Home

Στα προηγούμενα επεισόδια, εξετάσαμε ορισμένα παραδείγματα κοινωνικών αγώνων όπου η μισθωτή μεσαία τάξη αγωνίζεται μαζί με το προλεταριάτο. Δεδομένου ότι τα συμφέροντα των δύο τάξεων είναι θεμελιωδώς αντίθετα, πώς είναι δυνατόν να διεξάγουν έναν από κοινού αγώνα; Μέχρι πού μπορούν να φτάσουν οι κοινοί αγώνες τους και τι καρπούς μπορούν να αποφέρουν αυτοί οι αγώνες; Λέμε κατευθείαν ότι η ρήξη ανάμεσα στις δυο τάξεις είναι εγγεγραμμένη στη μηχανική του ménage και ότι οι διαταξικοί αγώνες έχουν υποστεί καθολική ήττα. Αυτό είναι που πρόκειται να κατανοήσουμε καλύτερα εξετάζοντας τα πράγματα από θεωρητική σκοπιά.

Εισαγωγή

Η διαταξικότητα που θέλουμε να εξετάσουμε εδώ είναι μόνο αυτή που ευλογεί τη συμμαχία της μισθωτής μεσαίας τάξης και του προλεταριάτου στα πλαίσια ενός κοινού αγώνα. Πρόκειται μόνο για μια εκδοχή, ιστορικά ιδιαίτερη, της συμμαχίας μεταξύ τάξεων. Έχουν υπάρξει πολλές άλλες, στην ιστορία τόσο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής όσο και προηγούμενων τρόπων παραγωγής. Σε όλες τις περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης αυτής που θα εξετάσουμε, η διαταξικότητα ενώνει στιγμιαία δύο τάξεις με θεμελιωδώς ανταγωνιστικά συμφέροντα εναντίον ενός ή περισσοτέρων άλλων. Μπορούμε να αναφέρουμε τη συμμαχία του προλεταριάτου και της αστικής τάξης στους αγώνες τους εναντίον της αριστοκρατίας. Μια συμμαχία που δεν εμπόδισε την αστική τάξη να συμμαχήσει με τους ευγενείς για να καταστείλει τις εξεγέρσεις των δουλοπάροικων, των φτωχών αγροτών και των προλετάριων. Μπορεί κανείς να εντοπίσει παρόμοιες δυναμικές, και προσμίξεις διαφόρων ταξικών μεταβλητών, σε όλη την ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης: σχηματισμός κρατών-εθνών στις κεντρικές επικράτειες της συσσώρευσης, εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες στις περιφέρειες, κλπ. Το ζήτημα θα άξιζε ειδική μελέτη.

Η διαταξικότητα που μας απασχολεί εδώ εγγράφεται στην ίδια τη δομή των καθημερινών αγώνων του προλεταριάτου και της μισθωτής μεσαίας τάξης [εφεξής, ΜΜΤ]. Καθημερινοί αγώνες με την έννοια ότι παραμένουν διεκδικητικοί ή ρεφορμιστικοί, αλλά μαζικοί, δυνητικά βίαιοι. Πρόκειται για μια συμμαχία μεταξύ δυο τάξεων, και όχι μεταξύ δύο κατηγοριών διοικητικού προσωπικού, όπως το βλέπουμε μερικές φορές (Air France 2018). Στις περιπτώσεις που μελετήσαμε, πρέπει να αναφέρουμε κυρίως την τυνησιακή και την αιγυπτιακή Άνοιξη και, αν και σε μικρότερο βαθμό, τον αγώνα κατά του γαλλικού Νόμου για την Εργασία στη Γαλλία (Loi Travail). Αυτές οι συγκρούσεις μπορούν να λέγονται καθημερινές, είναι όμως μείζονες, με την έννοια ότι εμπλέκουν έναν μεγάλο αριθμό προλετάριων και μελών της ΜΜΤ κατανεμημένων σε πολλούς τομείς διάφορων γεωγραφικών ζωνών μιας χώρας.

Αντικείμενο μας δεν είναι η πολιτική διαταξικότητα της δεκαετίας του 1930. Τα Λαϊκά Μέτωπα στη Γαλλία και την Ισπανία αποτέλεσαν συμμαχία των κομμάτων της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης και των κομμάτων που εκπροσωπούσαν το προλεταριάτο. Τα ριζοσπαστικά τμήματα του προλεταριάτου ήταν ενάντια στα Λαϊκά Μέτωπα, τα οποία ήθελαν να τους κάνουν να επιστρέψουν στην εργασία ή να στρατιωτικοποιήσουν τις γραμμές τους προς όφελος του κεφαλαίου. Αλλά ακόμα και οι ρεφορμιστές προλετάριοι δεν μοιράζονταν πάντα τους ίδιους στόχους με τους εκπροσώπους τους. Σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζεται να εισέλθουμε στα λεπτά σημεία που είναι εγγενή στους μηχανισμούς της προλεταριακής πολιτικής εκπροσώπησης του παρελθόντος. Θα περιορίσουμε τη μελέτη μας στη διαταξικότητα της τρέχουσας περιόδου, την οποία καλύψαμε με τις μελέτες προηγούμενων περιπτώσεων. Η εν λόγω περίοδος δεν εμπεριέχει πια την οργάνωση της τάξης (τάξεων) με την πλήρη έννοια του όρου. Οι αγώνες που μας ενδιαφέρουν είναι οι πολιτικοί, με την έννοια ότι αναγκαστικά υπονοούν μια σχέση με το κράτος (θα δούμε με ποιον τρόπο). Ωστόσο σπάνια παίρνουν μια αξιοσημείωτη οργανωτική μορφή. Αυτό δεν μας εμποδίζει να αναγνωρίσουμε τις τάξεις ως ιστορικούς φορείς. Επιπλέον, πρόκειται για καταστάσεις όπου το κεφάλαιο στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις και ελέγχει ολόκληρη την κοινωνία – ακόμα και όταν παραμένουν κάποια τμήματα προ-καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Η επιβίωση πιθανών αρχαϊσμών στις κοινωνικές σχέσεις πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν. Είναι γνωστό ότι έχουν παίξει συγκεκριμένο ρόλο στους αγώνες (Τυνησία 2011). Αλλά ο ενεργός πληθυσμός των κοινωνιών που εξετάζουμε αποτελείται κυρίως από μισθωτούς, μέλη του προλεταριάτου ή της μισθωτής μεσαίας τάξης. Επιπλέον, δεν θα καταπιαστούμε με τις ιδεολογικές σχέσεις μεταξύ των τριών τάξεων. Θα επικεντρωθούμε σε περιπτώσεις ανοιχτών αγώνων και θα προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την υποβόσκουσα μηχανική του ménage à trois.

1. Iσορροπία Τριών Τάξεων

1.1. Ménage à trois (ανασκόπηση των προηγούμενων κειμένων)

Γράφημα 1: Το ménage à trois

Tο παραπάνω γράφημα αποτελεί σχηματική αναπαράσταση της σχέσης μεταξύ των τριών τάξεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής [εφεξής, ΚΤΠ]. Οι ποσοτικές αναλογίες δεν έχουν καμία ρεαλιστική αξία. Εδώ δίνεται μια ευκαιρία να αποφευχθεί η σύγχυση που θα μπορούσε να προκύψει μεταξύ του τριαδικού τύπου του Μαρξ (βλέπε Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, κεφάλαιο 48) και του δικού μας ménage à trois. Ο τριαδικός τύπος του Μαρξ συγκεντρώνει τις τρεις κύριες πηγές εισοδήματος, το σύνολο των οποίων ισοδυναμεί με τη νέα αξία που δημιουργείται στα πλαίσια της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας: μισθός (για την εργασία), γαιοπρόσοδος (για τον ιδιοκτήτη γης) και κέρδος και τόκοι (για το κεφάλαιο). Στο ménage à trois, η μισθωτή μεσαία τάξη παίρνει τη θέση της έγγειας ιδιοκτησίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η έγγεια ιδιοκτησία και η συνεπαγόμενη γαιοπρόσοδος δεν υπάρχουν πια. Αυτό που ισχύει είναι ότι έχουν γίνει καπιταλιστές ανάμεσα στους άλλους. Ενώ στη φάση της τυπικής κυριαρχίας του κεφαλαίου η έγγεια ιδιοκτησία σχημάτιζε μια τάξη καθεαυτή και διεαυτή (την αριστοκρατία), στην οποία είχε αποδοθεί μια πολιτική εξουσία που κατέληγε για παράδειγμα στους «Νόμους περί Σιτηρών»[1] στην Αγγλία μέχρι το 1846 ή στον αγροτικό προστατευτισμό επί Μπίσμαρκ αλλά και αργότερα στη Γερμανία. Αυτή η πολιτική εξουσία της έγγειας ιδιοκτησίας έβαζε φρένο στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Μπορούμε να πούμε ότι στα κέντρα συσσώρευσης αυτή η εξουσία έχει πρακτικά εξαφανιστεί μετά τον Α’ ΠΠ. Είναι η στιγμή όπου η γερμανολλανδική κομμουνιστική αριστερά ανέπτυξε τη θέση ότι το προλεταριάτο είναι μόνο του απέναντι στο κεφάλαιο εντός της επαναστατικής διαδικασίας. Αυτή η θέση -την οποία συνδέουμε με το όνομα του Gorter, του θεωρητικού που την έφερε στο προσκήνιο απέναντι στον Λένιν και σχεδόν όλη την Γ’ Διεθνή[2]- συντηρείται μέχρι σήμερα, αλλά διαρκώς μετασχηματιζόμενη. Σύμφωνα με τον Gorter, «μόνη απέναντι στο κεφάλαιο» δεν σήμαινε ότι η καπιταλιστική κοινωνία δεν συντίθεται από άλλες τάξεις πέραν του προλεταριάτου και της αστικής τάξης, αλλά οτι στις κεντρικές επικράτειες του κεφαλαίου το προλεταριάτο δεν μπορούσε να δομήσει καμία συμμαχία με τις άλλες τάξεις, ειδικά τους αγρότες. Συχνά, το νόημα που αποδίδεται σήμερα στη φόρμουλα του Gorter είναι ότι υπάρχουν μόνο δύο τάξεις στον ΚΤΠ. Το ménage à trois δείχνει ότι υπάρχει πράγματι μια πλήρως διαμορφωμένη τρίτη τάξη εντός του ΚΤΠ, χωρίς να συνυπολογίζουμε τα αμέτρητα προκαπιταλιστικά απομεινάρια και τις μορφές μετάβασης προς τον καπιταλισμό (ενοικίαση κτήματος, κλπ) που υπάρχουν ακόμα στον κόσμο.

Οι τρόποι ανάπτυξης του κεφαλαίου στα πλαίσια της πραγματικής κυριαρχίας έκαναν να εμφανιστεί η αναγκαιότητα μιας τάξης που αναλαμβάνει ταυτόχρονα τις λειτουργίες της διανοητικής εργασίας, αυτονομούμενη στο μέτρο που η χειρωνακτική εργασία αποειδικεύεται και η επιστήμη γίνεται άμεση παραγωγική δύναμη, και τις λειτουργίες της καπιταλιστικής επίβλεψης, μεγεθυνόμενη αναλογικά με την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Επομένως, εντός της ειδικά καπιταλιστικής κοινωνίας, τρεις τάξεις βρίσκονται αντιμέτωπες μεταξύ τους. Μπορούμε, με κυκλικό τρόπο, να φανταστούμε ότι αντιπαρατίθενται δύο εναντίον μίας:

  1. το προλεταριάτο, συμμαχώντας με το κεφάλαιο, επιτίθεται στη μισθωτή μεσαία τάξη. Αυτή η συνθήκη έχει, προς το παρόν σε κάθε περίπτωση, αποκλειστικά θεωρητικό χαρακτήρα.
  2. το κεφάλαιο και η μισθωτή μεσαία τάξη επιτίθενται στο προλεταριάτο. Πρόκειται για το σχήμα που συναντάμε κάθε φορά που διαρρηγνύεται η συμμαχία μεταξύ του προλεταριάτου και της ΜΜΤ από τη ΜΜΤ, η οποία κηρύττει το τέλος των αγώνων και την επιστροφή στην τάξη.
  3. το προλεταριάτο και η ΜΜΤ επιτίθενται στο κεφάλαιο (ή αμύνονται απέναντί του). Αυτό αντιστοιχεί στους διαταξικούς αγώνες που αναλύσαμε ή αναφέραμε στα προηγούμενα επεισόδια και τους οποίους πρόκειται να εξετάσουμε τώρα με έναν πιο θεωρητικό τρόπο. Για τον λόγο αυτό, θα εκκινήσουμε από την παραγωγή και τη διανομή της νέας αξίας που δημιουργήθηκε από την παραγωγική εργασία του προλεταριάτου και της ΜΜΤ.

1.2. Προέλευση της νέας αξίας

Όποιος και αν είναι ο τύπος του, ο αγώνας μεταξύ των τριών τάξεων στηρίζεται στη διανομή της νέας αξίας που προκύπτει από την κοινωνική εργάσιμη ημέρα. Στο τέλος της εργάσιμης ημέρας, μια νέα αξία (v + pl) [προυπάρχουσα αξία + υπεραξία] έχει δημιουργηθεί από την αναγκαία εργασία (ΑΕ) και την υπερεργασία (ΥΕ) του προλεταριάτου, καθώς και από την αναγκαία εργασία και την υπερεργασία του παραγωγικού τμήματος της ΜΜΤ.

Γράφημα 2: Προέλευση της νέας αξίας

Στο Γράφημα 2, βλέπουμε ότι το ποσοστό εκμετάλλευσης του προλεταριάτου είναι ξεκάθαρα υψηλότερο από το ποσοστό εκμετάλλευσης της ΜΜΤ. Στην πραγματικότητα, υποθέτουμε ότι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη μόνο το παραγωγικό τμήμα της εργασίας της ΜΜΤ, αυτή είναι λιγότερο εκτεθειμένη στην επίταση της εκμετάλλευσης από ό,τι το προλεταριάτο[3].

1.3. Αναδιανομή των εισοδημάτων

Η νέα αξία θα διανεμηθεί μεταξύ των διαφόρων τάξεων και θα διαμορφώσει τα αντίστοιχα εισοδήματα.

Γράφημα 3: Εισοδήματα των τριών τάξεων

Όσον αφορά το προλεταριάτο, τα πράγματα φαίνονται απλά. Το τμήμα της νέας αξίας που αντιστοιχεί στον αναγκαίο χρόνο εργασίας του ορίζεται από το μέγεθος του μισθού. Αυτό περιλαμβάνει τον καθαρό μισθό και τις κοινωνικές εισφορές (το μερίδιο του εργοδότη και του εργαζομένου), δηλαδή τις συντάξεις, τις οικονομικές αποζημιώσεις σε περίπτωση ασθενείας, τα επιδόματα ανεργίας, κλπ. Το Γράφημα 3 δεν δείχνει το συμπλήρωμα εισοδήματος υπό τη μορφή της άμεσης ενίσχυσης από το κράτος, όπως το ελάχιστο εγγυημένο κοινωνικό εισόδημα και το επίδομα στέγασης στη Γαλλία, τα κουπόνια σίτισης στις ΗΠΑ, κλπ. Θα επιστρέψουμε σε αυτό στη συνέχεια. (βλ. §1.5).

Όσον αφορά τη μισθωτή μεσαία τάξη, στην παράγραφο 2.4 του «Επεισοδίου 2» κάναμε τη διάκριση μεταξύ του μισθού (που αντιστοιχεί στην αξία της εργασιακής δύναμης) και του υπερμισθού (το οποίο αντιστοιχεί σε ένα «πριμ αφοσίωσης» που το κεφάλαιο εκχωρεί στα στελέχη). Τα δύο αυτά μεγέθη συναρθρώνονται σε ένα ενιαίο μισθό. Είναι μέσω μιας αναλυτικής διαδικασίας που πρέπει να τα διακρίνουμε. Και αυτός ο ενιαίος μισθός οδηγεί στην ίδια διάκριση μεταξύ άμεσου και έμμεσου μισθού όπως και στην περίπτωση του προλεταριάτου. Η ΜΜΤ παίρνει έναν μισθό, ο οποίος αναπαρίσταται με το σύμβολο v και αντιστοιχεί στον αναγκαίο χρόνο εργασίας της. Ο υπερμισθός της, αντιθέτως, παίρνεται από τη συνολική κοινωνική υπεραξία που η ίδια η ΜΜΤ και το προλεταριάτο παρήγαγαν και της εκχωρείται από το κεφάλαιο για τις υπηρεσίες επιτήρησής που αυτή προσφέρει. Ποιο είναι λοιπόν το ύψος αυτής της πριμοδότησης; Εξαρτάται από δύο παράγοντες: το συνολικό μέγεθος της διαθέσιμης υπεραξίας, δηλαδή την παραγωγικότητα της (παραγωγικής) εργασίας του προλεταριάτου και της ΜΜΤ μαζί· και τους συσχετισμούς δυνάμεων, τους οποίους αποκαθιστούν οι τρεις τάξεις μεταξύ τους. Όπως και το προλεταριάτο, έτσι και η ΜΜΤ λαμβάνει ένα πρόσθετο εισόδημα υπο τη μορφή διάφορων κρατικών ενισχύσεων, το οποίο δεν αναδεικνύουμε στο Γράφημα 3. Στις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου, αυτά τα ποσά μπορεί να αποδειχθούν αρκετά σημαντικά.

Ερχόμαστε λοιπόν στα εισοδήματα του κεφαλαίου. Αυτά σχηματίζονται εξ ολοκλήρου από την υπεραξία που εξάγεται από την (παραγωγική) εργασία του προλεταριάτου και της ΜΜΤ. Το μέγεθός τους εξαρτάται από τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου από τη μία πλευρά και του προλεταριάτου και της ΜΜΤ από την άλλη. Η μορφή τους είναι γνωστή: κέρδος, τόκος, πρόσοδος. Δεν είναι απαραίτητο να μπούμε εδώ στις λεπτομέρειες των μηχανισμών αναδιανομής της κοινωνικής υπεραξίας μεταξύ των τριών αυτών κανονιστικών μορφών που σχετίζονται με τις τρεις βασικές μορφές καπιταλιστικής ιδιοκτησίας: το παραγωγικό κεφάλαιο, το τοκοφόρο κεφάλαιο και την έγγεια ιδιοκτησία.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ποσότητα της νέας διαθέσιμης αξίας στο τέλος της εργάσιμης ημέρας καθορίζεται από το άθροισμα v + pl που προκύπτει από την παραγωγική εργασία του προλεταριάτου και της ΜΜΤ. Η μάζα και η αναδιανομή του v και του pl μεταξύ των τάξεων απορρέει από τη μηχανική του ménage à trois, δηλαδή από την ταξική πάλη. Γνωρίζουμε ότι οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ των διαφορετικών τάξεων δεν είναι ισοδύναμες. Αν και το προλεταριάτο και το κεφάλαιο βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση για τη διαίρεση της εργάσιμης ημέρας, αυτό δεν ισχύει για τις σχέσεις της ΜΜΤ με τις άλλες δύο τάξεις. Έτσι, ανάλογα με τη συγκυρία, η μάζα των μισθών που αντιστοιχεί στην αναγκαία εργασία του προλεταριάτου μπορεί να αυξηθεί σε βάρος του (υπερ)μισθού της ΜΜΤ ή των κεφαλαιακών κερδών. Ή, αντιστρόφως, τα κέρδη του κεφαλαίου μπορούν να αυξηθούν σε βάρος των μισθών της μιας ή και των δύο μισθωτών τάξεων. Από την πλευρά της, η ΜΜΤ δεν βρίσκεται εντός ενός μόνιμου συσχετισμού δυνάμεων, όπως το προλεταριάτο. Σίγουρα, πειθαρχεί την εργασία του προλεταριάτου και συμβάλλει επομένως στην παραγωγικότητα του, αλλά δεν είναι εκείνη που βάζει άμεσα στην τσέπη την περίσσεια υπεραξίας που αποσπάται έτσι. Για να αποκτήσει το τμήμα του υπερμισθού που εκτιμάται ότι της αξίζει, η ΜΜΤ βασίζεται μάλλον στην καλή θέληση των αφεντικών. Ο (υπερ)μισθός της ΜΜΤ εξαρτάται κυρίως από την αφθονία ή την έλλειψη υπεραξίας εντός της σχέσης προλεταριάτου και κεφαλαίου. Η ΜΜΤ επεμβαίνει εδώ μόνο με τρόπο βοηθητικό. Εδραιώνει έναν συσχετισμό δυνάμεων με τη μια ή την άλλη από τις υπόλοιπες τάξεις μόνο σε ορισμένες κρίσιμες στιγμές της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως έχουμε δει και σε προηγούμενα επεισόδια, όταν ρίχνει τον εαυτό της στον αγώνα συμμαχώντας με το προλεταριάτο για να στραφεί τελικά εναντίον του σε δεύτερο χρόνο ή όταν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία εντελώς μόνη της (Ιράν 2009, Ισραήλ 2011, κα).

1.4. Εισόδημα και κατανάλωση των καπιταλιστών: το κράτος

Ο καθορισμός του τρόπου με τον οποίο κάθε τάξη κάνει χρήση των εισοδημάτων της μας επιτρέπει για να προσδιορίσουμε τα διακυβεύματα των αγώνων της και, κατ’ επέκταση, τις τάσεις στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κοινωνίας στα πλαίσια της διαμόρφωσης του ménage à trois. Όσον αφορά τις δύο τάξεις των μισθωτών, η απάντηση είναι αρκετά απλή, όπως θα δούμε αργότερα. Ωστόσο, η χρήση που κάνουν οι καπιταλιστές στα εισοδήματά τους απαιτεί μια πιο σύνθετη ανάλυση.

Ας εξετάσουμε το κεφάλαιο γενικά. Τα εισοδήματα του κεφαλαίου, που συντίθενται εξ ολοκλήρου από υπεραξία, δαπανώνται με διάφορους τρόπους, όπως φαίνεται στο Γράφημα 5. (§ 1.4.3). Όποια και αν είναι η άμεση μορφή του (κέρδος, πρόσοδος ή τόκος), ένα τμήμα των εισοδημάτων του κεφαλαίου επανεπενδύεται ως πρόσθετο κεφάλαιο. Μικρή σημασία έχει το αν πρόκειται για παραγωγικό ή μη παραγωγικό κεφάλαιο, χρηματοπιστωτικό ή βιομηχανικό, κλπ. Αυτό που μετράει είναι ότι η μάζα του κεφαλαίου επανεπενδύεται όσο το δυνατόν περισσότερο προκειμένου να εξασφαλιστεί περαιτέρω επέκταση όσο το δυνατόν γρηγορότερα, κλπ. Αυτή είναι η λογική του ΚΠΤ. Ωστόσο, ένα μέρος της διαθέσιμης υπεραξίας πρέπει να χρησιμοποιηθεί για άλλες λειτουργίες. Ας περάσουμε εν τάχει στην προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών: όση και αν είναι η πολυτέλεια μέσα στην οποία ζουν, οι καπιταλιστές δεν είναι υπερβολικά σπάταλοι αναλογικά με τη μάζα των εισοδημάτων τους. Πέραν από την προσωπική κατανάλωσή τους και την επένδυση, ένα πολύ σημαντικό τμήμα των εισοδημάτων τους πρέπει να αφιερωθεί στη συλλογική κατανάλωσή τους , δηλαδή στο Κράτος. Κατά τον γενικό κανόνα, ο στρατός, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, το σχολείο, η διοίκηση, η κυβέρνηση, κλπ. συνιστούν δαπάνες και τομείς δραστηριότητας των οποίων το κόστος πληρώνει συλλογικά η καπιταλιστική τάξη. Αυτός είναι εξάλλου και ο λόγος που ομαδοποιούνται σε ένα συγκεκριμένο όργανο, το Κράτος, έξω από τη σφαίρα των κεφαλαίων και του αμοιβαίου ανταγωνισμού τους. Πώς πραγματοποιείται αυτή η διαδικασία συλλογικής κατανάλωσης; Στο σημείο αυτό οφείλουμε να εξετάσουμε μια ειδική λεπτομέρεια.

1.4.1. Κρατική χρηματοδότηση: θεωρία για το φόρο

Στο «Επεισόδιο 2», στην παράγραφο §2.4, γράφαμε:

Όπως ακριβώς στειρώνουν ένα μέρος της κοινωνικής υπεραξίας σε μη-παραγωγικές αλλά αναγκαίες χρήσεις (αστυνομία, στρατός, τράπεζες… ), έτσι ακριβώς οι καπιταλιστές αφιερώνουν ένα μέρος της για να καταβάλουν έναν υπερμισθό στους μισθωτούς της μεσαίας τάξης.

