Home

Η περίοδος

Αυτή είναι μια περίοδος κατακλυσμιαίας κρίσης για το κεφάλαιο, εντούτοις τα παλιά εγχειρήματα μιας προγραμματικής εργατικής τάξης έχουν εκλείψει. Αυτό το αναπόδραστο γεγονός μας υποχρεώνει να ιχνηλατήσουμε τις ασυνέχειες ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Η κατανόηση της ειδοποιού διαφοράς της τρέχουσας περιόδου μπορεί να μας βοηθήσει να «θάψουμε τους νεκρούς» των αποτυχημένων επαναστάσεων του 20ολυ αιώνα και να αφήσουμε τυχόν περιπλανώμενα πνεύματα που ακόμα στοιχειώνουν την κομμουνιστική θεωρία να αναπαυθούν.

Αυτό που διακυβεύεται κατά κύριο λόγο στην περιοδολόγηση είναι το ερώτημα πού σταματάει το παρελθόν και πού ξεκινάει το παρόν. Ο εντοπισμός ιστορικών ρήξεων και ασυνεχειών μας βοηθά να αποφύγουμε τη σιωπηρή μεταφυσική μιας θεωρίας της ταξικής πάλης όπου κάθε ιστορική ιδιαιτερότητα τελικά ανάγεται στην αέναη επανεμφάνιση του ίδιου. Παρ’ όλα αυτά, οι περιοδολογήσεις μπορούν εύκολα να εμφανιστούν όχι ως αναγνώριση πραγματικών ιστορικών ρηγμάτων, αλλά ως αυθαίρετη επιβολή ενός αφηρημένου σχήματος πάνω στο πυκνό υφαντό της ιστορίας. Για κάθε γραμμή ρήξης που χαράσσεται, κάποιο απομεινάρι ή κατάλοιπο μιας άλλης ιστορικής εποχής μπορεί να εντοπιστεί, το οποίο φαινομενικά διαψεύδει την περιοδολόγηση. Έτσι, ικανοποιημένοι με το γεγονός ότι τέτοιες ανακηρύξεις της ρήξης δεν μπορούν να ισχύσουν απόλυτα, μπορούμε να δικαιολογήσουμε την επανάπαυσή μας στη βολική ιδέα πως τίποτα δεν αλλάζει πραγματικά. Εφόσον στην προκειμένη περίπτωση είναι η διαφορά αυτή στην οποία ο σκεπτικιστής αντιπαρατίθεται, το ιστορικά ίδιο απολαμβάνει την εξ ορισμού βεβαιότητα της κοινής λογικής.

Εναλλακτικά, ίσως, η ρήξη είναι κάτι με το οποίο υποκρινόμαστε πως αναμετριόμαστε· πως αναγνωρίζουμε την αθλιότητα της υποχώρησης, μένοντας στη μελαγχολική παραδοχή πως ό,τι ήταν καλό έχει παρέλθει και διατηρώντας εν τω μεταξύ μια φλόγα για την τελική επιστροφή του. Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα παραμένει: είτε ως παρουσία είτε ως απουσία, το παρελθόν κουκουλώνει την ιδιαιτερότητα του παρόντος.

Το γεγονός ότι μια ρήξη με αυτό που κάποιοι έχουν αποκαλέσει «το παλιό εργατικό κίνημα» –ή με αυτό που η Théorie Communiste (TC) αποκαλεί «προγραμματισμό»–συνέβη πριν περίπου 30-40 χρόνια, είναι λίγο-πολύ αυταπόδεικτο. Όμως δεν αρκεί να εμμείνει κανείς στην άμεση προδηλότητα της ιστορικής ρήξης. Το ζήτημα είναι με ποιον τρόπο να στοχαστούμε τη ρήξη χωρίς να ολισθήσουμε σε μια δογματική και αφηρημένη σχηματική ερμηνεία, αλλά ούτε και σε μια εξίσου δογματική προσφυγή στην άμεση ιστορική εμπειρία. Το συγκεκριμένο πρόβλημα οφείλει να αντιμετωπιστεί θεωρητικά, μα θα πρέπει ενδεχομένως να είμαστε επιφυλακτικοί στο να εγκαταλείψουμε την ιδιαίτερη σκοπιά του παρόντος, αυτήν την πλευρά της ρήξης, και να χιμήξουμε βιαστικά προς την καθολικεύουσα σκοπιά ενός ιστορικού σχήματος που έχει την αξίωση να κάνει αφαίρεση από ιδιαίτερες σκοπιές.

Για εμάς, η περιοδολόγηση της TC έχει υπάρξει κεντρικής σημασίας στην προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε την καπιταλιστική ταξική σχέση ως έχει, όχι μεταφυσικά αλλά ιστορικά. Η διαίρεση της ιστορίας της καπιταλιστικής κοινωνίας σε φάσεις υπαγωγής που η TC έχει προτείνει, έχει αποδειχθεί χρήσιμη στην αναγνώριση πραγματικών μετατοπίσεων στον χαρακτήρα της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης. Και ενώ μπορεί συχνά να μοιάζει ακριβώς με το αφηρημένο σχήμα που οφείλουμε να αποφύγουμε, η περιοδολόγηση της TC δεν είναι προϊόν κάποιου αμερόληπτου νου που ταξινομεί αυθαίρετα τα ιστορικά δεδομένα, αλλά μάλλον μια στρατευμένη διακήρυξη ιστορικού ρήγματος από κομμουνιστές οι οποίοι το έζησαν – με έναν τρόπο που τους υποχρέωσε να καταπιαστούν με τη ρήξη αυτή ως πραγματικό πρόβλημα.

Αν, λοιπόν, στη συνέχεια ασκούμε κριτική σε κάποιες κεντρικές κατηγορίες της περιοδολόγησης της TC, δεν το κάνουμε για να αρνηθούμε πως οι μετατοπίσεις που η TC συνταυτίζει με αυτές τις κατηγορίες έλαβαν πράγματι χώρα. Για μας –όπως και για την TC– η αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης είναι κάτι που έχει μεταβληθεί συν τω χρόνω, μεταβάλλοντας μαζί της τον χαρακτήρα των αγώνων. Δύσκολα μπορούμε πλέον να αμφισβητήσουμε πως το προλεταριακό κίνημα διήλθε μια προγραμματική φάση –μια φάση που έχει παρέλθει– ή πως οι ταξικοί αγώνες σήμερα δεν φέρουν πια τον ορίζοντα ενός «εργατικού κόσμου». Ο προσδιορισμός, πέραν αυτού του γεγονότος, του πώς ακριβώς αυτή η αναπαραγωγή έχει αλλάξει, είναι ένα έργο που δεν μπορεί να περατωθεί απλά μέσω της ανάπτυξης διαφορετικών κατηγοριών ή της εναλλαγής μεταξύ αφηρημένων σχημάτων. Χρειάζεται να παραμείνουμε προσεκτικοί όσον αφορά τις λεπτομέρειες της πραγματικής κίνησης της ιστορίας, χωρίς να χάνουμε από τα μάτια μας την ανάγκη επαρκούς θεωρητικοποίησής της.

Τη δεκαετία του 1970 –εν μέσω μιας ιστορικής ρήξης με την προγραμματική εποχή της ταξικής πάλης– εμφανίστηκε στη μαρξιστική συζήτηση η έννοια της «υπαγωγής», στο πλαίσιο μιας γενικότερης επιστροφής στον Μαρξ και ιδίως στα σχεδιάσματα του Κεφαλαίου. Σε μια στιγμή ρήξης, η ανάγκη περιοδολόγησης της ιστορίας της ταξικής σχέσης υπήρξε έκδηλη. Δεδομένου ότι η διάκριση μεταξύ «τυπικής» και «πραγματικής» υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο –η οποία κατείχε εξέχουσα θέση σε γραπτά του Μαρξ που μόλις τότε άρχιζαν να γίνονται γνωστά–έμοιαζε να αναγνωρίζει κάτι σημαντικό όσον αφορά την ιστορική εμβάθυνση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, αποτέλεσε ένα προφανές σημείο εκκίνησης για τέτοιες περιοδολογήσεις. Έτσι, η έννοια της υπαγωγής χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο στην περιοδολόγηση της TC, αλλά επίσης σε αυτές των Jacques Camatte και Antonio Negri – περιοδολογήσεις που συχνά αλληλεπικαλύπτονται σημαντικά. Στο παρόν κείμενο θα εξετάσουμε την έννοια της υπαγωγής και τη χρήση της σε αυτές τις περιοδολογήσεις· αρχικά ξεθάβοντας τις ιστορικές της ρίζες και εξετάζοντας τον συστηματικό ρόλο που παίζει στο έργο του Μαρξ, και κατόπιν συνάγοντας ορισμένα προβλήματα στη χρήση της ως ιστορικής κατηγορίας.

