Home

Η απεικόνιση της λεγόμενης «ακυβερνησιμότητας της Γαλλίας, της λαϊκής αντίστασης στην προέλαση του νεοφιλελευθερισμού που σ’ άλλες χώρες φαντάζει τόσο ανένδοτη» και της γαλλικής «δύσκαμπτης αγοράς εργασίας κι εργασιακών κανόνων που υποτίθεται στέκονται εμπόδιο στην οικονομική πρόοδο»[1] βρίθει βαρετών κλισέ στα φιλελεύθερα μήντια. Μακριά απ’ το να περιορίζεται στον αγγλοσαξωνικό τύπο, αυτή η μελωδία περί της «αρχαϊκής Γαλλίας που δεν δύναται να μεταρρυθμιστεί» τακτικά βρίσκεται στην κορυφή των τσαρτς στην ίδια τη Γαλλία, απ’ τον Ζακ Σιράκ ως τον Νικολά Σαρκοζί, απ’ τον Φρανσουά Ολλάντ ως τον Εμανουέλ Μακρόν, για να μην αναφερθούμε στα φερέφωνα του MEDEF [Κίνημα των Επιχειρήσεων της Γαλλίας], του πανίσχυρου αυτού συνδικάτου των αφεντικών, κι ουσιαστικά σ’ όλα τα μήντια του συρμού. Περιττό να λεχθεί, απ’ τη στιγμή που ξαφνικά εμφανίστηκε το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων σε μια σκηνή ήδη διαταραγμένη από πολύκροτες απεργίες και διαδηλώσεις τα τελευταία χρόνια, οι συζητήσεις αυτές εντάθηκαν περαιτέρω, αφήνοντας κανέναν ν’ απορεί πως είναι δυνατόν μια καπιταλιστική χώρα τόσο αδιαπέραστη απ’ τους νόμους της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας να έχει καταφέρει να πενταπλασιάσει το ΑΕΠ της απ’ τα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως σήμερα. Δυστυχώς, δεν υπάρχει κανένα γαλλικό θαύμα και, όπως μας θυμίζει ο Chris Howell, κάθε σοβαρή αποτίμηση της γαλλικής σκηνής πρέπει να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «όλες οι πτυχές της γαλλικής οικονομίας έχουν βιώσει σημαντική φιλελευθεροποίηση μέσω ιδιωτικοποιήσεων, μακροοικονομικών πολιτικών οικονομικών της προσφοράς και απορρύθμιση της χρηματοπιστωτικής αγοράς και της αγοράς εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι αυξανόμενη ανισότητα, δυισμός κι ανασφάλεια»[2].

Γαλλικό κεφάλαιο κι εργασία την εποχή του νεοφιλελευθερισμού

Ο τρόπος με, κι ο βαθμός στον, οποίο έχει φιλελευθεροποιηθεί η γαλλική οικονομία είναι εκείνο που πιθανώς διακρίνει τη Γαλλία απ’ τα κλασσικά παραδείγματα «νεοφιλελευθεροποίησης» με τη βίαιη, συστηματική καταστροφή των συνδικάτων που εξέφρασαν κι εφάρμοσαν επιτυχώς η Μάργκαρετ Θάτσερ κι ο Ρόναλντ Ρήγκαν. Σ’ αντίθεση με τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι Γάλλοι ψηφοφόροι εξέλεξαν έναν αριστερό πρόεδρο, τον Φρανσουά Μιτεράν. Ο Μιτεράν κι οι σύμμαχοί του στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας επεδίωξαν να σώσουν τον καπιταλισμό απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, αποκρινόμενοι στην κρίση με μια συνολική αύξηση των μισθών, διεγείροντας την κατανάλωση και τη μεταποίηση. Όταν η καπιταλιστική τάξη, μέσω απεργίας επενδύσεων, φυγής κεφαλαίων κι επιθέσεων στο εθνικό νόμισμα, εξέφρασε την απροθυμία της να σωθεί, ο Μιτεράν ανακήρυξε τον Μάρτιο του 1983 τη «στροφή στη λιτότητα», εννοώντας την έναρξη νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων υπέρ της αγοράς.

Έτσι, γεννήθηκε η γαλλική εκδοχή αυτού που ο Ταρίκ Αλί αρέσκεται ν’ αποκαλεί «ακραίο νεοφιλελεύθερο κέντρο», όχι αυτό το κέντρο, θατσερικής προέλευσης, της ανοιχτής αναμέτρησης με την εργατική τάξη, αλλά ένα κέντρο που γεννήθηκε μέσω της ήρεμης προδοσίας μιας αριστεράς που ήταν ενθουσιασμένη να ικανοποιήσει το κεφάλαιο. Πολιτικά, η νεοφιλελεύθερη συναίνεση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς χτίστηκε σταδιακά τις δεκαετίες του 1980 και 1990, μέσω των λεγόμενων διαδοχικών συμβιώσεων ενός προέδρου κι ενός πρωθυπουργού από αντιτιθέμενες πολιτικές ομάδες, όταν τα καπρίτσια του εκλογικού ημερολογίου έβγαζαν δεξιές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες υπό αριστερό πρόεδρο και το αντίστροφο. Για παράδειγμα, οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν προωθηθεί ανεξαρτήτως της πολιτικής ταυτότητας των προέδρων και των πρωθυπουργών (βλέπε Πίνακα 1).

Πίνακας 1: Ιδιωτικοποιήσεις υπό αριστερές και δεξιές κυβερνήσεις, 1986-2005

Περίοδος

Πρόεδρος

Πρωθυπουργός

Αξία της ιδιωτικοποιημένης κρατικής περιουσίας (σε δισ. €)

1986-1988

Φρανσουά Μιτεράν (αριστερά)

Ζακ Σιράκ (δεξιά)

13

1993-1995

Φρανσουά Μιτεράν (αριστερά)

Εντουάρ Μπαλαντούρ (δεξία)

26

1995-1997

Ζακ Σιράκ (δεξιά)

Αλαίν Ζυπέ (δεξιά)

26

1997-2002

Ζακ Σιράκ (δεξιά)

Λιονέλ Ζοσπέν (αριστερά)

30

2002-2005

Ζακ Σιράκ (δεξιά)

Ραφαρέν & ντε Βιλπέν (δεξιά)

13

Πηγή: Poingt, 2018.

Οι ιδιωτικοποιήσεις, έτσι όπως επιδιώχθηκαν απ’ τις διαδοχικές κυβερνήσεις, πρέπει να ιδωθούν ως απομάκρυνση απ’ τις «παρεμβατικές» πολιτικές περί κρατικών επιχειρήσεων που ηγεμόνευαν επί της μοίρας του γαλλικού κεφαλαίου κατά τη διάρκεια της μακράς οικονομικής άνθησης – μια τριακονταετία κατά την οποία η Γαλλία, παρεμπιπτόντως, κυβερνείτο από κεντροδεξιές κυβερνήσεις. Οι ιδιωτικοποιήσεις, σ’ αντίθεση μ’ αυτό που συνεπάγεται η μοδάτη διατύπωση «συσσώρευση μέσω απαλλοτρίωσης» του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, δεν ανοίγουν απαραίτητα νέους τομείς καπιταλιστικής συσσώρευσης. Στην περίπτωση της Γαλλίας, οι επιχειρήσεις που ιδιωτικοποιήθηκαν είτε πλήρως είτε μερικώς, συμπεριλάμβαναν την κατασκευάστρια οικοδομικών υλικών Saint-Gobain, τον πετρελαϊκό-γίγαντα Elf Aquitaine, τη Renault, τη France Télécom και την Air France, επιχειρήσεις δηλαδή που ήταν αφοσιωμένες στην ανταγωνιστική καπιταλιστική συσσώρευση απ’ όταν ακόμη ήταν κρατικές.

Για να θέσουμε τις ιδιωτικοποιήσεις στο πλαίσιο της μακράς πορείας του κεφαλαίου και της προσταγής του για συμπίεση των μισθών, μπορούμε να υιοθετήσουμε την πρόταση του Ben Fine ότι οι «ιδιωτικοποιήσεις έχουν υπάρξει ένας σημαντικός τρόπος με τον οποίο έχει αναδιοργανωθεί η σχέση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου»[3]. Η μοίρα της Orange (πρώην France Télécom) και της La Poste είναι ιδιαίτερα διδακτικές απ’ αυτή την άποψη. Και στις δύο περιπτώσεις, η μετατροπή τους από δημόσιες υπηρεσίες σε κρατικές επιχειρήσεις και τελικά μετοχικές εταιρείες, επέτρεψε την εισαγωγή ανηλεών πολιτικών συμπίεσης των μισθών[4]. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα καταστροφικές αυξήσεις περιπτώσεων νευρικής εξάντλησης, κατάθλιψης κι άλλων προβλημάτων στη ψυχική υγεία των εργαζομένων τους, οδηγώντας πολλούς εξ αυτών στην αυτοκτονία[5]. Τομείς τόσο διαφορετικοί όσο η Renault κι η δημόσια υγεία είδαν επίσης αυξήσεις στις αυτοκτονίες τα τελευταία χρόνια, αντικατοπτρίζοντας μια διαρκή αύξηση των κινδύνων ψυχικής υγείας στη δουλειά με φόντο τους επιταχυνόμενους εργασιακούς ρυθμούς, καθώς τ’ αφεντικά τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα ζητούν απ’ τους εργαζόμενους να «δουλέψουν περισσότερο αμειβόμενοι λιγότερα»[6].

Οι ιδιωτικοποιήσεις κι η λιτότητα στις δημόσιες υπηρεσίες έχει ένα διπλό αντίκτυπο στην εργατική τάξη: όχι μόνο επιδεινώνονται οι συνθήκες στον χώρο εργασίας τους, μα υποβαθμίζεται επίσης η ποιότητα ζωής της εργατικής τάξης και των φτωχών, καθώς είναι αυτοί που ωφελούνταν πρωτίστως απ’ τις υπηρεσίες αυτές. Για να δώσουμε μερικά παραδείγματα, τα 2/3 των γαλλικών μαιευτικών κλινικών έχουν εξαφανιστεί απ’ το 1989 ως σήμερα, όπως και το 7% των δημόσιων νοσοκομείων την περίοδο 2013-2017, ενώ το 1/3 των ταχυδρομείων έχει κλείσει απ’ το 2005 ως σήμερα. Τα δημόσια ιδρύματα κοινωνικής μέριμνας, ήδη υποβαθμισμένα την τελευταία εικοσαετία, αντιμετώπισαν νέες περικοπές το 2017, αφήνοντας ακόμη και τους βουλευτές του Μακρόν ντροπιασμένους με τις «αναξιοπρεπείς» συνθήκες που παρατηρήσαν. Τέλος, μια έκθεση του ΟΟΣΑ επεσήμανε ότι το γαλλικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν προσπαθεί ιδιαίτερα ν’ αντιμετωπίσει τις κοινωνικές ανισότητες[7]. Ο πληθυσμός των μαύρων εργατικών προαστείων (τα banlieues) και των επαρχιακών περιοχών, βρίσκεται μεταξύ εκείνων που επηρεάστηκαν περισσότερο δυσανάλογα απ’ τα δεινά του γαλλικού νεοφιλελευθερισμού. Όπως ισχυρίζεται ο Mathieu Rigouste: «Ο διαχωρισμός των νέων “άθλιων των πόλεων” στα προάστια τα μετέτρεψε σε πειραματικά πεδία του νεοφιλελευθερισμού, με πειράματα περικοπής των κοινωνικών δαπανών, ανάγοντας την εκεί παρουσία του κράτους στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του»[8].

Όπως είναι φυσικό, επικαλέστηκαν τον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία για να συγκαλύψουν τις αποτυχίες του γαλλικού καπιταλισμού, κι αναδύθηκε ένας ολόκληρος διάλογος αναφορικά με τις λεγόμενες «ευαίσθητες γειτονιές» και τα προβλήματα ενσωμάτωσης ώστε να δικαιολογηθούν τόσο τα εγκλήματα της αστυνομίας όσο κι η οικονομική περιθωριοποίηση των απογόνων των μεταναστών. Κατά έναν τρόπο, όπως πολλοί έχουν επαναλάβει, η φτώχεια κι η οικονομική ανασφάλεια που γέννησε το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων στοιχειώνει τα banlieues ήδη απ’ τη δεκαετία του 1980.

Η επισφάλεια στην απασχόληση έχει επίσης αυξηθεί: οι εργολαβίες, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τα γραφεία προσωρινής απασχόλησης κι άλλες υποβαθμίσεις τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, έχουν επιτρέψει στους εργοδότες να προσπερνούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, ελαττώνοντας παράλληλα την αλληλεγγύη ανάμεσα στους συνδικαλισμένους εργάτες με συμβάσεις αορίστου χρόνου και όλους τους υπόλοιπους[9]. Τα τελευταία 15 χρόνια, το ποσοστό των συμβάσεων ορισμένου χρόνου επί του συνόλου των μισθωτών έχει αυξηθεί μόνο ελαφρώς, από 10% σε 12%· ωστόσο, η μέση διάρκεια της σύμβασης έχει μειωθεί περισσότερο απ’ το μισό, από 112 ημέρες σε μόλις 46[10]. Συνεπώς, μια σχετικά μικρή μειοψηφία εργάζεται υπό συμβάσεις μειούμενου ορισμένου χρόνου: οι επισφαλείς γίνονται όλο και περισσότερο επισφαλείς. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι γυναίκες κι οι νέοι αποτελούν πλειοψηφία σ’ αυτή την κατηγορία.

Έτσι, η ευρύτερη γαλλική εργατική τάξη δεν γλίτωσε απ’ τις ιδιωτικοποιήσεις και τη λιτότητα, όμως η άρχουσα τάξη δεν είναι ακόμη καθόλου ευχαριστημένη με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις της: καθοδόν χάθηκαν πολλές ευκαιρίες να καρφωθεί ένα θατσερικό μαχαίρι στην καρδιά της οργανωμένης εργατικής τάξης – ειδικά το 1995, όταν ο νεοεκλεγμένος δεξιός Ζακ Σιράκ αναγκάστηκε να πάρει πίσω μια γενικευμένη επίθεση στις συντάξεις λόγω της μεγαλύτερης γενικής απεργίας απ’ το 1968. Η ήττα αυτή καθόρισε την προεδρία του Σιράκ, κι έγινε ένα είδος μπρεζνιεφικού συμβόλου στασιμότητας στα μάτια της αστικής τάξης μέχρι το τέλος της «εντολής για το τίποτα» το 2007.

