Home

Για τη λογική και την ιστορία των πλεοναζόντων πληθυσμών
και του πλεονάζοντος κεφαλαίου

Τείνουμε να ερμηνεύουμε την παρούσα κρίση μέσω των κυκλικών θεωριών μιας παλαιότερης γενιάς. Ενώ οι mainstream οικονομολόγοι σκαλίζουν ψάχνοντας τα «βλαστάρια» της ανάκαμψης, οι κριτικοί κριτικοί αναρωτιούνται μόνο αν θα χρειαστεί λίγος παραπάνω χρόνος για να «αποκατασταθεί» η ανάπτυξη. Είναι αλήθεια ότι αν αρχίσουμε με τις θεωρίες των επιχειρηματικών κύκλων, ή ακόμη και των μακρών κυμάτων, είναι εύκολο να υποθέσουμε ότι κάθε ραγδαία χρεοκοπία ακολουθείται από μια ραγδαία οικονομική ανάπτυξη, ότι οι υφέσεις πάντα «προετοιμάζουν το έδαφος» για νέες ανοδικές τάσεις. Αλλά πόσο πιθανό είναι ότι, αν και όποτε τελειώσει αυτό το χάλι, θα δούμε μια νέα χρυσή εποχή του καπιταλισμού[1];

Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε ενθυμούμενοι ότι το θαύμα της προηγούμενης χρυσής εποχής (χοντρικά μεταξύ 1950-1973) δεν βασίστηκε μόνο σε έναν παγκόσμιο πόλεμο και μια τεράστια αύξηση των κρατικών δαπανών, αλλά και σε μια άνευ ιστορικού προηγουμένου μεταφορά πληθυσμού από τη γεωργία στη βιομηχανία. Οι αγροτικοί πληθυσμοί αποδείχθηκαν ένα ισχυρό όπλο στην αναζήτηση του «εκσυγχρονισμού», δεδομένου ότι παρείχαν μια πηγή φθηνού εργατικού δυναμικού για το νέο κύμα εκβιομηχάνισης. Το 1950, στη Γερμανία το 23% του εργατικού δυναμικού απασχολούνταν στη γεωργία, στη Γαλλία το 31%, στην Ιταλία το 44% και στην Ιαπωνία το 49% – ήδη από το 2000 ο αγροτικός πληθυσμός σε όλες αυτές τις χώρες ήταν κάτω από 5%[2]. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, το κεφάλαιο αντιμετώπισε τη μαζική ανεργία όταν προέκυψε, στέλνοντας τους προλετάριους των πόλεων ξανά στην ύπαιθρο και εξάγοντάς τους στις αποικίες. Εξαλείφοντας την αγροτιά από τον παραδοσιακό πυρήνα του την ίδια στιγμή που συναντούσε τα όρια της αποικιακής του επέκτασης, το κεφάλαιο εξάλειψε τους ίδιους τους παραδοσιακούς μηχανισμούς ανάκαμψής του.

Εν τω μεταξύ, το κύμα εκβιομηχάνισης που απορρόφησε αυτούς που είχαν πεταχτεί έξω από τη γεωργία, συνάντησε τα όριά του στη δεκαετία του 1970. Έκτοτε, οι μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες έχουν δει μια άνευ προηγουμένου μείωση στα επίπεδα βιομηχανικής απασχόλησης. Κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών, η βιομηχανική απασχόληση μειώθηκε κατά 50% ως ποσοστό επί της συνολικής απασχόλησης σε αυτές τις χώρες. Ακόμα και άρτι «εκβιομηχανισμένες» χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ταϊβάν είδαν τα σχετικά επίπεδα απασχόλησης στον μεταποιητικό κλάδο να μειώνονται τις τελευταίες δυο δεκαετίες[3]. Την ίδια στιγμή, οι αριθμοί τόσο των χαμηλόμισθων εργαζόμενων στον τομέα των υπηρεσιών όσο και των κατοίκων των παραγκουπόλεων που εργάζονται στον άτυπο τομέα της οικονομίας έχουν αυξηθεί, μιας και αυτές είναι οι μόνες εναπομείνασες επιλογές για όσους έχουν καταστεί πλεονάζοντες για τις ανάγκες των συρρικνούμενων βιομηχανιών.

Για τον Μαρξ, η θεμελιώδης τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής προς την κρίση δεν περιοριζόταν στο πεδίο των περιοδικών υφέσεων της οικονομικής δραστηριότητας. Αποκαλύφθηκε πιο δυναμικά με μια μόνιμη κρίση του εργασιακού βίου. Η ειδοποιός διαφορά των καπιταλιστικών «οικονομικών» κρίσεων –το γεγονός οι άνθρωποι λιμοκτονούν παρά τις καλές σοδειές, και τα μέσα παραγωγής αργούν παρόλο που υπάρχει ανάγκη για τα προϊόντα τους– είναι απλώς μια στιγμή της ευρύτερης κρίσης – της συνεχούς αναπαραγωγής της έλλειψης θέσεων εργασίας εν μέσω μιας πληθώρας αγαθών. Αυτό το άρθρο διερευνά τη δυναμική αυτής της κρίσης – της κρίσης αναπαραγωγής της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας[4].

Απλή και διευρυμένη αναπαραγωγή

Παρά την πολυπλοκότητα των αποτελεσμάτων του, το κεφάλαιο έχει μόνο μια βασική προϋπόθεση: οι άνθρωποι πρέπει να στερούνται άμεσης πρόσβασης στα αγαθά που θεωρούν αναγκαία για να ζήσουν και να βρίσκουν πρόσβαση σε αυτά μόνο με τη μεσολάβηση της αγοράς. Εξ ου και ο όρος «προλεταριάτο», που αρχικά αναφερόταν στους ακτήμονες πολίτες που ζούσαν στις ρωμαϊκές πόλεις. Ελλείψει εργασίας, αρχικά κατευνάστηκαν με την κρατική παροχή άρτου και θεάματος, και τελικά με το να προσλαμβάνονται ως μισθοφόροι. Ωστόσο, η προλεταριακή συνθήκη είναι ιστορικά αξιοσημείωτη: σε όλη την ιστορία, οι αγροτικοί πληθυσμοί παγκόσμια είχαν ως επί το πλείστον άμεση πρόσβαση στη γη ως αυτάρκεις αγρότες ή κτηνοτρόφοι, ακόμα κι αν σχεδόν πάντα εξαναγκάζονταν να δίδουν μέρισμα του προϊόντος τους στις άρχουσες ελίτ. Έτσι προκύπτει η ανάγκη για «πρωταρχική συσσώρευση»: διαχωρίζοντας τους ανθρώπους από τη γη, το πιο βασικό μέσο αναπαραγωγής τους, και δημιουργώντας σε όλους μια εξάρτηση από την εμπορευματική ανταλλαγή[5]. Στην Ευρώπη αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του ’50 και του ’60. Σε παγκόσμια κλίμακα μόλις τώρα αρχίζει να πλησιάζει προς την ολοκλήρωσή της – με τις εξαιρέσεις της υποσαχάριας Αφρικής, περιοχών της Νότιας Ασίας και της Κίνας.

Ακόμη κι όταν επιτευχθεί ο αρχικός διαχωρισμός των ανθρώπων από τη γη, ποτέ δεν επαρκεί. Θα πρέπει να επαναλαμβάνεται αέναα προκειμένου το κεφάλαιο και η «ελεύθερη» εργασία να συναντιούνται στην αγορά ξανά και ξανά. Από τη μία πλευρά, το κεφάλαιο απαιτεί μια, ήδη υπάρχουσα στην αγορά εργασίας, μάζα ανθρώπων δίχως άμεση πρόσβαση στα μέσα παραγωγής που επιθυμεί να ανταλλάξει εργασία για μισθό. Από την άλλη, απαιτεί μια, ήδη υπάρχουσα στην αγορά εμπορευμάτων, μάζα ανθρώπων που έχουν ήδη αποκτήσει μισθό και επιθυμούν να ανταλλάξουν τα χρήματά τους με αγαθά. Εάν απουσιάζουν αυτές οι δύο συνθήκες, το κεφάλαιο περιορίζεται ως προς την ικανότητά του να συσσωρεύει: δεν μπορεί ούτε να παράγει ούτε να πουλά σε μαζική κλίμακα. Πριν το 1950, έξω από τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα περιθώρια για μαζική παραγωγή ήταν περιορισμένα ακριβώς εξαιτίας του περιορισμού του μεγέθους της αγοράς, δηλαδή, λόγω της ύπαρξης μιας ευρείας και σε κάποιο βαθμό αυτάρκους αγροτιάς που δεν ζούσε πρωτίστως από τον μισθό. Η ιστορία της μεταπολεμικής περιόδου είναι αυτή της βαθμιαίας κατάργησης του εναπομείναντος παγκόσμιου αγροτικού πληθυσμού, πρώτα ως αυτάρκους και ύστερα ως εν γένει αγροτικού, που κατέχει τη γη στην οποία εργάζεται.

Ο Μαρξ εξηγεί αυτό το δομικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού στο κεφάλαιο σχετικά με την «απλή αναπαραγωγή» στον πρώτο τόμο. Θα ερμηνεύσουμε αυτήν την έννοια ως την αναπαραγωγή της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και εργατών, μέσα και διαμέσου των κύκλων παραγωγής-κατανάλωσης[6]. Η απλή αναπαραγωγή διατηρείται όχι από «συνήθεια» ούτε από την ψευδή ή ανεπαρκή συνείδηση των εργαζόμενων, αλλά από έναν υλικό καταναγκασμό. Αυτός είναι η εκμετάλλευση των μισθωτών εργατών, το γεγονός δηλαδή ότι όλοι μαζί μπορούν να αγοράσουν μόνο ένα μέρος των αγαθών που παράγουν:

Το ίδιο αυτό προτσές [αναπαραγωγής του κεφαλαίου] όμως, απομακρύνοντας διαρκώς το προϊόν της εργασίας των εργατών από το δικό τους πόλο στον αντίπολο του κεφαλαίου, φροντίζει να μη φεύγουν αυτά τα προικισμένα με συνείδηση εργαλεία δουλειάς. H ατομική κατανάλωση των εργατών από τη μια φροντίζει για τη δική τους συντήρηση και αναπαραγωγή, και από την άλλη, εκμηδενίζοντας τα μέσα συντήρησης, εξασφαλίζει τη διαρκή επανεμφάνιση των εργατών στην αγορά εργασίας[7].

Η συσσώρευση του κεφαλαίου λοιπόν, δεν είναι θέμα οργάνωσης της σφαίρας της παραγωγής ή της σφαίρας της κατανάλωσης. Η υπερβολική έμφαση είτε στην παραγωγή είτε στην κατανάλωση τείνει να παράγει θεωρίες μερικού χαρακτήρα των καπιταλιστικών κρίσεων: «υπερ-παραγωγή» ή «υπο-κατανάλωση». Η μισθωτή εργασία δομεί τη διαδικασία της αναπαραγωγής συνολικά: ο μισθός κατανέμει τους εργάτες στην παραγωγή και, την ίδια στιγμή, διανέμει το προϊόν στους εργάτες. Αυτό είναι αμετάβλητο στο κεφάλαιο, ανεξάρτητα από γεωγραφικές ή ιστορικές ιδιαιτερότητες. Η κατάρρευση της αναπαραγωγής δημιουργεί μια κρίση τόσο υπερπαραγωγής όσο και υποκατανάλωσης, μιας και στο κεφάλαιο πρόκειται για το ίδιο πράγμα.

Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να περάσουμε τόσο ευθέως από το ξεδίπλωμα της δομής της απλής αναπαραγωγής σε μια θεωρία κρίσης. Γιατί η απλή αναπαραγωγή είναι, από την ίδια τη φύση της, και διευρυμένη αναπαραγωγή. Ακριβώς όπως η εργασία πρέπει να επιστρέψει στην αγορά εργασίας για να ανανεώσει το απόθεμα των μισθών της, έτσι και το κεφάλαιο πρέπει να επιστρέψει στην αγορά κεφαλαίων για να επανεπενδύσει τα κέρδη του στη διεύρυνση της παραγωγής. Κάθε κεφάλαιο πρέπει να συσσωρεύει, αλλιώς θα μείνει πίσω στον ανταγωνισμό με τα υπόλοιπα κεφάλαια. Η ανταγωνιστική διαμόρφωση των τιμών και οι δομές μεταβλητού κόστους σε τομείς της οικονομίας οδηγούν σε αποκλίνοντα ενδοκλαδικά ποσοστά κέρδους, που με τη σειρά τους δίνουν ώθηση σε καινοτομίες αύξησης της αποδοτικότητας, αφού οι επιχειρήσεις μειώνοντας τα κόστη κάτω από τον μέσο όρο του τομέα μπορούν είτε να αποκομίσουν υπερκέρδη, είτε να ρίξουν τις τιμές για να κερδίσουν μερίδιο της αγοράς. Αλλά η πτώση του κόστους θα οδηγήσει σε κάθε περίπτωση σε πτώση των τιμών, γιατί η κινητικότητα του κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων τομέων έχει ως αποτέλεσμα την εξίσωση των ποσοστών κέρδους στους διάφορους τομείς, καθώς η κίνηση των κεφαλαίων σε αναζήτηση υψηλότερων κερδών ανεβοκατεβάζει την προσφορά (άρα και τις τιμές)· ως αποτέλεσμα οι αποδόσεις νέων επενδύσεων κυμαίνονται γύρω από έναν διατομεακό μέσο όρο. Αυτή η διαρκής κίνηση του κεφαλαίου διαδίδει καινοτομίες που ρίχνουν το κόστος σε όλους τους τομείς – εδραιώνοντας έναν νόμο αποδοτικότητας/κερδοφορίας που υποχρεώνει όλα τα κεφάλαια να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη, ανεξάρτητα από τους πολιτικούς και τους κοινωνικούς σχηματισμούς μέσα στους οποίους βρίσκονται. Αντιστρόφως, όταν η κερδοφορία πέφτει, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να γίνει για να αποκατασταθεί η συσσώρευση πέρα από τη «σφαγή των κεφαλαιακών αξιών» και την «απελευθέρωση της εργασίας» που επαναφέρουν τις συνθήκες κερδοφορίας.

Ωστόσο, αυτή η φορμαλιστική αντίληψη για τη διαδικασία αξιοποίησης αδυνατεί να συλλάβει την ιστορική δυναμική με την οποία είναι εναρμονισμένη η ανάλυση του Μαρξ. Ο νόμος της κερδοφορίας από μόνος του δεν μπορεί να διασφαλίσει τη διευρυμένη αναπαραγωγή, μιας και απαιτείται επίσης η ανάδυση νέων βιομηχανιών και νέων αγορών. Οι άνοδοι και οι πτώσεις στην κερδοφορία λειτουργούν για την καπιταλιστική τάξη ως σινιάλα που δείχνουν ότι έχουν προκύψει καινοτομίες σε συγκεκριμένους κλάδους της βιομηχανίας, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι ότι με την πάροδο του χρόνου η σύνθεση της παραγωγής –και ως εκ τούτου και της απασχόλησης– αλλάζει: βιομηχανίες που κάποτε ήταν υπεύθυνες για μεγάλο μέρος της παραγωγής και της απασχόλησης τώρα αναπτύσσονται πιο αργά, ενώ νέες βιομηχανίες λαμβάνουν ένα αυξανόμενο μερίδιο και στα δυο. Εδώ πρέπει να εξετάσουμε τους καθοριστικούς παράγοντες της ζήτησης, ως ανεξάρτητους από αυτούς της προσφοράς[8].