Πρέπει να κάνουμε κάποιες διευκρινίσεις εδώ για να επισημανθεί καλά η διαφορά ανάμεσα στον σχηματισμό μη-παραγωγικού κεφαλαίου (τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, εμπορικά καταστήματα, κλπ) και τη δαπάνη από τη μεριά των καπιταλιστών ενός μέρους των εισοδημάτων τους για την αγορά υπηρεσιών όπως η αστυνομία ή ο στρατός. Στην πρώτη περίπτωση, υπάρχει μια δραστηριότητα που δεν παράγει υπεραξία, αλλά που επιτρέπει την απόκτηση του μέσου κέρδους. Στη δεύτερη περίπτωση, η δραστηριότητα είναι επίσης μη-παραγωγική (δεν παράγει υπεραξία), αλλά δεν εισέρχεται στη γενική εξίσωση του ποσοστού κέρδους και άρα δεν δίνει δικαίωμα πρόσβασης στο μέσο κέρδος. Για τους καπιταλιστές, συνιστά καθαρή δαπάνη. Έχοντας αυτό ως δεδομένο, και στις δύο περιπτώσεις, η αξία που αφιερώνεται σε αυτές τις δραστηριότητες αντλείται από τη δεξαμενή της κοινωνικής υπεραξίας. Πρέπει να γίνει καλά κατανοητό ότι ο κρατικός προϋπολογισμός, ιδωμένος υπό την ευρεία έννοια που περιλαμβάνει τις τοπικές αρχές, προέρχεται αποκλειστικά από το κοινωνικό απόθεμα υπεραξίας. Αυτό είναι που προσπαθεί να διευκρινίσει το Γράφημα 4.

Γράφημα 4: Από την αξιοποίηση του κεφαλαίου στην κρατική χρηματοδότηση.

Μέσω αυτής της αποστράγγισης και μεταφοράς, η υπεραξία γίνεται «αξία γενικά» την οποία το κράτος θα είναι σε θέση να αναδιανείμει μεταξύ κάθε είδους δαπανών, μεταξύ των οποίων φυσικά περιλαμβάνονται οι μισθοί των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, δηλαδή η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης των προλετάριων, ο υπερμισθός των στελεχών του, κλπ. Αυτό καταλήγει επίσης στον σχηματισμό μη-παραγωγικού κεφαλαίου, με τη διαφορά ότι οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων δεν αποτελούν επένδυση σε μεταβλητό κεφάλαιο. Σε κάθε περίπτωση, αυτό δεν αλλάζει τη βασική αρχή. Όλα τα έσοδα του κράτους πηγάζουν από την υπεραξία η οποία προέρχεται από την παραγωγική σφαίρα. Αυτό είναι ξεκάθαρο όσον αφορά τους φόρους που αποδίδουν στο κράτος οι καπιταλιστές για τα εισοδήματά τους. Αλλά ένα μεγάλο μέρος της κρατικής χρηματοδότησης προέρχεται από τους φόρους που επιβάλλονται στον συνολικό πληθυσμό, ιδιαίτερα στους μισθωτούς του προλεταριάτου και της μεσαίας τάξης. Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η δεύτερη πηγή χρηματοδότησης του κράτους προέρχεται από την υπεραξία; Ναι, παρά τα φαινόμενα. Ο μισθός του προλεταριάτου αντιστοιχεί στα εμπορεύματα που χρειάζεται για την αναπαραγωγή του ως εργασιακή δύναμη. Ωστόσο, η τιμή αυτών των εμπορευμάτων περιλαμβάνει γενικά έναν φόρο επί της κατανάλωσης (ΦΠΑ και διάφοροι φόροι). Ο μισθός του προλεταριάτου μπορεί επίσης να πληρώνει κρατήσεις επί του εισοδήματος. Αυτοί οι φόροι και οι κρατήσεις περιλαμβάνονται στον μισθό v. Επομένως, φαίνεται ότι το σύνολο των μισθών v συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του κράτους, του οποίου η πηγή είναι η υπεραξία και οι μισθοί. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη για τη δημοκρατία, οι φόροι συνιστούν το κόστος που πληρώνουν οι πολίτες για τις υπηρεσίες που τους παρέχει το κράτος, όπως το σχολείο ή η ασφάλεια, κλπ. Θα έπρεπε επομένως να θεωρήσουμε αυτές τις υπηρεσίες ως μέρος του καλαθιού των απαραίτητων μέσων διαβίωσης που το προλεταριάτο και η ΜΜΤ αγοράζουν μέσω του μισθού τους. Αυτή η σύλληψη βασίζεται σε έναν ιδεολογικό μύθο για το κράτος ανάλογο με αυτόν περί κοινωνικού συμβολαίου: όπως ακριβώς τα υποκείμενα-Ροβινσώνες υπογράφουν μεταξύ τους ένα συμβόλαιο με σκοπό να ενωθούν σε κοινωνία, συνάπτουν και ένα συμβόλαιο μεταξύ αυτών και του Κράτους! Παρόλα αυτά, ο φόρος δεν αγοράζει τις λεγόμενες κρατικές υπηρεσίες. Αρχικά, επειδή δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του φόρου που καταβάλλεται και των υπηρεσιών που αποκτώνται και αυτό εξαιτίας της αναδιανεμητικής λειτουργίας του κρατικού προϋπολογισμού, η οποία αυξάνει τον φόρο από τη μια πλευρά και αναδιανέμει το προϊόν του φόρου προς την άλλη. Έπειτα, επειδή η πλειονότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από το κράτος στους πολίτες προσφέρονται χωρίς να τις έχουν επιλέξει οι ίδιοι, χωρίς να τις έχουν ζητήσει. Τέλος, επειδή το «γενικό συμφέρον», στο οποίο ανταποκρίνονται πληθώρα λειτουργιών του κράτους (οδικό δίκτυο, αστυνομία, άμυνα, κλπ), υπάρχει στην πραγματικότητα αποκλειστικά και μόνο ως συνέπεια των αναγκών του κεφαλαίου.

Ο μισθός ανταποκρίνεται στην αξία των αναγκαίων εμπορευμάτων που απαιτούνται για την αναπαραγωγή των μισθωτών. Οι φόροι δεν εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία. Για να μπορούν οι εργαζόμενοι να πληρώνουν τους φόρους και να αγοράζουν τα απαραίτητα εμπορεύματα στις αυξημένες, μετά φόρου, τιμές, το κεφάλαιο περιλαμβάνει στον μισθό ένα συμπλήρωμα προερχόμενο από τα δικά του εισοδήματα, δηλαδή από την κοινωνικά διαθέσιμη υπεραξία. Το βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου ή της ΜΜΤ δεν παρουσιάζει βελτίωση. Στην πραγματικότητα, το συμπλήρωμα που αντιστοιχεί στους φόρους και τις κρατήσεις περνά από τις τσέπες των καπιταλιστών στις τσέπες των εργαζομένων, αλλά ανακατευθύνεται ευθύς αμέσως προς στο κράτος. Θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τους λόγους αυτής της μυστηριώδους ταχυδακτυλουργίας.

Το Γράφημα 4 δείχνει ότι η συνολική κοινωνική υπεραξία διαιρείται σε τέσσερα μέρη: την πρόσοδο, τον τόκο και το κέρδος – στα οποία προστίθεται ο υπερμισθός της ΜΜΤ. Σε αυτό το σχήμα αφήνουμε στην άκρη τις ταχυδακτυλουργίες που περιγράψαμε παραπάνω, και οι οποίες αφορούν στην απόδοση στους μισθωτούς ενός πλεονάσματος μισθού το οποίο τους αφαιρείται τάχιστα μέσω των φόρων και των κρατήσεων. Αυτό ισχύει και για τους μισθούς της ΜΜΤ, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος του υπερμισθού. Υπό αυτές τις συνθήκες, μόνο η πρόσοδος, ο τόκος και το κέρδος συνεισφέρουν στον κρατικό προϋπολογισμό. Ο κρατικός προϋπολογισμός τροφοδοτείται μέσω των άμεσων ή έμμεσων αποστραγγίσεων από αυτές τις μορφές της υπεραξίας.

Επομένως, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο φόρος είναι, στο σύνολό του, μεταφορά υπεραξίας από το κεφάλαιο προς το κράτος. Εδώ προκύπτουν δύο ερωτήματα.

1.4.2. Φορολογικές κρατήσεις και ποσοστό εκμετάλλευσης

Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί το κεφάλαιο επιδίδεται σε αυτή τη φαινομενικά περιττή παράκαμψη. Γιατί οι καπιταλιστές δεν πωλούν τα αγαθά τους χωρίς ΦΠΑ, πληρώνοντας κατευθείαν στο κράτος κάτι ανάλογο; Θα ήταν τότε δυνατό να μειωθούν αναλογικά οι μισθοί. Το ίδιο ζήτημα μπορεί να τεθεί και στην περίπτωση του φόρου επί του εισοδήματος. Γιατί οι καπιταλιστές καταβάλλουν ένα πλεόνασμα μισθού, το οποίο ο μισθωτός (φορολογούμενος) επιστρέφει επακολούθως στο κράτος με τη μορφή του φόρου; Και στις δύο περιπτώσεις (άμεσοι και έμμεσοι φόροι), η εξήγηση είναι χωρίς αμφιβολία πολλαπλή. Η ιστορία και οι φορολογικές συνήθειες των διαφόρων χωρών, ακόμη και πριν από τη σταθεροποίηση του ΚΤΠ στις ίδιες του τις βάσεις, διαδραματίζουν σίγουρα κάποιο ρόλο στην εξήγηση αυτού της αστείας ταχυδακτυλουργίας. Όμως σίγουρα, το πέρασμα μέρους της χρηματοδότησης του κράτους από τις τσέπες των μισθωτών επιτρέπει τη ρύθμιση των μισθών μετά την παρακράτηση φόρου.

Εάν οι καπιταλιστές αποφασίσουν ότι πρέπει να αυξηθεί ο κρατικός προϋπολογισμός, μπορούν να επιλέξουν την αύξηση του ΦΠΑ. Από την άλλη η αύξηση του ΦΠΑ αυξάνει την τιμή των αναγκαίων μέσων διαβίωσης του προλεταριάτου και της ΜΜΤ. Σε συνθήκη ισορροπίας, οι μισθοί προσαρμόζονται προς τα πάνω, έτσι ώστε να διατηρείται το βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου και της ΜΜΤ. Η αύξηση του ΦΠΑ μεταφράζεται επομένως σε μείωση της μάζας της υπεραξίας που είναι διαθέσιμη για τους καπιταλιστές, προς όφελος του κράτους που καρπώνεται το πλεόνασμα του ΦΠΑ. Αλλά στον αντίποδα, αρκεί ο συσχετισμός δυνάμεων προλεταριάτου/κεφαλαίου να μην είναι ευνοϊκός για το προλεταριάτο (για παράδειγμα σε περίπτωση υψηλής ανεργίας) ώστε η αύξηση του ΦΠΑ να μην έχει επιπτώσεις στους ονομαστικούς μισθούς. Στην περίπτωση αυτή, το μέτρο αντιστοιχεί σε μείωση των μισθών άνευ φόρων. Αυτή η μείωση των μισθών φαίνεται να επιτρέπει στους καπιταλιστές να αυξήσουν τα κέρδη τους. Αλλά, στην πραγματικότητα, χρηματοδοτεί την αύξηση του ΦΠΑ. Η όλη διαδικασία είναι ουδέτερη για τους καπιταλιστές, οι οποίοι συνεχίζουν να πληρώνουν την ίδια μισθολογική μάζα και να καρπώνονται τα ίδια κέρδη. Είναι θετική για το κράτος, το οποίο αυξάνει τα φορολογικά του έσοδα. Μια άλλη πιθανότητα, που εμφανίζεται πολύ συχνά είναι η εξής: εάν ο κρατικός προϋπολογισμός παραμείνει σταθερός, δηλαδή αν το κράτος αντισταθμίσει την αύξηση του φόρου που ισχύει για τους μισθωτούς με την μείωση ενός άλλου φόρου του ίδιου τύπου, έχουμε να κάνουμε με μια ενέργεια ουδέτερη για το κεφάλαιο στο σύνολο του όπως και για το κράτος. Η αύξηση μιας μορφής φόρου και η μείωση μιας άλλης μορφής ισούται με τη μείωση των πραγματικών μισθών στην τάδε κατηγορία του πληθυσμού περισσότερο από τη δείνα, για παράδειγμα περισσότερο στους συνταξιούχους απ’ ότι στους εν ενεργεία εργαζομένους. Αλλά αν η μείωση εφαρμοστεί στον φόρο που καταβάλλουν άμεσα οι καπιταλιστές, είτε στα κέρδη τους είτε στα προσωπικά τους εισοδήματα, η ταυτόχρονη αύξηση του ΦΠΑ, δηλαδή η μείωση των καθαρών αποδοχών, ισοδυναμεί (με σταθερό κρατικό προϋπολογισμό και ονομαστικούς μισθούς) με αύξηση της διαθέσιμης υπεραξίας. Και το αντίστροφο είναι εξίσου αλήθεια: μείωση του ΦΠΑ, με όλα τα υπόλοιπα να παραμένουν σταθερά, συνεπάγεται αποστράγγιση της κοινωνικής δεξαμενής υπεραξίας. Όλα αυτά αποτελούν κομμάτι των λειτουργιών του κράτους, το οποίο διαθέτει τον φόρο ως μέσο ρύθμισης της σχέσης μεταξύ καπιταλιστών και μισθωτών. Καθώς αυξάνει ή μειώνει τους φόρους επί των μισθωτών εισοδημάτων ή επί της κατανάλωσης, μπορεί να αποταμιεύσει ή να εκχωρήσει ένα τμήμα της κοινωνικής υπεραξίας ή να το μεταφέρει από μια τάξη σε άλλη, από τη μια κοινωνική κατηγορία στην άλλη. Αυτό γίνεται συνεχώς, στη βάση ενός παιχνιδιού δράσης-αντίδρασης που επεξεργάζεται αδιάκοπα τη σχέση μεταξύ των τάξεων.

1.4.3. Κοινωνικά προγράμματα και συμπλήρωμα εισοδήματος στις μισθωτές τάξεις

Γράφημα 5: Χρήση της νέας αξίας

Επιστρέφουμε στην ανάλυση της χρήσης που κάνει το κεφάλαιο στα εισοδήματά του. Στο παραπάνω γράφημα, αγνοούμε την προσωπική κατανάλωση των καπιταλιστών. Για να αναπαραχθεί, η αστική τάξη πρέπει πάνω απ’ όλα να αποταμιεύει και να επενδύει – που σημαίνει επίσης να (υπερ)πληρώσει τη μεσαία τάξη για να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες επίβλεψης που αυτή προσφέρει. Επιπλέον, η ίδια η αναπαραγωγή της περιλαμβάνει κόστη. Πρόκειται για δαπάνες του κράτους, ιδωμένες εδώ υπό την ευρεία έννοια όλων των τοπικών, εθνικών ή υπερεθνικών, διοικητικών, πολιτικών και οικονομικών θεσμών που εμπλέκονται στη συνολική διαχείριση του συστήματος. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, οι λειτουργίες, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο εθνικό κράτος, έχουν διασκορπιστεί σε ένα μεγάλο αριθμό θεσμών (πχ ευρωπαϊκοί θεσμοί, ΠΟΕ, κλπ). Αυτό το διάχυτο κρατικό σύνολο είναι υπεύθυνο για δύο λειτουργίες που ανέκαθεν αντιστοιχούσαν στο καπιταλιστικό κράτος, δηλαδή τη διαχείριση της πάλης μεταξύ των τάξεων και του ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστικών φραξιών.

Το Κράτος δεν παρεμβαίνει στον καθορισμό της αξίας της εργασιακής δύναμης μόνο μέσω της φορολογίας. Το Γράφημα 4 έδειξε σχηματικά πώς, μετά την άντληση της υπεραξίας στα εισοδήματα των καπιταλιστών, ένα μέρος επιστρέφεται προς την κοινωνία. Πρόκειται για τις «παρεμβάσεις» του κράτους, οι οποίες ορίζονται από την εθνική λογιστική ως «το σύνολο των μεταβιβάσεων στα νοικοκυριά (Επίδομα Αναπηρίας, Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης), στις επιχειρήσεις (επιδοτήσεις για τη δημιουργία επιχειρήσεων ή θέσεων εργασίας), στη τοπική αυτοδιοίκηση, στις ενώσεις κα)»[4]. Το σύνολο αυτών των μεταβιβάσεων αντιπροσωπεύει σχεδόν το 30% του προϋπολογισμού του γαλλικού κράτους (αποκλειστικά της κεντρικής διοίκησης). Αυτές παρουσιάζονται στο Γράφημα 5, όπου απεικονίζονται οι χρήσεις της νέας αξίας από τις διαφορετικές τάξεις.

Σε πρώτο χρόνο είμαστε σε θέση να διακρίνουμε, όπως και η εθνική λογιστική, μεταξύ των παρεμβάσεων που απευθύνονται στα νοικοκυριά (κυρίως μισθωτών) και αυτών που απευθύνονται στις εταιρίες. Στην πραγματικότητα, η διάκριση είναι συχνά τυπική, με την έννοια ότι η παροχή βοήθειας σε μια επιχείρηση μπορεί να ενισχύσει τις επενδύσεις, τις προσλήψεις και τους μισθούς. Αντιστρόφως, η παροχή βοήθειας στους μισθωτούς συχνά επιτρέπει στα αφεντικά να μειώνουν (ή να μην αυξάνουν) τους μισθούς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του πριμ παραγωγικότητας στη Γαλλία. Δεν είναι όμως παράλογο αυτό το πήγαινε-έλα της αξιακής μάζας του κεφαλαίου προς το κράτος και έπειτα από το κράτος προς το κεφάλαιο και την κοινωνία; Το κεφάλαιο δίνει στο κράτος μέρος της υπεραξίας του, για παράδειγμα με σκοπό να μειώσει τους μισθούς. Γιατί αυτή η παράκαμψη; Η απάντηση βρίσκεται στους μαιάνδρους του ανταγωνισμού (δεν είναι απαραίτητα οι ίδιοι άνθρωποι που πληρώνουν φόρο και επωφελούνται από τις παροχές βοήθειας), στην ιστορία των διαδοχικών φάσεων της ταξικής πάλης και την αυτονόμηση του κράτους ως θεσμός.

Ως αποτέλεσμα της ιστορικής συσσώρευσης διάφορων μέτρων και λόγω του μεγάλου αριθμού προβλημάτων που πρέπει να επιλύσει, το κράτος παρεμβαίνει στην οικονομία και την κοινωνία μέσω μιας πληθώρας προγραμμάτων. Μπορεί να πρόκειται για μια μικρή βοήθεια σ’ έναν τοπικό κατασκευαστή ή για μαζικές μεταβιβάσεις σε ένα διακρατικό ολιγοπώλιο, για μια στήριξη λιγότερο δικαιολογημένη αλλά με εκλογικό όφελος προς μια κοινωνική ομάδα ή για τη διάσωση ενός συνταξιοδοτικού ταμείου, κλπ. Εάν όλοι χρωστάνε χρήματα στο κράτος, όλοι αναμένουν κάτι από αυτό. Αλλά δεν υπάρχει σχέση μεταξύ αυτού που καταβάλλεται και αυτού που λαμβάνεται πίσω (αρχή του μη-επιμερισμού των φορολογικών εσόδων). Όλα αυτά τα προγράμματα έχουν επομένως οικονομικό, και άρα κοινωνικό αντίκτυπο, αλλά αυτό δεν μας ενδιαφέρει εδώ. Αυτό που μας απασχολεί είναι να μάθουμε πως και γιατί ένα μέρος των παρεμβάσεων του κράτους έρχεται να συμπληρώσει τον μισθό των εργαζομένων.

1.4.4. Κρατικές παρεμβάσεις και αξία της εργασιακής δύναμης

Πράγματι, τίθεται ένα δεύτερο ερώτημα: σε ορισμένες από τις παρεμβάσεις του, το κράτος φαίνεται να πληρώνει ένα τμήμα των μισθών στη θέση των καπιταλιστών. Αυτό συμβαίνει όταν ένα μέρος του ενοικίου πληρώνεται στον ιδιοκτήτη από ένα κοινωνικό επίδομα (στη Γαλλία, από το επίδομα στέγασης). Το ίδιο ισχύει και για την οικονομική στήριξη για αγορά αυτοκινήτου. Στην πραγματικότητα, σε αυτού του είδους τα προγράμματα, αυτό που εμφανίζεται ως στήριξη του καταναλωτή συνιστά οπωσδήποτε στήριξη προς τον ιδιοκτήτη κατοικιών ή τον κατασκευαστή αυτοκινήτων.

Ωστόσο, άλλες παρεμβάσεις του κράτους που απευθύνονται προς το προλεταριάτο και τη ΜΜΤ στην πραγματικότητα αναλαμβάνουν μέρος του κόστους της αναπαραγωγής της τάξης στη θέση των καπιταλιστών. Μπορούμε να αναφέρουμε τα επιδόματα σίτισης, τα βοηθήματα υγείας (Γενική Κάλυψη Ασθένειας) και την υποστήριξη των ηλικιωμένων (Εξατομικευμένο Επίδομα Αυτονομίας, Επίδομα Αλληλεγγύης για Ηλικιωμένους). Οπωσδήποτε όμως πρέπει να αναφέρουμε την πρόσβαση στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η οποία είναι δωρεάν και υποχρεωτική στις περισσότερες από τις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου[5]. Η δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί επίσης σε ορισμένες χώρες ουσιαστική στήριξη της αναπαραγωγής της ΜΜΤ. Γιατί το κεφάλαιο αναθέτει στο κράτος την αξιακή μάζα που αντιστοιχεί στο κόστος της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης των νέων αντί να τη συμπεριλάβει στο ύψος των μισθών, αντί να συμπεριλάβει την εκπαίδευση στα αναγκαία εμπορεύματα διαβίωσης; Η απάντηση είναι σύμφυτη με τη λογική που διέπει εν γένει τις κρατικές παρεμβάσεις: γενική ισορροπία της αναπαραγωγής, οικονομίες κλίμακας, άνιση αναδιανομή των επιδομάτων μεταξύ τάξεων και ταξικών μερίδων, σκόπιμη μείωση ή αύξηση των εισοδημάτων μέσω τροποποιήσεων των επιδομάτων… Όποια και αν είναι η εξήγηση, αυτές οι κρατικές παρεμβάσεις δείχνουν ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της αξίας της εργασιακής δύναμης και του μισθού, ακόμα κι όταν αυτός ως συνολική μισθιακή μάζα. Σε όλες τις χώρες όπου το κράτος εμπλέκεται σε δαπάνες για να συμπληρωθεί το καλάθι των μέσων διαβίωσης που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, μπορούμε να διατυπώσουμε την ακόλουθη εξίσωση

γενική αξία της εργασιακής δύναμης = μέγεθος μισθού + κρατικές κοινωνικές δαπάνες

προσδιορίζοντας ότι στο μέγεθος του μισθού περιλαμβάνονται όλες οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (μερίδιο των εργαζομένων και μερίδιο των εργοδοτών) και ότι οι «κρατικές κοινωνικές δαπάνες» περιλαμβάνουν όλα τα κρατικά έξοδα που συμβάλλουν στην αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης (επίδομα σίτισης, ανθρωπιστική βοήθεια, υποτροφίες, κλπ)[6]. Αυτή η εξίσωση ισχύει κατ’ αρχάς για το προλεταριάτο. Για τη ΜΜΤ, θα πρέπει να αφαιρέσουμε από το «μέγεθος του μισθού» το μερίδιο που αντιστοιχεί στον υπερμισθό, διότι ο τελευταίος δεν καλύπτει τα αναγκαία εμπορεύματα και τις υπηρεσίες που απαιτούνται για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμής της. Και για τις δύο τάξεις διαδοχικά, θα έπρεπε -όπως έχουμε δει- να αφαιρέσουμε επίσης τους φόρους. Αυτό είναι στατιστικά αδύνατο.

Έχει σημασία να σημειωθεί εδώ ότι αν οι ποσότητες της αξίας που αφιερώνονται για κοινωνικά προγράμματα ή για την εκπαίδευση συμπληρώνουν τη λίστα των αναγκαίων μέσων για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, δεν λειτουργούν ως μεταβλητό κεφάλαιο. Αυτές οι δαπάνες δεν συσχετίζουν με το μέσο κέρδος αυτούς που τις πραγματοποιούν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ευνοούν τα κέρδη των ιδιωτών καπιταλιστών επιτρέποντας την ύπαρξη χαμηλότερων μισθών, αλλά δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ της φορολογικής συνεισφοράς ενός τέτοιου καπιταλιστή και των επιδομάτων που απολαμβάνουν οι μισθωτοί που προσλαμβάνει. Τα κοινωνικά προγράμματα συνιστούν έξοδα, τα οποία αναλαμβάνουν όλοι ο καπιταλιστές και από τα οποία κάποιοι μεταξύ τους επωφελούνται περισσότερο από άλλους. Η διαφορά με τον μισθό, ακόμα και τον έμμεσο, είναι ότι το συμπλήρωμα εισοδήματος δεν συνδέεται με την ανταλλαγή της εργασιακής δύναμης, δεν είναι αποτέλεσμα της άμεσης σχέσης μεταξύ του καπιταλιστή και του εργαζόμενου. Προκύπτει από μια πολιτική απόφαση του κράτους, το οποίο δεσμεύεται ή αποδεσμεύεται για το τάδε ή το δείνα πρόγραμμα ανάλογα με την εξέλιξη της σχέσης μεταξύ των τάξεων και τη δημοσιονομική ικανότητά του. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος αυξάνει ή μειώνει το συνολικό εισόδημα των εργαζομένων. Θεωρώντας ότι η αξία της εργασιακής δύναμης του προλεταριάτου έχει ρυθμιστεί στο ελάχιστο, οι κοινωνικές δαπάνες του κράτους είναι ένας τρόπος για να αυξηθεί το ποσοστό εκμετάλλευσης στo επίπεδο του γενικής εργασιακής διαδικασίας. Όσο περισσότερο αυξάνεται το μη-μισθολογικό μέρος του εισοδήματος των προλετάριων τόσο λιγότερο το αφεντικό έχει ανάγκη να πληρώνει άμεσα το ίδιο, αλλά τόσο περισσότεροι φόροι πρέπει να παρακρατούνται.