Ο παραλογισμός της υπαγωγής

Στη γενικότερη χρήση της, η «υπαγωγή» είναι ένας αρκούντως τεχνικός φιλοσοφικός όρος, ο οποίος αναφέρεται στην παράταξη ενός ορισμένου συνόλου από επιμέρους κάτω από ένα καθολικό. Ως τέτοιες, μερικές βασικές λογικές η οντολογικές σχέσεις μπορούν να περιγραφούν ως σχέσεις υπαγωγής: οι φάλαινες, ή η έννοια «φάλαινα», μπορεί να ειπωθεί ότι υπάγεται στην κατηγορία «θηλαστικό». Στη φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού –όπου συναντάται στο έργο των Καντ και Σέλλινγκ και σποραδικά στον Χέγκελ– ο όρος συχνά χρησιμοποιείται με μια περισσότερο δυναμική έννοια για να υποδείξει μια διαδικασία δια της οποίας το καθολικό και το μερικό συσχετίζονται. Είναι από αυτό το νήμα σκέψης που η έννοια της υπαγωγής φθάνει στο έργο του Μαρξ.

Ο Καντ θεωρεί πως η σχέση μεταξύ του «πολλαπλού» και των «κατηγοριών της νόησης» είναι μια σχέση υπαγωγής[1]. Αυτή η υπαγωγή περιλαμβάνει μια διαδικασία αφαίρεσης μέσω της οποίας λαμβάνεται η αλήθεια του πολλαπλού. Σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή, η σχέση υπαγωγής έχει εδώ κάποια τυπική ομοιότητα με τη σχέση που ο Μαρξ εντοπίζει μεταξύ των ιδιαίτερων αξιών χρήσης και του χρήματος ως γενικού ισοδυνάμου: και στις δύο περιπτώσεις, κάτι «μερικό» συσχετίζεται με κάποιο κατά τα άλλα εξωτερικό «καθολικό», υπαγόμενο στο τελευταίο. Αυτή η ομολογία πιθανόν εκτείνεται παραπέρα: προβληματισμένος με το πώς μια καθαρή έννοια της νόησης μπορεί να συσχετιστεί με τα φαινόμενα που υπάγει, ο Καντ θέτει το υπερβατολογικό σχήμα ως έναν «τρίτο όρο» που συνενώνει τις δύο πλευρές[2], όπως ακριβώς ο Μαρξ θέτει την εργασία ως το «τρίτο πράγμα» που επιτρέπει τη σύγκριση μεταξύ δύο εμπορευμάτων[3].

Για τον Χέγκελ, η διαδικασία της υπαγωγής και της αφαίρεσης που επιτελείται από την νόηση στον Καντ είναι προβληματική, καθώς υποθέτει ένα αφηρημένο καθολικό ως αλήθεια των επιμέρους τα οποία υπάγει, μεταμορφώνοντας και συσκοτίζοντας ακριβώς αυτό που υποτίθεται πως μέσω αυτού του τρόπου μας γίνεται γνωστό:

Η υπαγωγή υπό τα είδη μεταβάλλει αυτό που είναι άμεσο. Εξαλείφουμε το αισθητηριακό και εξυψώνουμε το καθολικό. Τη μεταβολή που λαμβάνει χώρα την αποκαλούμε αφαίρεση. Μοιάζει παράλογο, αν αυτό που αποζητούμε είναι η γνώση των εξωτερικών αντικειμένων, να μεταβάλουμε τα εν λόγω εξωτερικά αντικείμενα μέσω της ίδιας της [αφαιρετικής] δραστηριότητάς μας πάνω τους. […] Η μεταβολή συνίσταται στο γεγονός ότι αποχωρίζουμε το ενικό ή το εξωτερικό και θεωρούμε πως η αλήθεια του πράγματος βρίσκεται στο καθολικό παρά στο ενικό ή στο εξωτερικό[4].

Υπάρχει κάτι το παράλογο σε μια σχέση υπαγωγής. Όταν το μερικό υπάγεται στο καθολικό, αυτό το τελευταίο παρουσιάζεται ως η αλήθεια του μερικού· πράγματι, είναι σαν αυτό το μερικό να μην είναι τίποτα άλλο παρά μόνο μια στιγμιαία έκφανση του καθολικού που το υπάγει. Φαίνεται, ωστόσο, πως κάτι υπολείπεται σε αυτή τη διαδικασία, γιατί το αφηρημένο καθολικό παραμένει αμετάβλητο, ενώ η ιδιαιτερότητα που το μερικό έφερε σε αντιδιαστολή με το καθολικό έχει πλέον αφαιρεθεί παντελώς. Συνεπώς, η υπαγωγή μοιάζει να συνεπάγεται ένα είδος κυριαρχίας ή βίας απέναντι στο μερικό[5].

Φαίνεται πως ο Χέγκελ προτιμά να εκλαμβάνει την κίνηση της έννοιας όχι σαν την αφαιρετική διαδικασία υπαγωγής των επιμέρους στο καθολικό, κατά την οποία το καθολικό συλλαμβάνεται τελικά ως η αλήθεια ενός πράγματος, αλλά σαν την ανακάλυψη ενός «συγκεκριμένου καθολικού» που ενυπάρχει ήδη σε αυτά τα επιμέρους, αναγκαία μεσολαβώντας και μεσολαβούμενο από τη σχέση του με αυτά. Στην ανάγνωση του Καντ που προβαίνει ο Χέγκελ, είναι η εξωτερικότητα του πολλαπλού ως προς τις καθαρές κατηγορίες της νόησης που υποδεικνύει πως η διαδικασία της γνώσης θα πρέπει να είναι μια διαδικασία υπαγωγής, εφόσον τα επιμέρους πρέπει με κάποιον τρόπο να τεθούν κάτω από τις κατηγορίες. Το γεγονός πως ο Χέγκελ δεν περιγράφει ο ίδιος την κίνηση της έννοιας με όρους υπαγωγής, είναι ενδεχομένως ενδεικτικό της προσπάθειάς του να υπερβεί τις επιστημολογικές διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν τη σκοπιά του «στοχασμού», με την οποία ο Χέγκελ συχνά ταυτίζει τη φιλοσοφία του Καντ και την οποία ο Λούκατς έμελλε να ταυτίσει με την αστική σκέψη per se[6].

Στη Φιλοσοφία του Δικαίου, ωστόσο, ο Χέγκελ περιγράφει μια σχέση που συνεπάγεται μια υπαγωγή του μερικού στο καθολικό τόσο εξωτερική όσο και η υπαγωγή του πολλαπλού στις κατηγορίες της καντιανής σύλληψης – πράγματι, η εν λόγω είναι μια σχέση αρκετά ξεκάθαρης πολιτικής κυριαρχίας. Πρόκειται για τη σχέση μεταξύ της «καθολικότητας» της ηγεμονικής απόφασης και της «ιδιαιτερότητας» της (ιδιωτικής) αστικής κοινωνίας. Στην προκειμένη περίπτωση, αντί να πασχίσει να παρουσιάσει την ηγεμονική απόφαση ως ένα συγκεκριμένο καθολικό, ήδη εμμενές μέσα στα επιμέρους, ο Χέγκελ την παρουσιάζει ως ένα αφηρημένο, εξωτερικό καθολικό, στο οποίο τα επιμέρους θα πρέπει να υποταχθούν μέσω της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία ενεργεί με τη μορφή της αστυνομίας και του δικαστικού σώματος:

Από την απόφαση διαφέρουν η διεκπεραίωση και η εφαρμογή των ηγεμονικών αποφάσεων, εν γένει η τήρηση και διατήρηση των αποφάσεων που έχουν ήδη ληφθεί, των υπαρχόντων νόμων, θεσμών, ιδρυμάτων για κοινούς σκοπούς κ.λπ. Αυτή η κατάσταση της υπαγωγής εν γένει περιλαμβάνει την κυβερνητική εξουσία, όπου εννοούνται η δικαστική και η αστυνομική εξουσία, οι οποίες έχουν αμεσότερη σχέση με το ιδιαίτερο στοιχείο της αστικής κοινωνίας και καθιστούν ισχύον το γενικό συμφέρον σε αυτούς τους [ιδιαίτερους] σκοπούς[7].

Θα μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Χέγκελ, χρησιμοποιώντας μια κατηγορία την οποία φαίνεται να συνδέει με μια προβληματική, εξωτερική σχέση, αντιμετωπίζει κριτικά τη σχέση μεταξύ ηγεμόνα και (ιδιωτικής) αστικής κοινωνίας, όμως αυτό δεν είναι καθόλου σαφές στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όντως, για τον νεαρό Μαρξ, όπως και για πολλούς άλλους, η Φιλοσοφία του Δικαίου αντιπροσωπεύει την πιο συντηρητική στιγμή στο έργο του Χέγκελ, κατά την οποία η πολιτική κυριαρχία παίρνει την έγκριση της θεωρησιακής φιλοσοφίας. Στην Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, ο Μαρξ υποβάλλει σε κριτική τη χρήση της έννοιας της υπαγωγής από τον Χέγκελ για την απόδοση μιας φιλοσοφικής κατηγορίας σε αντικειμενικές κοινωνικές διαδικασίες:

Ο μοναδικός φιλοσοφικός προσδιορισμός που δίνεται από τον Χέγκελ για την κυβερνητική εξουσία είναι αυτός της «υπαγωγής» του επί μέρους στο καθολικό, κλπ.

