεβάρη, μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ. Στις 30 Μάρτη 1933, αποχώρησαν από τη Δεύτερη Διεθνή προκειμένου να αποδείξουν την προσήλωσή τους στο γερμανικό έθνος. Στις 17 Μάη, η κοινοβουλευτική ομάδα τους ψήφισε υπέρ της εξωτερικής πολιτικής του Χίτλερ.

Στις 22 Ιούνη, το SPD τελικά διαλύθηκε ως «εχθρός του λαού και του κράτους». Λίγες βδομάδες αργότερα, το Zentrum αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί.

Τα συνδικάτα ακολούθησαν, στα χνάρια του ιταλικού CGL, ελπίζοντας να σώσουν ό,τι μπορούσαν επιμένοντας πως είναι α-πολιτικά. Το 1932, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διακήρυξαν ότι είναι ανεξάρτητες από κάθε πολιτικό κόμμα και αδιάφορες για την εκάστοτε μορφή του κράτους. Αυτό φυσικά, δεν τις εμπόδισε απ’ το να φτάσουν σε μια συμφωνία με τον Schleicher, που ήταν καγκελάριος απ’ τον Νοέμβρη του 1932 μέχρι τον Γενάρη του 1933, κι ο οποίος έψαχνε για κάποια κοινωνικά ερείσματα να κάνουν πιο πιστευτή την φιλεργατική δημαγωγία του. Απ’ τη στιγμή που οι ναζί σχημάτισαν κυβέρνηση, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες πείστηκαν ότι αν αναγνώριζαν τον εθνικοσοσιαλισμό, το καθεστώς θα τους άφηνε λίγο χώρο να υπάρξουν. Αυτή η στρατηγική εξελίχθηκε σε φάρσα, με τους συνδικαλιστές να παρελαύνουν κάτω από τη σβάστικα την πρωτομαγιά του 1933, που μετονομάστηκε σε «Φεστιβάλ της Γερμανικής Εργατιάς». Χαμένος κόπος. Τις επόμενες μέρες, οι ναζί διέλυσαν τα συνδικάτα και συνέλαβαν τους πιο μαχητικούς συνδικαλιστές.

Όντας μαθημένη να σαλαγά τις μάζες και να διαπραγματεύεται στο όνομά τους ή, όταν αποτύγχανε αυτό, να τις καταστέλλει, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε ακόμα πολεμήσει για το έθνος στον τελευταίο πόλεμο. Οι συνδικαλιστές δεν λοιδωρούνταν για έλλειψη πατριωτισμού. Αυτό που ενοχλούσε την μπουρζουαζία δεν ήταν τόσο το αναμάσημα του παλιού προ-1914 διεθνισμού, αλλά κυρίως η ίδια η ύπαρξη των συνδικάτων, που όσο δουλικά κι αν ήταν, διατηρούσαν έναν βαθμό ανεξαρτησίας, σε μια εποχή που ακόμα κι ένα τέτοιο εργαλείο ταξικής συνεργασίας είχε καταστεί υπερβολικό έξοδο για ένα κράτος που δεν θα το ήλεγχε πλήρως.

Βαρκελώνη: 1936

Στην Ιταλία και τη Γερμανία, ο φασισμός πήρε στα χέρια του το κράτος με κάθε νομιμότητα. Η δημοκρατία κεφαλαιοποιήθηκε σε δικτατορία, ή, ακόμα χειρότερα, υποδέχθηκε τη δικτατορία μ’ ανοιχτές αγκάλες. Τι έγινε όμως στην Ισπανία; Μακράν του να αποτελεί την εξαιρετική περίπτωση μιας αποφασιστικής δράσης η οποία δυστυχώς, ηττήθηκε, η Ισπανία ήταν η ακρογωνιαία περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ δημοκρατίας και φασισμού, στην οποία φύση του αγώνα παρέμεινε η ίδια η σύγκρουση δυο μορφών καπιταλιστικής ανάπτυξης, δυο πολιτικών μορφών του καπιταλιστικού κράτους, δυο κρατικές δομές που πολέμησαν για τη νομιμοποίησή τους στην ίδια χώρα.

Ένσταση! -«Οπότε, λοιπόν, ο Φράνκο και οι πολιτοφυλακές της εργατικής τάξης ήταν το ίδιο πράγμα; Οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι πάμπτωχοι αγρότες που κολλεκτιβοποιούσαν τη γη ήταν ένα και το αυτό;».

Πρώτα απ’ όλα, η αντιπαράθεση συνέβη μόνο επειδή οι εργάτες εξεγέρθηκαν ενάντια στον φασισμό. Όλες οι αντιφάσεις του κινήματος ήταν πρόδηλες ήδη απ’ τις πρώτες βδομάδες: ένας αναντίρρητος ταξικός πόλεμος μετασχηματιζόταν σ’ έναν καπιταλιστικό εμφύλιο πόλεμο (ασφαλώς χωρίς σαφή απόδοση των ρόλων με τους οποίους οι δυο αντιμαχόμενες μπουρζουάδικες φράξιες θα ενορχήστρωναν κάθε πράξη: η ιστορία δεν είναι θεατρικό έργο)[6].

Η δυναμική μιας ταξικά διαιρεμένης κοινωνίας πλάθεται τελικά από την ανάγκη της να ενοποιήσει αυτές τις τάξεις. Όταν, όπως συνέβη στην Ισπανία, μια λαϊκή έκρηξη συνδυάζεται με την αποσύνθεση της άρχουσας τάξης, μια κοινωνική κρίση γίνεται αμέσως κρίση του κράτους. Ο Μουσολίνι κι ο Χίτλερ θριάμβευσαν σε χώρες με ασθενικά, πρόσφατα ενοποιημένα έθνη-κράτη, με πανίσχυρες τοπικιστικές αποσχιστικές τάσεις. Στην Ισπανία, από την Αναγέννηση μέχρι τη σύγχρονη εποχή, το κράτος ήταν πάντοτε η αποικιακή ένοπλη βούληση μιας εμπορικής κοινωνίας που τελικά καταβυθίσθηκε, αποστερημένη από μια βασική προϋπόθεση της βιομηχανικής ανάπτυξης: μια αγροτική μεταρρύθμιση. Στην πραγματικότητα, η ισπανική βιομηχανοποίηση έπρεπε να σκάψει το δρόμο της μέσα από μονοπώλια, διασπάθιση κρατικού χρήματος, παρασιτισμό.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για να επεκταθούμε στην αλλόκοτη συρραφή αμέτρητων μεταρρυθμίσεων και φιλελεύθερων αδιεξόδων, εξουσιαστικών φιλονικιών, των Καρλικών Πολέμων, της κωμικοτραγικής διαδοχής καθεστώτων και κομμάτων μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και του κύκλου εξεγέρσεων και καταστολής που ακολούθησε την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στα 1931. Πίσω απ’ όλη αυτή τη βαβούρα έδραζε η αδυναμία της ανατέλλουσας αστικής τάξης, εγκλωβισμένης καθώς ήταν μεταξύ της έχθρας της προς την ολιγαρχία των γαιοκτημόνων και της απόλυτης ανάγκης περιορισμού των αγροτικών κι εργατικών εξεγέρσεων. Το 1936, το ζήτημα της γης δεν είχε ακόμα επιλυθεί: αντίθετα με τη Γαλλία μετά το 1789, στην Ισπανία η απαλλοτρίωση και μεταπώληση της γης της Εκκλησίας στα μέσα του 19ου αιώνα, ανέδειξε ευνοημένη μια άρχουσα τάξη μεγαλογαιοκτημόνων. Η αναταραχή του 1936-39 δεν θα έφτανε ποτέ σε τέτοια πολιτικά άκρα, συμπεριλαμβανομένης της σχάσης του κράτους σε δυο φράξιες που θα αντιπαρατεθούν ένοπλα σ’ έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο, χωρίς τις σεισμικές δονήσεις ενός εγκέλαδου που βρισκόταν καταχωνιασμένος εδώ κι έναν τουλάχιστον αιώνα.

Η Ισπανία δεν είχε κάποιο μεγάλο κεντροαριστερό αστικό κόμμα σαν το Parti Radical που υπήρξε το κέντρο βάρους της γαλλικής πολιτικής σκηνής για πάνω από 60 χρόνια. Πριν τον Ιούλη του 1936, η ισπανική σοσιαλδημοκρατία κράτησε ένα πολύ λιγότερο μαχητικό προφίλ, σε μια χώρα όπου δεν ήταν σπάνιο η γη να καταλαμβάνεται απ’ τους εργάτες, όπου οι απεργίες ήταν άγριες κι ένοπλες, όπου οι εργαζόμενοι στα τραμ της Μαδρίτης αποπειρώνταν να διαχειριστούν αυτόνομα την επιχείρηση, κι όπου τεράστια πλήθη εφορμούσαν στις φυλακές για να ελευθερώσουν όσους μπορούσαν απ’ τους 30.000 πολιτικούς κρατουμένους. Όπως το έθεσε ένας σοσιαλιστής ηγέτης: «Οι πιθανότητες σταθεροποίησης ενός δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας λιγοστεύουν κάθε μέρα. Οι εκλογές δεν είναι παρά μια μεταμόρφωση του εμφυλίου πολέμου» (ή μια εφησυχαστική καρικατούρα του θα μπορούσε να προσθέσει κανείς).

Το καλοκαίρι του 1936, ήταν πια κοινό μυστικό ότι ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ήταν στον ορίζοντα. Αφού έδωσε στους στασιαστές κάθε ευκαιρία να προετοιμαστούν, το Λαϊκό Μέτωπο, εκλεγμένο τον Φλεβάρη, ήταν πρόθυμο να διαπραγματευθεί κι ίσως ακόμα να παραδοθεί. Οι πολιτικοί θα έκαναν τις δικές τους συνθηκολογήσεις με τους στασιαστές, όπως έκαναν με τη δικτατορία του Primo de Riveira (1923-31), που απολάμβανε τη στήριξη των σοσιαλιστών (ο Caballero είχε υπηρετήσει στην κυβέρνηση ως τεχνικός σύμβουλος, πριν να γίνει Υπουργός Εργασίας το 1931, κι έπειτα επικεφαλής της δημοκρατικής κυβέρνησης απ’ τον Σεπτέμβρη 1936 ως τον Μάη 1937). Μετά απ’ αυτό, ο στρατηγός που υπάκουε δημοκρατικές εντολές δυο χρόνια νωρίτερα όταν συνέθλιβε την εξέγερση των Αστουριών -ο Φράνκο- πόσο κακός θα μπορούσε να είναι;

Όμως το προλεταριάτο στάθηκε όρθιο, εμπόδισε το πραξικόπημα στη μισή χώρα και παρέμεινε με τα όπλα παρά πόδας. Στη δράση τους αυτή, οι εργάτες προφανώς πολεμούσαν τον φασισμό, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι δρουσαν ως αντιφασίστες, καθώς οι δράσεις τους σημάδευαν εξίσου ενάντια στον Φράνκο όσο κι ενάντια σ’ ένα δημοκρατικό κράτος που ανησυχούσε πιο πολύ από την πρωτοβουλία των μαζών παρά απ’ τη στάση των στρατιωτικών. Τρεις πρωθυπουργοί πέρασαν μέσα σ’ ένα 24ωρο πριν γίνει δεκτή η ήδη αποφασισμένη απ’ τον λαό εξόπλισή του.

Γι’ ακόμα μια φορά, το ξετύλιγμα της εξέγερσης έδειξε ότι το πρόβλημα της βίας δεν είναι πρωταρχικά ένα τεχνικό πρόβλημα. Η νίκη δεν ανήκει στην πλευρά με το προβάδισμα όπλων, ή αριθμών, αλλά μάλλον σ’ αυτήν που τολμά να πάρει την πρωτοβουλία. Εκεί όπου οι εργάτες εμπιστεύθηκαν τις τύχες τους στο κράτος, το κράτος παρέμεινε παθητικό ή απλά υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα, όπως έγινε στη Σαραγόσα. Όμως όταν οι αγώνες τους ήταν συνεκτικοί και οξείς, όπως στη Μάλαγα, οι εργάτες κέρδιζαν. Όπου υστερούσαν σε σθένος, το πλήρωναν σε αίμα -20.000 νεκροί στη Σεβίλλη.

Έτσι, ο ισπανικός εμφύλιος ξεκίνησε με μια αυθεντική εξέγερση, αλλά ένας τέτοιος συλλήβδην χαρακτηρισμός είναι ατελής. Αληθεύει μόνο όσον αφορά την εναρκτήρια πράξη: μια ουσιαστική προλεταριακή ανταρσία. Αφού τσάκισαν τις δυνάμεις της αντίδρασης σε μια σειρά από πόλεις, οι εργάτες είχαν την εξουσία. Όμως, τι σκόπευαν να την κάνουν; Θα έπρεπε άραγε να την αποδώσουν πίσω στο δημοκρατικό κράτος, ή θα πρεπε να περάσουν ίσως σε μια κομμουνιστική δικτατορία;

Δημιουργημένη αμέσως μετά την εξέγερση, η Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών συμπεριλάμβανε αντιπροσώπους από τη CNT, τη FAI, την UGT (σοσιαλιστικό συνδικάτο), το POUM, το PSUC (προϊόν της πρόσφατης συνένωσης μεταξύ του ΚΚ και των Σοσιαλιστών της Καταλωνίας), και τεσσάρων αντιπροσώπων της Generalitat, της καταλανικής τοπικής κυβέρνησης. Ως μια ευθυτενής γέφυρα μεταξύ του εργατικού κινήματος και του κράτους, κι επιπλέον, προσδεδεμένη αν όχι ενσωματωμένη στο Υπουργείο Άμυνας της Generalitat, από την παρουσία μέσα της του συμβούλου του υπουργείου άμυνας, του κομμισσάριου δημοσίας τάξης κλπ. Η Κεντρική Επιτροπή των Πολιτοφυλακών σύντομα άρχισε να διαλύεται.