1.4.5. Κοινωνική νομοθεσία

Μέχρι στιγμής δεν έχουμε εξετάσει την κρατική παρέμβαση εντός της σχέσης μεταξύ των τάξεων παρά μόνο υπό τη μορφή εισφορών και φορολογικών δαπανών. Υπάρχει και μια άλλη μορφή παρέμβασης που απορρέει από τον ρυθμιστικό ρόλο του κράτους επί της ταξικής πάλης και επί του ανταγωνισμού. Πρόκειται για τις συνεχείς μεταρρυθμίσεις του εργατικού δικαίου και άλλων κανονιστικών πτυχών που αφορούν τη σχέση μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου. Ουσιαστικά, εδώ το κράτος νομοθετεί και διασφαλίζει ότι οι διατάξεις του θα αγκυρώνονται στην πράξη. Σε αυτή την άσκηση κρατικής εξουσίας για τον καθορισμό, τη διατήρηση ή την αλλαγή των κανόνων επί της αγοράς-πώλησης, της κατανάλωσης και της «αγρανάπαυσης» της εργασιακής δύναμης, το κράτος μπορεί να ενεργήσει με πολλούς τρόπους αλλά πάντα με βάση τις τάσεις που ήδη επενεργούν εντός του γενικού προτσες της εργασίας και των συσχετισμών δύναμης που το οικοδομούν. Οι νόμοι που προκύπτουν συνιστούν αποκρυστάλλωση αυτών των τάσεων και συσχετισμών δύναμης. Σε πολύ γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι το κράτος συνοδεύει τη διαδικασία συσσώρευσης ευνοώντας κάθε στιγμή τον τρόπο εξαγωγής της υπεραξίας που εμφανίζεται ως πιο βιώσιμος ανάλογα με τις περιστάσεις. Στο παρελθόν, στις επικράτειες του καπιταλιστικού κέντρου, αυτό μπόρεσε να συμπεριλάβει τη διάλυση του προκαπιταλιστικού εθιμικού δικαίου και την ενίσχυση της απόσπασης υπεραξίας στην απόλυτη μορφή της (κυρίως από τον 14ο έως τον 18ο αιώνα), ή ακόμα και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη σχετικής υπεραξίας υπό την ώθηση των εργατικών αγώνων (19ος και 20ός αιώνας). Αυτό τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο μακροπρόθεσμες τάσεις.

Σήμερα, η νομοθετική παρέμβαση του κράτους στις κεντρικές επικράτειες συσσώρευσης καθορίζεται ουσιαστικά από την επιστροφή στην απόλυτη υπεραξία μέσα στους ίδιους τους κόλπους της σχετικής υπεραξίας. Τα τελευταία χρόνια, οι νόμοι του Hartz, οι νόμοι για την εργασία στη Γαλλία (Lois Travail) και άλλες εργασιακές μεταρρυθμίσεις (Jobs Acts) συντάχθηκαν και εφαρμόστηκαν σε πολλές χώρες. Ένα πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η Ουγγαρία όπου η έλλειψη εργατικού δυναμικού, η οποία προκλήθηκε από την πολιτική της κυβέρνησης Ορμπάν που ήταν ταυτόχρονα υπέρ των πολυεθνικών και εναντίον της μετανάστευσης, επιβάλλει τώρα την άρση κάθε εμποδίου για τους εργοδότες στην προσπάθεια τους να καθιερώσουν την επέκταση του εργασιακού ωραρίου. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές συνήθως έχουν ως στόχο την επισφαλειοποίηση της εργασίας, τη μείωση των πραγματικών μισθών, την αύξηση του χρόνου εργασίας, την καταστρατήγηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, την αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, την αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης, κλπ. Σε όλες τις περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι πάντα η αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης μέσω της επέκτασης της εργάσιμης ημέρας ή/και τη συρρίκνωση του καλαθιού των αναγκαίων μέσων διαβίωσης και όχι μέσω της υποτίμησης των εμπορευμάτων που περιέχονται στο καλάθι. Φυσικά, αυτή η υποτίμηση υφίσταται, και σε πολύ έκδηλη μορφή για κάποια εμπορεύματα (έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, κλπ), αλλά πραγματοποιείται ανεξάρτητα από την κοινωνική νομοθεσία. Στις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου, το κράτος αφιερώνεται περισσότερο στην προσαρμογή ενός διχτυού ασφαλείας το οποίο κατέστη αναγκαίο λόγω των μεταρρυθμίσεων και της επισφαλειοποίησης του εργατικού δυναμικού. Αλλά αυτή η πτυχή της κρατικής παρέμβασης, η οποία αντιπροσωπεύει το χρηματοπιστωτικό κόστος, εξετάστηκε παραπάνω.

1.4.6. Κρατικό χρέος

Επισημαίνουμε, για να είμαστε πλήρεις, την άλλη πιθανή πηγή κρατικής χρηματοδότησης, δηλαδή το χρέος. Σε συνθήκες ισορροπίας, το χρέος δεν μεταβάλλει σημαντικά τον συλλογισμό. Υπό τέτοιες συνθήκες, το χρέος επιστρέφεται μέχρι τέλους. Αντί οι καπιταλιστές να χρηματοδοτούν παρά τη θέλησή τους το κράτος μέσω των φόρων, το κάνουν ηθελημένα μέσω του δανεισμού, έναντι καταβολής τόκων. Σε αυτή την περίπτωση, και σε αντίθεση με τον φόρο, η μεσαία τάξη συμμετέχει στη διαδικασία χρηματοδότησης κάνοντας χρήση των αποταμιεύσεών της. Τα κρατικά έξοδα αυξάνονται κατά το ποσό των τόκων που πρέπει να καταβληθούν στους επενδυτές, αλλά σε πρώτο στάδιο τα πράγματα φαίνεται να έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, πρόκειται να χρηματοδοτηθεί μια πολεμική προσπάθεια. Οι καπιταλιστές συναινούν το κράτος να τους κοστίσει περισσότερο επειδή ελπίζουν να αποκτήσουν ένα πλεονέκτημα τη στιγμή της ειρήνης. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Β’ ΠΠ, όταν το ομοσπονδιακό χρέος έφθασε το 120% του ΑΕΠ, για να μειωθεί σταθερά κατά τη διάρκεια της Χρυσής Τριακονταετίας (37% του ΑΕΠ το 1974) και να αυξηθεί εκ νέου στη συνέχεια. Σήμερα κανείς δεν πιστεύει ότι τα κράτη θα αποπληρώσουν όλα τα χρέη τους. Εδώ δεν είναι ο χώρος για να αναλύσουμε τις πολύπλοκες σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ των καπιταλιστών και του κράτους κατά την οργάνωση του κρατικού χρέους. Προς το παρόν, αρκεί να κρατήσουμε ότι το φαινόμενο της υπερχρέωσης, το οποίο διεθνοποιείται σε διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αποδυνάμωση του εθνικού κράτους και την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης του πληθυσμού.

1.4.7. Αποεθνικοποίηση του κράτους

Μέχρις εδώ, εμμέσως, έχουμε μιλήσει κυρίως για το κράτος ως εθνικό κράτος. Με αυτό εννοούμε το σύνολο των θεσμών και των διοικητικών αρχών που διαχειρίζονται με όχι άμεσα προσοδοφόρο χαρακτήρα τους κινδύνους της ταξικής πάλης και του ανταγωνισμού σε μια γεωγραφικά καθορισμένη ζώνη, που οριοθετείται από σύνορα. Οι κάτοικοι της εν λόγω γεωγραφικής ζώνης, μισθωτοί ή καπιταλιστές, απευθύνονται σε αυτό το σύνολο θεσμών για τη διαχείριση των πολλαπλών συγκρούσεων που πλήττουν τις σχέσεις τους. Από την άλλη, όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό το κράτος αποδυναμώνεται επί της ίδιας της αρχής που του επιτρέπει να υπάρχει και να εκπληρώνει τις λειτουργίες του: στην ικανότητά του να φορολογεί. Αυτό οφείλεται ειδικότερα, αλλά όχι μόνο, στη διεθνοποίηση ενός μεγαλύτερου ή μικρότερου μέρους του κεφαλαίου που εγκαθίσταται στην επικράτειά του και ταυτόχρονα αλλού. Γνωρίζουμε ότι αυτό καθιστά ευκολότερη τη μεγιστοποίηση του οφέλους, ακόμα και τη φοροδιαφυγή, υπό την έννοια ότι όσοι κατεξοχήν αποκομίζουν μεγαλύτερα κέρδη εντός της θεωρούμενης επικράτειας πληρώνουν συχνά πολύ λίγους φόρους. Η άλλη αιτία της αποδυνάμωσης του εθνικού κράτους είναι φυσικά η έλλειψη υπεραξίας που εμφανίστηκε στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της κρίσης του 2008.

Αυτοί οι δύο παράγοντες συμβάλλουν στη διεύρυνση του ελλείμματος του προϋπολογισμού, το οποίο καλύπτεται μεταξύ άλλων από τον δανεισμό, μια άλλη πηγή προβλημάτων για τα σύγχρονα εθνικά κράτη. Σε μεγάλο βαθμό, το χρέος τους ανήκει σε ξένους επενδυτές, οι οποίοι ζητούν ένα επιτόκιο που βασίζεται στην εμπιστοσύνη που έχουν ότι το τάδε ή το δείνα κράτος θα αποπληρώσει το χρέος του, θα αποδεχτεί τα επιτόκια καθ’ όλη τη διάρκεια και, εν τέλει, θα εφαρμόσει μια οικονομική και κοινωνική πολιτική που θα ευνοεί τη δραστηριότητά τους. Είναι σε θέση επίσης να ασκήσουν σημαντική πίεση στο κράτος-οφειλέτη. Το παράδειγμα της Ελλάδας κατά την αναμέτρηση με την Τρόικα δείχνει ότι, όταν οι πιστωτές είναι εξωτερικοί καπιταλιστές (ή άλλα κράτη), οι δομές του εθνικού κράτους μπορεί να παύσουν να λειτουργούν σε βαθμό ασύλληπτο σε σχέση με το παρελθόν. Για την Ελλάδα, όπως και για πολλές άλλες χώρες, τα μέσα διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων βρίσκονται σήμερα σε μεγάλο βαθμό εκτός των εθνικών θεσμών, στους δημόσιους διεθνείς οργανισμούς (ΔΝΤ, ΠΤ, ΕΚΤ, κλπ) ή στους ιδιωτικούς φορείς (τράπεζες, επενδυτικά funds) που διαθέτουν τα μέσα για τη συλλογή της υπεραξίας. Όλο και περισσότερο τα παραδείγματα ρύθμισης της ταξικής πάλης και του ανταγωνισμού γίνονται υπερεθνικά – εξαιρούνται χωρίς δεύτερη σκέψη οι ΗΠΑ.

Φτάνουμε λοιπόν στο συμπέρασμα. Ένα σημαντικό μέρος του εισοδήματος των καπιταλιστών αφιερώνεται στο κράτος, θεωρημένου σε όλες τις τοπικές, εθνικές και υπερεθνικές μορφές του. Οι προϋπολογισμοί όλων αυτών των κρατικών μορφών τροφοδοτούνται από την υπεραξία. Το κράτος αποτελεί συνεπώς κόστος για το κεφάλαιο, αλλά κόστος απαραίτητο, και λειτουργικό. Μέσω των φορολογικών εισφορών, μέσω της αναδιανομής μέρους της αξίας που έχει αντλήσει από τη δεξαμενή της κοινωνικής υπεραξίας και μέσω της ρυθμιστικής δραστηριότητάς του, το κράτος παρεμβαίνει αδιάκοπα στη σχέση κεφαλαίου και μισθωτών τάξεων. Αυτές οι παρεμβάσεις έχουν ένα κόστος για το κεφάλαιο στο σύνολο του, όμως όλα τα ατομικά κεφάλαια ή οι μερίδες κεφαλαιοκρατών δεν έχουν την ίδια σχέση κόστους/οφέλους. Αυτό αφήνει χώρο για μια διαρκή αντιπαλότητα προκειμένου να αποσπαστούν από το κράτος περισσότερα προνομία σε σχέση με τους άλλους. Εξάλλου, η φορολογική και δημοσιονομική πολιτική του κράτους θέτει το τελευταίο σε θέση ρυθμιστή της σχέση μεταξύ των τάξεων, μια αρμοδιότητα που αναλαμβάνει περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικά ανάλογα με τους πόρους που είναι πρόθυμοι να του παράσχουν οι καπιταλιστές και τα αντικρουόμενα αιτήματα που του απευθύνουν όλες οι τάξεις και οι ταξικές μερίδες. Θα δούμε ότι ειδικά οι διαταξικοί αγώνες περιμένουν πολλά από το κράτος, το οποίο όμως συχνά είναι πολύ αποδυναμωμένο για να αναλάβει ρόλο διαιτητή, εξαιτίας της απώλειας κυριαρχίας του εθνικού κράτους και της έλλειψης ενδιαφέροντος των υπερεθνικών οργάνων για την επίτευξη συμβιβασμών όσον αφορά τις τοπικές συγκρούσεις (Ελλάδα 2015, Βενεζουέλα 2018).

1.5. Εισοδήματα και κατανάλωση του προλεταριάτου και της ΜΜΤ

Ας έρθουμε στο ζήτημα των εισοδημάτων των δύο μισθωτών τάξεων. Αποτελούνται κυρίως από τον μισθό, άμεσο και έμμεσο. Τα πράγματα εδώ είναι αρκετά απλά. Ωστόσο, όπως είδαμε κατά την εξέταση του ρόλου του κράτους, οι δύο τάξεις λαμβάνουν επίσης, τουλάχιστον στην περίπτωση ορισμένων χωρών, ένα συμπλήρωμα μισθού που τους βοηθά να αποκτήσουν τα απαραίτητα εμπορεύματα για την αναπαραγωγή τους – και που βοηθά επίσης τους μεμονωμένους καπιταλιστές να πληρώνουν λιγότερο τους μισθωτούς τους. Αυτά τα συμπληρώματα παίρνουν διάφορες μορφές. Το προλεταριάτο και η ΜΜΤ χρειάζονται για την αναπαραγωγή τους στέγαση, αυτοκίνητο και κάθε είδους άλλα εμπορεύματα και υπηρεσίες. Η αναπαραγωγή τους περνάει επίσης από τις δωρεάν υπηρεσίες, οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με την χώρα και την εποχή, όπως η ασφάλεια, η πρόσβαση στο οδικό δίκτυο ή η εκπαίδευση των παιδιών. Αυτές οι υπηρεσίες είναι απαραίτητες για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Θα μπορούσαν να τίθενται προς πώληση στους μισθωτούς όπως τα συνήθη εμπορεύματα ή υπηρεσίες. Έτσι, θα παράγονται από κεφάλαια που λαμβάνουν το μέσο κέρδος. Είναι απαραίτητο να πιστέψουμε ότι σε παγκόσμιο επίπεδο είναι φθηνότερο για το κεφάλαιο να εμπιστευθεί μια αξιακή μάζα στο κράτος, ώστε αυτό να διασφαλίζει τον δωρεάν ή επιδοτούμενο χαρακτήρα αυτών των υπηρεσιών. Είναι αλήθεια ότι οι ολοένα συχνότερες ιδιωτικοποιήσεις δείχνουν ότι οι υπολογισμοί που κάνουν οι καπιταλιστές αλλάζουν. Αλλά όσον αφορά τα υπόλοιπα, τα οποία εξακολουθούν να είναι σημαντικά, οι υπηρεσίες αυτές αναπαριστούν έξοδα για τους καπιταλιστές. Δεν συνιστούν μια επένδυση που σχετίζεται με το μέσο κέρδος. Οι δαπάνες αυτές καλύπτονται από την υπεραξία, ένα μέρος της οποίας περνά φευγαλέα από τις τσέπες των εργαζομένων.

Στην περίπτωση του προλεταριάτου, το άθροισμα των μισθών, των επιδομάτων και των δημόσιων παροχών ισούται με το ελάχιστο απαιτούμενο για την άμεση αναπαραγωγή του στη περιοχή που ζει. Στην περίπτωση της μεσαίας τάξης, έχουμε διακρίνει, από τη μία πλευρά, μεταξύ των καταναλωτικών εξόδων, που της επιτρέπουν να αναπαράγεται ως τάξη της διανοητικής εργασίας, και από την άλλη, των εξόδων υπερκατανάλωσης, που καθορίζουν τα εξωτερικά, κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της τάξης των στελεχών. Στην πρώτη ομάδα εξόδων, υπάρχουν ειδικά εκείνα που αντιστοιχούν στην ανώτατη εκπαίδευση των νέων της ΜΜΤ. Αυτός ο τομέας κατανάλωσης της ΜΜΤ έχει κεντρική διάσταση στην αναπαραγωγή της ως μεσαία τάξη. Η εκπαίδευση στην πνευματική εργασία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ικανότητάς της για εποπτεία, η οποία πρέπει να γίνει κατανοητή τόσο από τεχνική όσο και από κοινωνική άποψη, ακριβώς όπως η διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής είναι ταυτόχρονα εργασιακή διαδικασία και αξιοποιός διαδικασία. Αν ο τεχνικός χαρακτήρας της εργασίας δικαιολογεί έναν σχετικά υψηλότερο μισθό σε σχέση με τον μισθό του εργάτη επειδή η αναπαραγωγή του πνευματικά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού κοστίζει πιο ακριβά, ο κοινωνικός χαρακτήρας δικαιολογεί τον υπερμισθό. Σε πολλές χώρες υπάρχουν κρατικά επιδόματα για να καλύπτουν το κόστος της ανώτατης εκπαίδευσης. Η δεύτερη ομάδα εξόδων είναι, όπως προείπαμε, η μετατροπή ενός μεριδίου της υπεραξίας που παράγεται από την παραγωγική εργασία (συμπεριλαμβανομένης αυτής της ΜΜΤ) σε υπερκατανάλωση και αποταμίευση/δημιουργία αποθεμάτων. Καθορίζει το υψηλότερο επίπεδο ζωής της ΜΜΤ – το στάτους της, όπου ο υπερμισθός συνδέεται με τη διανοητική εργασία για να εκχωρηθεί εξουσία στα καπιταλιστικά στελέχη.

2. Σκηνές του Ménage à Trois

Είδαμε παραπάνω πώς η νέα αξία παράγεται, αναδιανέμεται και χρησιμοποιείται από τις τρεις τάξεις υπό συνθήκες ισορροπίας, ή τουλάχιστον προσεγγιστικής ισορροπίας. Διότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, τα χρέη των κρατών και των εταιρειών και η υπερεθνική προοπτική διαχείρισης του ΚΤΠ δεν έχουν λάβει χώρα εντός μιας αλληλουχίας μεγάλης ευημερίας. Ωστόσο, είναι κυρίως από τη δεκαετία του 2000, και ιδιαίτερα λίγο πριν την κρίση του 2008, που το οικονομικό περιβάλλον άρχισε να επιδεινώνεται. Έκτοτε, η έλλειψη υπεραξίας οδήγησε τους καπιταλιστές να υιοθετήσουν μια πολιτική καθαρά επιζήμια ως προς τις ισορροπίες που λίγο-πολύ διατηρούνταν μέχρι τότε.

2.1. Συγκρούσεις της εργασίας ή συγκρούσεις της ρύθμισης;

Το Γράφημα 5 (βλέπε §1.4.3) εξηγεί ότι, προκειμένου να αντισταθμιστεί η έλλειψη υπεραξίας, προκειμένου να εξοικονομηθούν χρήματα, οι καπιταλιστές μπορούν να στραφούν είτε εναντίον των μισθωτών για να μειώσουν τους μισθούς και τους υπερμισθούς τους, είτε εναντίον του κράτους για να μειώσει τα έξοδά του. Αυτό θα προκαλέσει διάφορους τύπους ταξικών συγκρούσεων, συμπεριλαμβανομένων πιθανών διαταξικών συγκρούσεων. Όλες αυτές οι συγκρούσεις μπορεί να είναι ταυτόχρονες, αλλά πρέπει να τις εξετάσουμε διαδοχικά.

2.1.1. Καπιταλιστές εναντίον μισθωτών

Από την καμπή της τελευταίας κρίσης, η καπιταλιστική τάξη δεν έχει εξαναγκαστεί να επιβάλει με μια κίνηση μείωση του ονομαστικού μισθού ή μαζικές απολύσεις στο σύνολο του προλεταριάτου ή/και στη ΜΜΤ, ή σε κάθε περίπτωση σε μεγάλο μέρος τους. Εδώ αναφερόμαστε στη παγκόσμια κλίμακα. Αυτό οφείλεται οπωσδήποτε στο γεγονός ότι η γενική τάση της συσσώρευσης να αυτοσυντηρείται μέσω της δυσανάλογης προσφυγής στην πίστωση (κρατών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων) δεν έχει διακοπεί, το αντίθετο. Αυτή η τάση ταυτίζεται με μια τακτική παράκαμψης, μέσω της οποίας η καπιταλιστική τάξη κατάφερε μέχρι στιγμής να αποφύγει τη μαζική αντιπαράθεση με τους μισθωτούς – ειδικά με το προλεταριάτο. Τούτου λεχθέντος, οι δυσκολίες που απορρέουν από τη χαμηλή κερδοφορία των εταιρειών και την ανάγκη ψαλιδίσματος των μισθών παραμένουν. Οι μεμονωμένοι καπιταλιστές διαθέτουν όλα τα μέσα για να την αντιμετωπίσουν: αντικατάσταση του μόνιμου προσωπικού από προσωρινό προσωπικό, αντικατάσταση του ηλικιωμένου προσωπικού από νεαρό προσωπικό, μπλοκάρισμα των μισθολογικών αυξήσεων, μείωση του προσωπικού, εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας, μετεγκαταστάσεις βιομηχανιών, κλπ. Αυτό γίνεται με τρόπο που εξακολουθεί να είναι τμηματικός, ανά επιχείρηση, σπανιότερα ανά τομέα. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η πίεση αυτή κατανέμεται πολύ άνισα στις διεθνείς αξιακές αλυσίδες, με μεγαλύτερη βαρύτητα στις δραστηριότητες που οι σημερινοί οικονομολόγοι θεωρούν ως «χαμηλής προστιθέμενης αξίας» (συναρμολόγηση, αποθήκευση, μεταφορές), οι οποίες συχνά ανατίθενται σε υπεργολάβους και αποκόπτονται από δραστηριότητες «υψηλής προστιθέμενης αξίας» (έρευνα και ανάπτυξη, εμπόριο). Η ΜΜΤ επηρεάζεται επομένως λιγότερο απ’ ότι το προλεταριάτο.

Οι συγκρούσεις που εκδηλώνονται όταν οι μισθωτοί προσπαθούν να αμυνθούν είναι στη πλειονότητα των περιπτώσεων αποσπασματικές, ανά επιχείρηση, ανά τομέα. Δεν βλέπουμε την περιβόητη γενική απεργία που κάποιοι εύχονται. Βεβαίως, υπήρξαν μείζονες συγκρούσεις που ενεργοποίησαν σε μεγάλη κλίμακα και τις δύο μερίδες των μισθωτών τάξεων – αλλά όχι μαζί ευθέως κατά του κεφαλαίου. Τέτοιες συγκρούσεις έχουν μια ιδιαιτερότητα η οποία προκύπτει από τον ρόλο του κράτους. Θα επανέλθουμε αργότερα σε αυτό (§2.2). Στο πλαίσιο που περιγράψαμε παραπάνω, οι συγκρούσεις εντός των επιχειρήσεων είναι κατά βάση έργο του προλεταριάτου, σπάνια της ΜΜΤ, και επομένως μπορεί να αφορούν επίσης διάσπαρτες συγκρούσεις, μερικές φορές μαζικές. Μπορούμε να αναφέρουμε το παράδειγμα των υπαλλήλων της φινλανδικής χαρτοβιομηχανίας, των οποίων τα αφεντικά ήθελαν να υποβαθμίσουν τη συλλογική σύμβαση (Ιανουάριος 2018). Εάν σε αυτό το κομμάτι των διάσπαρτων συγκρούσεων, προλετάριοι και μέλη της ΜΜΤ παλεύουν μαζί, δεν πρόκειται για συμμαχία μεταξύ τάξεων αλλά μεταξύ κατηγοριών του προσωπικού. Αυτό μπορεί να συμβεί σε μια εταιρεία. Σε επίπεδο τομέα, πρόκειται εξ αρχής για κάτι πολύ πιο θεωρητικό. Στην έρευνά μας, δεν εντοπίσαμε σημαντική ομοιότητα περιστάσεων όσον αφορά την ταυτόχρονη εμπλοκή διαφόρων τομέων της οικονομίας μιας χώρας. Από αυτή την σκοπιά, η περίπτωση των απεργιών του Μαΐου-Ιουνίου του 1968 στη Γαλλία χρήζει ειδικής μεταχείρισης. Ακόμα και αν αποδειχθεί ότι το 1968 οι προλετάριοι και τα στελέχη που αγωνίζονταν απεργούσαν από κοινού, κάτι που μένει να αποδειχτεί, αυτό θα αποτελούσε απλώς μια ελάχιστα πειστική εξαίρεση λόγω των πολύ ιδιαίτερων συνθηκών της εποχής (πλήρης απασχόληση, κλπ).

