Home

Το παρακάτω άρθρο είχε αρχικά μεταφραστεί και δημοσιευτεί από τη ΣΚΥΑ στο 8ο τεύχος της Σφήκας. Το παρόν αποτελεί επιμελημένη εκδοχή εκείνης της μετάφρασης.

Σήμερα το πρωί, όντας στην κατάσταση εκείνη μεταξύ ύπνου και συνειδητότητας στην οποία έχεις συναίσθηση του περιεχομένου των ονείρων σου λίγο πριν ξυπνήσεις, συνειδητοποίησα ότι ονειρευόμουν ξανά σε κώδικα. Αυτό συμβαίνει πάνω-κάτω τις τελευταίες εβδομάδες – στην πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές που συνειδητοποιώ το περιεχόμενο των διαδρομών της ασυνείδητης σκέψης μου, αυτό συνδέεται με έναν αφηρημένο τρόπο με τη δουλειά μου. Θυμάμαι να ακούω τον ήχο του τηλεφωνικού κέντρου, ενώ βρισκόμουν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, την περίοδο που η δουλειά μου ήταν αυτή, ή επίσης ιστορίες από φίλους που έκαναν μια επιπλέον βάρδια από τη στιγμή που έπεφταν για ύπνο και μέχρι να ξυπνήσουν, με τα επαναλαμβανόμενα μπιπ της ταμειακής μηχανής να διακόπτουν τη νύχτα. Όμως το να ονειρεύεσαι για τη δουλειά σου είναι ένα πράγμα· το να ονειρεύεσαι μέσα στη λογική της δουλειάς σου είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Είναι βέβαια θλιβερό το ασυνείδητο κάποιου να μην βρίσκει κάτι καλύτερο να κάνει από το να επιστρέφει σε μια άχαρη δουλειά και να συνεχίζει να εργάζεται, ή οι αισθήσεις του να μοιάζουν σφραγισμένες με το παρατεταμένο αποτύπωμα που αφήνει πίσω της μια εργάσιμη ημέρα. Αλλά στην περίπτωση των ονείρων που βλέπω, η ίδια η κίνηση του μυαλού μου μετασχηματίζεται: καθίσταται αυτή της δουλειάς μου. Είναι σαν τα καθημερινά, επαναλαμβανόμενα μοτίβα σκέψης και η ιδιαίτερη λογική που μετέρχομαι όταν ασχολούμαι με τη δουλειά μου να εντυπώνονται στο μυαλό· να μετατρέπονται στην προκαθορισμένη λογική με την οποία σκέφτομαι. Αυτό είναι κομμάτι τρομακτικό.

Το κοντινότερο που μπορώ να σκεφτώ σε σχέση με τούτη την εμπειρία είναι όταν κάποιος εξοικειώνεται πολύ γρήγορα με μια νέα γλώσσα και φτάνει στο σημείο εκείνο που τα όνειρα και οι ασυνάρτητες σκέψεις που κάνει στο ημισυνειδητό του αρχίζουν να εκφράζονται στη γλώσσα αυτή. Πρόκειται και σε αυτή την περίπτωση για έναν νέο τύπο «λογικής» που υιοθετείται από τον νου –αυτόν των δομών και των μοτίβων μιας γλώσσας–, ενώ και εδώ το μυαλό είναι σε θέση να σκανάρει νοητικά τις ίδιες τις νοητικές διεργασίες και να προσδιορίσει την ιδιαίτερη φύση της λογικής τους – μια συνθήκη που δεν έχει ακόμη καταλάβει ολοκληρωτικά τη σκέψη, αλλά που σταδιακά την αποικίζει και θέτει υπό έλεγχο τους πόρους της. Κανείς στ’ αλήθεια δεν καταφέρνει να αποκτήσει αυτή την αντίληψη της νόησής του στη δική του γλώσσα· το άτομο αδυνατεί να αναπτύξει μια πλήρη επίγνωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της σκέψης του. Όμως αυτή τη στιγμή το βιώνω αυτό σαν ένα ξεκάθαρο σχίσμα: μεταξύ του εαυτού μου ως φορέα της λογικής-της-δουλειάς και του εαυτού μου ως παρατηρητή αυτού του φαινομένου.

***

Εργάζομαι στον τομέα της Τεχνολογίας Πληροφοριών (ΙΤ). Πιο συγκεκριμένα, είμαι web developer. Αυτό σημαίνει ότι γράφω σχεδόν όλο τον κώδικα που υπάρχει σε μια ιστοσελίδα: γλώσσες σήμανσης όπως οι HTML και XML, την οπτική σχεδίαση, τον κώδικα που εκτελείται στο παρασκήνιο και στον browser, scripts που κάνουν μια ιστοσελίδα να «τρέχει» σε έναν server. Εργάζομαι σε μια μικρή εταιρεία, στην οποία είμαι ο κύριος web developer και συνεργάζομαι με ένα ακόμη άτομο, που ασχολείται με το γραφιστικό κομμάτι. Ο προϊστάμενός μου είναι ο IT manager, ο οποίος, εκτός από το να προγραμματίζει, διευθύνει και οργανώνει τον συντονισμό των διάφορων project. Πάνω από αυτόν βρίσκονται οι διευθυντές (CEOs), που είναι ένα ζευγάρι «εκκεντρικών» ξαναγεννημένων χριστιανών, προσκολλημένων στην ηθική της εργασίας. Με ρώτησαν για τη θρησκεία μου στη συνέντευξη πρόσληψης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου. Η απάντησή μου ήταν ότι δεν βλέπω τη θρησκεία ως απλή δεισιδαιμονία, όπως κάνει ο «μπανάλ αθεϊσμός», αλλά ως την αληθινή έκφραση μιας ιδιαίτερης κατάστασης ζωής, με το δικό της ουσιώδες περιεχόμενο. Θα μπορούσα να είχα προσθέσει ότι πρόκειται για την «καρδιά ενός άκαρδου κόσμου», αλλά φαινόταν ότι ήδη σε εκείνο το σημείο τους είχα πείσει ότι είμαι ένας ενάρετος άνθρωπος, αν όχι ένας από αυτούς.