Οι χρονιές πριν την οικονομική κρίση του 2008 είδαν μια μικρή αύξηση των μισθών στη Γαλλία, ενώ οι Γερμανοί, Ιταλοί και Βρετανοί ανταγωνιστές των Γάλλων αφεντικών καταφέραν να συμπιέσουν τους μισθούς των εργατών τους[11]. Οι μελέτες υποδεικνύουν ότι αυτή η τάση έχει στην πραγματικότητα επιταχυνθεί με την έναρξη της κρίσης, με τους μισθούς στη Γαλλία ν’ αυξάνονται γρηγορότερα απ’ την παραγωγικότητα τόσο στις μεταποιήσεις όσο και στον συνολικό επιχειρηματικό τομέα, παρά το πεισματικά υψηλό ποσοστό ανεργίας. Ξανά, συγκρίνουμε εδώ με τους γερμανικούς μισθούς, οι οποίοι έμειναν πίσω απ’ την παραγωγικότητα την ίδια χρονική περίοδο (βλέπε Γράφημα 1).

Γράφημα 1: Εξέλιξη μισθών και παραγωγικότητας σε Γαλλία, Γερμανία κι Ιταλία, 1998-2014

Πηγή: Berger and Wolff, 2017. Όλες οι μεταβλητές αναπροσαρμοσμένες στα επίπεδα του 1998.

Μια εξήγηση για τους επίμονα υψηλούς μισθούς στη Γαλλία ίσως είναι ότι, σ’ αυτή την ανεπτυγμένη οικονομία, τ’ αφεντικά χρειάζεται να διατηρήσουν ορισμένους ειδικευμένους εργάτες, περιορίζοντας έτσι την προσφυγή στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου και την ημιαπασχόληση. Μια πρόσφατη έκρηξη ζήτησης εργασίας στη μεταποίηση αποκάλυψε επίσης ένα αναπάντεχο πρόβλημα: ο ισχυρός «εφεδρικός στρατός εργασίας» των 2,6 εκατομμύριων ατόμων αποδείχτηκε ανίκανος να γιατρέψει τις οξείες ελλείψεις ειδικευμένων εργατών[12].

Τα υψηλά επίπεδα απεργιακών δράσεων επίσης συνεισέφεραν στην ανοδική τάση των μισθών. Σύμφωνα με τα δεδομένα που εξέδωσε το γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών[13], ο γαλλικός επιχειρηματικός τομέας παραμένει πρωταθλητής στην Ευρώπη όσον αφορά τις διακοπές εργασίας, με 132 ημέρες απεργίας ανά 1.000 εργάτες τον χρόνο μεταξύ 2005-2014, αριθμός πενταπλάσιος απ’ τον αντίστοιχο βρετανικό την ίδια περίοδο. Οι απεργίες στον μη-επιχειρηματικό δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και του συστήματος υγείας, είναι ακόμη συχνότερες, αγγίζοντας τις 329 ημέρες ανά 1.000 εργάτες το 2011[14].

Μια περισσότερο λεπτομερής έκθεση της περιόδου 2005-2016 (βλέπε Γράφημα 2), αποκαλύπτει τις διακυμάνσεις των εργατικών αγώνων στον επιχειρηματικό τομέα. Οι υψηλοί μέσοι όροι του 2005-2009 αποτελούν τον κανόνα υπό δεξιές κυβερνήσεις (Σιράκ κι απ’ το 2007 Σαρκοζί), και κορυφώθηκαν με το πανγαλλικό κίνημα ενάντια στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις του Σαρκοζί το 2010· τα επόμενα χρόνια, υπό μια υποτιθέμενα αριστερή κυβέρνηση, παρατηρούμε μια αξιοσημείωτη πτώση των αγώνων, όμως το 2016 αυξάνονται ξανά με τις κινητοποιήσεις ενάντια στον νέο εργασιακό νόμο, γνωστό ως νόμο Ελ Κομρί. Κοιτώντας το 2015 και το 2016, παρατηρούμε ότι οι απεργίες στον επιχειρηματικό τομέα συγκεντρώθηκαν στη μεταποίηση και τις μεταφορές. Σ’ αντίθεση με το 2016 όπου κυριάρχησε ένα μείζον πανγαλλικό απεργιακό κίνημα ενάντια στον νόμο Ελ Κομρί, το 2015 κυριαρχήσαν οι τοπικές και κλαδικές διενέξεις εντός της ίδιας ομάδας εταιρειών που το επόμενο έτος είδαν πανεθνικές κινητοποιήσεις. Όπως είναι αναμενόμενο, πρόκειται για τις μεγάλες εταιρείες που συγκεντρώνουν μαζί στον ίδιο χώρο εργάτες κι ακτιβιστές συνδικαλιστές[15].

Γράφημα 2: Ετήσιος αριθμός ημερών απεργίας ανά 1.000 εργάτες στον επιχειρηματικό τομέα

Πηγή: Dares Résultats, 2018.

Το εμφανέστερο παράδοξο του γαλλικού συνδικαλισμού είναι ότι έχει υψηλά επίπεδα επιτυχίας παρά την πολύ χαμηλή μέση πυκνότητά του. Οι εγγεγραμμένοι σε συνδικάτα δεν ξεπερνούν ιδιαίτερα το 11% των Γάλλων εργατών, όμως περισσότεροι απ’ το 90% των εργατών καλύπτονται από συλλογικές διαπραγματεύσεις και συμβάσεις[16]. Αυτό αποτελεί ακόμη μια εξήγηση για τους επίμονα υψηλούς μισθούς, καθώς η αμοιβή κι οι όροι εργασίας που απορρέουν απ’ τις εθνικές ή κλαδικές συμβάσεις ισχύουν ως μίνιμουμ σ’ όλες τις εταιρείες, ανεξαρτήτως της ισχύος του επιμέρους σωματείου. Τα συνδικάτα, συνεπώς, δεν αντιλαμβάνονται κάποιο άμεσο κίνητρο για μαζική στρατολόγηση μελών, καθώς μπορούν να κινητοποιήσουν τους εργάτες χωρίς αυτοί να είναι μέλη του συνδικάτου· η σύνδεση μεταξύ της παρουσίας συνδικαλιστών ακτιβιστών και της πιθανότητας για απεργία παραμένει σταθερή[17].

Υπό το φως αυτής της πραγματικότητας των πεισματικά υψηλών μισθών, γίνεται σαφής η στρατηγική που υιοθέτησε η γαλλική άρχουσα τάξη απ’ τον Ολλάντ και μετά: ύστερα από δεκαετίες προσωρινών λύσεων, μια ριζοσπαστική άρχουσα τάξη επιδιώκει να μετατοπίσει αποφασιστικά την ισορροπία δυνάμεων προς τη μεριά των αφεντικών.

Ολλάντ: η κρίση επιταχύνεται

Ύστερα από ένα, κυρίως ρητορικό, φλερτ με την αντιλιτότητα, ο Ολλάντ ανακοίνωσε το 2014 μια απότομη στροφή προς τα δεξιά, προάγοντας τον υπουργό εσωτερικών Μανουέλ Βαλλς σε πρωθυπουργό.

Ο Βαλλς δεν έκρυψε ποτέ τις σχέσεις του με το MEDEF και την έμμονη ιδέα του τελευταίου για την πάση θυσία μείωση του «κόστους εργασίας». Ο Βαλλς ξεκίνησε ένα τεράστιο πρόγραμμα κρατικών επιδοτήσεων προς τις εταιρείες, κι ο Pierre Gattaz, πρόεδρος του MEDEF, ξεκίνησε μια περιοδεία στα μήντια για την προώθηση της δημιουργίας «ενός εκατομμυρίου θέσεων εργασίας» σ’ αντάλλαγμα των επιδοτήσεων, οι οποίες συνολικά άγγιζαν ετησίως τα 172 δισ. ευρώ το 2017 σύμφωνα με τη CGT [Γενική Συνομοσπονδία Εργατών][18]. Σύμφωνα με μια έρευνα που διατάχθηκε απ’ το γραφείο του πρωθυπουργού, τα χρήματα των επιδοτήσεων «αξιοποιήθηκαν πρωτίστως για την αποκατάσταση του περιθωρίου κέρδους του επιχειρηματικού τομέα, και σ’ έναν μικρότερο βαθμό προς μισθολογικές αυξήσεις, χωρίς κάποια αξιοποίησή τους για τη μαζική δημιουργία θέσεων εργασίας. Δεν έχει παρατηρηθεί καμία ιδιαίτερη επίδραση [των επιδοτήσεων] στις επενδύσεις»[19].

Ύστερα απ’ τις τρομοκρατικές επιθέσεις τον Νοέμβριο του 2015, ο Ολλάντ επιδίωξε να ενώσει τη χώρα ως ουρά της άρχουσας τάξης μέσω μιας εθνικιστικής ρητορικής, ιδίως οργανώνοντας μια «δημοκρατική πορεία ενάντια στην τρομοκρατία». Όπως έχει ισχυριστεί ο Ugo Palheta: «Έχει γίνει σαφές ότι η κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τις τρομοκρατικές επιθέσεις για να επιβάλλει μια αυταρχική ατζέντα, γύρω απ’ την οποία συγκλίνουν όλα τα μεγάλα γαλλικά πολιτικά κόμματα»[20].

Ήταν σ’ αυτό το πλαίσιο, όταν φαινόταν σαν να είχε ξαφνικά επιβληθεί επί της κοινωνίας ένα αστυνομικό κράτος γεμίζοντας την ατμόσφαιρα με μια εκκωφαντική σωβινιστική κι ισλαμοφοβική βαβούρα, που ο Ολλάντ εξαπέλυσε την μετωπική του επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη με τον εργασιακό νόμο «Ελ Κομρί». Απ’ τη σκοπιά της άρχουσας τάξης και του κράτους, η χρονική στιγμή της επίθεσης δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη, επειδή «η έκρηξη του κινήματος ενάντια στον νόμο Ελ Κομρί στην πραγματικότητα ξάφνιασε τους συνδικαλιστές ακτιβιστές εντός του πολιτικού πλαισίου της ανόδου του Εθνικού Μετώπου και των ενισχυμένων μέτρων ασφαλείας ύστερα απ’ τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015»[21].

Η μάχη ενάντια στον εργασιακό νόμο διήρκεσε αρκετούς μήνες και ποικίλοι διαφορετικοί τομείς της κοινωνίας ρίχτηκαν στον αγώνα. Μερικές απεργίες και διαδηλώσεις οργανωμένες από τα κάτω τροφοδοτήσαν ένα κίνημα στα λύκεια και τα πανεπιστήμια. Την ίδια στιγμή ξεκίνησαν οι καταλήψεις πλατειών τον Μάρτιο του 2016 με το κίνημα Nuit Debout, προτού τα μεγάλα συνδικάτα ξεκινήσουν απεργίες σε στρατηγικούς τομείς. Όλα συνέκλιναν σε μαζικές διαδηλώσεις «ενάντια στον εργασιακό νόμο και τον κόσμο του» απέναντι σε μια άγρια αστυνομική καταστολή. Αυτό με τη σειρά του τροφοδότησε ένα νέο φαινόμενο, τους «μετωπικούς στρατούς» μ’ εκατοντάδες μέλη της ριζοσπαστικής αριστεράς να μπαίνουν στην κεφαλή των επίσημων διαδηλώσεων σε μια προσπάθεια ν’ αναμετρηθούν ευθέως με την αστυνομία.

Οι απεργίες των καθαριστριών, οι εργασιακές συνθήκες των οποίων ήταν ήδη χειρότερες απ’ όσα προέβλεπε ο νόμος Ελ Κομρί, συνέχισαν να εμφανίζονται σαν αστραπές, με μικρές μα πολύκροτες και νικηφόρες δράσεις σε ξενοδοχεία, νοσοκομεία και σιδηροδρομικούς σταθμούς, μια σημαντική εξέλιξη γι’ αυτόν τον κακόφημα υποοργανωμένο κλάδο, το εργατικό δυναμικό του οποίου αποτελείται κυρίως από μαύρες γυναίκες.

Ωστόσο, το κίνημα στο σύνολό του δεν έφτασε την αναγκαία κρίσιμη μάζα ώστε ν’ αναγκάσει την κυβέρνηση να υποχωρήσει. Επιπρόσθετα στη σκληρή αστυνομική και δικαστική καταστολή που εξαπολύθηκε ενάντια στους απεργούς, τις πικετοφορίες και τις διαδηλώσεις, οι μιλητάντηδες συνδικαλιστές τελικά απέτυχαν να κινητοποιηθούν επαρκώς σ’ εταιρικό επίπεδο. Η ακολουθία των γεγονότων του 2016 δείχνει ότι, μολονότι το σύνθημα περί «γενικής απεργίας» -και την αναγνώριση της αντικειμενικής δύναμης της εργατικής τάξης που συνεπάγεται- παρέμεινε κεντρικό ακόμη και στα «νέα» είδη κινητοποιήσεων όπως το Nuit Debout, η μετατροπή του συνθήματος αυτού σε πραγματικότητα δεν μπορεί να βασιστεί στις εθνικές συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Όμως, η νίκη των κυρίαρχων στην μάχη για τον εργασιακό νόμο ήρθε μ’ ένα μεγάλο πολιτικό κόστος. Η επιβολή των σκληρών νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων μετατράπηκε σ’ επίθεση αυτοκτονίας, στην οποία ο Ολλάντ δεν θυσίασε μόνο όση δημοτικότητα του είχε απομείνει μα και το ίδιο το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το οποίο κατέρρευσε οριστικά, αφού πρώτα έριξε μια τελευταία μαχαιριά στην πλάτη της εργατικής τάξης και των φτωχών. Αυτό άνοιξε την πόρτα για τον Μακρόν.

Η άνοδος του Μακρόν

Ένας ανερχόμενος πρώην δημόσιος υπάλληλος, ο υπουργός οικονομικών Μακρόν κατάφερε να χτίσει μια στέρεη φήμη στη γαλλική άρχουσα τάξη, απ’ την ομοσπονδία των εργοδοτών ως τους πολιτικούς και τους υψηλόβαθμους δημόσιους υπαλλήλους, γινόμενος γοργά ο αγαπημένος των μήντια. Περιτριγυρίστηκε μ’ επικοινωνιακούς συμβούλους κι ίδρυσε το κίνημα «Η Δημοκρατία Μπροστά!» (LREM) με μοναδικό σκοπό την προώθηση τις φίρμας «υποψηφιότητα Μακρόν». Έξυπνα, έφυγε έγκαιρα απ’ το βυθιζόμενο πλοίο των Ολλάντ-Βαλλς κι ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του τη στιγμή που ό,τι απέμενε απ’ τα εκλογικά διαπιστευτήρια τόσο του προέδρου όσο και του πρωθυπουργού διαλύονταν εις τα εξ ων συνετέθη.