Συνεπώς, κρατάμε ότι προς το παρόν, οι καπιταλιστές δεν προχωρούν σε άμεσες και εξουσιαστικές μειώσεις μισθών στο σύνολο των μισθωτών.

2.1.2. Kαπιταλιστές εναντίον κράτους

Η άλλη μάζα αξίας εντός της οποίας οι καπιταλιστές δύνανται να βρουν τρόπους εξοικονόμησης χρημάτων συγκροτείται από τη συλλογική τους κατανάλωση: το κράτος. Την ίδια στιγμή που στρέφεται εναντίον των μισθωτών προλετάριων και της μεσαίας τάξης, το κεφάλαιο πιέζει το κράτος να μειώσει τον συνολικό προϋπολογισμό. Όπως έχει ήδη ειπωθεί, το κράτος είναι ταυτόχρονα διαχειριστής των σχέσεων μεταξύ καπιταλιστών που εντάσσονται σε αντίπαλα στρατόπεδα (μεταλλουργία κατά υπηρεσιών, ΜΜΕ κατά πολυεθνικών, εισαγωγείς κατά των εξαγωγέων, κλπ) και διαχειριστής των σχέσεων μεταξύ όλων αυτών των καπιταλιστών και των δύο μισθωτών τάξεων. Οι πιθανοί συνδυασμοί είναι πολλοί. Αλλά με λίγα λόγια, όταν η κυρίαρχη καπιταλιστική φράξια διαπιστώνει ότι το κράτος δεν κάνει καλά τη δουλειά του και κοστίζει ακριβά, του ασκεί πίεση για να μειώσει το κόστος ύπαρξης του. Και το κράτος συμμορφώνεται επιτιθέμενο στις μισθωτές τάξεις και τα ασθενέστερα καπιταλιστικά στρώματα. Με τη σειρά τους, οι τάξεις αυτές αμύνονται απέναντι στη κρατική επίθεση. Αυτή είναι η βάση των μεγάλων διαταξικών συγκρούσεων της εποχής μας.

Οι δημοσιονομικές δαπάνες του κράτους αποτελούνται κυρίως από δύο μεγάλες μάζες: τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και τις λεγόμενες δαπάνες «παρέμβασης», οι οποίες περιλαμβάνουν όλες τις μεταβιβάσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις (Γράφημα 5, §1.4.3).

Στη Γαλλία, αυτές οι δύο κατηγορίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% και το 30% αντίστοιχα του κεντρικού προϋπολογισμού (εξαιρείται η τοπική αυτοδιοίκηση). Κάτω από την πίεση της κυρίαρχης καπιταλιστικής φράξιας, το κράτος αναγκάζεται να μειώσει τις δαπάνες του. Στη συνέχεια επιτίθεται στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και στα επιδόματα που απευθύνονται στους μισθωτούς ή ακόμα και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, παρατηρούμε ότι τα κράτη συμπεριφέρονται προς το παρόν σαν εργοδότες του ιδιωτικού τομέα, προχωρώντας με μικρά βήματα. Αυτό οδηγεί στην εμφάνιση χωρικά εντοπισμένων συγκρούσεων, τα παραδείγματα των οποίων αφθονούν (Αμερικανοί δάσκαλοι το 2018, κλπ). Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, πρέπει να θυμόμαστε τη διάκριση μεταξύ παρεμβάσεων που απευθύνονται στους μισθωτούς και εκείνων που απευθύνονται στις επιχειρήσεις. Είδαμε στην παράγραφο §1.4.3 ότι αυτή η διάκριση είναι μάλλον τυπική. Η βοήθεια προς τα νοικοκυριά βοηθά με τη σειρά της ορισμένες επιχειρήσεις, ενώ η στήριξη ορισμένων επιχειρήσεων μπορεί να βοηθήσει τα νοικοκυριά. Η πολυπλοκότητα των οικονομικών και κοινωνικών προγραμμάτων του κράτους είναι μεγάλη και το αποτέλεσμα των κρατικών μέτρων δεν είναι πάντα το αναμενόμενο. Εν πάση περιπτώσει, στο λαβύρινθο των κρατικών παρεμβάσεων, η κυρίαρχη μερίδα του κεφαλαίου κάνει την επιλογή της: τα κοινωνικά προγράμματα στήριξης ή εκείνα που στηρίζουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις προορίζονται για μείωση ή κατάργηση, ενώ εκείνα που εξυπηρετούν το συμφέρον τους πρέπει να προστατευτούν. Η δυναμική της σύγκρουσης είναι απεριόριστη. Το αποτέλεσμα είναι πάντα η υποβάθμιση των συνθηκών ζωής των μισθωτών και των δύο τάξεων. Σε κάποια φάση, η εξέγερση ξεσπά. Η διαταξική μορφή της διαμαρτυρίας προέρχεται από το γεγονός ότι το κράτος είναι ο κοινός τόπος των συμφερόντων που υπερασπίζονται οι οι δύο τάξεις. Πρόκειται για τους από κοινού δικαιούχους της ανακατανομής των κρατικών παρεμβάσεων. Μεγάλο μέρος των κρατικών οικονομικών ενισχύσεων έχει διαταξικό χαρακτήρα. Αυτό ισχύει για τις επιδοτήσεις βασικών αναγκών (αλεύρι, ψωμί, ζάχαρη, καύσιμα, κλπ) και τα προγράμματα αστικής ή αγροτικής ανάπτυξης σε χώρες της περιφέρειας και της ημιπεριφέρειας. Συμπεριλαμβάνονται επίσης τα επιδόματα στέγασης και τα οικογενειακά επιδόματα στις κεντρικές χώρες.

Δεν είναι η πολιτική τακτική που συνενώνει το προλεταριάτο και τη MMT (ακόμα και τους μικροαστούς και την ανεξάρτητη μεσαία τάξη) σε κοινό αγώνα. Αυτό συμβαίνει στο μέτρο που, μέσα από χίλιες και μια διαφορετικές οδούς, οι δύο τάξεις υπόκεινται σε φορολογική επιβάρυνση και σε μείωση των επιδομάτων, κάτι το οποίο είναι εν μέρει κοινό (πχ για τον ΦΠΑ) και οι οποίες δεν αντισταθμίζονται από καμία αύξηση μισθού. Η κυρίαρχη μερίδα του κεφαλαίου απαιτεί από το κράτος να μειώσει όλες αυτές τις ενισχύσεις. Γι’ αυτό ο κοινός αγώνας των δύο τάξεων που αντιτίθενται στην επίθεση του κεφαλαίου (ή μιας μερίδας του) εναντίον του κράτους παίρνει τη μορφή ενός αγώνα του προλεταριάτου και της ΜΜΤ και εναντίον του κράτους. Όμως, ενώ το κεφάλαιο αγωνίζεται εναντία στο σπάταλο κράτος, ο διαταξικός αγώνας στρέφεται εναντίον του οικονομικά συνετού κράτους.

2.1.3. Κράτος εναντίον μισθωτών

Παράλληλα με το ψαλίδισμα των μισθών και την υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας του εργατικού δυναμικού τους, οι καπιταλιστές απαιτούν συλλογικά από το κράτος να διευκολύνει το έργο τους με όλα τα μέσα που διαθέτει: νομοθέτηση του κατώτατου μισθού και του χρόνου εργασίας, ρύθμιση του έμμεσου μισθού (κοινωνικές εισφορές, συντάξεις, κλπ), επιδόματα ανεργίας, πληθωρισμός, μετανάστευση. Όπως είδαμε, η φορολογία συνιστά ένα τέτοιο μέσο. Αυτή η πρωτοβουλία, που αποσκοπεί στη μείωση της συνολικής μάζας των μισθών, συνδυάζεται με μείωση των μεταβιβάσεων αξίας προς τις δύο τάξεις από τα διάφορα κοινωνικά προγράμματα. Όλη αυτή η επίθεση γίνεται κατά το μάλλον ή ήττον διακριτικά, μέχρις ότου η αντίδραση των δύο μισθωτών τάξεων να ξεσπάσει με μια μεγάλη σύγκρουση, με την έννοια που έχουμε δώσει σ’ αυτόν τον όρο στην εισαγωγή αυτού του επεισοδίου. Μια τέτοια σύγκρουση μπορεί να εφορμάται απ’ όλα τα ζητήματα που μόλις αναφέραμε: ρύθμιση των άμεσων και έμμεσων μισθών, φορολογία, κοινωνικά προγράμματα, κλπ. Παραμένοντας υπό την αρμοδιότητα του κράτους, το πεδίο εφαρμογής αυτών των προγραμμάτων καλύπτει συχνότερα τις δύο μισθωτές τάξεις. Είναι αυτό που θα επιτρέψει την εμφάνιση των σύγχρονων διαταξικών αγώνων.

Όπως προαναφέρθηκε, μετά την τελευταία μεγάλη κρίση η οικονομική πορεία του ΚΤΠ δεν έχει μέχρι στιγμής εξαναγκάσει τους καπιταλιστές να μειώσουν γενικευμένα και συντονισμένα τους μισθούς, με τον ίδιο τρόπο που δεν τους έχει αναγκάσει να κλείσουν μαζικά επιχειρήσεις. Προς το παρόν, η εγκάρσια επίθεση ενάντια στο βιοτικό επίπεδο των μισθωτών έχει καθοδηγηθεί κυρίως από τα κράτη. Το προλεταριάτο και η ΜΜΤ πλήττονται συνολικά και ο εχθρός τους εμφανίζεται φυσικά με τη μορφή του κράτους. Αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο των διαταξικών συγκρούσεων που ξεσπάνε. Θα ήταν μεγάλος ο κατάλογος των συγκαλυμμένων ή καταφανώς βίαιων επιθέσεων του κράτους κατά του βιοτικού επίπεδου του προλεταριάτου και της ΜΜΤ μέσω χαμηλότερων επιδοτήσεων στα προϊόντα κατανάλωσης. Μεταξύ των πιο πρόσφατων παραδειγμάτων βρίσκεται το Σουδάν, όπου αυτή τη στιγμή η αύξηση της τιμής του ψωμιού έχει πυροδοτήσει (τέλη 2018-αρχές 2019) βίαιες ταραχές. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το κράτος στο οποίο επιτίθενται οι εξεγερμένοι είναι το εθνικό κράτος, ενώ είναι τα διεθνή παρακρατικά όργανα που επιβάλλουν την πολιτική μείωσης των επιδοτήσεων. Οι εξεγερμένοι αναμφισβήτητα έχουν γνώση αυτού, αλλά πώς να επιτεθούν στο ΔΝΤ ή σε μια μεγάλη διεθνή τράπεζα που δεν έχει παρα μία υποτυπώδη παρουσία στη χώρα;

2.2. Διαταξικοί αγώνες

Καταλαβαίνουμε τώρα καλύτερα γιατί οι δύο τάξεις, με τα αντικρουόμενα συμφέροντα, ενώνουν τις δυνάμεις τους στον αγώνα κατά του κεφαλαίου: είναι που έχουν επί του παρόντος κοινό συμφέρον. Δεν υπάρχει καμιά προσπάθεια χειραγώγησης εκ μέρους των πολιτικών της μιας τάξης, η οποία θα επιδιδόταν σε παραπλανητική ρητορική για να εξασφαλίσει τη στήριξη του ετέρου σε μια μάχη που θα του ήταν ξένη. Αν το προλεταριάτο προσδένεται στο πλευρό της ΜΜΤ είναι επειδή αυτός ο αγώνας αντιστοιχεί σε σημαντικά συμφέροντα τα οποία μοιράζεται μαζί της, και αντίστροφα. Και έτσι καταλαβαίνουμε επίσης γιατί αυτός ο αγώνας παίρνει τη μορφή ενός αγώνα ενάντια στο κράτος. Όπως σ’ ένα παιχνίδι εξοστρακισμού, η επίθεση του κεφαλαίου εναντίον του κράτους μεταφράζεται ως επίθεση του κράτους εναντίον των μισθωτών οι οποίοι αγωνίζονται θέτοντας το κράτος απέναντι τους προκειμένου αυτό να επιστρέψει στα βήματά του, ακόμη και την ανασυγκρότηση του όπως ήταν πριν την παγκοσμιοποίηση. Η εξέγερση των μισθωτών σίγουρα δεν είναι επανάσταση, αλλά μπορεί να είναι ένα μαζικό κίνημα, γεμάτο κινδύνους και συχνά βίαιο. Αυτό φάνηκε στην περίπτωση της Τυνησίας και της Αίγυπτου.

Τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία αποτελούν ένα ακόμα παράδειγμα (τέλη 2018-αρχές 2019). Έχοντας ανεχτεί πολλές μεταρρυθμίσεις (συντάξεις, εργασιακοί νόμοι, φορολογία) που υποβάθμισαν το βιοτικό τους επίπεδο, τα χαμηλότερα στρώματα της ΜΜΤ, του μικρού εθνικού κεφαλαίου, και ένα μεγάλο μέρος του προλεταριάτου εξερράγησαν από θυμό εξαιτίας της ασήμαντης αφορμής μιας προσαύξησης φόρου μερικών λεπτών του ευρώ στα καύσιμα. Την ίδια στιγμή που ζητούσαν την απόσυρση του φόρου, τα Κίτρινα Γιλέκα προσάρμοζαν έναν μεγάλο αριθμό διεκδικήσεων τυπικών των διαταξικών αγώνων, όπως η παραίτηση του προέδρου Μακρόν και η «πραγματική» δημοκρατία (RIC) [Δημοψήφισμα Πρωτοβουλίας Πολιτών].

Σίγουρα, είναι εντελώς πιθανό να εμπλακεί μόνο του το προλεταριάτο σε τέτοιου είδους αγώνες με στόχο την επίτευξη μεταρρυθμίσεων και να τους κερδίσει. Στην πραγματικότητα, διατηρεί μια θέση-κλειδί στην παραγωγή της υπεραξίας. Η μισθωτή μεσαία τάξη μπορεί, κι αυτή επίσης, να αγωνιστεί μόνη της. Μην έχοντας την ίδια ισχύ πλήγματος με το προλεταριάτο, είναι γενικά χαμένη. Το παράδειγμα της Βενεζουέλας μας δείχνει ότι οι δύο τάξεις μπορούν να αγωνίζονται συγχρόνως χωρίς ωστόσο να συμμαχούν.

Η διαταξικότητα εμφανίζεται όταν και οι δύο τάξεις αγωνίζονται μαζί ενάντια σε έναν κοινό εχθρό. Και αυτός ο κοινός εχθρός είναι αναγκαστικά το κράτος. Φυσικά, η επίθεση του κράτους εναντίον των μισθωτών αποτελεί πλήρη επίπτωση της επίθεσης του κεφαλαίου εναντίον του κράτους και δεν θα υπήρχε χωρίς αυτή. Αλλά σχεδόν εξ ορισμού, ο διαταξικός αγώνας δεν μπορεί να φτάσει πιο βαθιά στο επίπεδο του ίδιου του κεφαλαίου, επειδή η συμμαχία μεταξύ του προλεταριάτου και της ΜΜΤ βασίζεται στους συμβιβασμούς μεταξύ των θεμελιωδώς αντικρουόμενων συμφερόντων τους, τους οποίους διασφαλίζει το κράτος, ή και όχι. Μεταξύ μιας τάξης της οποίας συμφέρον είναι η αύξηση της παραγωγής υπεραξίας, προϋπόθεση της ύπαρξης υπερμισθού, και μιας τάξη της οποίας συμφέρον είναι η πτώση της παραγωγής υπεραξίας, προϋπόθεση της αύξησης του μισθού της, φαίνεται ότι υπάρχει συνολική αντίθεση. Στην πραγματικότητα, ένας διακανονισμός μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτηση να είναι το κράτος ο φορέας επίλυσης του προβλήματος. Συνήθως, αυτός είναι ένας από τους ρόλους του.

Η συνάντηση των αγωνιζόμενων τάξεων συντελείται στις διαδηλώσεις, στις απεργίες, ακόμη και στις ταραχές. Ο διαταξικός χαρακτήρας δεν αποτελεί ζήτημα πολιτικών μηχανισμών. Η διαταξικότητα του σήμερα, είναι η δίνη ενός «λαού» σε εξέγερση. Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τόσοι πολλοί σχολιαστές παίρνουν τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες και θέλουν να πιστεύουν ότι η επανάσταση αρχίζει όταν ο «λαός» ξεκινάει έναν διαταξικό αγώνα, επειδή μέσα στον «λαό» υπάρχει το προλεταριάτο και ότι, αν υπάρχει προλεταριάτο τότε υπάρχει άμεσα, κατά την άποψή τους, επαναστατική δυναμική. Στην πραγματικότητα, οι δύο τάξεις υπερασπίζονται κεκτημένα, ζητούν από το κράτος να επιστρέψει στο προηγούμενο status quo την ίδια στιγμή που αντιτίθενται στο κράτος, επειδή δεν προβάλλει αρκετές αντιστάσεις απέναντι στην πίεση που δέχεται από την πλευρά της κυρίαρχης μερίδας του κεφαλαίου. Δεν επιτίθενται στο κεφάλαιο, θεωρούμενο με αυστηρούς όρους. Και η αντίσταση τους εκφράζεται αυθόρμητα ως επιβεβαίωση του εαυτού τους ως τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, ως υπεράσπιση του αναντικατάστατου ρόλου τους, των δικαιωμάτων τους σε μια συγκεκριμένη θέση μέσα στην κοινωνία.

2.2.1. Κοινές μορφές αγώνα

Εάν οι δύο τάξεις μπορούν να ενώσουν τους αγώνες τους, είναι και επειδή οι αγώνες αυτοί περνάνε μέσα από κοινές τροπικότητες, οι οποίες σχετίζονται με την επιβεβαίωση του εαυτού τους ως τάξεις αποστερημένες από τα μέσα παραγωγής. Όταν αντεπιτίθενται διαχωρισμένα, οι δύο τάξεις καταφεύγουν σε εντελώς παρόμοιες μορφές αγώνα, και γι‘ αυτό και μπορούν να ανατρέχουν σε αυτές μαζί. Αυτές είναι μορφές αγώνα που η εργατική τάξη χρησιμοποίησε πρώτη, όταν ακόμα η ΜΜΤ δεν υπήρχε σε σημαντικές αναλογίες. Αυτό είναι συχνά που δημιουργεί ψευδαισθήσεις, που μας κάνει να παίρνουμε τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Μολονότι οι απεργίες, οι διαδηλώσεις και οι ταραχές αποτελούν μέρος των μεγάλων στιγμών του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, δεν υπάρχει κάτι που να εγγυάται ότι η ΜΜΤ δεν μπορεί να τις οικειοποιηθεί. Γιατί ούτε η απεργία, ούτε η διαδήλωση ούτε οι ταραχές αποτελούν ίδιον του προλεταριάτου. Ο διαταξικός αγώνας είναι ένας αγώνας στον οποίο οι δύο τάξεις -το προλεταριάτο και η ΜΜΤ- επιβεβαιώνονται. Εκεί λοιπόν εμφανίζεται όλο το ρεπερτόριο των πρακτικών οι οποίες χαρακτηρίζουν τις τάξεις που είναι διαχωρισμένες από τα μέσα παραγωγής: απεργίες στον χώρο εργασίας, μαζικές διαδηλώσεις, ταραχές. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες, ας πούμε ότι οι πρακτικές αυτές διαχωρίζονται από τις πρακτικές επιβεβαίωσης άλλων τάξεων ή στρωμάτων, εκ πρώτης όψεως παρόμοιων, όπως οι «απεργίες» της ανεξάρτητης μικροαστικής τάξης (στην πραγματικότητα πρόκειται για lock-out), τις «απεργίες» φοιτητών ή τις αγροτικές εξεγέρσεις (jacqueries paysannes)[7].

2.2.1.1. Απεργία

Η απεργία αποτελεί φυσικά μια στοιχειώδης μορφή αντίστασης εκ μέρους των προλετάριων. Παρόλο που η ΜΜΤ δεν καταφεύγει σε αυτή σε μεγάλη κλίμακα, η απεργία δεν είναι κάτι άγνωστο για αυτήν την τάξη. Στον δημόσιο τομέα, συχνά φτωχός συγγενής των καπιταλιστικών στελεχών, ιδιαίτερα οι εκπαιδευτικοί οδηγούνται συχνά στην κήρυξη απεργίας για να υπερασπιστούν το στάτους τους απέναντι στην αυξανόμενη αδιαφορία του κεφαλαίου για τη λειτουργία που επιτελούν. Συχνά, μετέχουν πολύ ενεργά στα διαταξικά κινήματα. Οι εκπαιδευτικοί του δημόσιου τομέα γίνονται θύματα μιας διπλής κίνησης που από τη μια αποεθνικοποιεί τη δημόσια εκπαίδευση και από την άλλη υποβαθμίζει την ποιότητα που της απομένει. Υπάρχει ολοένα και λιγότερη ανάγκη τα παιδιά των προλετάριων να λαμβάνουν ικανοποιητική εκπαίδευση και να διαμορφώνονται ως καλοί πολίτες. Από την άλλη πλευρά, σε μια κατάσταση όπου η κοινωνική άνοδος μέσω του σχολείου δεν υποστηρίζεται πλέον από μια ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, η σχολική αποτυχία μετατρέπεται σε αναγκαιότητα, ένα εργαλείο διαλογής. Τελικά, οι εκπαιδευτικοί έχασαν το ρόλο τους ως προαγωγοί της παλιάς αυταρχικής αστικής ηθικής προς όφελος χειμάρρων περισσότερο ή λιγότερο ανέμελης ιδεολογίας, τους οποίους οι νέοι όλων των τάξεων λαμβάνουν μέσω χιλιάδων μηντιακών καναλιών.

Πάντα στον δημόσιο τομέα, μπορούμε να αναφέρουμε την περίπτωση του νοσοκομειακού προσωπικού, ιδιαίτερα των νοσοκόμων. Στη Γαλλία, μετά από τους πρωτοφανείς αλλά και μαζικούς αγώνες για την αναγνώριση του επαγγελματικού στάτους τους στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι νοσηλεύτριες (οι γυναίκες είναι καταφανώς περισσότερες) κινητοποιήθηκαν πάλι εκ νέου τα τελευταία χρόνια για να διαμαρτυρηθούν για την υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας τους (έλλειψη προσωπικού, μη-τήρηση των διαλειμμάτων, υπέρβαση των κανονιστικών ωραρίων, κλπ). Αλλά σε αντίθεση με μια αρκετά διαδεδομένη άποψη στους αριστεριστές, οι νοσηλεύτριες δεν είναι οι προλετάριοι των νοσοκομείων. Το μεταλυκειακό πρόγραμμα σπουδών τους είναι τρία χρόνια και παρόλο που οι μισθοί των νεοδιορισμένων είναι μέτριοι, δύνανται να γνωρίσουν αξιοσημείωτη εξέλιξη στη πορεία της καριέρας τους και ανάλογα με την περιφέρεια που ασκούν το επάγγελμά τους, με αποτέλεσμα ο μέσος καθαρός μισθός ενός νοσοκόμου (ανδρών και γυναικών) στη Γαλλία να ανέρχεται στην πραγματικότητα σε 1.820 ευρώ μηνιαίως. Χωρίς να ξεχνάμε ότι ευκαιρίες απασχόλησης για τη συγκεκριμένη ειδικότητα υπάρχουν στον ιδιωτικό τομέα, με γενικά υψηλότερες αποδοχές. Τέλος, προσθέτουμε ότι το επίπεδο των αποδοχών του γαλλικού νοσοκομειακού προσωπικού κατατάσσεται στην 26η θέση από τις 29 χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα του ΟΟΣΑ, γεγονός που δείχνει ότι είναι ασυνήθιστα χαμηλό σε σύγκριση με τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων χωρών[8].