Μετά από λίγο καιρό στη δουλειά, άρχισαν να έρχονται στο φως ιστορίες: ο ένας διευθυντής ισχυρίζεται ότι είναι πρώην μαφιόζος, ο οποίος είδε τον «ζώντα Θεό» σε μια αστραπιαία αποκάλυψη, ενώ σχεδίαζε μια νέα απάτη που περιελάμβανε την ίδρυση μιας ψεύτικης θρησκείας. Η άλλη ήταν επιτυχημένο στέλεχος στη φούσκα του dotcom, αλλά κλονίστηκε όταν ο πατέρας του παιδιού της την άφησε, και έτσι βρήκε παρηγοριά στον νέο της σύντροφο, τον έτερο διευθυντή. Σε κατάσταση μέθης στη γιορτή των Χριστουγέννων, έχουν μιλήσει συναισθηματικά φορτισμένα για τον «ζώντα Θεό», με εκείνον τον «ήμουν τυφλός και τώρα βρήκα το φως μου» τρόπο σκέψης, ο οποίος είναι το σήμα κατατεθέν των ξαναγεννημένων χριστιανών. Συνήθιζαν επίσης να προσπαθούν να υποβάλουν όλο το νέο προσωπικό στο ΑΛΦΑ, ένα διαθρησκευτικό φιλο-Χαρισματικό εγχείρημα για να προσηλυτίσουν κόσμο στον χριστιανισμό, και να οργανώσουν μηνιαίες «ημέρες Θεού» κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι θα έπαιρναν άδεια για μια μέρα με τον όρο να την περάσουν πίνοντας τσάι με έναν ιεροκήρυκα. Όπως ήταν αναμενόμενο, πολλά μέλη του προσωπικού απέφευγαν αυτές τις «ημέρες», προτιμώντας μάλιστα να δουλέψουν παρά να υποστούν αυτού του είδους τις προσπάθειες προσηλυτισμού.

Είχαν ήδη χαλαρώσει λίγο όταν ξεκίνησα τη δουλειά – προφανώς κάποιος τους είχε πληροφορήσει ότι διέτρεχαν νομικό κίνδυνο αν συνέχιζαν να χρησιμοποιούν την εταιρεία τους ως ιεραποστολικό οργανισμό. Αλλά ο Θεός έρχεται ακόμη στη δουλειά σε τακτική βάση – παρεμβαίνοντας για να μετατρέψει τον ετήσιο προϋπολογισμό της εταιρείας σε προφητεία ή ευλογώντας τα περιουσιακά στοιχεία της με Θεία Πρόνοια. Το πιο αξιοσημείωτο παράδειγμα για μένα ήταν όταν διόρθωσα ένα πρόβλημα στην ταχύτητα των ιστοσελίδων μας. Η εταιρεία ταλανιζόταν για κάποιο καιρό από μια φοβερά αργή λειτουργία των πολλών μικρών ιστοσελίδων που φιλοξενεί και οι πελάτες γύρευαν μιαν απάντηση. Εφόσον η επίδοσή μας ήταν τόσο κακή, μπορούσαμε να ανταποκριθούμε μόνο σε μια πολύ περιορισμένη κίνηση και, συνεπώς, σε έναν αντίστοιχα περιορισμένο αριθμό υποψήφιων πελατών. Όταν διευθέτησα το ζήτημα, τα αφεντικά ήταν εμφανώς χαρούμενα: ξαφνικά ο αριθμός των πιθανών πελατών που θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε σε κάθε ιστοσελίδα πολλαπλασιάστηκε περίπου κατά 30 φορές. Όμως αντί να ευχαριστήσει κατευθείαν εμένα, η διευθύντρια είπε απλά ότι δεν μπορούσα να πάρω όλα τα εύσημα, δεδομένου ότι η ίδια προσευχόταν καιρό για καλύτερη επίδοση των ιστοσελίδων και έτσι θα έπρεπε να δώσει στον Θεό το μερίδιό του. Σαν απάντηση, ψέλλισα μια κοφτή και αποτυχημένη ειρωνεία, η οποία κατέληξε σε ένα μουρμουρητό άνευ νοήματος.