Η ζήτηση κυμαίνεται με βάση την τιμή ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Όταν η τιμή είναι υψηλή, το προϊόν αγοράζεται μόνο από τους πλούσιους. Όσο συσσωρεύονται στη διαδικασία παραγωγής καινοτομίες εξοικονόμησης εργασίας, οι τιμές πέφτουν μετατρέποντας το προϊόν σε αγαθό μαζικής κατανάλωσης. Στο μεταίχμιο αυτού του μετασχηματισμού, οι καινοτομίες αναγκάζουν την αγορά ενός συγκεκριμένου προϊόντος να διευρυνθεί υπερβολικά. Αυτή η διεύρυνση εκτείνεται πέρα από την παραγωγική ικανότητα των υφιστάμενων επιχειρήσεων και οι τιμές πέφτουν πιο αργά από τα κόστη, οδηγώντας σε μια περίοδο υψηλής κερδοφορίας. Το κεφάλαιο τότε ορμά προς αυτή τη γραμμή παραγωγής, τραβώντας μαζί του την εργασία. Σε κάποιο σημείο ωστόσο, η αγορά φτάνει στα όριά της· με άλλα λόγια, η αγορά κορέννυται[9]. Τώρα οι καινοτομίες προκαλούν την αύξηση της συνολικής παραγωγικής ικανότητας πέρα από το μέγεθος της αγοράς: οι τιμές πέφτουν πιο γρήγορα από τα κόστη, οδηγώντας σε μια περίοδο φθίνουσας κερδοφορίας. Το κεφάλαιο θα φύγει λοιπόν από τη γραμμή, αποβάλλοντας εργασία[10].

Αυτή η διαδικασία, την οποία οι οικονομολόγοι ονομάζουν «ωρίμανση» των βιομηχανιών, έχει συμβεί πολλάκις. Η γεωργική επανάσταση, που αρχικά εκδηλώθηκε στις απαρχές της σύγχρονης Αγγλίας, τελικά άγγιξε τα όρια της εγχώριας αγοράς για τα προϊόντα της. Καινοτομίες στην εργασιακή διαδικασία, όπως η συγχώνευση κατακερματισμένων εκτάσεων γης ιδιωτικής εκμετάλλευσης, η κατάργηση της αγρανάπαυσης και η διαφοροποίηση της χρήσης της γης με βάση τα φυσικά πλεονεκτήματά της, σήμαιναν –υπό τις καπιταλιστικές συνθήκες αναπαραγωγής– τη συστηματική εκδίωξη τόσο της εργασίας όσο και του κεφαλαίου από την ύπαιθρο. Σαν αποτέλεσμα αυτού, η Αγγλία αστικοποιήθηκε ραγδαία και το Λονδίνο έγινε η μεγαλύτερη πόλη στην Ευρώπη.

Εδώ είναι που μπαίνει στο παιχνίδι η βασική δυναμική της διευρυμένης αναπαραγωγής. Γιατί οι αγρότες που πετάχτηκαν έξω από τη γεωργία δεν αφέθηκαν επ’ αόριστον αναξιοποίητοι στις πόλεις. Τους παρέλαβε τελικά ο μεταποιητικός τομέας της εκβιομηχανιζόμενης Βρετανίας, και ειδικά η αναπτυσσόμενη βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας, που υφίστατο μια μετάβαση από το μάλλινο στο βαμβακερό ύφασμα. Αλλά για μια ακόμη φορά, οι καινοτομίες της εργασιακής διαδικασίας όπως οι κλωστικές μηχανές jenny (spinning jenny) και mule (spinning mule) και ο ηλεκτροκίνητος αργαλειός σήμαιναν ότι τελικά και αυτή η βιομηχανία άρχισε να αποβάλει εργασία και κεφάλαιο. Και η κάμψη στις βιομηχανίες της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης, ως ποσοστό συνολικά απασχολούμενης εργασίας και συσσωρευμένου κεφαλαίου, άνοιξε δρόμο για τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση (χημικά προϊόντα, τηλεπικοινωνίες, ηλεκτρικά και μηχανοκίνητα εμπορεύματα). Είναι αυτή η κίνηση της εργασίας και του κεφαλαίου μέσα και έξω από τις γραμμές που, βασισμένη στα διαφορικά ποσοστά κέρδους, διασφαλίζει τη συνεχή δυνατότητα διευρυμένης αναπαραγωγής:

Η απότομη και σπασμωδική διαστολή της κλίμακας της παραγωγής… είναι αδύνατη χωρίς διαθέσιμο ανθρώπινο υλικό, χωρίς αύξηση του αριθμού των εργατών, ανεξάρτητη από την απόλυτη αύξηση του πληθυσμού. Η αύξηση αυτή δημιουργιέται από το απλό προτσές, που «ελευθερώνει» διαρκώς ένα μέρος των εργατών με μέθοδες πού μειώνουν τον αριθμό των απασχολούμενων εργατών σε σχέση με την αυξανόμενη παραγωγή. Επομένως, η όλη μορφή κίνησης της σύγχρονης βιομηχανίας προκύπτει από τη διαρκή μετατροπή ενός μέρους του εργατικού πληθυσμού σε μη απασχολούμενα ή μισοαπασχολούμενα χέρια[11].

Η διευρυμένη αναπαραγωγή είναι, με αυτόν τον τρόπο, η διαρκής αναπαραγωγή των συνθηκών της απλής αναπαραγωγής. Κεφάλαια που δεν μπορούν πια να επενδύσουν εκ νέου σε μια συγκεκριμένη γραμμή παραγωγής, εξαιτίας της φθίνουσας κερδοφορίας, θα τείνουν να βρουν διαθέσιμους στην αγορά εργασίας εργάτες που έχουν πεταχτεί από άλλες γραμμές. Αυτές οι «ελεύθερες» ποσότητες κεφαλαίου και εργασίας θα βρουν τότε απασχόληση στις αναπτυσσόμενες αγορές, όπου τα ποσοστά κέρδους είναι υψηλότερα, ή θα ενωθούν σε εξ ολοκλήρου νέες γραμμές παραγωγής, κατασκευάζοντας προϊόντα για αγορές που δεν υπάρχουν ακόμη. Ένας αυξανόμενος αριθμός δραστηριοτήτων υπάγεται έτσι στις καπιταλιστικές διαδικασίες αξιοποίησης και τα εμπορεύματα εξαπλώνονται από τις αγορές πολυτελών προϊόντων στις αγορές μαζικής κατανάλωσης.

Ο αστός οικονομολόγος Joseph Schumpeter περιέγραψε αυτήν τη διαδικασία στη θεωρία του για τους επιχειρηματικούς κύκλους[12]. Επισήμανε ότι σπάνια η συρρίκνωση των παλαιότερων γραμμών παραγωγής συμβαίνει ομαλά ή ειρηνικά και ότι συνήθως συνδέεται με το κλείσιμο εργοστασίων και πτωχεύσεις, καθώς τα κεφάλαια προσπαθούν με ανταγωνιστικούς πολέμους τιμών να ρίξουν τις απώλειες το ένα στο άλλο. Όταν αρκετές γραμμές παραγωγής συρρικνωθούν ταυτόχρονα (και συνήθως αυτό κάνουν, μιας και βασίζονται σε συνδεδεμένα σύνολα τεχνολογικών καινοτομιών), προκύπτει μια ύφεση. Ο Schumpeter αποκαλεί αυτήν την απώλεια κεφαλαίου και εργασίας «δημιουργική καταστροφή» – «δημιουργική» όχι μόνο υπό την έννοια ότι υποκινείται από την καινοτομία, αλλά και επειδή η καταστροφή δημιουργεί τις συνθήκες για νέες επενδύσεις και καινοτομίες: στην κρίση, τα κεφάλαια βρίσκουν μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη διαθέσιμα στην αγορά σε χαμηλότερες τιμές. Τοιουτοτρόπως, όπως μια δασική πυρκαγιά, η ύφεση ανοίγει τον δρόμο για μια νέα περίοδο ανάπτυξης.

Πολλοί μαρξιστές έχουν υιοθετήσει κάπως παρόμοιες αντιλήψεις με αυτήν του Schumpeter για την κυκλική ανάπτυξη, στην οποία απλά προσθέτουν την αντίσταση των εργατών (ή ενδεχομένως τα όρια της οικολογίας) ως εξωτερικό περιορισμό. Ως εκ τούτου, η μαρξιστική αντίληψη της κρίσης ως αυτορυθμιζόμενου μηχανισμού συμπληρώνεται από μια πεποίθηση ότι οι κρίσεις προσφέρουν ευκαιρίες να διεκδικηθεί η εξουσία από μέρους της εργασίας (ή να διορθωθούν οι καταστροφικές για το περιβάλλον τάσεις του καπιταλισμού). Σε αυτές τις στιγμές, «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Ωστόσο, η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό δεν περιέχει καμιά τέτοια διάκριση μεταξύ «εσωτερικών» δυναμικών και «εξωτερικών» ορίων. Για τον Μαρξ, μέσα από και διαμέσου αυτής της διαδικασίας της διευρυμένης αναπαραγωγής η δυναμική του κεφαλαίου εκδηλώνεται ως το ίδιο του το όριο, όχι διαμέσου κύκλων μεγέθυνσης και κατάρρευσης (boom and bust), αλλά με μια διαρκή επιδείνωση των συνθηκών συσσώρευσής του.

Η κρίση αναπαραγωγής

Οι άνθρωποι συνήθως ψάχνουν για μια θεωρία μόνιμης ύφεσης στις σημειώσεις του Μαρξ για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, τις οποίες διόρθωσε και συγκέντρωσε ο Ένγκελς στα κεφάλαια 13 ως 15 του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου. Εκεί, η τάση του ποσοστού κέρδους να εξισώνεται στις διάφορες γραμμές παραγωγής –σε συνδυασμό με την τάση της παραγωγικότητας να αυξάνεται σε όλες τις γραμμές– θεωρείται πως καταλήγει σε μια πτωτική τάση της κερδοφορίας σε όλη την οικονομία. Δεκαετίες συζητήσεων έχουν επικεντρωθεί στην «αυξανόμενη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου», στην οποία αποδίδεται αυτή η τάση, καθώς και στην πολύπλοκη αλληλεπίδραση των διαφόρων τάσεων και των αντίρροπων τάσεων που εμπλέκονται. Κι όμως, εκείνοι που ασχολούνται με αυτήν τη συζήτηση συχνά παραβλέπουν το ότι η ίδια η περιγραφή της σύνθεσης του κεφαλαίου υπόκειται σε έναν άλλο νόμο, ο οποίος εκφράζεται τόσο στις κυκλικές όσο και στις μόνιμες τάσεις προς κρίση. Ένας νόμος που μπορεί να διαβαστεί ως μια περισσότερο επεξεργασμένη αναδιατύπωση αυτής της περιγραφής: το κεφάλαιο 25[13] του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου με τίτλο «Ο γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης»[14].

Αυτό το κεφάλαιο, που ακολουθεί αμέσως μετά από τρία κεφάλαια για την απλή και την διευρυμένη αναπαραγωγή, συνήθως διαβάζεται σαν να έχει πιο περιορισμένους σκοπούς. Οι αναγνώστες επικεντρώνονται στο πρώτο τμήμα της επιχειρηματολογίας του Μαρξ, στο οποίο παρέχει μια περιγραφή του ενδογενούς καθορισμού του ύψους των μισθών. Εκεί ο Μαρξ δείχνει πώς, μέσω της δομικής διατήρησης ενός συγκεκριμένου επιπέδου ανεργίας, οι μισθοί συγκρατούνται ευθυγραμμιζόμενοι με τις ανάγκες της συσσώρευσης. Ο «βιομηχανικός εφεδρικός στρατός» των ανέργων συρρικνώνεται καθώς η ζήτηση για εργατικό δυναμικό αυξάνεται, προκαλώντας με τη σειρά της αύξηση των μισθών. Οι αυξανόμενοι μισθοί στη συνέχεια ροκανίζουν την κερδοφορία, προκαλώντας μια επιβράδυνση της συσσώρευσης. Καθώς η ζήτηση για εργατικό δυναμικό μειώνεται, ο εφεδρικός στρατός μεγαλώνει εκ νέου, και οι προηγούμενες μισθολογικές αυξήσεις εξατμίζονται. Αν αυτό ήταν το μοναδικό επιχείρημα του κεφαλαίου, τότε ο «γενικός νόμος» θα αποτελούσε απλά μια υποσημείωση στις θεωρίες της απλής και διευρυμένης αναπαραγωγής. Όμως ο Μαρξ μόλις που έχει ξεκινήσει να ξεδιπλώνει το επιχείρημά του. Αν οι άνεργοι τείνουν να απορροφηθούν στα κυκλώματα του καπιταλισμού ως ένας βιομηχανικός εφεδρικός στρατός –παραμένοντας άνεργοι αλλά παίζοντας έναν ουσιαστικό ρόλο στη ρύθμιση της αγοράς εργασίας– τότε τείνουν εξίσου να ξεπεράσουν αυτή τους τη λειτουργία, επανεπιβεβαιώνοντας τους εαυτούς τους ως απολύτως περιττούς:

Όσο μεγαλύτερος είναι ο κοινωνικός πλούτος, το κεφάλαιο που λειτουργεί, η έκταση και η ένταση της αύξησής του, επομένως και το απόλυτο μέγεθος του προλεταριάτου και η παραγωγική δύναμη της εργασίας του, τόσο μεγαλύτερος είναι ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός. H αύξηση της διαθέσιμης εργατικής δύναμης προκαλείται από τις ίδιες αιτίες που προκαλούν την αύξηση της επεκτατικής δύναμης του κεφαλαίου. Επομένως, το σχετικό μέγεθος του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού αυξάνει μαζί με τις δυνάμεις τού πλούτου. Όσο μεγαλύτερος όμως είναι αυτός ο εφεδρικός στρατός σε σχέση με τον εν ενεργεία εργατικό στρατό, τόσο μαζικότερος είναι ο σταθεροποιημένος υπερπληθυσμός, που η φτώχεια του είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τα βάσανα της δουλειάς του. Τέλος, όσο πιο μεγάλο είναι το εξαθλιωμένο στρώμα της εργατικής τάξης και ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός, τόσο πιο μεγάλος είναι ο επίσημος παουπερισμός. Αυτός είναι ο απόλυτος, γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης[15].

Με άλλα λόγια, ο γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης είναι ότι –συνακόλουθα με την αύξησή του– το κεφάλαιο παράγει έναν σχετικά περιττό πληθυσμό από τη μάζα των εργατών, ο οποίος στη συνέχεια τείνει να γίνει ένας παγιωμένος πλεονάζων πληθυσμός, τελείως περιττός για τις ανάγκες του κεφαλαίου[16].

