Home

Ιδιοκατοίκηση, πίστωση και αναπαραγωγή
στη μεταπολεμική οικονομία των ΗΠΑ

της Maya Gonzalez

Βρισκόμαστε εν μέσω μιας νέας Μεγάλης Ύφεσης. Οι αποπληρωμές των ενυπόθηκων δανείων αθετούνται, όπως ακριβώς συνέβαινε και τις δεκαετίες του ’20 και του ’30. Η ανεργία αυξάνεται μαζί με το κόστος διαβίωσης. Τότε, η οικονομία σώθηκε από τη στασιμότητα και την ύφεση μέσω μιας αναδιάρθρωσης του κράτους και του κεφαλαίου την, οποία διευκόλυνε ο πόλεμος· όμως τι πρόκειται να τη σώσει τώρα; Η δική μας κρίση συνιστά μια κρίση αναπαραγωγής υπό μία νέα έννοια. Όλες οι κρίσεις είναι κρίσεις της καπιταλιστικής συσσώρευσης και, ως εκ τούτου, της αναπαραγωγής της ζωής της εργάτριας· ωστόσο, επειδή το κεφάλαιο έχει διεισδύσει ολοένα πιο πολύ στη ζωή και την αναπαραγωγή της εργάτριας, αυτή η κρίση έχει επίσης κινηθεί βαθύτερα, εξελισσόμενη σε μια κρίση της ίδιας της ταξικής σχέσης. Η εξέλιξη αυτής της βαθύτερης κρίσης θα αποτελέσει την ιστορία του 21ου αιώνα[1].

Η ιστορία του 20ού αιώνα χαρακτηρίστηκε από την αυξανόμενη ενσωμάτωση της ζωής της εργατικής τάξης στο κύκλωμα του κεφαλαίου. Αυτός ο μετασχηματισμός χαρακτηρίζεται από ορισμένους ως μετάβαση από μια εποχή τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο σε ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης με κύριο γνώρισμα την πραγματική υπαγωγή της. Μολονότι αυτή η περιοδολόγηση ίσως είναι προβληματική, η βαθύνουσα ενσωμάτωση την οποία περιγράφει είναι εμφανής και στο ίδιο το σπίτι – εκείνη τη σφαίρα αναπαραγωγής, της οποίας ο διαχωρισμός από την παραγωγή παράγει τους όρους της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Στα χρόνια αμέσως πριν τη Μεγάλη Ύφεση, μια κερδοσκοπική φούσκα στη στεγαστική και καταναλωτική πίστη διογκώθηκε και στη συνέχεια έσκασε, στέλνοντας ωστικά κύματα σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ. Ενώ και οι δυο μορφές πίστης ήδη έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην ευημερία και την κερδοφορία των ΗΠΑ, κατά τη δεκαετία του ’30 έλαβε χώρα μια δραματική μετατόπιση στις αγορές πίστης και ενυπόθηκων δανείων. Ήδη από τότε, οι ΗΠΑ αποτελούσαν μια αναδυόμενη οικονομική δύναμη, της οποίας η παραγωγικότητα –ειδικά στη γεωργία– οδηγούσε σε αύξηση των πραγματικών μισθών και του βιοτικού επιπέδου της εργατική τάξης, ενώ η εισαγωγή της γραμμής παραγωγής και άλλων βιομηχανικών καινοτομιών έδωσε τη δυνατότητα σε προηγουμένως πολυτελή εμπορεύματα να εισέλθουν στην εργατική κατανάλωση. Εντούτοις, η απλή ύπαρξη αυτής της δυνατότητας δεν ήταν αρκετή, καθώς παρ’ όλες τις μισθολογικές αυξήσεις (όπως τα «5 δολάρια την ημέρα» του Χένρι Φορντ) σε ορισμένους τομείς, οι μισθοί παρέμεναν γενικά πολύ χαμηλοί και η πίστωση πολύ περιορισμένη για να επιτραπεί η πραγματική μαζική κατανάλωση των νέων προϊόντων που προέκυπταν από τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Αυτό που μεταμόρφωσε την κατάσταση ήταν η εισαγωγή ενός νέου πολιτικού και οικονομικού προγράμματος το οποίο σκόπευε να αυξήσει την απασχόληση και την πίστωση, αυτό που σήμερα γνωρίζουμε ως New Deal.

Το New Deal συνήθως γίνεται κατανοητό ως μια σειρά κρατικών παρεμβάσεων με επίκεντρο κοινωνικά προοδευτικές πολιτικές, όπως ήταν οι δημοφιλείς και συχνά αμφιλεγόμενες απόπειρες δημιουργίας θέσεων εργασίας, προστασίας των εργατικών δικαιωμάτων, ρύθμισης των τιμών, κατασκευής δημόσιων υποδομών και παροχής κοινωνικής ασφάλισης ή αρωγής. Ενάντια σε αυτή την απλουστευτική εικόνα, οι ιστορικοί συνήθως επικαλούνται μια μετατόπιση εντός του New Deal από μια πρώιμη φάση «αναπτυξιακού κράτους», που ήταν προσανατολισμένη στην ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, προς μια φάση «δημοσιονομικού κράτους», η οποία χαρακτηρίστηκε από μια κεϋνσιανή πολιτική τόνωσης της ζήτησης – μια μετατόπιση που συμπίπτει με τη «ρουζβελτιανή ύφεση» της περιόδου 1937-1938, όταν οι υποστηρικτές του New Deal, στην απελπισία τους να αναζωογονήσουν τις εγχώριες αγορές, υιοθέτησαν μια δημοσιονομική πολιτική ταυτόχρονα ελλειμματική και αντισταθμιστική.

