Home

Το παρακάτω κείμενο των Théorie Communiste είχε μεταφραστεί κι εκδοθεί στο πέμπτο τεύχος του περιοδικού Blaumachen. Η μορφοποίηση κι οι σημειώσεις είναι των ιδίων.

Το θέμα που επιχειρούν να εξετάσουν οι Ντωβέ και Nesic (εφεξής D-N) στο κείμενό τους δεν είναι τίποτα λιγότερο από την «ιστορική αποτυχία δύο αιώνων κομμουνιστικού κινήματος»[1]. Η απάντησή τους περνάει από την κριτική της έννοιας του προγραμματισμού, που αναπτύχθηκε κυρίως από την επιθεώρηση Théorie Communiste. Αλλά ο προγραμματισμός δεν θα εξηγούσε την «αποτυχία του κομμουνιστικού κινήματος» παρά μόνο στον βαθμό που, όπως οι D-N, θα φανταζόμασταν ότι ο κομμουνισμός είναι μια νόρμα, μια ουσία, κάτι αναλλοίωτο που «η ουσία του παραμένει ίδια». Ειδάλλως το μόνο που εξηγεί ο προγραμματισμός είναι η δική του αποτυχία. Θα αρχίσουμε λοιπόν διευκρινίζοντας τί είναι αυτή η θεωρία του προγραμματισμού που οι D-N την έχουν τόσο πολύ παρανοήσει, αλλά ας μην κρυβόμαστε: εκείνο που διακυβεύεται είναι ο ορισμός της σημερινής περιόδου και, ακόμα περισσότερο, το να είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «σημερινή περίοδο». Δηλαδή, για να μη μακρηγορούμε, κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ιστορία.

1. Η θεωρία του προγραμματισμού

α) Η χειραφέτηση της εργασίας κι η αποτυχία της

Σε γενικό επίπεδο, μπορούμε να πούμε ότι ο προγραμματισμός ορίζεται από μια πρακτική και μια θεωρία της ταξικής πάλης όπου το προλεταριάτο, κινούμενο προς την απελευθέρωσή του, βρίσκει στην κατάστασή του τα θεμέλια μιας μελλοντικής κοινωνικής οργάνωσης, η οποία γίνεται πρόγραμμα προς υλοποίηση. Η επανάσταση είναι τότε η επιβεβαίωση του προλεταριάτου: δικτατορία του προλεταριάτου, εργατικά συμβούλια, απελευθέρωση της εργασίας, μεταβατική περίοδος, μαρασμός του κράτους, γενικευμένη αυτοδιαχείριση, «κοινωνία των συνασπισμένων παραγωγών» κτλ. Ο προγραμματισμός δεν είναι μόνο θεωρία, είναι πάνω απ’ όλα μια πρακτική του προλεταριάτου όπου η ενίσχυση (συνδικαλιστική, κοινοβουλευτική, οργανωτική, με όρους σχέσης κοινωνικών δυνάμεων ή επιπέδου συνείδησης σχετικά με τα «διδάγματα της ιστορίας») της τάξης μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι, με θετικό τρόπο, ο δρόμος προς την επανάσταση και τον κομμουνισμό. Ο προγραμματισμός είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με την αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου όπως αυτή συγκροτείται από την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο.

Σ’ αυτή την περίοδο, το κεφάλαιο, στη σχέση του με την εργασία, θέτει τον εαυτό του σαν εξωτερική δύναμη. Για το προλεταριάτο, το να απελευθερώσει τον εαυτό του από την καπιταλιστική κυριαρχία σημαίνει ότι μετατρέπει την εργασία σε βάση των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ όλων των ατόμων, σε κοινότητά τους. Σημαίνει ότι απελευθερώνει την παραγωγική εργασία, ότι παίρνει στα χέρια του τα μέσα παραγωγής, ότι καταργεί την καπιταλιστική αναρχία και την ιδιωτική ιδιοκτησία. Η απελευθέρωση του προλεταριάτου θεμελιώνεται σε έναν τρόπο παραγωγής βασισμένο στην αφηρημένη εργασία, δηλαδή στην αξία.

Η επαναστατική διαδικασία επιβεβαίωσης της τάξης είναι τότε διττή. Αφενός, είναι ενίσχυση της τάξης μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και, αφετέρου, είναι επιβεβαίωσή της ως ιδιαίτερης τάξης και άρα διαφύλαξη της αυτονομίας της. Μέσα στην αναγκαιότητα των ίδιων της των μεσολαβήσεων (κόμματα, συνδικάτα, συνεταιρισμοί, ενώσεις αλληλοβοήθειας, κοινοβούλιο κτλ.), η επανάσταση σαν αυτόνομη επιβεβαίωση της τάξης (ιδιαίτερη αυτοτελής ύπαρξη της τάξης απέναντι στο κεφάλαιο) χάνει τον δρόμο της, όχι σαν επανάσταση γενικά αλλά σαν επιβεβαίωση της τάξης. Η ενίσχυση της τάξης συγχέεται με την ανάπτυξη του κεφαλαίου και διαψεύδει αυτό που ωστόσο αποτελεί την επιδιωκόμενη ολοκλήρωσή της: την αυτόνομη επιβεβαίωση της τάξης.

Στην επαναστατική περίοδο που ακολούθησε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο -και της οποίας οι διάφορες τάσεις της υπεραριστεράς, με την πρακτική και τη θεωρία τους, αποτελούν την ουσιώδη έκφραση- το προλεταριάτο βρίσκεται παγιδευμένο σε μια καινοφανή κατάσταση: μέσα στην αυτόνομη επιβεβαίωσή του συγκρούεται με ό,τι το ίδιο είναι μέσα στο κεφάλαιο, με ό,τι έχει το ίδιο γίνει, συγκρούεται με τη δική του ταξική ισχύ ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η επανάσταση σαν επιβεβαίωση της τάξης βρίσκεται αντιμέτωπη με την ίδια της την αποτυχία, γιατί η αντεπανάσταση είναι συνυφασμένη με αυτή την επιβεβαίωση, μέσα σε ό,τι αποτελεί τον λόγο ύπαρξής της (και όχι επειδή η επανάσταση είναι «λάθος» ή ανέφικτη από καταβολής καπιταλιστικού κόσμου σε σχέση με μια γνωστή νόρμα, με έναν ορισμό της επανάστασης). Από εκεί και πέρα τα εργατικά κόμματα γίνονται το περιεχόμενο της αντεπανάστασης σε απόσταση αναπνοής από την επανάσταση.

Με τη μετάβαση του κεφαλαίου στην περίοδο της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο (τέλη 19ου/αρχές 20ού αι.), η ενίσχυση της τάξης, που στο πλαίσιό της η εργασία τίθεται σαν ουσία του κεφαλαίου, συγχέεται με την ίδια την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Όλες οι οργανώσεις που, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σχηματοποιούν αυτή την ενίσχυση -η οποία, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, αναπόφευκτα σχηματοποιείται οργανωτικά- μπορούν να αναγάγουν τον εαυτό τους σε διαχειριστές του κεφαλαίου, μπορούν να γίνουν, σαν τέτοιες, η πιο οξεία μορφή της αντεπανάστασης.

Στα χρόνια που ακολουθούν το 1917 (ή το 1905;), η επανάσταση είναι πάντοτε επιβεβαίωση της τάξης. Το προλεταριάτο επιδιώκει να απελευθερώσει ενάντια στο κεφάλαιο την υπάρχουσα εντός του κεφαλαίου κοινωνική του ισχύ, πάνω στην οποία βασίζει την οργάνωσή του και θεμελιώνει την επαναστατική του πρακτική. Εκείνο που του δίνει την ικανότητα να προωθήσει αυτή την ευρεία επιβεβαίωση, η οποία ορίζει την «επαναστατική ορμή» αυτής της μεταπολεμικής περιόδου, γίνεται το όριό του. Η ιδιομορφία αυτής της περιόδου σε σχέση με τον κλασσικό προγραμματισμό, τον οποίο εκπροσωπούσε η προ του 1914 σοσιαλδημοκρατία σε όλες της τις μορφές, συνίσταται στο γεγονός ότι η αυτόνομη επιβεβαίωση της τάξης ενάντια στο κεφάλαιο έρχεται σε αντίφαση με την ενίσχυσή της στο εσωτερικό του κεφαλαίου, επειδή η ενίσχυση αυτή είναι πλήρως ενσωματωμένη στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, η επιβεβαίωση αυτή βρίσκει τον λόγο ύπαρξής της, το θεμέλιό της, σε αυτή την ενσωμάτωση. Αυτό που είναι η τάξη μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αποτελεί άρνηση της αυτονομίας της, ενώ συγχρόνως αποτελεί τον λόγο ύπαρξης και τη δύναμη αυτής της θέλησης για αυτόνομη επιβεβαίωση. Τις αντεπαναστάσεις τις αναλαμβάνουν οι εργατικές οργανώσεις. Η θυελλώδης ιστορία του μεσοπολέμου, από τη Ρωσική επανάσταση έως τον Ισπανικό εμφύλιο, είναι η ιστορία της εκκαθάρισης αυτού του ζητήματος.

Η έννοια του προγραμματισμού ιστορικοποιεί την αντίληψη της ταξικής πάλης, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Το ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε την ταξική πάλη και την επανάσταση στα πραγματικά ιστορικά τους χαρακτηριστικά και όχι σε σχέση με μια νόρμα· να μην αντιπαραθέτουμε πια την επανάσταση, τον κομμουνισμό και τις συνθήκες (τις περίφημες συνθήκες που ποτέ δεν είναι ώριμες)· να απορρίψουμε τη διχοτομία ανάμεσα σε ένα προλεταριάτο που είναι πάντοτε στην ουσία του επαναστατικό (στην πραγματικότητα, επαναστατικό όπως αντιλαμβάνεται τον όρο η επόμενη περίοδος) και μια επανάσταση την οποία ποτέ δεν κάνει· να συνθέσουμε τα διάφορα στοιχεία μιας εποχής σαν ολότητα, αναδεικνύοντας την εσωτερική τους σύνδεση ταυτόχρονα με τις ανομοιότητες και τις διαμάχες (Μαρξ και Μπακούνιν, Λούξεμπουργκ και Μπερνστάιν, κτλ.)· να αποφύγουμε να ξεμείνουμε με μια επαναστατική φύση του προλεταριάτου η οποία, κάθε φορά που «εκδηλώνεται», οδηγεί σε μια αναδιάρθρωση του κεφαλαίου.

Μπορούμε πάντα να αναζητούμε και να βρίσκουμε ιστορικές αποδείξεις περί του αντιθέτου σε μεμονωμένες δράσεις και γεγονότα που φαίνονται εκ πρώτης όψεως να αντιτίθενται στη γενική κίνηση· τότε αναζητούμε την απόδειξη αποσπώντας μεμονωμένες στιγμές του κινήματος. Με τον τρόπο αυτό, οι D-N αναδεικνύουν ακριβώς ότι το ασύγκριτα μεγαλύτερο μέρος του κινήματος διαψεύδει τους ισχυρισμούς τους. Με το να μην τις ενσωματώνουν σε μια ολότητα, οι D-N περιορίζονται να αντιπαραθέτουν μεταξύ τους μεμονωμένες δραστηριότητες χωρίς να συλλαμβάνουν την ενότητά τους.

Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, που ορίζεται από την απομύζηση σχετικής υπεραξίας, εκείνο που εξαφανίζεται είναι όλα όσα έκαναν την προλεταριακή συνθήκη κάτι που μπορεί να στραφεί ενάντια στο κεφάλαιο – ο προγραμματισμός αποσυντίθεται. Από τη δεκαετία του 1920 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η αποσύνθεση του προγραμματισμού δεν είναι ένα αγκομαχητό της προηγούμενης περιόδου αλλά μια νέα δομή, ένας νέος κύκλος αγώνων. Η βάση της αποσύνθεσης του προγραμματισμού ως ιστορικής περιόδου είναι η ύπαρξη μιας εργατικής ταυτότητας που σταθεροποιείται μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: εργατική ταυτότητα που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου, η εργασία που νομιμοποιείται σαν ανταγωνιστής του κεφαλαίου στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όλα τα χαρακτηριστικά της άμεσης διαδικασίας παραγωγής (αλυσίδα παραγωγής, συνεργασία, παραγωγή-συντήρηση, συλλογικός εργάτης, συνέχεια της διαδικασίας παραγωγής, ανάθεση σε υπεργολάβους, κατάτμηση της εργατικής δύναμης), όλα τα χαρακτηριστικά της αναπαραγωγής (εργασία, ανεργία, κατάρτιση, κοινωνική πρόνοια), όλα τα χαρακτηριστικά που έκαναν την τάξη να αποτελεί προσδιορισμό της αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου (κοινωφελείς υπηρεσίες, οριοθέτηση του κύκλου συσσώρευσης σε έναν εθνικό χώρο, έρπων πληθωρισμός, «μοίρασμα των οφελών της παραγωγικότητας»), όλα όσα έθεταν το προλεταριάτο ως εθνικό συνομιλητή σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο – όλα αυτά θεμελίωναν μια εργατική ταυτότητα με αφετηρία την οποία τίθετο το ζήτημα του ελέγχου στο σύνολο της κοινωνίας υπό μορφή διαχείρισης και ηγεμονίας. Η εργατική αυτή ταυτότητα, που συγκροτούσε το εργατικό κίνημα και δομούσε την ταξική πάλη, ενσωματώνοντας μάλιστα σ’ αυτήν ακόμα και τη διαίρεση της παγκόσμιας συσσώρευσης μέσω του «υπαρκτού σοσιαλισμού»[2], βασιζόταν στην αντίφαση ανάμεσα, αφενός, στη δημιουργία και την ανάπτυξη μιας εργατικής δύναμης που τίθεται σε λειτουργία από το κεφάλαιο με τρόπο ολοένα περισσότερο συλλογικό και κοινωνικό και, αφετέρου, τις μορφές -που φαίνονται περιορισμένες- της ιδιοποίησης αυτής της εργατικής δύναμης από το κεφάλαιο στην άμεση διαδικασία παραγωγής και στη διαδικασία αναπαραγωγής.

Να ποια είναι η συγκρουσιακή κατάσταση που αναπτυσσόταν σαν εργατική ταυτότητα και που έβρισκε τα χαρακτηριστικά της και την άμεση αναγνώρισή της (την επιβεβαίωσή της) στο «μεγάλο εργοστάσιο», στη διχοτομία μεταξύ εργασίας και ανεργίας, εργασίας και κατάρτισης, στην εξάρτηση της εργασιακής διαδικασίας από τη συγκέντρωση των εργαζομένων, στις σχέσεις μεταξύ μισθών, οικονομικής μεγέθυνσης και παραγωγικότητας εντός των ορίων ενός εθνικού χώρου, στις θεσμικές εκπροσωπήσεις που όλα αυτά συνεπάγονται τόσο στο εργοστάσιο όσο και στο επίπεδο του κράτους, καθώς και στο σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής και πολιτιστικής νομιμοποίησης και υπερηφάνειας του να είναι κανείς εργάτης. Υπήρχε βέβαια αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου, σύμφωνα με την «έννοια του κεφαλαίου», αλλά η αντίφαση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στο επίπεδο αυτό, επειδή μέσα στην αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου παραγόταν και επιβεβαιωνόταν μια εργατική ταυτότητα μέσω της οποίας η δόμηση της ταξικής πάλης αποκτούσε τη μορφή του εργατικού κινήματος.

Η αποσύνθεση του προγραμματισμού εμπεριέχει την ολοένα μεγαλύτερη αδυναμία να αντιληφθούμε την επανάσταση σαν μετεξέλιξη που ξεκινάει από ό,τι είναι η τάξη μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, από την ενίσχυσή της με τη μορφή του εργατικού κινήματος. Η διεργασία της επανάστασης τίθεται τότε, πρακτικά και θεωρητικά, στην αυτονομία της τάξης, σε όλες τις ρήξεις με την ενσωμάτωσή της προάσπισης και της αναπαραγωγής της. Η αυτοοργάνωση και η αυτονομία γίνονται η επανάσταση, σε βαθμό που η μορφή αρκεί για να ορίσει το περιεχόμενο. Η αυτοοργάνωση, τα ισχυρά συνδικάτα και το εργατικό κίνημα ανήκαν στον ίδιο κόσμο – στον κόσμο της επανάστασης ως επιβεβαίωσης της τάξης. Η επιβεβαίωση του αληθινά επαναστατικού είναι της τάξης, που εκδηλωνόταν στην αυτονομία, δεν θα μπορούσε να έχει το παραμικρό έρεισμα στην πραγματικότητα αν δεν υπήρχε η καλή, μη αλλοτριωμένη πλευρά αυτού του κόσμου που βιωνόταν ως ένα ισχυρό εργατικό κίνημα το οποίο «πλαισίωνε» την τάξη. Η αυτοοργάνωση είναι ο αυτοοργανωμένος αγώνας με την αναγκαία του προέκταση, την αυτοοργάνωση των παραγωγών, δηλαδή την απελευθερωμένη εργασία, δηλαδή την αξία. Αυτός ο κύκλος αγώνων κορυφώθηκε ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1970. Πρακτικά και θεωρητικά, η αυτονομία εκφράστηκε με όλες τις δυνατές μορφές, από τη συνδικαλιστική αυτοδιαχείριση μέχρι την εξεγερσιακή αυτονομία. Ο κόσμος αυτός ανήκει στο παρελθόν.

Δεν υπάρχει αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής χωρίς ήττα των εργατών. Η ήττα αυτή ήταν ήττα της εργατικής ταυτότητας, των κομμουνιστικών κομμάτων, του συνδικαλισμού· ήττα της αυτοδιαχείρισης, της αυτοοργάνωσης και της αυτονομίας. Η αναδιάρθρωση είναι θεμελιωδώς αντεπανάσταση. Μέσα από την ήττα ενός συγκεκριμένου κύκλου αγώνων -εκείνου που εγκαινιάστηκε με τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου- φτάνει στο τέλος του ολόκληρος ο προγραμματικός κύκλος.

β) Η υπέρβαση του προγραμματισμού δεν είναι κριτική της εργασίας

Αυτή είναι λοιπόν εν συντομία η «θέση του προγραμματισμού», η οποία είναι κατά τους D-N «λάθος σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, και ακόμα περισσότερο λάθος σε ό,τι αφορά τη μέθοδο, τη στάση απέναντι στον κόσμο που πρόκειται να μετασχηματιστεί». Ωστόσο, οι D-N δεν την κατάλαβαν ούτε σε επίπεδο γεγονότων ούτε σε επίπεδο «μεθόδου». Και όσο για τη «στάση»…

Η απόρριψη της «θέσης του προγραμματισμού» αρχίζει με μια παρανόηση.

«Από τη δεκαετία του 1960, μια ολοένα και πιο ορατή αντίσταση στην εργασία, ενίοτε στο βαθμό ανοιχτής ανταρσίας, οδηγεί στην επανεξέταση των επεισοδίων του επαναστατικού κινήματος από τι σκοπιά της απόρριψης της εργασίας και την ασθενικότητα ή στιβαρότητα της απόρριψης αυτής. […] Η κριτική της εργασίας δεν φαίνεται να γεννήθηκε (και δεν μπορούσε να γεννηθεί) παρά μόνο μετά τον Μάη του 68 […].» .

Η διαπίστωση είναι ιστορικά σωστή, αλλά η παρανόηση έγκειται στο γεγονός ότι η κατανόηση της χρεωκοπίας του προγραμματισμού (που γίνεται αντιληπτή σαν κρίση της εργασίας) και η υπέρβασή του (διατυπωμένη σαν θεωρία της «κριτικής της εργασίας») παραμένουν εντός του προγραμματισμού.