Δεν είναι άμεσα εμφανές το πώς φτάνει ο Μαρξ σε αυτό το συμπέρασμα, ακόμα κι αν η τάση που περιγράφει ο Μαρξ γίνεται ολοένα πιο εμφανής σε μια εποχή παραγκουπόλεων, άνεργης ανάκαμψης [οικονομικής δηλαδή ανάκαμψης χωρίς ταυτόχρονη δημιουργία θέσεων εργασίας] και γενικευμένης επισφάλειας. Ο Μαρξ κάνει πιο ξεκάθαρη την επιχειρηματολογία του στη γαλλική έκδοση του πρώτου τόμου. Εκεί σημειώνει ότι όσο υψηλότερη είναι η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, τόσο γρηγορότερα πρέπει να προχωρήσει η συσσώρευση για να διατηρήσει την απασχόληση, «αλλά αυτή η ίδια η ταχύτερη πρόοδος από μόνη της γίνεται η πηγή νέων τεχνολογικών αλλαγών που μειώνουν περαιτέρω τη σχετική ζήτηση για εργατικό δυναμικό». Αυτό είναι κάτι περισσότερο από απλό χαρακτηριστικό κάποιων συγκεκριμένων βιομηχανιών σε κλάδους υψηλής συγκέντρωσης. Καθώς προχωρά η συσσώρευση, μια αυξανόμενη «υπεραφθονία» αγαθών μειώνει το ποσοστό κέρδους και αυξάνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις γραμμές παραγωγής αναγκάζοντας όλους τους καπιταλιστές να «μειώσουν τις δαπάνες τους σε εργασία». Οι αυξήσεις της παραγωγικότητας επομένως «συμπυκνώνονται κάτω από αυτήν την τεράστια πίεση· είναι ενσωματωμένες στις τεχνικές αλλαγές που φέρνουν την επανάσταση στη σύνθεση του κεφαλαίου σε όλους τους κλάδους που περιβάλλουν τις μεγάλες σφαίρες της παραγωγής»[17].

Τι συμβαίνει λοιπόν με τις νέες βιομηχανίες· δεν θα καλύψουν το κενό στην απασχόληση; Ο Μαρξ προσδιορίζει εντός και διαμέσου των κινήσεων του επιχειρηματικού κύκλου μια μετατόπιση από τις βιομηχανίες εντάσεως εργασίας στις βιομηχανίες εντάσεως κεφαλαίου, με μια επακόλουθη πτώση στη ζήτηση για εργατικό δυναμικό και στις νέες και παλιές γραμμές παραγωγής: «Από τη μια μεριά… το πρόσθετο κεφάλαιο που σχηματίζεται στην πορεία της συσσώρευσης προσελκύει ανάλογα με το μέγεθός του ολοένα λιγότερους εργάτες. Από την άλλη, το παλιό κεφάλαιο που αναπαράγεται περιοδικά με νέα σύνθεση απωθεί ολοένα και περισσότερους από τους εργάτες που απασχολεί»[18]. Αυτό είναι το μυστικό του «γενικού νόμου»: οι τεχνολογίες εξοικονόμησης εργασίας τείνουν να γενικεύονται τόσο εντός όσο και μεταξύ των γραμμών παραγωγής, οδηγώντας σε μια σχετική μείωση της ζήτησης για εργατικό δυναμικό. Επιπρόσθετα, αυτές οι τεχνολογίες είναι μη αναστρέψιμες: δεν εξαφανίζονται εάν και όταν η κερδοφορία αποκατασταθεί (πράγματι, όπως θα δούμε, η αποκατάσταση της κερδοφορίας συχνά ρυθμίζεται από περαιτέρω καινοτομίες σε νέες ή αναπτυσσόμενες γραμμές). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν αυτή η σχετική μείωση στη ζήτηση για εργατικό δυναμικό αφεθεί ανεξέλεγκτη, απειλεί να υπερκεράσει την κεφαλαιακή συσσώρευση και να γίνει απόλυτη[19].

Ο Μαρξ δεν έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα απλά από την αφηρημένη ανάλυση του νόμου της αξίας. Στο κεφάλαιο 15 του Κεφαλαίου[20] επιχειρεί να δώσει μια εμπειρική απόδειξη αυτής της τάσης. Εκεί παρουσιάζει στατιστικά στοιχεία από τη βρετανική απογραφή του 1861 που δείχνουν ότι οι νέες βιομηχανίες που εμφανίζονται ως αποτέλεσμα των τεχνολογικών καινοτομιών, από άποψη απασχόλησης εργατικού δυναμικού, «δεν είναι καθόλου σημαντικές». Δίνει ως παραδείγματα «τα εργοστάσια παραγωγής φωταερίου, τον τηλέγραφο, τη φωτογραφική τέχνη, την ατμοπλοΐα και τους σιδηροδρόμους», που έχουν όλα σε μεγάλο βαθμό μηχανοποιημένες και σχετικά αυτοματοποιημένες παραγωγικές διαδικασίες και δείχνει ότι η συνολική απασχόληση ανερχόταν σε λιγότερο από 100.000 εργάτες, σε σύγκριση με τους πάνω από ένα εκατομμύριο που απασχολούνταν στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και της βιομηχανίας μετάλλου, των οποίων το εργατικό δυναμικό συρρικνωνόταν ως αποτέλεσμα της εισαγωγής μηχανών[21]. Από αυτά τα στατιστικά και μόνο είναι σαφές ότι οι βιομηχανίες της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης δεν είχαν απορροφήσει ούτε κατά προσέγγιση τόσο εργατικό δυναμικό όσο αυτές της πρώτης τη στιγμή της αρχικής τους εμφάνισης. Στο κεφάλαιο 25 [κεφάλαιο 23 στη ελληνική] ο Μαρξ παρέχει επιπρόσθετα στατιστικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι, από το 1851 ως το 1871, η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται σημαντικά μόνο σε εκείνες τις παλιότερες βιομηχανίες στις οποίες δεν είχαν ακόμα εισαχθεί με επιτυχία οι μηχανές. Έτσι, από τα διαθέσιμα στοιχεία της εποχής, γεννήθηκε και η προσδοκία του Μαρξ για μια διαρκώς φθίνουσα πορεία της ζήτησης για εργατικό δυναμικό που αρχικά θα ήταν σχετική και στη συνέχεια απόλυτη.

Αυτό που περιγράφει εδώ ο Μαρξ δεν είναι μια «κρίση» με την έννοια που συνήθως υποδεικνύεται από τη μαρξιστική θεωρία, δηλαδή μια περιοδική κρίση της παραγωγής, της κατανάλωσης ή ακόμα και της συσσώρευσης. Εντός και διαμέσου αυτών των κυκλικών κρίσεων, αναδύεται μια διαρκής κρίση, μια κρίση της ίδιας της αναπαραγωγής της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Αν η διευρυμένη αναπαραγωγή υποδεικνύει ότι οι εργάτες και το κεφάλαιο που πετιούνται έξω από τις συρρικνούμενες βιομηχανίες θα προσπαθήσουν να βρουν χώρους σε νέες ή αναπτυσσόμενες γραμμές παραγωγής, ο γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης υποδηλώνει ότι, με την πάροδο του χρόνου, όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι και κεφάλαια θα διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να επανεισαχθούν στην αναπαραγωγική διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο, το προλεταριάτο τείνει να γίνει μια εξωτερικότητα στη διαδικασία της ίδιας του της αναπαραγωγής, μια τάξη εργαζόμενων που είναι «ελεύθεροι» όχι μόνο από μέσα αναπαραγωγής, αλλά και από την ίδια τη δουλειά.

Για τον Μαρξ αυτή η κρίση εκφράζει τη θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Από τη μια πλευρά, οι άνθρωποι στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις υποβιβάζονται σε εργάτες. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούν να είναι εργάτες μιας και, δουλεύοντας, υπονομεύουν τις συνθήκες δυνατότητας της ίδιας τους της ύπαρξης. Η μισθωτή εργασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, με την επαύξηση καινοτομιών εξοικονόμησης εργασίας, οι οποίες με την πάροδο του χρόνου, μειώνουν τη ζήτηση για εργασία: «Ο εργατικός πληθυσμός, παράγοντας ο ίδιος τη συσσώρευση του κεφαλαίου, παράγει ταυτόχρονα σε αυξανόμενη έκταση τα μέσα που τον κάνουν σχετικά υπεράριθμο»[22]. Μπορεί ίσως να μοιάζει πως η αφθονία αγαθών, που προκύπτει από τις καινοτομίες εξοικονόμησης εργασίας, πρέπει να οδηγεί και σε μια πληθώρα θέσεων εργασίας. Αλλά σε μια κοινωνία που βασίζεται στη μισθωτή εργασία, η μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας –που προκαλεί την αφθονία των αγαθών– μπορεί να εκφραστεί μόνο ως έλλειψη θέσεων εργασίας, με πολλαπλασιασμό των μορφών επισφαλούς απασχόλησης[23].

Η έκθεση του γενικού νόμου από τον Μαρξ είναι από μόνη της μια επαναδιατύπωση, ένα δραματικό ξεδίπλωμα των όσων εκθέτει ως βασική του θέση στην αρχή του κεφαλαίου 25 [κεφάλαιο 23 στην ελληνική έκδοση]. Εκεί ο Μαρξ γράφει κάπως λιτά: «Ώστε, συσσώρευση του κεφαλαίου θα πει αύξηση του προλεταριάτου». Οι μαρξιστές μιας προγενέστερης περιόδου θεώρησαν πως αυτή η θέση του Μαρξ σήμαινε ότι η επέκταση του κεφαλαίου υπαγορεύει και μια διεύρυνση της βιομηχανικής εργατικής τάξης. Σύμφωνα με τα όσα θέτει ο Μαρξ στο τέλος αυτού του κεφαλαίου, το προλεταριάτο είναι μάλλον μια εργατική τάξη σε μετάβαση, μια εργατική τάξη που τείνει να γίνει μια τάξη αποκλεισμένη από την εργασία. Αυτή η ερμηνεία υποστηρίζεται από τον μοναδικό ορισμό του προλεταριάτου που δίνει ο Μαρξ στο κεφάλαιο, ο οποίος εντοπίζεται σε μια υποσημείωση της παραπάνω θέσης:

Με τη λέξη «προλετάριος» με την οικονομική έννοια πρέπει να εννοούμε αποκλειστικά το μισθωτό εργάτη, πού παράγει και αξιοποιεί «κεφάλαιο», και που πετιέται στο δρόμο μόλις γίνει περιττός για τις ανάγκες αξιοποίησης [του «Monsieur Capital»][24].

Από την επαναβιομηχάνιση στην αποβιομηχάνιση

Ο «γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης», με τις σαφείς συνέπειές του για την ερμηνεία του Κεφαλαίου, έχει παραβλεφθεί στην εποχή μας, επειδή υπό τον τίτλο «θεωρία της εξαθλίωσης» χρησιμοποιήθηκε και εγκαταλείφθηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Υποστηρίχτηκε ότι η πρόβλεψη του Μαρξ για αυξανόμενη ανεργία, και ως εκ τούτου για αυξανόμενη εξαθλίωση του εργατικού πληθυσμού, αντικρούστηκε από την ιστορία του καπιταλισμού: μετά τον θάνατο του Μαρξ η εργατική τάξη και αυξήθηκε σε μέγεθος και είδε το βιοτικό της επίπεδο να ανεβαίνει. Ωστόσο, πέρα από το γεγονός ότι αυτές οι τάσεις συχνά γενικεύονται υπερβολικά, η πιο πρόσφατη εμφανής αντιστροφή τους έκανε τη θεωρία της εξαθλίωσης να μοιάζει πιο αληθοφανής. Τα τελευταία 30 χρόνια έχει παρατηρηθεί μια παγκόσμια στασιμότητα στον σχετικό αριθμό των βιομηχανικών εργατών. Ένας τομέας υπηρεσιών στελεχωμένος από χαμηλόμισθους εργαζόμενους έχει καλύψει τη διαφορά στις χώρες με υψηλό ΑΕΠ παράλληλα με μια άνευ προηγουμένου έκρηξη του αριθμού των κατοίκων των παραγκουπόλεων και των άτυπα εργαζόμενων στις χώρες με χαμηλό ΑΕΠ[25]. Επομένως, είναι εν τέλει σωστή η θεωρία της εξαθλίωσης; Πρόκειται για τη λάθος ερώτηση. Το ερώτημα είναι: υπό ποιες συνθήκες ισχύει;

Ο Μαρξ έγραψε για την αύξηση των παγιωμένων πλεοναζόντων πληθυσμών το 1867. Ωστόσο, η τάση που περιγράφεται –με την οποία οι νεότερες βιομηχανίες, εξαιτίας του υψηλότερου βαθμού αυτοματοποίησης, απορροφούν αναλογικά μικρότερο κεφάλαιο και λιγότερο εργατικό δυναμικό από αυτό που πετάχτηκε εκτός από την εκμηχάνιση των παλαιότερων βιομηχανιών– δεν εξελίχθηκε όπως την είχε οραματιστεί. Όπως μπορούμε να δούμε από το παρακάτω διάγραμμα, η άποψη του Μαρξ ήταν σωστή στην εποχή του για το Ηνωμένο Βασίλειο: οι ανερχόμενες βιομηχανίες των αρχών της δεύτερης Βιομηχανικής Επανάστασης –όπως η χημική βιομηχανία, οι σιδηρόδρομοι, ο τηλέγραφος κλπ– δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν τη μειούμενη απασχόληση στις βιομηχανίες της πρώτης Βιομηχανικής Επανάστασης. Το αποτέλεσμα ήταν μια σταθερή πτώση του ρυθμού ανάπτυξης της απασχόλησης στη βιομηχανία, η οποία φαινόταν ότι θα γίνει μια απόλυτη ύφεση στις αρχές του 20ού αιώνα. Αυτό που ο Μαρξ δεν προέβλεψε, και αυτό που στην πραγματικότητα συνέβη τη δεκαετία του 1890, ήταν η ανάδυση νεών βιομηχανιών που απορροφούσαν ταυτόχρονα κεφάλαιο και εργασία, και οι οποίες μπόρεσαν να αναβάλουν την ύφεση για περισσότερο από μισό αιώνα. Η ανάπτυξη αυτών των νέων βιομηχανιών, κατά κύριο λόγο της βιομηχανίας αυτοκινήτων και διαρκών καταναλωτικών αγαθών στηρίχθηκε σε δύο εξελίξεις του 20ού αιώνα: τον αυξανόμενο ρόλο του κράτους στην οικονομική διαχείριση και τον μετασχηματισμό καταναλωτικών υπηρεσιών σε καταναλωτικά αγαθά[26];

untitledΓράφημα 1: Απασχόληση στη βιομηχανία του Ηνωμένου Βασιλείου: 1841-1991
πηγή: B. Mitchell (2007), International Historical Statistics: Europe, 1750-2005. London: Palgrave Macmillan.