Την ίδια στιγμή, μέλη του συντηρητικού κόμματος «Οι Ρεπουμπλικάνοι» (ή LR, η νέα ταυτότητα της Ένωσης για τον Λαό, το προεδρικό όχημα του Σιράκ και του Σαρκοζί) επέλεξαν αναπάντεχα και με συντριπτική πλειοψηφία τον Φρανσουά Φιγιόν, πρώην πρωθυπουργό του Σαρκοζί, ως εκπρόσωπο της παράταξής τους στις εκλογές του 2017. Ιδεολογικά, ο Φιγιόν εκπροσωπεί την αντιδραστική, χριστιανοκαθολική, αντιμουσουλμανική κι ομοφοβική επαρχιακή γαλλική αστική τάξη. Η ανοικτή του ισλαμοφοβία, ομοφοβία και νοσταλγία για τη γαλλική αποικιακή αυτοκρατορία κρύβει έναν σημαντικό ριζοσπαστισμό: σε μια ομιλία του προς τη γοητευμένη ομοσπονδία εργοδοτών, ο Φρανσουά Φιγιόν υποσχέθηκε ένα «μπλίτσκριγκ»[22] βίαιων νεοφιλελεύθερων μέτρων που θα μετασχημάτιζαν ριζικά τη γαλλική οικονομία μέσα σε μερικούς μόλις μήνες.

Ο διορισμός του Φιγιόν ως υποψήφιου των Ρεπουμπλικάνων αποτελούσε μόνο έναν ακόμη δείκτη της στρατηγικής κι αναπόδραστης δεξιάς στροφής που έχει λάβει το γαλλικό κράτος στο σύνολό του. Όμως, η εκστρατεία του Φιγιόν ξέφτισε θεαματικά όταν αποκαλύφθηκε ότι αυτός ο ηθικολόγος καθολικός είχε πληρώσει τη σύζυγό του σχεδόν ένα εκατομμύριο ευρώ δημόσιου χρήματος για μια δουλειά που τελικά δεν έκανε. Δεχόμενος χτυπήματα απ’ όλες τις πλευρές απ’ τα μήντια και το επιτελείο του ίδιου του του κόμματος που απαιτούσε την παραίτησή του, ο Φιγιόν αιωρήθηκε απεγνωσμένα και στράφηκε στους αντιδραστικούς υποστηρικτές του για ν’ ανταπεξέλθει στην καταιγίδα, οδηγώντας την εκστρατεία του ακόμη περισσότερο στα δεξιά κι επιταχύνοντας τη διαρροή ψηφοφόρων προς τον νέο αγαπημένο των μήντια, τον Μακρόν. Αυτό κατέστησε τον πρώην πρωθυπουργό ανίκανο να διασχίσει το κατώφλι του πρώτου εκλογικού γύρου παρά το εντυπωσιακό -λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω- ποσοστό του 20%.

Αν η εκστρατεία του Φιγιόν έλκυε τους σκληραγωγημένους αντιδραστικούς της επαρχίας, ο Μακρόν επιδίωξε να κολακέψει τον ακριβώς αντίθετο πόλο του αστικού φάσματος: τα νεαρά, εύπορα στελέχη των πόλεων που κρύβουν τη διανοητική τους φτώχεια πίσω από παραπλανημένες, τύπου LinkedIn, φράσεις περί «διατάραξης» της γαλλικής πολιτικής σκηνής και μετατροπή της χώρας σ’ ένα «έθνος των start-up». Ο Μακρόν έκανε τον κωμικό και κούρδισε όλη τη ρητορική του σ’ αυτόν τον τόνο· τα θλιβερά αστειάκια στις αλλόκοτες ομιλίες του καλωσορίζονταν από ένα διαρκές και, όπως τελικά αποκαλύφθηκε, προσχεδιασμένο χειροκρότημα[23].

Η μετεωρική άνοδος του Μακρόν θάμπωσε τα μήντια του συρμού, τα οποία ξεκίνησαν ν’ αναζητούν με ζήλο το μυστικό της επιτυχίας του νεαρού αυτού άντρα στην ίδια του την περσόνα. Θα ήταν δύσκολο, ωστόσο, ν’ αντιληφθούμε μια φιγούρα η οποία ενσαρκώνει παθητικά τη γαλλική πολιτική αναστάτωση τόσο καλά όπως ο Μακρόν· δεν «έγραψε ιστορία», αποτελεί το προϊόν απρόσωπων ιστορικών δυνάμεων στις οποίες έπαιξε μόνο έναν υποστηρικτικό ρόλο.

Πράγματι, η οικειοθελής θυσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος στον βωμό του κεφαλαίου, η κρίση της δεξιάς του συρμού -της οποίας το σκάνδαλο Φιγιόν υπήρξε μόνο καταλύτης- κι η άνοδος της Μαρίν Λε Πεν η οποία τρόμαξε αρκετούς αριστερούς ψηφοφόρους ώστε να στραφούν προς τον αγαπημένο των μήντια, και τελικά το ρεκόρ αποχής – όλα αυτά αποτελούν συμπτώματα της οργανικής κρίσης της γαλλικής άρχουσας τάξης που εξέβαλαν στον βάλτο της «υποψηφιότητας Μακρόν». Αυτός υπήρξε ο τρόπος με τον οποίο ένας πανούργος οπορτουνιστής τέθηκε στην κεφαλή ενός μείζονος ιμπεριαλιστικού κράτους υπό το θυελλώδες χειροκρότημα ονειροπόλων ηλίθιων.

Με το που εξελέγη, ο Μακρόν γρήγορα αντικατέστησε τη φορεσιά του start-up διευθυντή πωλήσεων γι’ αυτή, περισσότερο σοβαρή μα όχι λιγότερο θλιβερή, του επικεφαλής της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο εκτελεστικός στρατός του κράτους αντικατέστησε ό,τι είχε απομείνει απ’ τους αφελείς ακτιβιστές του LREM.

Ο Μακρόν βάδισε ολοταχώς στη τροχιά του Ολλάντ: αφενός, ενίσχυσε τον κρατικό κατασταλτικό μηχανισμό, ιδίως ενάντια στους μετανάστες και τους πρόσφυγες και, αφετέρου, επεδίωξε μια σειρά δημοσιονομικών κι εργασιακών μεταρρυθμίσεων προς όφελος του κεφαλαίου. Βάλθηκε να επιτεθεί σ’ ένα προπύργιο της εργατικής τάξης ανακοινώνοντας την επερχόμενη ιδιωτικοποίηση της σιδηροδρομικής εταιρείας SNCF και τη λήξη των εργασιακών όρων και συνθηκών των εργατών του σιδηρόδρομου, που είχαν κερδηθεί με σκληρούς αγώνες. Παρότι η απεργία στους σιδηρόδρομους, η οποία διήρκησε τρεις μήνες, δεν έπληξε αρκετά την κυβέρνηση ώστε να υποχωρήσει, παρήγαγε μια αντίδραση παρόμοια με τον αγώνα ενάντια στον νόμο Ελ Κομρί: μια μεγάλη γενική απεργία που έγινε πρωτοσέλιδο των εφημερίδων, ένας άγριος αγώνας φοιτητών και μαθητών λυκείου κι αναδυόμενα μεταναστευτικά κι αντιρατσιστικά κινήματα οργανώθηκαν και συνέκλιναν στους δρόμους απέναντι σε μια κλιμακούμενη αστυνομική καταστολή. Όλα έδειχναν μια συνεχή συσσώρευση αριστερού ριζοσπαστισμού που δεν πτοούνταν απ’ τις ήττες του εργατικού κινήματος των περασμένων ετών.

Ωστόσο, η κοινωνία δεν θα γείρει προς τ’ αριστερά μέχρι η εξουσία να πέσει στα χέρια μας. Η αριστερόστροφη ριζοσπαστικοποίηση ισορροπείται από μια πόλωση της ακροδεξιάς, ιδίως γύρω απ’ το Εθνικό Μέτωπο (το οποίο πέρσι μετονομάστηκε σ’ Εθνικός Συναγερμός) που συγκέντρωσε 11 εκατομμύρια ψήφους στις προεδρικές εκλογές του 2017.

Η ακροδεξιά: ο ρεπουμπλικανικός ρατσισμός θρέφει έναν φασιστικό πυρήνα

Εν μέσω της μακράς οικονομικής και πολιτικής κρίσης, σε πολλούς σχολιαστές φάνηκε ότι το κύριο γαλλικό φασιστικό κόμμα, το Εθνικό Μέτωπο (FN), κατάφερε να ξεφορτωθεί τα φασιστικά απομεινάρια του και να γίνει ένα «ρεπουμπλικανικό» κόμμα, με τον «ρεπουμπλικανισμό» εδώ να εννοείται ως ένα γαλλικό ιδίωμα για το «δημοκρατικά έγκυρο» κόμμα. Η ανάλυση αυτή έχει καταστεί δικαιολογία για τη λήξη ενός αποτελεσματικού μποϋκοτάζ του FN από σχεδόν όλα τα μεγάλα αστικά κόμματα: ο Μακρόν συμφώνησε να συμμετάσχει σ’ ένα τηλεοπτικό ντιμπέιτ με την Μαρίν Λε Πεν πριν τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, ενώ ο Σιράκ, που δεν τον λες κι αντιφασίστα ακτιβιστή, είχε αρνηθεί να συμμετάσχει σ’ ένα παρόμοιο ντιμπέιτ με τον Ζαν-Μαρί Λε Πεν, πατέρα της Μαρίν, που ήταν ο υποψήφιος του FN το 2002.

Όπως όλες οι πολιτικές οργανώσεις, τα φασιστικά κόμματα είναι ζωντανοί οργανισμοί που υπόκεινται σ’ εξέλιξη καθώς αντιδρούν και προσαρμόζονται στη συγκεκριμένη πολιτική κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκονται, ιδίως όταν η πιθανότητα μιας άμεσης πρόσβασης στην εξουσία αποκλείεται απ’ τη βραχυπρόθεσμη ημερήσια διάταξη. Το FN, το οποίο ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ως μια προσπάθεια συνένωσης των μικρών ναζιστικών οργανώσεων και -ήδη από τότε- προικίσματός τους με μια αποδεκτή εκλογική νομιμότητα, σίγουρα δεν αποτελεί εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Έχει περάσει από πολλαπλές κρίσεις και μετασχηματισμούς, χωρίς όμως ν’ αποξενωθεί απ’ τη φασιστική του φύση.

Δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος να παραθέσουμε μια λεπτομερή ιστορία του FN και του γαλλικού φασισμού, επιτρέψτε μας όμως να περιγράψουμε την τρέχουσα κατάστασή του, υπό την Μαρίν Λε Πεν, ως μια ακροδεξιά εκλογική οργάνωση που περιβάλλει έναν φασιστικό πυρήνα. Κατά την περασμένη δεκαετία, η Λε Πεν επεδίωξε να διευρύνει την επιρροή και την εκλογική απήχηση του FN υιοθετώντας μια ανανεωμένη ρατσιστική πολιτική που θέτει στο προσκήνιο την ισλαμοφοβία αντί του αντισημιτισμού. Το γεγονός ότι μια τέτοια κίνηση «εξάγνισε» το FN και το προίκισε με το λεγόμενο ρεπουμπλικανικό προσωπείο στα μάτια των αστών σχολιαστών και πολιτικών, δείχνει μόνο τον βαθμό στον οποίο η μέηνστρημ γαλλική πολιτική έχει μετατοπιστεί προς τα δεξιά. Πράγματι, ο ρατσισμός του FN νομιμοποιήθηκε απ’ το κράτος, τα μεγάλα κόμματα και το σύνολο της κλίκας των διαννοούμενων, καθηγητών και δημοσιογράφων που βρήκαν στην ισλαμοφοβία ένα μονοπάτι για να προωθήσουν τις καριέρες τους. Αυτό έχει οδηγήσει τη Λε Πεν να καυχιέται ότι έχει «ήδη κερδίσει την ιδεολογική μάχη». Η Λε Πεν χρειάστηκε μόνο να προσαρμόσει τη ρητορική του FN στο νέο «ισλαμικό» σκιάχτρο και να ενταχθεί σ’ ένα ρατσιστικό μέτωπο που «εκτείνεται απ’ τα δεξιά της κυβέρνησης [Βαλλς] ως το FN, συμπεριλαμβανομένου του LR»[24].

Φυσικά, το FN επωφελείται κι απ’ την μακρά οικονομική κρίση και τα επακόλουθά της -ανεργία, ανισότητα και λιτότητα- προσελκύοντας ψηφοφόρους απ’ την εργατική τάξη και τους φτωχούς οι οποίοι νιώθουν εξαπατημένοι απ’ τις υποσχέσεις των κομμάτων της δεξιάς και της αριστεράς του συρμού που το μόνο που απέφεραν είναι περισσότερη φτώχεια. Όμως, το οικονομικό δέντρο δεν πρέπει να κουκουλώσει το ρατσιστικό δάσος: «Κομμάτια της αριστεράς οδηγήθηκαν να πιστέψουν ότι το διακύβευμα της λεγόμενης “κοινωνικής στροφής” της Λε Πεν ήταν ν’ αποκαλύψουν […] τη καπιταλιστική φύση του FN»[25] παραμερίζοντας τον ρατσισμό του, την πραγματική κινητήριο δύναμη πίσω απ’ την επέλαση του FN και το ιδεολογικό του τσιμέντο. Όπως έχει υποδείξει ο Denis Godard, «η όλη ιστορία του FN σημαδεύεται από μια διπροσωπία: στρέφεται προς οτιδήποτε το νομιμοποιεί (κοινοβουλευτικό έργο, μηντιακή δημοσιότητα, επικοινωνία με τμήματα της δεξιάς) για να διευρύνει την απήχησή του, ενώ παράλληλα προβαίνει σε ανοικτά ρατσιστικές και φασιστικές διακηρύξεις και δράσεις που στοχεύουν να εδραιώσουν και να αναπτύξουν μια ιδεολογικά φασιστική καρδιά»[26]. Η τακτική αυτή, που τη ξεκίνησε ο Ζαν-Μαρί Λε Πεν, ακολουθήθηκε απ’ την κόρη του, Μαρίν, κατά τη διάρκεια των εκλογών του 2012 και του 2017[27] για να εδραιωθεί και να κολακευτεί ο φασιστικός, αντισημίτικος πυρήνας του κόμματος.