Ασφαλώς, καθώς απεμπολούσαν την αυτονομία τους, οι περισσότεροι προλετάριοι πίστευαν ότι, παρά τα φαινόμενα, προσδένονταν περισσότερο στην πραγματική εξουσία, ενώ απέδιδαν στους πολιτικούς και μόνο το προσωπείο της εξουσίας, το οποίο βεβαίως δεν εμπιστεύονταν και το οποίο θεωρούσαν ότι μπορούν να ελέγξουν και να προσανατολίσουν προς μια ευνοϊκή διεύθυνση. Άλλωστε, τι τα είχαν τα όπλα;

Αυτό ήταν ένα μοιραίο λάθος. Το πραγματικό ζήτημα δεν ήταν ποιός έχει τα όπλα, αλλά μάλλον: τι κάνουμε με τα όπλα; 10.000 ή 100.000 προλετάριοι οπλισμένοι ως τα δόντια δεν είναι τίποτα εάν εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους σε οτιδήποτε πέραν της ίδιας της δύναμής τους ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα ή τον επόμενο χρόνο, η δύναμη της οποίας την εξουσία αναγνωρίζουν θα τους πάρει μέσ’ απ’ τα χέρια τα όπλα που απέτυχαν να στρέψουν εναντίον της.

«Στην πραγματικότητα, η μάχη στην Ισπανία μεταξύ μιας “νόμιμης” κυβέρνησης και “στασιαστικών δυνάμεων” δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια μάχη για διαφορετικά ιδανικά, όσο ένας αγώνας μεταξύ αποφασισμένων καπιταλιστικών ομάδων ενσωματωμένων στην αστική δημοκρατία και άλλων καπιταλιστικών ομάδων… Το ισπανικό υπουργικό συμβούλιο δεν έχει καμιά διαφορά ως προς τις αρχές του από το αιμοσταγές καθεστώς Leroux που σφάγιασε χιλιάδες ισπανούς προλεταρίους το 1934… Οι ισπανοί εργάτες συνεχίζουν να καταπιέζονται με τα όπλα στα χέρια τους![7]»

Οι εξεγερμένοι δεν επιτέθηκαν στη νόμιμη κυβέρνηση, μ’ άλλα λόγια στο κράτος ως είχε τότε, και κάθε δράση τους που ακολούθησε έλαβε χώρα κάτω απ’ την ομπρέλα του. «Μια επανάσταση ξεκίνησε χωρίς να ξετυλιχθεί ποτέ» όπως έγραψε ο Orwell. Αυτό είναι και το κεντρικό σημείο που καθόρισε την έκβαση ενός ολοένα χειροτερεύοντος ένοπλου αγώνα ενάντια στον Φράνκο, όπως επίσης και η εξάντληση και καταστροφή κι απ’ τα δυο στρατόπεδα των κολλεκτίβων και των συνεταιρισμών. Μετά το καλοκαίρι του 1936, η πραγματική εξουσία στην Ισπανία εξασκείτο από το κράτος, κι όχι από οργανώσεις, συνδικάτα, κολλεκτίβες, επιτροπές κλπ. Ακόμα κι όσο ο Νιν, ο επικεφαλής του POUM, ήταν σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης, «το POUM δεν κατάφερε πουθενά να έχει την όποια επιρροή επί της αστυνομίας», όπως παραδέχθηκε ένας υπερασπιστής του κόμματος αυτού[8]. Ενώ οι εργατικές πολιτοφυλακές ήταν πράγματι ο ανθός του δημοκρατικού στρατού και πλήρωναν βαρύ το τίμημα στα πεδία των μαχών, δεν τους έπεφτε κανένας λόγος στις αποφάσεις της ηγεσίας, που σταθερά τις ενσωμάτωνε σε τακτικές μονάδες (μια διαδικασία που είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του 1937), προτιμώντας να τις οδηγήσει στην εξόντωση παρά να ανεχθεί την αυτονομία τους. Όσον αφορά την πανίσχυρη CNT, έχασε βαθμιαία έδαφος προς όφελος ενός ΚΚ που ήταν εντελώς αδύναμο πριν τον Ιούλη 1936 (έχοντας μόλις 14 βουλευτές στην κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου, απέναντι σε 85 σοσιαλιστές), όμως το οποίο κατάφερνε να πλασάρεται ολοένα και περισσότερο ως αναπόσπαστο στοιχείο του κρατικού συμπλέγματος και να επωφελείται από το κράτος απέναντι στους ριζοσπάστες, και ιδιαίτερα απέναντι στους μαχητές της CNT. Το ερώτημα ήταν: ποιος διευθύνει την κατάσταση; και η απάντηση ήταν: το κράτος, όποτε το βρίσκει απαραίτητο, εξασκεί την εξουσία του είτε ύπουλα είτε βάναυσα.

Αν η δημοκρατική αστική τάξη και οι σταλινικοί έχασαν πολύτιμο χρόνο διαλύοντας τις αγροτικές κολλεκτίβες, αφοπλίζοντας τις πολιτοφυλακές του POUM και κυνηγώντας τροτσκιστές «σαμποτέρς» και άλλους «πράκτορες του Χίτλερ» ακόμα και τη στιγμή που ο αντιφασισμός θα έπρεπε να τα ρίχνει όλα στον αγώνα ενάντια στον Φράνκο, αυτό δεν ήταν τόσο από ένα αυτοκτονικό ένστικτο. Για το κράτος και το ΚΚ (το οποίο καθίστατο γοργά η ραχοκοκκαλιά του κράτους μέσα απ’ τον στρατό και την αστυνομία), αυτές οι επιχειρήσεις δεν ήταν χάσιμο χρόνου. Ο επικεφαλής του PSUC λέγεται ότι είπε: «Πριν τη Σαραγόσα, πρέπει να πάρουμε τη Βαρκελώνη». Ο κύριος στόχος τους δεν ήταν ποτέ να τσακιστεί ο Φράνκο, αλλά να κρατήσουν υπό τον έλεγχό τους τις μάζες, γι’ αυτό τον λόγο υπάρχουν άλλωστε τα κράτη και μ’ αυτόν τον τρόπο ο σταλινισμός χτίζει τη δύναμή του. Η Βαρκελώνη έπεσε από τα χέρια των προλεταρίων. Η Σαραγόσα παρέμεινε στα χέρια των φασιστών.

Βαρκελώνη: Μάης 1937

Η αστυνομία προσπάθησε να καταλάβει το τηλεφωνικό κέντρο που βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο αναρχικών (και σοσιαλιστών) εργατών. Στην καταλανική μητρόπολη, καρδιά και σύμβολο της επανάστασης, οι νόμιμες αρχές δεν σταματούσαν πουθενά προκειμένου να αφοπλίσουν κάθε τι που παρέμενε ζωντανό, ανεξέλεγκτο και αντι-αστικό. Η τοπική αστυνομία, επιπλέον, ήταν στα χέρια του PSUC (Ενοποιημένο Σοσιαλιστικο Κόμμα Καταλωνίας – αδελφό κόμμα του ισπανικού ΚΚ). Αντιμέτωποι με μια ανοιχτά εχθρική εξουσία, οι προλετάριοι τελικά κατάλαβαν ότι η εξουσία αυτή δεν ήταν δική τους, ότι της είχαν παραχωρήσει το δώρο της εξέγερσής τους δέκα μήνες νωρίτερα, και ότι πια η εξέγερσή τους είχε στραφεί εναντίον τους. Ως αντίδραση στην αρπαγή αυτής της εξουσίας από το Κράτος, μια γενική απεργία παρέλυσε τη Βαρκελώνη. Ήταν πια αργά. Οι εργάτες είχαν ακόμη την ικανότητα να εξεγείρονται ενάντια στο Κράτος (που είχε πάρει αυτή τη φορά τη δημοκρατική του μορφή), αλλά δεν μπορούσαν πλέον να ωθήσουν τους αγώνες τους προς ένα σημείο ανοιχτής ρήξης.

Όπως πάντα, το «κοινωνικό» ζήτημα κυριάρχησε εκ των προτέρων επί του στρατιωτικού. Οι νόμιμες αρχές δεν μπορούσαν να επιβληθούν με τις οδομαχίες. Μέσα σε λίγες ώρες, στη θέση ενός πεδίου ανταρτοπολέμου, ενός πολέμου θέσεων, στήθηκε μια κούρσα καταλήψεων κτιρίων έναντι κτιρίων. Κυριάρχησε μια αμυντική εκεχειρία, στην οποία κανείς δεν μπορούσε να νικήσει μιας και κανείς δεν επιτιθόταν. Με την ίδια την επιθετική της δυνατότητα μειωμένη, η αστυνομία δεν ριψοκινδύνευε να εμπλακεί σε επιθέσεις κτιρίων που είχαν καταλάβει οι αναρχικοί. Γενικά μιλώντας, η τοπική αστυνομία και το κράτος κατείχαν το κέντρο της πόλης, ενώ η CNT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας – υπό τον έλεγχο των αναρχοσυνδικαλιστών) και το POUM (μαρξιστές) κατείχαν τις εργατικές συνοικίες. Το στάτους κβο τελικά κρίθηκε με πολιτικά μέσα. Οι μάζες κατέθεσαν την εμπιστοσύνη τους στις δυο οργανώσεις που δέχονταν επίθεση, ενώ οι τελευταίες, φοβισμένες πως θα έρθουν σε ευθεία σύγκρουση με το κράτος, έπεισαν τους ανθρώπους να γυρίσουν πίσω στις δουλειές τους (αν και όχι χωρίς κάποια δυσκολία) κι έτσι υπέσκαψαν τη μόνη δύναμη που θα μπορούσε να τους σώσει τόσο πολιτικά όσο και «φυσικά». Αμέσως μόλις τελείωσε η απεργία, γνωρίζοντας ότι πλέον έχει το πάνω χέρι της κατάστασης, η κυβέρνηση έφερε 6.000 φρουρούς των Ταγμάτων Επίθεσης, επίλεκτο τμήμα της αστυνομίας. Από τη στιγμή που αποδέχτηκαν τη μεσολάβηση των «αντιπροσωπευτικών οργανώσεων» και των διαμεσολαβητικών συμβουλίων του POUM και της CNT, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που είχαν νικήσει τον φασιστικό στρατό τον Ιούλη του 1936 παραδόθηκαν αμαχητί στη Δημοκρατική Αστυνομία τον Μάη του 1937.

Στο σημείο εκείνο, η καταστολή μπορούσε να ξεκινήσει το έργο της. Μόνο μερικές εβδομάδες ήταν αρκετές ώστε να τεθεί εκτός νόμου το POUM, να συλληφθούν οι ηγέτες του, να θανατωθούν είτε νόμιμα είτε όχι και να εξαφανιστεί ο Νιν (πρόεδρος του POUM). Ένας παράλληλος αστυνομικός μηχανισμός στήθηκε κρυφά σε τοπικό επίπεδο, οργανωμένος από το NKVD [Narodnii Komissariat Vnoutrennikh Diél – υπηρεσία πληροφοριών της ΕΣΣΔ] και τον μυστικό σχηματισμό της Κομιντέρν (Κομμουνιστική Διεθνής), που έδινε λογαριασμό απευθείας στη Μόσχα και μόνο. Από το σημείο εκείνο, καθένας που έδειχνε την παραμικρή αντίθεση στο Δημοκρατικό Κράτος και τον βασικό σύμμαχό του, την ΕΣΣΔ, αποκηρυσσόταν και καταδιωκόταν ως «φασίστας», ενώ σε όλη την επικράτεια ένας στρατός από καλοπροαίρετες, ευγενικές ψυχές ήταν πρόθυμος να επαναλάβει την ανθρωποσφαγή, κάποιοι από άγνοια, άλλοι από προσωπικό συμφέρον, αλλά όλοι τους πεπεισμένοι πως καμιά τέτοια αποκήρυξη δεν ήταν περιττή τη στιγμή που ο φασισμός προέλαυνε. Η λύσσα που απελευθερώθηκε απέναντι στο POUM δεν ήταν απροσδόκητη. Αντιτιθέμενο στις δίκες της Μόσχας, το POUM είχε καταδικαστεί στο να καταστραφεί από έναν Σταλινισμό που επιδόθηκε σε έναν ανελέητο παγκόσμιο αγώνα ενάντια στους αντιπάλους του, για τον έλεγχο των μαζών. Τη στιγμή εκείνη, κόμματα (τα περισσότερα), σχολιαστές, ακόμα και η Λίγκα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δεν δίσταζαν να συνηγορήσουν στην ενοχή των κατηγορουμένων. Εξήντα χρόνια αργότερα, η κυρίαρχη ιδεολογία καταδικάζει αυτές τις δίκες και τις βλέπει σαν ένα σημάδι του παρανοϊκού κυνηγιού της εξουσίας του Κρεμλίνου. Λες και τα σταλινικά εγκλήματα δεν είχαν καμιά σχέση με τον αντιφασισμό! Η αντιφασιστική λογική πάντοτε θα ευθυγραμμίζεται με τις πιο συμβατικές δυνάμεις και πάντοτε θα πολεμάει τις πιο ριζοσπαστικές.

Σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, τον Μάη του 1937, δόθηκε ένα στίγμα, αυτού που λίγους μόνο μήνες νωρίτερα, θα ήταν αδιανόητο: Ένας σοσιαλιστής πολύ δεξιότερος ακόμα κι από τον Caballero, ο Negrin, θα ηγείτο μιας κυβέρνησης η οποία θα γινόταν συνώνυμη του «νόμου και της τάξης», περιλαμβάνοντας φυσικά την καταστολή ενάντια στους εργαζομένους. Ο Orwell, ο οποίος κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του στα γεγονότα αυτά, αντιλήφθηκε ότι ο πόλεμος «για τη δημοκρατία» είχε προφανώς τελειώσει. Αυτό που έμενε ήταν ένα ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε δυο φασισμούς, με τη διαφορά ότι ο ένας ήταν λιγότερο απάνθρωπος από τον άλλον. Ωστόσο, ο Orwell υπέκυψε στην αναγκαιότητα να αποφευχθεί ο «πιο απογυμνωμένος και ανεπτυγμένος φασισμός του Φράνκο και του Χίτλερ»[9]. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, το μόνο ζήτημα ήταν ο αγώνας για έναν φασισμό λιγότερο άσχημο από τον αντίπαλό του…

Ο πόλεμος κατατρώει την επανάσταση

Η εξουσία δεν βρίσκεται πια στις κάνες των όπλων, όπως δεν βρίσκεται ούτε στα εκλογικά παραβάν. Καμιά επανάσταση δεν είναι ειρηνική, αλλά και ποτέ η «στρατιωτική» της διάσταση δεν είναι η κεντρική. Το ζήτημα δεν είναι εάν οι προλετάριοι θα πραγματοποιήσουν τελικά το πέσιμο στα οπλοστάσια, αλλά εάν θα πραγματοποιήσουν αυτό που είναι: όντα εμπορευματοποιημένα, τα οποία πια δεν μπορούν ούτε και θέλουν να υπάρχουν ως εμπορεύματα και των οποίων η εξέγερση ξεπερνά την καπιταλιστική λογική. Τα οδοφράγματα και τα αυτόματα προκύπτουν όλα απ’ αυτό το «όπλο». Όσο μεγαλύτερη η αλλαγή στην κοινωνική ζωή, τόσο λιγότερα όπλα θα χρειαστούν και τόσο λιγότερες απώλειες θα υπάρξουν. Μια αυθεντικά κομμουνιστική επανάσταση δεν θα μοιάζει ποτέ με ανθρωποσφαγή: όχι από υποτιθέμενα μη-βίαια ιδεώδη, αλλά επειδή η επανάσταση περισσότερο ανατρέπει (συμπεριλαμβανομένου του στρατού) παρά καταστρέφει.

Το να φανταζόμαστε ένα προλεταριακό μέτωπο απέναντι σ’ ένα αστικό μέτωπο σημαίνει ν’ αντιλαμβανόμαστε το προλεταριάτο με αστικούς όρους, στα πρότυπα μιας πολιτικής επανάστασης ή ενός πολέμου (που παίρνει την εξουσία κάποιου, καταλαμβάνει τα εδάφη του). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, επαναφέρει κανείς στο παιχνίδι όσα το εξεγερτικό κίνημα είχε ξεπεράσει: την ιεραρχία, τον σεβασμό για τους ειδικούς, για την ειδική γνώση, για τις τεχνικές που επιλύουν τα προβλήματα, κατά κάποιο τρόπο για κάθε τι που θα ξαλάφρωνε τον ρόλο του κοινού ανθρώπου. Στην Ισπανία, απ’ το φθινόπωρο του 1936 κι έπειτα, η επανάσταση εξελίχθηκε σε έναν πολεμικό ανταγωνισμό και σ’ ένα είδος αναμέτρησης τυπικό των κρατών: ένας πόλεμος μετώπων. Σύντομα η «πολιτοφυλακή» της εργατικής τάξης θα εξελισσόταν σ’ έναν τυπικό «στρατό».

Χωρισμένοι σε «ταξιαρχίες», οι εργάτες αποχωρούσαν απ’ τη Βαρκελώνη για να νικήσουν τους φασίστες και στις άλλες πόλεις, ξεκινώντας απ’ τη Σαραγόσα. Η επέκταση της επανάστασης και σε περιοχές πέραν του δημοκρατικού ελέγχου ωστόσο, θα σήμαινε κι ότι η επανάσταση εντός των δημοκρατικών περιοχών έχει ολοκληρωθεί. Όμως ακόμα κι ο Ντουρρούτι δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται ότι το κράτος παρέμενε παντού ανέπαφο. Καθώς η ταξιαρχία του (ένα 70% της οποίας αποτελούταν από αναρχικούς) προχωρούσε, επέκτεινε τις κολλεκτιβοποιήσεις: οι πολιτοφύλακες βοηθούσαν τους χωρικούς και έσπειραν τις επαναστατικές ιδέες. Ωστόσο, όσο κι αν δήλωνε ο Ντουρρούτι ότι «αυτές οι πολιτοφυλακές δεν θα υπερασπιστούν ποτέ την μπουρζουαζία», η αλήθεια είναι ότι δεν της επιτίθονταν κιόλας. Δυο βδομάδες πριν το θάνατό του, μίλησε στο ραδιόφωνο, στις 4 Νοέμβρη 1936, λέγοντας:

«Στο μέτωπο και στα χαρακώματα, μια ιδέα μόνο υπάρχει κι ένας σκοπός -η καταστροφή του φασισμού».

«Καλούμε τον λαό της Καταλωνίας να σταματήσει κάθε εσωτερική διαμάχη και φιλονικία, να ξεχάσει κάθε ζήλια και κάθε πολιτική διαφορά και να σκεφτεί τον πόλεμο και μόνο. Οι πολιτικοί δεν κάνουν άλλο απ’ τα γνωστά τους κόλπα για να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους μια άνετη ζωή. Αυτή η αμφίβολη τέχνη πρέπει ν’ αντικατασταθεί απ’ την τέχνη της εργασίας. Ο λαός της Καταλωνίας πρέπει να φανεί αντάξιος των αδελφών του που μάχονται στο μέτωπο. Αν οι εργάτες της Καταλωνίας ανέλαβαν το ύψιστο καθήκον να πολεμήσουν στα διάφορα μέτωπα, αυτοί που ζουν στις πόλεις και τα χωριά θα πρέπει επίσης να κινητοποιηθούν για να πράξουν το μερίδιό τους. Η ηρωική πολιτοφυλακή μας, έτοιμη να χάσει τη ζωή της στα πεδία των μαχών, πρέπει να είναι σίγουρη για το ποιόν έχει πίσω της. Νιώθουν ότι κανείς δεν θα πρεπε να απέχει απ’ τα καθήκοντά του εξαιτίας μη καταβολής αυξήσεων στον μισθό του ή μη ελάττωσης των ωρών εργασίας. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι του μόχθου, κι ιδιαίτερα αυτοί της CNT, πρέπει να είναι έτοιμοι για τη μέγιστη θυσία. Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα θριαμβεύσουμε κατά του φασισμού».

«Απευθύνομαι σ’ όλες τις οργανώσεις ζητώντας τους να θάψουν τις συγκρούσεις και τους καυγάδες τους…»

«Η στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών επικυρώθηκε. Εάν αυτό έγινε για να μας τρομοκρατήσει, να μας επιβάλλει μια σιδηρά πειθαρχία, τότε ήταν μια λανθασμένη πολιτική. Προκαλούμε αυτούς που επικύρωσαν αυτό το διάταγμα να έρθουν στο μέτωπο και να δουν με τα μάτια τους το ηθικό και την πειθαρχία μας και να τα συγκρίνουν με το ηθικό και την πειθαρχία στα μετόπισθεν. Δεν έχουμε καμιά πρόθεση να δεχθούμε μια πειθαρχία που μας επιβάλλεται ετσιθελικά. Κάνουμε το καθήκον μας. Ελάτε στο μέτωπο να δείτε την οργάνωσή μας! Αργότερα μπορούμε να έρθουμε στη Βαρκελώνη να εξετάσουμε με τη σειρά μας τη δική σας οργάνωση, την πειθαρχία και τον έλεγχό σας!».

«Δεν υπάρχει κανένα χάος στο μέτωπο, καμιά έλλειψη πειθαρχίας. Έχουμε όλοι μας ψηλά το αίσθημα της υπευθυνότητας. Γνωρίζουμε τι μας έχετε εμπιστευθεί. Μπορείτε να κοιμάστε ήσυχοι. αλλά να θυμάστε ότι δεν έχουμε εγκαταλείψει τη Βαρκελώνη στα χέρια σας. Απαιτούμε υπευθυνότητα και πειθαρχία κι από την μεριά σας. Αφήστε μας να αποδείξουμε την ικανότητά μας να αποφύγουμε τη δημιουργία νέων διαφορών μετά τον πόλεμό μας ενάντια στον φασισμό. Αυτοί που επιθυμούν την ανάδειξή της δικής τους οργάνωσης ως ισχυρότερη, δουλεύουν στη λάθος κατεύθυνση. Ενάντια στην τυραννία υπάρχει μόνο ένα μέτωπο, μια οργάνωση και μια πειθαρχία»[10].

Οι ακροατές θα πίστευαν ότι μια επανάσταση πραγματικά λαμβάνει χώρα, πολιτικά και οικονομικά, και η οποία απλώς χρειάζεται τη στρατιωτική ολοκλήρωσή της: το τσάκισμα των φασιστών. Ο Ντουρρούτι και οι σύντροφοί του ενσωμάτωναν μια ενέργεια, η οποία δεν περίμενε το 1936 για την έφοδό της στο υπάρχον σκηνικό. Κι όμως, ολόκληρη η μαχητική βούληση του κόσμου αυτού δεν είναι αρκετή, όταν οι εργάτες στοχεύουν μ’ όλη τους την ενέργεια ενάντια σε μια συγκεκριμένη μορφή του κράτους, κι όχι ενάντια στο κράτος καθεαυτό. Στα μέσα του 1936, αποδεχόμενοι να διεξάγουν έναν πόλεμο χαρακωμάτων σήμαινε να παρατήσουν τα κοινωνικά και πολιτικά όπλα στα χέρια της μπουρζουαζίας που έμενε στα μετόπισθεν, κι επίσης σήμαινε να στερήσουν τη στρατιωτική δράση από την πρωταρχική ώθηση που αντλεί από ένα άλλο πεδίο, το μόνο στο οποίο το προλεταριάτο έχει το πάνω χέρι. Όπως έγραφε η «Ολλανδική Αριστερά»:

«Αν οι εργάτες πραγματικά επιθυμούν να οικοδομήσουν ένα αμυντικό μέτωπο ενάντια στους λευκούς, ο μόνος τρόπος να το κάνουν είναι να πάρουν την πολιτική εξουσία οι ίδιοι, αντί να την αφήσουν στα χέρια μιας κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου. Μ’ άλλα λόγια, η υπεράσπιση της επανάστασης είναι εφικτή μόνο μέσ’ από τη δικτατορία του προλεταριάτου κι όχι από μια συνεργασία όλων των αντιφασιστικών κομμάτων… Η προλεταριακή επανάσταση περιστρέφεται γύρω απ’ την καταστροφή του παλιού κρατικού μηχανισμού και την ανάληψη των κεντρικών λειτουργιών της εξουσίας από τους ίδιους τους εργάτες»[11].

Το καλοκαίρι του 1936, μακράν του να απολαμβάνουν μια αποφασιστική στρατιωτική υπεροχή, οι εθνικιστές δεν κατείχαν ακόμη καμιά μεγάλη πόλη. Η δύναμή τους βασιζόταν στη Λεγεώνα των Ξένων και στους «Μαυριτανούς» του Μαρόκου. Το 1912, το Μαρόκο είχε διαμοιραστεί απ’ τη Γαλλία και την Ισπανία σε δύο προτεκτοράτα, αλλά είχε από καιρό εξεγερθεί ενάντια στις αποικιακές φιλοδοξίες και των δυο χωρών. Ο ισπανικός βασιλικός στρατός είχε ηττηθεί βαριά εκεί το 1921, κυρίως λόγω της λιποταξίας των μαροκινής καταγωγής στρατιωτών του. Παρά τη Γαλλο-Ισπανική συνεργασία, ο Πόλεμος του Ριφ (στον οποίον διακρίθηκε ένας στρατηγός ονόματι Φράνκο) τελείωσε μόνο μετά την παράδοση του Abd el-Krim, το 1926. Δέκα χρόνια αργότερα, οι διακηρύξεις άμεσης και άνευ όρων ανεξαρτησίας για το ισπανικό Μαρόκο έφεραν απογοήτευση και οργή στα τάγματα εφόδου των αντιδραστικών. Η δημοκρατία προφανώς βρήκε μια εύκολη προσωρινή λύση, υπό την πίεση των συντηρητικών κύκλων και της Αγγλικής και Γαλλικής Δημοκρατίας, που δεν έβλεπαν μ’ ενθουσιασμό κάθε πιθανή υπαναχώρηση απ’ τις δικές τους αποικιακές αυτοκρατορίες. Την ίδια στιγμή επιπλέον, το γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο όχι μόνο αρνήθηκε να παραχωρήσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση άξια του ονόματός του στους υπηκόους των γαλλικών αποικιών, αλλά διέλυσε και το Βορειοαφρικανικό Αστέρι, ένα προλεταριακό κίνημα στην Αλγερία.