Ο Χέγκελ αρκείται σ’ αυτό. Από τη μια πλευρά: η κατηγορία «υπαγωγή» του επί μέρους, κλπ. Πρέπει αυτή να πραγματωθεί. Παίρνει τότε μια από τις εμπειρικές υπάρξεις του πρωσσικού ή σύγχρονου Κράτους (όπως είναι με σάρκα και οστά) και που μεταξύ άλλων, πραγματώνει επίσης την κατηγορία αυτή, μ’ όλο που η ειδική της ουσία δεν εκφράζεται μέσω αυτής της κατηγορίας. Τα εφαρμοσμένα μαθηματικά είναι κι αυτά υπαγωγή, κλπ. Ο Χέγκελ δεν ρωτά: αυτός είναι ο έλλογος, ο κατάλληλος τρόπος της υπαγωγής; Στέκεται σε Μια κατηγορία και περιορίζεται στο να της βρει την ύπαρξη που της αντιστοιχεί. Ο Χέγκελ δίνει στη λογική του ένα σώμα πολιτικό· δεν δίνει τη λογική του πολιτικού σώματος[8].

Η ειρωνεία εδώ είναι ότι ακριβώς μια τέτοια χρήση της κατηγορίας αυτής επρόκειτο να αναπτύξει κι ο ίδιος ο Μαρξ. Από τα Χειρόγραφα του 1861-63, το λεγόμενο δεύτερο σχεδίασμα του Κεφαλαίου, και μετά, η υπαγωγή για τον Μαρξ είναι η υπαγωγή των ιδιαιτεροτήτων της εργασιακής διαδικασίας στην αφηρημένη καθολικότητα της διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου[9]. Φαίνεται πως η αφηρημένη κατηγορία βρίσκει πράγματι ένα σώμα. Η μαρξική κριτική της φιλοσοφίας του γερμανικού ιδεαλισμού έρχεται λοιπόν σε αντιστοιχία με τη μαρξική κριτική του κεφαλαίου. Εντούτοις, το σφάλμα δεν οφείλεται τώρα στον θεωρησιακό φιλόσοφο· αντ’ αυτού, εδρεύει στις ίδιες τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Το αφηρημένο καθολικό –η αξία–, η ύπαρξη του οποίου προκύπτει από την αφαίρεση της ανταλλαγής, αποκτά μια πραγματική ύπαρξη απέναντι στις επιμέρους συγκεκριμένες εργασίες τις οποίες υπάγει. Η πραγματική ύπαρξη των αφαιρέσεων, οι οποίες αποκτούν τη δυνατότητα να υπάγουν τον συγκεκριμένο κόσμο της παραγωγής και να αυτοτίθενται ως η αλήθεια του, δεν είναι για τον Μαρξ παρά μια διεστραμμένη, μαγεμένη, οντολογικά αντεστραμμένη πραγματικότητα. Ο παραλογισμός και η βία που ο Χέγκελ διορεί σε μια σχέση υπαγωγής ισχύει όχι μόνο για το ίδιο το εγελιανό σύστημα, αλλά και για τις υφιστάμενες κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας[10].

Η τυπικότητα κι η πραγματικότητα της υπαγωγής

Για τον Μαρξ, η παραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου μπορεί μονάχα να συμβεί στη βάση της υπαγωγής της εργασιακής διαδικασίας στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Προκειμένου να συσσωρεύσει υπεραξία, και συνεπώς να αυτοαξιοποιηθεί ως τέτοιο, το κεφάλαιο πρέπει να υποτάξει την εργασιακή διαδικασία στους σκοπούς του και, κατά τη διαδικασία αυτή, να τη μεταμορφώσει. Οι γερμανικές ιδεαλιστικές ρίζες της έννοιας της υπαγωγής είναι εμφανείς εδώ στον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ εννοιολογεί τη διαδικασία αυτή: το επιμέρους υπάγεται στο αφηρημένο καθολικό και ως εκ τούτου μεταμορφώνεται ή αποκρύπτεται. Η διάκριση μεταξύ τυπικής και πραγματικής υπαγωγής αναδεικνύει τη σιωπηρή διάκριση ανάμεσα σε δύο στιγμές: το κεφάλαιο πρέπει να υποτάξει την εργασιακή διαδικασία στη διαδικασία αξιοποίησής του –να την υπαγάγει τυπικά–, αν έχει την αξίωση να την επαναμορφοποιήσει κατ’ εικόνα του, ή να την υπαγάγει πραγματικά.

Στα «Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής» (εφεξής Αποτελέσματα), ο Μαρξ συνδέει πολύ στενά τις κατηγορίες της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής με αυτές της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας[11]. Μπορούμε να εντοπίσουμε περισσότερο συγκεκριμένα αυτό που διακρίνει την πραγματική από την τυπική υπαγωγή αναφορικά με τις δύο αυτές κατηγορίες.

Η τυπική υπαγωγή παραμένει απλώς τυπική ακριβώς από την άποψη ότι δεν συνεπάγεται κάποια μεταμόρφωση της εργασιακής διαδικασίας από το κεφάλαιο, παρά μόνο την κυρίευση και την κατοχή της. Το κεφάλαιο μπορεί να αποσπά υπεραξία από την εργασιακή διαδικασία όπως αυτή υφίσταται –με τη δοσμένη παραγωγικότητα της εργασίας–, αλλά μπορεί να το κάνει αυτό μόνο στον βαθμό που δύναται να παρατείνει την κοινωνική εργάσιμη ημέρα πέρα από το τμήμα εκείνο που αφιερώνεται στην αναγκαία εργασία. Είναι για αυτόν τον λόγο που η τυπική υπαγωγή από μόνη της θα μπορούσε να αποφέρει μόνο απόλυτη υπεραξία: η απολυτότητα της τελευταίας έγκειται στο γεγονός ότι η απόσπασή της συνεπάγεται μια απόλυτη παράταση της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας – είναι απλώς ένα πλεόνασμα σε σχέση με αυτό που είναι κοινωνικά αναγκαίο για τους εργάτες ώστε αυτοί να αναπαραχθούν[12].

Η υπαγωγή της εργασιακής διαδικασίας στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου γίνεται «πραγματική» στον βαθμό που το κεφάλαιο δεν αρκείται στην εργασιακή διαδικασία ως έχει, αλλά προχωρά πέρα από την τυπική κατοχή της για να τη μεταμορφώσει κατ’ εικόνα του. Μέσα από τεχνολογικές καινοτομίες και άλλες τροποποιήσεις στην εργασιακή διαδικασία, το κεφάλαιο καταφέρνει να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας. Δεδομένου ότι η υψηλότερη παραγωγικότητα σημαίνει ότι απαιτείται λιγότερη εργασία για να παραχθούν τα αγαθά που καταναλώνει η εργατική τάξη, το κεφάλαιο μειώνει με αυτόν τον τρόπο το μέρος της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας που αφιερώνεται στην αναγκαία εργασία και αυξάνει συνακόλουθα εκείνο που αφιερώνεται στην υπερεργασία. Η σχετικότητα της σχετικής υπεραξίας έγκειται στο γεγονός πως το πλεονάζον μέρος της κοινωνικής εργάσιμης ημέρας μπορεί έτσι να είναι πλεονάζον σχετικά με ένα μειούμενο αναγκαίο μέρος της, που σημαίνει πως το κεφάλαιο μπορεί να αυτοαξιοποιείται στη βάση ενός δοσμένου μήκους κοινωνικής εργάσιμης ημέρας – ή ακόμη και στη βάση μιας ημέρας, το μήκος της οποίας μειώνεται απόλυτα[13]. Η παραγωγή σχετικής υπεραξίας και η πραγματική υπαγωγή μέσω της οποίας αυτή λαμβάνει χώρα, κατευθύνεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ κεφαλαίων: οι ατομικοί καπιταλιστές ωθούνται να αδράξουν την πρωτοβουλία από το γεγονός πως, ενώ η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από τον κοινωνικά αναγκαίο για την παραγωγή τους χρόνο εργασίας, εάν εισάγουν τεχνολογικές καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας, θα είναι σε θέση να πουλήσουν τα εμπορεύματα σε κάποια τιμή πάνω από την «ατομική τους αξία»[14].