Οι αναδυόμενες βιομηχανίες για τις οποίες ο Μαρξ έγραψε τη δεκαετία του 1860 –τα εργοστάσια παραγωγής φωταερίου, ο τηλέγραφος, και οι σιδηρόδρομοι (θα προσθέταμε μoνάχα τον εξηλεκτρισμό)– είχαν ήδη στην εποχή του αρχίσει να γίνονται προσβάσιμες στους καταναλωτές. Κι όμως, οι υπηρεσίες για τους καταναλωτές που γεννήθηκαν από αυτές τις τεχνολογίες –που αρχικά προορίζονταν για τις απολαύσεις μιας πλούσιας ελίτ– ήταν δευτερεύουσες σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχαν στην εσωτερική, σχεδιασμένη οικονομία των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Οι σιδηρόδρομοι προέκυψαν ως καινοτομίες εξοικονόμησης εργασίας στα πλαίσια των ορυχείων, που στη συνέχεια επεκτάθηκαν και σε άλλες βιομηχανίες. Έγιναν μια υπηρεσία που προσφερόταν στους καταναλωτές μόνο αφότου αναπτύχθηκαν εκτεταμένες εθνικές σιδηροδρομικές υποδομές από υποστηριζόμενα από το κράτος καρτέλ. Ακόμα και όταν το κόστος έπεσε και οι μηχανοποιημένες μεταφορές μέσω σιδηροδρόμων έγιναν διαθέσιμες σε ολοένα περισσότερους ανθρώπους, ως υπηρεσία για τους καταναλωτές διατήρησε πολλά από τα χαρακτηριστικά της αρχικής της δουλειάς σαν μια «καινοτόμα διαδικασία» εντός της βιομηχανίας. Οι εθνικοί σιδηρόδρομοι, οι οποίοι εκτός από φορτίο μετέφεραν και επιβάτες, απορρόφησαν μεγάλα ποσά κεφαλαίου και εργασίας στην κατασκευή τους, αν και αποτέλεσαν μετέπειτα σχετικά αυτοματοποιημένες διαδικασίες που απαιτούσαν λιγότερο κεφάλαιο και εργασία για να συντηρηθούν[27].

Η έλευση της αυτοκινητοβιομηχανίας, επιδοτούμενη από την κρατική χρηματοδότηση των δρόμων, εν τέλει μετέτρεψε την καταναλωτική υπηρεσία της μηχανοποιημένης μετακίνησης σε ένα αγαθό που θα μπορούσε να αγοραστεί για ατομική κατανάλωση. Αυτός ο κατακερματισμός και η αντιγραφή του προϊόντος –η μεταμόρφωση της καινοτομίας εξοικονόμησης εργασίας σε ένα καινοτόμο προϊόν που απορροφά κεφάλαιο και εργασία– σήμαινε ότι αυτή η βιομηχανία μπορούσε να απορροφήσει περισσότερο κεφάλαιο και εργασία όσο η αγορά της διευρυνόταν. Μια παρόμοια ιστορία μπορεί να ειπωθεί όσον αφορά τη μετάβαση από τον τηλέγραφο στα τηλέφωνα και από την ηλεκτρονική βιομηχανική παραγωγή στα ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης. Σε κάθε περίπτωση, μια συλλογικά καταναλωνόμενη υπηρεσία –που συχνά προκύπτει από μια ενδιάμεση υπηρεσία μέσα στη βιομηχανία– μετατράπηκε σε μια σειρά από εμπορεύματα που διατίθενται προς πώληση μεμονωμένα, ανοίγοντας νέες αγορές, που με τη σειρά τους έγιναν μαζικές αγορές καθώς το κόστος έπεφτε και η παραγωγή αυξανόταν. Αυτό αποτέλεσε τη βάση για τον «μαζικό καταναλωτισμό» του 20ού αιώνα, γιατί αυτές οι νέες βιομηχανίες ήταν ικανές να απορροφήσουν ταυτόχρονα μεγάλες ποσότητες κεφαλαίου και εργασίας, ακόμα και όταν η αύξηση της παραγωγικότητας μείωσε το σχετικό κόστος της παραγωγής, έτσι που ολοένα περισσότεροι αγρότες γίνονταν εργάτες, ενώ σε όλο και περισσότερους εργάτες προσφερόταν σταθερή απασχόληση.

Όμως, όπως υποδηλώνουν οι άνευ προηγουμένου κρατικές ελλειμματικές δαπάνες, δεν υπάρχει κάποια εγγενής τάση του κεφαλαίου που να επιτρέπει την αέναη παραγωγή καινοτόμων προϊόντων για να εξισορροπηθούν οι καινοτομίες στην παραγωγική διαδικασία που εξοικονομούν εργασία. Αντιθέτως, τα ίδια τα καινοτόμα προϊόντα συχνά χρησιμεύουν ως καινοτομίες της διαδικασίας παραγωγής, έτσι που οι λύσεις μόνο επιδεινώνουν το αρχικό πρόβλημα[28]. Όταν οι αυτοκινητοβιομηχανίες και οι βιομηχανίες διαρκών καταναλωτικών αγαθών άρχισαν να ξεφορτώνονται κεφάλαιο και εργατικό δυναμικό στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, οι νέες γραμμές παραγωγής όπως η μικροηλεκτρονική δεν μπορούσαν να απορροφήσουν το πλεόνασμα ακόμη και δεκαετίες αργότερα. Αυτές οι καινοτομίες, όπως και εκείνες της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης που περιγράφηκαν ανωτέρω, αναδύθηκαν μέσα από ειδικές καινοτομίες που αφορούσαν διαδικασίες στο εσωτερικό της βιομηχανίας και του στρατού και μόνο πρόσφατα μετατράπηκαν σε μια ποικιλία καταναλωτικών προϊόντων. Η δυσκολία σε αυτήν την αλλαγή, από τη σκοπιά της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, δεν είναι απλώς η δυσκολία αστυνόμευσης μιας αγοράς λογισμικού – είναι ότι τα νέα προϊόντα που παράγονται από τις βιομηχανίες μικροηλεκτρονικής έχουν την τάση να μειώνουν τις ποσότητες κεφαλαίου και εργασίας που απορροφούν. Πράγματι, οι υπολογιστές όχι μόνο μειώνουν ταχύτατα τις απαιτήσεις τους σε εργασία για την ίδια τους την κατασκευή (η βιομηχανία των μικροτσίπ που περιορίζεται σε λίγα μόνο εργοστάσια παγκοσμίως είναι απίστευτα μηχανοποιημένη), αλλά και τείνουν να μειώνουν τις απαιτήσεις για εργατικό δυναμικό σε όλες τις γραμμές παραγωγής αυξάνοντας ραγδαία τον βαθμό αυτοματοποίησης[29]. Έτσι, αντί να αναζωογονήσει έναν στάσιμο βιομηχανικό τομέα και να αποκαταστήσει την διευρυμένη αναπαραγωγή –σύμφωνα με τις προβλέψεις του Schumpeter–, η άνοδος της βιομηχανίας ηλεκτρονικών υπολογιστών συνέβαλε στην αποβιομηχάνιση και στην απομείωση της κλίμακας της συσσώρευσης – σε συμφωνία με αυτές τους Μαρξ.

Πλεονάζων πληθυσμός υπό συνθήκες αποβιομηχάνισης: εργασία στις υπηρεσίες και τις παραγκουπόλεις

Η αποβιομηχάνιση ξεκίνησε στις ΗΠΑ, όπου το μερίδιο της απασχόλησης στη βιομηχανία άρχισε να μειώνεται κατά τη δεκαετία του ’60 μέχρι να πέσει τελείως τη δεκαετία του ’80, αλλά αυτή η τάση σύντομα γενικεύτηκε και στις περισσότερες άλλες χώρες με υψηλό ΑΕΠ, ακόμα και σε χώρες και περιοχές που θεωρούνται «εκβιομηχανιζόμενες»[30]. Η εκρηκτική ανάπτυξη ενός χαμηλόμισθου τομέα υπηρεσιών εν μέρει αντιστάθμισε την πτώση της απασχόλησης στη βιομηχανία. Παρ’ όλα αυτά, οι υπηρεσίες αποδείχθηκαν ανίκανες να αντικαταστήσουν τη βιομηχανία ως βάση ενός νέου γύρου διευρυμένης αναπαραγωγής. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 40 χρόνων το μέσο ΑΕΠ αυξάνεται όλο και πιο αργά σε κάθε κύκλο στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, μόνο με μια εξαίρεση στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ενώ οι πραγματικοί μισθοί έχουν παραμείνει στάσιμοι και οι εργαζόμενοι βασίζονται όλο και περισσότερο στην πίστωση για να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

Αν, όπως έχουμε υποστηρίξει, η διευρυμένη αναπαραγωγή δημιουργεί δυναμική ανάπτυξη όταν η αυξανόμενη παραγωγικότητα απελευθερώνει κεφάλαιο και εργασία από κάποιες γραμμές παραγωγής, τα οποία στη συνέχεια ανασυνδυάζει σε καινούριες ή αναπτυσσόμενες βιομηχανίες, τότε αυτό έχει μια σημαντική συνέπεια για την κατανόηση της μεγέθυνσης του τομέα παροχής υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες είναι, σχεδόν εξ ορισμού, οι δραστηριότητες εκείνες για τις οποίες οι αυξήσεις στην παραγωγικότητα δεν επιτυγχάνονται παρά μόνο περιθωριακά[31]. Ο μόνος γνωστός τρόπος για να βελτιωθεί δραστικά η αποδοτικότητα των υπηρεσιών είναι να μετατραπούν σε προϊόντα ώστε στη συνέχεια αυτά να παράγονται με βιομηχανικές διαδικασίες που γίνονται πιο αποδοτικές με την πάροδο του χρόνου. Πολλά βιομηχανικά προϊόντα είναι στην πραγματικότητα πρώην υπηρεσίες – παλιότερα τα πιάτα στα σπίτια των εύπορων τα έπλεναν υπηρέτες· σήμερα τα πλυντήρια πιάτων παρέχουν την ίδια υπηρεσία πιο αποτελεσματικά. Τα ίδια τα πλυντήρια δε, παράγονται με όλο και λιγότερη εργασία. Οι δραστηριότητες που παραμένουν υπηρεσίες τείνουν να είναι ακριβώς εκείνες για τις οποίες μέχρι στιγμής έχει αποδειχθεί αδύνατο να βρεθεί αντικαταστάτης στον κόσμο των προϊόντων[32].

Φυσικά, η αστική αντίληψη των «υπηρεσιών» είναι διαβόητα ανακριβής, περιλαμβάνοντας τα πάντα από τις λεγόμενες «χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες» μέχρι τους ιδιωτικούς υπαλλήλους γραφείου και το προσωπικό καθαριότητας των ξενοδοχείων, ακόμα και βιομηχανικές εργασίες που έχουν ανατεθεί σε εξωτερικούς εργολάβους. Πολλοί μαρξιστές έχουν προσπαθήσει να ενσωματώσουν την κατηγορία των υπηρεσιών σε εκείνη της μη παραγωγικής εργασίας, αλλά αν αναλογιστούμε τον παραπάνω χαρακτηρισμό γίνεται ξεκάθαρο ότι είναι πιο κοντά στη μαρξική σύλληψη της «τυπικής υπαγωγής». Ο Μαρξ άσκησε στον Σμιθ την κριτική πως έχει μια μεταφυσική αντίληψη της παραγωγικής και αναπαραγωγικής εργασίας –με την πρώτη να παράγει προϊόντα και τη δεύτερη όχι–, μια αντίληψη που αντικατέστησε με μια τεχνική διάκριση μεταξύ της εργασίας που εκτελείται ως κομμάτι της διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου και της εργασίας που εκτελείται έξω από αυτήν τη διαδικασία για τον άμεσο καταναλωτή. Στα Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής ο Μαρξ υποστηρίζει ότι θεωρητικά όλη η μη παραγωγική εργασία μπορεί να γίνει παραγωγική, κι αυτό σημαίνει μόνο ότι έχει υπαχθεί τυπικά στην καπιταλιστική διαδικασία αξιοποίησης[33]. Ωστόσο, οι τυπικά υπαγμένες δραστηριότητες παράγουν απόλυτη υπεραξία. Για να παράγουν σχετική υπεραξία είναι απαραίτητο να μετασχηματιστεί η υλική διαδικασία της παραγωγής έτσι ώστε να επιδέχεται ταχείες αυξήσεις της παραγωγικότητας (συνεργασία, βιομηχανία, μεγάλη βιομηχανία, μηχανές) – με άλλα λόγια πραγματική υπαγωγή. Όταν αστοί οικονομολόγοι όπως ο Rowthorn μιλούν για «τεχνολογικά στάσιμες υπηρεσίες» ανακαλούν χωρίς να το ξέρουν την αντίληψη του Μαρξ για την εργασιακή διαδικασία που έχει υπαχθεί μόνο τυπικά και όχι πραγματικά.

Έτσι, καθώς η οικονομία αναπτύσσεται, η πραγματική παραγωγή σε «υπηρεσίες» τείνει να αυξάνεται, αλλά το κάνει αυτό μόνο προσθέτοντας νέους εργάτες ή εντατικοποιώντας την εργασία των ήδη υπαρχόντων, τουτέστιν παράγοντας απόλυτη παρά σχετική υπεραξία. Στους περισσότερους από αυτούς τους τομείς, οι μισθοί αποτελούν σχεδόν το σύνολο των δαπανών κι έτσι πρέπει να κρατηθούν σε χαμηλά επίπεδα για να παραμείνουν οι υπηρεσίες οικονομικά προσιτές και κερδοφόρες, ειδικά όταν οι άνθρωποι που τις αγοράζουν είναι φτωχοί οι ίδιοι: εξ ου τα McDonald’s και τα Wal-Mart στις ΗΠΑ – ή το τεράστιο άτυπο προλεταριάτο στην Ινδία και την Κίνα[34].