Όταν, στη συμβουλιακή και αυτοοργανωτική οπτική, το προλεταριάτο τίθεται σαν επαναστατική τάξη μέσα στην κριτική όλων όσων το «αρθρώνουν» σαν τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το σκουλήκι βρίσκεται ήδη μέσα στον καρπό. Ξεμύτισε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σαν ιδεολογία της αυτοάρνησης του προλεταριάτου και της κριτικής της εργασίας. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, το προλεταριάτο μπορούσε να είναι επαναστατικό μόνο αντιτασσόμενο σε όσα μπορούσαν να το ορίσουν σαν τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Εντελώς φυσιολογικά, η «άρνηση της εργασίας», οι ταραχές, οι λεηλασίες, οι απεργίες χωρίς αιτήματα, γινόντουσαν η κατ’ εξοχήν δραστηριότητα πάνω στην οποία μπορούσε να θεμελιωθεί αυτή η αυτοάρνηση. Το μόνο που έμενε ήταν να αυτοοργανωθούμε, να φτιάξουμε συμβούλια, χωρίς να παραμένουμε «εργάτες» και «εργαζόμενοι» – να τετραγωνίσουμε τον κύκλο δηλαδή.

Ο θεωρητικός ουμανισμός επέτρεπε να βλέπει κανείς με θετικό τρόπο ως υπέρβαση ό,τι εμφανιζόταν σαν άρνηση και απόρριψη. Οι D-N αποτελούν παράδειγμα θεωρητικών που έμειναν καθηλωμένοι σε αυτό το στάδιο της θεωρητικής παραγωγής, όχι μόνο επειδή δεν κατανοούν ούτε την αναδιάρθρωση ούτε τον νέο κύκλο αγώνων, αλλά και επειδή περιμένουν την αναβίωση ενός σχήματος που ήταν ήδη στην εποχή του μια ιδεολογία της αποτυχίας ενός κύκλου που τέλειωνε. Ακριβώς όπως η σχέση ανάμεσα στην ενίσχυση της τάξης και την αυτόνομη επιβεβαίωσή της εκφράζει την αποτυχία του προγραμματισμού, με τους δικούς του όρους, έτσι η ίδια αυτή σχέση, με τη μορφή της σχέσης ανάμεσα σε αυτοοργάνωση και αυτοάρνηση, εκφράζει, πάντα με τους όρους του προγραμματισμού, το ανέφικτο της επανάστασης μέσα στον κύκλο της αποσύνθεσής του. Ο κομμουνισμός δεν είναι θεμελιωδώς η κατάργηση της εργασίας· ορίζεται με τον τρόπο αυτό μόνο σε ένα θεωρητικό σύστημα θεμελιωμένο στην ανάλυση της εργασίας, δηλαδή της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση ως αρχέγονης αφετηρίας της κομμουνιστικής θεωρίας. Εκείνο που έχει σημασία στην πραγματικότητα είναι οι κοινωνικές σχέσεις που καθορίζουν την ανθρώπινη δραστηριότητα ως εργασία, και το κρίσιμο σημείο είναι η κατάργηση των σχέσεων αυτών και όχι η κατάργηση της εργασίας. Η «κριτική της εργασίας» δεν αντιλαμβάνεται την αναδιάρθρωση με θετικό τρόπο σαν μετασχηματισμό της αντιφατικής σχέσης μεταξύ των τάξεων. Την κατανοεί μόνο με αρνητικό τρόπο, ως «κατεδαφίσεις» (κεκτημένων κτλ) και υποβάθμιση της εργασίας σε επουσιώδη.

γ) Πέρα από τον προγραμματισμό

Κατά τους D-N, έχουμε μεν απαλλαγεί από το «παλιό εργατικό κίνημα», τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», τον «καθαγιασμό της εργασίας», την «εργατική ταυτότητα» κτλ., αλλά από αυτό τι «έχει πραγματικά κερδίσει η κριτική αυτού του κόσμου»; – με δυο λόγια, δεν προχωρήσαμε καθόλου. Προφανώς «η προλεταριακή αυτονομία δεν έχει εκμεταλλευθεί τη γραφειοκρατική παρακμή», αφού και οι δυο τους ανήκαν στον ίδιο κόσμο της εργατικής ταυτότητας. Εξάλλου, οι D-N αποδίδουν την «εκκαθάριση» αυτή αποκλειστικά στο κεφάλαιο, λες και οι «αγώνες του ’68» δεν έπαιξαν κανένα ρόλο. Παγιδευμένοι στην κανονιστική προβληματική τους για την επανάσταση -δηλαδή στην πραγματικότητα το ιδεολογικό αποτέλεσμα της αποτυχίας του προηγούμενου κύκλου αγώνων- οι D-N βλέπουν απλώς και μόνο την εξαφάνιση του παλιού, και όχι την εξαφάνιση του παλιού σαν εμφάνιση του καινούργιου.

Στους σημερινούς διεκδικητικούς αγώνες έχουμε μια αναγγελία του ξεπεράσματός τους με τη μορφή επαναστατικού αγώνα, δηλαδή κομμουνιστικοποίησης, κάθε φορά που μέσα στους αγώνες αυτούς το προλεταριάτο θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια του την ύπαρξη ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή τον ίδιο του τον εαυτό. Η επίθεση αυτή πραγματοποιείται στο εσωτερικό του διεκδικητικού αγώνα· αρχικά δεν είναι παρά ένα μέσο για να προχωρήσει ο αγώνας παραπέρα, αλλά αυτό το μέσο περιέχει μια σύγκρουση με ό,τι ορίζει το προλεταριάτο. Εκεί έγκειται όλη η πρωτοτυπία αυτού του κύκλου αγώνων. Οι διεκδικητικοί αγώνες έχουν σήμερα χαρακτηριστικά που ήταν αδιανόητα πριν από τρεις δεκαετίες.

Το προλεταριάτο έρχεται αντιμέτωπο με τον ίδιο τον προσδιορισμό του ως τάξης, ο οποίος αυτονομείται από το ίδιο, γίνεται ξένος προς αυτό. Η αντικειμενοποίηση της ενότητας της τάξης στο κεφάλαιο είναι χειροπιαστή στον πολλαπλασιασμό των συλλογικοτήτων και στην επανεμφάνιση ασυνεχών απεργιών (οι απεργίες της άνοιξης του 2003 στη Γαλλία, η απεργία των ταχυδρομικών στην Αγγλία). Όπου η αυτονομία και η αυτοοργάνωση εμφανίζεται να μην παρέχουν κανενός είδους προοπτική, όπως στην απεργία στις μεταφορές στην Ιταλία ή στην απεργία των εργατών της Fiat Melfi, εκεί ακριβώς συγκροτείται η δυναμική του τρέχοντος κύκλου αγώνων και το ξεπέρασμα των διεκδικητικών αγώνων προαναγγέλλεται μέσα στους ίδιους τους διεκδικητικούς αγώνες.

Η τοποθέτηση της ανεργίας και της επισφάλειας στο κέντρο της μισθωτής σχέσης, ο ορισμός της μαύρης εργασίας ως γενικής κατάστασης της εργατικής δύναμης, η εμφάνιση -όπως στο κίνημα της άμεσης δράσης- της άμεσης κοινωνικότητας των ατόμων ως ήδη υπάρχουσας βάσης της αντιπαράθεσης με το κεφάλαιο, παρά το ότι η αντιπαράθεση αυτή εκφράζει συνολικά το όριο αυτού του κινήματος, η εμφάνιση αυτοκτονικών αγώνων όπως στη Cellatex και αλλού την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2000[3], η απόδοση της ταξικής ενότητας σε μια αντικειμενικότητα που συγκροτείται από το κεφάλαιο, όπως σε όλες τις συλλογικότητες και τις ασυνεχείς απεργίες, η στόχευση όλων όσων μας ορίζουν, όλων όσων είμαστε, όπως στις ταραχές στα γαλλικά προάστια το 2005, η ανακάλυψη στην εξέλιξη των διεκδικητικών αγώνων της αμφισβήτησης της ίδιας της διεκδίκησης, όπως στους αγώνες ενάντια στη CPE, είναι περιεχόμενα, όλων αυτών των ιδιαίτερων αγώνων, τα οποία καθορίζουν τη δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων εντός και μέσω αυτών των αγώνων. Η επαναστατική δυναμική αυτού του κύκλου αγώνων, η οποία συγκροτείται στο ότι η τάξη παράγει και έρχεται αντιμέτωπη με την ίδια την ύπαρξή της ως τάξης μέσα στο κεφάλαιο, δηλαδή αμφισβητεί τον ίδιο της τον εαυτό, εμφανίζεται στην πλειοψηφία των σύγχρονων αγώνων. Η δυναμική αυτή βρίσκει το εσωτερικό της όριο σ’ αυτό που την ορίζει ως δυναμική: τη δράση της τάξης ως τάξης.

Στην Αργεντινή, μέσα στις παραγωγικές δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν, κυρίως στο κίνημα των Piqueteros, συνέβη κάτι που φαινόταν με την πρώτη ματιά ενοχλητικό: η αυτονομία εμφανίστηκε ξεκάθαρα ως αυτό που είναι – η διαχείριση και αναπαραγωγή από την ίδια την εργατική τάξη της κατάστασης της εντός του κεφαλαίου. Οι υπερασπιστές της «επαναστατικής» αυτονομίας θα έλεγαν ότι αυτό συνέβη εξαιτίας του ότι η αυτονομία δεν θριάμβευσε, παρότι εκεί ακριβώς έγκειται ο θρίαμβός της. Αλλά τη στιγμή κατά την οποία, μέσα στην παραγωγική δραστηριότητα, η αυτονομία εμφανίζεται ως αυτό ακριβώς που είναι, κάθε τι πάνω στο οποίο βασίζεται η αυτονομία και η αυτοοργάνωση ανατρέπεται: το προλεταριάτο δεν μπορεί να βρει στον εαυτό του τη δυνατότητα να δημιουργήσει άλλες διατομικές σχέσεις (συνειδητά δεν μιλάμε για κοινωνικές σχέσεις) χωρίς να ανατρέψει και να αρνηθεί αυτό που το ίδιο είναι μέσα στην κοινωνία, δηλαδή χωρίς να βρεθεί σε αντίφαση με την αυτονομία και τη δυναμική της. Στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι παραγωγικές δραστηριότητες τέθηκαν σε εφαρμογή -στις ουσιαστικές λεπτομέρειες της πραγματοποίησης τους, στις συγκρούσεις ανάμεσα στους αυτοοργανωμένους τομείς- ό,τι καθορίζει το προλεταριάτο ως τάξη αυτής της κοινωνίας (ιδιοκτησία, ανταλλαγή, καταμερισμός της εργασίας) αναστατώθηκε σημαντικά. Η αυτοοργάνωση δεν ξεπεράστηκε στην Αργεντινή αλλά οι κοινωνικοί αγώνες έδειξαν πέρα από τον εαυτό τους προς αυτό το ξεπέρασμα. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο η επανάσταση γίνεται δυνατή ως κομμουνιστικοποίηση. Η γενίκευση του κινήματος διακόπηκε, η συνέχειά του προϋπέθετε την ικανότητα κάθε τμήματος του προλεταριάτου να ξεπεράσει την κατάσταση του, δηλαδή την αυτοοργάνωση της κατάστασης του.

Το να δρα η τάξη ως τάξη σήμερα σημαίνει από τη μία πλευρά να μην έχει πλέον άλλον ορίζοντα από το κεφάλαιο και τις κατηγορίες της αναπαραγωγής του, και από την άλλη πλευρά, για τον ίδιο λόγο, να βρίσκεται σε αντίφαση με την αναπαραγωγή της ως τάξης, να την αμφισβητεί. Αυτές είναι οι δύο όψεις της ίδιας δραστηριότητας, της ταξικής δραστηριότητας. Αυτή η σύγκρουση, αυτή η απόκλιση εντός της δραστηριότητας της τάξης (το να αναπαράγει τον εαυτό της ως τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής/το να αμφισβητεί τον εαυτό της) είναι υπαρκτή στην πορεία της πλειοψηφίας των ταξικών συγκρούσεων. Η δράση ως τάξη αποτελεί το όριο της δραστηριότητας του προλεταριάτου ως τάξης. Αυτή η αντίφαση θα είναι το πρακτικό ζήτημα που αναγκαστικά επιζητά επίλυση, ένα ζήτημα πολύ πιο δύσκολο, επικίνδυνο και συγκρουσιακό από τα όρια του προγραμματισμού.

Η επαναστατική δραστηριότητα είναι η ρήξη και το ξεπέρασμα που επιζητούν οι D-N, αλλά πρόκειται για παραγόμενη ρήξη και ξεπέρασμα – και όχι για μία άμεση και το κυριότερο χωρίς προϋποθέσεις μεταμόρφωση του «συνετού οικογενειάρχη» σε «ρομαντικό επαναστάτη».

Η συνύπαρξη της αυτονομίας του προλεταριάτου με την άρνηση των τάξεων, του εργάτη με τον άνθρωπο, η οποία είναι μια ιδεολογία που αναδύθηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση (αυτή του Μάη του ’68 και της αποτυχίας του) προήχθη από τους D-N σε αμετάβλητη ουσία μιας «τάσης» εντός του προλεταριάτου «ανάμεσα στην υποταγή στην εργασία και στην κριτική της εργασίας». Η ουσιοκρατική τους αντίληψη για το προλεταριάτο και το αναλλοίωτο περιεχόμενο του κομμουνισμού δεν τους επιτρέπει την ιστορική αντίληψη της επανάστασης και του κομμουνισμού. Η έννοια του προγραμματισμού είναι η βάση μιας τέτοιας (ιστορικής) αντίληψης – την οποία θεωρούν «λάθος σε ό,τι αφορά τα γεγονότα και ακόμη
περισσότερο λάθος σε ότι αφορά τη μέθοδο».

2. «Λάθος σε ό,τι αφορά τα γεγονότα»

Οι D-N προβάλουν επτά ενστάσεις στην έννοια του προγραμματισμού:

α) Οι εργάτες δεν υποστήριξαν «μια ουτοπία στην οποία η εργασία θα ήταν βασιλιάς», γιατί αλλιώς «πως ερμηνεύουμε το συχνά προβαλλόμενο αίτημα για λιγότερη δουλειά»;

Οι εργάτες δεν θα μπορούσαν να είχαν ως προοπτική την απελευθέρωση της εργασίας γιατί δεν ήθελαν να δουλεύουν περισσότερο για το αφεντικό. Το επιχείρημα αυτό απλά μας αφήνει άναυδους. Οι D-N δεν κατανοούν την «επιβεβαίωση της εργασίας» ως «απελευθέρωση της εργασίας», δηλαδή ως κατάργηση της υποταγής της. Η «απελευθέρωση της εργασίας» είναι ακριβώς το αντίθετο από το να θέλει κανείς να δουλεύει περισσότερο για το αφεντικό (για λιγότερα λεφτά), είναι ακριβώς το να μην αντιμετωπίζεται η μισθωτή εργασία ως θετική πραγματικότητα αλλά σαν πραγματικότητα που πρέπει να καταργηθεί. Αυτή η ένσταση δεν θα ήταν άξια αναφοράς αν δεν την βρίσκαμε να επαναλαμβάνεται συνεχώς με ανεστραμμένη μορφή στην ιδεολογία του «κοινωνικού δεσμού» και της «προσκόλλησης» που υποτίθεται ότι είναι ένας από τους όρους της «τάσης» εντός του «είναι» του προλεταριάτου.

β) Η «απελευθέρωση της εργασίας» είναι προϊόν των οργανώσεων του εργατικού κινήματος και όχι των ίδιων των εργατών

Οι D-N προσπερνούν λίγο γρήγορα το γεγονός ότι οι ίδιοι οι εργάτες ίδρυσαν αυτές τις οργανώσεις και τις ακολούθησαν μερικές φορές μαζικά. Επιπλέον, είναι οι ίδιοι οι εργάτες που, ακόμη κι αν ήταν για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους ως εργάτες (αλλά πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι εφόσον έφτιαχναν εργατικά συμβούλια;), δημιούργησαν εργατικά συμβούλια, σοβιέτ, πειραματίστηκαν περιστασιακά με την αυτοδιαχείριση, πήραν τον έλεγχο εργοστασίων, συμμετείχαν σε εργοστασιακές επιτροπές, ίδρυσαν συνεταιρισμούς και οργανώσεις, κόμματα και συνδικάτα, τα οποία είχαν ως πρόγραμμα τους τη δικτατορία του προλεταριάτου και την απελευθέρωση της εργασίας. Το να λέμε ότι η απελευθέρωση της εργασίας είναι η θεωρία των οργανώσεων και όχι της εργατικής τάξης, καταρχήν είναι λάθος, αλλά ακόμη κι αν ήταν αλήθεια, θα ήταν αναγκαίο να εξηγήσουμε τη μεταξύ τους σχέση.

Η ιστορία της Κομμούνας υποτίθεται ότι δείχνει πως όλες οι προαναφερθείσες ανοησίες δεν ενδιέφεραν πραγματικά τους εργάτες. Στον πρόλογο του Bilan, ο Ντωβέ γράφει ότι κατά τη διάρκεια της Κομμούνας οι κομμουνιστές «που ήταν λίγοι σε αριθμό», ήταν «επιφυλακτικοί»[4]. Αλλά ήταν το περιεχόμενο του προγράμματος τους που εξηγεί αυτές τις «επιφυλάξεις»: η επιβεβαίωση της εργασίας είναι «ο τελικός σκοπός του κινήματος», ο οποίος θα είναι το αποτέλεσμα «μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας»[5]. Στο πρόγραμμα τους, οι κομμουνιστές αναγνώριζαν την ιστορική αναγκαιότητα εκείνων (των αστών δημοκρατών) οι οποίοι ήταν έτοιμοι να τους εξολοθρεύσουν. Υπήρχαν πολλά για τα οποία έπρεπε να είναι «επιφυλακτικοί».

Η επανοικειοποίηση της παραγωγής από τους εργάτες ήταν στην πραγματικότητα τόσο χαμηλή προτεραιότητα για την Κομμούνα, που η κεντρική της επιτροπή ανακοίνωνε ήδη στις 21 Μαρτίου 1871 (μεταξύ της 18ης και της 26ης, δηλαδή πριν να αναλάβουν τον έλεγχο οι δημοκράτες) στην επίσημη εφημερίδα της: «Οι εργαζόμενοι, που παράγουν τα πάντα και δεν απολαμβάνουν τίποτα, που υποφέρουν από τη φτώχεια περιβαλλόμενοι από τα συσσωρευμένα προϊόντα τους, καρπούς της δουλειάς τους και του ιδρώτα τους… δεν θα τους επιτραπεί άραγε ποτέ να εργαστούν για τη χειραφέτησή τους;»[6]. Σχολιάζοντας αυτό το σημείο ο Μαρξ γράφει: «Ο πόλεμος αυτός διακηρύσσεται ως πόλεμος της εργασίας ενάντια σ’ αυτούς που μονοπωλούν τα μέσα παραγωγής, ενάντια στο κεφάλαιο»[7]. Και λίγο πιο κάτω ακόμη, «Αυτό που θέλει η Κομμούνα είναι η κοινωνική ιδιοκτησία, η οποία μετατρέπει την ιδιοκτησία σε ιδιότητα της εργασίας»[8].