Παρά τη χρήση τους από τον Μαρξ σε στενή σύνδεση με συστηματικές κατηγορίες, όπως η απόλυτη και σχετική υπεραξία, και παρά την αφηρημένη φιλοσοφική τους προέλευση, υπάρχουν εδώ τουλάχιστον δύο απόψεις από τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι οι κατηγορίες της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής έχουν κάποια «ιστορική» σημασία. Αρχικά, σαν απλή κυρίευση της εργασιακής διαδικασίας από μέρους του κεφαλαίου, η τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο μπορεί να εννοηθεί ως η μετάβαση στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: είναι «[η] υπαγωγή του προτσές εργασίας (ενός τρόπου εργασίας που είχε αναπτυχθεί ήδη πριν την είσοδο της καπιταλιστικής σχέσης κάτω από την ίδια) στο κεφάλαιο»[15]. Ο Μαρξ περιγράφει τη μεταμόρφωση των δουλοκτητικών, γεωργικών, συντεχνιακών και χειροτεχνικών μορφών παραγωγής σε καπιταλιστική παραγωγή –καθώς οι παραγωγοί που σχετίζονταν με τις μορφές αυτές μεταμορφώθηκαν σε μισθωτούς εργάτες– σαν μια διαδικασία τυπικής υπαγωγής. Είναι μόνο στη βάση της τυπικής υπαγωγής που μπορεί η πραγματική να προκύψει ιστορικά: η τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο είναι ταυτόχρονα ένα λογικό/συστηματικό και ιστορικό προαπαιτούμενο της πραγματικής υπαγωγής.

Ύστερα, η πραγματική υπαγωγή έχει μια ιστορική κατευθυντικότητα, διότι συνεπάγεται μια διαρκή επαναστατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας μέσω υλικών και τεχνολογικών μετασχηματισμών που αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτών των διαρκών αυξήσεων στην παραγωγικότητα έπονται ευρύτεροι μετασχηματισμοί στον χαρακτήρα της κοινωνίας συνολικά, καθώς και στις σχέσεις παραγωγής ανάμεσα στους εργάτες και τους καπιταλιστές πιο συγκεκριμένα. Η πραγματική υπαγωγή, ως τροποποίηση της εργασιακής διαδικασίας υπό συγκεκριμένους καπιταλιστικούς όρους, συνοψίζεται στην ιστορική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας ως παραγωγικών δυνάμεων του κεφαλαίου. Αυτό συμβαίνει μέσω της συνεργασίας, του καταμερισμού της εργασίας και της μανουφακτούρας, των μηχανών και της μεγάλης βιομηχανίας, όλων αυτών που ο Μαρξ πραγματεύεται κάτω από τον τίτλο «Η Παραγωγή της Σχετικής Υπεραξίας» στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου.

Για τους λόγους αυτούς, οι κατηγορίες της τυπικής και της πραγματικής υπαγωγής πιθανόν μοιάζουν κατάλληλες για χρήση κατά την περιοδολόγηση της καπιταλιστικής ιστορίας. Υπάρχει αναμφίβολα μια ορισμένη ευλογοφάνεια στην ευρύτερη σχηματοποίηση της ιστορίας του καπιταλισμού αναφορικά με κατηγορίες που εντοπίζουν αρχικά μια εκτατική κατοχή της εργασιακής διαδικασίας από το κεφάλαιο, και ακολούθως μια εντατική ανάπτυξη της διαδικασίας αυτής κάτω από μια δυναμική καπιταλιστική ανάπτυξη, αφού σε ένα αφηρημένο επίπεδο είναι απολύτως θεμελιώδες για το κεφάλαιο οι δύο αυτές στιγμές να συμβούν. Μια τέτοια χρήση των κατηγοριών αυτών έχει επίσης την προφανή αρετή να μένει κοντά στον πυρήνα της μαρξικής συστηματικής σύλληψης των καπιταλιστικών αξιακών σχέσεων, συλλαμβάνοντας ταυτόχρονα σημαντικές στιγμές της ιστορικής τους ύπαρξης: φαίνεται να υπαινίσσονται τη δυνατότητα της ενοποίησης συστήματος και ιστορίας. Είναι αδιαμφισβήτητα για κάποιους από –αν όχι για όλους– τους παραπάνω λόγους που η TC, ο Camatte και ο Negri, όλοι τους διατύπωσαν περιοδολογήσεις της καπιταλιστικής ιστορίας προσανατολιζόμενοι γύρω από την έννοια της υπαγωγής.

Η ιστορία της υπαγωγής

Στο πλαίσιο μιας ερμηνείας των Αποτελεσμάτων, ο Jacques Camatte σκιαγραφεί μια αφηρημένη περιοδολόγηση της καπιταλιστικής ιστορίας στη βάση της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Για τον Camatte, αυτό που ξεχωρίζει την περίοδο της πραγματικής υπαγωγής από αυτήν της τυπικής είναι ότι, κατά την πραγματική υπαγωγή, τα μέσα παραγωγής γίνονται μέσα απόσπασης υπερεργασίας· το «ουσιώδες στοιχείο» στη διαδικασία αυτή είναι το πάγιο κεφάλαιο[15]. Η περίοδος της πραγματικής υπαγωγής χαρακτηρίζεται από την εφαρμογή της επιστήμης στην άμεση διαδικασία της παραγωγής, έτσι που «τα μέσα παραγωγής εμφανίζονται ακόμα μόνο σαν απορροφητές μιας όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ποσότητας ζωντανής εργασίας»[17]. Συνεπώς, για τον Camatte, η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο χαρακτηρίζεται από μια αντιστροφή: η πραγματική υπαγωγή είναι η περίοδος κατά την οποία οι εργάτες γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης από τα ίδια τα μέσα παραγωγής.

Ωστόσο, ο Camatte πηγαίνει παραπέρα, μιλώντας για μια «ολοκληρωτική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο», όπου το κεφάλαιο ασκεί απόλυτη κυριαρχία πάνω στην κοινωνία και, πράγματι, τείνει να γίνει το ίδιο κοινωνία[18]. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από «το γίγνεσθαι του κεφαλαίου ως ολότητας», όπου το κεφάλαιο υψώνεται σαν μια «υλική κοινότητα» στη θέση μιας αληθινής ανθρώπινης κοινότητας[19]. Είναι σαν το κεφάλαιο να έχει φθάσει να περικλείει την κοινωνική ύπαρξη της ανθρωπότητας στο σύνολό της· σαν η υπαγωγή να είναι τόσο επιτυχής ώστε το κεφάλαιο να μπορεί να παρουσιάζεται όχι μόνο ως η «αλήθεια» της εργασιακής διαδικασίας, αλλά και της ανθρώπινης κοινωνίας εν όλω. Εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει σε αυτή τη θεωρία της ολοκληρωτικής υπαγωγής και της «υλικής κοινότητας», τη λογική που θα έσπρωχνε τον Camatte προς μια πολιτική, η οποία κατά το μάλλον ή ήττον θα περιοριζόταν στην αφηρημένη αξίωση κάποιας αληθινής ανθρώπινης κοινωνίας ενάντια σε μια μονολιθική καπιταλιστική ολότητα και της ανάγκης να «εγκαταλείψουμε αυτόν τον κόσμο»[20].

O Camatte δεν είναι ο μόνος θεωρητικός που περιέγραψε την ύστατη εποχή της καπιταλιστικής ανάπτυξης από την άποψη ενός ορισμένου είδους ολοκλήρωσης της καπιταλιστικής υπαγωγής· πράγματι, πρόκειται για ένα κοινό μοτίβο σε αποκλίνουσες μεταξύ τους μαρξιστικές παραδόσεις. Ενώ δεν χρησιμοποιεί τον όρο υπαγωγή καθ’ εαυτόν, στη μαρξική αναδιατύπωση της έννοιας της μετανεωτερικότητας εκ μέρους του Fredric Jameson, «εκείνοι ακριβώς οι προκαπιταλιστικοί θύλακες (η φύση και το ασυνείδητο) οι οποίοι παρείχαν έκτοπα και αρχιμήδεια ερείσματα στη λειτουργικότητα της κριτικής» αποικιοποιούνται και το άτομο καταβυθίζεται στην πανταχού παρούσα λογική της καπιταλιστικής κουλτούρας[21]. Όπως και στην περίπτωση του Camatte, μοιάζει λες και η επιτυχία ενός είδους καπιταλιστικής υπαγωγής σημαίνει ότι δεν μπορούμε πια να συλλάβουμε το υπάγον ως εξωτερική επιβολή. Με τη μορφή της άποψης περί «κοινωνικού εργοστασίου», ο Tronti παρουσιάζει μια σύλληψη της ιστορικής εποχής ως ενός είδους ολοκληρωμένης υπαγωγής, αλλά –με τη συνήθη αισιοδοξία του εργατισμού– αυτή εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα της απαραίτητης δημιουργικότητας και αντίστασης της εργατικής τάξης. Τη στιγμή της ολοκληρωτικής του νίκης, όπου το κοινωνικό κεφάλαιο πλέον κυριαρχεί σε ολόκληρη την κοινωνία, το κεφάλαιο αναγκάζεται λόγω της αντίστασης της εργατικής τάξης να επεκτείνει την κυριαρχία του πέρα από τα τείχη του εργοστασίου, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της. Συμμεριζόμενος τη θέση του Tronti περί κοινωνικού εργοστασίου, ο Negri περιγράφει μια «ολοκληρωτική υπαγωγή της κοινωνίας» την περίοδο μετά το 1968[22]. Αυτή, ισχυρίζεται ο Negri, σηματοδοτεί το «τέλος της κεντρικότητας της βιομηχανικής εργατικής τάξης ως του τόπου όπου αναδύεται η επαναστατική υποκειμενικότητα»[23]. Σε εκείνη την περίοδο, η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία έχει επιτύχει ένα τόσο υψηλό επίπεδο ανάπτυξης ώστε να περικλείει ακόμα και το μικρότερο κλάσμα κοινωνικής παραγωγής. Η καπιταλιστική παραγωγή δεν περιορίζεται πλέον στη σφαίρα της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά είναι διάχυτη και λαμβάνει χώρα σε όλο το φάσμα της κοινωνίας. Ο σύγχρονος τρόπος παραγωγής είναι «αυτή η υπαγωγή»[24].