Ωστόσο, οι οικονομολόγοι έχουν από καιρό υποστηρίξει μια διαφορετική αφήγηση: είναι οι προηγούμενες ομοσπονδιακές πρωτοβουλίες, ξεκινώντας από την κυβέρνηση Χούβερ και με αποκορύφωμα την Τραπεζική Πράξη του 1935, που δημιούργησαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μεταπολεμική ανάπτυξη, επαναστατικοποιώντας την ικανότητα του κράτους να διαχειρίζεται την προσφορά χρήματος και να επιχορηγεί τις πιστωτικές αγορές. Πάνω από όλα, είναι σε εκείνη την περίοδο που το κράτος αρχίζει να παρέχει κεφάλαια στις ιδιωτικές τράπεζες και τη βιομηχανία καταθέσεων και δανείων, ρυθμίζοντας τη λειτουργία τους, μετασχηματίζει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα σε ένα ομοσπονδιακό ρυθμιστικό σώμα και επίσης αναλαμβάνει τον έλεγχο των επιτοκίων. Ήδη το 1935, το κράτος έχει καταργήσει τον κανόνα του χρυσού, έχει ασφαλίσει ένα πλήθος ιδιωτών δανειστών απέναντι σε τυχόν ζημίες και έχει επεκτείνει τη δυνατότητά του να αγοράζει και να πουλά κρατικά χρεόγραφα ως μέσο συμπλήρωσης των αποθεματικών των ιδιωτικών τραπεζών, ενώ επεκτείνει ευρέως την ικανότητά του να παρέχει δάνεια έκτακτης ανάγκης σε θεσμικούς δανειστές.

Κατά συνέπεια, από τα μέσα της δεκαετία του ’30, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε εγκαταστήσει τους μηχανισμούς προαγωγής ενός νέου είδους εθνικής οικονομικής ανάπτυξης, δημιουργώντας και διατηρώντας μια πολύ ασφαλή και ευέλικτη αγορά καταναλωτικής πίστης. Με απλά λόγια, το κράτος έκανε ευκολότερο –σε πολλές περιπτώσεις χωρίς καθόλου ρίσκο– για τον ιδιωτικό τομέα να δανείζει και να δανείζεται, ενώ ταυτόχρονα κατέστησε το εθνικό νόμισμα περισσότερο «ελαστικό» ώστε να μπορεί να ικανοποιεί τις μεταβαλλόμενες ανάγκες παραγωγών και καταναλωτών[2]. Το νέο σύστημα έδωσε στο κράτος σημαντικό έλεγχο τόσο επί της δημιουργίας χρήματος όσο και επί των πιστωτικών κύκλων, έτσι που το κράτος να μπορεί να επιλέγει με στρατηγικό τρόπο τις βιομηχανίες και τις καταναλωτικές αγορές που επρόκειτο να επιχορηγήσει. Και, πάνω από όλα, η παροχή πιστώσεων από μέρους του είχε μετατραπεί τώρα σε κεντρικό άξονα τόσο για τη σταθεροποίηση της οικονομίας όσο και για την τροφοδότηση μιας οικονομικής επέκτασης καθοδηγούμενης από το χρέος. Στο σύνολό τους, αυτές οι πρώιμες παρεμβάσεις μετασχημάτισαν εκ θεμελίων τις λειτουργίες των αμερικάνικων τραπεζικών και πιστωτικών αγορών.

Η πολιτική του δημοσιονομικού κράτους διευκόλυνε μια νομισματική και πιστωτική επανάσταση που επέτρεψε και ταυτόχρονα προώθησε ενεργητικά ένα νέο είδος οικονομικής ανάπτυξης, βασισμένης στη μαζική παραγωγή και κατανάλωση διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρείχε το υλικό για αυτή την επανάσταση με τη μορφή τόσο των απαιτούμενων καταναλωτών που επέστρεφαν από τον πόλεμο όσο και του βασικού εμπορεύματος που κατέστησε δυνατή τη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη σε όλο της το μέγεθος: της κατοικίας.

Η μεταπολεμική καθοδηγούμενη-από-το-κράτος αγορά κατοικίας

Τα αμερικανικά στρατεύματα που το 1945 επέστρεψαν από τη μάχη εφοδιάστηκαν από την κυβέρνηση των ΗΠΑ με ένα οπλοστάσιο δημοσιονομικών διατάξεων, τις οποίες ενθαρρύνθηκαν να αξιοποιήσουν –σαν καλοί πατριώτες– προς όφελος της εθνικής οικονομίας. Ο νόμος G.I. Bill (Νόμος για την Επανένταξη Όσων Υπηρέτησαν στις Ένοπλες Δυνάμεις) του 1944 υπήρξε ένας από τους κύριους ιμάντες μεταβίβασης αυτών των προνομίων, προσφέροντας στους βετεράνους έως και δύο χρόνια επαγγελματικής ή πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, έναν χρόνο επιδόματος ανεργίας και –κάτι που έχει σημασία– δάνεια για να ανοίξουν επιχειρήσεις ή να αγοράσουν σπίτια. Στην πράξη, η νομοθετική πράξη ήταν άκρως ρατσιστική, καθώς στερούσε από τους μαύρους βετεράνους την πρόσβαση στα υποσχεθέντα προνόμια. Παρ’ όλα αυτά, τα εκατομμύρια των λευκών βετεράνων που απέκτησαν όντως πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια, βρέθηκαν απέναντι σε μια πατρίδα με μικρή προσφορά διαθέσιμης κατοικίας για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Αντί να ανταποκριθεί σε αυτή την κατάσταση μέσω της προαγωγής προγραμμάτων κοινωνικής στέγασης όπως στην Ευρώπη, το αμερικανικό κράτος επέλεξε αντ’ αυτού να επιδοτήσει ιδιωτικούς τρόπους ικανοποίησης αυτής της βασικής ανάγκης. Πολύ σύντομα, αναλήφθηκε η υλοποίηση τεράστιων προγραμμάτων κατασκευών και υποδομών, παρέχοντας κατοικίες στον πληθυσμό που επέστρεφε. Έκτοτε, τα ποσοστά ιδιοκατοίκησης αυξάνονται διαρκώς και απότομα, με εξαίρεση ορισμένες διακοπές κατά τη διάρκεια χρηματοπιστωτικών κρίσεων (βλ. Γράφημα 1).