Εντούτοις τίθεται το ερώτημα γιατί η κυβέρνηση -η γαλλική σε αυτή την περίπτωση, αλλά όχι μόνο- δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη αυτών των κατηγοριών, αν όχι ξορκίζοντας, δεδομένου ότι αποτελούσαν έναν από τους πυλώνες της σταθερότητας του παραδοσιακού πολιτικού διπολισμού (κυρίως οι εκπαιδευτικοί). Η απάντηση εδώ είναι διττή. Κατ‘ αρχάς, ας θυμηθούμε ξανά ότι ο υπερμισθός είναι ένα πριμ αφοσίωσης (στο κεφάλαιο) και εξουσίας (επί του προλεταριάτου). Δεν ανταμείβει τα προσόντα, την ικανότητα πνευματικής εργασίας, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσβαση σε επαγγέλματα που δικαιολογούν έναν υπερμισθό. Εάν αυτό το πριμ μειωθεί ραγδαία για ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες του δημόσιου τομέα, σημαίνει ότι το κράτος επιλέγει μια πολιτική η οποία τους εγκαταλείπει σταδιακά και η οποία δείχνει ότι το κεφάλαιο δεν έχει πλέον τόση ανάγκη την αφοσίωσή τους. Ο δεύτερος λόγος αφορά τα συγκεκριμένα καθήκοντα που ασκούν αυτές οι κατηγορίες εντός του πλαίσιού λειτουργίας τους. Οι εκπαιδευτικοί και οι νοσηλευτές έχουν κοινό το στοιχείο ότι η δουλειά τους έχει ελάχιστα καθήκοντα επιτήρησης. Γενικά, δεν συνιστά μια πραγματική εργασία εποπτείας: η εποπτεία ενός υπαλλήλου και η «επίβλεψη» ενός μαθητή ή ενός ασθενούς δεν είναι το ίδιο πράγμα. Αυτός είναι σίγουρα ο λόγος που καθιστά συχνά τους παραπάνω κλάδους ως τα πιο διεκδικητικά τμήματα της ΜΜΤ στον δημόσιο τομέα. Αν και o εργαζόμενος του κυλικείου, η καθαρίστρια, ο εργαζόμενος στις υπηρεσίες πλυντηρίου, κλπ, βρίσκεται πιο χαμηλά στη κλίμακα, οι εκπαιδευτικοί και οι νοσηλευτές βρίσκονται κατά κάποιον τρόπο στο τέλος της αλυσίδας διοίκησης από την οποία εξαρτώνται. Μπορεί να τους προκύψει να κάνουν εποπτεία σε βοηθητικές φιγούρες (επιβλέποντες υγείας, επιβλέποντες παιδιών με αναπηρία, βοηθοί νοσηλευτών, κλπ), αλλά αυτό είναι κάτι δευτερεύον στα καθήκοντα τους. Υπο αυτή την έννοια, η δικαιολόγηση του υπερμισθού τους παρουσιάζει μεγαλύτερη αδυναμία συγκριτικά με ό,τι ισχύει για άλλους εργαζόμενους της ΜΜΤ. Είναι εγγυημένος κυρίως από τη δυσκαμψία των μισθολογικών ορίων της δημόσιας διοίκησης, οι οποίες τίθενται ολοένα και περισσότερο υπό αμφισβήτηση (επισφάλεια στο δημόσιο τομέα, κλπ).

Από την άλλη πλευρά, η συστηματική εποπτεία του έργου μιας ομάδας υφισταμένων απαγορεύει πρακτικά σε άλλα στελέχη να κάνουν απεργία εναντίον του αφεντικού που δικαιολογεί την εξουσία τους και τον υπερμισθό τους. Εκτιμάται ότι στη Γαλλία ο ετήσιος χρόνος απεργίας για τα ιδιωτικά στελέχη είναι κατά μέσο όρο 0,8 δευτερόλεπτα ανά υπάλληλο[9]. Η ροπή προς την απεργία από το μεγαλύτερο κομμάτι της ΜΜΤ του δημοσίου τομέα -αυτό που ασκεί το εποπτικό έργο με την αυστηρή έννοια του όρου- είναι μόνο ελαφρώς υψηλότερη.

Εκκινώντας από την ιδέα, ίδιον του προλεταριακού προγράμματος, ότι η απεργία αποτελεί «σχολείο του κομμουνισμού», πολλοί ήθελαν να δουν στις ταυτόχρονες απεργίες του προλεταριάτου και ορισμένων μερίδων της ΜΜΤ του δημόσιου τομέα, όπως στην Τυνησία και την Αίγυπτο, τη δυνατότητα μιας επαναστατικής διασταύρωσης. Αυτό το όραμα παραπέμπει περισσότερο στην παράδοση του εργατικού κινήματος του παρελθόντος παρά στην πραγματικότητα των σημερινών δεδομένων. Το προλεταριακό πρόγραμμα περιλάμβανε πάντοτε (αν και μόνο με εφήμερο χαρακτήρα) την προοπτική μιας επανεκκίνησης της συσσώρευσης υπό πολιτική διεύθυνση, είτε του κόμματος-κράτους, είτε των συνδικάτων, είτε των συμβουλίων είτε ενός συνδυασμού των τριών. Σε αυτή τη βάση, συσχέτισε μια μερίδα της μικροαστικής διανόησης με το σχέδιό του. Σήμερα που το σχέδιο αυτό έχει εξαφανιστεί, ο κοινός αγώνας των δύο τάξεων, του προλεταριάτου και της ΜΜΤ, περιορίζεται στην επιβεβαίωση και τη διεκδίκηση της θέσης που τους αναλογεί εντός της αναπαραγωγής του συνόλου της καπιταλιστικής κοινωνικής σχέσης. Δεν υπάρχει τίποτα επαναστατικό σε αυτό το επίπεδο, ούτε καν σε εμβρυακό στάδιο.

Σε κάθε περίπτωση, η απεργία παραμένει μέσο αγώνα των μισθωτών. Οποιαδήποτε επέκταση του όρου «απεργία» στους αγώνες των μη-μισθωτών είναι καταχρηστική. Η ομοιότητα μεταξύ των μορφών του αγώνα είναι μόνο επιφανειακή. Οι «απεργίες» και το blocus των φοιτητών δεν έχουν καμία σχέση με μια απεργία μισθωτών, κάτι το οποίο δεν είναι άσχετο με το γεγονός ότι καμία σοβαρή νομοθεσία δεν έχει σκεφτεί ποτέ να αναγνωρίσει στα «συνδικάτα» των σπουδαστών τα ίδια προνόμια και τους ίδιους περιορισμούς όπως στην περίπτωση των πραγματικών συνδικάτων (κατάθεση προειδοποίησης για την απεργία, υπογραφή συμφωνίας, κλπ). Κατ’ ανάλογο τρόπο, οι «τοπικές γενικές απεργίες» που μπορέσαμε να δούμε στην Τυνησία (βλ. «Επεισόδιο 7», §3.3.1) ανακατεύουν τα lock-out των εμπόρων με την απεργιακή δραστηριότητα των εκπαιδευτικών που συνδέονται με το Γενικό Σωματείο Εργαζομένων στη Τυνησία και άλλων κατηγοριών μισθωτών. Αντίθετα, οι απεργίες (χωρίς εισαγωγικά) για ορισμένους εργαζόμενους διαδικτυακών πλατφόρμων (Uber, Deliveroo, κλπ) -των οποίων το στάτους του αυτοαπασχολούμενου φαίνεται συχνά να εξυπηρετεί περισσότερο τους εργοδότες- δείχνει ότι η συνθήκη του μισθωτού συνιστά ζήτημα ουσίας, όχι κάτι τυπικό. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που οι αγώνες τους, όταν υπάρχουν, αποσκοπούν γενικά στην αναγνώριση του καθεστώτος υποτέλειας και των επακόλουθών του (έμμεσος μισθός, άδεια μετ’ αποδοχών, κλπ).

2.2.1.2. Διαδήλωση

Οι διαδηλώσεις αποτελούν τυπικές εκφράσεις σύγκλισης του αγώνα των δύο τάξεων ενάντια στο κράτος. Για κάθε τάξη, το ζήτημα είναι να επιβεβαιώσει την παρουσία της και την κεντρικότητα της θέση της μέσα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Ο όρος «λαός» μας επιτρέπει να αποδώσουμε τη συγχώνευση των επιδιώξεων των δύο τάξεων. Πρόκειται για την υπεράσπιση ενός συγκεκριμένου σχήματος του ménage à trois, όπου οι δύο τάξεις βρίσκονταν σε μια περισσότερο ή λιγότερο ισορροπημένη σχέση μεταξύ τους. Όσο περισσότερο η πίεση των πολυεθνικών εταιρειών, των υπερεθνικών οργάνων και των χρηματοπιστωτικών αγορών υπονομεύει τα θεμέλια οποιασδήποτε εθνικής πολιτικής, τόσο περισσότερο ο εθνικισμός συνοδεύει αυτή την ιδεολογία του «λαού», καθώς πρόκειται ακριβώς για την αποκατάσταση του ρόλου του κράτους στην εθνική του διάστασή, όπου η πρόσβασή του στη σφαίρα της κοινωνικής υπεραξίας είναι πιο εύκολη.

Οι τεράστιες διαδηλώσεις, όπως έλαβαν χώρα στην περίπτωση της Αίγυπτου, καθιστούν την επιβεβαίωση των τάξεων περισσότερο συζητήσιμη και την παρουσία του «λαού» πιο έντονη. Στις διαμαρτυρίες αυτές, οι προλετάριοι δεν ήταν οι τελευταίοι που ύψωσαν την εθνική σημαία. Σίγουρα, σε αντίθεση με τις απεργίες, οι διαδηλώσεις δεν είναι μονοπώλιο των εν ενεργεία μισθωτών. Και άλλες κοινωνικές ομάδες μπορούν πραγματοποιήσουν διαδηλώσεις: φοιτητές, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι και φυσικά συνταξιούχοι, άνεργοι, αποκλεισμένοι και πάσης φύσεως περιθωριοποιημένοι. Αλλά για να αποτελέσουν στ’ αλήθεια «μάζα» πρέπει ταυτόχρονα να συγκλίνουν και να εντάξουν ένα σημαντικό ποσοστό ενεργών μισθωτών, διαφορετικά θα παραμείνουν διασκορπισμένες συνομαδώσεις και γενικά μη-επιθετικές. Οι διαδηλωτές παρελαύνουν για να γίνει ορατό το πόσο πολυάριθμοι είναι, δεδομένου ότι δίνουν μεγάλη βαρύτητα στο κοινωνικό. Εάν η απεργία δίνει μια ιδέα του οικονομικού βάρους της θιγόμενης τάξης, η πραγματοποίηση μιας διαδήλωσης δίνει το στίγμα του πολιτικού βάρους που φέρει. Η διαδήλωση δεν έχει εν γένει επαναστατικό, αλλά διεκδικητικό χαρακτήρα. Η πολιτική απευθύνεται δομικά στο κράτος, οποιοδήποτε επίπεδο του και αν αυτό αφορά.

2.2.1.3. Οι ταραχές

Στους κύκλους των ακτιβιστών, ακόμα και των υποστηρικτών της κομμουνιστικοποίησης, οι ταραχές συχνά φορτίστηκαν με μια σημασία άμεσα ανατρεπτική ή επαναστατική. Από την άλλη, τις τελευταίες δεκαετίες, οι ταραχές μετατράπηκαν σε κάτι το κοινότυπο χωρίς ποτέ να μετουσιωθούν σε πραγματική εξέγερση (θα επιστρέψουμε σε ζητήματα ορολογίας). Επιπλέον, στα πλαίσια της έρευνας μας για το ménage à trois, μας έγινε σαφές ότι η ΜΜΤ μπορεί εξίσου να λάβει μέρος σε ταραχές (Βενεζουέλα 2014, κλπ). Κατά συνέπεια, είναι χρήσιμο, κατά τη γνώμη μας, να αρθεί αυτή η ασάφεια μέσω της απόδοσης ενός πιο αυστηρού ορισμού στην έννοια των ταραχών, που να την διαφοροποιεί από την έννοια της εξέγερσης. Ας προσπαθήσουμε να διευκρινίσουμε τους όρους:

  1. Ως εξέγερση ορίζουμε τον επαναστατικό ξεσηκωμό του προλεταριάτου σε μεγάλη κλίμακα, η οποία φέρει τα χαρακτηριστικά που θα καθορίσουν τη δυνατότητα του κομμουνιστικού ξεπεράσματος της ταξικής αντίφασης (επανάσταση του παραγωγικού προλεταριάτου, εξοπλισμός του προλεταριάτου, κα). Θα εξετάσουμε αυτά τα χαρακτηριστικά στο επόμενο επεισόδιο.
  2. Ο όρος ταραχές αποδίδεται σε πιο περιορισμένες εξάρσεις, ιδίως σε εκείνες που παραμένουν εκτός της γενικής παραγωγικής διαδικασίας και συνεπώς δεν φέρουν κάποια δυνατότητα ξεπεράσματος.

Κάνοντας αυτή τη διάκριση, εγγράφουμε τις ταραχές στην καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης ως μια μορφή, μεταξύ άλλων, επιβεβαίωσης της τάξης (προλεταριάτο ή ΜΜΤ, ή και των δύο ταυτόχρονα). Ούτε εμείς οι ίδιοι δεν αποφύγαμε τη σύγχυση μεταξύ των δύο κατηγοριών στο παρελθόν. Σε ένα κείμενο όπως το Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση[10], η κίνηση της θεμελιώδους αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου έγινε κατανοητή και χωρίστηκε σε τρεις ποιοτικά διαφορετικές φάσεις: 1) την καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης, συμπεριλαμβανομένης της διαβάθμισης που κινείται από μικρούς αγώνες στους εργασιακούς χώρους επι των πιο συνηθισμένων καθημερινών ζητημάτων μέχρι μεγάλα κοινωνικά κινήματα όπως αυτά που αναλύσαμε σε προηγούμενα επεισόδια· 2) τις εξεγερσιακές φάσεις (δραστηριότητα κρίσης), που χαρακτηρίζονται από την εμφάνιση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής σχέσης, εσωτερικής στο προλεταριάτο και υλικά βασισμένης πάνω στην απαλλοτρίωση των στοιχείων του κεφαλαίου, όχι με σκοπό την εργασία, αλλά τον αγώνα ενάντια σε αυτήν· 3) την ενδεχόμενη κομμουνιστική επανάσταση (κομμουνιστικοποίηση), όπου το στάδιο της εξέγερσης θα ξεπεραστεί με τη σειρά του από την επανεκκίνηση της παραγωγής σε μη-καπιταλιστική βάση, τον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο όσο αυτό είναι ακόμα σε ισχύ σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό το σχήμα παραμένει έγκυρο, ωστόσο οι ταραχές κατείχαν εκεί μια αμφίσημη σχέση, τοποθετούμενες τόσο εντός της καθημερινής πορείας όσο και εντός της δραστηριότητας κρίσης.

Το ζήτημα του στάτους των ταραχών δεν είναι καινούργιο. Μπορούμε να παραθέσουμε προς χάριν παραδείγματος τις μελέτες ιστορικών όπως ο Eric J. Hobsbawm και ο Edward P. Thompson. Στο έργο του Les primitifs de la révolte dans l’Europe moderne (Fayard, 1966), ο Hobsbawm αναλύει τις ταραχές που λαμβάνουν χώρα στις προβιομηχανικές μητροπόλεις στη φάση της τυπικής κυριαρχίας του κεφαλαίου επί της εργασίας. Σε αυτές τις μητροπόλεις είχαν ήδη συγκεντρωθεί τεράστιες μάζες ανθρώπων, συχνά φτωχών, και οι ταραχές ξεσπούσαν τακτικά. Ως πρώτη αιτία στάθηκε η διακύμανση των τιμών των τροφίμων, αλλά και άλλοι παράγοντες εξίσου (συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών) μπόρεσαν να παίξουν ρόλο: «[…] οι απλές ταραχές και μόνο γύρω από το ζήτημα των τροφίμων δεν εξαντλεί τις δράσεις και τις “ιδέες” από τη πλευρά του “πλήθους”» (ό.π., σελ.129-130). Σύμφωνα με τον Hobsbawm, αυτές οι ταραχές περιλάμβαναν «όλες τις φτωχές τάξεις της πόλης» (ό.π., σελ. 128), δηλαδή «ένα κράμα μισθωτών, μικροϊδιοκτητών και “εξαθλιωμένων” που δύσκολα μπορείς να τους εντάξεις σε μια ειδική κατηγορία» (ό.π., σελ. 131). Σε αυτό το πλαίσιο, η εξέγερση συνιστά έναν παράγοντα κοινωνικής ρύθμισης, τον οποίο ο Hobsbawm αξιολογεί ως «μηχανισμό των ταραχών» (ό.π., σελ. 129). Ο ίδιος διατύπωσε την άποψη ότι η εξέγερση είχε μια ρυθμιστική λειτουργία η οποία στόχευε στη «διατήρηση των παραδοσιακών νορμών στις κοινωνικές σχέσεις» (ό.π., σελ. 138). Ο μηχανισμός των ταραχών ήταν σχετικά συνειδητός: «ο μηχανισμός ήταν απόλυτα κατανοητός και από τις δύο πλευρές και δημιούργησε λίγα πολιτικά προβλήματα, με εξαίρεση ορισμένες υλικές ζημίες […] Η απειλή των ταραχών ώθησε τους κυβερνώντες στον έλεγχο των τιμών, στην εξασφάλιση απασχόλησης ή στη διανομή σημαντικών χρηματικών ενισχύσεων… » (ό.π., σελ. 134).

Ο Hobsbawm διακρίνει μια μορφή πρωτόγονου αγώνα στις ταραχές σε μια εποχή που το οργανωμένο εργατικό κίνημα βρίσκεται σε διαδικασία διαμόρφωσης και η ανάπτυξή του παρουσιάζεται καθυστερημένη σε ορισμένες περιοχές. Υπό την έννοια αυτή, αναγνωρίζει τις ταραχές ως μια μορφή αγώνα καταδικασμένη να εξαφανιστεί, θεωρώντας το παραδοσιακό εργατικό κίνημα ως την αναγκαία και καθοριστική εξέλιξη του αγώνα του προλεταριάτου:

[Η] εκβιομηχάνιση αντικατέστησε το μενού λαός με τη βιομηχανική εργατική τάξη, της οποίας η ίδια η ουσία είναι η συνεπής οργάνωση και αλληλεγγύη, όπως αντίστοιχα ουσία του λαού [populace] είναι oι σύντομες και αποσπασματικές ταραχές. (Ό.π., σελ. 142)

Είναι σαφές οτι ο ίδιος σφάλλει σε αυτό το σημείο. Εντούτοις, η ανάλυσή του είναι έγκυρη όταν προσεγγίζει τις ταραχές ως μορφή επιβεβαίωσης της τάξης -οικονομικής ή πολιτικής- σε πλαίσια όπου δεν υφίστανται οι μηχανισμοί της πολιτικής και της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης. Κατά την ιστορική περίοδο που εξετάζει, οι μηχανισμοί αυτοί δεν υπήρχαν (σίγουρα όχι με τη σύγχρονη εκδοχή τους). Αλλά ο ίδιος συλλογισμός μπορεί να εφαρμοστεί επίσης εκεί που οι μηχανισμοί αυτοί υποβαθμίζονται, καταστέλλονται ή εξαφανίζονται. Αυτό συμβαίνει στην τρέχουσα περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται από το 1968 και μετά από την αποσύνθεση του παραδοσιακού εργατικού κινήματος. Κατ’ αναλογία με την προσέγγιση του για τον λουδισμό, ο Ε. Ρ. Thompson είχε δίκιο να επικρίνει την έμμεση συγκατάβαση στον προοδευτισμό α λα Hobsbawm[11], υπογραμμίζοντας μάλιστα τον πλούτο των νοοτροπιών της «εργατικής τάξης» την περίοδο που εξετάζεται και την πολυπλοκότητα των πρακτικών της κατά τις ταραχές. Είναι αλήθεια ότι αυτές δεν ήταν τυφλές ή πρωτόγονες αντιδράσεις. Ωστόσο, η προσέγγιση του Thompson έχει επίσης μια μεγάλη αδυναμία, η οποία συνίσταται ότι χάνει τις αληθινές ιστορικές ρήξεις -όπως ο σχηματισμός και η διάλυση του παραδοσιακού εργατικού κινήματος- εντός της συνεχώς μεταβαλλόμενης και ανεξάντλητης ροής των τρόπων ζωής, των πρακτικών και των αναπαραστάσεων των εργατικών τάξεων.

Σε γενικές γραμμές, οι ταραχές μπορούν να οριστούν ως οι βίαιες ανταρσίες που λαμβάνουν χώρα εκτός της γενικής κοινωνικής εργασιακής διαδικασίας, τοποθετώντας ευθύς αμέσως τα δρώντα υποκείμενα στη σφαίρα της παρανομίας. Σε αντίθεση με την απεργία, συνεπάγεται αναγκαστικά τη σύγκρουση με το κράτος, αλλά σε αντίθεση με τη βίαιη διαδήλωση δεν περιορίζεται στην αντιπαράθεση με την αστυνομία ή στις πράξεις συμβολικής βίας, στα γκράφιτι ή σε κάποια σπασμένα παράθυρα. Ταραχές σημαίνει λεηλασίες και/ή καταστροφές. Μπορεί πολύ γρήγορα να πάρει τη μορφή ενός κύματος με διάρκεια αρκετών ημερών (ή νυχτών). Μπορεί επίσης να έχει πολλές εστίες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της εθνικής επικράτειας. Αλλά είναι πάντα μικρής διάρκειας και χωρικά εντοπισμένες. Όποια και αν είναι η έκταση του κύματος των ταραχών, οι ταραχοποιοί είναι πάντα απομονωμένοι, με τη διπλή έννοια όπου οι εστίες του αγώνα δεν επικοινωνούν (ή επικοινωνούν ελάχιστα) μεταξύ τους, και όπου η κοινωνική μερίδα των συμμετεχόντων παραμένει αποκομμένη από τη συντριπτική πλειοψηφία της τάξης της, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Παραμένοντας έξω από εργοστάσια και τα γραφεία, περιορισμένες στον χρόνο και στον χώρο, οι ταραχές καλούνται αναγκαστικά να απορροφηθούν εντός της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Σίγουρα, οι ταραχές δεν σέβονται την ιδιοκτησία, αλλά δεν επιτίθενται στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ούτε στα μέσα παραγωγής που βρίσκονται προσωρινά εντός της κυκλοφορίας ούτε σε αυτά που βρίσκονται «σε κίνηση» εντός της παραγωγής. Στα πλαίσια των λεηλασιών, οι ταραχοποιοί επιτίθενται κυρίως σε εμπορεύματα του τομέα ΙΙ (παραγωγή μέσων κατανάλωσης) και σε δημόσια κτίρια. Χαρακτηριστικό των ταραχών είναι ότι δεν επιτίθενται στο κεφάλαιο παρά μόνο πολύ μερικώς, καθώς δεν αγγίζουν τη σφαίρα της παραγωγής υπεραξίας και ότι, στη σφαίρα της πραγματοποίησής της, αφήνουν εκτός του πεδίου δράσης τους την καρδιά της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας: τα μέσα παραγωγής.

Άλλο χαρακτηριστικό όριο των ταραχών είναι ότι δεν οπλίζουν το προλεταριάτο. Οι ταραχοποιοί μπορούν να επιτίθεται στις τράπεζες, να λεηλατούν σούπερ μάρκετ, να καταστρέφουν δημόσια κτίρια, να φτιάχνουν μολότοφ κοκτέιλ και να εκτοξεύουν πέτρες και άλλα αντικείμενα, και ορισμένοι από αυτούς μπορεί ακόμη και να καταφέρουν να προμηθευτούν πυροβόλα όπλα. Αλλά ο οπλισμός του προλεταριάτου περιγράφει μια διαφορετική διαδικασία, η οποία εκτυλίσσεται σε μια τελείως διαφορετική κλίμακα και με άλλες τροπικότητες (που θα πρέπει να διευκρινίσουμε στο τελευταίο επεισόδιο αυτής της σειράς).