Παρότι ο Negri συχνά χρησιμοποιεί τις κατηγορίες της υπαγωγής ιστορικά, ο ίδιος προειδοποιεί ενάντια «στη συγκρότηση μιας φυσικής ιστορίας της προοδευτικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο και στην απεικόνιση της μορφής της αξίας στη […] διαδικασία τελειοποίησης των μηχανισμών της»[25]. Επιχειρώντας προφανώς μια αυτόνομη «κοπερνίκεια στροφή» μέσα στην περιοδολόγηση της υπαγωγής, ο Negri περιγράφει συγκεκριμένες ταξικές συνθέσεις και μοντέλα ανταγωνισμού που αντιστοιχούν σε κάθε περίοδο της καπιταλιστικής ιστορίας. Στην πρώτη φάση της βιομηχανίας μεγάλης κλίμακας αντιστοιχεί η φάση «ιδιοποίησης» της παραγωγής από μέρους του προλεταριακού κινήματος (1848-1914) και του «επαγγελματία» ή «τεχνίτη εργάτη»· στη δεύτερη φάση αντιστοιχεί η «εναλλακτική φάση του επαναστατικού κινήματος» (1917-68) και μια ταξική σύνθεση βασισμένη στην ηγεμονία του «εργάτη-μάζα»· και τέλος, στην τρέχουσα φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης αντιστοιχεί ο «κοινωνικός εργάτης» (operaio sociale) και το «συντακτικό» μοντέλο της προλεταριακής «αυτοαξιοποίσης». Ομοίως, για την TC, οι περίοδοι της ιστορίας της υπαγωγής προσδιορίζουν όχι μόνο την ιστορία του ίδιου του κεφαλαίου, αλλά και την ιστορία ειδικών κύκλων αγώνα. Αντί να συνιστά αποτέλεσμα μιας «κοπερνίκειας στροφής» προς τη θετικότητα της εργατικής τάξης, εντούτοις, για την TC αυτό συμβαίνει διότι οι κατηγορίες της υπαγωγής περιοδολογούν την ανάπτυξη της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου.

Η TC ακολουθεί τον Μαρξ χαράσσοντας μια σχέση μεταξύ των κατηγοριών της τυπικής και πραγματικής υπαγωγής και αυτών της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Το κλειδί για την ιστορική περιοδολόγηση της TC βρίσκεται στην ερμηνεία της για τη συστηματική αλληλοσυσχέτιση των κατηγοριών. Για την TC, η απόλυτη και η σχετική υπεραξία είναι εννοιολογικοί προσδιορισμοί του κεφαλαίου και η τυπική και πραγματική υπαγωγή είναι ιστορικές παγιώσεις του κεφαλαίου. Έτσι, ενώ η τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο προκύπτει στη βάση της απόλυτης υπεραξίας, η σχετική υπεραξία είναι ταυτόχρονα η θεμελιούσα αρχή και η δυναμική της πραγματικής υπαγωγής· είναι «η αρχή που παρέχει δομή σε και στη συνέχεια ανατρέπει την πρώτη φάση της [πραγματικής υπαγωγής]»[25]. Επομένως, η σχετική υπεραξία είναι τόσο η αρχή που ενοποιεί τις δύο φάσεις στις οποίες η TC διαιρεί την πραγματική υπαγωγή όσο και αυτή βάσει της οποίας είναι δυνατό να εξηγηθεί η μεταμόρφωση της πραγματικής υπαγωγής (και η επακόλουθη διαίρεσή της σε δύο φάσεις): «η πραγματική υπαγωγή έχει ιστορία διότι έχει μια δυναμική αρχή που τη μορφοποιεί, την κάνει να εξελίσσεται, θέτει ορισμένες μορφές της διαδικασίας αξιοποίησης ή κυκλοφορίας ως περιορισμούς, τους οποίους και μετασχηματίζει»[27].

Η TC θέτει μια εννοιολογική διάκριση μεταξύ τυπικής και πραγματικής υπαγωγής αναφορικά με την έκτασή τους: η τυπική υπαγωγή επηρεάζει μόνο την άμεση εργασιακή διαδικασία, ενώ η πραγματική υπαγωγή εκτείνεται πέρα από τη σφαίρα της παραγωγής, στο σύνολο της κοινωνίας, με τον ίδιο τρόπο που συναντάται και στους Camatte και Negri. Η τυπική, λοιπόν, υπαγωγή αντιστοιχεί για την TC στην παγίωση του κεφαλαίου που βασίστηκε στην απόσπαση απόλυτης υπεραξίας, η οποία –εξ ορισμού– περιορίζεται στην άμεση εργασιακή διαδικασία: το κεφάλαιο θέτει υπό την κατοχή του μια υπάρχουσα εργασιακή διαδικασία και την εντατικοποιεί ή παρατείνει την εργάσιμη μέρα. Η σχέση μεταξύ πραγματικής υπαγωγής και σχετικής υπεραξίας, εντούτοις, είναι περισσότερο σύνθετη. Η αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας που προκύπτει από μετασχηματισμούς της εργασιακής διαδικασίας, μπορεί να αυξήσει τη σχετική υπεραξία μόνο στον βαθμό που η εν λόγω αυξημένη παραγωγικότητα μειώνει την αξία των εμπορευμάτων που κατευθύνονται στην κατανάλωση της εργατικής τάξης. Ως τέτοια, η πραγματική υπαγωγή φέρνει στο προσκήνιο την αναπαραγωγή του προλεταριάτου, στο μέτρο που ο μισθός καθίσταται μια μεταβλητή ποσότητα που επηρεάζεται από την παραγωγικότητα της εργασίας στις βιομηχανίες παραγωγής αγαθών αναγκαίων για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Η πραγματική υπαγωγή εγκαθιδρύει, επομένως, τη συστηματική και ιστορική διασύνδεση μεταξύ της αναπαραγωγής του προλεταριάτου και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου:

Η απόσπαση σχετικής υπεραξίας επηρεάζει όλους τους κοινωνικούς συνδυασμούς, από την εργασιακή διαδικασία ως τις πολιτικές μορφές εκπροσώπησης των εργατών, περνώντας μέσα από την ενσωμάτωση της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης στον κύκλο του κεφαλαίου, τον ρόλο του πιστωτικού συστήματος, τη σύσταση μιας ειδικά καπιταλιστικής παγκόσμιας αγοράς […], την υποταγή της επιστήμης […]. Η πραγματική υπαγωγή συνιστά μια μεταμόρφωση της κοινωνίας και όχι μόνο της εργασιακής διαδικασίας[28].

Η αναπαραγωγή του προλεταριάτου και η αναπαραγωγή του κεφαλαίου συμπλέκονται όλο και στενότερα μέσω της πραγματικής υπαγωγής: αυτή ενσωματώνει τα δύο κυκλώματα (της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου) σαν την αυτοαναπαραγωγή (και αυτοπροϋπόθεση) της ίδιας της ταξικής σχέσης. Ως εκ τούτου, η TC ορίζει την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο ως «κεφάλαιο που γίνεται καπιταλιστική κοινωνία, προϋποθέτοντας δηλαδή τον εαυτό του στην εξέλιξή του και στη δημιουργία των οργάνων του[29].

Το κριτήριο για την επικράτηση της πραγματικής υπαγωγής –προσδιορισμένο με όρους μεταμόρφωσης της εργασιακής διαδικασίας– θα πρέπει συνεπώς να αναζητηθεί εκτός της εργασιακής διαδικασίας, στις τροπικότητες (τόσο πολιτικές όσο και κοινωνικοοικονομικές) της αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης που συνοδεύουν, και σε κάποιο βαθμό καθορίζονται από, τις υλικές μεταμορφώσεις, οι οποίες συντελούνται στην εργασιακή διαδικασία. Παραδείγματα τέτοιων τροπικοτήτων συνιστούν τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, η «εφεύρεση της κατηγορίας των ανέργων» και η σπουδαιότητα του συνδικαλισμού. Όλα αυτά βοηθούν στο να «διασφαλιστεί (και να επιβεβαιωθεί) ότι η εργασιακή δύναμη δεν έχει πλέον κάποια πιθανή διέξοδο πέρα από την ανταλλαγή της με το κεφάλαιο στο πλαίσιο αυτής της ειδικά καπιταλιστικής εργασιακής διαδικασίας». Είναι αυτές οι τροπικότητες αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης που μεταβάλλονται ριζικά από την αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης, η οποία ξεκινά τη δεκαετία του 1970. Και είναι σε αυτή τη βάση που η TC ισχυρίζεται πως «οι ευρείες φάσεις της μεταμόρφωσης στο επίπεδο των τροπικοτήτων της γενικής αναπαραγωγής του προλεταριάτου» θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως «κριτήρια για την περιοδολόγηση της πραγματικής υπαγωγής»[30].