untitledΓράφημα 1: Ποσοστό (επί τις εκατό) της ιδιοκατοίκησης στις ΗΠΑ 1900-2008
πηγή: Hoover Institution, «Facts On Policy: Homeownership Rates» (2008)

Τις πρωτοβουλίες επιλεκτικής πίστωσης που ήταν αναγκαίες για τη λειτουργία αυτής της αγοράς κατοικίας αποτέλεσαν τα προγράμματα ασφάλισης στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων της Ομοσπονδιακής Στεγαστικής Ένωσης (Federal Housing Association, FHA), τα οποία καθιερώθηκαν με την Εθνική Στεγαστική Πράξη το 1934, καθώς και τα προγράμματα εγγύησης στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων της Διεύθυνσης Βετεράνων (Veterans’ Administration, VA), που καθιερώθηκαν το 1944. Ασφαλίζοντας ιδιώτες δανειστές απέναντι στο ενδεχόμενο ζημίας και καθιστώντας δημοφιλή τη χρήση μακροπρόθεσμων, χρεολυτικών στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων, οι FHA και VA αναζωογόνησαν και διεύρυναν εντυπωσιακά τις αγορές ανακαίνισης σπιτιών και ιδιοκατοίκησης, καθιστώντας τες εν τέλει τον ακρογωνιαίο λίθο της νέας καταναλωτικής οικονομίας.

Ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι σχεδίασαν, προώθησαν, στελέχωσαν και τελικά διηύθυναν οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας σε στενή συνεργασία με τις βιομηχανίες κατασκευών, στεγαστικής χρηματοδότησης και real estate. Από την αρχή, η FHA επιστράτευσε ιδιωτικούς οργανισμούς για τη συλλογή δεδομένων από κάθε μητροπολιτική περιοχή σχετικά με τα πρότυπα μίσθωσης, τις αξίες των ακινήτων, τις οικοδομικές άδειες, τον όγκο πωλήσεων κατοικιών, τις τάσεις της απασχόλησης, τη μισθοδοσία και την οικονομική κατάσταση των τοπικών δανειστών. Το τεχνικό προσωπικό της FHA οργάνωσε εκπαιδευτικά συνέδρια σε όλη τη χώρα με σκοπό να παρουσιάσει το σύστημα ασφάλισης σε επιχειρηματίες και δημοτικούς αξιωματούχους και να συντονίσει τις τοπικές δανειοδοτικές απόπειρες, ενώ, στην Ουάσιγκτον, οι διαχειριστές της FHA διαβουλεύονταν με υπεύθυνους ανάπτυξης ακινήτων και τραπεζίτες για τον προσδιορισμό του αντίκτυπου του προγράμματος, την προώθηση νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και την άσκηση πολιτικής πίεσης σε μέλη του Κογκρέσου για την ψήφισή τους.

Εν ολίγοις, το κράτος όχι απλά αναζωογόνησε και διεύρυνε υπάρχουσες αγορές κατοικίας ή αφύπνισε κεφάλαιο «που τελούσε εν υπνώσει», αλλά μάλλον συνετέλεσε οργανικά στη δημιουργία νέας προσφοράς, νέας ζήτησης και νέου πλούτου. Ήδη από τη δεκαετία του ’30, ο James Moffett, πρώτος διοικητής της FHA, απευθυνόμενος στο επιχειρηματικό κοινό είπε πως η Ένωση δημιουργούσε μια αγορά ανακαίνισης «για όλη τη χρονιά» και πως «εκπαίδευε τις τράπεζες για να συνεχίσουν να παρέχουν επ’ αόριστον μια τεράστια ποσότητα πίστωσης» που θα «ανέπτυσσε πολύ περισσότερες επιχειρήσεις απ’ ό,τι στο παρελθόν». Ο Moffett προέβλεψε πως από τα προγράμματα ασφάλισης στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων θα έβγαιναν δισεκατομμύρια δολάρια και ισχυρίστηκε πως καμιά τέτοια αγορά δεν είχε ποτέ προσφερθεί στη βιομηχανία[3].