Αλλά ακόμη κι αν δεν λάβουμε υπόψη αυτά τα ανοικτά καλέσματα για επανοικειοποίηση της παραγωγής, ο ίδιος ο αριθμός των επιχειρήσεων και των εργαστηρίων που τέθηκαν υπό τον έλεγχο των εργατών κάθε άλλο παρά ασήμαντος μπορεί να θεωρηθεί, όπως επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο το σύστημα που χρησιμοποίησε η Κομμούνα για τη διανομή συμβάσεων στους περισσότερο «κοινωνικά προοδευτικούς». Τελικά, είναι η φύση του αγώνα για την απελευθέρωση της εργασίας που εξηγεί τον πολύ μικρό αριθμό μέτρων από αυτά που αναζητούν οι D-N. Αυτός ο αγώνας της εργατικής τάξης είναι διαμορφωμένος από όλες τις ιστορικές διαμεσολαβήσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο Μαρξ επιτίθεται στους «φιλεύσπλαχνους φίλους της εργατικής τάξης» οι οποίοι εκφράζουν ικανοποίηση για το γεγονός ότι «οι εργάτες είναι λογικοί άνθρωποι και όποτε έχουν την εξουσία γυρνούν αποφασιστικά την πλάτη τους στα σοσιαλιστικά εγχειρήματα. Οι εργάτες δεν προσπαθούν να εγκαθιδρύσουν στο Παρίσι ούτε φαλανστήριο ούτε Ικαρία»[9]. Με λίγα λόγια εκείνοι που επιζητούν την άμεση πραγματοποίηση της απελευθέρωσης της εργασίας, η οποία είναι για τον Μαρξ μόνο «μια τάση» εντός των μέτρων που λαμβάνει η Κομμούνα, παραμένουν ακόμη στο στάδιο του ουτοπικού σοσιαλισμού και δεν έχουν κατανοήσει ότι αυτοί οι στόχοι καθίστανται πραγματικοί μέσω της υποταγής τους στις «ιστορικές συνθήκες του κινήματος»[10].

Αν και «η εργατική τάξη δεν περίμενε θαύματα από την Κομμούνα»[11], εντούτοις γνώριζε ότι για «να να επιτύχει τη χειραφέτησή της» θα έπρεπε να «περάσει μέσα από μακροχρόνιους αγώνες», μια «σειρά ιστορικών διαδικασιών», ώστε να αναγνωριστεί ως «η μόνη τάξη που είναι ακόμα ικανή να αναλάβει κοινωνική πρωτοβουλία»[12] – και να αναγνωριστεί ως τέτοια από τη μεσαία τάξη, η οποία θα έπρεπε να συνταχθεί με την Κομμούνα, στο πλευρό της εργατικής τάξης.

Ο «διστακτικός» και άτολμος χαρακτήρας των μέτρων της Κομμούνας έχει επίσης και μιαν άλλη αιτία. Προς το τέλος του Μάρτη, μέσα στην Κομμούνα, οι εργάτες ηττήθηκαν στο δικό τους στρατόπεδο. Αν ο Μαρξ δεν μιλάει για την κοινωνική σημασία του μετασχηματισμού των διοικητικών οργάνων της Κομμούνας, και αν παρουσιάζει την Κομμούνα αποκλειστικά ως εργατική κυβέρνηση («η τελικά επιτευχθείσα μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου»), αυτό συμβαίνει γιατί, γι’ αυτόν, η επανάσταση δεν ήταν αυτό που εμείς, σήμερα, αναζητούμε -δηλαδή η ανεξαρτησία της προλεταριακής δραστηριότητας και η δυνατότητά της να καταργήσει τον εαυτό της μέσα στην κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής- αλλά η δυνατότητα του προλεταριάτου να εκπροσωπήσει ολόκληρη την κοινωνία και το μέλλον της. Εξεταζόμενος προσεκτικά, αυτός ο άλλος λόγος για τη «διστακτικότητα» δεν είναι και τόσο διαφορετικός από τον πρώτο. Η ιστορική εξέλιξη των πρακτικών της εργατικής τάξης έφερε μέσα της την ήττα της ως αυτόνομης τάξης.

Όπως και η Κομμούνα, η Ρώσικη Επανάσταση του 1917 υποτίθεται ότι επιβεβαιώνει πως «οι προλετάριοι ήταν εντελώς απρόθυμοι να συμμετάσχουν στην παραγωγική διαδικασία». Και παρόλα αυτά σε ένα παλαιότερο κείμενο του Ντωβέ διαβάζουμε:

«… Το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών αναπτύχθηκε ραγδαία την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου και Οκτωβρίου. Αυτές οι επιτροπές δημιουργούνταν κυρίως με σκοπό να πετύχουν 8ωρη εργασία και αύξηση μισθών. Τον Απρίλιο η προσωρινή κυβέρνηση τους αναγνώρισε το δικαίωμα να εκπροσωπούν τους εργάτες στις διαπραγματεύσεις τους με τα αφεντικά και την κρατική διοίκηση, αλλά σιγά σιγά οι επιτροπές προσπάθησαν να επηρεάσουν τη διεύθυνση των εργοστασίων, την οποία ανέλαβαν σε αρκετές περιπτώσεις»[13].

«Αυτήν την περίοδο [μετά τον Οκτώβρη του 1917, η ηγεσία των Μπολσεβίκων είχε εγκαταστήσει επισήμως τον εργατικό έλεγχο στη Ρωσία και τον είχε οργανώσει “προς το συμφέρον μιας κεντρικά σχεδιασμένης διοίκησης της εθνικής οικονομίας”], οι εργάτες συνέχιζαν να εμψυχώνουν τις εργοστασιακές επιτροπές οι οποίες συχνά προσπαθούσαν να καταλάβουν εργοστάσια. Όπως γράφει το φύλλο του Ιανουαρίου 1918 της Φωνής των Μεταλλεργατών: «η εργατική τάξη, από τη φύση της, πρέπει να καταλάβει την κεντρική θέση στην παραγωγή και ειδικά στην οργάνωσή της…». Αλλά αυτές οι προσπάθειες συχνά οδηγούνταν σε αποτυχία»[14].

Φυσικά κάποιος μπορεί να αλλάξει άποψη, αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάτι τέτοιο – μάλλον περισσότερο από την άποψη γι’ αυτά, είναι τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα που άλλαξαν: Αυτό που υπήρχε, δεν υπάρχει πλέον.

Μπορούμε επίσης να ανατρέξουμε σε πιο «κλασσικούς» ιστορικούς:

«Η φυσική συνέπεια της επανάστασης (του Φεβρουαρίου 1917) ήταν να επιτείνει τους οικονομικούς αγώνες. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι εργοστασιακές επιτροπές έγιναν οι γνήσιοι πρωταγωνιστές της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο Κεφάλαιο και την Εργασία. Οι επιτροπές έλεγχαν υπογείως τα συνδικάτα. Επιπλέον, οι αρχηγοί των συνδικάτων, κυρίως Μενσεβίκοι, φρόντιζαν να αποφεύγουν να παρεμβαίνουν άμεσα στο πεδίο της παραγωγής. Έτσι οι εργοστασιακές επιτροπές ανέλαβαν ευθέως αυτό το καθήκον, χωρίς να νοιάζονται για τους νομικούς περιορισμούς σχετικά με τα καθήκοντα τους. Οι εργάτες σε πολλά εργοστάσια είχαν αρχίσει να θέτουν ζητήματα διοίκησης και τεχνικής διεύθυνσης, ακόμη και μέχρι του σημείου να εκδιώξουν αφεντικά και μηχανικούς από τα εργοστάσια. Όταν ένας εργοδότης αποφάσιζε να αφήσει το εργοστάσιο, ήταν σύνηθες να αναλαμβάνει η εργοστασιακή επιτροπή τη διαχείριση της επιχείρησης. … Οι Μπολσεβίκοι, εισάγοντας το σύνθημα του «εργατικού ελέγχου», το οποίο αποτελούσε μια σημαντική πτυχή του προγράμματος τους, απλώς ενέτειναν το αυθόρμητο κίνημα των ριζοσπαστικοποιημένων μαζών. Ενθάρρυναν έτσι -για τακτικούς λόγους στους οποίους θα επανέλθουμε αργότερα- τις ελευθεριακές και αναρχοσυνδικαλιστικές τάσεις που εμφανίστηκαν στις εργοστασιακές επιτροπές και οι οποίες προσπαθούσαν να εγκαθιδρύσουν την εργατική εξουσία σε κάθε ξεχωριστή επιχείρηση, χωρίς την εγκαθίδρυση μιας κεντρικής διοίκησης ή χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους τη συνολική οικονομική πραγματικότητα, είχαν δηλαδή ένα ιδιαίτερα συγκεχυμένο πρόγραμμα. Ενώ οι Μενσεβίκοι και οι ηγέτες των συνδικάτων προσέβλεπαν στον κρατικό έλεγχο της παραγωγής, κάτι το οποίο συμφωνούσε με τις γενικά αποδεκτές σοσιαλιστικές αρχές, οι εργοστασιακές επιτροπές γενικά υπερασπίζονταν την άμεση κατάληψη των επιχειρήσεων και την αυτοδιαχείριση των εργοστασίων»[15].

«Οι εργατικές επιτροπές σχηματίστηκαν ταχύτατα στα εργοστάσια και ένα διάταγμα της μεταβατικής κυβέρνησης στις 22 Απριλίου 1917 τους έδωσε νομική υπόσταση, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα τους να εκπροσωπούν τους εργάτες απέναντι στην κυβέρνηση και τους εργοδότες. Τα πρώτα τους αιτήματα αφορούσαν το 8ωρο και αυξήσεις μισθών. Αλλά τα αιτήματα αυτά δεν άργησαν να φτάσουν σε λίγο πολύ οργανωμένες απόπειρες από την πλευρά των εργατών, αρχικά σποραδικές αλλά σύντομα ολοένα και συχνότερες, να παρέμβουν στη διοίκηση και να αναλάβουν οι ίδιοι τα εργοστάσια… Παρ’ όλα αυτά, αυτό που κανείς δεν προέβλεψε ήταν ότι η κατάληψη των εργοστασίων από τους εργάτες θα γινόταν μακροπρόθεσμα λιγότερο συμβατή με την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού καθεστώτος από ότι η κατάληψη της γης από τους αγρότες»[16].

Η τελευταία φράση του Carr εμπεριέχει την απάντηση στην επόμενη ερώτηση.

γ) Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι εργάτες πήραν υπό τον έλεγχο τους τα εργοστάσια οι ηγέτες των «εργατικών» οργανώσεων συνάντησαν μεγάλη δυσκολία στο να επιβάλλουν την πειθαρχία σε εργάτες που δεν έδειχναν ιδιαίτερο παραγωγικό ενθουσιασμό.

Το πρώτο θέμα είναι να εξηγήσουμε γιατί υπήρξαν αυτές οι «περιπτώσεις». Αλλά ας το αφήσουμε αυτό και ας έρθουμε στην ίδια την αντίρρηση. Η απελευθέρωση της εργασίας είναι η μέτρηση της αξίας με βάση το χρόνο εργασίας, η διατήρηση της έννοιας του προϊόντος και του πλαισίου της επιχείρησης και της ανταλλαγής. Στις σπάνιες εκείνες στιγμές όπου η αυτόνομη επιβεβαίωση του προλεταριάτου ως απελευθέρωση της εργασίας φτάνει στην πραγμάτωσή της (αναγκαστικά υπό τον έλεγχο των οργανώσεων του εργατικού κινήματος), όπως στη Ρωσία, την Ιταλία και την Ισπανία, αυτομάτως αντιστρέφεται και γίνεται το μόνο πράγμα που είναι δυνατό να γίνει: Μια νέα μορφή κινητοποίησης της εργασίας υπό τα δεσμά της αξίας, δηλαδή της «μέγιστης απόδοσης» (όπως απαιτούσε η CNT από τους εργάτες στη Βαρκελώνη το 1936) προκαλώντας εκ των πραγμάτων, αν και περιθωριακά, αντιδράσεις και αντίσταση από την πλευρά των εργατών[17].

Σύμφωνα με τους D-N, η Ρώσικη Επανάσταση του 1917 έδειξε δύο πράγματα θεμελιωδώς συνδεδεμένα μεταξύ τους: πρώτον, οι εργάτες έκαναν «λίγα για να ξαναρχίσει η παραγωγή» και τους έλειπε ο παραγωγικός ενθουσιασμός, και δεύτερον οι ίδιοι αυτοί εργάτες «βρέθηκαν αντιμέτωποι με νέα αφεντικά», και αντέδρασαν «όπως αντιδρούν συνήθως, με ατομική και συλλογική αντίσταση, ενεργητική και παθητική». Έχουμε ήδη ασχοληθεί με το πρώτο σημείο, ας περάσουμε στο δεύτερο. Γιατί οι εργάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με νέα αφεντικά; Γιατί απέτυχε η επανάσταση; Τι ήταν αυτή η «επαναστατική δυναμική» η οποία, συνυπάρχοντας με την «αποκρυστάλλωση της εξουσίας» θα όριζε τη Ρώσικη Επανάσταση ως μια «αντιφατική διαδικασία» που εκφυλίστηκε; Σε όλα τα κείμενα των D-N δεν υπάρχει ποτέ μια απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα. Για να απαντήσουν σε αυτά θα έπρεπε να επεξηγήσουν την «επαναστατική δυναμική», και να την καθορίσουν ιστορικά, μαζί με την αντεπανάσταση της. Όμως, εδώ είναι που ανακαλύπτει κανείς το ταμπού της θεωρίας τους. Και αυτό γιατί η τελευταία προϋποθέτει ότι παρόλο που η ανάπτυξη του κεφαλαίου μπορεί να είναι ιστορικά καθορισμένη, η επανάσταση, όπως και η αντεπανάσταση, πρέπει να μένει ως είναι στην αιωνιότητα. Αυτό το σχίσμα δεν τους επιτρέπει να φτάσουν στη σύνθεση.

Οι D-N δεν θέλουν να δουν την αυτοδιαχείριση και την κατάληψη των εργοστασίων στην ανοδική φάση της Ρώσικης Επανάστασης (από το Φεβρουάριο μέχρι τον Οκτώβριο του 1917). Δεν αρνούνται εντελώς τα γεγονότα αλλά τα κατατάσσουν στην κατηγορία των ενεργειών που υπέβαλλε η αναγκαιότητα (δηλ. η φτώχεια). Στη δική τους αντίληψη, καθώς η επανάσταση πρέπει – εξ’ ορισμού – να είναι ελεύθερη, ό,τι πηγάζει από την αναγκαιότητα δεν μπορεί να είναι επαναστατικό. Δηλαδή, δεν υπήρξε ποτέ επαναστατική απελευθέρωση της εργασίας γιατί οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι πλησιάζει σ’ αυτή, στην πραγματικότητα εξαρτάται από την ταπεινή δράση της αναγκαιότητας. «Ποια θα ήταν η αξία μιας επανάστασης στην οποία θα εξωθούμασταν ενάντια στη θέληση μας;», ρωτούν οι D-N σε ένα προηγούμενο κείμενό τους[18].

Υπάρχει «επαναστατική φλόγα» και «επαναστατική δυναμική», αλλά πρέπει να παραμείνουν απροσδιόριστες: ο,τιδήποτε άλλο είναι «αναγκαιότητα». Ο προσδιορισμός τους θα απαιτούσε να αντιληφθεί κανείς την αναγκαία σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και την Μπολσεβίκικη αντεπανάσταση, θα απαιτούσε να οριστεί η αποτυχία της επανάστασης με τους όρους της ίδιας της φύσης της ως απελευθέρωσης της εργασίας, με τους όρους της κατάληψης της παραγωγής από τους «συνασπισμένους παραγωγούς». Κατά συνέπεια θα σήμαινε ότι οι D-N θα έπρεπε να ασχοληθούν με αυτά που περιγράφει ο Anweiler, o Carr ή ο Βολίν ή ακόμη και οι ίδιοι.

Οι D-N αναφέρουν όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι Μπολσεβίκοι για να επαναφέρουν την τάξη στα εργοστάσια. Με αυτόν τον τρόπο έρχονται σε αντίφαση με τον προηγούμενο ισχυρισμό τους ότι ήταν ελάχιστες οι περιπτώσεις στις οποίες οι εργάτες κατέλαβαν εργοστάσια και ανέλαβαν τη διεύθυνση της παραγωγής. Η Μπολσεβίκικη αντεπανάσταση πηγάζει από την πορεία της επανάστασης των εργατών (κάτι που δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν συγκρούσεις). Σύμφωνα με τα λόγια του Τρότσκι, «κατάληψη της εξουσίας από το σύνολο του προλεταριάτου» και ταυτόχρονα «εργατικός έλεγχος προς όφελος του σχεδιασμένου ελέγχου της εθνικής οικονομίας» (Διάταγμα για τον Εργατικό Έλεγχο, 14-27 Νοεμβρίου 1917). Αν η επανάσταση είναι ο έλεγχος και η διαχείριση των εργοστασίων, η οργάνωση των σχέσεων μεταξύ τους, η κυκλοφορία και ανταλλαγή των προϊόντων της εργασίας, δεν έχει τίποτα να αντιτάξει στο κράτος, στην αξία, στο σχέδιο και την ανανεωμένη καπιταλιστική διεύθυνση, παρά μόνο τη σοβιετική δημοκρατία της εργατικής βάσης -δηλαδή, τίποτα, μόνο μια μορφή- ή διαφορετικά την αντίσταση ενάντια στην επανεπιβολή της εργασίας.

Όμως αυτό δεν είναι άνευ σημασίας. Το προλεταριάτο δεν βρίσκεται απλά για μια ακόμη φορά μέσα σε μια καπιταλιστική επιχείρηση. Η άρνηση του να εργαστεί βρίσκεται στην καρδιά του προγραμματισμού. Μέσα στις πρακτικές εκείνες που φανερώνουν την εσωτερική αντίφαση και την αδυνατότητα της προγραμματικής επανάστασης, με τους δικούς της όρους, είναι και η άρνηση της επανεπιβολής της εργασίας, η οποία προεικονίζει ό,τι θα αποτελέσει το θάνατο του προγραμματισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1960.

Γενικότερα, στην εσωτερική του αντίφαση και την πρακτική διαδικασία της αδυνατότητάς του, ο προγραμματισμός παράγει τους όρους του ξεπεράσματος του. Είναι μέσω όλων αυτών τα οποία, πρακτικά και θεωρητικά, υπάρχουν για εμάς σήμερα ως αυτή η αδυνατότητα, που μπορούμε να συνδεθούμε με την ιστορία των αγώνων του παρελθόντος και με τη συνέχεια της θεωρητικής παραγωγής. Δεν αποδίδουμε στους αγώνες ή στις θεωρίες αυτές τη συνείδηση ή την πιθανότητα να έβλεπαν από μια άλλη οπτική γωνία, γιατί μπορούμε να συσχετιστούμε με αυτούς μόνο με τη μεσολάβηση της αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής η οποία ήταν η ήττα τους. Δεν έχουμε γενεαλογική σχέση με τους αγώνες και τις θεωρίες του παρελθόντος αλλά τις αναπαράγουμε σε μια προβληματική που συγκροτεί ένα νέο παράδειγμα της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο.

Πράγματι δεν υπήρξε ποτέ καμία «βλέψη για έναν εργατικό καπιταλισμό», αλλά αυτό σημαίνει απλώς ότι υπήρξε ο χώρος για μια καπιταλιστική αντεπανάσταση γεννημένη μέσα σε μια επανάσταση των εργατών βασισμένη στην κατάληψη των εργοστασίων, την απελευθέρωση της εργασίας και την ανύψωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, μια αντεπανάσταση η οποία ήταν ικανή να στρέψει το περιεχόμενο της επανάστασης εναντίον της. Αν «οι προλετάριοι δεν βρήκαν μία εναλλακτική λύση απέναντι στην πολιτική των Μπολσεβίκων», είναι γιατί η πολιτική των Μπολσεβίκων ήταν η ολοκλήρωση, εναντίον τους, της επανάστασής τους.