Ο καθένας γνωρίζει ότι η πολιτική της «μη-ανάμειξης» στην Ισπανία ήταν της πλάκας. Μια βδομάδα μετά τη στρατιωτική στάση, το Λονδίνο ανακοίνωσε την αντίθεσή του σε κάθε πώληση όπλων στην τότε νόμιμη ισπανική κυβέρνηση, καθώς και την ουδετερότητά του σε περίπτωση που η Γαλλία εμπλακεί σε μια σύγκρουση. Η δημοκρατική Αγγλία έθετε έτσι τη δημοκρατία και τον φασισμό στο ίδιο επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, η Γαλλία του Blum και του Thorez έστειλε μερικά αεροπλάνα, όταν η Ιταλία και η Γερμανία έστειλαν ολόκληρα τάγματα με τα πολεμοφόδιά τους. Όσο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες, ελεγχόμενες από τη Σοβιετική Ένωση και τα ΚΚ, η στρατηγική τους αξία επήλθε μ’ ένα ιδιαίτερα βαρύ τίμημα, συγκεκριμένα την εξόντωση κάθε αντιπολίτευσης στον σταλινισμό, προερχόμενης μέσα από την εργατική τάξη. Ήταν στο ξεκίνημα του 1937, μετά την πρώτη παραλαβή όπλων, που η Καταλωνία κατήργησε τον Νιν απ’ τη θέση του ως σύμβουλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Σπάνια η στενή αντίληψη της ιστορίας ως μια σειρά από μάχες, πολέμους και στρατηγικές ήταν πιο άτοπη προκειμένου να εξηγήσει την πορεία ενός άμεσα «κοινωνικού» πολέμου, διαμορφωμένου καθώς ήταν από την εσωτερική δυναμική του αντιφασισμού. Ο επαναστατικός ζήλος αρχικά έσπασε την ορμή των εθνικιστών. Έπειτα οι εργάτες αποδέχθηκαν την νομιμότητα: η σύγκρουση πάγωσε και στη συνέχεια θεσμοθετήθηκε. Απ’ τον χειμώνα του 1936 κι έπειτα, οι ταξιαρχίες της πολιτοφυλακής καθηλώθηκαν στην πολιορκία της Σαραγόσα. Το κράτος εξόπλιζε μόνο τις στρατιωτικές μονάδες που απολάμβαναν την εμπιστοσύνη του, δηλαδή αυτές που δεν απαλλοτρίωναν την μεγάλη ιδιοκτησία. Απ’ τις αρχές του 1937, στις πενιχρά εξοπλισμένες πολιτοφυλακές του POUM που μάχονταν με παλιά τυφέκια, το ρεβόλβερ ήταν ήδη πολυτέλεια. Στις πόλεις, οι πολιτοφύλακες βρίσκονταν ώμο με ώμο με τους άρτια εξοπλισμένους τακτικούς στρατιώτες. Τα μέτωπα πληθαίναν, όπως και μέσα στη Βαρκελώνη, μεταξύ προλετάριων και μπάτσων. Η τελευταία ανάσα ήταν η νίκη των δημοκρατικών στη Μαδρίτη. Αμέσως μετά, η κυβέρνηση διέταξε τους μη-στρατολογημένους πολίτες να παραδώσουν τα όπλα τους. Το διάταγμα είχε περιορισμένα άμεσα αποτελέσματα, αλλά ήταν ενδεικτικό της αμείωτης θέλησης αφοπλισμού του πληθυσμού. Η απογοήτευση και η καχυποψία διέβρωναν το ηθικό. Ο πόλεμος περνούσε ολοένα και περισσότερο στα χέρια των ειδικών. Τελικά, η Δημοκρατία έχανε ολοένα και περισσότερο έδαφος, καθώς κάθε κοινωνικό περιεχόμενο και κάθε επαναστατική σημασία εξανεμιζόταν στο αντιφασιστικό στρατόπεδο.

Ο περιορισμός της επανάστασης σε πόλεμο απλοποιεί και διαστρεβλώνει το κοινωνικό ζήτημα σε μια λογική κέρδους ή απώλειας, σε μια λογική επικράτησης του «ισχυρότερου». Το ζήτημα πλέον τίθεται στο ποιος θα έχει τους πιο πειθαρχημένους στρατιώτες, τα καλύτερα οικονομικά, τους πιο ικανούς αξιωματικούς και την υποστήριξη συμμάχων των οποίων η πολιτική φύση μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλη αυτή η διαδικασία τραβάει τελικά τη σύγκρουση μακριά απ’ την καθημερινή ζωή. Είναι μια συγκεκριμένη μορφή πολέμου που, ακόμα και μεταξύ των υποστηρικτών του από κάθε πλευρά, κανείς δεν θέλει να χάσει, αν και όλοι επιθυμούν να τελειώσει. Σε αντίθεση με την επανάσταση, εκτός από την περίπτωση ήττας, ο πόλεμος δεν διαβαίνει το κατώφλι μου. Μεταμορφωμένος σε στρατιωτική διαμάχη, ο πόλεμος ενάντια στον Φράνκο σταμάτησε να είναι μια προσωπική δέσμευση, έχασε κάθε απτή πραγματικότητά του, κι έγινε μια κινητοποίηση από τα πάνω, όπως κάθε άλλη κατάσταση πολέμου. Μετά τον Γενάρη του 1937, η εθελοντική κατάταξη έκανε «κοιλιά» και ο εμφύλιος πόλεμος, και στα δυο στρατόπεδα, έφτασε σε μια γενική υποχρεωτική στρατολόγηση. Ως αποτέλεσμα, τυχόν πολιτοφύλακες του 1936 που θα εγκατέλειπαν τις ταξιαρχίες ένα χρόνο αργότερα, αηδιασμένοι με τον πολιτικαντισμό της Δημοκρατίας, μπορούσαν να συλληφθούν και να εκτελεσθούν επί τόπου ως «λιποτάκτες».

Σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, η στρατιωτική εξέλιξη αυτή, από μια εξέγερση σε πολιτοφυλακές κι έπειτα σε τακτικό στρατό, θυμίζει τους «αντάρτικους» [guerrilla] πολέμους ενάντια στον Ναπολέοντα (εξ ού και ο όρος guerilla από το ισπανικό guerra, ο «μικρός πόλεμος» δηλαδή), που περιγράφει ο Μαρξ:

«Συγκρίνοντας τις τρεις περιόδους του guerrilla με την πολιτική ιστορία της Ισπανίας, ανακαλύπτουμε ότι αναπαριστούν και τον ανάλογο βαθμό, στον οποίο το αντεπαναστατικό πνεύμα της Κυβέρνησης είχε επιτύχει να παγώσει το πνεύμα του λαού. Ξεκινώντας με την εξέγερση ολόκληρων πληθυσμών, ο παρτιζάνικος πόλεμος συνεχίστηκε στη συνέχεια από ανταρτοομάδες, που είχαν πίσω τους ολόκληρες επαρχίες για εφεδρείες και τελείωσε με παραστρατιωτικά σώματα που βρίσκονταν πάντα με το ένα πόδι στο να κυλήσουν στη ληστεία και την πειρατεία ή έφθιναν στο επίπεδο ταγμάτων τακτικού στρατού»[12].

Για το 1936, όπως και για το 1808, η εξέλιξη της στρατιωτικής κατάστασης δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ή ακόμα και κατά κύριο λόγο από την τέχνη του πολέμου, αλλά προκύπτει από την ισορροπία πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων και τον μετασχηματισμό τους σε μια αντεπαναστατική κατεύθυνση. Ο συμβιβασμός που επικαλείτο ο Ντουρρούτι, η αναγκαιότητα ενότητας με κάθε κόστος, δεν μπορούσε παρά να παραδώσει πρώτα τη νίκη στο Δημοκρατικό κράτος (επί του προλεταριάτου) κι έπειτα στο Φρανκικό κράτος (επί της Δημοκρατίας).

Υπήρξε στο ξεκίνημά της μια επανάσταση στην Ισπανία, που όμως γρήγορα αντιστράφηκε καθώς οι προλετάριοι, πεπεισμένοι ότι είχαν ήδη αρκετή δύναμη, εναπόθεσαν την εμπιστοσύνη τους στο κράτος σ’ έναν αγώνα ενάντια στον Φράνκο. Σ’ αυτή τη βάση, η πολυμορφία των ανατρεπτικών πρωτοβουλιών και των μέτρων που λήφθησαν στην παραγωγή και στην καθημερινή ζωή καταδικάστηκαν απ’ το απλό και τραγικό γεγονός ότι λάμβαναν χώρα στη σκιά ενός κράτους εκτάκτου ανάγκης, το οποίο αρχικά είχε τεθεί στην αναμονή κι έπειτα ξαναπήρε μπρος στο βωμό της αναγκαιότητας του πολέμου εναντίον του Φράνκο, ένα παράδοξο που παρέμεινε σκοτεινό για τις περισσότερες επαναστατικές ομάδες της εποχής. Προκειμένου η επανάσταση να σταθεροποιηθεί και να επεκταθεί, οι μετασχηματισμοί, χωρίς τους οποίους αυτή θα γινόταν ένα άδειο κέλυφος, έπρεπε να τεθούν ανταγωνιστικά προς ένα κράτος που σαφέστατα η ίδια αντιλαμβανόταν ως αντίπαλο.

Το πρόβλημα ήταν ότι, μετά τον Ιούλη του 1936, η δυαδική εξουσία υπήρχε μόνο εξ όψεως. Όχι μόνο οι θεσμοί της προλεταριακής εξουσίας που είχαν γεννηθεί από την εξέγερση, κι αυτοί που αμέσως μετά προέκυψαν μέσ’ απ’ τις κοινωνικοποιήσεις, ανέχθηκαν το κράτος, αλλά παρέδωσαν και στο κράτος την αρμοδιότητα του αντιφασιστικού αγώνα, λες και ήταν έστω τακτικά αναγκαίο να περάσει μέσα από το κράτος ο αγώνας για τη συντριβή του Φράνκο. Με όρους «ρεαλισμού», η καταφυγή στις παραδοσιακές στρατιωτικές μεθόδους που έγινε αποδεκτή από την άκρα αριστερά (συμπεριλαμβανομένου του POUM και της CNT), στο όνομα της αποτελεσματικότητας, αποδείχθηκε σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναποτελεσματική. Εξήντα χρόνια αργότερα, οι άνθρωποι ακόμα δεν το ‘χουν λήξει. Κι όμως, το δημοκρατικό κράτος είναι τόσο ακατάλληλο για να διεξάγει ένοπλο αγώνα ενάντια στον φασισμό όσο και για να σταματήσει την ειρηνική του άνοδο στην εξουσία. Τα κράτη είναι κατά κανόνα διστακτικά απέναντι στον κοινωνικό πόλεμο και συνήθως φοβούνται παρά ενθαρρύνουν την αδελφοποίηση. Όταν στη Γουαδαλαχάρα, οι αντιφασίστες απευθύνθηκαν στους ιταλούς στρατιώτες, που έστειλε ο Μουσολίνι για να τους καταστείλουν, ως εργάτες προς εργάτες, μια ομάδα ιταλών πράγματι λιποτάκτησε. Το επεισόδιο αυτό παρέμεινε η εξαίρεση.

Από την πολιορκία της Μαδρίτης (Μάρτης ’37) μέχρι την τελική πτώση της Καταλωνίας (Φλεβάρης ’39), το πτώμα της ματαιωμένης επανάστασης σάπιζε στα πεδία των μαχών. Έτσι, μπορεί να μιλά σήμερα κανείς για πόλεμο στην Ισπανία, αλλά όχι για επανάσταση. Πόλεμος που άνοιγε μια ολοένα και μεγαλύτερη πληγή καθώς τελούσε την κύρια λειτουργία του, που ήταν η επίλυση του τρέχοντος καπιταλιστικού προβλήματος: της εγκαθίδρυσης στην Ισπανία ενός κράτους νομιμότητας που θα κατάφερνε να αναπτύξει το εθνικό κεφάλαιο, ενώ θα κρατούσε τις μάζες υπό έλεγχο. Τον Φλεβάρη του 1939, ο Σουρρεαλιστής και Τροτσκιστής (τότε) ποιητής Benjamin Péret ανέλυε την τελική πράξη της ήττας:

«Η εργατική τάξη… έχοντας χάσει απ’ τα μάτια της τους ίδιους της τους στόχους, δεν έβλεπε πια για ποιο λόγο θα πρεπε να σκοτωθεί υπερασπιζόμενη τη μαφία της αστικής δημοκρατίας ενάντια στη φασιστική μαφία, σε τελική ανάλυση, υπερασπιζόμενη το Αγγλο-Γαλλικό κεφάλαιο ενάντια στον Ιταλο-Γερμανικό ιμπεριαλισμό. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε μετατραπεί ραγδαία σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο»[13].