Είναι μια ιδιάζουσα αναλυτική αποτυχία το ότι σήμερα, σε κάποιους κύκλους, η αποβιομηχάνιση των χωρών με υψηλό ΑΕΠ αποδίδεται στην εκβιομηχάνιση των χωρών με χαμηλό ΑΕΠ, ενώ σε άλλους κύκλους, η αποβιομηχάνιση των χωρών με χαμηλό ΑΕΠ αποδίδεται στις πολιτικές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας που υπηρετούν τα συμφέροντα των χωρών με υψηλό ΑΕΠ. Στην πραγματικότητα, σχεδόν όλες οι χώρες του κόσμου έχουν συμμετάσχει στον ίδιο παγκόσμιο μετασχηματισμό, αλλά σε διαφορετικό βαθμό η κάθε μία. Στις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου, πολλές χώρες στράφηκαν στον «φορντισμό» – στην εισαγωγή δηλαδή μεθόδων μαζικής παραγωγής, που κατέστη δυνατή χάρις τις κρατικά επιχορηγούμενες «μεταφορές τεχνολογίας» από τις χώρες με υψηλό ΑΕΠ. Ο φορντισμός συχνά εκλαμβάνεται ως μια εθνική οικονομική αναπτυξιακή πολιτική, βασισμένη σε μια «συμφωνία μεταξύ κεφαλαίου και εργατών για το μοίρασμα των κερδών από την αύξηση της παραγωγικότητας. Όμως ο φορντισμός, σχεδόν από την αρχή, στηριζόταν σε μια διεθνοποίηση του εμπορίου στις βιομηχανίες. Η Ευρώπη και η Ιαπωνία επωφελήθηκαν περισσότερο από την αναζωπύρωση του διεθνούς εμπορίου στις δεκαετίες του ’50 και του ’60: τα κεφάλαια σε αυτές τις χώρες μπόρεσαν να επιτύχουν τεράστιες οικονομίες κλίμακας παράγοντας για το διεθνές εμπόριο, ξεπερνώντας έτσι τα όρια των εγχώριων αγορών τους. Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’60, τα κεφάλαια σε χώρες με χαμηλό ΑΕΠ όπως η Βραζιλία και η Νότια Κορέα, έκαναν το ίδιο πράγμα: ακόμα κι αν κατάφερναν να καταλάβουν μικρό μόνο μερίδιο της ταχέως αναπτυσσόμενης διεθνούς αγοράς εξαγωγών, θα αναπτύσσονταν πολύ περισσότερο απ’ όσο θα ήταν δυνατό στις εγχώριες αγορές τους. Συνεπώς, στην περίοδο πριν το 1973, η διεθνοποίηση του εμπορίου ήταν συνδεδεμένη με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης σε όλες τις εκβιομηχανιζόμενες χώρες.

Μετά το 1973 η κατάσταση άλλαξε. Οι αγορές για τις βιομηχανίες έφθαναν σε κορεσμό και γινόταν ολοένα πιο σαφές ότι λίγες χώρες μπορούσαν να παράσχουν τη βιομηχανική παραγωγή για όλο τον κόσμο (σήμερα μία κινέζικη εταιρεία προμηθεύει πάνω από τους μισούς φούρνους μικροκυμάτων του κόσμου). Εξ ου και η κρίση της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, τουτέστιν μια συνδυασμένη κρίση υπερπαραγωγής και υποκατανάλωσης που σηματοδοτήθηκε από την παγκόσμια πτώση του ποσοστού κέρδους και οδήγησε σε πολλαπλασιασμό των μορφών ανεργίας και επισφαλούς απασχόλησης. Καθώς το σύμφωνο κεφαλαίου-εργασίας έσπασε, μιας και βασιζόταν πάντα σε υγιείς ρυθμούς ανάπτυξης παγκόσμια, οι μισθοί παρέμειναν στάσιμοι. Το κεφάλαιο σε όλες τις χώρες άρχισε να εξαρτάται ακόμα περισσότερο από το διεθνές εμπόριο, αλλά, από δω και στο εξής, τα κεφάλαια σε κάποιες χώρες θα διευρύνονταν μόνο εις βάρος των κεφαλαίων σε άλλες χώρες. Αν και δεν είχαν φθάσει ακόμα στο ίδιο επίπεδο με τις χώρες υψηλού ΑΕΠ, οι χώρες με χαμηλό ΑΕΠ μετείχαν στην ίδια διεθνή κρίση. Τα Προγράμματα Διαρθρωτικής Προσαρμογής απλά επιτάχυναν τη μετάβασή τους σε ένα νέο, ασταθές διεθνές πλαίσιο. Η αποβιομηχάνιση, ή έστω η στασιμότητα στη διεθνή απασχόληση εδραιώθηκε σχεδόν καθολικά στις εκβιομηχανιζόμενες χώρες στις δεκαετίες του 1980 και του ’90[35].

Για τις χώρες που παρέμειναν αγροτικές, ή βασίζονταν σε παραδοσιακές εξαγωγές ή εξαγωγές πόρων, η κρίση ήταν ακόμα πιο καταστροφική, καθώς οι τιμές των «παραδοσιακών» εμπορευμάτων κατέρρευσαν ενώπιον της μειούμενης ζήτησης. Και εδώ επίσης, πρέπει να δούμε τις μακροπρόθεσμες τάσεις. Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, οι εξελίξεις στη γεωργία αύξησαν ριζικά τη διαθεσιμότητα φθηνής τροφής. Πρώτον, μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κατασκευάστηκαν συνθετικά λιπάσματα σε πρώην εργοστάσια πολεμοφοδίων, καθιστώντας έτσι δυνατή την αύξηση της παραγωγικότητας της γης με νέες ποικιλίες καλλιεργειών υψηλής απόδοσης. Δεύτερον, η χρήση μηχανών με κινητήρες αύξησε την παραγωγικότητα της γεωργικής εργασίας. Και οι δυο αυτές τεχνολογίες ήταν προσαρμοσμένες στην παραγωγή σε τροπικά κλίματα. Έτσι, σχεδόν αμέσως αφότου η παγκόσμια αγροτιά σύρθηκε στην αγορά από τις υψηλές τιμές των γεωργικών προϊόντων που προέκυψαν από την έκρηξη του πολέμου της Κορέας, αυτές οι ίδιες οι τιμές άρχισαν να πέφτουν συνεχώς. Επομένως, στις χώρες χαμηλού ΑΕΠ η έξοδος από τη γεωργία ήταν σε εξέλιξη ήδη από τη δεκαετία του ’50. Ήταν το αποτέλεσμα όχι μόνο της διαφοροποίησης και της εκδίωξης της αγροτιάς σύμφωνα με τη βιωσιμότητα της αγοράς, αλλά επίσης και της τεράστιας αύξησης του ίδιου του πληθυσμού (που στηρίχθηκε στο φθηνό φαγητό και τη σύγχρονη ιατρική). Η αύξηση του μεγέθους των νοικοκυριών σήμαινε ότι οι παραδοσιακές μορφές της κληρονομιάς τώρα κονιορτοποιούσαν τη γαιοκτησία, ενώ η αύξηση της πυκνότητας του πληθυσμού έφτασε το οικοσύστημα στα όριά του, καθώς οι πόροι του χρησιμοποιούνταν με μη βιώσιμο τρόπο[36]. Για ακόμα μία φορά, τα Προγράμματα Διαρθρωτικής Προσαρμογής των δεκαετιών του 1980 και του ’90, τα οποία ανάγκασαν τις χρεωμένες χώρες να άρουν τις γεωργικές επιδοτήσεις, έδωσαν απλώς το τελειωτικό χτύπημα στους αγρότες που ήδη μετά βίας στέκονταν στα πόδια τους.

Θα πρέπει επομένως να είναι πια σαφές ότι η αποβιομηχάνιση δεν προκαλείται από την εκβιομηχάνιση του «τρίτου κόσμου». Σήμερα, το μεγαλύτερο κομμάτι της βιομηχανικής εργατικής τάξης του κόσμου ζει έξω από τον «πρώτο κόσμο», ακριβώς όπως και το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Οι χώρες χαμηλού ΑΕΠ έχουν περισσότερους εργαζόμενους στη βιομηχανία σε απόλυτο αριθμό, όχι όμως και συγκριτικά με τον πληθυσμό τους. Η σχετική βιομηχανική απασχόληση μειώνεται ακόμα κι ενόσω η γεωργική απασχόληση καταρρέει. Ακριβώς όπως η αποβιομηχάνιση στις χώρες υψηλού ΑΕΠ συνεπάγεται τόσο τη φυγή από τη βιομηχανία όσο και την αποτυχία του τομέα των υπηρεσιών να πάρει τη θέση της, έτσι και η εκρηκτική ανάπτυξη των παραγκουπόλεων στις χώρες χαμηλού ΑΕΠ συνεπάγεται τόσο τη φυγή από την ύπαιθρο όσο και την αποτυχία της βιομηχανίας να απορροφήσει τον αγροτικό πλεονάζοντα πληθυσμό. Ενώ παλιότερα η Παγκόσμια Τράπεζα συνήθιζε να υποδεικνύει πως οι αυξανόμενοι πλεονάζοντες πληθυσμοί σε όλο τον κόσμο είναι απλά ένα μεταβατικό στοιχείο, τώρα πια αναγκάζονται να παραδεχθούν τη μονιμότητα αυτής της κατάστασης. Περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σήμερα ίσα που τα φέρνουν βόλτα σε τραγικές συνθήκες, μέσω μιας ατέρμονης μετανάστευσης μεταξύ αστικών και αγροτικών παραγκουπόλεων και φτωχογειτονιών, αναζητώντας προσωρινή και περιστασιακή εργασία οπουδήποτε αυτή μπορεί να βρεθεί[37].

Πλεόνασμα κεφαλαίου σε συνθήκες πλεονάσματος πληθυσμού

Έχουμε περιγράψει το πώς η συσσώρευση κεφαλαίου επί μακρόν οδηγεί τις παλιές γραμμές παραγωγής να ξεφορτωθούν εργατικό δυναμικό και κεφάλαιο, τα οποία εν συνεχεία ανασυνδυάζονται σε νέες διευρυνόμενες γραμμές. Αυτή είναι η δυναμική του κεφαλαίου, που την ίδια ακριβώς στιγμή γίνεται και όριό του. Μιας και το κεφάλαιο αποβάλλεται άσχετα με το αν μπορεί να βρει παραγωγικούς άξονες επένδυσης, φτάνει ένα σημείο όπου αρχίζει να σωρεύεται στο σύστημα «πλεονάζον» κεφάλαιο, δίπλα στο πλεονάζον εργατικό δυναμικό που δεν απασχολεί πια. Ο Μαρξ πραγματεύεται αυτά τα φαινόμενα σε ένα τμήμα του 3ου τόμου του Κεφαλαίου με τίτλο «Πλεόνασμα κεφαλαίου σε συνθήκες πλεονάσματος πληθυσμού»[38]. Στο μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του άρθρου επικεντρωθήκαμε σε αυτό το τελευταίο φαινόμενο, κυρίως εξαιτίας της παραμέλησης αυτής της τάσης από τους αναγνώστες του Μαρξ. Σε αυτή την τελευταία ενότητα, θα εξετάσουμε κάποιες πρόσφατες εκδηλώσεις του πρώτου, καθώς η ιστορία του πλεονάζοντος κεφαλαίου μεσολαβεί και στρεβλώνει την ιστορία των πλεοναζόντων πληθυσμών. Δυστυχώς, ίσα που θα αγγίξουμε αυτό το θέμα εδώ, αφήνοντας μια πιο εκτεταμένη επεξεργασία του για το Endnotes 3.

Οι ΗΠΑ βγήκαν αλώβητες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ως η πιο προηγμένη καπιταλιστική χώρα, με την ευρύτερη εγχώρια αγορά, τον μικρότερο αγροτικό πληθυσμό (σε ποσοστά απασχόλησης) και τις πιο προηγμένες βιομηχανικές τεχνολογίες. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, οι ΗΠΑ ήταν υπεύθυνες για περισσότερο από τη μισή παγκόσμια παραγωγή[39]. Βγήκαν επίσης από τον πόλεμο ως οι κατεξοχήν πιστωτές παγκοσμίως, κατέχοντας τα δύο τρίτα των παγκόσμιων αποθεμάτων χρυσού και με τις περισσότερες συμμαχικές δυνάμεις να τους χρωστάνε τεράστια χρηματικά ποσά. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ΗΠΑ μπορούσαν να ξαναχτίσουν με τους δικούς τους όρους τη διεθνή νομισματική τάξη, η οποία ήταν ένα μπάχαλο από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Με το Bretton Woods το δολάριο καθιερώθηκε ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα, το μόνο νόμισμα που θα έπρεπε να υποστηρίζεται ευθέως από χρυσό, και όλα τα υπόλοιπα νομίσματα προσδέθηκαν στο δολάριο (δημιουργώντας ένα σταθερό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών το οποίο εντούτοις επέτρεπε περιοδικές αναπροσαρμογές). Από τη μία πλευρά, καθορίζοντας το νόμισμά τους με βάση το δολάριο, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις ανακουφίστηκαν προσωρινά από την εξισορρόπηση του προϋπολογισμού τους κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ, διευκολύνοντας την ανοικοδόμηση, εξασφάλισαν αγορές για τις εξαγωγές του κεφαλαίου τους, που με τη σειρά τους διευκόλυναν την αγορά των αμερικάνικων προϊόντων από τους ευρωπαίους. Με αυτόν τον τρόπο, τα ευρωπαϊκά δημοσιονομικά ελλείμματα χρηματοδοτήθηκαν από τις εξαγωγές κεφαλαίου των ΗΠΑ και ουσιαστικά εντάχθηκε στις συμφωνίες του Bretton Woods μια διαρκής ανισορροπία στο υπερατλαντικό εμπόριο. Μια ανισορροπία, ωστόσο, που έμελλε σύντομα να εξαϋλωθεί.

Με την υποστήριξη της εισροής δολαρίων διαμέσου των άμεσων ξένων επενδύσεων (που συχνά ήταν στρατιωτικές), των δανείων και της πίστωσης, οι ευρωπαϊκές χώρες και οι αμερικανικές εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στην Ευρώπη εισήγαγαν από τις ΗΠΑ κεφαλαιουχικά αγαθά για να επεκτείνουν την ευρωπαϊκή παραγωγική ικανότητα. Η ίδια διεργασία έλαβε χώρα στην Ιαπωνία, με τον πόλεμο της Κορέας να παίζει το ρόλο του σχεδίου Μάρσαλ (αν και στην Ιαπωνία οι αμερικάνικες θυγατρικές εταιρείες έλαμψαν δια της απουσίας τους). Όλο αυτό παρακινήθηκε από τις ΗΠΑ, οι οποίες διευκόλυναν τη μεταφορά των τεχνολογιών τους μαζικής παραγωγής και διανομής σε όλο τον κόσμο. Ήδη από τη δεκαετία του 1960, πολλές χώρες είχαν αναπτύξει την παραγωγική τους ικανότητα σε τέτοιο βαθμό που δεν στηρίζονταν πια στις εισαγωγές από τις ΗΠΑ. Επιπρόσθετα, κάποιες από αυτές τις χώρες άρχιζαν να ανταγωνίζονται του ίδιους τους παραγωγούς των ΗΠΑ στους οποίους μέχρι πρότινος βασιζόντουσαν. Αυτός ο ανταγωνισμός διαδραματίστηκε καταρχάς σε τρίτες αγορές και στη συνέχεια στην ίδια την αμερικανική εγχώρια αγορά. H προκύπτουσα αντιστροφή του εμπορικού ισοζυγίου των ΗΠΑ στα μέσα της δεκαετίας του ’60 σήμανε το γεγονός ότι η ανάπτυξη της παγκόσμιας παραγωγικής ικανότητας προσέγγιζε ένα όριο. Από τούδε και στο εξής, ο ανταγωνισμός για ένα μερίδιο στις εξαγωγές θα γινόταν ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος.