Στην Ισπανία επίσης, ενάντια στη CNT, την UGT ή το POUM, οι εργάτες δεν είχαν τίποτα να αντιτάξουν στη διεύθυνση των επιχειρήσεων από τις οργανώσεις τους, γιατί το πρόγραμμα που εφάρμοζαν οι τελευταίες ήταν το δικό τους. Η επανάσταση ως επιβεβαίωση της τάξης μεταμορφώνεται χωρίς δεύτερη κουβέντα σε διαχείριση του κεφαλαίου, μετατρέπεται ομαλά σε αντεπανάσταση στην οποία παρέχει το δικό της περιεχόμενο. Αντιμέτωποι με αυτή την αναπόφευκτη αντιστροφή του δικού τους κινήματος, επιτηρούμενη από τις ίδιες τις οργανώσεις τους, οι εργάτες επιστρέφουν στην αντίσταση ενάντια στην εργασία. Η επανάσταση ως επιβεβαίωση της τάξης βρίσκεται αντιμέτωπη με μια αντεπανάσταση η οποία έχει ως περιεχόμενό της ό,τι δικαιολόγησε την ίδια την επανάσταση: την αυξανόμενη δύναμη της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, την αναγνώριση και ενσωμάτωση της στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε ακόμη και «δικτατορία του προλεταριάτου».

Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με τους D-Ν όταν γράφουν πως «όσο κυριαρχεί το κεφάλαιο, η εργασία δεν μπορεί να απελευθερωθεί και πρέπει να επιβάλλεται στους μισθωτούς». Ωστόσο, ο κοινωνικός και ιστορικός μηχανισμός αυτής της δυναμικής πρέπει να ξεκαθαριστεί: η απελευθέρωση της εργασίας είναι αδύνατη επειδή προκαλεί την αντεπανάστασή της ως καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας. Οι D-Ν αποφεύγουν το πρόβλημα λέγοντας: καμία επανάσταση ποτέ δεν εμφανίστηκε μ’ αυτό τον τρόπο (παρά μόνο στα προγράμματα των οργανώσεων). Είδαμε πολύ σύντομα ότι αυτό είναι λάθος. Καθώς είναι ανίκανοι να εξηγήσουν μέσω ποιου μηχανισμού αυτή η αδυνατότητα επιβάλλεται, προτιμούν να πουν ότι δεν έγινε ό,τι θα μπορούσε να γίνει. Ο καθένας μπορεί να διακηρύσσει ότι «στην περίοδο 1917-21 η επιλογή ήταν μεταξύ της κατάργησης της μισθωτής εργασίας ή της διαιώνισης της εκμετάλλευσης, τρίτη λύση δεν υπήρχε» – είναι μια ωραία φράση, αλλά δεν εκφράζει απολύτως τίποτα, δεν λέει τίποτα για την περίοδο της «επαναστατικής κρίσης». Καθώς κανένας -κανένα κοινωνικό κίνημα της περιόδου αυτής- δεν επεδίωξε κάτι διαφορετικό από την απελευθέρωση της εργασίας και την έναρξη μιας μεταβατικής περιόδου, η ριζοσπαστική εναλλακτική, που παρουσιάζουν οι D-Ν, απλώς δεν υπήρξε.

Στην Ιταλία, όπως και στη Ρωσία, όντας ανίκανοι να εξηγήσουν τι συνέβη, οι D-Ν αποφασίζουν ότι δεν συνέβη τίποτε. Για ολόκληρη την περίοδο πρέπει να ξεκινήσουμε από δύο κύρια γεγονότα: (1) υπήρξε ένα ισχυρό οργανωμένο εργατικό κίνημα, το οποίο (2) είχε ως πρόγραμμα την επιβεβαίωση/απελευθέρωση της εργασίας (τη δημιουργία εργοστασιακών συμβουλίων από τους εργάτες κτλ.). Αυτά τα δύο σημαντικά στοιχεία προσδιορίζουν το περιεχόμενο της περιόδου. Τα άλλα γεγονότα της περιόδου πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως εσωτερικά γεγονότα αυτής της δομής. Αντιμέτωποι με την αντιστροφή που υπέστησαν, οι εργάτες αφοπλίστηκαν καθώς αυτό που ανέλαβαν οι οργανώσεις ήταν στην πραγματικότητα η προοπτική που αυτοί οι ίδιοι είχαν αναπτύξει, στραμμένη πια εναντίον τους.

Είναι δύσκολο να θεωρήσουμε τα άρθρα και τις αναφορές του Μαλατέστα για την κατάσταση στην Ιταλία απλά ψέματα ενός μιλιτάντη. Στις 28 Ιουνίου 1922, ο Μαλατέστα γράφει στην L’ Umanita Nova: «Οι μεταλλεργάτες ξεκίνησαν το κίνημα για το ζήτημα των μισθών. Αποδείχθηκε ότι ήταν μια απεργία νέου είδους. Αντί να εγκαταλείψουν τα εργοστάσια, έμειναν μέσα σε αυτά χωρίς να δουλεύουν, προστατεύοντάς τα μέρα και νύχτα από ένα πιθανό λοκ-αουτ. Αλλά βρισκόμασταν στο 1920. Ολόκληρη η προλεταριακή Ιταλία συγκλονιζόταν από επαναστατικό πυρετό και το κίνημα άλλαξε γρήγορα χαρακτήρα. Οι εργάτες πίστεψαν πως ήταν η στιγμή να αναλάβουν οριστικά τα μέσα παραγωγής. Οπλίστηκαν για να αμυνθούν, μετέτρεψαν αρκετά εργοστάσια σε πραγματικά φρούρια και ξεκίνησαν να οργανώνουν την παραγωγή για τον εαυτό τους»[19].

Στην Ιταλία ήταν και πάλι η επαναστατική προοπτική της απελευθέρωσης, της «κατάληψης των εργοστασίων», που επέτρεψε στο κράτος και στην αστική τάξη να ξαναπάρουν τον έλεγχο της κατάστασης (με τη βίαιη παρέμβαση των φασιστών). Ο αριθμός των καταλήψεων μειώνεται μετά τις 25 Σεπτεμβρίου 1920, με την υπογραφή της συμφωνίας ανάμεσα στον Aragonna, αρχηγό της CGL, και την κυβέρνηση Giolitti: «το διάσημο διάταγμα για τον έλεγχο των εργοστασίων είναι κοροϊδία, γιατί δημιουργεί μια νέα κάστα γραφειοκρατών οι οποίοι, παρότι προέρχονται από τις γραμμές σας, δεν θα υπερασπιστούν τα συμφέροντα σας, αλλά μόνο τη θέση τους. Προσπαθούν να συμφιλιώσουν τα δικά σας συμφέροντα με αυτά της αστικής τάξης, κάτι που είναι σαν να βάζει κανείς το λύκο να φυλάει τα πρόβατα»[20].

Στην L’ Umanita Nova της 10ης Σεπτεμβρίου 1920, με τίτλο Προς τους μεταλλεργάτες, ο Μαλατέστα γράφει: «Χτίστε σχέσεις μεταξύ των εργοστασίων καθώς και με τους εργάτες στο σιδηρόδρομο για την προμήθεια πρώτων υλών. Κάντε συμφωνίες με τους συνεταιρισμούς και τον κόσμο. Πουλήστε και ανταλλάξτε τα προϊόντα σας χωρίς να συνδιαλέγεστε με τα πρώην αφεντικά»[21]. «Πουλήστε και ανταλλάξτε τα προϊόντα σας»: στην ίδια την προτροπή του Μαλατέστα για τη συνέχιση και εμβάθυνση του επαναστατικού αγώνα βρίσκεται η αποτυχία του και η μεταστροφή του σε αντεπανάσταση. Ο ίδιος εργάτης που θα χειροκροτούσε τον Μαλατέστα, την επόμενη κιόλας μέρα, θα πίεζε για επιβράδυνση του ρυθμού εργασίας στην «επιχείρηση που βρίσκεται στα χέρια των εργατών». Η κατάληψη των εργοστασίων, η χειραφέτηση της παραγωγικής εργασίας, ο χρόνος εργασίας ως μέτρο της ανταλλαγής, είναι αξία, είναι κεφάλαιο. Όσο η επανάσταση δεν θα έχει άλλο σκοπό από το να απελευθερώσει αυτό που αναγκαστικά κάνει το προλεταριάτο τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το μέλημα των εργατικών οργανώσεων, που είναι η έκφραση και η ύπαρξη αυτής της αναγκαιότητας, θα είναι να την κάνουν σεβαστή. Καθώς οι D-N δεν είναι ικανοί να συλλάβουν τη συνάρθρωση όλων αυτών των στοιχείων, αποφάσισαν αντίθετα με όλα τα δεδομένα, ότι οι εργάτες δεν είχαν ποτέ την προοπτική ή την πρακτική της χειραφέτησης της εργασίας. Επιπλέον, παρόλο που για τους D-N όντως όλα αυτά ήταν αλήθεια για τις οργανώσεις -θα ήταν πολύ δύσκολο να το αρνηθούν αυτό- δεν εξηγούν ποιος θα μπορούσε να έχει βάλει αυτές τις ιδέες στο μυαλό των οργανώσεων. Τα γεγονότα, που ήταν ακόμη ορατά στο Όταν πεθαίνουν οι εξεγέρσεις, και ακόμη περισσότερο στην Εισαγωγή του Bilan, εδώ [στο κείμενο υπό συζήτηση] έχουν εξαφανιστεί. Δεν συνέβη τίποτα, προχωρήστε, δεν υπάρχει τίποτα να δείτε.

Οι D-N βλέπουν το πρόβλημα χωρίς να μπορούν να συνδέσουν τους όρους του. Στην επιχειρηματολογία τους συγχέουν συνεχώς την πρακτική αδυνατότητα της απελευθέρωσης της εργασίας με την ανυπαρξία της, όπως ακριβώς συγχέουν την «απελευθέρωση της εργασίας» με «την απελευθερωτική δύναμη της εργασίας».

δ) Οι εργάτες δεν αγωνίστηκαν για να «κάνουν την εργασία βασιλιά» αλλά για να «θέσουν φραγμούς στην αύξηση της εκμετάλλευσης»

Είναι λάθος το να προσπαθεί να διαχωρίσει κανείς τους διεκδικητικούς αγώνες μιας συγκεκριμένης περιόδου από την επανάσταση και τον κομμουνισμό όπως ορίζονται στην ίδια αυτή περίοδο. Το να λέει κανείς ότι το 1848 οι εργάτες αγωνίστηκαν μόνο ενάντια στη χειροτέρευση των συνθηκών τους, ότι οι εξεγερμένοι απλώς «ξεσηκώθηκαν για να επιβιώσουν», και ότι οι αγώνες δεν μαρτυρούσαν καμία προοπτική για την αναδιοργάνωση της κοινωνίας γύρω από την «οργάνωση της εργασίας» και τη γενίκευσή της, δηλαδή την απελευθέρωσή της, από την εργατική τάξη, είναι δύσκολα πιστευτό. Κι αυτό αποδεικνύεται με μία ματιά στις πολιτικές εκφράσεις της παρισινής εργατικής τάξης εκείνη τη χρονιά: «Ένας εργάτης, ο Μαρς, υπαγόρευσε το διάταγμα [διάταγμα σχετικά με το δικαίωμα στην εργασία, στις 25 Φεβρουαρίου του 1848] με το οποίο η προσωρινή κυβέρνηση, που μόλις είχε σχηματιστεί, έπαιρνε την υποχρέωση να εξασφαλίζει τη ζωή των εργατών δίνοντάς τους δουλειά, να δώσει δουλειά σε όλους τους πολίτες κλπ. Και όταν λίγες μέρες αργότερα ξέχασε τις υποσχέσεις της και φάνηκε σαν να έχει χάσει από τα μάτια της το προλεταριάτο, μία μάζα από 20.000 εργάτες βάδισε προς το δημαρχείο με την κραυγή: «Οργάνωση της εργασίας! Συγκρότηση ειδικού υπουργείου εργασίας»[22].

Το «ξεσηκώθηκαν για να επιβιώσουν» είναι μία έκφραση που στερείται νοήματος τόσο το 1848 όσο και το 2007. Κάθε εξέγερση και ακόμη κάθε απεργία, όσο «μετριοπαθής» κι αν είναι, υπάρχει πάντα σε μία συγκεκριμένη περίοδο της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο. Στο βαθμό αυτό, η υπεράσπιση της φυσικής επιβίωσης δεν υπάρχει ως τέτοια περισσότερο από ένα αναλλοίωτο του κομμουνισμού «στο βαθύτερο περιεχόμενό του».

Στα Εθνικά Εργαστήρια, η «υπεράσπιση της επιβίωσης» γίνεται ζήτημα κοινωνικού καθεστώτος: «Το δικαίωμα στην εργασία είναι, με την αστική έννοια, ένας πα- ραλογισμός, ένας άθλιος, ευσεβής πόθος. Πίσω όμως από το δικαίωμα στην εργασία κρύβεται η βία πάνω στο κεφάλαιο, πίσω από τη βία πάνω στο κεφάλαιο η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, η υπαγωγή τους στην οργανωμένη εργατική τάξη, επομένως, η κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου και των αμοιβαίων σχέσεών τους. Πίσω από το «δικαίωμα στην εργασία» βρισκόταν η εξέγερση του Ιούνη»[23]. Οι παριζιάνοι εργάτες «ξεσηκώθηκαν για να επιβιώσουν» και αυτή η εξέγερση για επιβίωση, περιελάμβανε: «την οργάνωση της εργασίας», και την «υπαγωγή των μέσων παραγωγής στην οργανωμένη εργατική τάξη». Μια προσεκτική μελέτη της εξέγερσης του Ιούνη δείχνει ότι οι εργάτες των Εθνικών Εργαστηρίων που είχαν μείνει άνεργοι την υποστήριξαν σημαντικά, ωστόσο, μπορεί κανείς να δει ότι πολύ περισσότεροι ήταν οι εργάτες από τις συνοικίες και τα επαγγέλματα που ήταν τα πιο μαχητικά κατά τη διάρκεια της σχεδόν γενικής απεργίας που κλόνισε το Παρίσι το 1840, και οι οποίοι δεν επηρεάζονταν άμεσα από το κλείσιμο των Εθνικών Εργαστηριών.

Σχετικά με αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στους άμεσους αγώνες, την πολιτική μεταρρύθμιση και την κοινωνική επανάσταση, το πιο σημαντικό κίνημα της περιόδου ήταν χωρίς αμφιβολία ο Χαρτισμός. Οι D-N δεν αναφέρουν ούτε λέξη για το θέμα αυτό, καθώς τότε θα δυσκολεύονταν να ισχυριστούν ότι η επιδίωξη της επανοικειοποίησης των μέσων παραγωγής από τους συνασπισμένους εργάτες ήταν απλώς μία ιδεολογία που δεν αντιστοιχούσε στις πρακτικές ή την κινητοποίηση των εργατών, και ότι η αντίσταση στην αύξηση της εκμετάλλευσης είναι μια ουδέτερη και καθαρά ποσοτική δραστηριότητα.

ε) Η καμπή του 1848

Για τους D-N, το 1848 σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής στην ιστορία των εργατικών αγώνων:

«Το 1848 σήμανε το τέλος της ουτοπίας ενός εργατικού καπιταλισμού, με την εργατική τάξη να γίνεται η μοναδική ή καθολική τάξη μέσω της απορρόφησης του κεφαλαίου από τη συνασπισμένη εργασία. Από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα οι εργάτες θα ασχολούνταν μόνο με το δικό τους μερίδιο από το μισθωτό σύστημα: μέσω ενός αναπτυσσόμενου συνδικαλιστικού κινήματος δεν θα προσπαθούσαν να ανταγωνιστούν το μονοπώλιο του κεφαλαίου που ανήκε στους αστούς αλλά να γίνουν οι ίδιοι ένα μονοπώλιο εργατικής δύναμης. Το πρόγραμμα ενός λαϊκού καπιταλισμού παρήκμαζε».

 Άρα, αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, είχε ωστόσο υπάρξει προ του 1848. Η ιδιομορφία του εκλεκτισμού είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται κανείς ότι τα στοιχεία που τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο, μπορεί και να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Μια τέτοια θεώρηση για την περίοδο προ του 1848, προκαλεί μεγάλη έκπληξη δεδομένου ότι, για τους συγγραφείς, αυτή η περίοδος του «εργατικού καπιταλισμού» είναι, από μια άλλη οπτική, ουσιωδώς η περίοδος έκφρασης του κομμουνισμού «στο βαθύ του περιεχόμενο»: το προλεταριάτο της ανθρώπινης κοινότητας που δεν έχει πέσει ακόμη στο τέλμα της υπεράσπισης του μισθού (βλέπε παρακάτω).

Έτσι, μετά το 1848, το προλεταριάτο δεν προσπαθεί πλέον να γίνει η κυρίαρχη τάξη. Με την κίνηση ενός θεωρητικού ραβδιού, οι D-N καταφέρνουν να εξαφανίσουν την Κομμούνα. Υπονοούν ότι όλα τα κείμενα του Μαρξ μετά το 1848 είναι «απόκρυφα». Θέλουν να μας πείσουν ότι ο επαναστατικός συνδικαλισμός δεν υπήρξε ποτέ. Ακόμη και η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, με την αυξανόμενη ισχύ της τάξης και τη θεωρία της αυθόρμητης κοινωνικοποίησης του κεφαλαίου που οδηγεί στο σοσιαλισμό, δεν ταιριάζει στην ανάγκη των D-N να ισοπεδώσουν εντελώς την ταξική πάλη, από φόβο μήπως αναγνωρίσουν τον διαβόητο προγραμματισμό· μέχρι και ο Μπερνστάιν και ο Χίλφερντινγκ εξαφανίζονται. Το σχέδιο «της ανάληψης της εκβιομηχάνισης από την εργατική τάξη» τελειώνει το 1848, όπως αυτό της «ανάδειξης της εργατικής τάξης σε κυρίαρχη τάξη». Μα φυσικά! Αν δεν επρόκειτο για τόσο καλούς συγγραφείς θα υποψιαζόταν κανείς απλά άγνοια, μα εδώ θα πρέπει κανείς να υποψιαστεί, επίσης, το θεωρητικό αδιέξοδο μιας φιλολογίας, που αφού δελεάστηκε από μια ακαθόριστη «επαναστατική φλόγα», πρέπει να σιωπήσει από φόβο μήπως αναγκαστεί να την καθορίσει. Για ακόμη μια φορά: προχωρήστε, δεν υπάρχει τίποτα να δείτε!

Αν θεωρήσουμε το 1848 ρήξη, είναι μόνο στο βαθμό που αυτό που αποτελούσε εναλλακτικό σχέδιο, δηλαδή ήταν ικανό να συνυπάρχει με την αστική κοινωνία (συνεταιρισμοί κλπ.), μετά το 1848 έγινε πολιτικό σχέδιο που προϋπέθετε την ανατροπή της αστικής κοινωνίας. Μακράν του να «αποτελέσει την ταφόπλακα» της χειραφέτησης των εργατών και της απελευθέρωσης της εργασίας (συνδεδεμένης φυσικά με τους διεκδικητικούς αγώνες της εργατικής τάξης), το 1848 σημάδεψε τη γενίκευση αυτού του σχεδίου σε πάλη τάξης εναντίον τάξης.

στ) Ακόμη και στο απόγειό της, η φιλοδοξία να γίνει η εργασία βασιλιάς, δεν ήταν καθόλου ενθουσιώδης.