Την ίδια χρονιά, ο Bruno Rizzi έκανε ένα παρόμοιο σχόλιο στην έκθεσή του για την «κολλεκτιβιστική γραφειοκρατία» στην ΕΣΣΔ:

«Οι παλιές δημοκρατίες παίζουν το παιχνίδι της αντιφασιστικής πολιτικής προκειμένου να νανουρίζουν τα πλήθη. Είναι αναγκασμένες να κρατούν τους προλετάριους ήσυχους… ανά πάσα στιγμή, οι παλιές δημοκρατίες μπουκώνουν την εργατική τάξη με αντιφασισμό… Η Ισπανία μετατράπηκε σ’ ένα σφαγείο από προλετάριους όλων των εθνικοτήτων, προκειμένου να εξοντωθούν οι απείθαρχοι επαναστάτες εργάτες, και να πουληθούν τα προϊόντα της βαριάς βιομηχανίας».

Τα δυο στρατόπεδα αναμφίβολα είχαν αρκετά διαφορετική κοινωνιολογική σύνθεση. Αν και η μπουρζουαζία ήταν παρούσα και στις δυο μεριές, η τεράστια πλειοψηφία των εργατών και των φτωχών γεωργών υποστήριζαν τη Δημοκρατία, ενώ τα παρωχημένα κι αντιδραστικά στρώματα (οι γαιοκτήμονες, οι μικρο-ιδιοκτήτες, ο κλήρος) συνασπίστηκαν πίσω από τον Φράνκο. Αυτή η ταξική πόλωση προσέδιδε μια αύρα προοδευτισμού στο Δημοκρατικό κράτος, αλλά δεν είναι ικανή να πει κάτι παραπάνω για την ιστορική σημασία της σύγκρουσης, όπως και τα πολλά εργατικής καταγωγής μέλη των σοσιαλιστικών ή σταλινικών κομμάτων δεν είναι αποκαλυπτικά στοιχεία για τη φύση των κομμάτων αυτών: στην πραγματικότητα, καθώς αποτελούν σχηματισμούς βάσης που είναι ικανοί να χειραγωγήσουν ή να αντιτεθούν σε κάθε προλεταριακή έφοδο. Αναλόγως, ο Δημοκρατικός στρατός διέθετε έναν μεγάλο αριθμό εργατών, αλλά σημασία έχει το για τι, με ποιόν και κάτω από ποιές εντολές πολεμούσαν αυτοί. Να θέτουμε την ερώτηση σημαίνει ταυτόχρονα να την απαντούμε, εκτός κι αν θεωρεί κανείς ότι είναι εφικτό να πολεμά την μπουρζουαζία μέσα από μια συμμαχία με την μπουρζουαζία.

«Ο εμφύλιος πόλεμος είναι η υψηλότερη έκφραση του ταξικού πολέμου», έγραφε ο Τρότσκυ στο Τα Ιδανικά Τους και τα Δικά Μας (1938). Αρκεί φυσικά να προσθέσει κανείς ότι απ’ τους «Θρησκευτικούς Πολέμους» μέχρι τις Ιρλανδικές ή Λιβανέζικες ταραχές των ημερών μας, ο εμφύλιος πόλεμος είναι επίσης, και μάλιστα συχνότερα, η μορφή που παίρνει ένας αδύνατος ή κι αποτυχημένος κοινωνικός αγώνας: όταν οι ταξικές αντιφάσεις δεν μπορούν να εκδηλωθούν ως τέτοιες, ξεσπούν μέσα σε ιδεολογικά ή εθνικά πλαίσια, καθυστερώντας ακόμη περισσότερο κάθε ανθρώπινη χειραφέτηση.

Αναρχικοί στην κυβέρνηση

Η σοσιαλδημοκρατία δεν «συνθηκολόγησε» τον Αύγουστο του 1914, όπως ένας μαχητής που ρίχνει τα όπλα του: ακολούθησε την τροχιά ενός πανίσχυρου κινήματος που ήταν διεθνιστικό στη ρητορεία του, ενω στην πραγματικότητα είχε μετατραπεί σε βαθιά εθνικό, καιρό πριν. Το SPD μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί την κυρίαρχη εκλογική δύναμη στη Γερμανία του 1912, όμως η ισχύς του εξαντλούταν στους σκοπούς των μεταρρυθμίσεων, μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού και σύμφωνα με τους νόμους του, που περιλάμβαναν για παράδειγμα την αποδοχή της αποικιοκρατίας, κι επίσης τον πόλεμο, που ακολούθησε όταν απέμεινε πια ως μόνη λύση για την αποσυμπίεση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων.

Κατά τον ίδιο τρόπο, η ενσωμάτωση του ισπανικού αναρχισμού στο κράτος το 1936 αποτελεί έκπληξη μόνο αν λησμονεί κανείς τη φύση του: η CNT ήταν ένα συνδικάτο, ένα αυθεντικό συνδικάτο αναμφίβολα, ωστόσο παρέμενε ένα συνδικάτο, και δεν υπάρχει συνδικάτο που να μην είναι συνδικάτο. Η λειτουργία δίνει μορφή στο όργανο κι όχι το αντίθετο. Οποιαδήποτε κι αν ήταν τα αρχικά ιδεώδη του, κάθε μόνιμη οργάνωση για την υπεράσπιση των μισθωτών εργατών ως τέτοια είναι προορισμένη να μετατραπεί σε μεσολαβητή, κι εν συνεχεία σε συμφιλιωτή. Ακόμα κι αν είναι στα χέρια ριζοσπαστών, ακόμα κι αν κυνηγιέται, η  οργάνωση αυτή είναι καταδικασμένη να ξεφύγει απ’ τον άμεσο έλεγχο της βάσης της και να μετατραπεί σε όργανο διαμεσολάβησης. Ακόμα κι αν υπήρξε αναρχικό συνδικάτο, η CNT ήταν πρώτα συνδικάτο κι έπειτα αναρχικό. Υπάρχει ένα ολόκληρο σύμπαν από τον εργάτη της σειράς μέχρι τον ηγέτη που θα καθήσει να συζητήσει στο τραπέζι των αφεντικών, η CNT πάντως δεν είχε τεράστιες διαφορές από την UGT. Και οι δυο εργάζονταν για τον εκσυγχρονισμό και την ορθολογική διαχείριση της οικονομίας: με μια λέξη, για να κοινωνικοποιήσουν τον καπιταλισμό. Υπάρχει ένα λεπτό νήμα που ενώνει τη σοσιαλιστική ψήφο υπέρ του πολέμου τον Αύγουστο του 1914, με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση των αναρχικών ηγετών, πρώτα στην Καταλωνία (Σεπτέμβρης ’36), κι έπειτα στην Ισπανική Δημοκρατία (Νοέμβρης ’36). Ήδη από το 1914, ο Μαλατέστα είχε στιγματίσει όσους απ’ τους συντρόφους του (όπως ο Κροπότκιν) αποδέχονταν τη στράτευση στο όνομα της εθνικής άμυνας ως «κυβερνητικούς αναρχικούς».

Η CNT υπήρξε για πολύ καιρό ταυτόχρονα θεσμική και ανατρεπτική. Η αντίφαση αυτή έλαβε τέλος στις γενικές εκλογές του 1931, όπου η CNT παράτησε την αντικοινοβουλευτική της στάση, καλώντας τις μάζες να ψηφίσουν τους Δημοκρατικούς υποψηφίους. Η αναρχική οργάνωση μετατρεπόταν σε «ένα συνδικάτο που φιλοδοξούσε να κατακτήσει την εξουσία», το οποίο «αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε μια δικτατορία επί του προλεταριάτου»[14].

Απ’ τον έναν συμβιβασμό στον άλλον, η CNT κατέληξε να αποκηρύξει τον αντικρατισμό που ήταν ο βασικός λόγος ύπαρξής της, ακόμα και μετά που η Δημοκρατία και οι Ρώσοι σύμμαχοι ή μάλλον αφέντες της, έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο τον Μάη του ’37, χωρίς να αναφέρουμε καν τα όσα ακολούθησαν, στις φυλακές και τα μυστικά κρατητήρια. Όπως το POUM, η CNT υπήρξε αποτελεσματική στο να αφοπλίσει τους προλεταρίους, να τους καλέσει να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους ενάντια στην επίσημη και τη σταλινική αστυνομία που ήταν πια έτοιμες να τους αποτελειώσουν. Όπως το έθεσε το GIC:

«Η CNT ήταν ανάμεσα στους κύριους υπεύθυνους για το τσάκισμα της εξέγερσης. Έριξε το ηθικό του προλεταριάτου σε μια στιγμή που αυτό εφορμούσε εναντίον των δημοκρατικών αντιδραστικών»[15].

Ορισμένοι ριζοσπάστες γεύτηκαν ακόμα τη δυσάρεστη έκπληξη να ριχθούν σε μια φυλακή που διευθυνόταν από έναν παλιό αναρχικό σύντροφο, απογυμνωμένο από κάθε ουσιαστική εξουσία πάνω στο τι γινόταν μέσα στη φυλακή φυσικά. Στις βλάβες που προκάλεσε η CNT μπορεί να προστεθεί και μια απλή προσβολή, όταν ο απεσταλμένος της CNT στη Σοβιετική Ένωση για υλική βοήθεια, δεν έθεσε καν το ζήτημα των δικών της Μόσχας.

Τα πάντα για τον αντιφασιστικό αγώνα!

Τα πάντα για τις σφαίρες και τα όπλα!

Όμως ακόμη κι έτσι, κάποιοι μπορεί να διαφωνήσουν, αφού οι αναρχικοί είναι απ’ τη φύση τους απρόσβλητοι απ’ τον ιό του κρατισμού. Δεν είναι άλλωστε ο αναρχισμός η άρνηση του κράτους; Ναι μεν, αλλά…

Ορισμένοι μαρξιστές επίσης μπορούν να επικαλεστούν ολόκληρες σελίδες απ’ τον Εμφύλιο Πόλεμο στη Γαλλία (του Κ. Μαρξ) για την καταστροφή του κρατικού μηχανισμού, και να επαναλάβουν το χωρίο απ’ το Κράτος και Επανάσταση όπου ο Λένιν λέει ότι μια μέρα οι μάγειρες θα διευθύνουν την κοινωνία κι όχι οι πολιτικοί. Όμως αυτοί οι ίδιοι μαρξιστές μπορούν στην πράξη να εφαρμόζουν την πιο δουλοπρεπή λατρεία του κράτους, όταν βλέπουν το κράτος ως τον φορέα της προόδου ή της ιστορικής αναγκαιότητας. Καθώς φαντάζονται το μέλλον ως μια καπιταλιστική κοινωνία χωρίς καπιταλιστές, ως έναν κόσμο που ακόμα βασίζεται στη μισθωτή εργασία αλλά αυτή τη φορά εξισωτική, εκδημοκρατισμένη και σχεδιασμένη, όλα τους οδηγούν στο να δεχθούν ένα κράτος (μεταβατικό βέβαια), και να πανε στον πόλεμο για ένα κράτος που θεωρούν κακό εναντίον ενός άλλου που τους φαίνεται χειρότερο.

Ο αναρχισμός υπερεκτιμά το κράτος θεωρώντας την εξουσία ως τον κύριο εχθρό, ενώ την ίδια στιγμή υποτιμά τη ροπή αδράνειας του κράτους.

Το κράτος είναι ο εγγυητής, αλλά όχι ο δημιουργός των κοινωνικών σχέσεων. Αντιπροσωπεύει και ενοποιεί το κεφάλαιο, δεν είναι ούτε ο κινητήρας του ούτε η καρδιά του.

Απ’ το αναντίρρητο γεγονός ότι οι ισπανικές μάζες ήταν οπλισμένες μετά τον Ιούλη του 1936, ο αναρχισμός συμπεραίνει ότι το κράτος είχε πια χάσει την υπόστασή του. Όμως η υπόσταση του κράτους δεν εδρεύει στον έναν ή τον άλλον θεσμό του, αλλά στη λειτουργία της ενοποίησης που φέρνει συνολικά εις πέρας. Το κράτος διασφαλίζει τους δεσμούς που οι άνθρωποι δεν μπορούν και δεν τολμούν να δημιουργήσουν μεταξύ τους και δημιουργεί ένα δίκτυο υπηρεσιών, οι οποίες είναι ταυτόχρονα παρασιτικές όσο και αναγκαίες.

Το καλοκαίρι του 1936, το κρατικό σύμπλεγμα φαινόταν να παραπαίει στη Δημοκρατική Ισπανία, μιας και φυτοζωοούσε μόνο ως ένα πιθανό πλαίσιο ικανό να μαζέψει τα συντρίμμια της καπιταλιστικής κοινωνίας και να τα επαναδιευθετήσει μια μέρα. Στο μεταξύ, συνέχιζε να υπάρχει, σε κοινωνική νάρκη. Έπειτα, κέρδισε έδαφος όταν οι σχέσεις που δημιουργήθηκαν με την εξέγερση χαλάρωσαν ή διαλύθηκαν. Αναζωογόνησε τα όργανά του και, μόλις το επέτρεψε η κατάσταση, πήρε τον έλεγχο των οργάνων αυτών που η ανατροπή είχε φέρει στην επιφάνεια και λειτουργήσει. Αυτό που έμοιαζε μ’ ένα άδειο κέλυφος αποδείχθηκε ικανό όχι μόνο να αναγεννηθεί, αλλά και να αδειάσει τις παράλληλες μορφές εξουσίας στις οποίες η επανάσταση πίστευε ότι είχε ενσωματωθεί και να τις αποικίσει το ίδιο.

Η ύστατη δικαιολογία της CNT για τον ρόλο της συνοψίζεται στην ιδέα ότι η κυβέρνηση δεν είχε πια καμιά εξουσία στ’ αλήθεια, καθώς το εργατικό κίνημα είχε πάρει την εξουσία εκ των πραγμάτων.