Από καθημερινή άποψη, ίσως το χειρότερο μέρος της δουλειάς είναι ότι πρέπει να αντιμετωπίζω την παράνοια που προέρχεται από τη γνώση πως τα αφεντικά σου είναι παράφρονες σε βαθμό που μπορεί να μην ενεργούν πάντοτε προς όφελος της εταιρείας: τουλάχιστον, με έναν καπιταλιστή ο οποίος ενεργεί με την ξεκάθαρη ορθολογικότητα του υπολογισμένου προσωπικού συμφέροντος, ξέρεις πού βρίσκεσαι. Όταν ο «ζων Θεός» αποκτά προτεραιότητα στον σχεδιασμό της πολιτικής της επιχείρησης, και όταν οι ιστορίες βρίθουν από τυχαίες και αναίτιες απολύσεις, όπως αυτή ενός εργαζομένου που απολύθηκε επειδή η γυναίκα του διαφώνησε με τη στάση των διευθυντών απέναντι στην ομοφυλοφιλία, το αίσθημα ότι έχεις μια γκιλοτίνα στημένη πάνω από τον λαιμό σου δεν φεύγει σχεδόν ποτέ. Ο προϊστάμενος του τμήματός μου είναι ένας φρικαρισμένος διπολικός τύπος που τη μια μέρα πηγαίνει πάνω-κάτω στο γραφείο σαν καλοφουσκωμένη μπάλα αναπήδησης, ενώ την άλλη συμπεριφέρεται σαν τον λοχία στο Full Metal Jacket. Είναι όμως αρκετά ευπρεπής, και εύκολος στη συνεννόηση μόλις εξοικειωθείς με τον κύκλο.

***

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της «πολιτικής» αυτού του τύπου δουλειάς είναι ένα άλλο είδος διπολισμού: ο διαχωρισμός και ο ανταγωνισμός μεταξύ του επιχειρησιακού και του τεχνικού πόλου. Οι τεχνικοί νιώθουν πάντα ότι η διοίκηση παίρνει αυθαίρετες αποφάσεις βασισμένες σε ανεπαρκή γνώση του τρόπου με τον οποίο τα πράγματα δουλεύουν στην πραγματικότητα. Ότι τα πράγματα θα πήγαιναν πολύ καλύτερα, αν εμείς, που καταλαβαίνουμε, αφηνόμασταν ελεύθεροι να τα κάνουμε μόνοι μας. Η διοίκηση πιστεύει πάντα ότι οι τεχνικοί είναι μονομανείς, σχολαστικοί, άσκοπα και παθολογικά απείθαρχοι. Ενώ η επιχείρηση εύχεται να μπορούσε να πετάξει στους αιθέρες, απαλλαγμένη από την απειθαρχία του τεχνικού προσωπικού της, αυτό το τελευταίο εύχεται να αφηνόταν ελεύθερο ώστε να κάνει τη δουλειά σωστά: ότι η απειθαρχία είναι αυτή του πραγματικού κόσμου και των απαιτήσεών του. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η κατάσταση κάνει ευκολότερη την επικοινωνία μου με τους πιο κοντινούς συναδέλφους: εφόσον η επικοινωνία με τη διοίκηση προβλέπεται να διαμεσολαβείται από έναν ειδικό «υπεύθυνο έργου» (project manager), εγώ ασχολούμαι κυρίως με αυτούς που βρίσκονται από τη δική μου πλευρά αυτής της μεγάλης διαχωριστικής γραμμής, κι έτσι είναι δυνατόν ακόμη και να αναπτύξω μια ορισμένη «εμείς εναντίον αυτών» στάση από κοινού με τον προϊστάμενό μου, και να «κρύβομαι» πίσω από τις τυπικές διαμεσολαβήσεις όταν η κατάσταση ξεφεύγει.

Σε αυτή την πλευρά της διαχωριστικής γραμμής, ζούμε εν μέρει μέσα στην κοσμοθεωρία του παραγωγικού κεφαλαίου: η επιχειρηματικότητα και οι ανάγκες της εμφανίζονται σαν μια παρασιτική εξωτερικότητα, η οποία επιβάλλεται πάνω στην πραγματική λειτουργία της σπουδαίας εταιρείας μας που παράγει αξίες χρήσης. Σε αυτή την πλευρά της διαχωριστικής γραμμής, είμαστε επίσης περίεργα δεμένοι με μια συγκεκριμένη κανονιστικότητα· όχι μόνο πρέπει να εκτελούμε σωστά τη δουλειά με την τεχνική έννοια του όρου, αλλά να σκεφτόμαστε με όρους παροχής πραγματικών υπηρεσιών, εμπειρίας χρήστη (UX) και προώθησης της ελεύθερης ροής της πληροφορίας. Αυτό μερικές φορές καταλήγει σε απόλυτη σύγκρουση με τη διοίκηση: εκεί που αυτή θα υποστηρίξει τη διαστρέβλωση της γλώσσας και της αλήθειας στην προσπάθεια προώθησης «του προϊόντος», οι προγραμματιστές θα προσπαθήσουν να ισορροπήσουν την κατάσταση προς όφελος της τιμιότητας, της ευπρέπειας και της διαφάνειας. Το «ό,τι βγαίνει προς τα έξω επιστρέφει πάλι πίσω» φαίνεται να είναι, λίγο ή πολύ, η επικρατούσα θέση στον κόσμο του web development στην εποχή μετά το Web 2.0: να παρέχεις τις υπηρεσίες δωρεάν ή φθηνά, να μεταφέρεις ελεύθερα τις πληροφορίες, να έχεις ανοικτά τα χαρτιά σου, να είσαι αξιόπιστος, κι έτσι να ελπίζεις ότι με κάποιο τρόπο το χρήμα θα εισρεύσει. Αν η επιχείρηση λειτουργεί με την οπτική του χρηματικού κεφαλαίου, αντιμετωπίζοντας τον κόσμο σαν ένα βάρος ή εμπόδιο από το οποίο λαχταρά να απελευθερωθεί και, ως συνέπεια αυτού, προσπαθεί να πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, αντίθετα, στον περίεργο κόσμο όπου η περηφάνια των τεχνικών αντιτίθεται στο ανεπτυγμένο Υπερεγώ του κεφαλαίου, η αξία χρήσης προστάζει με καθαρή συνείδηση, τα πάντα υπόκεινται σε «λογικό έλεγχο» (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του αφεντικού μου) και η συσσώρευση αξίας εμφανίζεται σαν ένα συμπτωματικό παράπλευρο γεγονός.