Η διεύρυνση της ιδιοκατοίκησης τόνωσε την οικονομία πάνω και πέρα από τις ίδιες τις αγορές κατοικίες και στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων. Με επιτόκια ελεγχόμενα από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα –τα οποία κρατούνταν σε χαμηλό επίπεδο καθ’ όλη τη διάρκεια της διεύρυνσης– οι επενδύσεις μπορούσαν να κατευθυνθούν σε προϊόντα που συνόδευαν την αναπτυσσόμενη ιδιοκατοίκηση, όπως τα αυτοκίνητα, τα πλυντήρια ρούχων κι άλλες ακριβές συσκευές. Το σπίτι μετατράπηκε σε συμπυκνωμένο κόμβο δημιουργίας νέων αναγκών για την αμερικάνικη εργατική τάξη – έναν χώρο ο οποίος απαιτείτο να γεμίσει με εμπορεύματα οικιακής χρήσης, υπαγόρευε την κατοχή αυτοκινήτου και που μπορούσε επ’ αόριστον να βελτιώνεται και να ανακαινίζεται. Εν τέλει, αντιπροσώπευε μια επένδυση, ένα χρέος που έπρεπε να αποπληρωθεί και ουσιαστικά ένα περιουσιακό στοιχείο, παράγοντας έτσι με συνέπεια έναν περισσότερο πειθαρχημένο εργατικό πληθυσμό.

Η ιδιοκατοίκηση και η πρόσβαση στην πίστωση έγιναν μια υλική δύναμη που αντιπροσώπευε και εδραίωνε τις διαιρέσεις και τις ανισότητες εντός της εργατικής τάξης. Αυτό με τη σειρά του επαναδιευθέτησε την κατάσταση της εργασίας σε σχέση με το κεφάλαιο και τον ορίζοντα της ταξικής πάλης. Οι εν λόγω μετατοπίσεις στην καπιταλιστική ταξική σχέση εντατικοποιήθηκαν, καθώς η υπόσχεση της ιδιοκατοίκησης και της πίστωσης επεκτεινόταν σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα της εργατικής τάξης, την ίδια στιγμή που η κερδοφορία έπεφτε και το χρέος ολοένα χρηματιστικοποιείτο.

Ενσωμάτωση της (λευκής) εργατικής τάξης στις αγορές κατοικίας και πίστωσης

Η αρχική διανομή του νεόδμητου μεταπολεμικού αποθέματος κατοικιών στα μέλη της εργατικής τάξης που επέστρεφαν, έγινε με έναν μάλλον ad hoc τρόπο, καθώς οι οικογένειες πάσχιζαν να βρουν ένα αξιοπρεπές καταφύγιο και να επιστρέψουν σε μια καθημερινότητα που έφερε το σημάδι της κατάθλιψης και του πολέμου. Οι προδιαγραφές ήταν σχετικά χαμηλές και άνθρωποι κάθε λογής κοινωνικής θέσης ζούσαν δίπλα-δίπλα. Εντούτοις, λόγω της πρόσβασής τους στα προνόμια του G.I. Bill –και επομένως στην ιδιοκτησία, σε πανεπιστημιακές σπουδές, στην κοινωνική πρόνοια, στην απασχόληση και, για ορισμένους, ακόμα και στο κεφάλαιο με το οποίο θα ξεκινούσαν μια μικρή επιχείρηση–, οι βετεράνοι βρέθηκαν σε μια σημαντικά πλεονεκτική θέση. Σταδιακά, άρχισε με αυτόν τον τρόπο να διαμορφώνεται μια νέα διαστρωμάτωση του εργατικού πληθυσμού, παράλληλα με την ανάπτυξη και την παγίωση μέσα στις ίδιες τις κοινότητές του μιας ιδιαίτερης αμερικάνικης αντίληψης για τη «μεσαία τάξη», ως μια τάξη ολοένα πιο διαχωρισμένη από τις συχνά φυλετικοποιημένες κατώτερες τάξεις.

Η πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια και κρατικές επιχορηγήσεις εν τέλει κατέστησε για πολλούς λευκούς αμερικάνους την αγορά σπιτιού περισσότερο εύλογη από την ενοικίασή του. Ωστόσο, οι φυλετικές μειονότητες αποθαρρύνονταν σταθερά από την προσπάθεια απόκτησης των προνομίων της ιδιοκατοίκησης – ανεξάρτητα από το πόσο κρίσιμη ήταν η συμμετοχή τους στην πολεμική προσπάθεια. Έως και τα τέλη της δεκαετίας του ’40, στα εγχειρίδια της FHA και της VA υπήρχαν ρητά ρατσιστικές ρυθμίσεις σχετικά με τα στεγαστικά ενυπόθηκα δάνεια και τον δανεισμό· αλλά ακόμα και μετά την αφαίρεσή τους, τόσο η FHA όσο και η VA υποστήριζαν ενεργά σε τοπική βάση φυλετικά συμφωνητικά μίσθωσης έως και τη δεκαετία του ’60, αποκλείοντας εκατομμύρια ανθρώπους από την αναπτυσσόμενη αγορά ιδιοκατοίκησης. Από τη δεκαετία του ’40 έως τις αρχές τις δεκαετίας του ’60, λιγότερο από το 2% των σπιτιών που χτίστηκαν με τη βοήθεια των στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων ύψους 120 δισ. δολ. πήγαν σε μη-λευκούς. Κι ωστόσο, εκείνα τα 120 δισ. δολ. αντιπροσώπευαν σχεδόν το μισό της αξίας των σπιτιών που αγοράστηκαν την περίοδο 1947-1964 και τα οποία αφορούσαν τη στέγαση οικογενειών. Αυτά τα δάνεια όχι μόνο διευκόλυναν την αγορά περισσότερων από 12 εκατομμύρια κατά βάση προαστιακών οικιστικών μονάδων, σχεδόν αποκλειστικά για λευκούς, αλλά επίσης συνέβαλαν στη διασφάλιση επιπλέον χρηματοδοτήσεων, μέσω δανεισμού, πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων για επισκευαστικές εργασίες.