«…η κυβέρνηση έχει πάψει να είναι μια δύναμη που καταπιέζει την εργατική τάξη, με τον ίδιο τρόπο που το κράτος δεν είναι πια η οργάνωση που διαιρεί την κοινωνία σε τάξεις. Κι αν τα μέλη της CNT εργαστούν μέσα στο κράτος και την κυβέρνηση, οι άνθρωποι θα είναι ολοένα και λιγότερο καταπιεσμένοι»[16].

Όχι λιγότερο απ’ τον μαρξισμό, ο αναρχισμός φετιχοποιεί το κράτος και το φαντάζεται να παίρνει σάρκα και οστά σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Ο Μπλανκί είχε προηγουμένως οδηγήσει τον μικρό στρατό του σε επιθέσεις εναντίον δημαρχείων ή στρατώνων, τουλάχιστον όμως χωρίς να ισχυρίζεται ποτέ ότι βασίζει τις δράσεις του στο προλεταριακό κίνημα, αλλά μόνο σε μια μειοψηφία που θα ξυπνούσε τον κόσμο. Έναν αιώνα αργότερα, η CNT δήλωνε ότι το ισπανικό κράτος είναι ένα φάντασμα σε σχέση με την απτή πραγματικότητα των «κοινωνικών οργανώσεων» (δηλαδή των πολιτοφυλακών, των συνδικάτων κλπ). Όμως, η λειτουργία του κράτους, ο λόγος ύπαρξής του, είναι να χαρτογραφεί τις ελλείψεις και τις αδυναμίες της «κοινωνίας» μέσω ενός συστήματος σχέσεων, δεσμών, συγκέντρωσης εξουσιών, διοίκησης, αστυνομίας, δικαιοσύνης και στρατιωτικών δικτύων, τα οποία παραμένουν σε αναμονή για περιόδους κρίσεων, περιμένοντας για τη στιγμή που ένας αστυνομικός ανακριτής θα βρει τον δρόμο του μέσα στα αρχεία κάποιου κοινωνικού λειτουργού. Η επανάσταση δεν έχει Βαστίλλη να γκρεμίσει, αστυνομικό τμήμα ή θερινά ανάκτορα να «καταλάβει»: το καθήκον της είναι να καταστήσει ακίνδυνα ή να καταστρέψει τα πάντα απ’ τα οποία τέτοια μέρη αντλούν την υπόστασή τους.

Η άνοδος και πτώση των κολλεκτιβοποιήσεων

Το βάθος και το εύρος των βιομηχανικών και αγροτικών κολλεκτιβοποιήσεων μετά τον Ιούλη του 1936 δεν έχει ιστορικό προηγούμενο. Ο Μαρξ υπογράμμιζε την ισπανική παράδοση λαϊκής αυτονομίας και το χάσμα μεταξύ του λαού και του κράτους, το οποίο εκδηλώθηκε στους αντι-Ναπολεονικούς πολέμους κι έπειτα στις εξεγέρσεις του 19ου αιώνα που αναζωογόνησαν μια πατροπαράδοτη κοινοτική αντίσταση στην εξουσία του στέμματος. Η απόλυτη μοναρχία, παρατηρούσε, δεν παρακινούσε διάφορα στρώματα για να δημιουργήσει ένα σύγχρονο κράτος, αλλά άφηνε τις ζωτικές δυνάμεις της χώρας ανέπαφες. Ο Ναπολέων έτσι μπορούσε να βλέπει την Ισπανία σαν ένα «κουφάρι,

…κι όμως, όσο νεκρό ήταν στ’ αλήθεια το ισπανικό κράτος, η ισπανική κοινωνία ήταν γεμάτη ζωή» και «αυτό που λέμε κράτος με τη σύγχρονη έννοια της λέξης είχε πραγματοποιηθεί μόνο σε ό,τι αφορά το στράτευμα, που έπρεπε να συμβαδίσει με την ιδιαίτερη ταραχώδη “επαρχιακή” ζωή του λαού»[17].

Στην Ισπανία του 1936, η αστική επανάσταση είχε γίνει κι ήταν μάταιο να κάνει κανείς υποθέσεις τύπου 1917 ή, ακόμα χειρότερα, 1848 ή 1789. Ωστόσο, αν και η μπουρζουαζία ήταν κυρίαρχη πολιτικά, και το κεφάλαιο οικονομικά, απείχαν πολύ απ’ τη δημιουργία μιας ενοποιημένης εσωτερικής αγοράς και μιας σύγχρονης κρατικής δομής ώστε να υπαχθεί η κοινωνία ως ολότητα και να εξημερωθεί η τοπική ζωή με όλες τις ιδιαιτερότητές της. Για τον Μαρξ στα 1854, μια «δεσποτική» κυβέρνηση συνηπήρχε με μια έλλειψη ενότητας που έφθανε μέχρι το σημείο διαφορετικών νομισμάτων ή διαφορετικών φορολογιών ανά περιοχή: οι παρατηρήσεις του διατηρούσαν ακόμα κάποια εγκυρότητα ογδόντα χρόνια αργότερα. Το κράτος δεν ήταν ικανό ούτε να αναπτύξει τη βιομηχανία ούτε να αναλάβει αγροτικές μεταρρυθμίσεις. Δεν μπορούσε να βγάλει απ’ τη γεωργία ούτε τα αναγκαία έσοδα για καπιταλιστική συσσώρευση ούτε να ενοποιήσει την επαρχία ούτε καν να κρατήσει υποταγμένους τους προλετάριους των πόλεων και της υπαίθρου.

Ήταν λοιπόν σχεδόν φυσικό ότι η κρίση του Ιούλη 1936 θα έδινε άνθιση, στα περιθώρια της πολιτικής εξουσίας, σε ένα κοινωνικό κίνημα του οποίου οι πραγματικές εκδηλώσεις, αν και συμπεριλάμβαναν κομμουνιστικές δυνατότητες, αργότερα απορροφήθηκαν από το κράτος στο οποίο επέτρεψαν να παραμείνει αλώβητο. Οι πρώτοι μήνες μιας επανάστασης που ήδη παρήκμαζε, αλλά της οποίας η έκταση έκρυβε ακόμα την αποτυχία της, εμφανίζονταν σαν μια διαδικασία κατακερματισμού: κάθε περιοχή, κάθε κομμούνα, κάθε επιχείριση, κολλεκτίβα ή κοινότητα διέφευγε της κεντρικής εξουσίας χωρίς να της επιτίθεται άμεσα, και κινούσε να ζήσει διαφορετικά. Ο αναρχισμός, ακόμα και η περιφερειακή πολιτική του POUM, εκφράζουν αυτήν την ισπανική ιδιομορφία, που θα ήταν λάθος να δει κανείς αποκλειστικά υπό το αρνητικό πρίσμα της «καθυστερημένης» καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ακόμα και η άμπωτη του 1937 δεν έσβησε το ζήλο εκατοντάδων χιλιάδων εργατών και χωρικών που καταλάμβαναν τη γη, τα εργοστάσια, τις γειτονιές, τα χωριά, απαλλοτριώνοντας την ιδιοκτησία και κοινωνικοποιώντας την παραγωγή με μια αυτονομία και μια αλληλεγγύη στην καθημερινή ζωή που εξέπλησσε τόσο τους παρατηρητές όσο και τους συμμετέχοντες[18]. Ο κομμουνισμός είναι επίσης η επανοικειοποίηση των συνθηκών της ίδιας της ύπαρξης.

Θλιβερό να το λέει κανείς, αλλά αν αυτές οι αμέτρητες πράξεις και καθήκοντα, ορισμένες φορές διάρκειας αρκετών ετών, αποτελούν απόδειξη (όπως, με τον δικό τους τρόπο, η ρώσικη και η γερμανική εμπειρία) ενός κομμουνιστικού κινήματος που ξαναπλάθει ολόκληρη την κοινωνία, των υπέροχων ανατρεπτικών ικανοτήτων όταν αυτές διευρύνονται, είναι επίσης αληθές πως η μοίρα τους είχε ήδη σφραγιστεί από το καλοκαίρι του 1936 κι έπειτα. Ο ισπανικός εμφύλιος απέδειξε ταυτόχρονα το επαναστατικό σθένος που δίνουν οι κοινοτικοί δεσμοί και οι μορφές που είχαν διαβρωθεί απ’ το κεφάλαιο αλλά δεν αναπαράγονταν ακόμη καθημερινά για λογαριασμό του, αλλά επίσης την ανικανότητά τους να φέρουν από μόνοι τους την επανάσταση. Η απουσία μιας επίθεσης ενάντια στο κράτος καταδίκασε την εγκαθίδρυση διάφορων σχέσεων σε μια αποσπασματική αυτοδιαχείριση που διατηρούσε το περιεχόμενο και συχνά ακόμα και τη μορφή του καπιταλισμού, κατά κύριο λόγο το χρήμα και τον καταμερισμό των δραστηριοτήτων ανά επιχείρηση. Κάθε επιβίωση της μισθωτής εργασίας διαιωνίζει την ιεραρχία των λειτουργιών και των εσόδων.

Τα κομμουνιστικά μέτρα θα μπορούσαν να υποσκάψουν την κοινωνική βάση και των δυο κρατών (του Δημοκρατικού και του Εθνικιστικού) μόνο μέσα από την επίλυση του αγροτικού ζητήματος: στα 1930, περισσότερο απ’ το ήμισυ του πληθυσμού λιμοκτονούσε. Μια ανατρεπτική δύναμη προέκυψε φέρνοντας στο προσκήνιο τα πιο καταπιεσμένα στρώματα, αυτά που ήταν πιο μακρυά απ’ την «πολιτική» (π.χ. οι γυναίκες), αλλά δεν κατάφερε να συνεχίσει μέχρι τέλους ξεριζώνοντας ολόκληρο το σύστημα απ’ τα θεμέλια.

Την εποχή εκείνη, το εργατικό κίνημα αντιστοιχούσε σ’ εκείνες τις περιοχές του κόσμου που είχαν κοινωνικοποιηθεί μέσα από την ολοκληρωτική κυριαρχία του κεφαλαίου επί της κοινωνίας, όπου ο κομμουνισμός ήταν ταυτόχρονα πιο κοντά λόγω αυτής της κοινωνικοποίησης όσο και πιο μακρυά εξαιτίας της διάλυσης κάθε σχέσης μέσα στην εμπορευματική μορφή. Η νέα κοινωνία, σ’ αυτές τις χώρες, γινόταν συνήθως αντιληπτή ως ένας εργατικός κόσμος, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε έναν κόσμο βιομηχανικό.

Το ισπανικό προλεταριάτο, απ’ την άλλη, συνέχισε να διαπλάθεται από μια καπιταλιστική διείσδυση στην κοινωνία που ήταν περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική. Από την πραγματικότητα αυτή αντλούσε τόσο τη δύναμή του όσο και την αδυναμία του, όπως μαρτυρά η παράδοση και το αίτημα αυτονομίας που αντιπροσωπεύει ο αναρχισμός.

«Στα τελευταία εκατό χρόνια, δεν υπήρξε ούτε μια εξέγερση στην Ανδαλουσία που να μην οδήγησε στη δημιουργία κομμούνων, στο μοίρασμα της γης, την κατάργηση του χρήματος και τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας… ο αναρχισμός των εργατών δεν ήταν πολύ διαφορετικός. Κι αυτοί επίσης διεκδικούσαν, πάνω απ’ όλα, τη δυνατότητα να διαχειρίζονται οι ίδιοι τη βιομηχανική τους κοινότητα ή το συνδικάτο τους κι έπειτα τη μείωση των ωρών εργασίας και του μόχθου που απαιτείτο απ’ όλους…»[19].

Μια απ’ τις κύριες αδυναμίες ήταν η στάση απέναντι στο χρήμα. Η «κατάργηση του χρήματος» έχει νόημα μόνο όταν σημαίνει κάτι παραπάνω απ’ την αντικατάσταση ενός μέσου υπολογισμού της αξίας με ένα άλλο (όπως υπήρξαν για παράδειγμα τα κουπόνια εργασίας). Όπως οι περισσότερες ριζοσπαστικές ομάδες, είτε λέγονταν μαρξιστικές είτε αναρχικές, οι ισπανοί προλετάριοι δεν είδαν το χρήμα ως την -αφαιρετική- έκφραση υπαρκτών σχέσεων, αλλά ως ένα εργαλείο μέτρησης, υπολογισμού κι έτσι περιόρισαν τον σοσιαλισμό σε μια διαφορετική διαχείριση των ίδιων κατηγοριών και των ίδιων βασικών στοιχείων του καπιταλισμού.

Η αποτυχία των μέτρων που λήφθησαν ενάντια στις εμπορευματικές σχέσεις δεν είχε να κάνει με την ισχύ της UGT (που ούτως ή άλλως αντιτέθηκε στις κολλεκτιβοποιήσεις) έναντι των τραπεζών. Το κλείσιμο των ιδιωτικών τραπεζών και της κεντρικής τράπεζας θέτει ένα τέλος στις εμπορευματικές σχέσεις μόνον εφόσον η παραγωγή και η ζωή οργανώνονται μ΄ έναν τρόπο που δεν διαμεσολαβείται πια απ’ το εμπόρευμα και μόνον αν μια τέτοια κοινοτική παραγωγική και ζωή σταδιακά φτάσουν να κυριαρχήσουν την ολότητα των κοινωνικών σχέσεων. Το χρήμα δεν είναι το «κακό» που πρέπει να παταχθεί από μια κατά τ’ άλλα «καλή» παραγωγή, αλλά η εκδήλωση (σήμερα ολοένα και πιο άυλη) του εμπορευματικού χαρακτήρα κάθε πλευράς της ζωής. Δεν μπορεί να εξαφανιστεί καταστρέφοντας χαρτονομίσματα, αλλά μόνον όταν η ανταλλαγή εγκαταλειφθεί ως κοινωνική σχέση.