Ενώ κατά τη διάρκεια της ραγδαίας μεταπολεμικής ανάπτυξης η εξαγωγή δολαρίων μέσω άμεσων ξένων επενδύσεων επέτρεψε την ταχεία ανάπτυξη στις χώρες που παρουσίαζαν ελλείμματα, αυτή η αλλαγή φάσης σήμαινε ότι οι εξαγωγές κεφαλαίου των ΗΠΑ γινόντουσαν ολοένα και περισσότερο πληθωριστικές[40]. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα των ΗΠΑ που σημείωναν μια συνεχή βαθμιαία άνοδο από τον πόλεμο του Βιετνάμ και μετά, το μόνο που έκαναν ήταν να εντείνουν το πρόβλημα του πληθωρισμού, καθώς η φαινομενικά αναπόφευκτη υποτίμηση του δολαρίου απειλούσε να υπονομεύσει τα αποθεματικά, και ως εκ τούτου και το ισοζύγιο πληρωμών όλων των εθνών, τανύζοντας το σύστημα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών μέχρι τα όριά του. Το αποτέλεσμα ήταν ότι από τη μία πολλές κεντρικές τράπεζες άρχισαν να μετατρέπουν τα δολάριά τους σε χρυσό (αναγκάζοντας τις ΗΠΑ να θέσουν ένα πραγματικό τέλος στη μετατρεψιμότητα το 1968), ενώ από την άλλη το συσσωρευμένο πλεόνασμα δολαρίων στις αγορές ευρωδολαρίων άρχισε να ασκεί κερδοσκοπικές πιέσεις στα νομίσματα των βασιζόμενων στις εξαγωγές οικονομιών που κινδύνευαν περισσότερο από τις επιπτώσεις της υποτίμησης του δολαρίου. Σε αυτές περιλαμβάνονταν τόσο εκείνες οι αναπτυσσόμενες χώρες που είχαν προσδέσει το νόμισμά τους στο δολάριο και επομένως κινδύνευαν να δουν τις πρωτογενείς τους εξαγωγές εμπορευμάτων να χάνουν την αξία τους σε σχέση με τις εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων στις οποίες βασιζόταν η ανάπτυξή τους, όσο και τα ανεπτυγμένα κράτη των οποίων οι εξαγωγικές αγορές κινδύνευαν να υπονομευτούν από την ανατίμηση των νομισμάτων τους σε σχέση με το δολάριο. Με τη συνεπακόλουθη εγκατάλειψη του Bretton-Woods και της πολιτικής της «καλοήθους αμέλειας» (benign neglect) όσον αφορά το έλλειμμα, οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν αυτήν την απειλή της υποτίμησης του δολαρίου για να επιβάλουν στον υπόλοιπο κόσμο ένα νέο ευέλικτο δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, αναθέτοντας αποτελεσματικά τη δουλειά της σταθεροποίησης του δολαρίου στις ξένες κεντρικές τράπεζες που θα ήταν αναγκασμένες να ξοδέψουν το πλεόνασμα δολαρίων τους στην αγορά χρεογράφων των ΗΠΑ, προκειμένου να διατηρήσουν σταθερή την αξία του δικού τους νομίσματος σε δολάρια. Αυτό εξαφάνισε από κάθε άποψη τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, δινοντας στις ΗΠΑ τη δυνατότητα να δημιουργούν και να αυξάνουν τα ελλείμματα όπως και να εκδίδουν δολάρια κατά βούληση, γνωρίζοντας ότι τα ξένα κράτη δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να τα ανακυκλώσουν πίσω στις χρηματοπιστωτικές αγορές των ΗΠΑ, και ειδικότερα στο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ που σύντομα αντικατέστησε τον χρυσό ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα[41].

Το ανακυκλωμένο πλεόνασμα δολαρίων έδωσε τεράστια ώθηση στις παγκόσμιες χρηματαγορές, όπου έγινε παράγοντας κλειδί στις έξαφνα εξαιρετικά ευμετάβλητες αγορές συναλλάγματος – τόσο ως αιτία αυτής της μεταβλητότητας όσο και ως οι μοναδικοί διαθέσιμοι πόροι για την αντιστάθμιση των κινδύνων τους. Ακόμη, το πλεόνασμα δολαρίων άλλαξε ριζικά το περιβάλλον των αγορών και διαμόρφωσε την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας για τα επόμενα 30 χρόνια. Επειδή ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από την παγκόσμια επενδυτική ζήτηση, αυτή η «γιγάντια δεξαμενή χρήματος» έγινε η πηγή τόσο του διογκωμένου κρατικού και καταναλωτικού χρέους όσο και κερδοσκοπικών χρηματοπιστωτικών φουσκών. Υπό την τελευταία έννοια, το πλεόνασμα δολαρίων έχει γίνει κάτι σαν φάντασμα που πλανιέται πάνω από τον πλανήτη, δημιουργώντας πρωτοφανείς φούσκες περιουσιακών στοιχείων (asset bubbles) σε οποιαδήποτε εθνική οικονομία έχει την ατυχία να τραβήξει την προσοχή τους[42].

Αυτή η αλυσίδα από φούσκες και χρεοκοπίες ξεκίνησε στη λατινική Aμερική στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η εισροή ανακυκλωμένων πετροδολαρίων (που είχε σαν έναυσμα τα υπό του μηδενός πραγματικά επιτόκια του δολαρίου) δημιούργησε μια ολόκληρη σειρά από υψηλού κινδύνου χρηματοοικονομικές καινοτομίες (συμπεριλαμβανομένων των διαβόητων «δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο»), το σύνολο των οποίων κατέρρευσε όταν το σοκ Volcker[43] ξανανέβασε τις τιμές των επιτοκίων. Αυτό που έσωσε την οικονομία των ΗΠΑ από τον συνεπακόλουθο αποπληθωρισμό και επέτρεψε τον πολλαπλασιασμό των κεϋνσιανών δαπανών του Reagan, ήταν το ανακυκλωμένο πλεόνασμα δολαρίων από την Ιαπωνία. Κι όμως, οι ΗΠΑ ευχαρίστησαν την Ιαπωνία για την καλοσύνη της υποτιμώντας τη συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου έναντι του γιεν στη «Συμφωνία Πλάζα» (Plaza Accords) το 1985,[44] στέλνοντας έτσι την ιαπωνική οικονομία σε μια ακόμα μεγαλυτέρων διαστάσεων φούσκα τιμών περιουσιακών στοιχείων, η οποία τελικά έσκασε το 1991. Αυτό με τη σειρά του πυροδότησε μια σειρά από φούσκες στις οικονομίες της Ανατολικής Ασίας, στις οποίες η Ιαπωνία είχε εξαγάγει την παραγωγική της ικανότητα (για να μπορέσει να τα φέρει βόλτα το ανατιμημένο γιεν). Αυτές οι οικονομίες, όπως και άλλες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής, που είχαν συνδέσει τα νομίσματά τους με το δολάριο, στη συνέχεια κατέρρευσαν, ως αργοπορημένη συνέπεια της ανατίμησης του δολαρίου στην αντίστροφη συμφωνία Πλάζα του 1995. Μολαταύτα, αυτό απλώς μετακίνησε τη φούσκα πίσω στις ΗΠΑ, καθώς η ευημερία του χρηματιστηρίου αξιών των ΗΠΑ που δημιουργήθηκε από την ανατίμηση του δολαρίου έδωσε τη θέση της στη φούσκα των dot-com[45]. Αυτή η τελευταία μετατράπηκε το 2001 στη φούσκα των ακινήτων, όταν η ζήτηση των εταιρειών των ΗΠΑ για χρέος αποδείχθηκε πως ήταν ανεπαρκής ως χαβούζα του παγκόσμιου πλεονάσματος δολαρίων. Αν αυτές οι δυο φούσκες περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στις ΗΠΑ (παρόλο που η φούσκα των ακινήτων επεκτάθηκε και στην Ευρώπη), αυτό συνέβη διότι χάρη στο μέγεθος και στο εκδοτικό του προνόμιο (seigniorage privileges) είναι πλέον η μόνη οικονομία που μπορεί να αντεπεξέλθει στην εισροή αυτού του πλεονάσματος δολαρίων για ένα οσοδήποτε παρατεταμένο χρονικό διάστημα.

Εάν τοποθετήσουμε το φαινόμενο αυτό στο συγκείμενο της ιστορίας της αποβιομηχάνισης και της στασιμότητας που περιγράφηκαν ανωτέρω, γίνεται εύλογο να το φανταστεί κανείς σαν ένα παιχνίδι με «μουσικές καρέκλες» στο οποίο η διασπορά της παραγωγικής ικανότητας σε όλο τον κόσμο, συνδυασμένη με την αυξανόμενη παραγωγικότητα, συνεχώς επιδεινώνει την παγκόσμια πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα. Η τελευταία τότε κρατιέται σε κίνηση μόνο από μια συνεχή διαδικασία που μεταθέτει διαρκώς το βάρος του πλεονάσματος από τη μία διογκωμένη από τις φούσκες οικονομία στην άλλη. Κι αυτές οι οικονομίες μπορούν μόνο να απορροφήσουν το πλεόνασμα αυξάνοντας το χρέος στη βάση των υπερβολικά χαμηλών βραχυπρόθεσμων επιτοκίων και του πλασματικού πλούτου που αυτά παράγουν, και μόλις τα επιτόκια αρχίζουν να ανεβαίνουν και ο κερδοσκοπικός πυρετός κοπάσει, όλες οι φούσκες αναπόφευκτα πρέπει να σκάσουν – η μια μετά την άλλη.

Πολλοί έχουν αποκαλέσει αυτό το φαινόμενο «χρηματιστικοποίηση», ένας διφορούμενος όρος ο οποίος υποδηλώνει την αυξανόμενη κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου πάνω στο βιομηχανικό ή το εμπορικό κεφάλαιο. Όμως οι ιστορίες της «ανόδου του χρηματοπιστωτικού τομέα», σε όλες τις μορφές τους, αποκρύπτουν τόσο τις πηγές του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου όσο και τους λόγους της ανάπτυξής του ως τομέα που συνεχίζει ακόμα και τη στιγμή που του γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να διατηρήσει τα ποσοστά απόδοσής του. Για το πρώτο, θα πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο τη δεξαμενή του πλεονάσματος δολαρίων, πράγμα που ήδη πράξαμε, αλλά και το γεγονός ότι η στασιμότητα στους μη χρηματοπιστωτικούς τομείς μετατοπίζει ολοένα και περισσότερο την επενδυτική ζήτηση προς τις δημόσιες εγγραφές (IPO’s)[45], τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές, οι οποίες δημιουργούν προμήθειες και μερίσματα για τις χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Όσον αφορά το δεύτερο, η απουσία παραγωγικών επενδυτικών ευκαιριών, σε συνδυασμό με μια επεκτατική νομισματική πολιτική, κράτησε ασυνήθιστα χαμηλά αμφότερα τα βραχυπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, πράγμα που ανάγκασε την οικονομία να παίρνει ολοένα και μεγαλύτερα ρίσκα για να επιτύχει τις ίδιες αποδόσεις στις επενδύσεις. Αυτό το αυξανόμενο επίπεδο κινδύνου (που είναι το μέτρο της οικονομίας για την πτώση της κερδοφορίας) με τη σειρά του συγκαλύπτεται από ολοένα περισσότερο περίπλοκες χρηματοπιστωτικές «καινοτομίες» που ανά περιόδους απαιτούν μέτρα διάσωσης από τις κυβερνήσεις των κρατών όταν καταρρέουν.

Η άνευ προηγουμένου αδυναμία της ανάπτυξης στις χώρες με υψηλό ΑΕΠ την περίοδο 1997-2009, η μηδενική αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών και της απασχόλησης καθ’ όλον τον οικονομικό κύκλο, η σχεδόν πλήρης εξάρτηση των νοικοκυριών και των κατασκευών για τη διατήρηση του ΑΕΠ από το χρέος – όλα αυτά μαρτυρούν την ανικανότητα του πλεονάζοντος κεφαλαίου στη χρηματοπιστωτική του μορφή να ανασυνδυαστεί με την πλεονάζουσα εργασία και να εγείρει νέα δυναμικά πρότυπα διευρυμένης αναπαραγωγής[47]. Οι φούσκες της Ευρώπης των μέσων του 19ου αιώνα δημιούργησαν τους εθνικούς σιδηροδρόμους. Ακόμα και η ιαπωνική φούσκα της δεκαετίας του 1980 άφησε πίσω της μια νέα παραγωγική ικανότητα η οποία ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε πλήρως. Αντίθετα, οι δυο φούσκες των τελευταίων δεκαετιών που είχαν ως επίκεντρο τις ΗΠΑ δημιούργησαν απλώς μια πληθώρα καλωδίων τηλεπικοινωνίας σε έναν ολοένα και πιο ασύρματο κόσμο, καθώς και τεράστιες εκτάσεις με κατοικίες που είναι οικονομικά και οικολογικά μη βιώσιμες. Το «δικαίωμα πώλησης του Greenspan» (Greenspan put)[48] –η πρόκληση μιας «άνθισης της οικονομίας μέσα στη φούσκα»– απέτυχε. Έδειξε απλώς τις φθίνουσες αποδόσεις που φέρνει η εισαγωγή περισσότερου χρέος μέσα σε ένα ήδη υπερχρεωμένο σύστημα.

…και η Κίνα;

Μια συνήθης αντίρρηση στα όσα αναφέραμε μέχρι στιγμής είναι να επισημαίνεται η Κίνα ως μια προφανής εξαίρεση σε αυτήν την εικόνα παγκόσμιας στασιμότητας, ιδιαίτερα στο μέτρο που σχετίζεται με κατά τα άλλα παγκόσμιες τάσεις αποβιομηχάνισης και υποαπασχόλησης. Φυσικά, αυτά τα χρόνια η Κίνα έγινε μια παγκόσμια βιομηχανική υπερδύναμη, αλλά αυτό το έκανε όχι ανοίγοντας νέες αγορές ή καινοτομώντας με νέες παραγωγικές τεχνικές, αλλά συγκροτώντας μαζικά τη βιομηχανική παραγωγική της ικανότητα εις βάρος άλλων χωρών[49]. Οι πάντες υποθέτουν ότι αυτή η διεύρυνση θα πρέπει να επέφερε και μια ιστορική αύξηση στο μέγεθος της κινέζικης βιομηχανικής εργατικής τάξης, αλλά αυτό είναι εντελώς αναληθές. Οι τελευταίες στατιστικές δείχνουν ότι τελικά, η Κίνα δεν δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας στη βιομηχανία μεταξύ του 1993 και του 2006, με τον συνολικό αριθμό βιομηχανικών εργατών να κυμαίνεται πάντα γύρω στα 110 εκατομμύρια[50]. Κι αυτό δεν είναι τόσο απροσδόκητο όσο μπορεί να φαίνεται με την πρώτη ματιά, για δύο λόγους.