Η χρονολόγηση της TC αποκρίνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε αυτή που προτάθηκε από τον Nergri. Για την TC, η φάση της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, μέχρι την αλλαγή του αιώνα ή περί τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χαρακτηρίζεται από τη θετική αυτοσυσχέτιση του προλεταριάτου ως πόλου της ταξικής σχέσης. Την περίοδο αυτή το προλεταριάτο επιβεβαιώνει τον εαυτό του ως η τάξη της παραγωγικής εργασίας, ενάντια στο κεφάλαιο, η οποία αποτελεί έναν «εξωτερικό καταναγκασμό από τον οποίο το προλεταριάτο μπορεί να απελευθερωθεί»[31]. Η προλεταριακή αυτοεπιβεβαίωση δεν μπορεί ποτέ να γεννήσει την προλεταριακή αυτοάρνηση και την κατάργηση του κεφαλαίου· κατά συνέπεια, σε αυτήν τη φάση, η κομμουνιστική επανάσταση ήταν αδύνατη, ή μάλλον η κομμουνιστική επανάσταση ως επιβεβαίωση/απελευθέρωση της εργασίας έφερε εντός της την αντεπανάσταση. Η περίοδος της μετάβασης στον κομμουνισμό αποδείχθηκε πως δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την ανανέωση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και καθορίστηκε ως τέτοια από την παγίωση της ταξικής σχέσης, καθώς και το (αντ-)επαναστατικό κίνημα που η παγίωση αυτή παρήγαγε.

Στην ακόλουθη «πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο» (από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως τα τέλη της δεκαετίας του ’60), η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου γίνεται ολοένα πιο εσωτερική, έτσι που «η αυτόνομη επιβεβαίωση της τάξης έρχεται σε αντίθεση με την ενίσχυσή της στο εσωτερικό του κεφαλαίου, κατά το ότι αυτή η ενίσχυση είναι σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό η ίδια η κίνηση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου»[32]. Στη μετάβαση από την τυπική στην πραγματική υπαγωγή, η ταξική σχέση υφίσταται έναν ποιοτικό μετασχηματισμό, κατά το ότι η αναπαραγωγή του προλεταριάτου ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στο κύκλωμα αναπαραγωγής του κεφαλαίου, μέσω ορισμένων μεσολαβήσεων. Αυτές περιλαμβάνουν τις θεσμικές μορφές του εργατικού κινήματος, τα συνδικάτα, τις συλλογικές συμβάσεις και τις συμφωνίες παραγωγικότητας, τον κεϋνσιανισμό και το κράτος πρόνοιας, τη γεωπολιτική διαίρεση της παγκόσμιας αγοράς σε διακριτές εθνικές περιοχές συσσώρευσης και –σε ένα υψηλότερο επίπεδο– ζώνες συσσώρευσης (Ανατολή και Δύση).

Η τυπική υπαγωγή και η πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο χαρακτηρίζονται από την προγραμματική αυτοεπιβεβαίωση του προλεταριάτου. Η πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, παρ’ όλα αυτά, φαίνεται όλο και περισσότερο να είναι η «αποσύνθεση» αυτής της προγραμματικής προλεταριακής αυτοεπιβεβαίωσης, ακόμη και την περίοδο που το προλεταριάτο ενδυναμώνεται εντός της ταξικής σχέσης. Με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση μετά την περίοδο 1968-73 –η οποία πρέπει να γίνει κατανοητή ως αναδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου– όλες αυτές οι μεσολαβήσεις τείνουν, το λιγότερο, να ρευστοποιηθούν. Η νέα περίοδος, η «δεύτερη φάση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο», χαρακτηρίζεται από μια πιο άμεσα εσωτερική σχέση μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου, και η μεταξύ τους αντίφαση βρίσκεται, ως εκ τούτου, άμεσα στο επίπεδο της αναπαραγωγής τους ως τάξεων. Η προλεταριακή προγραμματική αυτοεπιβεβαίωση έχει πλέον πεθάνει και θαφτεί, κι όμως ο ταξικός ανταγωνισμός είναι οξύς όσο ποτέ. Η μόνη επαναστατική προοπτική που ο τρέχων κύκλος αγώνων προσφέρει είναι αυτή της αυτοάρνησης του προλεταριάτου και της συνακόλουθης κατάργησης του κεφαλαίου μέσω της κομμουνιστικοποίησης των σχέσεων μεταξύ των ατόμων.

Κριτικής της ιστορίας της υπαγωγής

Οι περιοδολογήσεις που προτάθηκαν από τους Cammate, Negri και TC βρίσκουν εφαρμογή πέρα από την άμεση παραγωγική διαδικασία. Οι Camatte και Negri θεωρούν πως η πραγματική υπαγωγή έχει ισχύ για την κοινωνία και, για την TC, μπορεί να ειπωθεί πως η τυπική και πραγματική υπαγωγή χαρακτηρίζουν τη θεμελιώδη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας με μια έννοια που δεν είναι αναγώγιμη στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Φαίνεται ενδεχομένως πως υπάρχει κάποια βάση στον Μαρξ για μια τέτοια χρήση των κατηγοριών αυτών, δεδομένου ότι ο Μαρξ αναφέρεται σε μεταμορφώσεις στην πραγματική κοινωνική σχέση μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη –πέραν της παραγωγής– που προκύπτουν με την πραγματική υπαγωγή ή ως αποτέλεσμά της:

Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο λαμβάνει χώρα μια πλήρης επανάσταση στον ίδιο τον τρόπο παραγωγής, στην παραγωγικότητα της εργασίας και στη σχέση –εντός της παραγωγής– μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη, όπως επίσης και στη μεταξύ τους κοινωνική σχέση[33].

Είναι προφανές πως, με τη συνεχή επαναστατικοποίηση της παραγωγής που συμβαίνει κατά την πραγματική υπαγωγή, ο κόσμος πέραν της άμεσης διαδικασίας παραγωγής μεταμορφώνεται δραματικά. Η σημαντική επιφύλαξη εδώ, ωστόσο, είναι πως οι μεταμορφώσεις αυτές συμβαίνουν με την πραγματική υπαγωγή –ή ως αποτέλεσμά της– της εργασιακής διαδικασίας στη διαδικασία αξιοποίησης: δεν συνιστούν αναγκαστικά όψη της ίδιας της πραγματικής υπαγωγής ούτε την ορίζουν, και πράγματι θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλώς συνέπειες της πραγματικής υπαγωγής. Μολονότι μπορεί να προκύπτουν εξαιρετικά σημαντικές αλλαγές στο σύνολο της κοινωνίας –και στη σχέση μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη– από την πραγματική υπαγωγή της εργασιακής διαδικασίας στο κεφάλαιο, αυτό δεν σημαίνει πως οι αλλαγές αυτές μπορούν να θεωρητικοποιηθούν με βάση τις έννοιες της υπαγωγής.

Όπως έχουμε δει, η υπαγωγή έχει έναν διακριτό οντολογικό χαρακτήρα. Η βία που ασκείται από μια υπάγουσα κατηγορία έγκειται στο γεγονός πως αυτή μπορεί να εμφανίζεται ως η αλήθεια του πράγματος που υπάγει, να μεταμορφώνει αυτό το μερικό σε μια απλή έκφανση ενός καθολικού. Όταν η εργασιακή διαδικασία υπάγεται στη διαδικασία αξιοποίησης, μετατρέπεται στην άμεση διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου. Όπως ισχυρίζεται ο Camatte:

Υπαγωγή σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή υποταγή. Subsumieren σημαίνει στην πραγματικότητα «συμπεριλαμβάνω σε κάτι», «καθυποτάσσω», «εμπεριέχω»· φαίνεται, λοιπόν, πως ο Μαρξ ήθελε να υποδείξει ότι το κεφάλαιο σχηματίζει την ίδια του την ουσία από την εργασία, πως ενσωματώνει την εργασία μέσα του και τη μεταμορφώνει σε κεφάλαιο[34].