Στην πραγματικότητα, μόνο οι αγροτικές κολλεκτίβες κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα χωρίς χρήμα κι αυτό μερικές φορές με τη βοήθεια τοπικών συναλλαγμάτων ή κουπονιών που χρησιμοποιήθηκαν ως «εσωτερικό νόμισμα». Μερικές φορές το χρήμα παραδόθηκε στην κολλεκτίβα. Άλλες φορές οι εργάτες έπαιρναν κάρτες ανάλογα με το μέγεθος της οικογένειάς τους κι όχι του έργου που παρήγαγαν («στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του»). Ορισμένες φορές το χρήμα δεν έπαιζε κανέναν ρόλο: τα αγαθά μοιράζονταν. Ένα πνεύμα ισοτιμίας κυριαρχούσε, όπως και απόρριψης της «πολυτέλειας»[20]. Ωστόσο, ανίκανοι να διευρύνουν την μη-εμπορευματική παραγωγή πέρα από διάφορες αυτόνομες ζώνες, χωρίς προοπτική για παγκόσμια δράση, τα σοβιέτ, οι κολλεκτίβες και τ’ απελευθερωμένα χωριά μεταμορφώθηκαν σε προσωρινές κοινότητες κι αργά ή γρήγορα είτε θα κατέρρεαν από τα μέσα είτε θα καταστέλλονταν με τη βία απ’ τους φασίστες… ή τους Δημοκρατικούς. Στην Αραγωνία, η ταξιαρχία του σταλινικού Lister το έθεσε στις αρμοδιότητές της. Μπαίνοντας στο χωριό της Calanda, η πρώτη του πράξη ήταν να γράψει σ’ έναν τοίχο την επιγραφή: «Η κολλεκτιβοποίηση είναι κλοπή».

Κολλεκτιβοποίηση ή κομμουνιστικοποίηση;

Ήδη από την Πρώτη Διεθνή, ο αναρχισμός αντέταξε τη συλλογική απαλλοτρίωση των παραγωγικών μέσων στον κρατισμό των σοσιαλδημοκρατών. Και τα δυο οράματα, παρόλ’ αυτά, μοιράζονται την ίδια αφετηρία: την ανάγκη για μια συλλογική διαχείριση. Το πρόβλημα είναι: διαχείριση τίνος πράγματος; Ασφαλώς, αυτό που οι σοσιαλδημοκράτες έκαναν από τα πάνω, γραφειοκρατικά, το ισπανικό προλεταριάτο εφάρμοζε στη βάση, ένοπλο, με το κάθε άτομο υπέυθυνο απέναντι στο διπλανό του, παίρνοντας έτσι τη γη και τα εργοστάσια από τα χέρια μιας μειοψηφίας που ειδικευόταν στην οργάνωση της εκμετάλλευσης των άλλων. Το αντίθετο, με λίγα λόγια, από τη συνδιαχείριση του συμβουλίου άνθρακα απ’ τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους των σοσιαλιστών και των σταλινικών. Ωστόσο, το γεγονός ότι μια συλλογικότητα, και όχι το κράτος ή μια γραφειοκρατία, παίρνει την παραγωγή της υλικής ζωής της στα δικά της χέρια, δεν σημαίνει από μόνο του ότι ξεμπερδεύει με τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της ζωής αυτής.

Η μισθωτή εργασία συνεπάγεται τη μεσολάβηση μιας δραστηριότητας, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, το όργωμα ενός αγρού ή το τύπωμα μιας εφημερίδας, μέσα απ’ τη μορφή του χρήματος. Το χρήμα, ενώ κάνει τη διεξαγωγή της δραστηριότητας αυτής εφικτή, επεκτείνεται μέσω αυτής. Εξισώνοντας τους μισθούς, αποφασίζοντας για τα πάντα συλλογικά, κι αντικαθιστώντας το συνάλλαγμα με κουπόνια δεν ήταν ποτέ αρκετό για να ξεμπερδεύουμε οριστικά με τη μισθωτή εργασία. Αυτό που στηρίζεται στο χρήμα δεν μπορεί να υπάρξει δωρεάν, κι αργά ή γρήγορα το χρήμα θα ξαναγίνει ο αφέντης του.

Υποκαθιστώντας τον ανταγωνισμό με τον συνεταιρισμό σε τοπική βάση ήταν μια εγγυημένη συνταγή καταστροφής. Γιατί, μολονότι οι κολλεκτίβες όντως καταργούσαν την ιδιωτική ιδιοκτησία στο εσωτερικό τους, υψώνονταν οι ίδιες σε ξεχωριστές οντότητες εναντίον άλλων, σε μια παγκόσμια οικονομία. Κι έπειτα ως μια μεμονωμένη κολλεκτίβα αναγκασμένη να πουλά και ν’ αγοράζει, να συναλλάσσεται με τον έξω κόσμο, γινόμενη έτσι με τη σειρά της μια επιχείρηση που είτε το θέλει είτε όχι, οφείλει να παίξει σύμφωνα με τους κανόνες του τοπικού, εθνικού και διεθνούς ανταγωνισμού, είτε να εξαφανιστεί.

Μπορεί κανείς να χαμογελάσει μπροστά στο γεγονός ότι η μισή Ισπανία εξερράγη: αυτό που η καθώσπρέπει άποψη αποκαλεί «αναρχία» δεν είναι παρά μια αναγκαία συνθήκη για την επανάσταση, όπως έγραψε ο Μαρξ στην εποχή του. Όμως αυτά τα κινήματα πραγματοποίησαν την ανατρεπτική τους έκρηξη στη βάση μιας φυγόκεντρου δύναμης. Οι ανανεωμένοι κοινοτικοί δεσμοί οδήγησαν επίσης τον κόσμο στα χωριά και στις συνοικίες του, λες κι αναζητούσαν ν’ ανακαλύψουν έναν χαμένο κόσμο, μια ξεπεσμένη ανθρωπιά για να αντιτάξουν τις εργατογειτονιές στη μεγαλούπολη, τις αυτοδιαχειριζόμενες κομμούνες στη χαώδη καπιταλιστική ιδιοκτησία, την ύπαιθρο του λαού στην εμπορευματοποιημένη πόλη, με μια λέξη τους φτωχούς στους πλουσίους, το μικρό στο μεγάλο και το τοπικό στο παγκόσμιο, ξεχνώντας εν τω μεταξύ ότι μια συνεταιριστική λογική δεν είναι συχνά παρά ο πιο μακρύς δρόμος για τον καπιταλισμό.

Δεν υπάρχει επανάσταση χωρίς την καταστροφή του κράτους. Πώς όμως; Χτυπώντας τις ένοπλες δυνάμεις του, εγκαταλείποντας τις κρατικές δομές και τις συνήθειες, βρίσκοντας νέους τρόπους διαλόγου και λήψης αποφάσεων; Όλ’ αυτά τα καθήκοντα είναι ανίκανα εάν δεν πηγαίνουν χέρι χέρι με την κοινωνικοποίηση. Δεν θέλουμε «την εξουσία», θέλουμε την εξουσία ν’ αλλάξουμε πλήρως τις ζωές μας. Σε μια ιστορική προοπτική, ποιός θα ‘θελε να φαντάζεται οι επόμενες γενιές να είναι αναγκασμένες να πληρώνουν με τους μισθούς τους για φαγητό ή στέγαση; Αν μια επανάσταση υποθέσουμε ότι είναι πρώτα πολιτική κι έπειτα κοινωνική, θα δημιουργούσε ένα σύστημα του οποίου η μόνη λειτουργία θα ήταν ο αγώνας ενάντια στους υποστηρικτές του παλιού κόσμου, δηλαδή έναν μηχανισμό καταστολής στο αρνητικό του, ένα σύστημα ελέγχου με μόνο περιεχόμενο το «πρόγραμμά» του και τη θέλησή του να πραγματοποιήσει τον κομμουνισμό την ημέρα που οι συνθήκες τελικά θα το επιτρέψουν. Έτσι μια επανάσταση ιδεολογικοποιείται κι έτσι νομιμοποιεί τη γέννηση ενός στρώματος ειδικών που αναλαμβάνουν ως αποστολή την επίβλεψη της ωρίμανσης και την προσμονή της προσδοκώμενης μέρας που δεν έρχεται ποτέ. Η ίδια η ουσία της πολιτικής δεν είναι η ικανότητα, ούτε η θέληση, για αλλαγή των πάντων: είναι η συνένωση όσων υφίστανται ήδη διαχωρισμένα, χωρίς να προχωρά παραπέρα. Η εξουσία είναι παρούσα, διαχειρίζεται, διευθύνει, επιβλέπει, χειραγωγεί, καταστέλλει: υφίσταται.

Η πολιτική κυριαρχία (την οποία μια ολόκληρη σχολή σκέψης βλέπει ως το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα) προκύπτει απ’ την ανικανότητα των ανθρώπινων όντων να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να οργανώσουν τις ζωές και τη δραστηριότητά τους. Η κυριαρχία αυτή διαιωνίζεται μόνο μέσα απ’ τη ολοκληρωτική φτώχια που χαρακτηρίζει το προλεταριάτο. Όταν ο καθένας συμμετέχει στην παραγωγή της ίδιας της ύπαρξής του, η χειραγωγική και καταπιεστική ικανότητα του κράτους παύει να είναι λειτουργική. Είναι επειδή η κοινωνία της μισθωτής εργασίας μας στερεί απ’ όλα τα μέσα της ύπαρξης, της παραγωγής και της επικοινωνίας, μη σταματώντας την άλωση κάθε χώρου που κάποτε ήταν ιδιωτικός, όπως και της ίδιας της συναισθηματικής μας ζωής, που το κράτος διατηρεί την παντοδυναμία του. Η καλύτερη εγγύηση απέναντι στην επανεμφάνιση μιας νέας δομής εξουσίας πάνω μας είναι η βαθύτερη εφικτή επανοικειοποίηση των συνθηκών της ύπαρξης, σε κάθε επίπεδο. Για παράδειγμα, ακόμα κι αν δεν θέλουμε να παράγει ο καθένας την ενέργειά του στο υπόγειό του, μια τέτοια εξημέρωση του Λεβιάθαν προκύπτει απ’ το γεγονός ότι η ενέργεια (ας σημειωθεί ότι [στην αγγλική γλώσσα] η λέξη για την ενέργεια [energy] είναι μερικώς ταυτόσημη με τη λέξη για την εξουσία [power]) μας καθιστά εξαρτημένους από τα βιομηχανικά συγκροτήματα που, πυρηνικά ή όχι, αναπόφευκτα παραμένουν εξωτερικά προς εμάς, και πέραν κάθε ελέγχου μας.

Το να αντιλαμβανόμαστε την καταστροφή του κράτους ως μια ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία και τις ένοπλες δυνάμεις σημαίνει να ταυτίζουμε το μερικό με το όλον. Ο κομμουνισμός είναι πρώτ’ απ’ όλα δραστηριότητα, κίνηση. Ένας τρόπος να παράγουν οι άνθρωποι την κοινωνική τους ζωή και ύπαρξη με τρόπο που να παραλύει ή να απορροφά την εμφάνιση διαχωρισμένων εξουσιών.

Η εναλλακτική που προέτεινε ο Μπορντίγκα: «Θα πρεπε άραγε να πάρουμε τα εργοστάσια, ή να πάρουμε την εξουσία;» (Il Soviet, 20 Φλεβάρη 1920) μπορεί και πρέπει να ξεπεραστεί. Δεν λέμε: δεν έχει σημασία ποιος διαχειρίζεται την παραγωγή, είτε ένα στέλεχος είτε ένα εργατικό συμβούλιο, επειδή αυτό που έχει σημασία είναι να έχουμε παραγωγή χωρίς ανταλλακτική αξία. Αυτό που λέμε είναι: όσο συνεχίζεται η παραγωγή για την αξία, όσο είναι διαχωρισμένη απ’ το υπόλοιπο της ζωής, όσο το ανθρώπινο είδος δεν παράγει συλλογικά τους τρόπους και τα μέσα της ύπαρξής του, όσο υπάρχει «οικονομία», κάθε εργατικό συμβούλιο είναι καταδικασμένο να μεταφέρει την εξουσία του σ’ ένα στέλεχος. Εδώ διακρινόμαστε τόσο απ’ τους «συμβουλιακούς» όσο κι απ’ του μπορντιγκιστές κομμουνιστές, κι εδώ μπορεί να μας αποκαλούν μπορντιγκιστές οι πρώτοι και συμβουλιακούς οι δεύτεροι.