Για ακόμη μια φορά βρίσκουμε μια εποχή που αυτό που δεν υπήρξε ποτέ, έφτασε στο απόγειό του. Οι D-N παραδέχονται ότι μπορεί και να υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία οι εργάτες φιλοδοξούσαν να οικοδομήσουν έναν κόσμο ελεύθερης εργασίας:

«Η φιλοδοξία να γίνουν οι εργάτες άρχουσα τάξη και να οικοδομήσουν έναν εργατικό κόσμο κορυφώθηκε την εποχή που το εργατικό κίνημα βρισκόταν στο απόγειό του, όταν η Δεύτερη και η Τρίτη Διεθνής ήταν κάτι παραπάνω από μεγάλα κόμματα και συνδικάτα: ήταν ένας τρόπος ζωής, μια άλλη κοινωνία […] Η εργατική ή «βιομηχανική» δημοκρατία ήταν η διεύρυνση μιας κοινότητας (αληθινής όσο και φανταστικής) […] που διαμόρφωνε την ζωή της εργατικής τάξης μετά την Παρισινή Κομμούνα και μέχρι την δεκαετία του 1950 ή του 1960».

Εδώ βρίσκεται μία αξιοσημείωτη παραδοχή, που όμως δεν αναγνωρίζει ότι το οργανωμένο εργατικό κίνημα ήταν επίσης μία αντεπαναστατική δύναμη. Οι D-N επιμένουν ότι αυτός ο «εργατικός κόσμος» που διαμόρφωσε τη ζωή της εργατικής τάξης ήταν απλώς μια «ουτοπία των ειδικευμένων εργατών». Ωστόσο, ακόμη και στη Γερμανία μεταξύ 1919 και 1921, όπου σύμφωνα με τους D-N το κίνημα των ειδικευμένων εργατών ήταν στο απόγειό του, «δεν έγιναν σχεδόν καθόλου προσπάθειες ανάληψης της παραγωγής με σκοπό τη διεύθυνσή της. Όποια σχέδια και αν είχαν, στην πράξη ούτε στο Έσσεν, ούτε στο Βερολίνο, ούτε και στο Τορίνο έβαλαν οι εργάτες την εργασία στο επίκεντρο της κοινωνίας, σοσιαλιστικής ή μη».

Έχουμε ήδη δει στην περίπτωση της Ιταλίας και της Ρωσίας ότι ενώ δεν πρέπει να συγχέουμε τη δραστηριότητα των εργατών με τη δραστηριότητα των οργανώσεων και τα προγράμματά τους, είναι από την άλλη εντελώς ανεπαρκές να μένει κανείς στη διάκριση. Όταν οι βασικές εργοστασιακές οργανώσεις ενώνονται σε δύο συνδικάτα (το AAUD και το AAUDE), που από κοινού αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες μέλη (χωρίς να προσμετρούνται αυτοί που πρόσκεινταν στα επαναστατικά συνδικάτα), το πρόγραμμα του KAPD δεν είναι εφεύρημα των θεωρητικών του KAPD. Είναι η μοναδική προοπτική που ο ίδιος ο αγώνας επιτρέπει. Στην περίοδο για την οποία οι D-N μιλούν (στην ουσία από το 1848), ο αγώνας για τη χειραφέτηση της εργασίας περνά μέσα από έναν πολιτικό αγώνα· δηλαδή, την κατάργηση της υπάρχουσας κοινωνίας (όποια μορφή κι αν παίρνει αυτό, κατάληψη της εξουσίας ή κατάργηση του κράτους) και την καθιέρωση του προλεταριάτου ως κυρίαρχης τάξης (η οποία δεν μπορεί παρά να μεταστραφεί σε αντεπανάσταση στην ίδια την πορεία της επιτυχίας της). Οι εργάτες στο Έσσεν, το Βερολίνο και το Τορίνο «έβαλαν την εργασία στο επίκεντρο της κοινωνίας» μέσω της ίδιας της εξέγερσής τους. Τι άλλο είναι η εξουσία των συμβουλίων, εκεί όπου στιγμιαία εδραιώνονται, παρά η εξουσία των εργατών ως εργατών; Θα έπρεπε μήπως να πιστέψουμε ότι οι εργάτες επιδίωκαν την εξουσία για την εξουσία;

Η κατάληψη της κρατικής εξουσίας, η πολιτική νίκη, είναι το αναγκαστικό προοίμιο, η πρώτη πράξη, για τη χειραφέτηση της εργασίας, δηλαδή, για να γίνει το προλεταριάτο κυρίαρχη τάξη. Στη Γερμανία μεταξύ του 1918 και του 1923, στην Ιταλία το 1920, οι πολιτικοί αγώνες για την εξουσία της εργατικής τάξης, τη δικτατορία του προλεταριάτου, είχαν ως περιεχόμενό τους την επιβεβαίωση του προλεταριάτου ως κυρίαρχης τάξης και μέσω αυτού, τη γενίκευση της κατάστασής του. Με το πρόσχημα ότι δεν βλέπουν καθόλου (ή ελάχιστα) αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια, οι D-N αρνούνται ότι ο πολιτικός αγώνας είχε ως στόχο την επιβεβαίωση του προλεταριάτου ως κυρίαρχης τάξης, δηλαδή, τη χειραφέτηση της εργασίας.

Δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι στις σελίδες αυτές σχετικά με την «ουτοπία των ειδικευμένων εργατών», οι D-N, για δεύτερη φορά, και αντίθετα με την επίσημη θρησκεία τους, συνδέουν μία συγκεκριμένη πρακτική του προλεταριάτου με ένα συγκεκριμένο επίπεδο ανάπτυξης του κεφαλαίου, κάνουν δηλαδή αυτό που καταδικάζουν στο θεωρητικό συμπέρασμα του κειμένου τους. Η σύνδεση αυτή γίνεται αρκετά συχνά στο κείμενό τους με τον τεχνίτη, τον βιομηχανικό εργάτη, τον ειδικευμένο εργάτη, τον εργάτη μάζα. Αυτό που οι D-N αρνούνται να αποδώσουν στη αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο και το ξεπέρασμά της -δηλαδή το να είναι ιστορία- το αποδίδουν στη δράση που είχαν ιστορικά υπαρκτοί εργάτες. Με ένα είδος αποστεωμένου εργατισμού, αποδίδουν στην «ταξική σύνθεση» αυτό που δεν μπορούν να αποδεχτούν για την επανάσταση και τον κομμουνισμό.

ζ) Εγκατάλειψη της επιχείρησης, «άρνηση της εργασίας»

Η έβδομη ένσταση δεν είναι ακριβώς της ίδιας φύσης με τις άλλες. Αναφέρεται στους αγώνες στο τέλος της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές του 1970. Με άλλα λόγια, στην περίοδο που ο προγραμματισμός βρίσκεται στο τέλος της πορείας του, στην περίοδο κατά την οποία είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι η επιβεβαίωση του προλεταριάτου και η απελευθέρωση της εργασίας δεν αποτελούν πλέον το περιεχόμενο και την προοπτική της ταξικής πάλης. Κατά συνέπεια, θα μπορούσαμε ως ένα βαθμό, να συμφωνήσουμε με τις παρατηρήσεις σχετικά με αυτούς τους αγώνες, και με αρκετή προσπάθεια αυτή η ένσταση δεν θα ήταν καν ένσταση. Μόνο ως ένα βαθμό, όμως, και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, οι D-N δεν αναγνωρίζουν καμία ιστορική ρήξη, αφού η ιστορία λάμπει δια της απουσίας της σε ολόκληρο τον κανονιστικό ορίζοντά τους. Τα παραδείγματα απλώς διαδέχονται το ένα το άλλο σε μία χρονολογική σειρά από απλή συνήθεια της σκέψης και της παρουσίασης – θα μπορούσαν να παρουσιαστούν με οποιαδήποτε άλλη σειρά χωρίς αυτό να επηρεάζει στο παραμικρό την «παρουσίαση». Δεύτερον, σε συμφωνία με τη διαρκή άρνησή τους για την ύπαρξη οτιδήποτε θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως επιβεβαίωση της εργασίας, δεν βλέπουν ότι το ξεπέρασμα του προγραμματισμού, πολύ πραγματικό στους αγώνες αυτής της περιόδου, συνεχίζει να λαμβάνει χώρα εντός του προγραμματισμού.

Η ρήξη στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές του 1970 ήταν απλά η κατάρρευση του προγραμματισμού. Ο «Μάης του ’68» ήταν η ρευστοποίηση όλων των μορφών του εργατικού κινήματος. Η επανάσταση δεν ήταν πλέον ζήτημα της καθιέρωσης του προλεταριάτου ως κυρίαρχης τάξης, που γενικεύει την κατάστασή του και καθολικοποιεί την εργασία ως κοινωνική σχέση και την οικονομία ως την αντικειμενικότητα μιας κοινωνίας θεμελιωμένης στην αξία. Αλλά η περίοδος του «Μάη του ’68» δεν είναι απλά η αδυνατότητα μιας προγραμματικής επανάστασης.

Από τη μια πλευρά, είχαμε ένα δυνατό εργατικό κίνημα με στέρεες βάσεις, την επιβεβαίωση μιας εργατικής ταυτότητας από το κεφάλαιο, μία αναγνωρισμένη ισχύ της τάξης, αλλά μία ριζική αδυνατότητα να γίνει αυτή η ισχύς αυτόνομη δύναμη και να μετατραπεί σε επαναστατική επιβεβαίωση της τάξης της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, αυτή η αδυνατότητα ήταν με θετικό τρόπο η επέκταση της εξέγερσης ενάντια στην κοινωνική αναπαραγωγή συνολικά, μία εξέγερση μέσω της οποίας «το προλεταριάτο αρνιόταν τον εαυτό του».

Η επανάσταση μπορούσε να είναι μόνο η άρνηση της εργατικής κατάστασης, αλλά έπρεπε αναγκαστικά να αναζητήσει τις ρίζες της, όχι στη σχέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, αλλά στην οικουμενικότητα της αλλοτρίωσης. Οικουμενική, και μ’ αυτή την έννοια ανθρώπινη, αλλοτρίωση. Μέσω της πραγματικής υπαγωγής, το κεφάλαιο είχε υποτάξει όλη την κοινωνική αναπαραγωγή, όλες τις εκφάνσεις της ζωής. Αγκαλιάζοντας το σύνολο της καθημερινής ζωής, η επανάσταση ήταν η άρνηση της προλεταριακής κατάστασης. Μέσω της οικουμενικότητας της άρνησης, η επανάσταση αυτονομήθηκε από τις πραγματικές της συνθήκες και εμφανιζόταν σαν να μην πηγάζει άμεσα από την κατάσταση της εργατικής τάξης, αλλά από την οικουμενική αλλοτρίωση της οποίας η κατάσταση αυτή ήταν η ολοκλήρωση, η συμπύκνωση. Στη Γαλλία οι εργάτες εγκατέλειψαν τα εργοστάσια, και δεν είναι τυχαίο ότι – παντού – η εξέγερση αυτή απέκτησε σάρκα και οστά μόνο όταν συναντήθηκε με τη φοιτητική αμφισβήτηση.

Η εξέγερση ενάντια στην κατάσταση της εργατικής τάξης, εξέγερση ενάντια σε κάθε έκφανση της ζωής, παγιδεύτηκε σε ένα σχίσμα. Μπορούσε να εκφραστεί και να είναι αποτελεσματική μόνο στρεφόμενη ενάντια στο θεμέλιό της, την εργατική κατάσταση, αλλά όχι για να της επιτεθεί, καθώς δεν έβρισκε εντός της τη σχέση εκείνη με το κεφάλαιο που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση αυτής της επίθεσης, αλλά για να διαχωριστεί από αυτή. Ο «Μάης του 68» παρέμεινε έτσι στο επίπεδο της εξέγερσης.

Οι εργάτες εγκατέλειψαν τα κατειλημμένα από τα συνδικάτα εργοστάσια και οι νεότεροι απ’ αυτούς προσχώρησαν στον φοιτητικό αγώνα. Ο Μάης του ’68 ήταν η έμπρακτη κριτική της επανάστασης ως ενίσχυσης και επιβεβαίωσης της τάξης. Οι εργάτες μπήκαν στα εργοστάσια μόνο όταν επέστρεψαν στη δουλειά, σε πολλές περιπτώσεις για να αντιταχθούν βίαια σ’ αυτήν. Εδώ συμφωνούμε με τις παρατηρήσεις των D-N για τον Μάη του ’68. Εκεί που διαφωνούμε είναι ότι, γι’ αυτούς, το γεγονός αυτό δεν ήταν ιστορικό προϊόν, αλλά ανήκει απλά στη μεγάλη λίστα παραδειγμάτων που επικαλούνται. Υποτίθεται ότι πάντα έτσι είχαν τα πράγματα, από το απλό γεγονός του τι είναι το προλεταριάτο και τι πρέπει να είναι η επανάσταση.

Για τους D-N, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, υπάρχει ευημερία και κριτική στην ευημερία (καταναλωτική κοινωνία, καθημερινή ζωή, αλλοτρίωση), υπάρχει το εργατικό κίνημα και η «κριτική στην εργασία» – το αίνιγμα λύθηκε. Η επανάσταση πρέπει να είναι τόσο εργατική επανάσταση όσο και ανθρώπινη επανάσταση, αλλά «εργατική» μόνο επειδή στον εργάτη εμπεριέχεται η άρνηση του ανθρώπου. Ως εργάτης, ο προλετάριος έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει την κοινωνία, ως άνθρωπος, να κατασκευάσει τη νέα. Το να παραμένει κανείς σε μια τέτοια θέση σημαίνει να παραμένει εντός της ιδεολογίας που γεννήθηκε από την αποτυχία του ’68. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, στην Ιταλία, τη Γαλλία και αλλού, οι ταξικοί αγώνες εξέφρασαν μα δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τα όρια και τα αδιέξοδα του προηγούμενου κύκλου, αυτού της εργατικής ταυτότητας, της αυτονομίας, της αυτοοργάνωσης, αυτά που διαμόρφωναν τον ίδιο τον ορισμό της επαναστατικής δυναμικής, ενώ σήμερα αποτελούν το όριό της.

Αυτή η εσωτερική αντίφαση της ταξικής πάλης εμφανίστηκε στην Ιταλία, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60, με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο, στην επέκταση των αγώνων πέρα από τα εργοστάσια. Από τη μια, η κεντρική φιγούρα της ιταλικής εργατικής τάξης, πάνω στην οποία ολόκληρη η ταξική πάλη δομήθηκε, είναι αυτή του βιομηχανικού τριγώνου Μιλάνο-Τορίνο-Γένοβα, και σ’ αυτό το τρίγωνο, κυρίως οι παραγωγικοί εργάτες των μεγάλων βιομηχανιών. Από την άλλη, μια τέτοια συγκέντρωση προϋποθέτει και υφίσταται μόνο μέσω της κοινωνικοποίησης και μαζικοποίησης της εργατικής τάξης πέρα από την άμεση διαδικασία παραγωγής. Ο εργατικός αγώνας είναι επίσης η πόλη, οι μετακινήσεις, η στέγαση, το σύνολο της κοινωνικής ζωής. Αγκαλιάζοντας το σύνολο της καθημερινής ζωής, η ταξική πάλη γίνεται η άρνηση της εργατικής κατάστασης, ωστόσο αγκαλιάζει το σύνολο της κοινωνικής ζωής βασισμένη στο εργοστάσιο· αυτή η επέκταση υφίσταται μόνο υπό την ηγεσία, την καθοδήγηση, του εργάτη του μεγάλου εργοστασίου: το Τορίνο είναι η FIAT. Αυτό το κίνημα εμπεριέχει μια αντίφαση ανάμεσα, από τη μια, στην κεντρική φιγούρα της εργατικής ταυτότητας, η οποία είναι ακόμη κυρίαρχη και δομεί την ταξική πάλη, και στη βάση της οποίας αυτό το κίνημα υπάρχει, και από την άλλη, στον αγώνα ενάντια στην ολότητα της αναπαραγωγής, που δεν μπορεί επομένως να φτάσει μέχρι τέλους, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ίδια την εργατική κατάσταση. Ο μισθολογικός αγώνας είναι το πεδίο αυτής της αντίφασης, το πεδίο όπου αυτή συγκεκριμενοποιείται. Αυτό που οι εργατιστές, υπό μια προγραμματική οπτική, θεωρητικοποίησαν ως «πολιτικό μισθό» ή «αυτο-αξιοποίηση της εργατικής τάξης» ήταν, ως πρακτική, ως συγκεκριμένος αγώνας, η αντίφαση εντός της οποίας, στη βάση της ίδιας της κατάστασης του εργάτη και εντός αυτής, η αναπαραγωγή του εργάτη ως τέτοιου τίθετο υπό αμφισβήτηση. Το σύνθημα για την εργατική εξουσία στα εργοστάσια συνυπήρχε με την άρνηση να ζει κανείς ως εργάτης έξω απ’ αυτά και να απασχολείται ως εργάτης μέσα σ’ αυτά τα ίδια εργοστάσια. Η ταξική πάλη αναπτυσσόταν εντός αυτής της άκρως αντιφατικής και ασταθούς διαμόρφωσης όπου η εργασία αρνείται να λειτουργήσει, εντός του καπιταλισμού, ως εργατική δύναμη.

Η αυτονομία μπορεί να είναι μόνο προγραμματική, αφού είναι από τη φύση της εργατική αυτονομία. Το κίνημα του ’69 είναι ακόμη ένα κίνημα της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου και της χειραφέτησης της εργασίας, αυτό είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του. Μόνο στη βάση αυτού του κυρίαρχου χαρακτηριστικού μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι εντός του περιέχει αυτό που στη συνέχεια το θέτει υπό αμφισβήτηση και το καθιστά αδύνατο. Οι ίδιοι εργάτες που έκαναν σαμποτάζ και οργάνωναν πορείες στα εργοστάσια, ανασυντάχθηκαν στην CUB όπως και στην Pirelli, ή βρέθηκαν στις συνελεύσεις εργατών-φοιτητων στο Τορίνο. Όλη η πρωτοτυπία και η σπουδαιότητα αυτής της περιόδου, τόσο ιστορική όσο και θεωρητική, βρίσκεται εντός αυτής της κατάστασης.

Σήμερα κάθε διεκδικητικός αγώνας, οποιουδήποτε μεγέθους ή έντασης, είναι αυτοοργανωμένος και αυτόνομος. Η αυτοοργάνωση και η αυτονομία μπορούν να αντιτίθενται στα συνδικάτα, αλλά πάντα παραμένουν απλώς μια στιγμή του συνδικαλισμού. Έχουμε περάσει από τον ένα κύκλο αγώνων στον άλλον.

Αλλά οι D-N δεν αρκούνται στο να λένε ότι δεν συνέβη τίποτα, είναι απαραίτητο να προσθέσουν ότι αυτοί για τους οποίους αυτό που συνέβη ήταν η επανάσταση, όπως αυτή ορίζεται ιστορικά στη δύναμή της και την αποτυχία της με τους δικούς της όρους, διαπράττουν ένα μεθοδολογικό σφάλμα: είναι ντετερμινιστές. Όποια ιστορική κριτική δεν αναγνωρίζει την αναλλοίωτη ουσία και θεωρεί ότι η επανάσταση και ο κομμουνισμός είναι ιστορικώς παραγόμενα χαρακτηρίζεται με το κακόφημο επίθετο.

3. «Λάθος σε ό,τι αφορά την μέθοδο»

Το «μεθοδολογικό σφάλμα» της TC (δεν κατονομάζεται) φέρεται να είναι η πίστη ότι υπάρχει μια «κατάσταση» ή μια «περίοδος» στην ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και επομένως της ταξικής πάλης (αλλά αυτό το «επομένως» είναι, όπως θα δούμε, για τους D-N άλλο ένα μεθοδολογικό λάθος), που θα εγγυηθεί τη νίκη της κομμουνιστικής επανάστασης. Επιτέλους, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον περιβόητο δαίμονα του ντετερμινισμού.