Η εργασιακή διαδικασία, τόσο στην πραγματική όσο και στην τυπική υπαγωγή, είναι η άμεση διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου. Τίποτα παρόμοιο δεν μπορεί να λεχθεί για κάτι πέραν της παραγωγικής διαδικασίας, γιατί είναι μόνο η παραγωγή που το κεφάλαιο αξιώνει άμεσα σαν δική του. Ενώ είναι αλήθεια πως η διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου στο σύνολό της είναι η ενότητα των διαδικασιών παραγωγής και κυκλοφορίας, και ενώ το κεφάλαιο επιφέρει μεταμορφώσεις στον κόσμο πέραν της άμεσης διαδικασίας παραγωγής του, οι μεταμορφώσεις αυτές εξ ορισμού δεν μπορούν να συλληφθούν με τους ίδιους όρους με εκείνες που συμβαίνουν εντός αυτής της διαδικασίας που έχει υπαχθεί πραγματικά. Τίποτα εξωτερικό της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας δεν γίνεται πραγματικά κεφάλαιο ούτε, αυστηρά μιλώντας, υπάγεται στο κεφάλαιο.

Ακόμα κι αν δεχόμασταν την ιδέα μιας επέκτασης της πραγματικής υπαγωγής πέραν της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας, η εφαρμοσιμότητα της υπαγωγής ως κατηγορίας περιοδολόγησης είναι αμφίβολη. Δεδομένου ότι η τυπική υπαγωγή είναι ένα λογικό καθώς και ιστορικό προαπαιτούμενο της πραγματικής υπαγωγής, αυτή χαρακτηρίζει όχι μόνο μια ιστορική εποχή, αλλά το σύνολο της καπιταλιστικής ιστορίας. Επιπλέον, σύμφωνα με τον Μαρξ, παρότι η τυπική υπαγωγή πρέπει να προηγείται της πραγματικής, η πραγματική υπαγωγή σε κάποιον κλάδο μπορεί επίσης να αποτελέσει τη βάση για περαιτέρω τυπική υπαγωγή σε άλλες περιοχές. Αν οι κατηγορίες της υπαγωγής είναι εφαρμόσιμες στην ιστορία, αυτό μπορεί συνεπώς να συμβεί μόνο με έναν «μη γραμμικό» τρόπο: δεν μπορούν να εφαρμοστούν απλουστευτικά ή μονόδρομα στην ιστορική εξέλιξη της ταξικής σχέσης. Ενώ θα μπορούσαμε πειστικά να πούμε πως σε συνολικό επίπεδο, σε κάθε δοσμένο στάδιο στην εξέλιξη αυτής της σχέσης, η εργασιακή διαδικασία υπάγεται «περισσότερο» ή «λιγότερο» πραγματικά στη διαδικασία αξιοποίησης απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή, αυτός δεν είναι παρά ένας αδύναμος και διφορούμενος ισχυρισμός και δύσκολα μπορεί να αποτελέσει συστηματική βάση για οποιαδήποτε ανάλυση των πραγματικών ιστορικών εξελίξεων.

Το έργο μερικών θεωρητικών στο πεδίο της θεωρίας της αξιακής μορφής ή της συστηματικής διαλεκτικής –όπως είναι οι Patrick Murray και Chris Arthur– θέτει μια τέτοια περιοδολόγηση περαιτέρω εν αμφιβόλω. Για τον Arthur, ενώ η τυπική υπαγωγή μπορεί κάλλιστα να προηγείται χρονικά της πραγματικής στην περίπτωση ενός δοσμένου κεφαλαίου, η πραγματική υπαγωγή είναι εξ αρχής έμφυτη στην έννοια του κεφαλαίου[35]. Εάν δεχθούμε ότι η πραγματική υπαγωγή είναι κάτι που υπονοείται πάντοτε, και το οποίο πραγματοποιείται μόνο στην πορεία της καπιταλιστικής ιστορίας, αυτό θα υπονόμευε ακόμη περισσότερο οποιαδήποτε απόπειρα οριοθέτησης μιας συγκεκριμένης περιόδου πραγματικής υπαγωγής. Ο Murray υποστηρίζει πως οι όροι «τυπική υπαγωγή» και «πραγματική υπαγωγή» αναφέρονται πρωτίστως σε έννοιες υπαγωγής, και μόνο δευτερευόντως –ή και καθόλου– σε ιστορικά στάδια. Σύμφωνα με τον Murray, ο Μαρξ εξετάζει την πιθανότητα ενός διακριτού ιστορικού σταδίου μονάχα τυπικής υπαγωγής, αλλά δεν βρίσκει καμιά σχετική ένδειξη[36].

Αν η υπαγωγή δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυστηρά σε ιστορικές περιόδους per se, ούτε σε οτιδήποτε πέρα από την άμεση διαδικασία παραγωγής, θα πρέπει να συμπεράνουμε πως, εν τέλει, δεν πρόκειται για μια πρόσφορη κατηγορία για την περιοδολόγηση της καπιταλιστικής ιστορίας. Χρειαζόμαστε άλλες κατηγορίες με τις οποίες να αποπειραθούμε να συλλάβουμε την ανάπτυξη της ολότητας της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης, με έναν τρόπο που δεν περιορίζεται μονάχα στη διαδικασία παραγωγής. Όμως αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι πολύ περισσότερο από την υιοθέτηση του σωστού σετ κατηγοριών. Το γεγονός πως τόσες περιοδολογήσεις, ανεξαρτήτως του κατηγορικού τους πλαισίου, συγκλίνουν γύρω από τις ίδιες χρονολογίες[37] –αναγνωρίζοντας εν προκειμένω πως κάποια θεμελιώδης ρήξη έλαβε χώρα μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του ’60 και του μέσου της δεκαετίας του ’70– αποτελεί μια σημαντική ένδειξη πως η περιοδολόγηση αφορά κάτι περισσότερο από έναν αφασικό πολλαπλασιασμό όρων, περιόδων και αυθαίρετων αστερισμών από δεδομένα. Οι εν λόγω περιοδολογήσεις –και ιδίως αυτή της TC– είναι βαρυσήμαντες επειδή αφηγούνται κάτι το αληθοφανές για τον χαρακτήρα της ταξικής σχέσης σήμερα. Όμως τα κατηγορικά πλαίσια σαφώς και δεν είναι ουδέτερα, και μια προβληματική κεντρική κατηγορία θα έχει επιπτώσεις και στην υπόλοιπη θεωρία.

Η φάση της τυπικής υπαγωγής κατά την TC έχει αρκετά κοινά με την έννοια μιας περιόδου εκτατικής συσσώρευσης από μέρους της σχολής της ρύθμισης· και όντως, αμφότερες εντοπίζουν μια μετάβαση από αυτές τις αντίστοιχες φάσεις περί τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι μόνο από αυτό το σημείο που η πραγματική υπαγωγή ξεκινά για την TC, γιατί είναι σ’ αυτό το σημείο που η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας αρχίζει να καθιστά φτηνότερα τα καταναλωτικά προϊόντα, θέτοντας έτσι την αμοιβαία συνεπαγωγή της αναπαραγωγής της εργατικής τάξης και του κεφαλαίου. Ομοίως για τους θεωρητικούς της ρύθμισης, πριν την επαρκή ανάπτυξη της μαζικής κατανάλωσης, η συσσώρευση οφείλει να είναι πρωταρχικά εκτατική. Και στις δύο περιπτώσεις, νοείται μια περίοδος απόσπασης πρωτίστως απόλυτης υπεραξίας, η οποία προϋπάρχει της πλήρους ανάπτυξης του «ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής», και συνεπώς μιας επικέντρωσης στη σχετική υπεραξία. Υπάρχουν, ωστόσο, σημαντικά προβλήματα με αυτήν την έννοια της περιόδου εκτατικής συσσώρευσης, όπως έχουν εμφατικά υποστηρίξει οι Brenner και Glick[38]. Η καπιταλιστική παραγωγή τείνει να εμπορευματοποιεί και να φτηναίνει τα καταναλωτικά αγαθά εξ αρχής, και η γεωργία δεν είναι κάτι που κεφαλαιοποιείται καθυστερημένα, με εξαίρεση ίσως κάποιες ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως η Γαλλία, όπου η ύπαιθρος παρέμεινε υπό την κατοχή μικρών αγροτών ιδιοκτητών-παραγωγών κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Είναι δελεαστικό να συμπεράνουμε πως η προφανής «εφαρμογή» της γαλλικής περίπτωσης στην έννοια της ιστορικής φάσης της τυπικής υπαγωγής είναι και η πραγματική βάση αυτής της πτυχής της περιοδολόγησης της TC. Αν όμως ισχύει αυτό, η εφαρμοσιμότητα, τουλάχιστον της συγκεκριμένης πτυχής της περιοδολόγησης, στην ιστορία της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης per se γίνεται εξαιρετικά αμφίβολη.