Συνεπώς, δεν τρέφω καμιά αυταπάτη ότι ο ανταγωνισμός που υπάρχει στο εσωτερικό της εταιρείας παρέχει οποιοδήποτε έδαφος για ρομαντικές επαναστατικές ελπίδες. Η αλληλεγγύη που αναπτύσσουμε απέναντι στη διοίκηση, εκτός από το ότι μας προσφέρει ανακούφιση και καταφύγιο από την εξατομικευμένη θυματοποίηση, παρέχει και έναν «λογικό έλεγχο» στην εταιρεία την ίδια. Πράγματι, η εταιρεία γνωρίζει πολύ καλά αυτή την κατάσταση και αυτό αναγνωρίζεται κατά το μάλλον ή ήττον με τη δημιουργία της θέσης του project manager, του οποίου σαφής ρόλος είναι η διαχείριση των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών. Η αντίφαση μεταξύ του τεχνικού προσωπικού και της διοίκησης είναι παραγωγική για το κεφάλαιο: η προσταγή για δημιουργία αξίας εμποδίζει τους προγραμματιστές από το να να χάνονται στις εσωτερικές τους ανησυχίες και ενδιαφέροντα, την ίδια στιγμή που η βασική ανάγκη για ρεαλιστικές λύσεις επιβάλλεται αντίστοιχα στη διοίκηση από τους τελευταίους, καθώς αυτοί επιμένουν στην αναγκαιότητα ενός περισσότερο ή λιγότερο «επιστημονικού» τρόπου εργασίας.

Σε αυτή τη σχέση υπάρχει λίγος χώρος για σκόπιμη «άρνηση της εργασίας»: με τον τεχνικό, εξατομικευμένο και εργο-κεντρικό χαρακτήρα του ρόλου, η λούφα συμβάλλει απλώς στην αυτοτιμωρία, αφού η δουλειά που δεν γίνεται τώρα θα πρέπει να γίνει κάποια στιγμή αργότερα, με ακόμα μεγαλύτερο άγχος. Πέρα από αυτό, υπάρχουν οι ισχυρές διαπροσωπικές σχέσεις που συνοδεύουν τον ρόλο μου: δεδομένου ότι ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς είναι «συνεργατικής φύσης» με την ευρεία έννοια, η ατομική άρνηση της εργασίας δημιουργεί κατ’ ανάγκη ένα αίσθημα ενοχής απέναντι στους υπόλοιπους τεχνικούς εν γένει. Ενώ θεωρούσα τις προηγούμενες δουλειές μου κωλοδουλειές στις οποίες με έπαιρνε να πάω με χανγκόβερ, τώρα ανακαλύπτω ότι οφείλω να μετριάσω την κοινωνική μου ζωή για να μην μετατραπεί η εργασιακή μου ζωή σε μια αθλιότητα. Το σαμποτάζ είναι επίσης πολύ δύσκολο, όχι εξαιτίας κάποιας υποτιθέμενης «περηφάνιας» του ειδικευμένου εργάτη, αλλά λόγω της φύσης του προϊόντος που παρέχω: ενώ το σαμποτάζ σε μια γραμμή παραγωγής μπορεί να είναι μια λογική πρακτική, όταν η δουλειά κάποιου μοιάζει περισσότερο με αυτή του μάστορα το σαμποτάζ ισοδυναμεί με το να κάνεις τη ζωή σου δυσκολότερη. Όλοι έχουμε ακούσει για ελεύθερους επαγγελματίες και εργαζόμενους με σύμβαση έργου που γράφουν επίτηδες μη-συντηρήσιμο και μη-διαχειρίσιμο αδόμητο κώδικα προκειμένου να μείνουν στη δουλειά. Αυτή η τεχνική μπορεί να έχει νόημα όταν η δουλειά βασίζεται εξ ολοκλήρου σε συγκεκριμένα άτομα, όμως όταν αφορά μια τυπική, σύγχρονη ομάδα ανάπτυξης που χρησιμοποιεί μεθοδολογίες διαχείρισης κώδικα που εστιάζουν στην ομαδικότητα και επικεντρώνονται στη διαρκή επικοινωνία, όπως ο «ευέλικτος» (agile) και ο «ακραίος» (extreme) προγραμματισμός, και όπου η «ιδιοκτησία» ενός έργου είναι συλλογική, τότε ο υψηλής ποιότητας και ευανάγνωστος κώδικας αποκτά μια κανονιστική προτεραιότητα που υπερβαίνει τα όποια αισθήματα έχει κανείς αναφορικά με το ότι πρέπει να κάνει καλά τη δουλειά του.