Οι D-N δεν βλέπουν ότι το «λάθος» που καταγγέλλουν είναι «λάθος» μόνο αν δεχτούμε όλες τις παραδοχές τους, μόνο αν υποθέσουμε ότι η κομμουνιστική επανάσταση είναι μια δεδομένη και γνωστή ουσία από την αρχή της ταξικής πάλης εντός του καπιταλισμού[24]. Αν δεχτούμε ότι το προλεταριάτο θα μπορούσε να κάνει το 1968 ό,τι έκανε το 1848, στο Παρίσι του 1830 ό,τι στην Μπολόνια του 1977, ότι οι εξεγερμένοι της Κομμούνας απέτυχαν επειδή δεν έκαναν ό,τι είχε πει η Καταστασιακή Διεθνής ότι πρέπει να γίνει, τότε είναι προφανές ότι η TC κάνει λάθος.

Το πρωταρχικό «λάθος» αναγκαστικά συνοδεύεται από ένα άλλο λάθος. Υποτίθεται ότι έχουμε αφήσει στο κεφάλαιο και την ανάπτυξή του να επιλύσει τα προβλήματά μας στη θέση μας. Αυτό σημαίνει ότι θεωρούμε ότι το κεφάλαιο μόνο του είναι αυτό που διέλυσε την εργατική ταυτότητα, το «παλιό εργατικό κίνημα» και, ως αποτέλεσμα, αυτό που αποκαλούμε προγραμματισμό. Σαν να μην έπαιξαν κανένα ρόλο οι αγώνες στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Σαν να μην έπαιξε κανένα ρόλο ο πολλαπλασιασμός των συλλογικοτήτων και η δυσαρέσκεια απέναντι στην αυτοοργάνωση. Σαν να μη συνέβη η επανεμφάνιση στοιχείων της εργατικής ταυτότητας μέσα στο κίνημα του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού και η έμπρακτη κριτική αυτού του ριζοσπαστικού δημοκρατισμού από αυτό που μπορεί να ονομαστεί κίνημα άμεσης δράσης. Ακόμη και αν δεχόμασταν ότι το κεφάλαιο διέλυσε την εργατική ταυτότητα, αυτό θα ήταν μια αντεπανάσταση, δηλαδή ενάντια στην προηγηθείσα επανάσταση, και όχι αντικειμενική τάση που θα μας «έδινε» έτοιμες, νέες «συνθήκες», χωρίς εμείς να συμμετέχουμε στη δημιουργία τους.

Θα αναπτύξουμε όλα αυτά τα ζητήματα γύρω από τα τρία συνθετικά στοιχεία που οι D-N θέτουν: δεν υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στην προλεταριακή δράση και το βαθμό ανάπτυξης του κεφαλαίου· το «είναι» του προλεταριάτου· και οι «αιτίες των αποτυχιών του παρελθόντος».

α) Δεν υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στην προλεταριακή δράση και τον βαθμό ανάπτυξης του κεφαλαίου.

«Αν το “είναι” του προλεταριάτου, που έχει θεωρητικοποιήσει ο Μαρξ, δεν είναι απλώς μια μεταφυσική, το περιεχόμενό του είναι ανεξάρτητο από τις μορφές που παίρνει η καπιταλιστική κυριαρχία. Η ένταση μεταξύ της υποταγής στην εργασία και της κριτικής στην εργασία υπάρχει από τη χαραυγή του καπιταλισμού. Προφανώς ο τρόπος πραγματοποίησης του κομμουνισμού διαφέρει ανάλογα με την ιστορική στιγμή, όμως η ουσία του παραμένει ίδια τόσο το 1796, όσο και το 2002».

Αν υπάρχει το «είναι» του προλεταριάτου, και ακόμη περισσότερο ένα είναι από το οποίο εξαρτάται η «πραγμάτωση του κομμουνισμού», τότε η επανάσταση είναι αναπόφευκτη. Καμία θεωρητική αλχημεία σχετικά με την «ιστορική στιγμή» ως συγκυριακή συνθήκη της πραγματοποίησης αυτού του «είναι» δεν θα αλλάξει τίποτα. Το «είναι» θα βρίσκει πάντα το δρόμο του διαμέσου της ενδεχομενικότητας και των περιστάσεων. Ο κομμουνισμός «στο βαθύ του περιεχόμενο» παραμένει αναλλοίωτος το 1796 και το 2002. Το μόνο που μένει είναι να δώσουμε όνομα στο «βαθύ περιεχόμενο», και εν παρόδω, να καταδείξουμε τη «σκαρταδούρα» της συγκυρίας στην «ιστορική στιγμή» του 1976 ή του 2002. Αλλά πώς ξεχωρίζουμε τη «σκαρταδούρα» από την «αναλλοίωτη ουσία»;

Αντίθετα με αυτά που ισχυρίζονται οι D-N, αν αυτό το «είναι» δεν είναι «απλώς μεταφυσική», τότε δεν είναι «ανεξάρτητο από τις μορφές που παίρνει η καπιταλιστική κυριαρχία». Πώς θα μπορούσε το «είναι» του να είναι ανεξάρτητο όταν το προλεταριάτο είναι απλώς μία τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Το «είναι» θεωρείται ανεξάρτητο από τις μορφές που παίρνει η καπιταλιστική κυριαρχία, μα προφανώς η «πραγμάτωση του κομμουνισμού» εξαρτάται «φυσικά» από την «ιστορική στιγμή». Έχουμε φτάσει στην κατεξοχήν μεταφυσική σχέση: της ουσίας και των συνθηκών της, της τάσης και της πραγμάτωσής της. Οι D-N αποφεύγουν με προσοχή να εξηγήσουν τη σχέση ανάμεσα σ’ αυτό το «είναι» και την «ιστορική στιγμή». Απλώς εννοείται, όπως πάντα εννοείται ο ιδεαλισμός με τον οποίο αυθόρμητα σκεφτόμαστε. Πρόκειται για την ιδεολογία της ιδανικής ευκαιρίας. Θεωρούν ότι έχουν ξεπεράσει τον ντετερμινισμό, επειδή, όπως γράφει ο Ντωβέ στο Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο: «τίποτα δεν εγγυάται ότι ένα κομμουνιστικό κίνημα θα μπορεί ή θα θέλει να την εκμεταλλευτεί, αλλά η δυνατότητα υπάρχει». Μια «δυνατότητα» που ενδεχομένως να υλοποιηθεί, ενδεχομένως και όχι… με άλλα λόγια: αντικειμενικές συνθήκες.

«Η ιστορία δεν αποδεικνύει καμία άμεση αιτιακή σχέση μεταξύ ενός βαθμού καπιταλιστικής ανάπτυξης και μιας συγκεκριμένης προλεταριακής συμπεριφοράς». Οι «ινδιάνοι της μητρόπολης» της Μπολόνια θα μπορούσαν να είχαν καταλάβει τα Χειμερινά Ανάκτορα και οι άνεργοι των Εθνικών Εργαστηρίων θα μπορούσαν να είχαν σχηματίσει εργατικά συμβούλια. Οι D-N έχουν διατηρήσει ολόκληρη τη θεωρητική δομή του ντετερμινισμού, αλλά είναι ριζικά αδύνατο να διατηρήσουν το στοιχείο που ολοκληρώνει το σύστημα του ντετερμινισμού: την ταύτιση της «ανάπτυξης του κεφαλαίου» με την «επαναστατική δραστηριότητα», δηλαδή την ενδυνάμωση της τάξης εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, μιλάνε για μια ταξική δραστηριότητα που πλέει στο κενό, καταδικασμένη στον αυτοπροσδιορισμό, δηλαδή στην απροσδιοριστία. Ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί να εκφραστεί ως τέτοιο· χρειάζεται κανείς προσδιορισμό, αλλά όχι πάρα πολύ, το «αναλλοίωτο» και την «ιστορική στιγμή». Και πάνω απ’ όλα πολύ ελευθερία», επειδή η ανάπτυξη του κεφαλαίου έχει παραδόξως διατηρηθεί εντός της αντικειμενικής του πυκνότητας.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού δεν είναι τίποτα άλλο από την αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο. Δεν υπάρχει «σύνδεση», ούτε στέρεα, ούτε ρευστή, ούτε άμεση. Τελικά, οι D-N παραπαίουν ανάμεσα στον ντετερμινισμό και την ελευθερία, την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα, το αναλλοίωτο και την ενδεχομενικότητα, την ελευθερία με λίγο καθορισμό και τον ντετερμινισμό με λίγη ελευθερία. Πρέπει κανείς να επιτρέψει στο προλεταριάτο την «ελευθερία» να σταθεί στο ύψος του «ιστορικού του καθήκοντος». Τι περίεργη ελευθερία, και τι περίεργη κριτική του ντετερμινισμού, που μπορεί να αναφέρεται στο «ιστορικό καθήκον»! Τελικά, είναι ο δικός τους ντετερμινισμός που οι D-N προσπαθούν να εξορκίσουν.

Είναι το να αναζητούμε τις αιτίες των επαναστάσεων και των αποτυχιών τους στη σχέση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, όπως υπήρξαν, κάτι άλλο από το να τις αναζητούμε στην πρακτική των προλετάριων; Τι θα ήταν αυτή η πρακτική αν όχι η σχέση με το κεφάλαιο; Τι θα ήταν η ανάπτυξη του κεφαλαίου αν όχι αυτή η σχέση; Το να απαιτεί κανείς να αναζητηθούν οι αιτίες των «αποτυχιών μας» μόνο στη «δραστηριότητα των προλετάριων» σημαίνει ότι βλέπει την ανάπτυξη του κεφαλαίου ως ένα πλαίσιο στο οποίο αποδίδουμε περισσότερη ή λιγότερη σημασία, αλλά πάντοτε ως ένα σύνολο συνθηκών. Οι D-N έχουν διατηρήσει όλους τους βασικούς διαχωρισμούς του αντικειμενισμού και του ντετερμινισμού· η μόνη τους «πρωτοτυπία» είναι ότι αρνούνται τις αιτιακές συνδέσεις που ενώνουν τα διαχωρισμένα στοιχεία. Αυτό καθιστά την παραγωγή τους ασυνάρτητη και εκλεκτική, και αυτά που γράφουν γεμάτα διστακτικότητα και αμφισημία (ναι/αλλά, είναι έτσι κι έτσι/μα φυσικά το γνωρίζουμε αυτό, παρόλα αυτά…). Και όμως είμαστε εμείς που θεωρούμαστε «ντετερμινιστές», που για εμάς η «λύση» δεν είναι ούτε προϋπόθεση ούτε κάτι το ανείπωτο, αλλά αληθινή ιστορική παραγωγή, της μόνης ιστορίας που υπάρχει, αυτής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Όταν ορίζουμε την εκμετάλλευση ως την αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, ορίζουμε αυτή την αντίφαση ως ιστορία. Το στάδιο του κύκλου της συσσώρευσης δεν είναι μία συνθήκη εξωτερική προς τις νίκες ή τις ήττες, μια συγκυρία. Η συσσώρευση είναι κομμάτι του ορισμού του προλεταριάτου και της αντίφασής του με το κεφάλαιο. Το προλεταριάτο ορίζεται στην ολότητα των στιγμών της εκμετάλλευσης, με την έννοια ότι αυτή συνεπάγεται την αναπαραγωγή του και παράγει τις συνθήκες της. Το να ορίζει κανείς το προλεταριάτο στις τρεις στιγμές της εκμετάλλευσης (τη συνάντηση εργατικής δύναμης και κεφαλαίου και την αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης, την απορρόφηση ζωντανής εργασίας από αντικειμενοποιημένη εργασία στην άμεση διαδικασία παραγωγής όπου σχηματίζεται η υπεραξία, και τη μετατροπή της υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο) είναι το να κατανοεί ότι η ανάπτυξη του κεφαλαίου δεν είναι η πραγμάτωση ή η συνθήκη της ταξικής αντίφασης που φέρνει το προλεταριάτο απέναντι στο κεφάλαιο, αλλά η πραγματική ιστορία αυτής της αντίφασης. Η αντίφαση δεν παίρνει διαφορετικές μορφές, γιατί δεν είναι τίποτα άλλο από τις μορφές αυτές που αποτελούν τη δυναμική του ίδιου τους του μετασχηματισμού. Αυτοί που προσβάλλονται απ’ αυτό, θεωρώντας ότι αυτό σημαίνει ότι το κεφάλαιο θα κάνει τη δουλειά αντί για εμάς (των επαναστατημένων προλεταρίων), δεν έχουν καταλάβει καθόλου τι σημαίνει κοινωνική σχέση. Όλα αυτά επίσης συνεπάγονται την ιστορικότητα του περιεχομένου του κομμουνισμού. Ο κομμουνισμός είναι ιστορικός με την έννοια ότι βρίσκεται σε σχέση με την άμεση πορεία κάθε κύκλου αγώνων. Όταν λέμε ότι η επανάσταση και ο κομμουνισμός σήμερα μπορούν να είναι μόνο άμεση κομμουνιστικοποίηση, αυτό δεν σημαίνει ότι ο κομμουνισμός τελικά σήμερα παρουσιάζεται ως αυτό που πάντα ήταν πραγματικά ή αυτό που πάντα θα έπρεπε να είναι.

Σε όλους αυτούς που ισχυρίζονται ότι το 1848, το 1917, το 1968 κλπ έληξαν με τρόπο που θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί, έχουμε δικαίωμα να απαιτήσουμε να μας πουν έστω για μια φορά γιατί κατέληξαν όπως κατέληξαν παρά να μας λένε γιατί δεν κατέληξαν όπως θα μπορούσαν. Θα μπορούσε να είχε συμβεί κάτι άλλο; Δεν ξέρουμε και μας είναι αδιάφορο. Το ερώτημα είναι άνευ νοήματος. Αυτό που δεν συνέβη ξεφεύγει από το πεδίο της σκέψης και εισέρχεται στη σφαίρα της πίστης ή της τρέλας. Η ιδεολογία του πιθανού κοιτά προς το παρελθόν και λέει «αυτό θα μπορούσε ή δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί», έγκειται στο να θεωρεί ως ενδεχομενικό, στη βάση της επόμενης περιόδου, αυτό που ήταν ουσιώδες στην προηγούμενη περίοδο. Από την υποκατάσταση αυτή, γεννιέται η πίστη στο αναλλοίωτο ως τον ουσιώδη πυρήνα που απορρέει από το κίνημα.

Αν η αναδιάρθρωση της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο επιλύει σε μεγάλο βαθμό τις αντιφάσεις και τα όρια του προγραμματισμού (με τη συμμετοχή των εργατικών αγώνων), δεν μας φέρνει πιο κοντά ούτε σε μια καθαρότητα αυτής της αντίφασης ούτε σε μια καθαρότητα του κεφαλαίου. Αυτό που δημιουργεί αυτήν την ψευδαίσθηση είναι το γεγονός ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αναδιαρθρώνεται πάντα σύμφωνα με αυτό που είναι και ξεπερνά τα όρια που ήταν δικά του (τις ίδιες του τις συνθήκες αξιοποίησης και αναπαραγωγής σε μια δεδομένη στιγμή). Η αναδιάρθρωση είναι ξεπέρασμα το οποίο, αν και απρόβλεπτο, (συνιστούμενο από τη θυελλώδη ροή των αγώνων), δεν μπορεί να παραβιάσει τη φύση του κεφαλαίου. Μόλις ολοκληρωθεί η αναδιάρθρωση, τα προηγούμενα χαρακτηριστικά του κεφαλαίου εμφανίζονται για την επόμενη περίοδο ως ενδεχομενικά, μη απαραίτητα σε σχέση με τη φύση του κεφαλαίου, αλλά σίγουρα δεν ήταν ενδεχομενικά για την προηγούμενη περίοδο. Αυτός είναι ο τρόπος που το γίγνεσθαι εμφανίζεται προκαθορισμένο ως πορεία προς την καθαρότητα. Αυτή είναι η παγίδα στην οποία πέφτουν όλοι οι ιδεολόγοι που, καθώς δεν μπορούν να αντιληφθούν την ιστορία πέρα από την τελεολογία, επιλέγουν να την «καταστείλουν».

Επιπλέον, το ζήτημα σχετικά με τον «έσχατο» χαρακτήρα αυτού του κύκλου αγώνων δεν έχει λύση, επειδή, μιλώντας αυστηρά, δεν μπορεί να τεθεί θεωρητικά (και δεν έχει τεθεί ποτέ για κανένα κύκλο αγώνων). Αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση και η κομμουνιστικοποίηση είναι τώρα το μοναδικό μέλλον; Για ακόμη μια φορά αυτό είναι ένα ερώτημα χωρίς νόημα, χωρίς πραγματικότητα. Το μόνο αναπόφευκτο είναι η ταξική πάλη μέσω της οποίας μπορούμε μόνο να αντιληφθούμε την επανάσταση αυτού του κύκλου αγώνων, και μάλιστα όχι ως κατάρρευση του κεφαλαίου που αφήνει ανοιχτό χώρο, αλλά ως ιστορικά συγκεκριμένη πρακτική του προλεταριάτου στην κρίση αυτής της περιόδου του κεφαλαίου. Είναι επομένως αυτή η πρακτική που καθιστά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής μη αναπαράξιμο. Το αποτέλεσμα του αγώνα δεν μπορεί ποτέ να προεξοφληθεί. Είναι αυταπόδεικτο ότι η επανάσταση δεν μπορεί να υποβαθμιστεί στο σύνολο των συνθηκών της, επειδή πρόκειται για ξεπέρασμα και όχι για εκπλήρωση. Η κομμουνιστικοποίηση είναι αυτή που καθιστά την αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο μη αναπαράξιμη.

Ως τελευταία λύση, η ανεξαρτησία του κομμουνισμού «στο βαθύ του περιεχόμενο» σε σχέση με την εξέλιξη της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, έχει το οντολογικό της επιχείρημα: αυτό του φιλοσοφικού κομμουνισμού του 1843-46.

Ο φιλοσοφικός κομμουνισμός, που επικαλείται τον Άνθρωπο και το Είδος, χαρακτηρίζει σχεδόν την ολότητα της κομμουνιστικής θεωρητικής παραγωγής στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1840. Για τους «Γερμανούς» το σημείο αφετηρίας είναι η κριτική στη θρησκεία. Αυτή η κριτική, όπως ο ίδιος ο Μαρξ την εφάρμοσε, είναι η μήτρα της κριτικής όλων των αλλοτριώσεων (όπως ο Μαρξ επιβεβαιώνει στην πρώτη πρόταση στην Εισαγωγή του 1843). Αυτό συνεπάγεται ότι το να ανακαλύπτει ο άνθρωπος εκ νέου την ουσία του στην κριτική και κατάργηση/ξεπέρασμα της θρησκείας είναι, σύμφωνα με τον Μαρξ, η μήτρα όλων των καταργήσεων (του χρήματος, της εργασίας κλπ): η επιστροφή του υποκειμένου στον εαυτό του ως Κοινότητα, Είναι του είδους, Άνθρωπος. Ο Στίρνερ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι ο Άνθρωπος αντικατέστησε τον θεό και αυτή είναι η χειρότερη από όλες τις θρησκείες.