Αφήνοντας τον 20ό αιώνα;

Η ισπανική αποτυχία του 1936-37 είναι συμμετρική προς την ρωσική αποτυχία του 1917-21. Οι ρώσοι εργάτες, ενώ βρέθηκαν ικανοί να πάρουν την εξουσία, δεν μπόρεσαν να τη χρησιμοποιήσουν για μια κομμουνιστική κοινωνική αλλαγή. Η οπισθοδρομικότητα, η οικονομική καταστροφή και η διεθνής απομόνωση, από μόνα τους δεν μπορούν να εξηγήσουν την ήττα. Η προοπτική που έθεσε ο Μαρξ, ενδεχομένως εφαρμόσιμη μ’ έναν διαφορετικό τρόπο μετά το 1917, της αναγέννησης με μια νέα μορφή των κοινοτικών αγροτικών δομών, ήταν για την εποχή εκείνη αδιανόητη. Κι ας παραμερίσουμε εδώ τη λατρεία του Λένιν για τον Ταιηλορισμό, και τη δικαιολόγηση της στρατιωτικοποιημένης εργασίας από τον Τρότσκυ. Για όλους σχεδόν τους Μπολσεβίκους και για την πλειοψηφία της Τρίτης Διεθνούς, μαζί και της Κομμουνιστικής Αριστεράς, σοσιαλισμός σήμαινε κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού συν σοβιέτ, ενώ η γεωργία του μέλλοντος φάνταζε πιο πολύ σαν δημοκρατικά διαχειριζόμενα μεγάλα υποστατικά. Η -τεράστια- διαφορά μεταξύ της γερμανικής κι ολλανδικής Αριστεράς και της Κομιντέρν ήταν ότι οι πρώτοι εννοούσαν τα σοβιέτ και την εργατική δημοκρατία στα σοβαρά, ενώ οι ρώσοι κομμουνιστές, όπως απέδειξαν τα έργα τους, δεν έβλεπαν σ’ αυτά παρά μορφές τακτικών ελιγμών.

Οι Μπολσεβίκοι είναι η καλύτερη απεικόνιση του τι συμβαίνει σε μια εξουσία που δεν τίποτ’ άλλο από εξουσία και που πρέπει να κρατηθεί απ’ τις συνθήκες χωρίς να τις μεταβάλλει ιδιαίτερα.

Αυτό που ξεχωρίζει τις μεταρρυθμίσεις, τον ρεφορμισμό, απ’ την επανάσταση δεν είναι ότι η επανάσταση είναι βίαιη, αλλά ότι συνδέει την εξέγερση με την κοινωνικοποίηση. Ο ρώσικος εμφύλιος πόλεμος κερδήθηκε στα 1919 αλλά σφράγισε το τέλος της επανάστασης, καθώς η νίκη επί των λευκών επετεύχθη χωρίς να κοινωνικοποιηθεί η κοινωνία και κατέληξε σε μια νέα κρατική εξουσία. Στο έργο του Μαύρος Φασισμός, Κόκκινος Φασισμός, γραμμένο το 1939, ο Otto Rühle έδειξε πώς η Γαλλική Επανάσταση έδωσε φως σε μια στρατιωτική δομή και μια στρατηγική προσαρμοσμένη στα τρέχοντα κοινωνικά πλαίσια. Ένωσε την μπουρζουαζία με τον λαό, ενώ η ρωσική επανάσταση απέτυχε να δημιουργήσει έναν στρατό βασισμένο σε προλεταριακές αρχές. Ο Κόκκινος Στρατός που νίκησε η Πολωνία στα 1920 δεν είχε καμιά επαναστατική σημασία. Ήδη απ’ τα μέσα του 1918, ο Τρότσκυ συνόψισε το πνεύμα σε τρεις λέξεις: «Δουλειά, πειθαρχία, τάξη».

Πολύ λογικά και, τουλάχιστον αρχικά, με πλήρη καλή πίστη, το σοβιετικό κράτος επιδίωξε να διασφαλίσει την ίδια την ύπαρξή του με κάθε κόστος, πρώτα ενώπιον μιας προοπτικής παγκόσμιας επανάστασης κι έπειτα για τον εαυτό του, με την απόλυτη αναγκαιότητα να πηγαίνει στη διατήρηση της ενότητας μιας κοινωνίας που κατέρρεε. Αυτό εξηγεί, απ’ τη μια, τις παραχωρήσεις προς τους μικροϊδιοκτήτες γης κι έπειτα την επίταξη των γαιών τους, κινήσεις που κατέληξαν σ’ ένα επιπρόσθετο ξεχαρβάλωμα κάθε κοινοτικής ζωής ή παραγωγής. Απ’ την άλλη, εξηγεί επίσης την καταπίεση εις βάρος των εργατών και κάθε αντιπολίτευσης μέσα στο κόμμα.

Τον Γενάρη του 1921, η ιστορία είχε κλείσει έναν ολόκληρο κύκλο. Το επαναστατικό κύμα του 1917 που τέθηκε σε κίνηση από ανταρσίες του στρατού και βασικές δημοκρατικές διεκδικήσεις τελείωσε με τον ίδιο τρόπο, μόνο που αυτήν τη φορά οι προλετάριοι καταστάλθηκαν από ένα «προλεταριακό» κράτος. Μια εξουσία η οποία έφθασε στο σημείο να σφαγιάσει τους στασιαστές της Κροστάνδης στο όνομα ενός σοσιαλισμού που δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, ενώ η επιδίωξή της να συνεχίσει να δικαιολογεί τις πράξεις της με ψέμματα και συκοφαντίες δείχνουν ότι είχε απωλέσει πλέον κάθε κομμουνιστικό χαρακτηριστικό. Ο Λένιν πέθανε το 1924, αλλά ο επαναστάτης Λένιν είχε ήδη θαφτεί ως επικεφαλής του κράτους στα 1921, αν όχι νωρίτερα. Ο μπολσεβικισμός δεν είχε πια άλλη επιλογή απ’ το να γίνει μάνατζερ του καπιταλισμού.

Καθώς η υπερτροφία μιας πολιτικής προοπτικής αγκιστρωνόταν στα εμπόδια που αδυνατούσε ν’ ανατρέψει, η Οκτωβριανή Επανάσταση κατασπάραξε τον εαυτόν της σ’ έναν κανιβαλιστικό εμφύλιο πόλεμο. Το πάθος της ήταν αυτό μιας εξουσίας που, αδυνατώντας να μετασχηματίσει την κοινωνία, εκφυλίστηκε σε μια αντεπαναστατική δύναμη.

Στην ισπανική τραγωδία, οι προλετάριοι, έχοντας αφήσει το έδαφός τους, πιάστηκαν αιχμάλωτοι μιας μάχης στην οποία η μπουρζουαζία και το κράτος της ήταν παρόντες στα μετόπισθεν και των δυο πλευρών. Το 1936-37, οι προλετάριοι της Ισπανίας δεν πολεμούσαν μόνο ενάντια στον Φράνκο, αλλά κι ενάντια στα φασιστικά κράτη, στα δημοκρατικά και το παραμύθι της «μη-ανάμειξης», ενάντια στο κράτος τους, ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, ενάντια…

Η «ιταλική» κι η «γερμανική-ολλανδική» κομμουνιστική Αριστερά (περιλαμβανομένου του Mattick στις ΗΠΑ) ήταν μεταξύ των λίγων που όρισαν την περίοδο μετά το 1933 ως απόλυτα αντεπαναστατική, ενώ πολλές ομάδες (για παράδειγμα τροτσκιστές) διέβλεπαν ανατρεπτικές δυνατότητες στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αμερική κλπ.

Το 1933 έκλεισε την ιστορική εποχή που άνοιξε το 1917. Απο έκει κι έπειτα, το κεφάλαιο δεν θα αναγνώριζε καμιά κοινότητα εκτός απ’ τη δική του, που σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαν πια να υπάρχουν ριζοσπαστικές προλεταριακές ομάδες ενός αξιόλογου μεγέθους. Ο θάνατος του POUM ήταν ανάλογος του τέλους του παλιού εργατικού κινήματος.

Σε μια μέλλουσα επαναστατική περίοδο, οι πιο ύπουλοι και οι πιο επικίνδυνοι υπερασπιστές του καπιταλισμού δεν θα είναι άνθρωποι που θα φωνάζουν συνθήματα υπέρ του κεφαλαίου ή του κράτους, αλλά αυτοί που έχουν απόλυτη γνώση της πιθανότητας μιας ολικής ρήξης. Δεν πρόκειται να εγκωμιάζουν τις τηλεοπτικές διαφημήσεις ή την κοινωνική υποταγή, αλλά θα προτείνουν να αλλάξουμε τη ζωή… γι’ αυτό το σκοπό όμως, θα μας καλούν να χτίσουμε ένα πραγματικά δημοκρατικό κράτος πρώτα… Αν κατορθώσουν να πάρουν τα ηνία της κατάστασης, και η δημιουργίας μιας τέτοιας νέας πολιτικής μορφής καταναλώσει την ενέργεια των ανθρώπων, αποχαιρετίστε τις ριζοσπαστικές ουτοπίες και, με τα μέσα να γίνονται σκοπός, η επανάσταση θα μετατραπεί γι’ ακόμη μια φορά σε ιδεολογία. Εναντίον τους, και φυσικά εναντίον της ανοιχτά καπιταλιστικής αντίδρασης, ο μόνος δρόμος για την νίκη των προλεταρίων θα είναι ο πολλαπλασιασμός των συνεκτικών κομμουνιστικών πρωτοβουλιών, που εντελώς φυσικά θα κατηγορηθούν ως αντιδημοκρατικές ή ακόμα κι ως …«φασιστικές». Ο αγώνας για την εγκαθίδρυση χώρων και στιγμών απελευθέρωσης και συλλογικής λήψης αποφάσεων είναι που καθιστούν εφικτή την αυτονομία του κινήματος και θ’ αποδειχθεί αδιαχώριστος από τα πρακτικά μέτρα που θα παρθούν με στόχο την αλλαγή της ζωής.

«…σ’ όλες τις περασμένες επαναστάσεις, ο τρόπος της παραγωγής παρέμεινε ανέπαφος και το μόνο ζήτημα ήταν μια διαφορετική κατανομή των προϊόντων και αναδιανομή της εργασίας μεταξύ διαφόρων ατόμων, ενώ η κομμουνιστική επανάσταση στοχεύει αυτόν τον τρόπο παραγωγής όπως έχει υπάρξει ως τα τώρα, και καταργεί την εργασία και την κυριαρχία όλων των τάξεων καταργώντας τις τάξεις καθ’ αυτές, καθώς διεξάγεται από την τάξη που δεν μετράει πια σαν τάξη εντός της κοινωνίας, που δεν αναγνωρίζεται ως τάξη, και που είναι η ίδια, έκφραση της διάλυσης κάθε τάξης, εθνικότητας κλπ μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία…»[21].

Σημειώσεις:

1. Μαρξ & Ένγκελς, πρόλογος στη ρώσικη έκδοση (1882) του Κομμουνιστικού Μανιφέστου (MECW 24), σελ. 426.

2. Μια προηγούμενη εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύτηκε το 1979 ως πρόλογος σε μια συλλογή άρθρων του Bilan για την Ισπανία του 1936-39. Κεφάλαια αυτού του προλόγου έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί ως «Φασισμός και Αντιφασισμός» από διάφορους εκδότες, πχ στα αγγλικά από την Unpopular Books.

3. Για παράδειγμα, βλ. Daniel Guérin, Fascism and Big Business (New International 4ος τόμος, αρ. 10, 1938).

4. Αngelo Tasca, The Rise of Italian Fascism 1918-1922 (Gordon, 1976). Phillip Bourrinet, The Italian Communist Left 1927-45 (ICC, 1992).

5. Βλ. Serge Bricianer, Anton Pannekoek and the Workers’ Councils (Telos, 1978) και Phillip Bourrinet, The German/Dutch Left (NZW, 2003).

6. Vernon Richards, Lessons of the Spanish Revolution 1936-1939 (Freedom Press, 1953). Michael Seidman, Workers Against Work during the Popular Front (UCLA, 1993).

7. Proletariër, εκδόσεις της συμβουλιακής ομάδας της Χάγης, 27 Ιουλίου 27 1936.

8. Victor Alba, Spanish Marxism versus Soviet Communism: a History of the POUM (Transaction Press, 1988).

9. Φόρος Τιμής στη Καταλωνία: Homage to Catalonia, Απρίλιος 1938. Μέχρι το 1951, είχε πουλήσει λιγότερο από 1.500 αντίτυπα. Πρωτοδημοσιεύτηκε στις ΗΠΑ το 1952. Στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη.

10. Boletín de Información, CNT-ait-FAI, Via Layetana, 32 y 34, Βαρκελώνη, 11 Νοεμβρίου 1936.

11. P.I.C., εκδόσεις GIC, Άμστερνταμ, Οκτώβριος 1936.

12. Μαρξ, Revolutionary Spain, 1854 (MECW 13), σελ. 422.

13. Clé, 2ο τεύχος.

14. P.I.C., γερμανική έκδοση, Δεκέμβριος 1931.

15. Räte-Korrespondenz, Ιούνιος 1937.

16. Solidaridad Obrera, Νοέμβριος 1936.

17. Μαρξ, παράθεση της Marie Laffranque στο «Marx et l’Espagne» (Cahiers de l’ISEA, série S. n°15).

18. Μεταξύ άλλων: Orwell, και Low & Brea, Red Spanish Notebook (City Lights, 1979).

19. Gerald Brenan, The Spanish Labyrinth (Cambridge, 1990).

20. Franz Borkenau, The Spanish Cockpit (Faber & Faber, 1937).

21. Μαρξ & Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία (MECW 5), σελ. 52.