Φυσικά, υπάρχουν και οι κλασσικές συνήθειες, να σηκώνομαι με το ζόρι από το κρεβάτι, να φεύγω από τη δουλειά όσο πιο νωρίς γίνεται και να το παρατραβάω όσον αφορά την τυπικότητα· είναι ο τρόπος μου να προσπαθώ να κάνω τον χρόνο εργασίας όσο μπορώ «δικό μου χρόνο», ακούγοντας μουσική από το iPod ενώ δουλεύω, ξεκλέβοντας λίγη ώρα για να διαβάσω, ή συνομιλώντας διακριτικά με φίλους στο ίντερνετ. Μιλάμε για πράγματα που αποτελούν την πραγματική τροφή της εργατικής έρευνας. Αλλά στην περίπτωσή μου αυτή είναι η τελευταία γραμμή άμυνας. Είναι κάτι αντίστοιχο με την αντίσταση του ανθρώπινου σώματος στην πίεση της εργασίας: ποτέ το κεφάλαιο δεν έχει καταφέρει να αναγκάσει τους ανθρώπους να δουλεύουν 24 ώρες την ημέρα –ή έστω έναν κοντινό αριθμό ωρών– και είναι σαφές ότι πάντα οι άνθρωποι θα ελέγχουν τα αποδεκτά όρια της εργάσιμης ημέρας τους. Αυτή είναι η θεμελιώδης λογική της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας και δεν χρειαζόμαστε την ψευδο-κοινωνιολογία της εργατικής έρευνας για να την ανακαλύψουμε. Τέτοιες πράξεις λαμβάνουν χώρα μόνο στο πλαίσιο του τι είναι αποδεκτό να κάνεις σε μια συγκεκριμένη δουλειά και, στην πραγματικότητα, ορίζονται από αυτό το πλαίσιο. Η φαινομενική απειθαρχία της συχνής αργοπορίας μου θα εξαφανιζόταν σύντομα αν έθετε σε κίνδυνο τον ίδιο τον βιοπορισμό μου. Και οι παρεπόμενες κοινωνικές πιέσεις που συνοδεύουν τη δουλειά μου είναι τέτοιες που, όσο χρόνο κι αν καταφέρω να «κερδίσω» μέσω της τεμπελιάς, τον χάνω όταν πλησιάζει το deadline του έργου και πρέπει να δουλέψω απλήρωτες απογευματινές υπερωρίες ή να πιάσω δουλειά για να φτιάξω τους servers στη μέση της νύχτας, όταν κανείς δεν τους χρησιμοποιεί.

Είναι μόνο όταν αρρωσταίνω και είμαι αντικειμενικά ανίκανος για εργασία που πραγματικά ανακτώ κάποιο χρόνο «για τον εαυτό μου». Είναι παράξενο να χαίρεσαι για την εμφάνιση της γρίπης με τη σκέψη ότι, μέσα στην νωθρότητα της ανάρρωσης, μπορείς τελικά να ξαναπιάσεις πράγματα που είχες παρατήσει λόγω της δουλειάς. Εδώ η ασθένεια εμφανίζεται πράγματι ως «όπλο», αλλά ένα όπλο που διεξάγει τη δική του μάχη και δεν το χειρίζεται ο πάλαι ποτέ επιτιθέμενος. Εντούτοις, αναρωτιέμαι ενίοτε κατά πόσο η ίδια η ασθένεια μπορεί να θεωρηθεί απλά παθολογική· κάτι έκτακτο που επιβάλλεται στο σώμα εξωτερικά. Η ασθένεια μερικές φορές έρχεται με την αίσθηση ότι είναι επιθυμητή, κάτι σαν διακοπές που το σώμα απαιτεί για τον εαυτό του. Ίσως υπάρχει μια συνέχεια ανάμεσα στη «γνήσια» αρρώστια και την «προσποίηση» του γριπιάσματος, για την οποία με είχε κατηγορήσει μια πεπειραμένη ατζέντης προσωρινής εργασίας, όταν εσκεμμένα τη σκαπούλαρα από τη δουλειά για μια εβδομάδα με την υπερβολική δικαιολογία ότι ήμουν τρομερά άρρωστος. Είναι το λιγότερο βέβαιο ότι αν η ασθένεια είναι το μοναδικό μας όπλο, οι ελπίδες για κάποια «αντίσταση» που να έχει νόημα είναι λιγοστές.