Και τι πυρήνας! Ένα παραφουσκωμένο «τμήμα προστασίας κι ασφάλειας» που στρατολογεί βετεράνους των ιμπεριαλιστικών περιπετειών του γαλλικού στρατού κι οργανώνεται κατά μήκος παραστρατιωτικών γραμμών μέσω των οποίων συντηρούνται πραγματικοί δεσμοί με μικρότερες ναζιστικές ομάδες, μια ακολουθία μικρών εταιρειών παροχής υπηρεσιών, η λίστα με τους ιδιοκτήτες των οποίων μοιάζει με λίστα αναφοράς Γάλλων ακροδεξιών μαχητών του δρόμου της δεκαετίας του 1980, τους παράξενους αυτούς νοσταλγούς του ναζισμού και καθημερινούς αντισημίτες… Το FN παραμένει το αδιαμφισβήτητο κέντρο βαρύτητας των Γάλλων φασιστών. Σύμφωνα με τη Vanina Giudicelli, η Μαρίν Λε Πεν αντιπροσωπεύει μια μέση οδό «μεταξύ εκείνων που πιστεύουν ότι ήρθε η ώρα να προσπαθήσουν να πάρουν την εξουσία κι εκείνων που πιστεύουν ότι λείπει ένα μαζικό κίνημα – δηλαδή, ότι δεν αρκεί να έχουν επιρροή εντός του κράτους [το FN είναι πολύ δημοφιλές μεταξύ των αστυνομικών και των στρατιωτικών] αλλά ότι στην πραγματικότητα, για να θέσουν σε κίνηση το πολιτικό τους εγχείρημα, χρειάζονται ένα κίνημα που μπορεί να το φέρει σε πέρας στους δρόμους»[28].

Η επιταχυνόμενη κρίση των τελευταίων ετών έχει ωφελήσει τον πολλαπλασιασμό των ναζιστικών δρομίσιων οργανώσεων, όπως η Génération Identitaire και το Bastion Social. Μ’ ένα ευρύ διαδικτυακό ακροατήριο στη «φασιστόσφαιρα» που προσελκύεται από αντιστημιτικές, ομοφοβικές κι ισλαμοφοβικές φαντασιώσεις και θεωρίες συνωμοσίας όπως η λεγόμενη «μεγάλη αντικατάσταση» των λευκών Ευρωπαίων από μουσουλμάνους μετανάστες, οι ομάδες αυτές μετρούν εκατοντάδες ενεργούς μιλητάντηδες σε πόλεις όπως η Λυών, η Μασσαλία, το Παρίσι, η Ναντ, κλπ. Επικεντρωμένοι σ’ αντιμεταναστευτικές εκστρατείες, πογκρόμ, επιθέσεις εναντίον αριστερών κινημάτων και μαθητικών/φοιτητικών καταλήψεων[29], οι δράσεις τους πηγάζουν απ’ το κλασσικό ρεπερτόριο των παλιότερων ναζιστικών ομάδων απ’ τις οποίες κατάγονται. Παρότι δεν αποτελούν επισήμως κομμάτι του FN, μια μυστική έρευνα του Al Jazeera για τις ναζιστικές ομάδες έφερε στο φως χειροπιαστές αποδείξεις για όσα η αντιφασιστική αριστερά προειδοποιούσε εδώ και καιρό: την ύπαρξη ιδεολογικών κι οργανωτικών περιστρεφόμενων θυρών μεταξύ των δύο σφαιρών. Ένα μέλος της Génération Identitaire έφτασε να ισχυριστεί ότι το «FN κάνει τη δική του δουλειά, δηλαδή πολιτική. Κι εμείς κάνουμε το δικό μας έργο, που είναι οι δρόμοι»[30]. Αυτός ο υπόρρητος καταμερισμός εργασίας, ο οποίος δεν χρήζει ενεργού συντονισμού, είναι εμφανής στα μοτίβα παρέμβασης της ακροδεξιάς στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, κάτι στο οποίο θα επανέλθουμε παρακάτω.

Ποια είναι τα Κίτρινα Γιλέκα;

Το ερώτημα του ποια είναι τα Κίτρινα Γιλέκα βασανίζει την αριστερά ήδη απ’ τις εβδομάδες πριν τη 17 Νοεμβρίου [την πρώτη πανεθνική δράση των Κίτρινων Γιλέκων]· ένα κίνημα ενάντια στους «πράσινους φόρους» που αναπτύσσεται έξω απ’ την αριστερά -έξω απ’ τα συνδικάτα, ακόμη κι εκτός των γνωστών δικτύων των σόσιαλ μήντια- οι μόνοι γνωστοί εκπρόσωποι του οποίου γέρνουν προς την ακροδεξιά και βρίσκει πατήματα στις μικρές πόλεις και τις επαρχιακές περιοχές με ισχυρή παρουσία του FN. Πριν ακόμη την πρώτη ημέρα των κινητοποιήσεων, στην αριστερά κυριάρχησαν φόβοι, τόσο υπαρκτοί όσο και φανταστικοί, για την ανάδυση ενός μαζικού μικροαστικού αντιδραστικού κινήματος. Ευτυχώς, οι φόβοι αυτοί σύντομα αποδείχτηκαν λαθεμένοι.

Η πλειοψηφία των Κίτρινων Γιλέκων είναι άνθρωποι της εργατικής τάξης που οργανώνονται εκτός του χώρου εργασίας κι ανεξάρτητα απ’ τις υπάρχουσες εργατικές οργανώσεις όπως τα συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα κι άλλες ενώσεις. Έρευνες έδειξαν ότι ο κύριος όγκος όσων δηλώνουν υποστηρικτές των κινητοποιήσεων είναι άνθρωποι της εργατικής τάξης, καθώς κι άνεργοι. Μια έρευνα βρήκε ότι το 62% των ενεργών Κίτρινων Γιλέκων έχει αρνητικό ισοζύγιο στον τραπεζικό λογαριασμό του κάθε τέλος του μήνα[31].

Οι εργάτες των Κίτρινων Γιλέκων, συμπεριλαμβανομένων των ανέργων και των συνταξιούχων, οργανώθηκαν σε γεωγραφική βάση κι αρχικά στις καταγγελίες τους εστίασαν σ’ ένα ευρύ φάσμα δημοσιονομικών αιτημάτων: επαναφορά του φόρου των πλουσίων, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, μείωση της φορολογίας στις συντάξεις και τα βασικά αγαθά, και, τέλος, αύξηση του κατώτατου μισθού. Μερικοί είδαν την επιρροή της μικροαστικής τάξης πίσω απ’ την εστίαση του κινήματος στο κράτος και τη φορολογία. Πράγματι, στις πρώιμες φάσεις του κινήματος συμμετείχαν ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, φέροντας τα παράπονά τους αναφορικά με τη φορολόγηση των επιχειρήσεων και τους φόρους επί των μισθών. Όμως, η μετέπειτα εξέλιξη του κινήματος, μ’ εκατοντάδες διαφορετικά αιτήματα ν’ αναδύονται απ’ τις γενικές συνελεύσεις που οργανώθηκαν δημοκρατικά σ’ όλη τη χώρα, δείχνει ένα εμφανή μοτίβο επικράτησης των ανησυχιών της εργατικής τάξης όπως η ανεργία, οι δημόσιες υπηρεσίες, η στέγαση κι οι συντάξεις, καθώς κι η φτώχεια μεταξύ των εργαζόμενων γυναικών[32], και μειώθηκαν οι αναφορές στη φορολογία των μικρών επιχειρήσεων.

Πρόκειται, καθαρά κι αντικειμενικά, για ένα εργατικό κίνημα που κινείται από εκείνους που χτυπήθηκαν απ’ την οικονομική κρίση και τη νεοφιλελεύθερη «επίλυσή» της τις περασμένες δεκαετίες. Ωστόσο, το παράδοξο κείτεται στο γεγονός ότι, πρώτον, τα αιτήματα επικέντρωναν κυρίως σε φορολογικά ζητήματα και, δεύτερον, στις κινητοποιήσεις επικρατήσαν τα εθνικά σύμβολα.

Η αρχική εστίαση στους φόρους αντί για τους μισθούς, κάτι το ασυνήθιστο για το παραδοσιακό εργατικό κίνημα, αποτελεί σύμπτωμα μιας κινητοποίησης που λαμβάνει χώρα έξω απ’ τους -συνήθως μικρούς- χώρους εργασίας, κάτι που μπορεί να προσελκύσει άμεσα τους ανέργους και τους συνταξιούχους. Κι αυτό πάντα στο πλαίσιο της σχετικής υποχώρησης (και σε μερικές περιπτώσεις, εξαφάνισης) της τοπικής συνδικαλιστικής παρουσίας και της έλξης που μπορεί ν’ ασκήσει στον περιβάλλοντα χώρο της ένας μεγάλος, μαχητικός χώρος εργασίας. Όμως, τα φορολογικά ζητήματα υπογραμμίζονται απ’ την τάξη: τα αιτήματα αναφορικά με την επαναφορά του φόρου για τους πλούσιους, για τη μάχη ενάντια στη φοροδιαφυγή των μεγάλων πολυεθνικών και για την επαναφορά των δημόσιων υπηρεσιών αφορούν τις κρατικά ηγούμενες μεταρρυθμίσεις του καπιταλισμού που μείωσαν τους έμμεσους μισθούς της εργατικής τάξης κι ωφέλησαν τους πολύ πλούσιους.

Η άλλη, περισσότερο προβληματική, αντίφαση αφορά τη χρήση των εθνικιστικών συμβόλων που είχαν από καιρό απορριφθεί απ’ τη γαλλική αριστερά και το εργατικό κίνημα. Οι γαλλικές σημαίες, η Μασσαλιώτιδα κι η «Μαριάννα» -η έμφυλη προσωποποίηση του γαλλικού έθνους- είναι ξένα για τη γαλλική αριστερά (μ’ εξαίρεση την προεδρική προεκλογική εκστρατεία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν το 2017) και παραδοσιακά επικρατούν στις δεξιές κινητοποιήσεις. Αν είναι αρκετά εμφανές στον καθένα, πέρα απ’ τους τυπολατρικούς φορμαλιστές, ότι το κίνημα δεν είναι μια φασιστική ή έστω μια πρωταρχικά εθνικιστική κινητοποίηση μασκαρεμένη με κοινωνικά αιτήματα, παραμένει το ερώτημα του πως πρέπει να ερμηνεύσουμε την αντίφαση μεταξύ της κοινωνικής κινητήριας δύναμης των κινητοποιήσεων και της χρήσης εθνικών ιδεολογικών συμβόλων.

Επ’ αυτού μπορούμε να στραφούμε στον Αντόνιο Γκράμσι ο οποίος, ακολουθώντας τον Μαρξ, επιβεβαίωσε ότι «ο ισχυρισμός ότι κάθε διακύμανση της πολιτικής και της ιδεολογίας μπορεί να παρουσιαστεί και να αναπτυχθεί ως άμεση έκφραση της δομής, πρέπει ν’ αμφισβητηθεί στη θεωρία ως πρωταρχική νηπιοπρέπεια»[33]. Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται είναι μια συγκεκριμένη μελέτη της ιδεολογίας και του ρόλου που παίζει στην πραγματική πρακτική των ανθρώπων.

Το συνεκτικό, ενωμένο γαλλικό έθνος που επικαλείται η άρχουσα τάξη για να δικαιολογήσει την κυριαρχία της «δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια μεταφορά». Στην πραγματικότητα μοιάζει με τη «συνύπαρξη κι αντιπαραβολή διαφορετικών πολιτισμών και κουλτούρων, συνδεδεμένων απ’ τον κρατικό καταναγκασμό και πολιτιστικά οργανωμένων ως μια “ηθική συνείδηση”, ταυτοχρόνως αντιφατική και “συγκρητική”»[34]. Αυτή η «ηθική συνείδηση» εμφανίζεται ως δεδομένη απ’ τα Κίτρινα Γιλέκα στην εναντίωσή τους στην άρχουσα τάξη. Η υιοθέτηση εθνικών συμβολών κι εθνικής ρητορικής απ’ τα Κίτρινα Γιλέκα αναπαράγει ένα κλασσικό φαινόμενο όπου οι εξεγερμένοι χρησιμοποιούν τα ηθικά σύμβολα και τον λόγο των κυρίαρχων στρέφοντάς τα εναντία τους. Οι ακόλουθοι του Μαρτίνου Λούθηρου ορθώθηκαν ενάντια στον καθολικό Πάπα στ’ όνομα του «αληθινού» χριστιανισμού. Τα Κίτρινα Γιλέκα ορθώνονται ενάντια στους ηγεμόνες τους χρησιμοποιώντας μερικά απ’ τα κλασσικά σύμβολα με τα οποία η ηρωική αστική τάξη του 18ου αιώνα βάρυνε τους συντηρητικούς, οπωσδήποτε αντιηρωικούς, κληρονόμους της: «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα», κι ένα εθνικός ύμνος, η Μασσαλιώτιδα, που βρωμάει επανάσταση. Τα Κίτρινα Γιλέκα έχουν συνεπώς ορίσει ότι οι σημερινοί Γάλλοι κυρίαρχοι προδώσαν την ίδια την «ηθική συνείδηση» τους, κι ανακηρύσσουν εαυτούς «λαό», φρουρούς μιας «πραγματικής Γαλλίας» όπου αυτή η ηθική συνείδηση εφαρμόζεται στην πράξη.

Φυσικά, μια τέτοια Γαλλία δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα. Η χρήση εθνικιστικών συμβόλων, παρότι δεν πρόκειται για ένδειξη ενός εγγενώς ρατσιστικού, αντιδραστικού κινήματος, μολαταύτα αποκαλύπτει την αδυναμία και τα όρια του κινήματος: πρώτα και κύρια, η γαλλική σημαία κι η Μασσαλιώτιδα, ενώ προσελκύουν ανθρώπους της εργατικής τάξης που δεν πορεύτηκαν ποτέ υπό ένα κομματικό λάβαρο, προσελκύει επίσης την οργανωμένη ακροδεξιά με τον ίδιο τρόπο που η κοπριά προσελκύει τις μύγες.