Πρώτον, τα τελευταία τριάντα χρόνια, η εκβιομηχάνιση των νέων βιομηχανιών του νότου –που βασιζόταν αρχικά στην επεξεργασία των εξαγωγών από το Χονγκ Κονγκ και την Ταϊβάν– έχει συμβαδίσει με την εσωτερική καταστροφή των παλιών μαοϊκών βιομηχανιών στα βορειοανατολικά. Αυτό μπορεί εν μέρει να εξηγήσει γιατί στην Κίνα, σε αντίθεση με τη Γερμανία, την Ιαπωνία, ή την Κορέα (νωρίτερα κατά τη μεταπολεμική περίοδο), δεν είδαμε σχεδόν καμία αύξηση των πραγματικών μισθών κατά τη διάρκεια δεκαετιών με θαυμαστούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Δεύτερον, η Κίνα δεν αναπτύχθηκε μόνο στη βάση της βιομηχανίας εντάσεως εργασίας. Οι χαμηλοί μισθοί τη βοήθησαν να ανταγωνιστεί σε ένα φάσμα βιομηχανιών, από την κλωστοϋφαντουργία και την κατασκευή παιχνιδιών μέχρι τα αυτοκίνητα και τους υπολογιστές. Η ενσωμάτωση των υπαρχουσών καινοτομιών εξοικονόμησης εργασίας σε επιχειρήσεις των αναπτυσσόμενων κρατών, συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας, σήμαινε ότι ακόμα και με την αυξανόμενη γεωγραφική επέκταση, κάθε σύνολο εκβιομηχανιζόμενων χωρών πέτυχε χαμηλότερα επίπεδα βιομηχανικής απασχόλησης (σε σχέση με το συνολικό εργατικό δυναμικό). Αυτό σημαίνει ότι όχι μόνο η Κίνα έχασε θέσεις εργασίας στις παλιότερες βιομηχανίες της, αλλά και ότι οι νέες βιομηχανίες τείνουν να απορροφούν ολοένα και λιγότερη εργασία σε σχέση με την αύξηση της παραγωγής.

Τον 19ο αιώνα, όταν η Αγγλία ήταν το εργαστήρι του κόσμου, το 95 τοις εκατό αυτού του κόσμου ήταν αγρότες. Σήμερα, όταν η συντριπτική πλειονότητα του κόσμου εξαρτάται από τις παγκόσμιες αγορές για την επιβίωσή της, η ικανότητα μιας χώρας να παράγει για όλες τις υπόλοιπες σημαίνει καταστροφή, τόσο γι’ αυτούς που πρέπει να κρατηθούν στη φτώχεια για να διατηρηθούν οι τιμές των εξαγωγών όσο και για τα τεράστια πλήθη των οποίων η εργασία δεν είναι πια απαραίτητη αλλά και δεν μπορούν να βασιστούν σε δικούς τους πόρους για να επιβιώσουν. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εναπομείναντες αγρότες αυτού του κόσμου δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως όπλο εκσυγχρονισμού, δηλαδή ως μια δεξαμενή εργασιακής και καταναλωτικής ζήτησης από την οποία μπορούν να αντληθούν ώστε να επιταχυνθεί ο ρυθμός εκβιομηχάνισης. Μετατρέπονται σε καθαρό πλεόνασμα. Κι αυτό ισχύει για την Ινδία και την υποσαχάρια Αφρική – και για την Κίνα.

Συμπέρασμα

Σήμερα πολλοί μιλούν για «άνεργη ανάκαμψη», όμως αν ο «γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης» ισχύει, τότε κάθε καπιταλιστική ανάκαμψη τείνει ολοένα περισσότερο να είναι τέτοια. Η τάση των «ώριμων» βιομηχανιών να αποβάλλουν εργασία, ενώ διευκολύνει τη διευρυμένη αναπαραγωγή, τείνει επίσης να παγιώσει έναν πλεονάζοντα πληθυσμό που δεν μπορεί να απορροφηθεί πλήρως από την επακόλουθη ανάπτυξη. Αυτό οφείλεται στην προσαρμοστικότητα των διαφόρων τεχνολογιών εξοικονόμησης εργασίας στις γραμμές παραγωγής, πράγμα που σημαίνει ότι η παραγωγή νέων προϊόντων τείνει να χρησιμοποιεί τις καινοτόμες παραγωγικές διαδικασίες. Όμως οι καινοτομίες που εισάγονται είναι μόνιμες και η χρήση τους γενικεύεται στα καινούρια και στα παλιά κεφάλαια, ενώ τα καινοτόμα προϊόντα έχουν μια εγγενώς περιορισμένη δυνατότητα να δημιουργήσουν καθαρή αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Εδώ το πρόβλημα δεν είναι απλά ότι τα καινοτόμα προϊόντα πρέπει να προκύπτουν με αυξανόμενο ρυθμό για να απορροφήσουν το πλεόνασμα που πετιέται από τις καινοτομίες της διαδικασίας παραγωγής, αλλά ότι η ίδια η επίσπευση των καινοτομιών στον τομέα των προϊόντων επισπεύδει τις καινοτομίες της διαδικασίας παραγωγής[51].

Όμως, αν ο «γενικός νόμος» ανεστάλη για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα για τους λόγους που περιγράψαμε πιο πάνω, οι αυξανόμενες παγκόσμιες μάζες υποαπασχολούμενων του σήμερα δεν μπορούν να αποδοθούν στην επανεπιβεβαίωσή του, τουλάχιστον όχι έτσι απλοϊκά. Γιατί η κίνηση που διαγράφει το πλεονάζον κεφάλαιο αλλοιώνει την περιγραφή της κίνησης της πλεονάζουσας εργασίας από τον Μαρξ και μάλιστα όχι μόνο με τους τρόπους που ήδη περιγράψαμε. Το σημαντικότερο είναι ότι το πλεόνασμα κεφαλαίου που σωρεύτηκε στις διεθνείς χρηματαγορές τα τελευταία 30 χρόνια έχει καμουφλάρει κάποιες από τις τάσεις προς την απόλυτη εξαθλίωση μέσω του αυξανόμενου χρέους των νοικοκυριών της εργατικής τάξης. Αυτή η τάση που συγκράτησε τα χαμηλότερα στρώματα εντός της παγκόσμιας συνολικής ζήτησης, είναι κι αυτή που εμπόδισε κάθε δυνατότητα ανάκαμψης η οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω της «σφαγής των κεφαλαιουχικών αξιών» και της «απελευθέρωσης της εργασίας». Διότι ενώ ο αποπληθωρισμός των τιμών των περιουσιακών στοιχείων μπορεί να αυξάνει την πιθανότητα μιας νέας αύξησης των επενδύσεων, η απαξίωση της εργατικής δύναμης μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα οδηγήσει μόνο σε αυξανόμενα επίπεδα αθέτησης υποχρεώσεων πληρωμής από τους καταναλωτές και σε περαιτέρω οικονομικές καταρρεύσεις[52]. Επομένως αυτό που εξακολουθεί να τίθεται υπό αμφισβήτηση σήμερα δεν είναι μόνο η ικανότητα της ανάκαμψης να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, αλλά η ίδια της η βιωσιμότητα.

Τις επόμενες δεκαετίες μπορεί να γίνουμε μάρτυρες μιας σειράς εκρήξεων, αν τα κράτη αποτύχουν να διαχειριστούν τις παγκόσμιες αποπληθωριστικές πιέσεις, ή μπορεί να δούμε μια μακρά και αργόσυρτη ύφεση. Αν και δεν έχουμε έφεση στον καταστροφισμό, θα προειδοποιούσαμε αυτούς που μπορεί να το ξεχνάνε ότι η ιστορία μερικές φορές ορμά προς τα εμπρός απρόβλεπτα. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η καταστροφή την οποία αναμένουμε δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον, είναι απλώς η συνέχιση του παρόντος στην ίδια απεχθή πορεία του[53]. Έχουμε ήδη ζήσει δεκαετίες αυξανόμενης φτώχειας και ανεργίας. Όσοι λένε εξ ονόματος των χωρών που παραμένουν βιομηχανικές ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια, ότι οι άνθρωποι θα συνεχίσουν απτόητοι –με μια φράση ότι το προλεταριάτο έχει γίνει πια αδιάφορο απέναντι στην αθλιότητα και τη δυστυχία του– θα δουν τους ισχυρισμούς τους αυτούς να δοκιμάζονται στα επόμενα χρόνια, όσο τα επίπεδα του χρέους θα υποχωρούν και τα εισοδήματα των νοικοκυριών θα συνεχίζουν την καθοδική τους πορεία. Εν πάση περιπτώσει, για ένα τεράστιο κομμάτι του παγκόσμιου πληθυσμού είναι πλέον αδύνατο να αρνηθεί τα πολυάριθμα αποδεικτικά στοιχεία της καταστροφής. Κάθε ερώτημα σχετικά με την απορρόφηση αυτής της πλεονάζουσας ανθρωπότητας έχει εγκαταλειφθεί. Η τελευταία υπάρχει πια μόνο ως αντικείμενο διαχείρισης: απομονωμένη στις φυλακές, περιθωριοποιημένη σε γκέτο και καταυλισμούς, πειθαρχημένη από την αστυνομία και εξοντωμένη από τον πόλεμο.

Σημειώσεις:

1. Αυτό το άρθρο γράφτηκε από κοινού από τους Endnotes και τον Aaron Benanav.

2. FAOSTAT Statistical Database. (2009). Food and Agriculture Organization of the United Nations, http://www.fao.org/FAOSTAT

3. R. Rowthorn & K. Coutts. (May 2004). «Deindustrialization and the Balance of Payments in Advanced Economies». United Nation Conference on Trade and Development. Discussion paper nο 170. p. 2.

4. Με την επισήμανση ότι το κεφάλαιο έχει την τάση να γεννά ανεπάρκεια θέσεων εργασίας εν μέσω αφθονίας αγαθών (τα οποία, ως εκ τούτου, έχουν καταστεί τεχνητώς ανεπαρκή σε σχέση με την ενεργό ζήτηση) δεν παρέχουμε υποστήριξη στα αιτήματα για «περισσότερες δουλειές». Όπως θα δείξουμε, τέτοια αιτήματα είναι μάταια για όσο καιρό η πώληση της εργασιακής δύναμης παραμένει ο βασικός τρόπος απόκτησης των μέσων διαβίωσης.

5. Αυτό δεν χρειάζεται να συμβαίνει πάντα με τα βίαια μέσα που περιέγραφε ο Μαρξ. Κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα πολλοί χωρικοί έχασαν την άμεση πρόσβαση στη γη τους όχι από απαλλοτριώσεις, αλλά από μια σφοδρή υποδιαίρεση των χωραφιών που κατείχαν οι οικογένειές τους, καθώς αυτά άλλαζαν χέρια και περνούσαν από γενιά σε γενιά. Εξαρτώμενοι έτσι όλο και περισσότερο από την αγορά, οι μικροί αγρότες βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση απέναντι στους μεγάλους αγρότες και τελικά έχασαν τη γη τους.

6. Ο Μαρξ μερικές φορές αναφέρεται στην απλή αναπαραγωγή ως ένα αφηρημένο νοητικό πείραμα –καπιταλισμός χωρίς ανάπτυξη– όμως με το να μείνουμε εκεί χάνουμε αυτό που η ίδια η έννοια μας λέει για τον εσωτερικό μηχανισμό της διαδικασίας συσσώρευσης. Το κεφάλαιο για την απλή αναπαραγωγή κλείνει με τα εξής λόγια: «Το κεφαλαιοκρατικό προτσές παραγωγής, εξεταζόμενο στη συνάρτησή του ή σαν προτσές αναπαραγωγής, παράγει επομένως όχι μονάχα εμπόρευμα, όχι μονάχα υπεραξία, παράγει και αναπαράγει την ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, από τη μια μεριά τον κεφαλαιοκράτη και από την άλλη τον μισθωτό εργάτη». Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 599.

7. Ό.π., σελ. 594.

8. Οι μαρξιστές έχουν την τάση να αποφεύγουν θέματα που είχαν να κάνουν με την ζήτηση, εξαιτίας μιας υποτιθέμενης μονοπώλησης της συζήτησης από τους νεοκλασικούς, όμως ο Μαρξ δεν είχε παρόμοιους δισταγμούς. Ο καταναγκασμός της διεύρυνσης των αγορών και οι διαμάχες για το μερίδιο της αγοράς είναι θεμελιώδους σημασίας για τη λειτουργία του νόμου της αξίας. Βλ. Μαρξ, ό.π., σελ. 445-446.

9. Ο κορεσμός δεν είναι αποτέλεσμα του απόλυτου αριθμού προϊόντων που αγοράζονται και πωλούνται, αλλά προκύπτει από τη μεταβολή της σχέσης μεταξύ των ρυθμών αύξησης της παραγωγικής ικανότητας και της ζήτησης.

10. Αυτή η διαδικασία ισχύει μόνο για τις βιομηχανίες καταναλωτικών αγαθών. Οι βιομηχανίες κεφαλαιουχικών αγαθών τείνουν να διευρύνονται και να συστέλλονται σύμφωνα με τις ανάγκες των ιδιαίτερων καταναλωτικών αγαθών που «οδηγούν» κάθε κύκλο. Αλλά η σχέση μεταξύ των δυο τομέων δεν είναι ποτέ τόσο απλή. Όπως θα δείξουμε, οι «καινοτομίες της παραγωγική διαδικασίας» που εξοικονομούν εργασία στον τομέα Ι μπορούν να οδηγήσουν σε «καινοτομίες προϊόντων» στον τομέα ΙΙ, διευρύνοντας την αγορά στο σύνολό της.

11. Μαρξ, ό.π., σελ. 656.

12. Schumpeter, J. (2005). Business Cycles: A Theoretical, Historical and Statistical Analysis of the Capitalist Process. Connecticut: Martino Pub.

13. [Σ.τ.Μ.]: Πρόκειται για το κεφάλαιο 23 της ελληνικής έκδοσης.

14. Παρότι πρώτος τόμος του Κεφαλαίου ήταν ο πρώτος της σειράς, η δημοσιευμένη του έκδοση –γραμμένη μεταξύ 1866-67– στην πραγματικότητα είναι μεταγενέστερη του τρίτου τόμου, του οποίο το μεγαλύτερο μέρος του υλικού γράφτηκε την περίοδο 1863-1865. Εύλογα, λοιπόν, οι εκπληκτικές ομοιότητες μεταξύ του κεφαλαίου 25 του πρώτου τόμου και του κεφαλαίου 15 του τρίτου μπορούν να αποδοθούν στην υπόθεση ότι ο Μαρξ εισήγαγε κάποια βασικά στοιχεία του υλικού του τρίτου τόμου στον πρώτο, εν όψει της δυσκολίας του να ολοκληρώσει τον τρίτο τόμο σε εύλογο χρονικό διάστημα.

15. Μαρξ, ό.π., σελ. 667

16. Αυτό το πλεόνασμα πληθυσμού δεν χρειάζεται να βρεθεί παντελώς «έξω» από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Το κεφάλαιο μπορεί να μην χρειάζεται πια αυτούς τους εργάτες, όμως αυτοί έχουν ακόμη την ανάγκη να δουλεύουν. Εξαναγκάζονται έτσι να προσφέρονται να δουλέψουν στις πιο άθλιες μορφές μισθωτής σκλαβιάς, στη μικροπαραγωγή και τις υπηρεσίες.

17. Οι μεταφράσεις αποσπασμάτων από τη γαλλική έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου αντλήθηκαν από το Clarke, S. (1994). Marx’s Theory of Crisis. New York City: St Martin’s Press, pp. 172-175.

18. Μαρξ, ό.π., σελ. 651.