***

Αν λοιπόν η εργατική έρευνα συνίσταται στην αποκάλυψη μιας κρυφής ιστορίας μικρο-ανταρσιών, εκθέτοντας τις δυνατότητες αγώνα στο λείο έδαφος της βιωμένης εμπειρίας και καθιστώντας τες εν τω μεταξύ συνειδητές στον ερωτώμενο, καθώς και στους υπόλοιπους εργάτες, εδώ έχουμε να κάνουμε με την εργατική έρευνα με μια κυνική έννοια. «Αγωνιζόμαστε». Είμαστε απείθαρχοι. Αλλά σαν τεχνικοί ενάντια στη διοίκηση ο αγώνας και η απειθαρχία μας είναι συστατικά της κίνησης του κεφαλαίου, και σαν εργάτες ενάντια στο κεφάλαιο ο αγώνας μας δεν έχει κανέναν απολύτως ορίζοντα και, εν τέλει, μετά βίας είναι αγώνας. Το καθημερινό μας συμφέρον ως εργατών είναι, εν πολλοίς, πρακτικά ευθυγραμμισμένο με το συμφέρον του κάθε επιμέρους κεφαλαίου. Αν οι προγραμματιστές συνιστούν μια πρωτοπορία στην αποθέωση της αξίας χρήσης, του τεχνολογικού ελευθερισμού, της συνεργασίας, των ηθικολογικών «βέλτιστων πρακτικών», της ελευθερίας της πληροφορίας, είναι επειδή όλα αυτά τίθενται ως αναγκαία για την κίνηση του κεφαλαίου. Η συστηματική κανονιστικότητα, η οποία διαπερνά την εργασιακή πρακτική μας, είναι απλώς μια καθολίκευση της ίδιας της λογικής του κεφαλαίου.

Ακριβώς όπως το κοινωνικό κεφάλαιο θέτει τους περιορισμούς του με τη μορφή του κράτους προκειμένου να μην αυτοκαταστραφεί από το ληστρικό συμφέρον του κάθε ατομικού κεφαλαίου, μετά από μια πρώιμη περίοδο κακής κωδικοποίησης εξαιτίας του κατακερματισμού του διαδικτύου σε μια Βαβέλ από διαφορετικές πλατφόρμες, browsers και γλώσσες, αναπτύχθηκε στον κόσμο του προγραμματισμού μια κοινή παραδοχή για τη σημασία των προτύπων (web standards). Κεντρικό ρόλο σε αυτά τα πρότυπα παίζει η ιδέα της οικουμενικότητας: οτιδήποτε συμμορφώνεται με τα πρότυπα αυτά θα πρέπει να λειτουργεί και να υποστηρίζεται. Αν δεν ακολουθείς τα πρότυπα είναι σαν να γυρεύεις μπελάδες, και είναι ευθύνη σου αν βρεθείς να σπαταλάς το κεφάλαιό σου στο τεχνολογικό περιθώριο. Η Microsoft κατέληξε να γίνει ουραγός λόγω της συνεχούς της περιφρόνησης για αυτά τα πρότυπα και της ροπής της να αναπτύσσει ιδιοκτησιακές λογικές στον μεγάλο δημόσιο χώρο του ίντερνετ. Οι προγραμματιστές άρχισαν να βάζουν περήφανα λογότυπα με τα web standards στις προσωπικές τους ιστοσελίδες και έγιναν ένθερμοι υποστηρικτές τεχνολογιών όπως ο Mozilla Firefox, ο οποίος, εκτός από το ότι είναι «ελεύθερο λογισμικό», πάντα υπερίσχυε άνετα του Internet Explorer όσον αφορά τη συμβατότητα με τα πρότυπα. Τα πρότυπα απέκτησαν κύρος στο ηθικό σύμπαν του προγραμματιστή μεγαλύτερο ακόμα και από αυτό του ελεύθερου λογισμικού. Το να τηρείς τα πρότυπα σημαίνει να υιοθετείς τη σκοπιά ενός ηθικού απολύτου, ενώ το να αποκλίνεις από αυτά συνιστά μια ανάξια κατάπτωση στα ιδιαίτερα συμφέροντα μεμονωμένων ομάδων. Η καθολίκευση αυτών των εργασιακών πρακτικών εξελίχθηκε στην ιδιαίτερη προσταγή του πληροφοριακού κεφαλαίου: μια υποχρέωση προς την «αόρατη εκκλησία» του διαδικτύου.

***

Ενώ κάποια από τα γνωρίσματα που έχει ο ιδιαίτερα συλλογικός χαρακτήρας της εργασίας δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο για έναν freelancer, το «να είσαι το αφεντικό του εαυτού σου» τείνει κυριολεκτικά να ισοδυναμεί με το να επιβάλλεις στον ίδιο σου τον εαυτό αυτό που ειδάλλως μπορεί να ανατεθεί στους άλλους. Έχω εργαστεί ως freelancer λίγο καιρό πριν από αυτήν τη δουλειά, όπως επίσης στον ελεύθερό μου χρόνο ταυτόχρονα με αυτήν τη δουλειά, και η σκέψη και μόνο αυτής της εργασίας μου προκαλεί πλέον ένα μικρό τσίμπημα στην καρδιά. Ως freelancer, μπορεί κανείς εύκολα να καταλήξει να εργάζεται αμέτρητες ώρες ασχολούμενος με διάφορα projects στον «ελεύθερο» χρόνο του, με την εργασία να αποικίζει ολόκληρη τη ζωή εξαιτίας της μοιραίας αποτυχίας αυτοεπιβολής του διαχωρισμού εργασίας/ζωής, ο οποίος τουλάχιστον μας εξασφαλίζει μια φευγαλέα απόδραση από τη βιωμένη εμπειρία της αλλοτριωμένης εργασίας. Τουλάχιστον, όταν φεύγω από το γραφείο, μπαίνω στον κόσμο της μη-εργασίας.