Δεύτερον, η χρήση της γαλλικής σημαίας, του εθνικού ύμνου κι ενός υπερβολικά «γαλλικού» λόγου, προδίδει τον ρεφορμισμό του κινήματος και τη συμφιλιωτική του προσέγγιση προς την ταξική κοινωνία. Αυτό που συνεπάγεται είναι ότι οι γαλλικές αξίες της «ελευθερίας, ισότητας, αδελφότητας» και το διάσημο «γαλλικό κοινωνικό σύστημα», το οποίο τώρα αποσυναρμολογείται, μπορεί να παρέχει μια ομπρέλα υπό την οποία μπορεί να υπάρξει μια συμφιλίωση μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών, ένας μετριασμός των ανισοτήτων και των ανταγωνισμών. Η Γαλλία, συνεπώς, γίνεται αντιληπτή ως μια αφηρημένη ιδέα, προικισμένη με μια σχεδόν θρησκευτική ποιότητα η οποία τη θέτει υπεράνω των κοινωνικών τάξεων και της ίδιας της ιστορίας.

Ένα εξελισσόμενο κίνημα

Αν υπάρχει κάτι που μπορούμε να μάθουμε απ’ το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, είναι ότι οι ιδέες μπορούν ν’ αλλάξουν. Οι ιδέες αλλάζουν όταν οι άνθρωποι ξεκινούν να κινούνται, όταν θέτουν σε δοκιμασία την κοινή λογική που έως τότε είχαν άκριτα αποδεχτεί, αμφισβητώντας συνεπώς τις ίδιες τις αντιλήψεις τους – όπως η ύπαρξη ενός κοινού συμφέροντος μεταξύ όλων των Γάλλων, ή του ουδέτερου ρόλου της αστυνομίας και του δικαστικού συστήματος.

Ο κοινωνιολόγος Benoît Coquard μας υπενθυμίζει ότι η καθημερινή ζωή στις επαρχιακές περιοχές, οι οποίες υπήρξαν τα κέντρα των αρχικών κινητοποιήσεων, τείνουν να «θολώνουν τις ταξικές διακρίσεις», ιδίως απ’ τη στιγμή που πολλοί εργάτες απασχολούνται σε μικρές εταιρείες όπου υπάρχει μια θεωρούμενη αίσθηση εγγύτητας με το αφεντικό, η οποία ίσως έχει αντίκτυπο στη σφαίρα του ελεύθερου χρόνου και της πολιτιστικής ζωής εκτός του χώρου εργασίας. Ωστόσο, τα πράγματα ξεκίνησαν ν’ αλλάζουν στα μπλόκα των επαρχιακών δρόμων, ένα επαρχιακό ισοδύναμο της πικετοφορίας εκτός του χώρου εργασίας, όπου τα Κίτρινα Γιλέκα συζητούσαν, τσακώνονταν και προσπαθούσαν να πείσουν τους αυτοκινητιστές να συμμετάσχουν στην κινητοποίησή τους: «Καθώς τ’ αυτοκίνητα περνούσαν απ’ τα μπλόκα, σταδιακά είδαμε μια διχοτόμηση του κόσμου που αναδύεται μεταξύ των “φιλικών”, εκείνων που είναι “σαν κι εμάς”, και των πλούσιων, “των χοντρών αστών που δεν δίνουν δεκάρα”»[35].

Οι αντιδράσεις των «χοντρών αστών» και των εκπροσώπων τους εναλλάσσονταν μεταξύ δυσπιστίας, υστερίας και παραίτησης, ιδίως όταν το κίνημα δημιούργησε εξεγερσιακές σκηνές στο κέντρο του Παρισίου τον Δεκέμβριο, στέλνοντας κρουστικά κύματα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο φιλόσοφος και πρώην υπουργός παιδείας Λικ Φερί προέτρεψε την αστυνομία να «χρησιμοποιήσει τα όπλα της μια για πάντα», ενώ η υπουργός ισότητας των φύλων Marlène Schiappa, το φεμινιστικό, φιλελεύθερο πρόσωπο του μακρονισμού, αντέδρασε στην εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων για τον Christophe Dettinger, τον μποξέρ που έπαιξε ξύλο με τα CRS [τα γαλλικά ΜΑΤ][36], ζητώντας το μητρώο των 9.000 ατόμων που συνεισφέραν οικονομικά.

Όμως, η πιο διαυγής κι αποκαλυπτική αντίδραση ήρθε απ’ τον Xavier Bertrand, επίσης πρώην υπουργό, ο οποίος είπε αναστενάζοντας ότι «ο Σαρκοζί δεν κέρδισε μια δεύτερη λαϊκή εντολή, ο Ολλάντ δεν μπορούσε καν να κατέβει υποψήφιος, και τώρα αναρωτιόμαστε αν ο Μακρόν θα καταφέρει να τελειώσει τη θητεία του»[37]. Μερικοί βουλευτές του Μακρόν, οι οποίοι δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν να βρεθούν στο στόχαστρο του εκλογικού τους σώματος, έχουν προσπαθήσει έναν αντιπερισπασμό επιτιθέμενοι στους υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους του υπουργείου οικονομικών στη Bercy, στιγματίζοντάς τους ως υπεύθυνους για τη φορολογική πολιτική του Μακρόν την ώρα που οι τελευταίοι υποχωρούσαν κι ανακοίνωναν παραχωρήσεις. Μια σειρά άρθρων της Le Monde αποκάλυψε την αναστάτωση που επικρατεί στην ηγεσία του υπουργείου: «Αν τα αιτήματα των Κίτρινων Γιλέκων προξενήσαν τέτοια αισθήματα μεταξύ του επιτελείου της Bercy, είναι επειδή νόμιζαν ότι ήρθε επιτέλους η ώρα τους με την εκλογή του Μακρόν. Μα τι θρίαμβος, ένας πρώην επιθεωρητής του υπουργείου οικονομικών βρέθηκε στο Μέγαρο των Ηλυσίων! “Μας καταλάβαινε, ήξερε πως να μας μιλάει”, δηλώνει ένα μέλος της διοίκησης»[38].

Το κίνημα εναλλάσσεται μεταξύ μπλόκων και πικετοφοριών στις επαρχιακές οδούς τις καθημερινές, και των παραδοσιακών σαββατιάτικων διαδηλώσεων στις κοντινές πόλεις. Η ωμή βία της αστυνομίας, η εντεινόμενη αυστηρότητα των δικαστών, η απέχθεια που ξεχύνουν οι αρθρογράφοι κι οι συντακτικές ομάδες, η απόλυτη οργή των πλουσίων και των σχολιαστών τους και το κάθε σπασμωδικό βήμα του κινήματος προς τα εμπρός, αποκαλύπτουν τις δυσάρεστες αλήθειες της κοινωνίας. Συγκεκριμένα, η αστυνομική καταστολή δρα ως καταλύτης για την πολιτική συνείδηση, καθώς αποτελεί ένα άμεσο βίωμα εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων και γίνεται ορατή μέσω των σόσιαλ μήντια από εκατομμύρια συμπαθούντες υποστηρικτές του κινήματος. Ένα απ’ τα πολλά σημεία καμπής υπήρξε ένα βίντεο που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο μ’ εκατοντάδες μαθητές λυκείων απ’ το Mantes-la-Jolie, ένα προάστειο που Παρισίου, γονατισμένων στο έδαφος επί ώρες με την αστυνομία να μορφάζει πάνω απ’ τα κεφάλια τους, καθώς είχαν συλληφθεί μαζικά επειδή είχαν αποκλείσει τον δρόμο μπροστά απ’ το σχολείο τους. Σε κανονικούς καιρούς, οι μαθητές αυτοί, στην πλειοψηφία τους μαύροι και μουσουλμάνοι, είναι που δέχονται συνήθως τα χτυπήματα της καθημερινής βίας του γαλλικού κράτους υπό την κάλυψη του ρατσισμού. Όμως, δεν βρισκόμαστε σε κανονικούς καιρούς: ενώ οι υπουργοί κι οι μηντιακοί λακέδες τους ανακυκλώνουν τις παλιές ρατσιστικές ρητορικές αιχμές αναφορικά με τους «κακοποιούς των banlieues», λευκοί διαδηλωτές των Κίτρινων Γιλέκων σ’ όλη τη χώρα γονάτισαν μπροστά στην αστυνομία σ’ ένδειξη αλληλεγγύης με τους αναπάντεχους συντρόφους τους απ’ τα προάστια[39].

Συγκεκριμένες εξελίξεις έθεσαν το ζήτημα της τάξης, της αστυνομικής βίας και του ρόλου του κράτους στο επίκεντρο των συζητήσεων, θέτοντας το κίνημα σ’ ένα πρόσφορο έδαφος για τη ριζοσπαστική αριστερά. Φυσικά, είναι αρκετά άχρηστο να στέκεσαι σ’ ένα πρόσφορο έδαφος όταν δεν έχεις στρατό: η πρωτοβουλία για ενεργή παρέμβαση στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων δεν ήρθε απ’ τις παραδοσιακές, πολιτικά παθητικές, ακροαριστερές οργανώσεις, αλλά από μια προσφάτως δημιουργημένη αντιρατσιστική ομάδα, την «Επιτροπή Adama». Η ομάδα σχηματίστηκε το 2016 σ’ αντίδραση της δολοφονίας του νεαρού μαύρου Adama Traoré απ’ την αστυνομία σ’ ένα παρισινό προάστιο, κι η ομάδα έχει από τότε βρεθεί στο επίκεντρο της μάχης ενάντια στον δομικό ρατσισμό και την αστυνομική βία. Όπως είπε η Assa Traoré, αδερφή του Adama: «Ποιος μπορεί να μιλήσει καλύτερα για τη φτώχεια και την ανεργία από εμάς που ζούμε στα προάστια; Η αστυνομία που ακρωτηριάζει σήμερα τα Κίτρινα Γιλέκα έχει ξοδέψει δεκαετίες πειραματιζόμενη στη φτωχοποιημένη μαύρη κι αραβική νεολαία». Προσπερνώντας τα τυπολατρικά ντιμπέιτ περί της «αληθινής φύσης» του κινήματος, δήλωσε: «Η νόμιμη θέση μας βρίσκεται εντός αυτού του κινήματος. Είτε θα συμμετάσχουμε σ’ αυτό, είτε θα διακινδυνεύσουμε η ακροδεξιά να στρέψει αυτό το κίνημα εναντίον μας»[40]. Έτσι, την 1η Δεκεμβρίου σ’ ένα Παρίσι γεμάτο οδοφράγματα, μια ομάδα χιλιάδων ακροαριστερών έφερε κοντά την Επιτροπή Adama και τους στενούς συμμάχους της (κυρίως αυτόνομοι αντιφασίστες κι η «Collectif intergare», μια ομάδα ριζοσπαστών εργατών του σιδηρόδρομου που σφυρηλατήθηκε στην απεργία του 2017) με πιο παραδοσιακές οργανώσεις όπως το Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα (NPA), συμμετέχοντας στη διαδήλωση των Κίτρινων Γιλέκων.

Η κατηγορηματικά πολιτική παρέμβαση της ακροαριστεράς στο Παρίσι, που βρήκε μιμητές σ’ όλη τη χώρα, είναι κεντρικής σημασίας δεδομένου ότι κι η ακροδεξιά επιχειρεί να ηγηθεί του κινήματος. Τις πρώτες ημέρες, φαινόταν ότι η φτωχή, επικρατούσα επαρχιακή αγκύρωση του κινήματος ταίριαζε γάντι με τη ρητορική του FN περί της «ξεχασμένης Γαλλίας» εκτός των μεγάλων πόλεων. Η παρουσία μικροαστικών στοιχείων και το τσουβάλιασμα δισεκατομμυριούχων τραπεζιτών με τους φτωχούς «που τρέφονται από επιδόματα» στην κατηγορία των «παρασίτων» αντηχούσε την κλασσική φασιστική ρητορική. Μια πρώτη έρευνα έδειξε ότι με τα Κίτρινα Γιλέκα κινητοποιήθηκαν τόσο ψηφοφόροι της Λε Πεν όσοι και του Μελανσόν (παρότι όσοι απείχαν ή ψήφισαν λευκό ήταν περισσότεροι)[41]. Σε μερικές περιπτώσεις, έλαβαν χώρα ανοικτά ρατσιστικές δράσεις· μερικά Κίτρινα Γιλέκα καλέσαν την αστυνομία για να συλλάβει μετανάστες που κρύβονταν σ’ έναν φορτηγό που είχαν σταματήσει, ενώ άλλοι απέκλεισαν μια εταιρεία επειδή «προσέλαβε τρεις μετανάστες αντί για ντόπιους».

Οι ρατσιστές κι οι ψηφοφόροι της Λε Πεν έχουν κινητοποιηθεί, όμως ακόμη κι η δική τους «κινητήρια δύναμη» είναι τα κοινωνικά αιτήματα. Αυτό θέτει την ίδια τη Λε Πεν σε μια ντροπιαστική θέση: αφενός, στηρίζει ανοικτά το κίνημα ενάντια στις «ελίτ»· ωστόσο, το FN δεν μπορεί να προωθήσει αιτήματα αναφορικά με την κοινωνική δικαιοσύνη. Η Λε Πεν, γνωρίζοντας ότι ο πυρήνας των ψηφοφόρων της είναι οι μικροαστοί, έχει επαναλάβει δημοσίως την αντίθεσή της σε μια αύξηση του εθνικού κατώτατου μισθού. Επίσης δήλωσε: «Υποθέτω ότι το κίνημα πρέπει τώρα να σταματήσει» ύστερα απ’ την τρομοκρατική επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Στρασβούργου τον Δεκέμβριο, και τελικά ένιωσε αναγκασμένη να υπενθυμίσει στους αναγνώστες ότι «ξέρετε, ο λαός στα μπλόκα μιλάει επίσης και για την μετανάστευση» σε μια συνέντευξή της στην ακροδεξιά έκδοση Causeur. Η δήλωσή της αυτή είναι πέρα για πέρα αληθινή, καθώς τα κοινωνικά αιτήματα δεν αποτελούν ένα μαγικό ραβδί που εξαφανίζει τον ρατσισμό, όμως η πρωτοκαθεδρία των κοινωνικών αιτημάτων καθώς κι η αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια ενάντια στην αστυνομία έχει πετάξει την μπάλα εκτός του γηπέδου του FN. Όπου το FN προσπάθησε επιδεικτικά να στηρίξει τα Κίτρινα Γιλέκα, όπως στις πρώην εξορυκτικές περιοχές του γαλλικού βορρά όπου έχει τέσσερις βουλευτές κι ένα δημοτικό συμβούλιο, το κίνημα τελικά διαλύθηκε[42].