Εάν το χαρακτηριστικό στοιχείο των ταραχών είναι ότι, ενώ ξεσπούν, δεν εισχωρούν στη γενική εργασιακή διαδικασία, και κατά μείζονα λόγο στη σφαίρα της παραγωγής υπεραξίας, τότε πράγματι οι εξεγερμένοι δεν έχουν τα μέσα για να φτάσουν στο ξεπέρασμα αυτής της ακραίας μορφής αυτοεπιβεβαίωσής τους. Ακραία υπό την έννοια ότι, ελλείψει οργάνων εκπροσώπησης, οι ταραχές δημιουργούν στο κάθε άτομο μια μεγάλη υποκειμενική ένταση που μπορεί να το κάνει να πιστέψει ότι αρχίζει η εξέγερση. Από την άλλη, αυτό που μετράει εδώ δεν είναι τι σκέφτονται ή λένε οι ταραχοποιοί, αλλά αυτό που οδηγούνται να πράξουν με βάση τη συγκεκριμένη κατάσταση του κινήματός τους. Σε αντίθεση με την εξέγερση, στις ταραχές δεν προκύπτει η δημιουργία καμίας ιδιαίτερης κοινωνικής σχέσης, αφού υλική βάση αναπαραγωγής των εξεγερμένων παραμένει, άμεσα ή έμμεσα, η διατήρηση της εργασίας και οι κοινωνικές μορφές που συνδέονται με αυτή. Αυτό μπορεί να εκφράζεται με τη συμμετοχή στις ταραχές μετά το πέρας της εργασίας (Ελλάδα 2008), ή τη διατήρηση των δημοσίων ή οικογενειακών κυκλωμάτων πρόνοιας για όσους δεν εργάζονται. Η χαρακτηριστική απομόνωση των ταραχών αναγνωρίζεται εδώ στη συνέχιση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής για τους μη-εξεγερμένους όπως και για τους ίδιους τους εξεγερμένους. Οι τελευταίοι δεν ζουν από τις λεηλασίες τους, δεν ζουν στα κατειλημμένα κτίρια, δεν αναλαμβάνουν συλλογικά τη δική τους άμεση αναπαραγωγή (δεν υπάρχουν συλλογικές κουζίνες, κοιτώνες, κλπ). Επιπλέον, τουλάχιστον ένας αριθμός απαλλοτριωμένων αγαθών προορίζονται σκόπιμα να χρησιμοποιηθούν για μικρεμπόριο τη στιγμή της επιστροφής στην κανονικότητα.

Μπορούμε να πούμε ότι από τη φάση της αναδιάρθρωσης των δεκαετιών 1970-1980 και μετά, οι ταραχές έχουν καταστεί, στη σφαίρα της αναπαραγωγής εκτός εργασίας, το ανάλογο του αγώνα για την προστασία της εργασίας και των μισθών στους χώρους εργασίας. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, λαμβάνουν χώρα αδιάλειπτα ταραχές τόσο στις χώρες της περιφέρειας όσο και στις κεντρικές ζώνες. Αυτές έχουν καταδείξει με βίαιο τρόπο το βάθεμα της θεμελιώδους αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου (ακόμη και όταν συμμετείχε η ΜΜΤ). Είτε έχουν εκφράσει τις διεκδικήσεις τους είτε όχι, έχουν αναγκάσει το κεφάλαιο να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, έστω και μέτριες, και να αυξήσει τον κοινωνικό έλεγχο και την καταστολή (κάτι που επίσης έχει ένα κόστος). Αυτές οι ταραχές καλύπτουν το κενό που αφήνει πίσω της η αποσύνθεση των εργατικών οργανώσεων στις κεντρικές ζώνες, καθώς και η αποτυχία των προγραμμάτων αυτοδύναμης ανάπτυξης στις περιφέρειες. Καλύπτουν, αν και διαφορετικά, την ίδια ανάγκη λειτουργικής προσαρμογής της σχέσης μεταξύ των τάξεων. Το παραδοσιακό εργατικό κίνημα και οι περιφερειακοί εθνικο-λαϊκοί δορυφόροι του (FLN, νασσερισμός, Κούβα, κλπ) άσκησαν αυτή τη λειτουργία με ανοιχτά πολιτικό τρόπο, οι ταραχές την άσκησαν με αντιπολιτικό τρόπο, δηλαδή μέσω της απεύθυνσης στο ίδιο το κράτος χωρίς άλλη διαμεσολάβηση πέρα από την ίδια της βία τους.

Όταν οι «μάζες» των χωρών της περιφέρειας ρημάζουν τις πόλεις λόγω της αύξησης της τιμής του ψωμιού, αυτό που επιδιώκουν είναι η επαναφορά της τιμής στο προηγούμενο επίπεδο. Συχνά, ο σκοπός επιτυγχάνεται. Οι εν λόγω ταραχές έχουν εδώ χαρακτήρα ρητά εκφρασμένης διεκδίκησης δεδομένου ότι αφορούν άμεσα το ζήτημα του καθορισμού της τιμής ενός ή περισσότερων βασικών προϊόντων. Αυτό δεν την καθιστά έναν καθαρά οικονομικό αγώνα, δεδομένου ότι οι τιμές αυτές γενικά ελέγχονται ή/και επιδοτούνται και εφόσον ο αγώνας απευθύνεται στο κράτος, από το οποίο οι ταραχές απαιτούν μια διαφορετική δημοσιονομική διατησία. Πάντα στις χώρες της περιφέρειας, συμβαίνει επίσης οι ταραχές να χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους μιας πόλης ή μιας γειτονιάς για τη διεκδίκηση της βελτίωσης των υποδομών (ύδρευση, ηλεκτροδότηση, δρόμοι, κλπ). Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί το αίτημα για αναβάθμιση των πόρων και των μέσων, το οποίο υποβάλλεται στην κεντρική κυβέρνηση, να είναι ξεκάθαρο ή και όχι, σε κάθε περίπτωση όμως το διακύβευμα είναι ξεκάθαρο σε όλους (Αλγερία). Στις χώρες του καπιταλιστικού κέντρου, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο από ό,τι φαίνεται, λόγω της απουσίας καθαρότερων και συχνότερων διεκδικήσεων. Οι ταραχές ξεσπούν συνήθως μετά από ένα συμβάν με την αστυνομία, συχνά μιας δολοφονίας. Υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα: Λος Άντζελες 1992, Γαλλία 2005, Μεγάλη Βρετανία 2011, κλπ. Ωστόσο, οι ταραχές δεν μένουν ποτέ μόνο στο επίπεδο της καταγγελίας της αστυνομικής βίας (αν και το πρόβλημα υφίσταται) ή της εκδίκησης ενάντια στους μπάτσους. Είτε μέσω καταστροφών είτε μέσω λεηλασιών, υπάρχει πάντα διεύρυνση των στόχων. Με αυτόν τον τρόπο, οι εξεγερμένοι δείχνουν με το δάχτυλο «τι δεν πάει καλά», τι καθιστά τη ζωή τους αφόρητη σε καθημερινή βάση: η κατάσταση του δικτύου δημόσιων συγκοινωνιών ή η βλάβη του μηχανισμού κοινωνικής ανέλιξης, η αποτυχία των αστικών πολιτικών, ο ρατσισμός και οπωσδήποτε η υλική πενία. Στο ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης, έχει συχνά τονιστεί το παράδοξο που συνίσταται, για παράδειγμα, στην πρόκληση ζημιών στις λιγοστές δημόσιες υπηρεσίες που υπάρχουν σε περιοχές με κραυγαλέες αδυναμίες αναπαραγωγής, την επίθεση στις δημόσιες συγκοινωνίες ή στα σχολεία που είναι, εντούτοις, απαραίτητα για την αναπαραγωγή των προλετάριων, κλπ. Υπήρξε η διάθεση να δούμε μέσα σε αυτό το παράδοξο κάτι σαν αναγγελία, σαν προεικόνιση μιας επαναστατικής αυτοάρνησης. Από την άλλη, από τη στιγμή που θα πάψουμε να προσεγγίζουμε το ζήτημα των «προαστίων» με μονολιθικό τρόπο (δες το παράρτημα παρακάτω), θα ήμαστε σε θέση να αναρωτηθούμε αν αυτοί που επιδίδονται σε καταστροφές ταυτίζονται αναγκαστικά με εκείνους που χρησιμοποιούν τις κατεστραμμένες εγκαταστάσεις και υπηρεσίες. Αλλα ας το παραδεχτούμε. Δεν πρόκειται μάλλον σε αυτήν την περίπτωση για τη διεκδίκηση, η οποία απευθύνεται στις δημόσιες αρχές, ενός σχολείου που θα κάλυπτε τη λειτουργία του μηχανισμού κοινωνικής ανέλιξης, μεταφορών που θα μας παρείχαν αξιοπρεπείς συνθήκες μετακίνησης σε μια κατάλληλη θέση εργασίας, μιας αστυνομίας λιγότερο βίαιης και λιγότερο ρατσιστικής;

Το γεγονός ότι οι ταραχές δεν ξεπερνούν την αυτοεπιβεβαίωση της ταραχοποιού τάξης (προλεταριάτο και/ή ΜΜΤ) αποτελεί το συμπέρασμα, στο οποίο καταλήγει ο Joshua Clover στο σχετικά πρόσφατο βιβλίο του Riot. Strike. Riot: The New Era of Uprisings (εκδόσεις Verso, 2016). Ο Clover δεν δίνει έναν σαφή ορισμό των ταραχών, συνεπώς κάθε αγώνας μιας ορισμένης έντασης έξω από την σφαίρα της εργασίας συνιστά δυνητικά ή πραγματιστικά εκδήλωση ταραχών. Συνδέοντας τις ταραχές με τη σφαίρα της κυκλοφορίας (η οποία μερικές φορές συγχέεται με τη φυσική μεταφορά των εμπορευμάτων), ανάγονται σε μια μορφή αγώνα για τον καθορισμό των τιμών – με αυτές να περιορίζονται έμμεσα στις τιμές των μέσων διαβίωσης. Και στο τέλος των αναλύσεών του που παραμένουν μάλλον συγκεχυμένες, πρέπει πράγματι να εισάγει την έννοια της «Κομμούνας» (μια ακόμα αόριστη έννοια) για να βρει το επαναστατικό ξεπέρασμα των ταραχών.

Συμπερασματικά: παρά τα υψηλά επίπεδα υποκειμενικής έντασης, οι ταραχές παραμένουν μια ακόμα τροπικότητα της καθημερινής πορείας της ταξικής πάλης. Αυτός είναι ο λόγος που μερικές φορές συνδέονται ταραχές και ειρηνικές διαδηλώσεις (Ferguson 2014, Beaumont-sur-Oise/Persan 2016). Οι ταραχές δεν φέρουν εσωτερικά τη δυνατότητα ενός μετακαπιταλιστικού ξεπεράσματος. Αυτός είναι εξάλλου ο λόγος για τον οποίο μπορούν να εμπλέκουν τη μεσαία τάξη. Όταν η βία των ταραχών καταδεικνύεται ως τεκμήριο ριζοσπαστισμού του προλεταριάτου, αποκρύπτεται το γεγονός ότι και η ΜΜΤ δύναται επίσης να συμμετέχει. Είναι επειδή οι ταραχές δεν επιτίθενται στην παραγωγική καρδιά του κεφαλαίου που η ΜΜΤ μπορεί να προκαλεί ταραχές. Εξάλλου, η ΜΜΤ είναι απόλυτα ικανή να παράξει ακραία βία. Εάν οι ταραχές σηματοδοτούν την ήττα της διεκδικητικής λογικής, η οποία είναι εγγενής στην απεργία και τη διαδήλωση, δηλώνουν επίσης ότι οι εξεγερμένοι δεν παραιτούνται από την διαδικασία αυτοεπιβεβαίωσης και αξίωσης μιας θέσης στην καπιταλιστική κοινωνική σχέση. Οι ταραχές αποτελούν λοιπόν μια μορφή αυτοεπιβεβαίωσης κοινή και στις δύο τάξεις. Δεν συνιστά επομένως μικρογραφία της εξέγερσης. Μεταξύ των ταραχών και της εξέγερσης, υπάρχει μια ποιοτική ρήξη.

Στο παράρτημα, θα αποπειραθούμε να στηρίξουμε την ανάλυσή μας για τις ταραχές εξετάζοντας δυο περιπτώσεις (Γαλλία 2005 και Μεγάλη Βρετανία 2011).

2.2.2. Ειδικές μορφές αγώνα για κάθε τάξη

Φαίνεται καθαρά ότι η πρακτική της μαζικής «στατικής διαμαρτυρίας», δηλαδή η κατάληψη πλατειών που βρίσκονται κοντά σε κέντρα λήψης αποφάσεων της πολιτικής εξουσίας, αποτελεί επινόηση της ΜΜΤ. Λόγω του ότι δεν είναι σε θέση να διαταρράξουν και να καταλάβουν τα ίδια τα κέντρα εξουσίας, ελλείψει επίσης της δυνατότητας να καταλάβουν τους χώρους εργασίας τους, η κατάληψη ενός δημόσιου χώρου τείνει να μιμείται την εργατική διαχείριση των καταλήψεων εργοστασίων δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στους διαδηλωτές να καθίσουν και να αντιδικήσουν για τις πολιτικές, πολιτιστικές, σεξουαλικές, περιβαλλοντικές τους ανησυχίες – σπανιότερα τις οικονομικές. Ακόμη και αν οι προλετάριοι μπορούν να συμμετέχουν ως άτομα στα κινήματα των πλατειών, δεν βρίσκονται εκεί ως τάξη στον βαθμό που η πολιτιστική διαμάχη δεν τους αφορά. Αντίθετα με την περίπτωση των πλατειών, οι κόμβοι όπου συγκεντρώθηκαν τα Κίτρινα Γιλέκα περιείχαν μεγαλύτερο αριθμό προλετάριων. Είναι αναμφίβολα λόγω αυτού που, αφενός, οι διαμάχες εκεί ήταν λιγότερο πολιτιστικές και που, αφετέρου, οι προλεταριακές οικονομικές διεκδικήσεις κατέχουν κεντρική θέση (κατώτατος μισθός, συντάξεις). Η αρχή της στατικής συγκέντρωσης εδώ δεν σχετίζεται με το κίνημα των πλατειών: δεν είναι μαζική, δεν εκτυλίσσεται στο κέντρο της πόλης, κοντά στα κέντρα εξουσίας. Οι συγκεντρώσεις στους κόμβους θέτουν καταρχήν το ζήτημα ότι η μετακίνηση με ατομικό ΙΧ αποτελεί ζωτική δαπάνη για μεγάλο αριθμό νοικοκυριών, ότι δεν αποτελεί επιλογή που γίνεται ευχάριστα ή απαξιώνει τις οικολογικές ανησυχίες. Αυτό δεν εμποδίζει το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων να πάει να διαδηλώσει στα κέντρα των πόλεων ή να συγκρουστεί με την αστυνομία, ούτε να είναι διαταξικό. Αλλά διαφέροντας από τις καταλήψεις πλατειών, μπορούμε να πούμε ότι στους κόμβους το προλεταριάτο εμφανίστηκε ως τέτοιο.

Στο παρόν κείμενο, δεν μας ενδιαφέρει να ασχοληθούμε με τις πρακτικές αγώνα στο εσωτερικό των διαταξικών κινημάτων που εντάσσονται στην κατηγορία της «αντι-εργασίας» [ενάντια στην εργασία]. Ωστόσο, υπάρχουν – αν και αναμφίβολα παρουσιάζουν επεισοδιακό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει εν γένει με τους καθημερινούς αγώνες. Για τη Γαλλία, μπορούμε να αναφέρουμε τις περιπτώσεις σαμποτάζ που έλαβαν χώρα στη SNCF κατά τη διάρκεια του αγώνα των σιδηροδρομικών την άνοιξη του 2016. Μπορούμε να εγγράψουμε αυτόν τον αγώνα στο διαταξικό κίνημα εναντίον του Νόμου για την Εργασία (Loi Travail), ακόμη και αν τα κίνητρά του και οι διεκδικήσεις του ήταν κατά βάση κλαδικές. Μια ανακοίνωση της SNCF με τίτλο «Κατάχρηση εξουσίας, καταπίεση, τρομοκρατία: πρακτικές αντίθετες προς το πνεύμα της δημόσιας υπηρεσίας», με ημερομηνία 10 Ιουνίου 2016, περιέγραφε «έκτροπα που προκαλούν ανησυχία όσον αφορά το σεβασμό που πρέπει να αποδίδεται στο όργανο της εργασίας το οποίο ανήκει στην εθνική κοινότητα» και «νέες πρακτικές… ασυμβίβαστες με τις αξίες της εταιρείας και της δημόσιας υπηρεσίας που μας έχουν κληροδοτήσει γενιές και γενιές σιδηροδρομικών». Η αναφορά μιλάει για «την κλοπή ηλεκτρονικών καρτών που επιτρέπουν την αναχώρηση των τρένων»· «[την] κοπή των καλωδίων ελέγχου, με αποτέλεσμα μακρόχρονες διακοπές της ηλεκτρικής τροφοδοσίας»· «ανακοινώσεις συναγερμού στον ασύρματο και ακούσιες κλήσεις έκτακτης διακοπής της ηλεκτροδότησης από τηλέφωνικές συσκευές του δικτύου»· «μπλοκαρίσματα των διακοπτών αλλαγής κατεύθυνσης»· «μπλοκαρίσματα των θυρών κατά την αναχώρηση»· «τοποθέτηση πολλαπλών αντικειμένων μεγάλου μεγέθους που μπλοκάρουν τις ράγες»· «εθελοντικό αποκλεισμό των σημείων διέλευσης» (στο Oise)· «τοποθέτηση εμπρηστικού μηχανισμού εντός μιας θήκης καλωδίων σηματοδότησης»· «τοποθέτηση αναπτήρα στο εσωτερικό μιας καλυμμένης αρτηρίας καλωδίων σηματοδότησης για πρόκληση βραχυκυκλώματος» (στο Haut-Garonne)· «αφαίρεση των αντίβαρων από τα καλώδια ηλεκτροδότησης του συρμού με αποτέλεσμα την πρόκληση βαριάς φθοράς στα καλώδια ηλεκτροδότησης» (στο Meurthe-et-Moselle).

Είναι λιγότερο εύκολο να βρούμε αναφορές σε παρόμοια γεγονότα στα υπόλοιπα διαταξικά κινήματα που εξετάσαμε. Καταρχήν, υπάρχει έλλειψη πηγών, καθώς η συντριπτική πλειονότητα των αναλυτών δεν ενδιαφέρονται για το θέμα. Τις περισσότερες φορές, πρέπει να αρκεστούμε σε φτωχές αναγωγές. Για παράδειγμα, είδαμε ότι στην Αίγυπτο το στρατιωτικό δικαστήριο μπορούσε να επιβάλλει ποινές για απεργιακές κινητοποιήσεις ή για απείθεια στον χώρο εργασίας (βλ. «Επεισόδιο 9», §4.1) – αποκλειστικά στις δημόσιες επιχειρήσεις μέχρι το 2014, σε κάθε χώρο στρατηγικού ενδιαφέροντος έκτοτε. Ο Sissi έχει πράγματι διευρύνει τις εξουσίες τέτοιων δικαστηρίων. Όμως, η δραστηριότητά τους είχε ήδη αυξηθεί πάρα πολύ ξεκινώντας από την περίοδο Ιανουάριου-Φεβρουαρίου 2011, με τον αριθμό των ατόμων που πέρασαν από δίκη μεταξύ 2011 και 2014 να είναι μεγαλύτερος από ό,τι στο σύνολο της μουμπαρακικής περιόδου. Στο σύνολο τους, οι δίκες λόγω εργασιακών διενέξεων αντιπροσωπεύουν ένα μικρό μέρος αυτών των διώξεων, αλλά είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η ασέβεια προς το εργαλείο εργασίας είναι εντελώς παρούσα. Η περισσότερο μηντιακά προβεβλημένη περίπτωση είναι πιθανώς αυτή της Helwan Engeneering Industries Company το 2010, η οποία προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολλών ΜΚΟ: λίγο πριν την πτώση του Μουμπάρακ, 8 εργαζόμενοι του εργοστασίου κατηγορήθηκαν για πρόκληση υλικών ζημιών σε αντικείμενα ιδιοκτησίας της εταιρείας, παρακώλυση της παραγωγής και τον ξυλοδαρμό ενός προϊσταμένου (αντιδρώντας στον θάνατο ενός συναδέλφου τους)[12]. Υπήρξαν σίγουρα κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της αιγυπτιακής Άνοιξης αλλά και μετά[13].

Εν πάση περιπτώσει, μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι πρακτικές αντι-εργασίας χαρακτηρίζουν το προλεταριάτο. Δεν θα επιστρέψουμε στην έννοια της αντι-εργασίας, η οποία έχει ήδη οριστεί και συζητηθεί σε άλλα κείμενα. Ας θυμηθούμε μόνο μερικά πράγματα. Αρχικά, η αντι-εργασία όπως την ορίζουμε -αν και συχνά συνδέεται με τη φιγούρα του ειδικευόμενου εργάτη- δεν αφορά μόνο μια κατηγορία προσωπικού: όσο περιθωριακή κι αν είναι, αποτελεί δείκτη του βαθμού ωρίμανσης της σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφάλαιου στο σύνολό της, και του περιεχομένου που θα έχει η κομμουνιστική επανάσταση σε αυτό το στάδιο ωρίμανσης (αυτοάρνηση της τάξης της εργασίας). Δεύτερον, η αντιεργασία δεν ταυτίζεται ipso factο με το σαμποτάζ του εργαλείου εργασίας. Το περιεχόμενο της αντι-εργασίας προκύπτει λιγότερο από μια συγκεκριμένη πρακτική και περισσότερο από το πλαίσιο μέσα στο οποίο (αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο) πραγματοποιείται. Η ΜΜΤ, ό,τι και αν ισχυρίζεται, παραμένει θεμελιωδώς ξένη απέναντι στην αντι-εργασία, τόσο επειδή είναι επιφορτισμένη με το καθήκον του ελέγχου και της πειθάρχησης του προλεταριάτου όσο και επειδή διατηρεί ένα επίπεδο προσόντων χωρίς κοινό μέτρο με αυτό του προλεταριάτου. Υπάρχοντας με αυτόν τον τρόπο, η ΜΜΤ είναι απόλυτα ικανή να απουσιάζει από την εργασία της, να επιδίδεται σε λεηλασίες και καταστροφές χωρίς όλο αυτό να έχει κάποιο περιεχόμενο αντι-εργασίας[14]. Η άρνηση της εργασίας δεν σημαίνει αντι-εργασία. Όλες οι έρευνες σχετικά με την απουσία από την εργασία, ειδικά στον δημόσιο τομέα, δείχνει ότι τα μέλη της κατώτερης κλίμακας της ΜΜΤ είναι εξίσου επιρρεπή στην τεμπελιά και την άρνηση της εργασίας με τους προλετάριους όλων των εποχών. Για να δώσουμε μόνο ένα στοιχείο, το 2017 η απουσία από την εργασία στον γαλλικό δημόσιο τομέα έφθασε το 8,3%, τέσσερις φορές περισσότερο από ό,τι στον ιδιωτικό τομέα[15].

2.3. Στόχοι των διαταξικών αγώνων

Με εξαίρεση τα Κίτρινα Γιλέκα στο υψηλότερο σημείο της κινητοποίησής τους, η παρουσία του προλεταριάτου είναι λιγότερο έκδηλη από εκείνη της ΜΜΤ εντός της σύγχρονης διαταξικότητας, όπως αυτή εκδηλώνεται στις απεργίες, τις διαδηλώσεις και τις ταραχές. Το είδαμε στη Γαλλία το 2016 άλλα και σε άλλα παραδείγματα, που δείχνουν ότι είναι η μεσαία τάξη που μιλάει πιο δυνατά στον διαταξικό αγώνα. Αυτό σημαίνει ότι είναι αυτή που οδηγεί τα βήματα του χορού; Όχι, απλώς σημαίνει ότι είναι αυτή που έχει τα μέσα να κρατήσει τον λόγο στο επίπεδο που ταιριάζει στο επίπεδο όπου τοποθετείται ο διαταξικός αγώνας· αυτό το επίπεδο, το πολιτικό, που απευθύνεται στο κράτος προκειμένου αυτό να υπερασπίσει την προηγούμενη θέση των δυο τάξεων εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η διαταξικότητα δεν αποτελεί έναν αγώνα όπου το προλεταριάτο παίζει δευτερεύοντα ρόλο και υποτάσσεται στις απαιτήσεις της ΜΜΤ. Το προλεταριάτο δεν αποκηρύσσει τη δική του θέση. Απλά, εμπλέκεται σε έναν διεκδικητικό ή/και ρεφορμιστικό αγώνα. Μέχρις ενός σημείου, το προλεταριάτο μοιράζεται τα ίδια αιτήματα, επιδιώκει τις ίδιες μεταρρυθμίσεις με τη μεσαία τάξη. Όσο δεν ξεπερνιέται αυτό το σημείο, η μεσαία τάξη είναι ο ιδανικότερος εκπρόσωπος για να διατυπώσει τους κοινούς στόχους των δύο τάξεων. Αλλά ποιοι είναι αυτοί οι στόχοι; Μπορούμε να τους αναλύσουμε σύμφωνα με το ακόλουθο φάσμα:

Γενικές προδιαγραφές αναπαραγωγής: πρόκειται για τους παράγοντες που καθορίζουν τις συνθήκες ζωής των δύο τάξεων (ανεργία, πληθωρισμός, κλπ). Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το προλεταριάτο. Έχουμε δει πόσο σημαντικό ήταν το ζήτημα των άνεργων πτυχιούχων στις αραβικές Ανοίξεις· μπορούμε επίσης να αναφέρουμε τα πλήγματα του πληθωρισμού στη Βενεζουέλα. Ο αγώνας διεξάγεται στο πολιτικό επίπεδο. Στόχος των δύο τάξεων είναι η θέσπιση μέσω του κράτους μιας ευνοϊκής γι’ αυτές οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Για παράδειγμα, διεκδικούν τον έλεγχο των τιμών, τη διατήρηση ή αύξηση των επιδοτήσεων για τα προϊόντα πρώτης ανάγκης, την απαγόρευση των απολύσεων ή την υλοποίηση προγραμμάτων δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Η διεκδίκηση του «δικαιώματος στην ανάπτυξη» (Τυνησία 2011) είναι μια γενική διατύπωση των ίδιων διεκδικήσεων. Σε αυτό το επίπεδο, έχουμε έναν αποκλειστικά πολιτικό αγώνα χωρίς στηρίγματα εντός των επιχειρήσεων, ακόμη και αν οι «γενικές τοπικές απεργίες» μπορούν να διακόψουν τη λειτουργία τους.