Πράγματι, ο σκληρυμένος διαχωρισμός εργασίας/ζωής του εργαζόμενου σε συνθήκες 5ήμερου-8ωρου ορθώνεται ολοένα πιο μεγάλος στην ολότητα της καθημερινής μου εμπειρίας. Ενώ η Κυριακή είναι μια σταδιακή βύθιση στη σκληρή γνώση ότι η επιστροφή στην εργασία πλησιάζει, και ενίοτε ένα σύρσιμο των υπολειμμάτων του σαββατοκύριακου ως τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας, το βραδάκι της Παρασκευής είναι το άνοιγμα ενός χαίνοντος βαράθρου ανάμεσα στην ακόρεστη επιθυμία και στο απελπισμένο κυνήγι της ικανοποίησης, του οποίου η απώτερη λογική είναι εκείνη της αυτοεκμηδένισης μέσω του αλκοόλ. Γίνομαι όλο και περισσότερο μια ηδονιστική καρικατούρα του εαυτού μου, πιέζοντας τους άλλους να παρτάρουν με μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια και σπαταλώντας πολύ από τον ελεύθερο χρόνο μου σε μια διασπασμένη κατάσταση χανγκόβερ. Αυτή είναι η επιδιωκόμενη συνθήκη του παλιού ροκ αντικομφορμισμού: το πέραν-της-εργασίας ως μια κατάσταση καθαρής υπερβατικής επιθυμίας και κατανάλωσης, η κενότητα μιας αγνής αφηρημένης ευχαρίστησης πέρα από την απλή αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Η άρνηση να αναπαράγουμε τους εαυτούς μας απλώς ως εργάτες συνδυασμένη με μια επιθυμία να εκμηδενιστούμε ως άνθρωποι. Αυτό σημαίνει και το τραγούδι «1970» των Stooges.

***

Αλλά όταν βρίσκομαι ξάπλα σε αυτή την κατάσταση θρυμματισμένης πρωινής συνείδησης τη μέρα μετά το παρτάρισμα, γλιστρώντας μέσα και έξω από τα όνειρά μου, και καθώς η χθεσινοβραδινή φευγαλέα απόπειρα για απελευθέρωση υποχωρεί, συχνά συνειδητοποιώ ότι ονειρεύομαι σε κώδικα. Μπορεί να πρόκειται για ένα από τα διάφορα είδη κώδικα – οποιοδήποτε από αυτά που με ταλαιπωρούν. Μια ακολουθία γραμμών θα πεταχτεί μέσα στο κεφάλι μου και θα κουδουνίζει πέρα δώθε, εκτυλισσόμενη όσο πάει, σαν ένα απόσπασμα κάποιας μελωδίας ή συζήτησης που επαναλαμβάνεται μέσα στα αυτιά σου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αν είχα τις αισθήσεις μου σε τέτοιο βαθμό που να μπορώ να το επανεξετάσω, θα σιγουρευόμουν πως πρόκειται μάλλον για ανοησίες: αντιμετωπίζω αρκετές δυσκολίες όταν ασχολούμαι με το αντικείμενο ξύπνιος και υποψιάζομαι ότι η ασυνείδητη σκέψη μου δεν θα τα κατάφερνε πολύ καλύτερα. Όμως κάποιες άλλες φορές βγάζει πράγματι νόημα.

Πρόσφατα, ξύπνησα ένα πρωί με τη σκέψη ενός σφάλματος (bug) σε ένα κομμάτι κώδικα που είχα γράψει – ένα σφάλμα του οποίου την ύπαρξη δεν είχα προηγουμένως αντιληφθεί. Το αποκοιμισμένο μυαλό μου εξέταζε την εργασία μιας εβδομάδας και είχε σκοντάψει πάνω σε μια ανακολουθία. Εφόσον είμαι ένας εργάτης σκέψης, και εφόσον η αναγνώριση και επίλυση τέτοιων προβλημάτων είναι η κύρια όψη της δουλειάς μου, δεν είναι και τόσο εξωπραγματικό να ειπωθεί ότι εκτελώ πραγματική εργασία στον ύπνο μου. Δεν πρόκειται για τη μαγική γονιμότητα κάποιας γενικευμένης δημιουργικής δύναμης, η οποία πράγει αφειδώς «αξία» κατά κάποια κοινωνική έννοια, πέρα και οντολογικά πριν από την εργασιακή διαδικασία. Είναι αληθινή εργασία για το κεφάλαιο, ίδια και απαράλλαχτη ως προς τον χαρακτήρα της με αυτή που εκτελώ στην εργάσιμη ημέρα μου, που όμως λαμβάνει χώρα στο κοιμώμενο μυαλό μου. Ξαφνικά, η εφιαλτική ιδέα ενός νέου τύπου υπαγωγής –μιας υπαγωγής που περιλαμβάνει τη μεταμόρφωση των ίδιων των δομών της συνείδησης– αρχίζει να αποκτά νόημα. Πράγματι, συνειδητοποιώ ότι ορισμένα στάνταρ μονοπάτια σκέψης μοιάζουν να εγχαράσσονται όλο και περισσότερο στο μυαλό μου: η στιγμιαία αναγνώριση ότι υπάρχει κάπου κάποιο πρόβλημα προκαλεί μια φευγαλέα σκέψη σχετικά με το σε ποιο κομμάτι του κώδικα αυτό το πρόβλημα εντοπίζεται, προτού τραβήξω συνειδητά το μυαλό μου έξω από τον κόσμο του κώδικα πίσω στην αναγνώριση ότι η «εκσφαλμάτωση» (bugfixing) δεν επιλύει όλα τα προβλήματα. Παρότι ακούγεται κωμικό, υπάρχει στο γεγονός αυτό κάτι το τρομακτικό.