Οι άλλες ακροδεξιές παρεμβάσεις στο κίνημα έρχονται από μικρότερες, δρομίσιες φασιστικές ομάδες. Έχουν κυρίως προσπαθήσει να «λύσουν» το ζήτημα της βίας κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων συνεργαζόμενοι με την αστυνομία και δημιουργώντας μια αυτοανακηρυγμένη «ομάδα ασφαλείας» για τις διαδηλώσεις· φυσικά, χρησιμοποιήσαν αυτή τη θέση για να προσπαθήσουν να επωφεληθούν απ’ τη διάθεση του κινήματος να παραμείνει «πολιτικά ουδέτερο» ώστε να διώξουν τους συνδικαλιστές απ’ τις διαδηλώσεις[43]. Ωστόσο, αυτό τους γύρισε μπούμερανγκ, καθώς πολλά άτομα της ομάδας ασφαλείας ταυτοποιήθηκαν απ’ τα μήντια (με τη βοήθεια ακτιβιστών της ριζοσπαστικής αριστεράς) ως φασίστες. Συνεπώς, ο προτιμώμενος τρόπος παρέμβασής τους έχει υπάρξει η άμεση δράση στη Λυών, τη Ναντ, τη Τουλούζη, την Μασσαλία, το Μπορντώ και, φυσικά, το Παρίσι, όπου επιτίθονται σ’ ακροαριστερούς ακτιβιστές συμπεριλαμβανομένης της επίθεσης στο μπλοκ του NPA στις 27 Ιανουαρίου.

Σχεδόν κάθε σαββατιάτικη διαδήλωση αποτελεί το πεδίο σοβαρών οδομαχιών μεταξύ φασιστών και, κυρίως αυτόνομων, αντιφασιστικών ομάδων. Κι οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές έχουν αναπτυχθεί μέσα απ’ τους αγώνες και την επιταχυνόμενη κρίση των τελευταίων ετών. Ενώ οι φασιστικές ομάδες χρειάζεται να εκδιωχτούν απ’ τις διαδηλώσεις των Κίτρινων Γιλέκων, η εγγενής κουλτούρας μυστικότητας των αυτόνομων σημαίνει ότι σπανίως προσφέρουν οποιαδήποτε πολιτική κάλυψη για τις άμεσες δράσεις τους. Μολαταύτα, το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων προσφέρει μια συμπαγή ευκαιρία για την ανάπτυξη μιας τακτικής ενωμένου μετώπου η οποία θα συμπληρώσει τη φυσική αντιπαράθεση με μια πολιτική κινητοποίηση, μέσω «της διάχυσης ενός μαζικού αντιρατσιστικού κι αντιφασιστικού μηνύματος, αποκαλύπτοντας σε κάθε Κίτρινο Γιλέκο την αλήθεια γι’ αυτές τις ναζιστικές ομάδες κι εξηγώντας γιατί χρειάζεται να εκδιωχτούν απ’ τις διαμαρτυρίες με κάθε μέσο»[44]. Ωστόσο, όσον αφορά το ζήτημα της αντιπαράθεσης με τον φασισμό, οι παραδοσιακές οργανώσεις μένουν κολλημένες σε κοινότοπες γενικολογίες χωρίς κανένα πραγματικό πρακτικό επακόλουθο[45], το οποίο σημαίνει ότι οι αυτόνομες ομάδες παραμένουν η μόνη υπολογίσιμη δύναμη της αριστεράς που προτείνει μια επίφαση στρατηγικής για την αντιμετώπιση του φασιστικού κινδύνου.

Την παραμονή της 17ης Νοεμβρίου, της πρώτης ημέρας δράσης των Κίτρινων Γιλέκων, ο γενικός γραμματεάς του CGT, Philippe Martinez, διαχώρισε κατηγορηματικά το συνδικάτο του απ’ το ερχόμενο κίνημα, δηλώνοντας ότι ήταν «αδύνατο να φανταστούμε το CGT να βαδίζει από κοινού με το FN», και κατηγορώντας τ’ αφεντικά ότι χειραγωγούν την κινητοποίηση. Εξέφρασε την ανησυχία με την οποία εξέλαβε η ριζοσπαστική αριστερά και το εργατικό κίνημα ένα κίνημα που κινητοποιείται εκτός των παραδοσιακών τους βάσεων, και το οποίο εμφανίζεται να οδηγείται από δίκτυα των σόσιαλ μήντια που υποθάλπτουν καχύποπτες συνδέσεις με την ακροδεξιά. Παρομοίως, μια ορισμένη δυσπιστία διέτρεχε τα Κίτρινα Γιλέκα, τα οποία ανησυχούσαν να μην υφαρπαχθεί το «κίνημα πολιτών» τους από κάποια οργάνωση.

Η αρχική σύγκλιση έπρεπε να γίνει από τα κάτω, μέσω σταδιακών και προσεκτικών μικρών βημάτων. Στις 22 Νοεμβρίου, οι εργάτες των διυλιστηρίων πετρελαίου κατέβηκαν σε πανεθνική απεργία για να πιέσουν τ’ αφεντικά τους κατά τις ετήσιες μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Στο νότιο τμήμα του Bouches-du-Rhône, οι απεργοί συνέπραξαν με τα Κίτρινα Γιλέκα που είχαν αποκλείσει το διυλιστήριο της Total, σηματοδοτώντας την πρώτη έμμεση σύγκλιση μεταξύ των συνδικαλιστών και των Κίτρινων Γιλέκων[46]. Όπως παρατήρησε ένας δημοσιογράφος, κάθε πλευρά αρχικά στεκόταν στις αντίθετες πλευρές του δρόμου, στέλνοντας εκπροσώπους για να σπάσει ο πάγος. Στο λιμάνι της Σαιν-Ναζαίρ, ένα παραδοσιακό προπύργιο της εργατικής πάλης, τα Κίτρινα Γιλέκα κατέλαβαν ένα άδειο κτήριο στα τέλη του Νοεμβρίου για να το μετατρέψουν σε «σπίτι του λαού». Όταν το δημοτικό συμβούλιο έστειλε έναν δικαστικό επιμελητή να καλέσει τους καταληψίες ν’ αποχωρήσουν απ’ το κτήριο, το συνδικάτο των λιμενεργατών απείλησε να κατέβει σ’ απεργία· το «Σπίτι του Λαού της Σαιν-Ναζαίρ» παραμένει μέχρι και σήμερα η έδρα των τοπικών Κίτρινων Γιλέκων, ένας χώρος όπου οι εργαζόμενοι άνθρωποι συγκεντρώνονται και πιάνονται επ’ αυτοφώρω να ονειρεύονται μια διαφορετική κοινωνία:

Βρέθηκα μαζί με νεαρούς που είχαν παλέψει στη ZAD [Ζώνη Μεταθετημένης Διαχείρισης, ένα κίνημα ενάντια στο νέο αεροδρόμιο κοντά στη Ναντ]. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πραγματικά το νόημα του αγώνα τους. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμη και τώρα δεν το καταλαβαίνω. Εδώ όμως είμαστε μαζί, συζητάμε, φωνάζουμε ο ένας στον άλλον κι αγκαλιαζόμαστε. Αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας, αυτή η αλληλεγγύη, δεν το έχω ξαναδεί ποτέ. Είναι απίστευτο. Έχει γίνει το ναρκωτικό μου[47].

Υπήρχαν σημάδια ότι η κυβέρνηση επίσης ανησυχούσε για κάποια σημαντική σύγκλιση. Όταν το συνδικάτο οδηγών φορτηγών ανακοίνωσε απεργία στις αρχές του Δεκεμβρίου αναφορικά με τις απλήρωτες υπερωρίες, παρενέβη άμεσα η ίδια η υπουργός εργασίας σ’ υπεράσπιση των εργατών, ώστε ν’ ακυρωθεί η απεργία.

Στις 13 Δεκεμβρίου, δημοσιεύτηκε μια ανοικτή επιστολή υπογεγραμμένη από δεκάδες εκλεγμένους αντιπροσώπους του CGT δηλώνοντας ότι:

Οι φίλοι μας κι οι συνάδελφοί μας φοράνε κίτρινα γιλέκα. Συχνά πρόκειται για επισφαλείς εργάτες, μακριά απ’ τις μεγάλες πόλεις, που εργάζονται σε μικρές εταιρείες ή είναι άνεργοι. Πρόκειται για εργαζόμενους ανθρώπους οι οποίοι, όπως κι εμείς, δεν τα βγάζουν πέρα. Πρόκειται σε μεγάλο βαθμό γι’ αυτούς που δεν καταφέραμε να οργανώσουμε στα συνδικάτα μας, να τους συμπαρασύρουμε στους συνήθεις αγώνες μας, να τους κινητοποιήσουμε κάτω απ’ τα συνθήματά μας. Δεν πρέπει να ρωτήσουμε γιατί;[48]

Αυτό αντικατοπτρίζει ένα αυξανόμενο αίσθημα μεταξύ των μιλιτάντηδων συνδικαλιστών, οι οποίοι βρίσκονται σ’ επαγρύπνηση ύστερα απ’ το αποτέλεσμα μιας συνάντησης μεταξύ του αποδυναμωμένου Μακρόν και των εθνικών συνδικαλιστικών ηγετών, μετά από μια ιδιαίτερα εξεγερτική σαββατιάτικη κινητοποίηση στο Παρίσι, στην οποία αποσπάστηκε βιαστικά μια κοινή δήλωση τύπου που «καταδικάζει τη βία».

Ο Martinez συγκεκριμένα πιάστηκε στην κλασσική παγίδα του συνδικαλιστή γραφειοκράτη, διαλυμένος μεταξύ της θέσης του ως αξιόπιστος συνομιλητής της κυβέρνησης κι ως επικεφαλής του μεγαλύτερου μαχητικού συνδικάτου της Γαλλίας. Μολονότι έχει γενικά υιοθετήσει μια πιο συγκρουσιακή στάση απ’ τον προκάτοχό του, δεδομένης της κλίμακας των επιθέσεων των τελευταίων ετών, φοβάται να καλέσει κινητοποιήσεις διαρκείας καθώς γνωρίζει ότι το CGT δεν μπορεί να τις φέρει σε πέρας μόνο του. Το γεγονός ότι η άλλη μεγάλη συνδικαλιστική ομοσπονδία, το CFDT, στηρίζει την κυβέρνηση, φαίνεται να καταδικάζει τον Martinez σε μια σχεδόν απολογητική, παθητική στάση, καλώντας σε διακοπτόμενες ημέρες συνδικαλιστικών δράσεων στις 5 Φεβρουαρίου και τις 19 Μαρτίου.

Όμως, ανεξαρτήτως των ταλαντώσεων της κορυφής, το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων έχει ανεβάσει την πολιτική θερμοκρασία της χώρας και δημιούργησε ευνοϊκές συνθήκες για τοπικές απεργίες για βασικά ζητήματα. Ο Μακρόν, σε μια ομιλία του ύστερα απ’ τις δεκεμβριανές ταραχές στο Παρίσι, ενθάρρυνε τ’ αφεντικά να παίξουν τον ρόλο τους και να δώσουν στους εργάτες τους μπόνους στο τέλος του έτους, μ’ αντάλλαγμα φορολογικές εξαιρέσεις για τα μπόνους άνω των 1.000€. Σχεδόν κάθε μεγάλη γαλλική πολυεθνική, ματσωμένη κι αγχωμένη να βοηθήσει τον αποδυναμωμένο Μακρόν, απάντησε σ’ αυτή την έκκληση, όμως άλλα αφεντικά όχι. Αυτό ενθάρρυνε τη διάδοση τοπικών απεργιών «για το μπόνους του Μακρόν» σ’ εταιρείες με καλά εδραιωμένη συνδικαλιστική παρουσία, αλλά όχι μόνο σ’ αυτές: εργάτες στη Derichebourg, υπεργολάβο της Airbus, οργάνωσαν μόνοι τους μια «συλλογικότητα εξαγριωμένων εργατών» και κατέβηκαν σ’ απεργία με την καθυστερημένη στήριξη ενός τοπικού τμήματος ενός συνδικάτου, με δύο άλλα συνδικάτα να παίρνουν το μέρος των αφεντικών και να καταγγέλουν την «ανεύθυνη συμπεριφορά»[49] των εργατών – οι πικετοφορίες τους είχαν περισσότερα Κίτρινα Γιλέκα απ’ ότι συνδικαλιστές. Οι εργαζόμενοι λιανικής της Apple κατέβηκαν αναπάντεχα σ’ απεργία την παραμονή των Χριστουγέννων, αναβιώνοντας τα τοπικά συνδικάτα, καταλήγοντας όχι να κερδίσουν ένα μπόνους, μα μια μόνιμη μισθολογική αύξηση.

Αυτοί οι σκόρπιοι και τοπικοί αγώνες ρίχνουν φως στα μελλοντικά καθήκοντα του εργατικού κινήματος. Καθώς ο νόμος Ελ Κομρί εδραιώνεται, οι επιθέσεις στους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας θα προκύπτουν αυξανόμενα απ’ το εσωτερικό των εταιρειών, ιδίως όπου τα μαχητικά συνδικάτα είναι αδύναμα, οπότε θα χρειαστεί μια τοπική οικοδόμηση αντίστασης. Τα συνδικάτα θα χρειαστεί να πάρουν αυτό το καθήκον πολύ περισσότερο στα σοβαρά και θ’ αντιμετωπίσουν δυσκολίες, όμως οι απεργίες για το «μπόνους του Μακρόν» δείχνουν ότι η γενική πολιτική κατάσταση μπορεί να διαχυθεί σε μια πολλαπλότητα τοπικών αγώνων, και τα συνδικάτα πρέπει ν’ αδράξουν αυτή την ευκαιρία.

Μια κρίση ηγεμονίας

Τα Κίτρινα Γιλέκα αποτελούν το πιο πρόσφατο σύμπτωμα της μακράς οργανικής κρίσης που περνάει η άρχουσα τάξη. Ο Γκράμσι περιέγραψε την οργανική κρίση ως μια μακροχρόνια οικονομική κρίση την οποία η άρχουσα τάξη αποτυγχάνει να επιλύσει, επιτρέποντας έτσι στην κρίση να μολύνει σταδιακά το ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο της κοινωνίας, ταπεινώνοντας την ηγεμονία της άρχουσας τάξης.