Η ιδιοκτησία ακίνητης περιουσίας επέτρεψε σε κάποιους από την εργατική τάξη να συμπεριφέρονται με έναν ψευδοκαπιταλιστικό τρόπο, διαχειριζόμενοι κεφαλαιακές σχέσεις μέσα στις ίδιες τις ζωές τους ως ιδιοκτήτες συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης – με την αυξανόμενη αξία της εμπορευματοποιημένης ύπαρξής τους να προβάλλεται στον χρόνο μέσω της πίστωσης. Στις καλές εποχές, η παροχή πίστωσης μέσω της αύξησης της αξίας του ακινήτου επέτρεπε στους ιδιοκτήτες τους να πάρουν δάνεια για την αγορά διαφόρων εμπορευμάτων, με τα οποία γέμιζαν τα σπίτια τους, καθώς και αυτοκινήτων για τις διαδρομές μεταξύ της εργασίας και των αυξανόμενα διασκορπισμένων και απομακρυσμένων προαστίων τους. Μολονότι τα διάμεσα και μέσα εισοδήματα διπλασιάστηκαν μεταξύ 1946 και 1970, η μέση αναλογία χρέους προς εισόδημα ανήλθε την ίδια περίοδο στο 20%, επιτρέποντας μια ακόμα μεγαλύτερη αύξηση στην κατανάλωση της εργατικής τάξης.

Ενώ πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η αναπαραγωγή του νοικοκυριού συμπληρωνόταν από μια ποικιλία επιβιωτικών δραστηριοτήτων, κατά τη μεταπολεμική περίοδο αυτές οι δραστηριότητες –όπως και η παραγωγή οικιακών αγαθών– σταδιακά αντικαταστάθηκαν από την απόκτηση εμπορευμάτων οικιακής χρήσης που μπορούσαν να βρεθούν στην αγορά, ενώ παράλληλα οι υπηρεσίες που αγοράζονταν εκτός σπιτιού αντικαταστάθηκαν από self-service καταναλωτικά αγαθά. Έως τα τέλη της δεκαετίας του ’40, πολλά προϊόντα που είχαν αποτελέσει σημαντικές καινοτομίες και είχαν διοχετευθεί στις αγορές τη δεκαετία του ’20 αλλά είχαν υποφέρει σε πωλήσεις κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, βελτίωσαν τον σχεδιασμό τους και διεύρυναν εκθετικά τις καταναλωτικές αγορές τους. Το 1940, το 60% από τα 25 εκατομμύρια σπίτια με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος είχαν ηλεκτρικό πλυντήριο ρούχων, το οποίο είχε παραχθεί από κάποια εκ των δύο ή τριών σχετικών εταιρειών. Το στιγμιαίο κέικ, που είχε αρχικά εμφανιστεί τη δεκαετία του ’20, έγινε καθολικό φαινόμενο τη δεκαετία του ’40. Το ψυγείο και ο καταψύκτης –που επίσης αναπτύχθηκαν τις δεκαετίες του ’20 και του ’30– εξελίχθηκαν σε τυπικά οικιακά προϊόντα στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και τη δεκαετία του ’50, επιτρέποντας στα κατεψυγμένα τρόφιμα –προηγουμένως πολυτελή αντικείμενα– να γίνουν τετριμμένα.

Παρακολουθούμε εδώ το εμπόρευμα –στη μορφή του διαρκούς καταναλωτικού αγαθού– να μπαίνει στο νοικοκυριό με πρωτοφανείς τρόπους και να τροποποιεί αισθητά την εμπειρία της οικιακής (ή «αναπαραγωγικής») σφαίρας. Η αυξημένη κατανάλωση των διαρκών καταναλωτικών αγαθών οδηγεί στον μετασχηματισμό του είδους της εργασίας που εκτελείται στην οικιακή σφαίρα, καθώς και σε μετασχηματισμούς στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων εντός του νοικοκυριού (της «οικογένειας»), οι οποίες διαπερνιούνται και διαμεσολαβούνται περαιτέρω από εμπορεύματα.