Κοινωνική νομοθεσία: πρόκειται εδώ για τον καθορισμό των νορμών που αφορούν τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, τις τροπικότητες διαπραγμάτευσης μεταξύ εργοδοτών και μισθωτών, τη ρύθμιση του άμεσου μισθού (κατώτατος μισθός), κλπ. Εάν το κεφάλαιο επιθυμεί οι δύο τάξεις να δουλεύουν περισσότερο, ασκεί πίεση στο Κράτος προκειμένου το τελευταίο να αλλάξει τις ισχύουσες νόρμες. Το Κράτος παρεμβαίνει στο δικαιοπολιτικό επίπεδο. Το προλεταριάτο και η ΜΜΤ εισέρχονται στον αγώνα, με μεταβλητά επίπεδα έντασης, έχοντας ως στόχο να κάνουν το κράτος να υποχωρήσει. Οι αγώνες δεν επιτίθενται άμεσα στο κεφάλαιο. Πολλές μεταρρυθμίσεις που αφορούν την αγορά εργασίας, τον έμμεσο μισθό (συντάξεις, κλπ), την κοινωνική ασφάλιση (Γαλλία 1995), τη φορολογική πολιτική (Γαλλία 2018), υπόκεινται επίσης τη ρύθμιση της σχέσης κεφαλαίου/εργασίας, εκτός από το γεγονός ότι δεν σχετίζονται άμεσα με την κατανάλωση της εργασιακής δύναμης στις διαδικασίες παραγωγής και κυκλοφορίας.

Μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης: Σε μια συνθήκη σπάνης υπεραξίας, τα φορολογικά έσοδα μειώνονται, είτε επειδή εξαφανίζεται ένα τμήμα της καπιταλιστικής τάξης είτε επειδή οι καπιταλιστές ζητούν από το κράτος να ελαφρύνει το φορολογικό βάρος των επιχειρήσεων. Εξ ου και τα προβλήματα σε θέματα προϋπολογισμού που είναι γνωστά. Το κράτος πρέπει να σφίξει τα λουριά και να προβεί σε περικοπές των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, σε μη-ανανέωση θέσεων εργασίας, σε απολύσεις, κλπ. Ανάλογα τη σφοδρότητα των μέτρων αυτών, και ανάλογα με τη γενίκευσή τους σε επίπεδο υπουργείων, ιεραρχίας, κλπ, αυτό μπορεί να καταλήξει σε ένα διαταξικό κίνημα εντός του δημοσίου τομέα. Αν και οι απασχολούμενοι στον δημόσιο τομέα αντιπροσωπεύουν ένα μικρό ποσοστό, ένα τέτοιο κίνημα μπορεί να είναι πολύ μαζικό. Αυτό το σενάριο παραμένει εντούτοις μάλλον στη σφαίρα της θεωρίας. Αφενός, επειδή ο δημόσιος τομέας αποτελεί αντικείμενο πολιτικών πελατειακών σχέσεων οι οποίες σπανίως τίθενται υπό αμφισβήτηση. Αφετέρου, επειδή δεν έχουμε βιώσει ακόμα μια κρίση αρκετά βαθιά ώστε το κράτος να υποχρεωθεί στ’ αλήθεια να προβεί σε δραστική αφαίρεση του λίπους.

Μείζονα πολιτική κρίση: αυτοί οι όροι αναφέρονται στο γενικό πνεύμα αμφισβήτηση ενός εθνικού κράτους που έχει καταστεί ανίκανο να εκπληρώσει σωστά τη λειτουργία της δημοσιονομικής αναδιανομής και της διαχείρισης της ταξικής πάλης (ακόμα και του ανταγωνισμού μεταξύ καπιταλιστών). Η ενίσχυση της πολιτικής και κοινωνικής καταπίεσης, η αύξηση της άτυπης ή τυπικής φορολογικής επιβάρυνσης αποτελούν συνέπειες αυτής της αδυναμίας του κράτους. Από ένα σημείο και μετά, οι συνέπειες αυτές ωθούν το προλεταριάτο, τη μεσαία τάξη, και μερικές φορές ακόμη και μια μερίδα της εγχώριας καπιταλιστικής τάξης, να αμφισβητήσουν το ίδιο το κράτος στις ποικίλες εκδηλώσεις του, καθότι αποδεικνύεται ανεπαρκές σχεδόν σε όλα τα επίπεδα. Οι αγώνες τοποθετούνται επίσης καθαρά στο πολιτικό παρά στο οικονομικό επίπεδο. Το προλεταριάτο και η μεσαία τάξη επιτίθενται στα πολιτικά κόμματα, στα επίσημα συνδικάτα, στα δημόσια κτίρια, στην αστυνομία. Συμπύκνωση αυτής της γενικής αμφισβήτησης του κράτους αποτελεί το αίτημα για άμεση πτώση της κυβέρνησης ή του δικτάτορα και τη δημιουργία ενός δημοκρατικού, κοινωνικού ή/και εθνικού κράτους, όπως έγινε στην Τυνησία και την Αιγύπτο. Οι μείζονες πολιτικές κρίσεις διακρίνονται από τις συνήθεις πολιτικές κρίσεις, επειδή δεν απορροφώνται από το μοναδικό κομματικό σύστημα και κινητοποιούν τις τάξεις σε μαζική κλίμακα (κάτι εντελώς διαφορετικό από έναν μοναχικό αγώνα της ΜΜΤ).

Οι τέσσερις βαθμίδες αγώνα που έχουμε σκιαγραφήσει δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες. Θα μπορούσαμε ακόμη και να υποστηρίξουμε ότι περιέχεται η μια μέσα στην άλλη: όσο περισσότερο γενικεύεται ο αγώνας ενάντια στο κράτος, τόσο περισσότερο πολλαπλασιάζονται και διαπλέκονται οι στόχοι μεταξύ τους. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου, είναι για άλλη μια φορά η κεντρικότητα της σύγκρουσης με το κράτος, ακόμη και όταν το κίνημα περιλαμβάνει διεκδικητικές απεργίες, ακόμα και λεηλασίες. Ταυτόχρονα, αυτές οι πτυχές του διαταξικού αγώνα αποδεικνύουν ότι η σχέση των δύο τάξεων με το κεφάλαιο παραμένει καθοριστική. Είναι η εξαθλίωση, ή ο φόβος αυτής, που θέτει τις τάξεις σε κίνηση και δεν υπάρχει κανένας λόγος, μέσα στον αγώνα, να μην διεκδικήσουν την άμεση βελτίωση των υλικών όρων ζωής τους. Αλλά είναι χαρακτηριστικό των διαταξικών κινημάτων να θέτουν το πρόβλημα και τη λύση του στο επίπεδο του κράτους. Στα δύο άκρα αυτού του φάσματος, μπορούμε να τοποθετήσουμε τις «συνοριακές ζώνες» όπου η διαταξική συμμαχία είναι αδύνατη και προσκρούει στα όριά της: από τη μια πλευρά, έχουμε όλα τα είδη των πολιτικών κινημάτων της ΜΜΤ που δεν αφορούν το προλεταριάτο ως τάξη (ενάντια στη διαφθορά, διαδηλώσεις για το κλίμα, «κοινωνικά» ζητήματα, κλπ, αλλά και Ισραήλ 2011, Ιράν 2009), και για τα οποία το προλεταριάτο δεν κινητοποιείται καθόλου· από την άλλη, έχουμε έναν προλεταριακό αγώνα στο επίπεδο της εργασιακής διαδικασίας που είναι αρκετά έντονος ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε συμμαχία με τη ΜΜΤ ή να προκαλεί την ανατροπή της, και με αυτόν τον τρόπο τη διάρρηξη του διαταξικού μετώπου (Αίγυπτος 2013).

3. Επίλογος: Η Αναπόφευκτη Αποτυχία των Διαταξικών Αγώνων

Στους σύγχρονους διαταξικούς αγώνες, το κράτος λειτουργεί ταυτόχρονα ως ρυθμιστής αλλά και ως αλεξικέραυνο της ταξικής πάλης. Στο βαθμό που αποτυγχάνει στον ρόλο του διαχειριστή της ταξικής πάλης, το κράτος συγκεντρώνει πάνω του την οργή του προλεταριάτου και της ΜΜΤ, συνενώνοντας τες σε έναν κοινό αγώνα. Και στο μέτρο που θεωρείται ελαττωματικό, ανασύρεται επίσης ως ο τόπος της λύσης.

Κατά κανόνα, το κράτος επιτελεί τον ρόλο του προσαρμόζοντας μέσω της νομοθεσίας τις συνθήκες της εργασιακής εκμετάλλευσης και αναδιανέμοντας ένα μέρος της υπεραξίας που εισπράτεται μέσω της φορολόγησης. Το εργατικό δίκαιο τροποποιείται με βάση τα διακυβεύματα της ταξικής πάλης, ενώ πολυάριθμες πρωτοβουλίες που απευθύνονται στο προλεταριάτο και την ΜΜΤ αυξάνουν ή μειώνουν τον αριθμό των κοινωνικών προγραμμάτων, των επιδοτήσεων, κλπ. Άλλα προγράμματα ευνοούν τις επιχειρήσεις και προάγουν τη βιωσιμότητά τους, και μέσω αυτών τις προσλήψεις. Εντός των άμεσων σχέσεων με τους καπιταλιστές, η σύμπραξη μεταξύ των δυο τάξεων είναι πρακτικά αδύνατη. Το προλεταριάτο θέλει να μετατοπίσει τον κέρσορα προς όφελος της αναγκαίας εργασίας, ενώ η ΜΜΤ θέλει αντίθετα να μετακινείται προς όφελος της υπερεργασίας. Το κράτος παρεμβαίνει μόνο έμμεσα στη σχέση μεταξύ αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας. Δεν είναι αυτό που διαχειρίζεται την καθημερινότητα της εκμετάλλευσης της εργασίας. Μπορεί να μεσολαβήσει στις διενέξεις μεταξύ μισθωτών και καπιταλιστών, εξαναγκάζοντας τις δυο τάξεις να έρθουν σε συμφωνία. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι σε θέση να αντισταθμίσει τις απώλειες της ηττημένης πλευράς της διένεξης με διάφορες διευθετήσεις.

Παίρνοντας ως δεδομένο το ρόλο του κράτους ως διαχειριστή των ταξικών σχέσεων, ο διαταξικός αγώνας φυσικά θα επικεντρωθεί σε αυτό, ή ακριβέστερα υπερ και εναντίον του. Γιατί ο αγώνας δεν είναι ενάντια στο κράτος ως τέτοιο, ενάντια στην αρχή του κράτους, όπως θέλουν να πιστεύουν μερικοί ακτιβιστές. Είναι ενάντια στο υπάρχον κράτος, θέλει να καθαιρέσει έναν δικτάτορα, να αποκαταστήσει ένα κοινωνικό πρόγραμμα, να εκδημοκρατήσει τους θεσμούς, κλπ – δηλαδή, είναι υπέρ ενός «πραγματικά» κυρίαρχου κράτος ικανού να αντιτεθεί στην πίεση του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου και υπερεθνικών οργάνων. Η σύγκρουση με το κράτος θα αποτελέσει αναπόφευκτο κομμάτι της κομμουνιστικής επανάστασης, αλλά η αντιπαράθεση με το κράτος και μόνο (και πιο ειδικά μόνο με τον κατασταλτικό μηχανισμό του) σημαίνει πρόσδεση σε έναν ρεφορμιστικό αγώνα που διαθέτει τη νομιμοποίησή του, αλλα που κομίζει εξίσου λίγα όσον αφορά το ξεπέρασμα με τις διεκδικητικές απεργίες και τις διαδηλώσεις που συχνά συνοδεύουν τον διαταξικό αγώνα ενάντια στο κράτος. Γενικά μιλώντας, όταν οι δύο τάξεις ενοποιούν τους αγώνες τους, δεν αμφισβητούν ούτε το κράτος ούτε τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γενικά, αλλά την συγκεκριμένη διαχείριση στην οποία υπόκεινται οι κοινωνικές σχέσεις από ένα συγκεκριμένο κράτος. Στη Γαλλία, το σύνθημα «ούτε Νόμος ούτε Εργασία» του 2016 αφήνοντας να εννοηθεί ότι ο αγώνας στρεφόταν κατά του κράτους και κατά της εργασίας ταυτόχρονα, παρέμεινε το ριζοσπαστικό στολίδι ενός κινήματος που αρνήθηκε την τροποποίηση ορισμένων σημείων του εργατικού δικαίου, υπερασπίζοντας με αυτόν τον τρόπο το ισχύον εργατικό δίκαιο, τις συνήθεις τροπικότητες διαπραγμάτευσης, κλπ, και το οποίο ταυτόχρονα εξέφρασε μια ευρέως διαδεδομένη δυσπιστία απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές κατευθύνσεις του κυβερνώντος Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Είναι επομένως φυσιολογικό ότι το πραγματικό κοινό πεδίο του διαταξικού αγώνα είναι η μεταρρύθμιση του κράτους στο όνομα της καλύτερης χρήσης του κράτους απέναντι στο προλεταριάτο και τη ΜΜΤ. Και, για τον διαταξικό αγώνα, η καλή χρήση του κράτους υπονοεί την καθοδήγησή του προς ένα προηγούμενο status quo, πριν από το σημερινό στάδιο της παγκοσμιοποίησης και περισσότερο ή λιγότερο φαντασιακά επενδυμένο. Γιατί το σύγχρονο αποεθνικοποιημένο κράτος, το έχουμε δει, δεν μπορεί να απαντήσει παρά μόνο πολύ μερικά στις κοινές διεκδικήσεις των δύο μισθωτών τάξεων. Ο εθνικός του ρόλος είναι πολύ περιορισμένος με δημοσιονομικούς και πολιτικούς όρους από το περιοριστικό πλαίσιο που του επιβάλλουν οι πολυεθνικές εταιρείες και τα υπερεθνικά όργανα. Υπό τη συνδυαστική επίδραση της σπάνης υπεραξίας, του χρέους και της αποεδαφικοποίησης του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου, τα σύγχρονα εθνικά κράτη έχουν το ακόλουθο δίλημμα: δεν μπορούν να διατηρήσουν την ικανότητά δημοσιονομικής παρέμβασης παρά μόνο φορολογώντας περισσότερο τους ίδιους τους ανθρώπους που ζητούν τη βοήθειά του. Στο εξής, ελλείψει της αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης, δεν μπορούν παρά να αυξήσουν την πολιτική και κοινωνική καταστολή. Πολιτικά αυτό δεν είναι βιώσιμο σε βάθος χρόνου. Αλλά οπωσδήποτε, αυτό ερμηνεύει την αδυναμία ουσιαστικής νίκης ενός διαταξικού αγώνα ενάντια στο κράτος εντός της παρούσας παγκόσμιας συγκυρίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η διαταξική πάλη αναπόφευκτα ηττάται. Αλλά ο αναγνώστης θα έχει κατανοήσει ότι η εγγραφή της διαταξικής πάλης στο πεδίο των καθημερινών μορφών αγώνα του προλεταριάτου δεν οφείλεται σε αυτή την αναπόφευκτη αποτυχία. Αυτό συμβαίνει επειδή αυτό το είδος αγώνα, όσον αφορά τις τροπικότητές του, δεν μπορεί να θέσει το ζήτημα της κομμουνιστικής επανάστασης – εννούμενου εδώ με το νόημα της συγκεκριμένης και άμεσης δυνατότητάς πραγμάτωσης της, όχι ως θεωρητικό ή πολιτικό πρόβλημα. Συμπράττοντας με μια τάξη των οποίων τα συμφέροντα είναι θεμελιωδώς αντιφατικά με τα δικά του, τοποθετώντας απέναντι του την παρούσα μορφή του κράτους -όχι του κεφαλαίου- ως το μεγάλο εχθρό, το προλεταριάτο που εμπλέκεται σε διαταξικούς αγώνες δεν έχει καμία δυνατότητα να δημιουργήσει τις συνθήκες για το ξεπέρασμα της αντίφασής του με το κεφάλαιο. Αν αυτό είναι να συμβεί, δεν μπορεί παρά να προκύψει μέσα από τη ρηξη του κοινού μετώπου της διαταξικότητας. Αυτή η ρήξη είναι τόσο αναπόφευκτη όσο και η αποτυχία των διαταξικών αγώνων. Όμως για να συνεχίσει να είναι φορέας μιας κομμουνιστικοποιητικής προοπτικής, απαιτούνται ακόμα κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες μένουν να διερευνηθούν. Αυτό θα αποτελέσει αντικείμενο του επόμενου επεισοδίου.

BA – RF
Φεβρουάριος 2019

Παράρτημα: Ταραχές στη Γαλλία και την Αγγλία

Γαλλία 2005

Οι λεγόμενες «ταραχές των προαστίων» του 2005 ξεσπούν μετά από δυο γεγονότα:

  1. τον θάνατο λόγω ηλεκτροπληξίας των Zyed και Bouna (27 Οκτωβρίου 2005), δυο νέων του Clichy-sous-Bois· οι δυο νεαροί κυνηγήθηκαν και κλείστηκαν μέσα σε έναν μετασχηματιστή της ΔΕΗ για να ξεφύγουν από έναν αστυνομικό έλεγχο μαζί με έναν τρίτο νεαρό, ο οποίος τραυματίστηκε σοβαρά·
  2. μια πρώτη διάδοση των συγκρούσεων μεταξύ ταραχοποιών και αστυνομίας πέρα από το Clichy-sous-Bois (Clichy-Montfermeil, Cité des Bosquets), κατά τη διάρκεια της οποίας η αστυνομία έριξε ένα δακρυγόνο στην είσοδο ενός τζαμιού εν μέσω της περιόδου του Ραμαζανιού (30 Οκτωβρίου 2005).

Οι ταραχές εξαπλώθηκαν λοιπόν καταρχήν σε άλλες μικρές πόλεις των προαστίων του Île de Frane (Évry, Corbeil-Essone, Grigny, Le Blanc-Mesnil, Drancy, Sevran, La Courneuve, Bondy, Aulnay-sous-Bois, Tremblay-en-France, κλπ) για να καταλάβουν στη συνέχεια ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της γαλλικής επικράτειας και να συνεχιστούν για περίπου τρεις εβδομάδες. Ειδικά από τις 4 Νοεμβρίου και μετά, τη μια νύχτα μετά την άλλη οι ταραχές εξαπλώνονται στην επαρχία: στη Bretagne (περιφέρεια Rennes), στην Picardie (σίγουρα γύρω από την Oise), στη Normandie (Rouen), στο Nord-Pas-de-Calais, στην Alsace, στη la Drôme, κλπ. Επισήμως, σε 274 κοινοτικά διαμερίσματα εμφανίστηκαν περιστατικά ταραχών, και 2.880 άτομα συνελήφθησαν από την αστυνομία.

Είναι γνωστές ορισμένες τροπικότητες της δράσης των ταραχών: ρίψη αντικειμένων και μολότοφ κοκτέιλ εναντίον των αστυνομικών· επιθέσεις σε δημόσιες μεταφορές, σχολεία, γυμναστήρια, συνοικιακές βιβλιοθήκες, αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, μίνι μάρκετ, κλπ· καταστροφή αυτοκινήτων (κάηκαν 9.000 αυτοκίνητα), μερικές λεηλασίες.

Η ταχύτητα με την οποία εντός της χώρας πολλαπλασιάστηκαν οι ταραχές είναι πολύ εντυπωσιακή. Αυτό αποτελεί μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με άλλα εκ πρώτης όψεως παρόμοια περιστατικά, όπως οι ταραχές στη Minguettes (1981), στο Vaulx-en-Velin (1990), την Toulouse-Le Mirail (1998)· πρόκειται για καταστάσεις που προβλήθηκαν πολύ από τα μήντια αλλά παρέμειναν πολύ περιορισμένες στον χώρο:

Η ιδιαιτερότητα των ταραχών του 2005 δεν αφορά επομένως τον τρόπο που αρχικά εκτυλίχθηκαν, φάση εντελώς κοινότυπα θλιβερή, ούτε το γεγονός ότι έγιναν πολιτικό γεγονός, κάτι που είχε συμβεί ξανά στο παρελθόν, αλλά την επέκτασή τους σε περίπου 300 πόλεις όλης της εθνικής επικράτειας· επέκταση, η οποία τις μετέτρεψε ακριβώς σε γεγονός και η οποία, κατά κάποιον τρόπο, άλλαξε τη φύση τους. Οι ταραχές του 2005, και ίσως βρίσκεται εδώ το ουσιαστικό χαρακτηριστικό τους, σημαδεύτηκαν από το εύρος και την πανταχού παρουσία τους. Δεν αποτέλεσαν ένα τοπικό γεγονός. Δεν περιορίστηκαν στα πιο δύσκολα προάστια, πολλές πόλεις χωρίς ιστορία επηρεάστηκαν. Όποιες κι αν ήταν οι αιτίες, ό,τι κι αν θέλησαν να εκφράσουν οι ταραχοποιοί, το έκαναν με τον ίδιο τρόπο στο σύνολο των εν λόγω πόλεων. (Didier Lapeyronnie, «Révolte primitive dans les banlieues françaises», Déviance et Société, nο. 4, 2006)

Η έννοια της «πόλης χωρίς ιστορία» αξίζει να κρατηθεί: υποδηλώνει ότι, εξαιρώντας τα «πιο δύσκολα προάστια» όπου οι ταραχές αποτελούν ένα περισσότερο επαναλαμβανόμενο γεγονός, σε πολλές από τις εν λόγω πόλεις διαπιστώνεται ταυτόχρονα η απουσία προηγούμενων ταραχών και η απουσία ενός παρελθόντος (ή παρόντος) που να συνδέεται με το παραδοσιακό εργατικό κίνημα. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, σημειώνεται ότι οι τελευταίες πόλεις-προπύργια του ΚΚΓ (Montreuil, Saint-Denis, Aubervillier, Bagnolet, Stains, κλπ.) επηρεάστηκαν λίγο από τις ταραχές. Αυτό μας ωθεί να σκεφτούμε ότι οι ταραχές βρήκαν ένα πρόσφορο έδαφος να διαδοθούν σίγουρα εκεί, όπου αυτό που απομένει από το εργατικό κίνημα δεν μπόρεσε να αμβλύνει τις συνέπειες των νέων αστικών πολιτικών μέσω της πολιτικής και πελατειακής δραστηριότητάς του.

Το άλλο σημείο που υπογραμμίζει o Lapeyronnie είναι ότι υπήρξαν αριθμητικά πολλές ταραχές. Αυτός ο ποσοτικός παράγοντας, εντούτοις, δεν περιόρισε ποιοτικά τις ταραχές. Αρκετοί δημοσιογραφικοί αναλυτές θέλησαν να δουν στις ταραχές του 2005 την εξέγερση των ριζικά αποκλεισμένων. Πρόκειται για μια καρικατουρίστικη αναπαράσταση που παραμελεί την έντονη εσωτερική διαστρωμάτωση αυτού του τμήματος του πληθυσμού που αποκαλούμε «τα προάστια». Φαντασιώνοντας μια ομοιογενής μάζα χρόνια άνεργων ή -χειρότερα- λούμπεν· αυτή η αναπαράσταση των ταραχοποιών μινιμάρει εξίσου την παρουσία τους εντός της τυπικής εργασίας, ακόμα κι αν αυτή είναι προσωρινή:

[Η] κοινωνική ομάδα την οποία συγκροτεί η νεολαία των προαστίων δεν ανάγεται σε εκείνο το τμήμα της που είναι πιο ορατό στον δημόσιο χώρο, αυτόν τον σκληρό πυρήνα των νεαρών άνεργων (σε ορισμένες ζώνες η ανεργία μεταξύ των νέων 15-25 ετών φτάνει το 40%). Περιλαμβάνει επίσης, από τη μια, νέους εργαζόμενους, κυρίως εργάτες ή υπαλλήλους, οι οποίοι στις περισσότερες περιπτώσεις προσλαμβάνονται με συμβάσεις μερικής απασχόλησης ή ορισμένου χρόνου· και από την άλλη την ομάδα που αποτελείται από νέους που πηγαίνουν ακόμα σχολείο, όπου βρίσκουμε επίσης τόσο μαθητές προσανατολισμένους σε κανάλια τα οποία οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως σχολικό εγκλεισμό (επαγγελματική εκπαίδευση, απολυτήριο ειδίκευσης, τεχνολογικές τάξεις) όσο και μαθητές γενικού λυκείου και φοιτητές/φοιτήτριες – που έχουν γραφτεί σε πανεπιστημιακή σχολή, αλλά και σε τεχνολογικό ίδρυμα ή τεχνική σχολή (πολύ σπάνια σε τάξεις προετοιμασίας για τις ανώτατες σχολές). Ας προσθέσουμε εδώ ότι υπάρχει επίσης μια μειονότητα νέων που ανήκουν στα ενδιάμεσα επαγγέλματα (δάσκαλοι, εκπαιδευτές, επόπτες, κλπ) οι οποίοι συνεχίζουν να μένουν με τους γονείς τους ή επέλεξαν να πάρουν ένα διαμέρισμα στο προάστιό τους για να συνεχίσουν να μένουν εκεί. Τα ρήγματα μπορούν να είναι βαθιά μεταξύ αυτών των διαφορετικών ομάδων, ειδικά μεταξύ των αντιτιθέμετων τμημάτων που συγκροτούν, από τη μια, η κατηγορία των φοιτητών που έχουν ξεκινήσει για τα καλά την αναζήτηση διπλώματος και, από την άλλη, η κατηγορία των νέων των προαστίων που, καθώς είναι άνεργοι ή εκπαιδεύονται παρά τη θέλησή τους εντός σχολικών καναλιών του επαγγελματικού λυκείου που δεν έχουν επιλέξει, αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους χωρίς μέλλον. (Stéphane Beaud και Michel Pialoux, «La “racaille” et les “vrais jeunes”. Critique d’une vision binaire du monde des cites», LiensSocio, nο.2, Νοέμβριος 2005, σελ. 4· η υπογράμμιση του Ασταριάν).