Πέρα από το ειδικό συντακτικό μιας γλώσσας, δεν συνιστά μια ιδιαίτερη λογική, ή έναν «τρόπο λειτουργίας», αυτό που έρχεται στο προσκήνιο όταν κάποιος σκέφτεται με αυτό τον τρόπο; Πρόκειται για μια λογική που υποθέτω πως δεν είναι ουδέτερη: είναι η αφηρημένη, εργαλειακή λογική του χάι-τεκ καπιταλισμού. Μια λογική διακριτών διαδικασιών, λειτουργιών, πόρων. Μια λογική δεμένη με ιδιαίτερες «οντολογίες»: τα αντικείμενα, τις κλάσεις και τα στιγμιότυπα του «αντικειμενοστραφούς προγραμματισμού», τις οντότητες γλωσσών σήμανσης όπως η HTML. Αυτή είναι η λογική που ολοένα αποικίζει τη σκέψη μου. Και όταν η σκέψη γίνεται μια μορφή δραστηριότητας παραγωγική για το κεφάλαιο –η δουλειά για την οποία κάποιος όντως αμείβεται–, όταν αυτός ο τρόπος δραστηριότητας γίνεται συνήθεια του νου και τίθεται σε κίνηση «σαν να έχει κυριευτεί από έρωτα», ανεξάρτητα από τη συνειδητή, σκόπιμη προσπάθειά του, τότε δεν μας κάνει αυτό να αναρωτηθούμε αν ο εργάτης είναι στην προκειμένη ολοκληρωτικά εκείνο το αστικό υποκείμενο που το κεφάλαιο πάντοτε καλούσε στην αγορά; Κι επίσης, αν το υποκείμενο αυτής της εργασιακής διαδικασίας μπορεί να είναι το συγκεντρωμένο άτομο που θα έφτιαχνε τον δικό του κόσμο, αν δεν ενεργούσε για την αλλοτριωτική, αφαιρετική δύναμη της αξίας; Όταν με πιάνω να παρατηρώ τον εαυτό μου να δουλεύει ενόσω κοιμάμαι, παρατηρώ τον εαυτό μου να ενεργεί με έναν αλλοτριωμένο τρόπο, να σκέφτεται με έναν τρόπο που μου είναι ξένος, να δουλεύει έξω από την τυπική εργασιακή διαδικασία μέσω της απλής αυθόρμητης ενέργειας της σκέψης. Ποιος μπορεί να πει ότι το ξεπέρασμα αυτής της «αλλοτρίωσης» δεν θα είναι το να πάρει η γλώσσα εκείνη τη θέση της μητρικής; Ότι η αλλοτρίωση δεν θα καταβροχθίσει ολότελα αυτό το οποίο αλλοτριώνει;

Αν ο χώρος εργασίας εδώ είναι το ανέλπιδο μέρος, το οποίο δεν προβλέπει πια εκείνη την εξωτερικότητα του εργαζόμενου κατά την οποία έχει νόημα και είναι πιθανό να διαπράξει κανείς καθημερινές ενέργειες ανυπακοής, να αναπτύξει μια αίσθηση λανθάνουσας «αυτονομίας» που έχει ως προϋπόθεση την ίδια την εξωτερικότητα του εργάτη προς την παραγωγική διαδικασία, αλλά αντίθετα μια αίσθηση ενός παραγωγικού ανταγωνισμού όπου οι εργάτες παρέχουν στο κεφάλαιο τον «λογικό του έλεγχο» και στον οποίο η απειθαρχία είναι απλά εκείνη της σωματικότητας των υλικών μέσα από τα οποία το κεφάλαιο ρέει· και αν η εργασία γίνεται μια απλή συνήθεια της σκέψης που μπορεί να λάβει χώρα ανά πάσα στιγμή –ακόμη και στον ύπνο–, τότε τι ελπίδα υπάρχει για το επαναστατικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού; Με τι μοιάζει ο επαναστατικός μας ορίζοντας; Θα πρέπει να φαίνεται οπωσδήποτε ανόητο να εναποθέτουμε οποιαδήποτε ελπίδα –τουλάχιστον με κάποια άμεση έννοια– στη φύση αυτής της διανοητικής εργασίας και των προϊόντων της, στο ίντερνετ ή στην «άυλη εργασία».