Ο Άνθρωπος εξωτερικεύει τις δυνάμεις του, τις αντικειμενοποιεί. Επομένως, η επανεύρεση της ανθρωπολογικής φύσης της θρησκείας ήταν αναγκαία για την κατάργησή της. Φυσικά, αυτό που βρέθηκε εκεί είναι ο μηχανισμός κάθε αλλοτρίωσης/κατάργησης/ξεπεράσματος/ενσωμάτωσης για τον φιλοσοφικό κομμουνισμό, κάτι που συμπεριλαμβάνει την κατάργηση της εργασίας, η οποία γινόμενη «αυτο-εκδήλωση», είχε ως στόχο να συμφιλιώσει την ουσία του προλετάριου ως ατόμου με το άμεσο είναι του. Η κατάργηση του χρήματος και του κράτους ακολουθούσαν τον ίδιο λογικό μηχανισμό. Τα κριτικά εργαλεία του Φόυερμπαχ γενικεύθηκαν. Το αποτέλεσμα της κατάργησης/ξεπεράσματος είναι απλώς η αληθινή μορφή της ουσίας του ανθρώπου. Ιστορική εξέλιξη και αντίφαση δεν υπάρχουν παρά μόνο ως αντεστραμμένη μορφή της αληθινής κοινότητας, η οποία είναι ήδη η αλήθεια αυτής της αντεστραμμένης μορφής. Η αλλοτρίωση δεν είναι παρά το ίδιο της το γίγνεσθαι για αυτή την ίδια.

«Η εργασία είναι η πορεία του ανθρώπου προς την ύπαρξή του για τον εαυτό του μέσα στην αλλοτρίωση, ή σαν αλλοτριωμένου ανθρώπου»[25]. Η αλλοτριωμένη εργασία ή η αλλοτρίωση της ουσίας του ανθρώπου είναι επομένως στιγμές της ταυτότητας καθεαυτής της εργασίας και των αντικειμένων της, του ανθρώπου και των εξωτερικευμένων δυνάμεών του, στη διαδικασία κατά την οποία γίνεται ταυτότητα για-τον-εαυτό-της. Η απώλεια είναι μόνο μια μορφή της ταυτότητας, το αναγκαίο γίγνεσθαι της προκειμένου να ξαναβρεί τον εαυτό της (εδώ βρίσκονται όλα τα όρια της έννοιας της αλλοτρίωσης). Αντίθετα με την ανάλυση του Κεφαλαίου και των Grundrisse, όπου ξαναβρίσκουμε αυτές τις εκφράσεις της αλλοτρίωσης της εργασίας ή του προϊόντος της, εδώ το σημείο εκκίνησης δεν είναι μια κοινωνική σχέση, αλλά ένα υποκείμενο (ο άνθρωπος) το οποίο διαιρείται εντός της ταυτότητας με τον εαυτό του. Υπό αυτή την έννοια, η εργασία είναι μοιραίο να καταργηθεί, επειδή η εργασία υπάρχει μόνο για να παράγει την κατάργησή της.

Στη Γερμανική Ιδεολογία, η κατάργηση της εργασίας συνάγεται από δύο ιδέες: την κατ’ ουσία οικουμενικότητα του προλεταριάτου σε σχέση με την ιστορία του καταμερισμού της εργασίας ως οικουμενοποίησης της παραγωγικής ζωής· την αντίφαση στη ζωή του ατόμου μεταξύ της ύπαρξής του ως ατόμου και της ύπαρξής του ως μέλους μιας τάξης. Αυτή η δεύτερη ιδέα μπορεί να θεωρηθεί ότι προκύπτει από την πρώτη. Δυνητικά οικουμενική, η εργασία δεν μπορεί να είναι «μέσο».

Αυτοί που νομίζουν ότι οι Μαρξ και Ένγκελς, μεταξύ του 1843 και του 1846, με την κατάργηση της εργασίας και τις άλλες καταργήσεις κατανοούσαν αυτό που εμείς τώρα μπορούμε να αντιληφθούμε ως κομμουνιστική επανάσταση, δεν βλέπουν ότι αυτό ακριβώς το γεγονός της αντίληψης της επανάστασης ως κατάργησης της εργασίας είναι που διαφοροποιεί τη δική τους οπτική από τη δική μας. Η κατάργηση της εργασίας, για τον Μαρξ και πολλούς άλλους, ήταν η χειραφέτηση του προλεταριάτου. Όχι φυσικά, ως επιβεβαίωση της εργασίας, αλλά ως κίνημα της επιβεβαίωσης μιας τάξης, η οποία, επειδή στον παλιό κόσμο είναι «απαλλαγμένη από τον παλιό κόσμο»[26], αντιπροσωπεύει το κίνημα που καταργεί τις υπάρχουσες συνθήκες: τον κομμουνισμό. Εφόσον όμως ταυτόχρονα, ως δράση, ο κομμουνισμός υπάρχει ως ορισμός μιας τάξης αυτής της κοινωνίας, συνεπάγεται ότι είναι η ανεξάρτητη οργάνωσή της, η ενίσχυσή της, η επιδίωξη των δικών της στόχων και η υπεράσπιση των συμφερόντων της εντός αυτής της κοινωνίας που ταυτίζονται με τον ίδιο τον κομμουνισμό. Σε διάστημα λιγότερο από ένα χρόνο μετά τη Γερμανική Ιδεολογία, η κατάργηση της εργασίας γίνεται ξεκάθαρα «απελευθέρωση της εργασίας», επειδή η «απελευθέρωση της εργασίας» ήταν η χειραφέτηση του προλεταριάτου και η χειραφέτηση του προλεταριάτου ήταν η ίδια του η ύπαρξη ως δράσης στη σημερινή κοινωνία. Τη στιγμή που η παλιά θεωρία γίνεται συγκεκριμένη και συνεκτική, διαλύεται σε κομμάτια.

Τα έτη 1846-47 δεν σηματοδοτούν το πέρασμα από μία θεωρία του κομμουνισμού ή της επανάστασης σε μία άλλη θεωρία του κομμουνισμού ή της επανάστασης: μια «ριζοσπαστική» θεωρία, η οποία, με την είσοδό της στη σκηνή της ιστορίας υποτίθεται ανακοινώνει, χάρη σε μια ιδιαίτερη κατάσταση του προλεταριάτου, την πεμπτουσία του Κομμουνισμού, και μια θεωρία του προλεταριάτου ως τάξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που προορίζεται να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του εντός αυτού, μια θεωρία της υπεράσπισης του μισθού. Σηματοδοτούν ένα πέρασμα από μια φιλοσοφία του προλεταριάτου, της επανάστασης και του κομμουνισμού, σε μια θεωρία του προλεταριάτου, της επανάστασης και του κομμουνισμού. Η τελευταία δεν είναι πλέον δική μας, αλλά η πρώτη ακόμη λιγότερο. Σ’ αυτόν το φιλοσοφικό κομμουνισμό, οι έννοιες που κρύβονται πίσω από τις ίδιες λέξεις είναι τελείως διαφορετικές από τις δικές μας, εγγράφονται σε μια τελείως διαφορετική προβληματική. Είναι απατηλό να προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιες φόρμουλες λες και θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στο προλεταριάτο και την ταξική πάλη όπως υπάρχουν σήμερα.

Ο επαναστατικός ανθρωπισμός του «νεαρού» Μαρξ, τον οποίο μοιράζεται με όλους τους θεωρητικούς της εποχής, ισοδυναμεί, την περίοδο που τελειώνει το 1848, με την πίστη ότι ο καπιταλισμός και η κυριαρχία της αστικής τάξης είναι μόνο μία εφήμερη κατάσταση (ο Μαρξ διαχωρίστηκε από αυτή τη θέση πριν το ’48). Το προλεταριάτο είναι μόνο μια τάξη μετάβασης, μια ασταθής κοινωνική μορφή, αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της κοινωνίας.

Από τη στιγμή που η αντίφαση είχε τεθεί, το ξεπέρασμά της όφειλε να είναι άμεσο. Αυτό που διέφυγε από τους Μαρξ και Ένγκελς σε αυτό το πρώιμο σημείο ήταν ότι το κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι η ανάπτυξη των αντιφάσεων που το γεννούν, ότι αυτές θα μπορούσαν να είναι ο λόγος ύπαρξής του, αυτό που το τρέφει, ότι αυτές θα μπορούσαν να είναι η Αρχή της συσσώρευσής του. Δεν είδαν την ανάπτυξη ως μέρος της αντίφασης, ήταν μόνο συμπτωματική σε σχέση με αυτή, και κάλλιστα θα μπορούσε να μην υπάρχει από τη στιγμή που Η Αντίφαση υπάρχει. Αλλά έτσι είναι η ίδια η αντίφαση που είναι καθαρά τυπική επειδή η ανάπτυξή της είναι μη αναγκαία.

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την ιστορία του κεφαλαίου ασήμαντη επειδή το 1845 (ή το 1867) και το 2007 είναι πανομοιότυπα καθεαυτά, και να συμπεράνουμε ότι αυτό που ειπώθηκε για τον κομμουνισμό στην απαρχή του είναι παγιωμένο. Αλλά αυτοί που πιστεύουν ότι η ιστορία του κεφαλαίου είναι άνευ σημασίας με την έννοια ότι, από τις απαρχές του, είναι όπως είναι καθεαυτό, δεν έχουν ακόμη καταφέρει να γίνουν Εγελιανοί. Ο Παρμενίδης αρκεί. Αφήνουν την ανάπτυξη στην άκρη λες και είναι κάτι που δεν αποτελεί μέρος του, κάτι συμπτωματικό. Αντίθετα με τον Μαρξ του 1843-46, εάν μπορούμε και πρέπει να μιλήσουμε για επανάσταση σήμερα ως κατάργηση της εργασίας (και όλων των υπολοίπων) το κάνουμε στη βάση των εσωτερικών αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της εκμετάλλευσης, της κατάστασης του προλεταριάτου, χωρίς καμία αναφορά στο «άτομο» του προλετάριου, σε μια «ανθρώπινη ουσία», «στον άνθρωπο ως κοινότητα». Βρισκόμαστε σε αντίφαση με το κεφάλαιο στη βάση αυτού που είμαστε, δηλαδή αυτού που είναι το κεφάλαιο, και όχι αυτού που θα μπορούσαμε να είμαστε, μιας δυνατότητας η οποία κατά κάποιο τρόπο υπάρχει ήδη ως απώλεια. Είναι η κατάρρευση του προγραμματισμού η οποία, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές του 1970, στιγμιαία αναγέννησε τις ίδιες τις συνθήκες ανάδυσής του σαν να μπορούσαν να είναι οι συνθήκες του ξεπεράσματός του. Στιγμιαία όλοι μας γίναμε Φοϋερμπαχιανοί ξανά, …κάποιοι από μας παρέμειναν. Έχουν, έτσι, δημιουργήσει την αιώνια φόρμουλα της κομμουνιστικής επανάστασης από μια ιδεολογία γεννημένη από την αποτυχία του ’68.

β) Το «είναι» του προλεταριάτου

Το ζήτημα του «είναι» του προλεταριάτου ανέκυψε και τέθηκε σε κριτική στην αρχή της προηγούμενης ενότητας. Εδώ θα πραγματευτούμε με περισσότερη λεπτομέρεια τον κεντρικό ρόλο που αποδίδεται στην εργασία στην «τάση» εντός αυτού του «είναι».

«Η τάση μεταξύ της υποταγής στην εργασία και της κριτικής στην εργασία υπάρχει από τη χαραυγή του καπιταλισμού». Εδώ είναι λοιπόν: το «είναι» του προλεταριάτου. Από τη μια πλευρά: η «προσκόλληση» και η «επένδυση» που συνοδεύουν τη μισθωτή σχέση, αλλά ταυτόχρονα και την περιβόητη «ανθρωπολογική διάσταση» της εργασίας, το πρώτο δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς το δεύτερο· από την άλλη πλευρά: την επιθυμία για
«αποφυγή» και «κριτική» της εργασίας. Αλλά μπορεί κανείς να αντιτεθεί σε μια «ανθρωπολογική διάσταση»; Όχι. Στην «τάση» που περιγράφεται από τους D-N, η «ανθρωπολογική διάσταση» κατέχει στην πραγματικότητα την ιδιότητα μιας μεσολάβησης. Είναι αυτό που επιτρέπει την «προσκόλληση» του εργάτη στην εργασία του, αλλά ταυτόχρονα, συνδυασμένο αυτή τη φορά με την «απόρριψη» αυτής της εργασίας, αυτό που ανοίγει άλλους κοινωνικούς ορίζοντες.

Όπως πάντα, αν έχουμε ένα «επαναστατικό είναι» αυτό σημαίνει ότι κάτι σε αυτό το είναι είναι ο σπόρος του ξεπεράσματός του. Στην επανάσταση, η αποφυγή της εργασίας οφείλει να συνδυαστεί με την προσκόλληση στην εργασία στο βαθμό που η πρώτη είναι επίσης ανθρωπολογική εκδήλωση.

Οι D-N έχουν αποκαλύψει το «μυστικό» ή «μυστήριο» στο οποίο ο Μαρξ ήταν σκλαβωμένος σε όλη τη ζωή του: την «ενσωμάτωση» του προλεταριάτου στη «θριαμβευτική και καταστροφική πορεία του κεφαλαίου». Αυτή η «υποδούλωση» και «ενσωμάτωση» υποτίθεται ότι θεμελιώνονται στην ανθρωπολογική φύση της εργασίας, η οποία αποτρέπεται από το να απορρίψει την υποδούλωσή της από το φετιχισμό των εμπορευμάτων που «συγκαλύπτει τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν το κεφάλαιο». Για τους D-N το κεφάλαιο δεν είναι μια σχέση παραγωγής που μας καθορίζει, αλλά κάτι που μας κάνει να προσκολλούμαστε. Η κοινωνική σχέση εξηγεί γιατί εισερχόμαστε σ’ αυτή, αλλά όλο το πρόβλημα βρίσκεται εκεί: δεν προσκολλούμαστε σε μια κοινωνική σχέση στην οποία εισερχόμαστε. Ο φετιχισμός και το πέπλο του είναι απαραίτητα για μία προβληματική για την οποία ο κοινωνικός ορισμός των τάξεων, ή πιο επιπόλαια των ατόμων, είναι ζήτημα προσκόλλησης. Ωστόσο, οι προλετάριοι και οι καπιταλιστές δεν έρχονται αντιμέτωποι ως παράγοντες της ανταλλαγής, αλλά ως πόλοι μιας κοινωνικής σχέσης, ως τάξεις.

Είναι η σχέση εκμετάλλευσης και η αναπαραγωγή της, η σχέση κεφάλαιο, η οποία εμπεριέχει την ανταλλαγή, και όχι αντίστροφα. Το ότι είναι σχέση εκμετάλλευσης είναι ο λόγος για τον οποίο, αν θέλουμε να το θέσουμε έτσι, «ο καπιταλισμός επιβάλλει καθημερινά στην πραγματική ζωή και εντυπώνει στο νου μας την οικονομία σαν κάτι προφανές και αναπόφευκτο, την αναγκαιότητα της ανταλλαγής εμπορευμάτων, της αγοράς και πώλησης εργασίας». Αλλά τότε δεν πρόκειται για κάποιου είδους εκβιασμό, μια επιβολή που οφείλουμε να υπακούσουμε «…αν θέλουμε να αποφύγουμε τη στέρηση την αθλιότητα και τη δικτατορία», μια επιβολή που μας ενσωματώνει «στην καταστροφική πορεία του κεφαλαίου». Δεν είμαστε ενσωματωμένοι εξαιτίας του φετιχισμού των εμπορευμάτων (ο οποίος δεν είναι ο ειδικός φετιχισμός του κεφαλαίου, δηλαδή ο φετιχισμός της αυτονόμησης των στοιχείων της παραγωγικής διαδικασίας στη σχέση τους με τα εισοδήματα), αλλά από την ίδια τη δομή της κοινωνικής σχέσης η οποία είναι δική μας, της εκμετάλλευσης – μια σχέση η οποία έχει κάνει την ανταλλαγή εγγενή στιγμή της κυριαρχίας της αντικειμενοποιημένης εργασίας πάνω στη ζωντανή. Η δυνατότητα της αποτίναξης «της μυστικοποιημένης εμφάνισης της συναλλαγής» βρίσκεται εντός των αντιφάσεων της εκμετάλλευσης, η κατάργηση της εκμετάλλευσης δεν εξαρτάται από την αποτίναξη του πέπλου. Αν διαβάσουμε προσεκτικά τους D-N φαίνεται ότι γι’ αυτούς «ο κοινωνικός δεσμός» είναι αυτό που επιτρέπει την αναπαραγωγή του κεφαλαίου[27]. Τα πάντα είναι αντεστραμμένα και φαίνεται σαν οι πρωταγωνιστές της καπιταλιστικής κοινωνίας να φαντάζονται το ανήκειν τους στην κοινωνία ως περιβάλλον. Το «κοινωνικό σύστημα» βασίζεται σε αυτούς που υποδουλώνει επειδή ο φετιχισμός της ανταλλαγής εμπορευμάτων συγκαλύπτει την κοινωνική σχέση που παράγει το κεφάλαιο. Το ζήτημα είναι να ξεπεραστεί «η οικονομία σαν κάτι προφανές και αναπόφευκτο».

Ο «κοινωνικός δεσμός» είναι πάντα η αναπαραγωγή της κοινωνικής σχέσης του κεφαλαίου, πάντα η αυτοπροϋπόθεσή του ως αποτέλεσμα της αντίφασης μεταξύ των τάξεων με την έννοια ότι το κεφάλαιο είναι πάντα ο κυρίαρχος πόλος, εξασφαλίζοντας και οριοθετώντας την αναπαραγωγή. Στην πραγματικότητα, ο καπιταλισμός «βασίζεται σε αυτούς που υποδουλώνει» στο βαθμό που «αυτοί που υποδουλώνει» υπάρχουν μόνο στην «υποδούλωση» που τους ορίζει. Δεν θα δραπετεύσουν από αυτή τη σκλαβιά αποτινάζοντας το «πέπλο», αλλά μόνο καταργώντας αυτή τη σκλαβιά, καταργώντας τους εαυτούς τους. Αυτό είναι δυνατό μόνο εξαιτίας της αντιφατικής για το ίδιο το κεφάλαιο διαδικασίας αυτής της υποδούλωσης. Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο είναι αντίφαση του ίδιου πράγματος του οποίου είναι η δυναμική: του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Με αυτή την έννοια πρόκειται για αντίφαση η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κατάργησή της. Ο καπιταλισμός δεν «βασίζεται σε αυτούς που υποδουλώνει» απλά· βρίσκεται στην ίδια τη φύση αυτής της υποδούλωσης η ικανότητά της να γίνει επαναστατική. Είναι το αντικείμενο ως ολότητα -ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής- που βρίσκεται σε αντίφαση με τον εαυτό του στην αντίφαση των στοιχείων του, επειδή η αντίφαση αυτή με το άλλο είναι για κάθε στοιχείο αντίφαση με τον εαυτό του, στο βαθμό που το άλλο είναι το δικό του άλλο. Το ξεπέρασμα της αντίφασης της εκμετάλλευσης προκύπτει από το μη συμμετρικό της χαρακτήρα (υπαγωγή της εργασίας υπό το κεφάλαιο). Η κατάσταση του προλεταριάτου είναι η αυτοαντίφαση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Όταν λέμε ότι η εκμετάλλευση είναι αντίφαση ορίζουμε την κατάσταση και την επαναστατική δράση του προλεταριάτου.

Οι D-N λένε χαρακτηριστικά: «Ο προλετάριος αρχίζει να δρα ως επαναστάτης μόνον όταν ξεπερνάει το αρνητικό της κατάστασής του και αρχίζει να δημιουργεί κάτι θετικό μέσα από αυτήν, δηλαδή κάτι που ανατρέπει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Ο λόγος που οι προλετάριοι δεν “έκαναν την επανάσταση” δεν ήταν η έλλειψη μιας κριτικής της εργασίας αλλά το γεγονός ότι αρκέστηκαν σε μια αρνητική κριτική της εργασίας».