Απο-διαφοροποίηση της αναπαραγωγικής και παραγωγικής σφαίρας

Πριν την άνοδο των ειδικά καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, δεν υφίστατο κάποια «οικιακή σφαίρα» σε απομόνωση από τη σφαίρα της παραγωγής. Η παραγωγή αγαθών –ακόμα και εκείνων που παράγονταν για να ανταλλαχθούν– συχνά λάμβανε χώρα μέσα ή γύρω από το «σπίτι» (το μέρος όπου οι εργάτες ζούσαν). Τον 17ο και 18ο αιώνα, προκειμένου να παρακαμφθούν οι κανόνες των συντεχνιών, οι έμποροι ανέθεταν την παραγωγή μιας ποικιλίας αγαθών σε αγροτικά νοικοκυριά. Αυτού του είδους το «σύστημα εξωτερικής ανάθεσης σε τρίτους» άνοιξε τον δρόμο για το σύγχρονο εργοστάσιο και, στην πορεία της καπιταλιστικής συσσώρευσης, στον νεωτερικό διαχωρισμό μεταξύ οικίας και χώρου εργασίας. Το σπίτι ήταν εφεξής το μέρος όπου ο εργάτης ξεκουραζόταν και κατανάλωνε ένα μέρος του προϊόντος της εργασίας του με τη μορφή αγαθών αναγκαίων για την αναπαραγωγή της εργασιακής του δύναμης. Ήταν επίσης το μέρος όπου η καταπίεση των γυναικών σκλήρυνε περαιτέρω. Η πρόσβαση των γυναικών –οι οποίες αναμενόταν είτε να κάθονται σπίτι και να κάνουν τη δουλειά της αναπαραγωγής είτε να υποβάλλονται σε χειρότερες συνθήκες εργασίας και χειρότερα μεροκάματα από ό,τι οι άνδρες εργάτες, εκδιωγμένες από τους κοινούς χώρους όπου είχαν διατηρήσει έναν βαθμό αυτονομίας και συλλογικής δύναμης– στα μέσα παραγωγής μπλοκαρίστηκε ή περιορίστηκε μέσω της πατριαρχίας της μισθωτής μορφής. Εν ολίγοις, η οικία έγινε ο αποκλειστικός τόπος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, η οποία αναπαραγωγή για πρώτη φορά εμφανίστηκε ως καθαρά «εκτός» των σχέσεων παραγωγής και με τον αυτόν τον τρόπο επίσης, για πολλούς, εκτός του πεδίου αρμοδιότητας του μαρξισμού.

Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου στις ΗΠΑ, η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης και η αναπαραγωγή του κεφαλαίου διείσδυσαν η μια στην άλλη και διαπλέχθηκαν όλο και πιο στενά. Ολοένα περισσότεροι άνθρωποι της εργατικής τάξης ενεπλάκησαν στην αγορά κατοικίας, το οποίο σήμαινε ότι η στέγη δεν έγινε μόνο το εμπόρευμα που, από φυσικής άποψης, εμπεριείχε όλα τα υπόλοιπα, αλλά επίσης ότι συνιστούσε το βασικό περιουσιακό στοιχείο του εργάτη – το εμπόρευμα για την αγορά του οποίου είχαν πουληθεί τα υπόλοιπα εμπορεύματα και τελικά αυτό που επίσης αγόραζε όλα τα άλλα.

Διακρίνουμε, λοιπόν, στη μεταπολεμική περίοδο την τάση ανατροπής των διαχωρισμών που υπήρξαν κεντρικοί για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Τη στιγμή που γεννιούνται οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις λαμβάνει χώρα ένας πρωταρχικός διαχωρισμός, κατά τον οποίο οι εργάτες διαχωρίζονται από τα μέσα παραγωγής. Με χωρικούς όρους, αυτός ο διαχωρισμός παίρνει τη μορφή όχι μόνο της εντεινόμενης αντίθεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου και της ζωνοποίησης της πρώτης σε κατοικημένες και βιομηχανικές περιοχές, αλλά επίσης τη μορφή της θεμελιώδους κατηγορικής διάκρισης ανάμεσα στον οικιακό, «αναπαραγωγικό» χώρο και τον «τόπο της παραγωγής», με τον έναν να συνεπάγεται τον άλλο. Έτσι, ενώ ο καπιταλισμός αρχικά υπέταξε την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης μέσω του διαχωρισμού της από την παραγωγή, με την έναρξη της μεταπολεμικής περιόδου βλέπουμε τις κοινωνικές σχέσεις και τις μορφές της καθημερινής ζωής να υποτάσσονται ολοένα περισσότερο στις επιταγές της αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου μέσω μιας εξίσου καταναγκαστικής ενοποίησης αυτών των σφαιρών μέσα στη λογική του κεφαλαίου.

Στη μεταπολεμική περίοδο, αυτή η επανενοποίηση ή απο-διαφοροποίηση αναπαραγωγής και παραγωγής πήρε τη μορφή ενός σπιτιού με ένα γκαράζ για δύο αυτοκίνητα, ένα δωμάτιο για κάθε παιδί και επιπλέον χώρους για την τοποθέτηση των κατάλληλων συσκευών – ένα πλήρες πακέτο εμπορευμάτων με υψηλότερη τιμή και επομένως υψηλότερη ενυπόθηκη αξία βάσει της οποίας μπορούσε κανείς να δανειστεί. Για τους κατόχους ακινήτων, η προστασία της ιδιοκτησίας τους και η διατήρηση ή αύξηση της αξίας της με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο απέκτησαν κρίσιμη σημασία. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων, επομένως, πόνταραν πλέον περισσότερο στη διαιώνιση της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης και συχνά έφθασαν να πιστεύουν την αστική ρήση πως η αξία γεννάει αξία και πως όλα τα εμπορεύματα μπορούν εξίσου να αποτελούν κεφάλαιο. Μολαταύτα, οι μισθωτοί εργάτες –εξ ορισμού– δεν συσσωρεύουν κεφάλαιο, παρά μόνο αξιοποιούν το κεφάλαιο άλλων. Και στο τέλος της ημέρας, ο εργάτης επιστρέφει σπίτι μόνο με τον μισθό του, για να αποπληρώσει ένα μέλλον όλο και περισσότερο χρεωμένο με δάνεια.