Εντούτοις, αν και ένα μέρος ανάμεσά τους έχει μια θέση εργασίας, οι ταραχοποιοί του 2005 ενδιαφέρθηκαν λίγο για τους χώρους εργασίας. Επικέντρωσαν σε συγκεκριμένες στιγμές της αναπαραγωγής τους εκτός εργασίας. Αυτό δεν είναι άσχετο με την κοινωνική σύνθεσή τους υπό ευρεία έννοια (επάγγελμα, ηλικία, κλπ): μαθητές λυκείου, άνεργοι, αλλά επίσης πολλοί επισφαλείς με χαμηλούς μισθούς· μεγάλη πλειοψηφία αγοριών, των οποίων οι συνθήκες ζωής είναι σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένες από τη σχολική αποτυχία (οι γυναίκες των φτωχών προαστίων τα πηγαίνουν καλύτερα στο σχολείο) και τη χωρική απομόνωση. Αλλά μόνο η κοινωνική σύνθεση των ταραχοποιών δεν αρκεί για να ερμηνευτούν πλήρως οι αιτίες που η εξέγερσή τους πήρε αυτήν την καθορισμένη μορφή και όχι άλλη. Το άρθρο των Beaud και Pialoux περιγράφει τις δυσκολίες που συναντούν οι νεαροί προλετάριοι των προαστίων στον κόσμο της εργασίας: αυξημένη επισφάλεια, συνεχιζόμενη ανεργία, απουσία προοπτικής επαγγελματικής εξέλιξης, διάκρισεις στις προσλήψεις και εντός των ίδιων των χώρων εργασίας (χωρίς όλοι να είναι αναγκαστικά παιδιά μεταναστών). Οι δυο κοινωνιολόγοι συμπεραίνουν:

[Η] κοινωνική απόγνωση, άλλοτε περιορισμένη στα περισσότερο καταπιεσμένα μέλη της ομάδας -εκφρασμένη ιδιαίτερα στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά, την υιοθέτηση ριψοκίνδυνων συμπεριφορών (κλοπές, «τρελή» οδήγηση αυτοκινήτων, κλπ)- μοιάζει να έχει κερδίσει για τα καλά και άλλα τμήματα της ομάδας των νέων των προαστίων -τους νεαρούς εργάτες και τους «απολυτηριούχους λυκείου»- οι οποίοι ως τότε ήταν λίγο καλύτερα προστατευμένοι. Μεταξύ των τελευταίων, πολύ έχασαν την υπομονή και την ελπίδα τους αισθανόμενοι ότι χτυπούν το κεφάλι τους στον τοίχο των διακρίσεων και του ρατσισμού και σιγά-σιγά συσσώρευσαν τεράστια πικρία. (Ό.π.)

Μένει να εξηγηθεί γιατί αυτή η τεράστια πικρία σχηματοποιήθηκε με τη μορφή εξέγερσης γύρω από τον θάνατο του Zyed και του Bouna. Πάνω σε αυτό το σημείο, οι αναλύσεις που γράφτηκαν εκείνη την περίοδο εντός του ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης δείχνουν επίσης και την αδυναμία του. Για να δώσουμε μόνο ένα παράδειγμα, σύμφωνα με το περιοδικό Meeting (nο. 3, Ιούνιος 2006), «οι ταραχοποιοί επιτέθηκαν στην ίδια τη συνθήκη τους, στοχοποίησαν όλα αυτά που τους παράγουν και τους ορίζουν», σαν η απασχόληση -παρούσα ή μελλοντική- να μη συμμετείχε σε αυτό. Στην πραγματικότητα, οι ταραχοποιοί δεν επιτέθηκαν σε αυτό τους που παράγει και τους ορίζει ως προλετάριους σκέτο. Αυτοί οι προλετάριοι επιτέθηκαν οπωσδήποτε σε αυτό που τους σπρώχνει προς μια συνθήκη υπο-τάξης εντός του προλεταριάτου συνολικά, δηλαδή σε αυτό που τους εγκλωβίζει στις πιο επισφαλείς και τις λιγότερο ειδικευμένες θέσεις εργασίας. Επιτέθηκαν σε αυτό που περιορίζει τη γεωγραφική και κοινωνική κινητικότητά τους – είτε αυτό είναι το σχολείο, είτε η οργάνωση των δημόσιων συγκοινωνιών είτε η αστυνομία. Επρόκειτο για μια διευρυμένη και βίαιη αμφισβήτηση των δημόσιων πολιτικών (σχολικών, πολιτιστικών, αστικών, κατασταλτικών, κλπ), των οποίων οι ίδιοι αποτελούν αντικείμενο. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία οι ταραχοποιοί του 2005 έκαναν πράξη κάποιου είδους «μικρογραφία αυτοάρνησης» είναι επομένως λάθος. Σε σχέση με αυτό, ο εμπρησμός αυτοκινήτων έδωσε επίσης χώρο στις πιο φαντασιόπληκτες ερμηνείες και τοποθετήσεις, οι οποίες κινήθηκαν από την εξύμνηση μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη:

Καίγοντας αυτοκίνητα, οι νέοι επιτίθενται σε αντικείμενα που δεν έχουν τίποτα το αθώο. Το αυτοκίνητο, στη σύλληψή του, ενσαρκώνει τον εγκλεισμό· ο εσωτερικός χώρος του αποτελεί προέκταση της ιδιωτικής κατοικίας – η οποία εξάλλου διαθέτει νομική υπόσταση, καθώς η αστυνομία δεν μπορεί να εισέλθει χωρίς ένταλμα έρευνας· και ο έγκλειστος αυτοκινητιστής σε καθεστώς πλήρους μποτιλιαρίσματος στο κουτί του μαζί με ραδιόφωνο ή CD, το κινητό, τη θέρμανση ή τον κλιματισμό συνοψίζει τέλεια την απάνθρωπη συνθήκη του κατοίκου των προαστίων: ριζικά διαχωρισμένου από τους άλλους, αλλά με ένα μίνιμουμ προσωπικής άνεσης. (Alèssi Dell’Umbria, La rage et la révolte, Agone, 2010, σελ. 67)

Σαν οι καπνοί που διαφεύγουν από τα πτώματα των καμένων αυτοκινήτων να φέρουν μαζί τους τη βρώμα μιας λαϊκής εξέγερσης. Όλο αυτό δεν είναι ούτε δωρεάν ούτε τυχαίο αλλά στοχεύει ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, αυτό ευνουχίζει την εργατική τάξη, ανάγει στο μηδέν την επαναστατική ταυτότητά της διαγράφοντας με μια μεγάλη κίνηση την ταξική πάλη για να την αντικαταστήσει με το παράδειγμα των τυφλών και χωρίς ελπίδα ταραχών. (Courant Communiste International, «LCR-CNT: la lutte de classe ne passe ni par les émeutes ni par le bouletin de vote», Révolution Internationale, nο. 364, Ιανουάριος 2006)

Χωρίς να εξαίρουμε ούτε να κάνουμε ηθικές υποδείξεις σε αυτή την πρακτική, μπορούμε παρόλα αυτά να αναρωτηθούμε αν εμπεριέχει περισσότερο μια διάθεση να τραβήξει την προσοχή, με τη διπλή έννοια του τραβάω την προσοχή από τη μια των αστυνομικών (για να τους παγιδέψω), και από την άλλη των πολιτικών και των μήντια (για να ασχοληθούν με το «πρόβλημα των προαστίων»). Μέσω των εμπρησμών αυτοκινήτων (αντικείμενο, είναι η αλήθεια, μισο-ιερό), οι ταραχοποιοί δείχνουν την ικανότητά τους να ενοχλούν και λένε: «είμαστε εδώ, υπάρχουμε!». Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτή την πρακτική ως μια επιβεβαίωση του εαυτού, αν και άτυπη;

Η απάντηση των θεσμών σε αυτό το κύμα ταραχών ήταν αδύναμη, αλλά όχι ανύπαρκτη. Τα «σχέδια για τα προάστια» αποτελούν εδώ και 40 χρόνια υποχρεωτικό έξοδο για το γαλλικό κράτος: δημιουργία των Ζωνών Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας επί Μιττεράν το 1981, Αστικών Ζωνών το 1996, Πρόγραμμα Αστικής Ανάπλασης και Αλληλεγγύης το 1999 (20 δισ. ευρώ), Εθνικό Σχέδιο Αστικής Ανάπλασης το 2003 (46 δισ. ευρώ), σχέδιο Προάστια Ελπίδα το 2008 (1 δισ. ευρώ), κλπ. Ούτε ο Μακρόν μπόρεσε να αποφύγει να κάνει το δικό του «σχέδιο για τα προάστια». Παρά την αβεβαιότητα όσον αφορά τα ποσοτικά στοιχεία είναι γνωστό ότι θα υπάρξουν 10 δισ. ευρώ για αστική ανάπλαση. Οι ταραχές του 2005 δεν ώθησαν τις αρχές να κάνουν μια άμεση ένεση ρευστότητας σε αυτά τα σχέδια, αλλά σηματοδοτούν ωστόσο μια καμπή σε αυτή την αλληλουχία, καθώς ως τέτοιες αποκάλυψαν την αποτυχία όλων των «πολιτικών της πόλης» που υιοθετήθηκαν στη Γαλλία από τη δεκαετία του 1980 και μετά όσον αφορά τις φτωχές πόλεις και τα φτωχά προάστια. Πρόκειται επομένως λιγότερο για έλλειψη εκταμιευμένων πόρων (οι οποίοι ορισμένες φορές μπορούν να είναι σημαντικοί) και περισσότερο για πολύ περιορισμένη επίδραση και παραγωγή διεστραμμένων αποτελεσμάτων. Αυτές οι πολιτικές σημαδεύτηκαν αυξανόμενα από την «αποπύκνωση» των μεγάλων συγκροτημάτων κατοικίας προς όφελος μια χιμαιρικής κοινωνικής ανάμειξης. Αυτή όφειλε να διαλύσει την «απλή συνύπαρξη» των τάξεων και των εθνοτικών-εθνικών υποομάδων προς όφελος της εγκατάστασης μιας μισθωτής μεσαίας τάξης, κατά προτίμηση «ντόπιας» εντός των φτωχών συνοικιών, τα οποία παίρνουν το σχήμα της μετανάστευσης. Αλλά στη πλειοψηφία των περιπτώσεων, αποτέλεσμα των αναδιαρθώσεων και των αστικών αναπλάσεων ήταν είτε η φυγή των λιγότερο ωφελημένων κοινωνικών στρωμάτων είτε η φυγή των πιο φερέγγυων στρωμάτων χωρίς αντίστοιχη εγκατάσταση μεσαίων τάξεων προερχόμενων απ’ έξω. Από αυτή την οπτική γωνία, οι υποτιθέμενες επιτυχίες της κοινωνικής ανάμειξης στο βόρειο προάστιο της παρισινής Petite Couronne δεν πρέπει να μας προκαλεί ψευδαισθήσεις. Πρόκειται στην πραγματικότητα για κυριλοποίηση (gentrification) σε εξέλιξη, εξαιτίας της δυναμικής της απασχόλησης και της αγοράς ακινήτων για το κεφάλαιο. Κυριλοποίηση και κοινωνική ανάμειξη, είτε εξαίρονται είτε καταγγέλονται ανάλογα με την περίπτωση, αποτελούν σε αρκετές αναλύσεις το δέντρο που κρύβει το δάσος. Διότι καμία πολιτική της πόλης δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ενδογενή δυναμική δημιουργίας θέσεων εργασίας. Μόνο μια δημόσια πολιτική άμεσα αφιερωμένη σε αυτόν τον στόχο θα μπορούσε να είναι αποτελεσματική. Αλλά πoιο κράτος θα μπορούσε να αναλάβει ένα τέτοιο πρόγραμμα επενδύσεων; Σίγουρα όχι το αποεθνικοποιημένο κράτος του σήμερα. Μοιάζει επομένως σαν οι ταραχές του 2005 να βρήκαν το ίδιο εμπόδιο, στο οποίο χτυπούν τα σύγχρονα διαταξικά κινήματα.

Μεγάλη Βρετανία 2011

Οι ταραχές του καλοκαιριού 2011 θεωρήθηκαν γενικά ως αντίδραση στον θάνατο του Mark Duggan, δολοφονημένου από την αστυνομία στο Τότεναμ (μεγάλο προάστιο του Λονδίνου) στις 4 Αυγούστου. Εντούτοις, αυτές οι ταραχές δεν ξέσπασαν αμέσως μετά τη «φάση». Είναι η αστυνομική καταστολή μιας μικρής ειρηνικής διαδήλωσης, που οργανώθηκε στις 6 Αυγούστου μπροστά στο αστυνομικό τμήμα από την οικογένεια και τους φίλους του θύματος (στην πλειοψηφία τους κάτοικοι του Τότεναμ) προκειμένου να ζητηθούν εξηγήσεις, αυτή που επιταχύνει τα γεγονότα. Μετά την επέμβαση της αστυνομίας που είχε στόχο την απομάκρυνση των διαδηλωτών, ένα μέρος αυτών βάζει φωτιά σε δυο περιπολικά και ένα λεωφορείο. Αυτή η ενέργεια κατεβάζει πολύ κόσμο στον δρόμο και με αυτόν τον τρόπο ξεκινούν οι ταραχές.

Το κίνημα περιλαμβάνει τρεις στιγμές που πρόκειται να διαδεχτούν η μια την άλλη στον χρόνο. Αρχικά, οι ταραχές εκτυλίσσονται μόνο στο Τότεναμ, περιορίζονται στις αψιμαχίες με την αστυνομία και μερικές λεηλασίες. Παραμένουν συνδεδεμένες με το ζήτημα του θανάτου του Mark Duggan. Πρόκειται για συγκρούσεις στον δρόμο με αρκετά μπρος-πίσω, αλλά μάλλον στατικές στο σύνολό τους. Τη νύχτα της 6ης προς την 7η Αυγούστου (δεύτερη στιγμή), δίνουν τη θέση τους σε μια πολύ πιο ευκίνητη πρακτική λεηλασιών καταστημάτων και πολυκαταστημάτων, η οποία επεκτείνεται αμέσως έξω από το Τότεναμ (Wood Green) και συνεχίζεται ως την αυγή. Το βράδυ της 7ης Αυγούστου οι ταραχές αρχίζουν ξανά. Ενώ το Τότεναμ είναι ήρεμο, 200 άτομα συναντιούνται στο Enfield, διαλύονται σε μικρές ομάδες, εκ των οποίων ορισμένες κάνουν λεηλασίες και άλλες τρέχουν τις δυνάμεις της τάξης. Λαμβάνουν χώρα μαζικές λεηλασίες σε πολλά προάστια του Λονδίνου (Oxford Circus, Hackney – προάστιο το οποίο έκτοτε κυριλοποιείται με γρήγορους ρυθμούς, κλπ). Στις 8 Αυγούστου οι ταραχές επεκτείνονται στο νότιο Λονδίνο (Peckham, Lewisham, Catford) και σε άλλες πόλεις (Birmingham, Leeds, Liverpool). Είναι κατά τη διάρκεια αυτής της νύχτας που εμφανίζεται η τρίτη στιγμή των ταραχών, αυτή των επιθέσεων «ενάντια στους πλούσιους». Συνίστανται σε συναντήσεις ομάδων μέσα σε πλούσιες συνοικίες, λιγότερο για να κάνουν λεηλασίες και περισσότερο για να καταστρέψουν: εστιατόρια, αυτοκίνητα, καταστήματα, κλπ. Έτσι, ορισμένες εκατοντάδες άτομα συναντιούνται καταρχήν στο Ealing (δυτικό Λονδίνο): «Σε ορισμένες ζώνες του Ealing, κάθε κατάστημα δέχτηκε επίθεση και κάηκαν όλα τα αυτοκίνητα» (The Guardian). Ίδιος τύπος καταστροφών σε άλλα κυριλέ προάστια του δυτικού Λονδίνου (Pimlico, Sloane Square, Notting Hill). Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 9ης Αυγούστου, 13.000 αστυνομικοί επιτηρούν το Λονδίνο. Τα εμπορικά καταστήματα κλείνουν νωρίς. Οι κάτοικοι έχουν υποστεί σοκ. Σχηματίζονται πολιτοφυλακές και επιτροπές πολιτών με στόχο την παρεμπόδιση των λεηλασιών και των καταστροφών. Αλλά οι ταραχές συνεχίζονται σχεδόν παντού στις συνοικίες και τις πόλεις που ήδη αναφέρθηκαν. Μπαίνουν στον χορό και το Μάντσεστερ με το Leicester. Πέντε αστυνομικά τμήματα δέχονται επίθεση στο Nottingham. Στην ίδια περιοχή, περίπου πενήντα άτομα προσπαθούν να διαρρήξουν ένα ταχυδρομείο με τη βοήθεια ενός εκσκαφέα. Ωστόσο, η καταστολή αυξάνει κατακόρυφα. Αυτό συνδυάζεται με ένα τραγικό γεγονός (3 συμμετέχοντες σε μια επιτροπή εναντίον των λεηλασιών σκοτώνονται τη νύχτα της 9ης Αυγούστου στο Birmingham) προκειμένου να σταματήσει η βία.

Συνοψίζουμε και καταλήγουμε: το γεγονός που πυροδότησε τις ταραχές στη Μεγάλη Βρετανία το 2011 ήταν η υποτιμητική συμπεριφορά της αστυνομίας προς την οικογένεια και τους φίλους του Mike Duggan, οι οποίοι διαδήλωναν την επόμενη της δολοφονίας του για να απαιτήσουν την αλήθεια για τις περιστάσεις που προκάλεσαν τον θάνατό του, και για να ασκηθούν διώξεις στους ένοχους αστυνομικούς. Το αρχικό διακύβευμα ξεπεράστηκε από το κύμα λεηλασιών που εξαπλώθηκε στο Λονδίνο και αλλού, και στη συνέχεια από τις καταστροφικές επιδρομές των ταραχοποιών στις πλούσιες συνοικίες. Αυτή η τελευταία στιγμή αναδεικνύει ειδικότερα το πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο της επιβεβαίωσης της τάξης που αποτελεί ίδιον των αγγλικών ταραχών του 2011 εν γένει: καθώς δεν επιτέθηκαν στις ίδιες τις συνοικίες τους, ούτε εξάλλου στην καπιταλιστική αναπαραγωγή ως παραγωγή υπεραξίας, οι ταραχοποιοί επικέντρωσαν στην αντίθεση μεταξύ πλούτου και φτώχειας. Αντίθεση, κατά την οποία αυτό που επιδιώκεται είναι από τη μια να ελαφρυνθεί το βάρος της φτώχειας μέσω σχετικά οργανωμένων λεηλασιών, και από την άλλη να τρομοκρατηθούν οι πλούσιοι, να τιμωρηθεί η αλαζονεία και η επιδεικτική κατανάλωσή τους.

Σημειώσεις:
1. [Σ.τ.Μ]: Οι Νόμοι περί Σιτηρών, σε ισχύ από το 1815 μέχρι το 1846 στην Μεγάλη Βρετανία, ήταν δασμοί και εμπορικοί περιορισμοί επί των εισαγόμενων σιτηρών οι οποίοι εξυπηρετούσαν τη διατήρηση των υψηλών τιμών στα σιτηρά, τη βιωσιμότητα των εγχώριων παραγωγών (ιδιοκτήτες γής) και γενικότερα το πνεύμα του βρετανικού μερκαντιλισμού.
2. Βλέπε Herman Gorter, Réponse à Lénine, Spartacus, 1979.
3. Εδώ αναφερόμαστε σε τάξεις και όχι σε άτομα: είναι πολύ πιθανό να προκύψει μέλη της ΜΜΤ να εμφανίζονται πιο καταπονημένα από τους προλετάριους (βλ. το φαινόμενο burn-out στις τάξεις των στελεχών).
4. Βλ., http://comptespublics.fr/budget-de-letat/depenses-de-letat/.
5. Στις ΗΠΑ το 2013, περίπου το 87% των παιδιών σχολικής ηλικίας (που δεν έχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση) πήγαν σε δημόσια σχολεία, περίπου το 10% πήγαν σε ιδιωτικά σχολεία χρηματοδοτούμενα από ιδρύματα και το 3% είχαν κατ’ οίκον εκπαίδευση. Κατά γενικό κανόνα, το σχολείο είναι υποχρεωτικό από την ηλικία των 5-8 ετών μέχρι και την ηλικία των 16-18 ετών.
6. Οι δαπάνες για την κοινωνική μέριμνα δεν εμπίπτουν στη δεύτερη αυτή κατηγορία εφόσον έχουν καλυφθεί από τις κοινωνικές εισφορές. Τελικά, δεν εντάσσονται παρά μόνο περιφερειακά για να καλύψουν ένα έλλειμμα τύπου «τρύπα στην κοινωνική ασφάλιση».
7. [Σ.τ.Μ]: Η αναφορά είναι στην γαλλική εξέγερση των αγροτών Zακερί η οποία έλαβε χώρα στη βόρεια Γαλλία το 1358 κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου και δημιούργησε μεγάλο πλήγμα στην αριστοκρατία της εποχής. Στο σήμερα, η λέξη jacquerie έχει γίνει συνώνυμο των αγροτικών εξεγέρσεων στα αγγλικά και τα γαλλικά. Το 1356 ο Γάλλος βασιλιάς Ιωάννης Β’ αιχμαλωτίστηκε μαζί με αρκετούς ευγενείς από Άγγλους οι οποίοι ζητούσαν υπέρογκα λύτρα για την απελευθέρωσή τους. Οι αγρότες, ταλαιπωρημένοι και οι ίδιοι από τις λεηλασίες των μισθοφόρων, αρνήθηκαν να επιβαρυνθούν οι ίδιοι για την καταβολή των λύτρων. Τον Μάιο του 1358 η κατάσταση γενικεύτηκε και οδήγησε σε εξέγερση γύρω από το Παρίσι στην περιοχή Île-de-France, λίγο αργότερα στις 10 Ιουνίου οι ζακερί συνετρίβησαν και οι ηγέτες της ήρθαν σε συμφωνία με την κοινότητα του Παρισιού.
8. ΟΟΣΑ, Panorama de la santé 2017, ΟΟΣΑ, 2017, σελ. 169. Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.oecd.org/fr/sante/panorama-de-la-sante-19991320.htm.
9. Denis Monneuse, Le silence des cadres. Enquête sur un malaise, Vuibert, 2014, σελ. 103.
10. Το κείμενο μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.rebelnet.gr/articles/view/Crisis-activity-and-communisation.
11. Βλέπε Ε. Ρ. Thompson, «The Moral Economy of the English Crowd in the Eighteenth Century», Past and Present, no. 50, Φεβρουάριος 1971.
12. Alkarama, Egypt: military court adjourns workers trial, s.d., https://www.alkarama.org/en/articles/egypt-military-court-adjourns-workers-trial.
13. Η πηγή πρέπει να χρησιμοποιηθεί με κάποια σύνεση, αφενός, επειδή η ακρίβεια των αποδιδόμενων γεγονότων είναι μονομερής (από τα δικαστήρια), αφετέρου, διότι ελάχιστα είναι γνωστά για τις περιστάσεις και τις πρακτικές στις οποίες υποτίθεται ότι ανταποκρίνονται τα γεγονότα αυτά.
14. Μπρούνο Ασταριάν, Quelques précisions sur l’anti-travail, Φεβρουάριος 2017, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.hicsalta-communisation.com/textes/quelques-precisions-sur-lanti-travail.
15. Institut Sapiens, Le coût caché de l’absentéisme au travail, Νοέμβριος 2018, σελ. 6.