Μεταξύ των επαναστατών μαρξιστών, ήταν πράγματι ο Γκράμσι εκείνος που αρνήθηκε περισσότερο συστηματικά τη τάση υποβάθμισης του κράτους στα «ειδικά σώματα ενόπλων» του (αστυνομία, στρατός, φυλακές, κλπ) και πρότεινε τρόπους με τους οποίους η αστική τάξη κέρδιζε τη συγκατάβαση των υποτελών τάξεων – ή τουλάχιστον μιας πλειοψηφίας τους διεκδικώντας για την κυριαρχία της μια καθολική εγκυρότητα που ενσαρκώνει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το «κοινό συμφέρον». Σίγουρα, η θεωρία της ηγεμονίας είναι μια θεωρία του κράτους, ενός κράτους όμως το οποίο «δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα όργανο καταναγκασμού, που επιβάλλει από τα πάνω τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Τώρα, στην ολοκληρωμένη μορφή του, έχει γίνει ένα δίκτυο κοινωνικών σχέσεων για την παραγωγή συναίνεσης, για την ενσωμάτωση των υποτελών τάξεων στο επεκτατικό εγχείρημα της ιστορικής ανάπτυξης της ηγετικής κοινωνικής ομάδας»[50].

Παραφράζοντας τη διάσημη μεταφορά του Γκράμσι, το φρούριο της αστικής τάξης δεν προστατεύεται μόνο από τείχη που τα περιπολούν ένοπλοι φρουροί, μα περιβάλλεται από χαρακώματα και φολιδωτούς λαβύρινθους οι οποίοι εξυπηρετούν στο να παραπλανήσουν κι αποθαρρύνουν τους δυνητικούς επιτιθέμενους, ενώ στο εσωτερικό του φρουρίου τα πάντα συνεχίζουν να λειτουργούν ως έχουν. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η ηγεμονία των κυρίαρχων αποτελεί ένα ιδεολογικό τέχνασμα εις βάρος αφελών μαζών, ένα απλό παζάρι ανόητων το οποίο πρέπει ν’ αποταχθεί διανοητικά μ’ εξορκισμό ξέχωρα από την πολιτική πάλη ενάντια στο κράτος, ή υποκαθιστώντας τη[51]. Αντ’ αυτού, η ηγεμονία της άρχουσας τάξης διασφαλίζεται μέσω αυτού που ο Γκράμσι αποκαλεί «κοινωνία των πολιτών», ένα δίκτυο σχηματισμένο από ρεφορμιστικά κόμματα διάφορων ειδών, συνδικάτα, σχολεία και πανεπιστήμια, πολιτιστικούς συλλόγους, τα μήντια, κλπ, και το οποίο εμφανίζεται να δίνει στην ιδεολογία των κυρίαρχων μια συγκεκριμένη, υλική πραγμάτωση στην έμπρακτη ζωή των ανθρώπων.

Παρότι εδώ δεν είναι ο χώρος για μια συνεκτική κριτική της έννοιας της κοινωνίας των πολιτών στον Γκράμσι, πρέπει μολαταύτα να διερωτηθούμε πως οι σημερινοί κυρίαρχοι συντηρούν την ηγεμονία τους – και πως μπορούμε να την υπονομεύσουμε. Γράφοντας το 1977, ο Chris Harman τονίζει ότι ο ανεπτυγμένος καπιταλισμός «χαρακτηρίζεται απ’ το φαινόμενο της “απάθειας” – μια ελάττωση της μαζικής συμμετοχής στις πολιτικές και πολιτιστικές ενώσεις […] μια συγκεντροποίηση της ιδεολογικής εξουσίας, την εξατομίκευση των μαζών -με την κρίσιμη εξαίρεση της συνδικαλιστικής οργάνωσης στον χώρο εργασίας- και μιας αποδυνάμωσης των παλιών πολιτικών και πολιτιστικών οργανώσεων»[52]. Σ’ αυτό μπορούμε να προσθέσουμε τις δημόσιες υπηρεσίες και το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας», τα οποία δεν αποτελούν -συνήθως- κέντρα ιδεολογικής εξουσίας, μα υπηρετούν στην υλική νομιμοποίηση των ιδεολογικών ισχυρισμών του ολοκληρωμένου κράτους. Πράγματι, ακόμη κι αν έχουν αποσαθρωθεί απ’ την άρχουσα τάξη μέσω της πάλης, η κρατική παροχή δημόσιων υπηρεσιών κι επιδομάτων στη Γαλλία έχει υπάρξει μέχρι πρόσφατα κεντρική στον πολιτικό λόγο της άρχουσας τάξης αναφορικά με «το γαλλικό κοινωνικό μοντέλο» και το «δημοκρατικό συμβόλαιο».

Η τάση προς την «εξατομίκευση» έχει αποδεδειγμένα επιταχυνθεί στη νεοφιλελεύθερη εποχή, υπονομεύοντας την ικανότητα των μεγάλων συνδικάτων και ρεφορμιστικών κομμάτων να εκφράσουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, μα τη διοχετεύει επίσης μακριά απ’ τα κέντρα εξουσίας· κατ’ αυτό τον τρόπο, έπαιξαν τον ρόλο της βαλβίδας ασφαλείας προστατεύοντας την αστική τάξη από αναπάντεχες καταστροφικές εκρήξεις. Αυτό συνέβη περισσότερο καθαρά το 1968 όταν η CGT και το Κομμουνιστικό Κόμμα μπορέσαν να εκτονώσουν την επαναστατική ενδεχομενικότητα της μεγαλύτερης έως εκείνη την εποχή γενική απεργίας, διασφαλίζοντας, ομολογουμένως, σημαντικές υλικές υποχωρήσεις απ’ την άρχουσα τάξη.

Όμως, αυτή η «βαλβίδα ασφαλείας» δεν είναι ενεργή μόνο σε περιόδους ανοικτής πάλης· ακόμη κι όταν η απάθεια κι η εξατομίκευση προχωρούσε, η μετατροπή της εκλογικής πολιτικής σ’ εθνικό θέαμα κάλυψε την παθητική συναίνεση μ’ ένα πέπλο ενεργητικής προσκόλλησης, ενώ η γενική τοπική εμφύτευση ρεφορμιστικών κομμάτων, αυτό το κρίσιμο μα συχνά παραμελημένο θερμόμετρο, σταδιακά φθειρόταν.

Τίποτα απ’ αυτά δεν σημαίνει ότι το «ειδικό σώμα ενόπλων» θα παρέμβει μόνο αφότου όλα τα ιδεολογικά φράγματα υποκύψουν. Με τα λόγια του Γκράμσι:

Η «κανονική» άσκηση της ηγεμονίας σ’ αυτό που έχει γίνει το κλασσικό πεδίο του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, χαρακτηρίζεται απ’ τον συνδυασμό της βίας και της συναίνεσης που εξισορροπούνται με διάφορους τρόπους, χωρίς η βία να παραβιάζει υπερβολικά τη συναίνεση, προσπαθώντας μέχρι και να κάνει τη βία να παρουσιαστεί ως να βασίζεται στη συναίνεση της πλειοψηφίας, εκφρασμένη απ’ τα λεγόμενα όργανα της κοινής γνώμης -τις εφημερίδες κι τις ενώσεις- τα οποία, συνεπώς, σ’ ορισμένες περιστάσεις, πολλαπλασιάζονται τεχνητά[53].

Συνεπώς, η παραγωγή της πλειοψηφικής συναίνεσης στις φιλελεύθερες δημοκρατίες διαρκώς συνδυάζεται με τη βίαιη καθυπόταξη μιας μειονότητας, ή ακριβέστερα, μιας πολλαπλότητας μειονοτήτων, υπό ένα συγκεντροποιημένο ιδεολογικό φράγμα το οποίο στοχεύει, αν όχι να κερδίσει τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας, τουλάχιστον να διασφαλίσει την ήσυχη αδιαφορία της προς την καταστολή. Ο κρατικός ρατσισμός παίζει προφανώς έναν κρίσιμο ρόλο στην κάλυψη της καταπίεσης μιας μειοψηφίας διαιρώντας τους εργάτες.

Ωστόσο, σ’ αντίθεση με τα τούβλα και τη λάσπη, τα χαρακώματα και τους λαβύρινθους, η κοινωνία των πολιτών είναι ένας ζωντανός οργανισμός, ένας ιστός κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων οικοδομημένων επί μιας οικονομικής βάσης. Η μακροχρόνια οικονομική κρίση κι οι νεοφιλελεύθερες «λύσεις» της, οι οποίες αυξάνουν τη φτώχεια και την ανεργία συρρικνώνοντας τις δημόσιες υπηρεσίες, πολλαπλασιάζει τα βάσανα των υποτελών τάξεων και σταδιακά φθείρει τα πλεονεκτήματα της κοινωνίας των πολιτών και την υλική κι ιδεολογική της ικανότητα να περιορίσει τη δυσαρέσκεια· έτσι, η ζυγαριά του ολοκληρωμένου κράτους γέρνει όλο και περισσότερο προς τον κατασταλτικό μηχανισμό του, ενισχύοντάς τον και διευρύνοντας την έκτασή του, ώστε ν’ αντιμετωπίσει τις πολλαπλές εστίες των αντιτιθέμενων, όπως είναι εμφανές απ’ την αρχή του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων.

Συμπέρασμα

Η έμφαση του άρθρου στην αδυναμία του Μακρόν πηγάζει από μια ανάλυση της ιστορικής φάσης της ταξικής πάλης στη Γαλλία, η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: η εκλογή του Μακρόν ήρθε σε μια περίοδο που μια ριζοσπαστικοποιημένη άρχουσα τάξη βρισκόταν σε επιτακτική ανάγκη να εφαρμόσει περαιτέρω νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, δεδομένης της ύφεσης του γαλλικού καπιταλισμού συγκριτικά με τους διεθνείς ανταγωνιστές του – αυτό υπήρξε το ιστορικό καθήκον του Μακρόν. Την ίδια στιγμή, λόγω των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων δεκαετιών και των αντιστάσεων της εργατικής τάξης, σταδιακά τα παραδοσιακά κόμματα της άρχουσας τάξης έχασαν τη φερεγγυότητά τους, οδηγώντας στην καταστροφική τους κατάρρευση το 2017. Έτσι, ο κλήρος έπεσε στον Μακρόν να θεσπίσει περαιτέρω βίαιες μεταρρυθμίσεις επί ενός πολιτικού πεδίου που αυξανόμενα πολώνεται μεταξύ της ακροδεξιάς και της ακροαριστεράς. Με άλλα λόγια, η γαλλική άρχουσα τάξη ετοιμαζόταν για μια πολυεπίπεδη επίθεση στους εργάτες και τους φτωχούς, χωρίς όμως τα παραδοσιακά ηγεμονικά πολιτικά εργαλεία της, τα οποία είχε αναγκαστεί να θυσιάσει στις προηγούμενες μάχες. Δεν αποτελεί αυτό τη συνταγή μιας κρίσης;

Τούτων λεχθέντων, η κλίμακα, το βάθος κι η αντοχή του κινήματος των Κίτρινων Γιλέκων εξέπληξε τους πάντες – έδειξε πόσο βαθιά είναι ριζωμένη στο λαϊκό έδαφος η πικρία προς την αστική τάξη, προσωποποιημένη στον αλαζόνα Μακρόν. Το κίνημα, όποια κι αν είναι η μοίρα του, έχει βγάλει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους ανθρώπους απ’ την απάθεια και την εξατομίκευση κι ανέβασε το ηθικό τους, θέτοντάς τους στη σκηνή της ιστορίας. Χίλιες φορές αποτελεσματικότερα απ’ την ακροαριστερή προπαγάνδα, τα Κίτρινα Γιλέκα αποκάλυψαν εμπράκτως μπροστά σ’ ένα ολόκληρο έθνος το άσχημο, καταναγκαστικό πρόσωπο του κράτους, της αστυνομίας του και των δικαστικών του, καθώς και τη ταξική απέχθεια και το αγνό μίσος με το οποίο η αστική τάξη κι οι μηντιακοί λακέδες τους αντιμετωπίζουν τις εργαζόμενες μάζες. Επίσης, τα Κίτρινα Γιλέκα σήκωσαν δίχως έλεος το πέπλο που κάλυπτε την αδυναμία του δικού μας στρατοπέδου. Πρόκειται για μια πικρή ειρωνεία της ιστορίας ότι, σε μια περίοδο τόσο ευνοϊκή για τη διάδοση των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών, μια περίοδο όπου ολόκληροι τομείς της εργατικής τάξης ψάχνουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, γι’ αντικαπιταλιστικές απαντήσεις, βλέπουμε την παραδοσιακή αντικαπιταλιστική αριστερά σε μια κατάσταση απάθειας κι αποδιοργάνωσης, πλήρως ανίκανη ν’ ανταπεξέλθει στο ύψος της ιστορικής περίστασης.

Η κρίση του κέντρου, της οποίας τα Κίτρινα Γιλέκα αποτελούν τόσο σύμπτωμα όσο κι επιταχυντή, μπορεί επίσης να ωφελήσει την ακροδεξιά. Αν και τα Κίτρινα Γιλέκα αναίρεσαν τις κινδυνολογικές προβλέψεις που είδαν στο πρόσωπό τους το νέο πρόσωπο του φασισμού, δεν μπορούμε ωστόσο ν’ αναμένουμε ότι τα Κίτρινα Γιλέκα δεν διαπερνιούνται από ρατσισμό. Αυτός είναι ο λόγος που η παρέμβαση της αντιρατσιστικής ακροαριστεράς υπήρξε τόσο σημαντική, και πρέπει να λειτουργήσει ως πάτημα για την οικοδόμηση ενός ευρείου αντιρατσιστικού ενωμένου μετώπου για την αντιμετώπιση του FN και των μικρότερων φασιστικών ομάδων.