Αυτή η συνθήκη αύξησης του χρέους της εργατικής τάξης, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης, σήμαινε πως οι γυναίκες και μητέρες ήταν αναγκασμένες να εισέλθουν πιο μαζικά στην αγορά εργασίας. Παρότι ο «οικογενειακός μισθός» στον φορντισμό συνεπαγόταν πως ο αρσενικός προστάτης της οικογένειας θα ήταν ικανός να στηρίζει και τη σύζυγο και το παιδί του, ήδη από τη δεκαετία του ’50 οι παντρεμένες γυναίκες άρχισαν να συμπληρώνουν τα εισοδήματα των συζύγων τους δουλεύοντας οι ίδιες. Αλλά, ενώ τη δεκαετία του ’50 η επανένταξη των γυναικών στο εργατικό δυναμικό ήταν ενδεικτική της επιθυμίας να διατηρηθεί ένα μοτίβο συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, μετά τη δεκαετία του ’60 ο μισθός της συζύγου ή της μητέρας κατά βάση επιδίωκε να αντισταθμίσει τη μείωση των πραγματικών μισθών των ανδρών εργατών. Δημιουργήθηκε έτσι ένας εφεδρικός στρατός γυναικών εργατριών, προσωρινά και επισφαλώς συνδεδεμένων με το κεφάλαιο, οι οποίες το προμήθευαν με ευέλικτη και αναλώσιμη εργασία και διατηρούνταν σε αυτή τη θέση εξαιτίας των πατριαρχικών δομών τόσο στις εταιρικές πρακτικές όσο και στο εργατικό κίνημα.

Η ένταξη των γυναικών στο εργατικό δυναμικό είχε διπλό όφελος για το κεφάλαιο, μιας και τα αγαθά που μπορούσαν να αντικαταστήσουν τις διάφορες δραστηριότητες εντός του νοικοκυριού –και τις αναπαραγωγικές υπηρεσίες εκτός σπιτιού– ήταν τα ίδια τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά που υπήρξαν τόσο κρίσιμα για την ανάπτυξη εκείνης της περιόδου. Τόσο η ανάγκη όσο και η δυνατότητα ενός νοικοκυριού να αγοράζει τέτοια ακριβά εμπορεύματα αναπτύχθηκαν ευθέως ανάλογα με τον βαθμό εξόδου των γυναικών από το σπίτι. Ο μειωμένος χρόνος που ήταν διαθέσιμος για τις οικιακές δουλειές τροφοδότησε την αυξανόμενη ζήτηση για self-service διαρκή καταναλωτικά αγαθά, καθώς και για το –απαραίτητο πια– επιπλέον αυτοκίνητο. Καθώς οι καταναλωτικές ανάγκες αναπτύσσονταν απόλυτα, η διεύρυνση της προσφοράς εργασίας από τα νοικοκυριά αποτελούσε την εγγύηση ότι κάποιος μπορούσε να πληρώσει γι’ αυτές. Συνολικά, επρόκειτο για έναν αυτοσυντηρούμενο αναπαραγωγικό κύκλο: τα ζευγάρια επέστρεφαν στην αγορά εργασίας για να ξεπληρώσουν τα αγαθά που είχαν αγοράσει με δάνειο προκειμένου να αναπαραχθούν για αυτή την ίδια αγορά εργασίας.

H οικογένεια επίσης μετασχηματίστηκε σημαντικά μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Τα παιδιά μετατράπηκαν από παραγωγικά μέλη του νοικοκυριού σε βάρος. Ο σχηματισμός της κανονικοποιημένης πυρηνικής οικογένειας, μαζί με τη συντήρηση του ίδιου του νοικοκυριού, εξελίχθηκε σε μια σειρά αγορών και ρίσκων υποκείμενων στη λογική αναλύσεων κόστους-οφέλους, ενώ το σπίτι κατέστη ένα δοχείο διαμερισματοποιημένων αγωνιών γύρω από το μέλλον της βιωσιμότητάς του. Η ζωή του ατόμου απέκτησε τη δική της γενεακή χρονικότητα, καθορισμένη από το κεφάλαιο και προβλεπόμενη μέσω της πίστωσης: μιλάμε για ένα φάσμα τριάντα χρόνων στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων που ξεκινούσε από τα παιδικά χρόνια, συνέχιζε στην εφηβεία, τα κολεγιακά χρόνια, και κατέληγε στον έγγαμο βίο και τη γέννηση των παιδιών· όλα τα στάδια της ζωής συνδέθηκαν ολοκληρωτικά με την αναπαραγωγή της μισθωτής σχέσης.

Η επέκταση της αγοράς κατοικίας και της πρόσβασης στην πίστωση αναζωογόνησε την καπιταλιστική συσσώρευση μπροστά στη μειούμενη καταναλωτική ζήτηση, αλλά η αυξανόμενη ενσωμάτωση της αναπαραγωγικής σφαίρας στην παραγωγική, αντί να διαρρήξει τις καταπιέσεις που χτίστηκαν πάνω σε αυτή τη διαίρεση, ενίσχυσε τους δριμείς διαχωρισμούς και τις ανισότητες εντός της εργατικής τάξης. Οι φυλετικοί και έμφυλοι φραγμοί στην απόκτηση κατοικίας και πίστωσης, μαζί με την εμπορευματοποίηση των οικογενειακών σχέσεων και δραστηριοτήτων, κατόρθωσαν μια «γενική τάση προς την απομόνωση» εν μέσω μιας «ελεγχόμενης επανενσωμάτωσης των εργαζομένων, σύμφωνα με τις προγραμματιζόμενες ανάγκες της παραγωγής και της κατανάλωσης»[4].