19. Ο Μαρξ μερικές φορές το οραματίζεται αυτό ως μια επαναστατική κρίση: «Μια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που θα λιγόστευε τον απόλυτο αριθμό των εργατών, δηλαδή που στην πράξη θα έκανε ικανό όλο το έθνος να πραγματοποιεί σε μικρότερο χρονικό διάστημα τη συνολική του παραγωγή, θα προκαλούσε επανάσταση, γιατί θα άφηνε χωρίς απασχόληση την πλειοψηφία του πληθυσμού». Μαρξ, Κ. (1978β). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Τρίτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 333.

20. [Σ.τ.Μ.]: Πρόκειται για το κεφάλαιο 13 της ελληνικής έκδοσης.

21. Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 462.

22. Ό.π., σελ. 654.

23. Μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο όπου οι καινοτομίες εξοικονόμησης εργασίας θα οδηγούσαν σε μια μείωση, όχι του αριθμού των εργατών σε μια γραμμή παραγωγής, αλλά του χρόνου που καθένας τους εργάζεται. Ωστόσο, επειδή οι καπιταλιστές αντλούν το κέρδος τους από την αξία που προστίθεται από τον εργάτη πέραν του μισθού που θα του δοθεί, ποτέ δεν τους συμφέρει να μειώσουν τον εργάσιμο χρόνο κάθε ατομικού εργάτη (και δεν το κάνουν, εκτός φυσικά κι αν αναγκαστούν είτε από το κράτος είτε από την εργατική αναταραχή). Τέτοιες μειώσεις θα περικόπτανε άμεσα τα κέρδη, εκτός κι αν μειώνονταν αντίστοιχα και οι μισθοί. Συνεπώς, λόγω της ιδιομορφίας της κοινωνικής μορφής που βασίζεται στη μισθωτή εργασία, οι καπιταλιστές οφείλουν να ξεφορτωθούν τα ίδια τα άτομα και όχι τις ώρες που το καθένα εργάζεται, μειώνοντας έτσι το κόστος της εργασίας σε σχέση με την προστιθέμενη αξία, και πετώντας μεγάλες μάζες ανθρώπων στον δρόμο.

24. Μαρξ, ό.π., σελ. 636 (η έμφαση των συγγραφέων).

25. Σε αυτό το άρθρο έχουμε επιλέξει να χρησιμοποιήσουμε τους επιθετικούς προσδιορισμούς «υψηλού ΑΕΠ/ χαμηλού ΑΕΠ» (εννοώντας το κατά κεφαλήν ΑΕΠ) για να περιγράψουμε τη διαίρεση ανάμεσα σε μια πλούσια μειονότητα καπιταλιστικών κρατών και μια πιο φτωχή πλειονότητα. Υιοθετούμε αυτούς τους όχι απόλυτα ικανοποιητικούς όρους εξαιτίας του ότι δεν συνδέονται με αμφίβολες πολιτικές και θεωρητικές αναλύσεις τις οποίες άλλες συχνές διαιρέσεις κουβαλούν (π.χ. πρώτος/τρίτος κόσμος, κέντρο/περιφέρεια, ανεπτυγμένες/ υπανάπτυκτες χώρες, ιμπεριαλιστικές/καταπιεσμένες κοκ).

26. Στη συνέχεια ασχολούμαστε μόνο με το τελευταίο φαινόμενο. Για μια περιγραφή του πρώτου φαινομένου βλ. το άρθρο «Σημειώσεις για το Νέο Ζήτημα της Κατοικίας» που ακολουθεί.

27. Η διαφορά μεταξύ της οικονομίας χρόνου που οι σιδηρόδρομοι προσέφεραν στον καταναλωτή, και της οικονομίας χρόνου και εργασίας που προσέφεραν στον καπιταλιστή, ήδη εξανεμιζόταν καθώς η καπιταλιστική εννόηση του χρόνου ως σπάνιου πόρου που θα πρέπει να κατανέμεται με τη μέγιστη αποδοτικότητα ερχόταν για να κυριαρχήσει ευρέως στην κοινωνία.

28. «Δεν απαιτείται μόνο μια επιταχυμένη κατά αυξανόμενη πρόοδο συσσώρευση του συνολικού κεφαλαίου, για ν’ απορροφηθεί (sic) ένας πρόσθετος αριθμός εργατών δοσμένου μεγέθους, ή ακόμα και για ν’ απασχολείται ο αριθμός των εργατών πού ήδη εργάζονται, παρά τη διαρκή μεταμόρφωση του παλιού κεφαλαίου. Αυτή ή ίδια αυξανόμενη συσσώρευση και συγκεντροποίηση ξαναμετατρέπεται με τη σειρά της σε πηγή νέων αλλαγών της σύνθεσης του κεφαλαίου ή σε εκ νέου επιταχυμένη μείωση του μεταβλητού συστατικού του μέρους σε σύγκριση με το σταθερό». Μαρξ, ό.π., σελ. 652.

29. Βλ. Silver, B. (2003). Forces of Labor. Cambridge: Cambridge University Press.

30. Η αποβιομηχάνιση δεν περιελάμβανε μείωση της πραγματικής βιομηχανικής παραγωγής σε καμιά χώρα (με την εξαίρεση του Ηνωμένου Βασιλείου). Το 1999, η βιομηχανία απέφερε το 46% των συνολικών κερδών των ΗΠΑ, αλλά απασχολούσε μόνο το 14% του εργατικού δυναμικού.

31. R. Rowthorn & R. Ramaswamy. (April 1997). «Deindustrialization: Causes and Implications». IMF Working Paper 97/42.

32. Gershuny, J. (1978). After Industrial Society?: the Emerging Self-Service Economy. New Jersey : Humanities Press.

33. Μαρξ, Κ. (1983). Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: Α/συνέχεια. [Σ.τ.Μ.: Η ελληνική έκδοση δεν αντιστοιχεί στην έκδοση Marx Engels Collected Works που χρησιμοποιούν οι συγγραφείς. Για τη διάκριση παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας βλ. κυρίως τις σελίδες 128-143].

34. Πολλές θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών υπάρχουν μόνο εξαιτίας των μισθολογικών διαφορών – με άλλα λόγια, εξαιτίας της τεράστιας κοινωνικής ανισότητας. Ο Μαρξ σημείωσε ότι το οικιακό υπηρετικό προσωπικό ήταν πολύ μεγαλύτερο σε αριθμό από τους βιομηχανικούς εργάτες στη βικτωριανή Βρετανία, βλ. Μαρξ, ό.π. σελ. 462-3. Με την αύξηση των πραγματικών μισθών γινόταν όλο και πιο αδύνατο για τα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης (όπως του Μαρξ) να απασχολούν υπηρέτες. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, αυτό το άπορο εργατικό δυναμικό είχε γίνει απλά μια ανάμνηση, μόνο για να επανεμφανιστεί με τη μορφή των εργαζόμενων στις «υπηρεσίες» σε κάθε γωνιά του σύγχρονου κόσμου.

35. S. Dasgupta & A. Singh. (2005). «Will Services be the New Engine of Indian Economic Growth?». Development and Change 36:6.

36. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κόσμος έχει πρόβλημα υπερπληθυσμού σε σχέση με την παραγωγή τροφής. Όπως δείξαμε, η φυγή από την ύπαιθρο σχετίστηκε με μια τεράστια αύξηση στην παραγωγικότητα της γεωργίας. Η παραγωγή τροφής ανά άτομο αυξάνεται σταθερά ακόμα κι ενώ η αύξηση του πληθυσμού επιβραδύνεται με την επικείμενη ολοκλήρωση της παγκόσμιας δημογραφικής μετάβασης. Το ποσοστό αυτό θα ήταν ακόμα υψηλότερο αν η υπερπαραγωγή σιτηρών δεν είχε οδηγήσει στην επιδότηση της σίτισης των ζώων με καλαμπόκι για την παραγωγή κρέατος. Δεν υπάρχει τίποτα το μαλθουσιανό στη μαρξική έννοια των πλεοναζόντων πληθυσμών, οι οποίοι πλεονάζουν μόνο σε σχέση με τη συσσώρευση κεφαλαίου και όχι με οτιδήποτε άλλο.

37. Βλ. Davis, M. (2006). Planet of slums. New York City: Verso.

38. «Δεν αποτελεί αντίφαση το γεγονός, ότι η υπερπαραγωγή αυτή κεφαλαίου συνοδεύεται από ένα λίγο-πολύ σημαντικό σχετικό υπερπληθυσμό. Οι ίδιες συνθήκες που ανέβασαν την παραγωγική δύναμη της εργασίας, αύξησαν τη μάζα των παραγμένων εμπορευμάτων, διεύρυναν τις αγορές, επιτάχυναν τη συσσώρευση του κεφαλαίου, και σαν μάζα, και σαν αξία, και μείωσαν το ποσοστό του κέρδους, αυτές οι ίδιες συνθήκες δημιούργησαν και δημιουργούν συνεχώς έναν σχετικό υπερπληθυσμό, έναν υπερπληθυσμό από εργάτες, που δεν χρησιμοποιείται από το πλεονάζον κεφάλαιο, εξαιτίας του χαμηλού βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας, με τον οποίο μόνο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ή τουλάχιστον εξαιτίας του χαμηλότερου ποσοστού κέρδους, που θα απόφερε η χρησιμοποίησή τους με τον δοσμένο βαθμό εκμετάλλευσης». Μαρξ, Κ. (1978γ). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Τρίτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 323-4.

39. Brill, D. (1981). «The Changing Role of the United States in the World Economy». Στο J. R. Sargent & M. van den Adel (eds). Europe and The Dollar in the World-Wide Disequilibrium. Boston: Brill, p. 19.

40. Οι περισσότεροι μαρξιστές αποδίδουν τον πληθωρισμό αυτής της περιόδου είτε στη ραγδαία αύξηση του ελλείμματος στον προϋπολογισμό των ΗΠΑ (που σε μεγάλο βαθμό είναι αποτέλεσμα του πολέμου στο Βιετνάμ) ή στην αυξανόμενη δύναμη του εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, ο Anwar Shaikh υποστηρίζει πειστικά ότι η περιορισμένη προσφορά σε σχέση με την οποία ο πληθωρισμός αποτελεί δείκτη της πλεονάζουσας ζήτησης δεν είναι η πλήρης απασχόληση ή η ανυποταξία της εργασίας, αλλά μάλλον το ανώτατο επίπεδο συσσώρευσης ή η μέγιστη ικανότητα ποσοστού κέρδους – η μείωση του οποίου σε αυτήν την περίοδο συνιστά τον κύριο παράγοντα πίσω από τον στασιμοπληθωρισμό. Shaikh A. (1999). «Εξηγώντας τον πληθωρισμό και την ανεργία: Μια εναλλακτική πρόταση στη νεοφιλελεύθερη οικονομική θεωρία». Στο Α. Βλάχου (επιμ.). Σύγχρονη οικονομική θεωρία. Ριζοσπαστικές κριτικές του νεοφιλελευθερισμού. Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός.

41. Βλ. Hudson, M. (2003). Super Imperialism: The Origin and Fundamentals of U.S. World Dominance. London: Pluto Press.

42. Η ακόλουθη προσέγγιση οφείλει πολλά στην ανάλυση του Robert Brenner. Δείτε συγκεκριμένα τον πρόλογο της ισπανικής μετάφρασης του Economics of Global Turbulence: «What is Good For Goldman Sachs is Good For America: the Origins of the Current Crisis» (2009). [Σ.τ.Μ.: Βλ. και στα ελληνικά: Μπρέννερ, Ρ. (2010). Ό,τι είναι καλό για την Goldman Sachs είναι καλό για τις ΗΠΑ: Οι ρίζες της σημερινής κρίσης. Αθήνα: Εκδόσεις Εργατική Πάλη].

43. [Σ.τ.Μ.]: Ο Paul Volcker διετέλεσε πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ από τον Αύγουστο του 1979 μέχρι τον Αύγουστο του 1987. Ο όρος Volcker shock αναφέρεται στην κρίση χρέους πολλών χωρών και την παγκόσμια αναστάτωση που ακολούθησαν τη μεγάλη αύξηση των επιτοκίων εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας το 1981, επί της προεδρίας του.

44. [Σ.τ.Μ.]: Πρόκειται για τη συμφωνία που υπεγράφη στις 22 Σεπτεμβρίου 1985 στο ξενοδοχείο Πλάζα της Νέας Υόρκης μεταξύ των κυβερνήσεων της Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας, της Βρετανίας και των ΗΠΑ, με την οποία το δολάριο υποτιμήθηκε έναντι του μάρκου και του γιεν.

45. [Σ.τ.Μ.]: Πρόκειται για τη φούσκα των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, δηλαδή εκείνων που βασίζονταν στο διαδίκτυο, η οποία, μετά τη φάση της μεγέθυνσης κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, εξερράγη στις αρχές εκείνης του 2000.

46. [Σ.τ.Μ.]: Initial Public Offering: προσφορά νέων χρεογράφων με δημόσια εγγραφή. Όταν μια εταιρεία εκδίδει και θέτει σε δημόσια κυκλοφορία μετοχές για πρώτη φορά.

47. J. Bivens & J. Irons. (2008). «A Feeble Recovery: The fundamental economic weaknesses of the 2001-07 expansion». EPI Briefing Paper no. 214, Economic Policy Institute.

48. [Σ.τ.Μ.]: Ο Alan Greenspan απέκρουσε το τραπεζικό κραχ στις ΗΠΑ το 1987 με μια πολιτική χαμηλών επιτοκίων η οποία εξασφάλιζε ότι οι τιμές των μετοχών και άλλων χρηματικών επενδύσεων δεν θα έπεφταν κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο.

49. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 η Ιαπωνία μεταβίβασε εκείνες τις βιομηχανίες της που ήταν περισσότερο έντασης εργασίας στις αναπτυσσόμενες χώρες της Ασίας – πρώτα στις «τίγρεις» της ανατολικής Ασίας, έπειτα στις χώρες-μέλη της ASEAN και τέλος στην Κίνα. Εντούτοις, η απορρόφηση των βιομηχανιών από την Κίνα έχει υπονομεύσει την ιεραρχία της παραγωγής στην περιοχή.

50. E. Lett & J. Banister. (April 2009). «Chinese manufacturing employment and compensation costs: 2002-2006». Monthly Labor Review no. 132, p. 30.

51. Βλ. υποσημείωση 29.

52. Βλ. Dos Santos, P. (2009). «At the Heart of the Matter: Household Debt in Contemporary Banking and the International Crisis». Research On Money And Finance, Discussion Paper no. 11. Από την πλευρά του κεφαλαίου, οι Phelps και Tilman σκιαγραφούν μια σειρά από περιορισμούς στις προοπτικές των νεωτεριστών να εκμεταλλευθούν την κρίση: E. Phelps & L. Tilman. (Jan-Feb 2010). «Wanted: A First National Bank of Innovation». Harvard Business Review.

53. [Σ.τ.Μ.]: Ή με τα λόγια του Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Καταστροφή είναι η ύπαρξη μιας κατεστημένης κατάστασης». Βλ. Benjamin, W. (1999). The Arcades Project. Cambridge, MA: Belknap Press, p. 473.