Παρ’ όλα αυτά, η κριτική μας στην ιστορία της υπαγωγής της TC δεν είναι απαραίτητο να μας οδηγήσει στην απόρριψη της θεωρίας της TC en masse. Θα χρειαστεί βέβαια να αναλογιστούμε σοβαρά τις επιπτώσεις, για τη θεωρία αυτή, που θα προκαλούσε η εξάλειψη της ιστορικής έννοιας της υπαγωγής. Όμως είναι στην έννοια του προγραμματισμού, και στην ανάλυση της ακόλουθης περιόδου μέχρι και σήμερα, που βρίσκεται η καρδιά της εν λόγω θεωρίας. Η έννοια του προγραμματισμού αναδεικνύει σημαντικές διαστάσεις της ταξικής πάλης ως είχε για μεγάλο κομμάτι του 20ού αιώνα, βοηθώντας μας έτσι να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο έχει αλλάξει ο κόσμος. Ενδεχομένως λόγω αυτής της αναγνώρισης της ρήξης, η TC δεν δίστασε να αντιμετωπίσει με διαύγεια τον χαρακτήρα των αγώνων, όπως αυτοί εκδηλώνονται σήμερα, συνεχίζοντας να θέτει το θεμελιώδες ερώτημα της κομμουνιστικής θεωρίας:

Πώς μπορεί το προλεταριάτο, δρώντας αποκλειστικά και μόνο ως τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής, στο πλαίσιο της αντίφασής του με το κεφάλαιο στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, να καταργήσει το κεφάλαιο, άρα και τις τάξεις, άρα και τον εαυτό του, δηλαδή να παραγάγει τον κομμουνισμό[39];

Σημειώσεις:

1. «Αλλά για να επιτελεσθή η χρήση μιας έννοιας χρειάζεται ακόμα μία λειτουργία της κριτικής ικανότητας, με την οποία ένα αντικείμενο υπάγεται υπό την έννοια…». Καντ, Ι. (1979). Κριτική του καθαρού λόγου, Τόμος Β’. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήσης, σελ. 295.

2. «Τώρα είναι φανερό ότι πρέπει να υπάρχη υποχρεωτικά ένας τρίτος όρος, ο οποίος να είναι ομοειδής με την κατηγορία από τη μια μεριά και το φαινόμενο από την άλλη και ο οποίος να καθιστά δυνατή την αναφορά της πρώτης [της κατηγορίας] στο δεύτερο [το φαινόμενο]. Αυτή η μεσολαβούσα [ή ενδιάμεση] παράσταση πρέπει να είναι υποχρεωτικά καθαρή (χωρίς κανένα εμπειρικό στοιχείο) και όμως από τη μια μεριά νοητική και κατ’ αίσθηση από την άλλη. Τέτοιο είναι το υπερβατικό σχήμα». Ό.π., σελ. 158.

3. Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 51.

4. Hegel, G.W.F. (2008). Lectures on Logic. Bloomington: Indiana University Press, pp. 12-13.

5. Στις αγγλικές μεταφράσεις του Μαρξ, ο γερμανικός όρος «subsumtion» αποδίδεται συχνά ως «κυριαρχία» παρά ως «υπαγωγή». Ενώ η μετάφραση αυτή είναι προβληματική από την άποψη ότι συσκοτίζει τη λογική/οντολογική σημασία της έννοιας, είναι κατάλληλη στον βαθμό που αναγνωρίζει κάτι από τη βία που προϋποτίθεται εδώ.

6. Για μια συζήτηση αυτών των όψεων της σχέσης Καντ-Χέγκελ-Μαρξ αναφορικά με την αξιακή μορφή, βλ. Rubin, I.I. (1972). Essays on Marx’s Theory of Value. Detroit: Black & Red, p. 117.

7. Χέγκελ, Γ. Βασικές γραμμές της Φιλοσοφίας του δικαίου ή Φυσικό Δίκαιο και πολιτική επιστήμη σε μορφή σχεδίου. §287. Το παράθεμα αντλήθηκε από το Μ. Αγγελίδης & Θ. Γκιούρας (επιμ.). (2005). Θεωρίες της πολιτικής και του κράτους. Αθήνα: Σαββάλας/Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, όπου υπάρχουν αποσπάσματα από το ανωτέρω έργο του Χέγκελ σε μετάφραση Θανάση Γκιούρα.

8. Μαρξ, Κ. (1978). Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 86.

9. Ενώ η κατηγορία της υπαγωγής χρησιμοποιείται με έναν ευρύ, μη-συστηματικό τρόπο στα Grundrisse, είναι στα σχεδιάσματα ’61-63 και ’63-64 του Κεφαλαίου που ο Μαρξ αναπτύσσει μια έννοια υπαγωγής παρόμοια με την υπαγωγή της εργασιακής διαδικασίας στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Μπορεί να θεωρηθεί ότι η υπαγωγή τροφοδοτεί άρρητα το δεύτερο από τα τρία μέρη του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου σε σχέση με τις κατηγορίες της απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, μολονότι αναφέρεται ρητά μονάχα σε μια ενότητα. Βλ. Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 526.

10. Βλ. το άρθρο «Η Κινούμενη Αντίφαση» στο παρόν τεύχος.

11. «Όπως η παραγωγή της απόλυτης υπεραξίας μπορεί να ειδωθεί σαν υλική έκφραση της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, έτσι μπορεί να ειδωθεί η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας σαν εκείνη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο». Μαρξ, Κ. (1983). Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: Α/συνέχεια, σελ. 108.

12. Σχήμα 1: Απόσπαση απόλυτης υπεραξίας, στη βάση της τυπικής υπαγωγής:

Α——–Β-Γ
Α——–Β——–Γ

Το αναγκαίο μέρος της εργάσιμης ημέρας (Α-Β) είναι εδώ ένα δοσμένο μέγεθος, επομένως η μόνη δυνατότητα αύξησης του μεγέθους του πλεονάσματος (Β-Γ) υφίσταται μέσω της παράτασης της εργάσιμης ημέρας «με απόλυτο τρόπο» (Α-Γ).

13. Σχήμα 2: Απόσπαση σχετικής υπεραξίας, στη βάση της πραγματικής υπαγωγής:

Α————-Β–Γ
Α———Β’–Β–Γ

Το μήκος της εργάσιμης ημέρας (Α-Γ) είναι ένα δοσμένο μέγεθος, επομένως η μόνη δυνατότητα αύξησης του μεγέθους του πλεονάσματος (Β-Γ) υφίσταται μέσω της μείωσης του αναγκαίου μέρους της εργάσιμης ημέρας (Α-Β). Η υπεραξία που κερδίζεται με αυτόν τον τρόπο είναι «σχετική» υπεραξία.

14. Μαρξ, ό.π., σελ. 107.

15. Ό.π., σελ. 103.

16. Camatte, J. (1998). Capital and Community: the Results of the Immediate Process of Production and the Economic Works of Marx. London: Unpopular Books, p. 43.

17. Μαρξ, Κ. (1983). Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: Α/συνέχεια, σελ. 57.

18. Camatte, ό.π., p. 45.

19. Ό.π.

20. Camatte, J. (1998). «This World We Must Leave». Στο This World We Must Leave: and Other Essays. New York City: Autonomedia.

21. Jameson, F. (1999). Το μεταμοντέρνο, ή η πολιτισμική λογική του ύστερου καπιταλισμού. Αθήνα: Νεφέλη, σελ. 93.

22. Negri, A. (1996). «Twenty Theses on Marx, Interpretation of the Class Situation Today». Στο S. Makdisi, C. Casarino & R. Karl (eds.). Marxism beyond Marxism. London: Routledge, p. 159.

23. Ό.π., p. 149.

24. Ό.π.

25. Ό.π., p. 151.

26. Théorie Communiste. (2004). «Réponse à Aufheben». Théorie Communiste 19, p. 108.

27. Ό.π.

28. Ό.π., p. 109.

29. Ό.π., p. 115.

30. Ό.π., p. 127-8.

31. Théorie Communiste. (2009). «Théorie Communiste». Blaumachen #4, σελ. 58. Το κείμενο κυκλοφόρησε αρχικά στα γαλλικά στο Théorie Communiste 14 το 1997.

32. Ό.π., σελ. 58.

33. Marx, Κ. (1988). Economic Manuscript of 1861-63 (MECW 30). New York City: International Publishers, p. 107-8, η έμφαση δική μας. Ένα παρόμοιο εδάφιο εμφανίζεται επίσης στα Αποτελέσματα με την περιγραφή ότι αυτή η επανάσταση είναι «πλήρης (και διαρκώς συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη)». Μαρξ, Κ. (1983). Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: Α/συνέχεια, σελ. 123.

34. Camatte, J. (1998). Capital and Community: the Results of the Immediate Process of Production and the Economic Works of Marx. London: Unpopular Books, p. 72.

35. Arthur, C. (2002). The New Dialectic and Marx’s Capital. Leiden: Brill, p. 76.

36. Murray , P. (2004). «The Social and Material Transformation of Production by Capital: Formal and Real Subsumption in Capital, Volume I». Στο R. Bellofiore & N. Taylor (eds.). The Constitution of Capital. London: Palgrave Macmillan, p. 252.

37. Σε εκείνες που έχουμε ήδη αναφέρει εδώ, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τη γαλλική σχολή της ρύθμισης, τη σχολή της κοινωνικής δομής της συσσώρευσης, καθώς και τη σχολή Uno.

38. R. Brenner & M. Glick. (July-August 1991). «The Regulation Approach: Theory and History». New Left Review I/188, pp. 45-119.

39. Théorie Communiste. (2009). «Théorie Communiste». Blaumachen #4, σελ. 56.