Αυτή η κατάσταση, εντούτοις, μπορούσε να είναι βιώσιμη μόνο όσο οι μισθοί αυξάνονταν αναλογικά με την παραγωγικότητα. Εξάλλου, έως τη δεκαετία του ’70, η χρεωστική χρηματοδότηση των νοικοκυριών ποτέ δεν υπερέβη κατά πολύ τις αποδοχές τους και οι μέσες αξίες των ακινήτων έτειναν να «παίζουν» γύρω από τους μέσους μισθούς, ενόσω οι ανάγκες δεν διευρύνονταν πολύ πέραν της ικανότητας ικανοποίησής τους. Οι άνθρωποι δανείζονταν μεν πέρα από τις άμεσες αποδοχές τους, αλλά οι αυξανόμενοι μισθοί τους γενικά αντιστάθμιζαν αυτή την επέκταση του χρέους. Όσο η καπιταλιστική ανάπτυξη συνέχιζε να ευδοκιμεί, το αναμενόμενο μέλλον της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης έμοιαζε αναπόφευκτο. Μετά το 1975, το χρέος των νοικοκυριών –που ήταν ήδη σημαντικό– άρχισε να ξεφεύγει από τον έλεγχο. Ο δανεισμός έναντι της υπεραξίας των ακινήτων (mortgage equity withdrawal) άρχισε να αυξάνεται το 1975, σημειώνοντας ραγδαία άνοδο τη δεκαετία του ’80 και αναπτυσσόμενος εκθετικά στα τέλη της δεκαετίας του ’90, έως το σημείο να αποτελεί το μόνο πράγμα που κρατούσε την οικονομία των ΗΠΑ εκτός ύφεσης το 2000 και το 2001 (βλ. Γράφημα 3). Οι γενικές αναλογίες χρέους-εισοδήματος –οι οποίες είχαν για λίγο αναπτυχθεί ραγδαία στα μέσα της δεκαετία του ’20 προτού μειωθούν κατά τη Μεγάλη Ύφεση– ξεκίνησαν επίσης να αυξάνονται στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ξεπερνώντας στα τέλη του ’90 τα επίπεδα της δεκαετίας του ’30 και πρακτικά διπλασιάζοντας το τότε peak (βλ. Γράφημα 2). Γύρω στα 1989, τα νοικοκυριά που κατατάσσονταν στο χαμηλότερο 20% του εισοδηματικού συνόλου είδαν το χρέος τους να αυξάνεται πάνω και πέρα από το χρέος όλων των υπόλοιπων εισοδηματικών κλάσεων.

untitledΓράφημα 2: Συνολικό Χρέος της Πιστωτικής Αγοράς των ΗΠΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ
πηγή: Ned Davis Research (2007)

untitledΓράφημα 3: Ανάπτυξη του ΑΕΠ (GDP) των ΗΠΑ και Δανεισμός Έναντι της Υπεραξίας του Ακινήτου
πηγή: Calculated Risk (2006)

Σήμερα, γινόμαστε μάρτυρες της κατάρρευσης της δυνατότητας της εργατικής τάξης να αναπαραχθεί στο επίπεδο που είχε συνηθίσει. Στον πιο πρόσφατο κύκλο κατανάλωσης γύρω από την κατοικία, οι επενδύσεις στην κατοικία απέτυχαν να αναζωογονήσουν την παραγωγή, η οποία σημείωσε τη χειρότερή επίδοσή της σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο. Καθώς οι επενδυτικές ευκαιρίες στον παραγωγικό τομέα λιγόστευαν για το κεφάλαιο, τεράστια ποσά υπερεπενδύθηκαν σε εργαλεία ενυπόθηκων δανείων, δημιουργώντας τοιουτοτρόπως μια υπερσυσσώρευση αδιάθετων κατοικιών. Τώρα βρισκόμαστε σε μια δύσκολη κατάσταση, παρόμοια με αυτήν αμέσως μετά τον πόλεμο, πλην όμως με μια διεστραμμένη μορφή: δεν μας λείπουν τα σπίτια, αλλά το χρήμα και η πίστωση για να τα αγοράσουμε. Το χρήμα με τη μορφή του μισθού περιορίζεται από τις επιταγές της συσσώρευσης κεφαλαίου, για την οποία η κατοικία και το εύκολο χρήμα δεν μπορούν πια να αποτελέσουν τη βάση ενός νέου κύκλου.

Σημειώσεις:

1. Ευχαριστώ τον Alex Wohnsen για τη βοήθειά του στη σύνταξη αυτών των σημειώσεων.

2. Πριν από το New Deal, η εθνική προσφορά χρήματος ήταν σχετικά «ανελαστική», επειδή τα νομισματικά αποθεματικά του υπουργείου Οικονομικών περιόριζαν την ποσότητα του νέου χρήματος που οι τράπεζες θα μπορούσαν να ρίξουν στην οικονομία (είτε δανείζοντας είτε χρησιμοποιώντας τις καταθέσεις απευθείας για αποπληρωμές). Ακολουθώντας την εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού και τη δημιουργία ενός πολυσχιδούς ομοσπονδιακού ρυθμιστικού, αποθεματικού και ασφαλιστικού συστήματος, η προσφορά χρήματος έγινε περισσότερο ελαστική, δίνοντας τη δυνατότητα στους ιδιώτες δανειστές να αυξήσουν την ποσότητα ρευστού κεφαλαίου που παρείχαν τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στους καταναλωτές.

3. K. Kruse & T. Sugrue. (2006). The New Suburban History. Chicago: Universiy of Chicago Press, p. 20.

4. Ντεμπόρ, Γ. (1986). Η Κοινωνία του Θεάματος. Αθήνα: Ελεύθερος Τύπος, § 172.