Ακόμη τους περιμένουμε να ορίσουν «μια θετική κριτική της εργασίας». Αποφεύγουν να το κάνουν επειδή κάτι τέτοιο θα απαιτούσε να ορίσουν επίσης αυτή την ανθρωπολογική εργασία την οποία το κεφάλαιο υπάγει ατελώς και η οποία, σε συνδυασμό με την άρνηση αυτής της υπαγωγής, μας δίνει την επανάσταση. Οι D-N θέλουν την απελευθέρωση της αληθινής εργασίας. Αυτή η «ζωντανή εργασία με οικουμενικό χαρακτήρα» δεν υπάρχει ως τέτοια, δηλαδή ως αφαίρεση, παρά μόνο στο βαθμό που το κεφάλαιο τη θρέφει· δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη σχέση της με το κεφάλαιο.

«Η εργατική δύναμη να ξεπεράσει την κατάστασή της και να ορθωθεί στο ιστορικό της καθήκον να απελευθερωθεί από τα δεσμά της, απελευθερώνοντας έτσι την ανθρωπότητα». Τι ατυχής και πραγματικά ντετερμινίστικη διατύπωση! Διπλά ατυχής, γιατί όχι μόνο υιοθετεί τον θείο ντετερμινισμό της ρητορείας του «παλιού καιρού», αλλά δείχνει ταυτόχρονα όλο τον κρυμμένο λόγο των D-N – αυτόν της απελευθέρωσης της εργασίας. Η εργατική δύναμη «να απελευθερωθεί από τα δεσμά της» είναι μια αντίφαση στους όρους. Είναι αλήθεια ότι πρέπει να «ξεπεράσει την κατάστασή της», αλλά αυτό τα περιπλέκει όλα περισσότερο. Αν «ξεπεράσει την κατάστασή της» δεν είναι πια εργατική δύναμη, δεν μένει κάτι που να μπορεί να αποκαλεστεί έτσι.

Το συμπέρασμα του κειμένου των D-N σφραγίζεται με την αυθεντία του Μπαμπέφ: «δεν είμαστε από αυτόν τον κόσμο». Ο Sylvain Marechal έκανε το άσυλο απόρων μοντέλο κομμουνιστικής οργάνωσης, ο Μπαμπέφ τον στρατό. Το να αποκαλεί κανείς τους προλετάριους στα τέλη του 19ου αιώνα «ανθρώπους από το πουθενά» είναι σαν να πετά ατάκες απερίσκεπτα. Θα συνιστούσαμε, σχετικά, να διαβαστεί το Η Κατασκευή της Αγγλικής Εργατικής Τάξης του E.P. Thompson, του οποίου ο Ζιλ Ντωβέ ήταν ένας από τους μεταφραστές [στα γαλλικά], προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι ιστορικές, πολιτιστικές και γεωγραφικές απαρχές που διαμόρφωσαν αυτή την τάξη και στη βάση των οποίων διαμορφώθηκε. Οι D-N δεν αντιλαμβάνονται το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στη βάση της σύγχρονης κατάστασης και πρακτικής της εργατικής τάξης σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, εντός του, ως την αντιφατική διαδικασία του. Γράφουν: «η παρακμή του εργατισμού συνοδεύτηκε από την απώλεια μιας οπτικής που επέτρεπε μια προοπτική στο σύνολο αυτής της κοινωνίας, κρίνοντάς την από έξω προκειμένου να συλληφθεί και να προταθεί μια άλλη».

Αφού μετανιώνουν για την αδυναμία τους να «κρίνουν» και να «αποτιμήσουν» την κοινωνία «από έξω» προκειμένου να προτείνουν μιαν άλλη, περιμένουν από τους προλετάριους να δράσουν λες και ήταν έξω: «Η επανάσταση θα είναι εφικτή μόνον όταν οι προλετάριοι αρχίσουν να δρουν σαν να είναι ξένοι προς αυτόν τον κόσμο, σαν να βρίσκονται έξω από αυτόν όταν θα αρχίσουν να αναφέρονται σε μια οικουμενική διάσταση, τη διάσταση μιας αταξικής κοινωνίας, μιας ανθρώπινης κοινότητας». Τι σημαίνει να δρα κανείς σαν να είναι εκτός; Προσέξτε την υπεκφυγή αυτής της φόρμουλας. Ήδη είναι ελάχιστα προφανείς το τι σημαίνει να δρα κανείς «από έξω», αλλά το να δρα κανείς «σαν να» είναι «εκτός»… Το έξω συνδέεται με μια οικουμενική διάσταση: βρισκόμαστε σε μια ολοκληρωτική εννοιολογική φαντασμαγορία. Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα να καταλάβει κανείς είναι η φύση της αντίφασης: το ότι η καπιταλιστική κοινωνική σχέση είναι από τη μια πλευρά εντελώς δική μας και εμείς μπορούμε μόνο να είμαστε αυτή, και από την άλλη, μπορούμε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο να την καταργήσουμε.

Η κατάργηση της προλεταριακής συνθήκης είναι η αυτομεταμόρφωση των προλετάριων σε άμεσα κοινωνικά άτομα· είναι ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο ο οποίος θα μας κάνει τέτοια, επειδή αυτός ο αγώνας είναι μια σχέση που μας συνδέει με αυτό. Η παραγωγή του κομμουνισμού επιτυγχάνεται από μια τάξη η οποία βρίσκει το περιεχόμενο του κομμουνισμού στη ίδια της την ταξική κατάσταση, χωρίς να πρέπει να αναφερθεί σε κάποια «οικουμενική διάσταση». Η κομμουνιστικοποίηση λαμβάνει χώρα στον αγώνα του προλεταριάτου ενάντια στο κεφάλαιο. Η κατάργηση της ανταλλαγής, του καταμερισμού της εργασίας, της δομής της επιχείρησης, του κράτους…, είναι μέτρα τα οποία παίρνονται αναγκαστικά στην πορεία του αγώνα, με τις οπισθοχωρήσεις τους και τις ξαφνικές διακοπές τους, είναι τακτικά μέτρα μέσω των οποίων η κομμουνιστικοποίηση χτίζεται ως η στρατηγική της επανάστασης. Είναι, επομένως, μέσω του αγώνα μιας τάξης ενάντια στο κεφάλαιο που το άμεσο κοινωνικό άτομο παράγεται. Παράγεται από το προλεταριάτο στην κατάργηση του κεφαλαίου (η τελική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο), και όχι από προλετάριους οι οποίοι δεν θα είναι πια εντελώς προλετάριοι, δρώντας «σαν να είναι εκτός». Αλλά βέβαια, θα διαμαρτυρηθούν οι ευαίσθητες ψυχές, «θα αναγκαζόμασταν».

Η προλεταριακή δραστηριότητα δεν αυτοκαθορίζεται επειδή δεν έχει «άμεση σύνδεση με το κεφάλαιο», αυτοκαθορίζεται επειδή είναι η σχέση της με το κεφάλαιο και τίποτα άλλο, και αυτή η σχέση είναι αντίφαση. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ντετερμινισμός μόνο αν κάποιος θέλει να ορίσει ένα υποκείμενο προϋπάρχον των σχέσεων εντός των οποίων μόνο υπάρχει, που το καθορίζουν, και στις οποίες δρα. Αν διαχωρίσουμε το υποκείμενο και τη δράση του από το «πλαίσιό» του μπορούμε μόνο να αντιληφθούμε τη σχέση τους στην εναλλαγή ντετερμινισμού και ελευθερίας.

γ) «Η αιτία των αποτυχιών μας»

Πώς εξηγείται η αποτυχία; Οι D-N δίνουν μια απάντηση: η επανάσταση απέτυχε επειδή το προλεταριάτο απέτυχε να κάνει την επανάσταση. Δεν προχωρούν ποτέ πέρα από αυτή την ταυτολογία και δεν μπορούν. Είναι αναπόφευκτη επειδή προκειμένου να προχωρήσουν πέρα από την ταυτολογία θα έπρεπε να καθορίσουν την ιστορική δράση των προλετάριων, θα έπρεπε να αναδείξουν μια σύνδεση ανάμεσα στην ανάπτυξη του κεφαλαίου και την προλεταριακή δραστηριότητα. Η ταυτολογία είναι δομικό στοιχείο της σκέψης τους. Αν αμφισβητήσει κανείς την ταυτολογία, αμφισβητεί την ελευθερία.

Οι D-N μπορούν να κατηγορούν την TC για ντετερμινισμό μόνο θεωρώντας ότι η TC μοιράζεται τη δική τους κανονιστική αντίληψη για τον παγιωμένο και αναλλοίωτο χαρακτήρα της επανάστασης. Είναι προφανές ότι σε μια τέτοια προβληματική η επανάσταση δεν μπορεί «να προκύπτει από ένα συγκεκριμένο στάδιο» γιατί είναι «αναλλοίωτη στο βαθύ της περιεχόμενο».

Για εμάς, η επανάσταση για την οποία μιλάμε σήμερα είναι, αν θέλετε, το προιόν της τρέχουσας κατάστασης· δεν είναι Η Επανάσταση που επιτέλους γίνεται εφικτή από την τρέχουσα κατάσταση. Στην προβληματική των D-N η TC είναι ντετερμινιστές· αυτό που οι D-N δεν έχουν παρατηρήσει είναι ότι η TC εγκατέλειψε αυτή την προβληματική πριν τριάντα χρόνια. Ασκούν κριτική στην TC λες και αυτή απλά προσφέρει μια άλλη εκδοχή της ίδιας προβληματικής.

Μετά από 18 σελίδες που επιδιώκουν να δείξουν ότι δεν υπήρξε ποτέ (και δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει), οι D-N επιτρέπουν την υπόθεση ότι η εργατική τάξη «ήταν παγιδευμένη στην ταύτισή της με την εργασία». Δεν θα λέγαμε ότι η τάξη «ήταν παγιδευμένη», αλλά ότι ενδυναμωνόταν μέσω της ταύτισής της με την εργασία. Δεν μοιραζόμαστε την κανονιστική οπτική των D-N για την επανάσταση. Μέχρι μια πρόσφατη περίοδο δεν υπήρχε επανάσταση χωρίς αυτή την «ταύτιση με την εργασία» (αλλιώς δεν θα είχαν υπάρξει ποτέ επαναστατικά κινήματα). Αν το προλεταριάτο ορίζεται μέσω της συσσώρευσης και δρα ανάλογα, η αποτυχία του δεν είναι εσωτερική στην πρακτική του· βρίσκεται στη σχέση της με την αντεπανάσταση. Αυτή η πρακτική είναι καθορισμένη πρακτική και όχι μια κομμουνιστική πρακτική εγγενώς ωθούμενη προς μια εσωτερική αδυνατότητα. Αυτή η πρακτική προσβλέπει στην κοινότητα της εργασίας, και έχει πραγματικά αποδειχτεί αδύνατη εντός της ταξικής πάλης μέσω της σχέσης της με την αντεπανάσταση.

Αν λέμε σήμερα ότι οι επαναστάσεις ηττήθηκαν στη βάση αυτού που ήταν, ότι η ενδόμυχη σχέση τους με την αντεπανάσταση βρισκόταν εντός τους (όπως ορισμένες αριστερές κομμουνιστικές τάσεις θεωρούσαν), αν δεν ξαναγράφουμε την ιστορία υποθέτοντας ότι οι επαναστάσεις θα μπορούσαν να είναι οτιδήποτε άλλο, δεν λέμε παρόλα αυτά ότι τους έλειπε κάτι, δεν τους αποδίδουμε τη συνείδηση που είναι το αποτέλεσμα ακριβώς των αποτυχιών τους και των αντεπαναστάσεων. Οι Ρώσοι προλετάριοι του 1917, οι Γερμανοί του 1919, ή οι Ισπανοί του 1936, έδρασαν ως τέτοιοι, έκαναν το επαναστατικό κίνημα το οποίο ήταν δικό τους με όλη τη συνείδηση και όλες τις αντιφάσεις. Τα όρια του κινήματός τους τούς επιβλήθηκαν από την αντεπανάσταση που είχαν να αντιμετωπίσουν. Αυτό που τώρα μπορούμε να πούμε για αυτά τα κινήματα, το λέμε τώρα, και αν μπορούμε να πούμε γιατί απέτυχαν το οφείλουμε στις μάχες όπως αυτές δόθηκαν. Η ανάλυσή μας είναι αποτέλεσμα· το αποτέλεσμα δεν προϋπάρχει του πράγματος. Ο καθένας είναι ελεύθερος να εξηγήσει αυτό που υπήρξε στη βάση του τι όφειλε να είναι, και να φαντάζεται το τελευταίο. Αυτή ωστόσο δεν είναι η δική μας μέθοδος.

«Ποιο προνόμιο επιτρέπει στον παρατηρητή το 2000 να ξέρει ότι η οπτική του είναι τελικά η σωστή; Τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι το 2050, μετά από άλλα 50 χρόνια καπιταλισμού, μια πιο ευρεία ματιά δεν θα αναδείξει για χ+ψ λόγους τους τρόπους με τους οποίους οι προλετάριοι του 2000… παρέμειναν ιστορικά περιορισμένοι στα όρια της εποχής τους, κι επομένως ότι ο κομμουνισμός στην πραγματικότητα δεν ήταν το άμεσο μέλλον το 2000 περισσότερο από ότι ήταν το 1970 ή το 1919, αλλά ότι τώρα μια νέα περίοδος αναγγέλλεται, επιτρέποντάς μας να κατανοήσουμε αυθεντικά το παρελθόν με μια νέα, κατάλληλη οπτική».

Η οπτική είναι καλή, επειδή σήμερα είναι η μόνη οπτική που έχουμε, επειδή είναι δική μας. Δεν εποφθαλμιούμε μια αιώνια κατανόηση του κομμουνισμού επειδή κάτι τέτοιο δεν υπάρχει. Φυσικά μπορεί να «περιοριζόμαστε από τα όριά μας», αλλά για όσο η μάχη συνεχίζεται αυτά τα όρια είναι αυτό που είμαστε, η δύναμή μας η οποία ίσως γίνει ο αφανισμός μας. Γνωρίζουμε ότι αν, στον τρέχοντα κύκλο, το όριο της ταξικής δραστηριότητας του προλεταριάτου είναι το να δρα ως τάξη, τότε τίποτα δεν καθορίζεται εκ των προτέρων, και το ξεπέρασμα αυτής της αντίφασης θα είναι πολύ δύσκολο. Αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι για μας, τώρα, ο κομμουνισμός είναι η κατάργηση όλων των τάξεων και το ξεπέρασμα όλων των προηγούμενων ορίων της ταξικής πάλης.

Δεν πιστεύουμε στο αναλλοίωτο είναι του προλεταριάτου ή στην αμετάβλητη ανάγκη για την ανθρώπινη κοινότητα από αμνημονεύτων χρόνων. Σκεφτόμαστε την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε: ο δικός μας κύκλος αγώνων κουβαλά αυτό το περιεχόμενο και αυτή τη δομή της αντιπαράθεσης μεταξύ του κεφαλαίου και του προλεταριάτου, και για εμάς αυτή είναι η κομμουνιστική επανάσταση, επειδή είναι εντελώς αδύνατο να φανταστούμε άλλες μορφές και άλλα περιεχόμενα.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Όλα τα παραθέματα που ακολουθούν στο κείμενο είναι από το «Προλεταριάτο και Εργασία: Μια ιστορία αγάπης;», εκτός αν σημειώνεται διαφορετικά.

2. [Σ.τ.Μ]: Το εργατικό κίνημα έφτασε στο σημείο να ενσωματώσει ακόμα και τη διαίρεση της παγκόσμιας συσσώρευσης σε αντίπαλους συνασπισμούς, ενστερνιζόμενο τον ένα πόλο συσσώρευσης του κεφαλαίου σαν τέτοιο (υπαρκτός σοσιαλισμός) και κηρύσσοντας εχθρό του μόνο τον άλλο (δυτικός καπιταλισμός). Αντιστοίχισε τους δύο χώρους συσσώρευσης του κεφαλαίου στις δύο αντιμαχόμενες τάξεις, κάνοντας έτσι τη συσσώρευση του κεφαλαίου εσωτερική του υπόθεση.

3. Σύμφωνα με τους υπερασπιστές της αυτοοργάνωσης, ο αγώνας ενάντια στο κεφάλαιο γίνεται «αυτοκτονικός». Ωστόσο, αυτό δεν τους οδηγεί να αμφισβητήσουν «τη διατήρηση των μέσων εργασίας» τα οποία το προλεταριάτο πρέπει να αναλάβει. Δεν βλέπουν τι εμπεριέχει αυτή η αυτοκτονία για το προλεταριάτο στην αντίφασή του με το κεφάλαιο: τη μαρτυρία της ίδιας της εξαφάνισής του.

4. Δες το κείμενο «Φασισμός/Αντιφασισμός» που έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.

5. Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

6. Ό.π.

7. Ό.π.

8. Ό.π.

9. Ό.π.

10. Ό.π.

11. Ό.π.

12. Ό.π.

13. Ζαν Μπαρώ/Ζιλ Ντωβέ, Notes pour une analyse de la revolution russe – 1967 – στο Communisme et question russe, Ed. la Tete de feuilles, 1972.

14. Ό.π.

15. Oskar Anweiler, Les Soviets en Russie, Ed. Gallimard.

16. Edward Hallet Carr, La Revolution bolchevique, t.2 L’ordre economique, Ed. de Minuit.

17. Δες Μάικλ Σάιντμαν, Η αντίσταση των εργατών στην εργασία στο Παρίσι και τη Βαρκελώνη κατά τη διάρκεια του Γαλλικού Λαϊκού Μετώπου και της Ισπανικής Επανάστασης, 1936-38, ελληνική έκδοση από το Κόκκινο Νήμα, 2006.

18. Ζιλ Ντωβέ & Karl Nesic, Il va falloir attendre, Troploin #2, 2002. Αυτή η πρόταση έχει αφαιρεθεί από την αγγλική έκδοση του Whither the World?.

19. Παρατίθεται στο Pier Carlo Masini, Anarchistes et Communistes dans le mouvement des Conseils à Turin, Ed. Nautilus.

20. Ε. Μαλατέστα, L’ Umanita Nova, 23 Σεπτέμβρη 1920.

21. Ε. Μαλατέστα, Articles politiques, Ed. 10/18.

22. Καρλ Μαρξ, Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 έως το 1850, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

23. Ό.π.

24. Και μάλιστα είμαστε γενναιόδωροι σ’ αυτό το σημείο, καθώς για τον Nesic (στο Call of the Void) το αναλλοίωτο του κομμουνισμού φαίνεται να χρονολογείται ακόμη πιο παλιά, και για τον Ντωβέ στο Banquise φαίνεται να είναι εγγενές στην κοινοτική φύση της ανθρωπότητας (που δυστυχώς έχασε το δρόμο της).

25. Καρλ Μαρξ, Χειρόγραφα 1844, Διεθνής Βιβλιοθήκη 1974, μετ. Νίκος Μπαλής.

26. Καρλ Μαρξ, Η Γερμανική Ιδεολογία, εκδόσεις Gutenberg.

27. Ο όρος «κοινωνικός δεσμός» ή «κοινωνικός σύνδεσμος» χρησιμοποιείται από τον Ντωβέ παράλληλα με άλλους, όπως «προσκόλληση», «συστράτευση» και «ενσωμάτωση», για να περιγραφεί ο τρόπος με τον οποίο το κεφάλαιο επιβάλλει την υπακοή αυτών που εκμεταλλεύεται. Δες για παράδειγμα το κείμενο Whither the world?.