Έτσι, οι επαναστάτες έχουν μπροστά τους μια δύσκολη μάχη για την ανοικοδόμηση των οργανώσεών τους και την προώθηση μιας αντιρατσιστικής κι αντιφαστικής ατζέντας, το έργο αυτό όμως δεν είναι απέλπιδο. Παρά τις επίσημες ήττες του 2016 (Ελ Κομρί) και της άνοιξης του 2018 (απεργία σιδηροδρομικών), το κεφάλαιο που άνοιξε ο αγώνας «ενάντια στον εργασιακό νόμο και τον κόσμο του» δεν έχει τελειώσει. Η ορμή του 2016, του 2017 και του 2018 έχει καθορίσει την ανισομερή μα ενθουσιαστική παρέμβαση της αριστεράς στο κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, κι η ορμή αυτή θα συνεχίσει ν’ αναπτύσσεται όσο οι ταξικοί ανταγωνισμοί κι η γενικευμένη πολιτική κρίση εντείνονται τους επόμενους μήνες και τα επόμενα χρόνια.

Σημειώσεις:
1. Howell, 2018.
2. [Σ.τ.Μ.]: Τα οικονομικά της προσφοράς είναι μακροοικονομική θεωρία σύμφωνα με την οποία η οικονομική ανάπτυξη επιτυγχάνεται μέσω φορολογικών μειώσεων και περιορισμού των ρυθμίσεων. Η αναφορά στον δυισμό είναι ασαφής. Είτε αναφέρεται στη διπλή οικονομία, δηλαδή τον διαχωρισμό της εθνικής οικονομίας σε δυο διακριτές σφαίρες, μία προσανατολισμένη στην εγχώρια αγορά και μία στην παγκόσμια αγορά, είτε στη διπλή αγορά εργασίας, δηλαδή τον διαχωρισμό της αγοράς εργασίας σε δύο παράλληλες αγορές εργασίας με διαφορετικές εργασιακές σχέσεις, μία «πρωτεύουσα» με υψηλούς μισθούς, σταθερότητα και καλές εργασιακές συνθήκες, και μία «δευτερεύουσα» που χαρακτηρίζεται από ημιαπασχόληση και προσωρινή απασχόληση, επισφάλεια, χαμηλούς μισθούς, κλπ, ή ίσως αναφέρεται και στα δύο.
3. Howell, 2018.
4. Fine, 2008, σελ. 15.
5. Nicolas, 2010.
6. “Apache”, 2012.
7. Dares Analyses, 2017.
8. ΟΟΣΑ, 2018.
9. Rigouste, 2016.
10. Béroud, 2009. Αυτό ισχύει ιδίως στις μεταποιήσεις.
11. Dares Analyses, 2018.
12. ΔΟΕ & ΟΟΣΑ, 2015.
13. Agnew, 2018.
14. WSI, 2015.
15. Meistermann, 2016.
16. Το 2015, το 1,3% των εταιρειών του επιχειρηματικού τομέα που υπήρξαν απεργίες ή στάσεις εργασίας απασχολούσαν το 24,4% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Το 2016, το 1,7% των εταιρειών του επιχειρηματικού τομέα που υπήρξαν απεργίες ή στάσεις εργασίας απασχολούσαν το 26% του συνολικού εργατικού δυναμικού. Πηγή: Dares Résultats, 2018.
17. Howell, 2018.
18. Dares Résultats, 2018.
19. CGT Pôle économique, 2017.
20. Sénécat, 2018.
21. Palheta, 2016a.
22. Béroud, 2018.
23. Απ’ την ομιλία που οργάνωσε το Fondation Concorde για CEOs, 9 Μαρτίου 2016. Μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://www.youtube.com/watch?v=iaaEICTmebs.
24. Soudais, 2017.
25. Palheta, 2016b.
26. Godard, 2012.
27. Godard, 2010.
28. Ύστερα απ’ τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017, η Λε Πεν έθεσε κεφαλή του κόμματός της έναν αρνητή του Ολοκαυτώματος κι ανακήρυξε ότι το γαλλικό κράτος δεν φέρει καμία ευθύνη για τις ναζιστικές συλλήψεις Εβραίων στο Παρίσι το 1942, γνωστές ως Vel’ d’Hiv, όπου οι Εβραίοι συνελήφθησαν από Γάλλους μπάτσους και στάλθηκαν σε ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης.
29. Giudicelli, 2017.
30. Flo & Adrien, 2018.
31. Al Jazeera, 2018.
32. Collectif “Quantité critique”, 2018.
33. Goanec, 2019.
34. [Σ.τ.Μ.]: Συγκρητισμός [syncretism] είναι η ανάμειξη διαφορετικών θρησκευτικών παραδόσεων και πρακτικών που υποδεικνύει την κοινή βάση μεταξύ των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων και τη συμπεριλιπτική τους προσέγγιση.
35. Hoare & Nowell Smith, 1971, σελ. 407.
36. Γκράμσι & Keucheyan, 2012, σελ. 55.
37. Παρατίθεται στο Duquesne, 2018.
38. Ο επαγγελματίας μποξέρ Dettinger βιντεοσκοπήθηκε να επιτίθεται στα γαλλικά ΜΑΤ με γυμνά χέρια στις 5 Ιανουαρίου 2019, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης των Κίτρινων Γιλέκων στο Παρίσι.
39. Belouezzane, 2018.
40. Tonnelier, 2019.
41. Όπως αναφώνησε ένας παλιός αναρχικός σε μια συγκέντρωση στο προάστειο Σαιν-Ντενί: «Ζούμε σε τρελούς καιρούς! Ποιος θα φανταζόταν ότι διαδηλωτές που κουβαλάνε γαλλικές σημαίες θα εκφράζαν την αλληλεγγύη τους στη νεολαία των προαστίων ενάντια στην αστυνομία;».
42. Μιλώντας σε μια μαζική συνάντηση στο Bourse du Travail του Σαιν-Ντενί στις 6 Δεκεμβρίου 2018.
43. Collectif “Quantité critique”, 2018.
44. Bonnet, 2019.
45. Flo & Jad, 2019.
46. Flo & Jad, 2019.
47. Salingue, 2019.
48. Le Figaro, 2018.
49. Weiler, 2019.
50. Mathieu, Defresne, Kubecki, Tormos, κ.α., 2018.
51. Balestrini, 2019.
52. Thomas, 2010, σελ. 143.
53. Ο Chris Harman έγραψε για «επίδοξους διανοούμενους που θέλουν να παριστάνουν ότι μάχονται στη ταξική πάλη μέσω μιας “θεωρητικής πρακτικής”, μιας “πάλης για πνευματική ηγεμονία”, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που προωθούν είναι τις ακαδημαϊκές τους καριέρες». Βλέπε Harman, 1977.
54. Harman, 1977.
55. Γκράμσι, 1971, σελ. 80.

Βιβλιογραφία:

“Apache”, 2012, “La Poste: sacrifier l’humain au nom de la productivité”, Médiapart (21 Μαρτίου), https://blogs.mediapart.fr/edition/les-invites-de-mediapart/article/210312/la-poste-sacrifier-lhumain-au-nom-de-la-product

Agnew, Harriet, 2018, “France faces Growing Threat of Skills Shortages”, Financial Times (17 Οκτωβρίου), www.ft.com/content/f8f4be92-d083-11e8-a9f2-7574db66bcd5

Al Jazeera, 2018, “How the Violent Far Right Infiltrated France’s National Rally” (10 Δεκεμβρίου), www.aljazeera.com/news/2018/12/france-infiltrated-marine-le-pen-national-front-181208151211138.html

Balestrini, Adrieni, 2019, “Toulouse. Troisième jour de grève pour les salariés de Derichebourg Atis Aéronautique”, Révolution Permanente (22 Φεβρουαρίου), www.revolutionpermanente.fr/Toulouse-Troisieme-jour-de-greve-pour-les-salaries-de-Derichebourg-Atis-Aeronautique

Belouezzane, Sarah, 2018, “’Gilets jaunes’: Xavier Bertrand, le plus audible à droite”, Le Monde (26 Δεκεμβρίου), www.lemonde.fr/politique/article/2018/12/26/gilets-jaunes-xavier-bertrand-le-plus-audible-a-droite_5402143_823448.html

Berger, Bennet, & Guntram B. Wolff, 2017, “The Global Decline in the Labour Income Share: is Capital the Answer to Germany’s Current Account Surplus?”, Bruegel Policy Contribution No. 2017/12 (Απρίλιος), www.econstor.eu/handle/10419/173108

Béroud, Sophie, 2009, “Organiser les inorganisés: Des expérimentations syndicales entre renouveau des pratiques et échec de la syndicalisation”, Dans Politix, vol. 1, nο. 85.

Béroud, Sophie, 2018, “French Trade Unions and the Mobilisation against the El Khomri Law in 2016: a Reconfiguration of Strategies and Alliances”, Transfer: European Review of Labour and Research, vol. 24, issue 2.

Bonnet, François, 2019, “Dans le bassin minier, le soutien de l’extrême droite a étouffé le mouvement des ‘gilets jaunes’”, Médiapart (23 Φεβρουαρίου), www.mediapart.fr/journal/france/230219/dans-le-bassin-minier-le-soutien-de-l-extreme-droite-etouffe-le-mouvement-des-gilets-jaunes?

CGT Pôle économique, 2017, “L’argent des contribuables dans les poches des actionnaires: mettre fin au scandale” (25 Σεπτεμβρίου), www.cgt.fr/fiche-economique-largent-des-contribuables-dans-les-poches-des-actionnaires

Collectif “Quantité critique”, 2018, “Enquête. Les gilets jaunes ont-ils une couleur politique?”, L’Humanité (19 Δεκεμβρίου), www.humanite.fr/enquete-les-gilets-jaunes-ont-ils-une-couleur-politique-665360

Dares Analyses, 2017, “Quelles sont les évolutions récentes des conditions de travail et des risques psychosociaux?” (20 Δεκεμβρίου), https://tinyurl.com/ycqytbq2

Dares Analyses, 2018, “CDD, CDI: comment évoluent les embaucheset les ruptures depuis 25 ans?” (21 Ιουνίου), https://tinyurl.com/y2nvv8g2

Dares Résultats, 2018, “Les grèves en 2016” (12 Δεκεμβρίου), https://dares.travail-emploi.gouv.fr/dares-etudes-et-statistiques/etudes-et-syntheses/dares-analyses-dares-indicateurs-dares-resultats/article/les-greves-en-2016

Duquesne, Pierre, 2018, “Benoît Coquard: ‘Les barrages font apparaître les positions de classe’”, L’Humanité (30 Νοεμβρίου), www.humanite.fr/les-barrages-font-apparaitre-les-positions-de-classe-664434

Fine, Ben, 2008, “Privatisation’s Shaky Theoretical Foundations”, στο Kate Bayliss & Ben Fine, eds, Privatization and Alternative Public Sector Reform in Sub-Saharan Africa, εκδόσεις Palgrave Macmillan.

Giudicelli, Vanina, 2017, “Interview: The Meaning of Macron”, International Socialism 155 (Καλοκαίρι), http://isj.org.uk/interview-the-meaning-of-macron/

Goanec, Mathilde, 2018, “Le travailleur pauvre est une femme” (17 Δεκεμβρίου), www.mediapart.fr/journal/france/171218/le-travailleur-pauvre-est-une-femme?

Godard, Denis, 2010, “Front National: la crise d’un parti fasciste”, Que Faire? (24 Σεπτεμβρίου), quefaire.lautre.net/archives/article/la-crise-d-un-parti-fasciste

Godard, Denis, 2012, “Contre le danger fasciste, ni déni ni panique—mais il y a urgence”, Que Faire? (27 Απριλίου), www.quefaire.lautre.net/Contre-le-danger-fasciste-ni-deni

Γκράμσι, Αντόνιο, 1971, Selections from the Prison Notebooks, εκδόσεις Lawrence and Wishart.

Γκράμσι, Αντόνιο, & Razmig Keucheyan, 2012, Guerre de mouvement et guerre de position, εκδόσεις La Fabrique éditions.

Harman, Chris, 1977, “Gramsci versus Eurocommunism: Part two”, International Socialism 99 (Ιούνιος), www.marxists.org/archive/harman/1977/06/gramsci2.html

Howell, Chris, 2018, “The French Road to Neoliberalism”, Catalyst, vol. 2, issue 3.

ΔΟΕ & ΟΟΣΑ, 2015, “The Labour Share in G20 Economies” (26-27 Φεβρουαρίου), www.oecd.org/g20/topics/employment-and-social-policy/The-Labour-Share-in-G20-Economies.pdf

Flo & Adrien, 2018, “Faire reculer les fascistes, construire notre autonomie!”, Autonomie de classe (10 Απριλίου), https://autonomiedeclasse.wordpress.com/2018/04/10/faire-reculer-les-fascistes-construire-notre-autonomie/

Flo & Jad, 2019, “Les nazis et les autruches”, Autonomie de Classe (29 Ιανουρίου), https://autonomiedeclasse.wordpress.com/2019/01/29/les-nazis-et-les-autruches/

Le Figaro, 2018, “La CGT et les ‘gilets jaunes’ bloquent plusieurs raffineries Total” (22 Νοεμβρίου), https://tinyurl.com/y48s6xnc

Mathieu, Xavier, Thierry Defresne, Reynald Kubecki, Ghislaine Tormos, κ.α., 2018, “Gilets jaunes: ‘La CGT ne peut pas détourner le regard de cette colère sociale’”, Libération (13 Δεκεμβρίου), www.liberation.fr/france/2018/12/13/gilets-jaunes-la-cgt-ne-peut-pas-detourner-le-regard-de-cette-colere-sociale_1697647

Meistermann, Manon, 2016, “3 millions de jours de grève en France”, Fondation pour la recherche sur les administrations et les politiques publiques (31 Μαρτίου), www.ifrap.org/emploi-et-politiques-sociales/3-millions-de-jours-de-greve-en-france

Nicolas, Bernard, 2010, “Humiliation, dépression, démission: l’offre triple play de France Télécom”, Les Inrockuptibles (25 Σεπτεμβρίου), www.lesinrocks.com/2010/09/25/actualite/humiliation-depression-demission-loffre-triple-play-de-france-telecom-1125601/

ΟΟΣΑ, 2018, “Equity in Education: Breaking Down Barriers to Social Mobility” (23 Οκτωβρίου), www.oecd.org/publications/equity-in-education-9789264073234-en.htm

Palheta, Ugo, 2016a, “Vers l’autoritarisme? Crise de la démocratie libérale et politique d’émancipation”, Contretemps (2 Νοεμβρίου), www.contretemps.eu/autoritarisme-democratie-palheta/

Palheta, Ugo, 2016b, “Civil War in France”, Socialist Review (Σεπτέμβριος), http://socialistreview.org.uk/416/civil-war-france

Poingt, Guillaume, 2018, “Quel gouvernement a le plus privatisé depuis 30 ans?”, Le Figaro (4 Οκτωβρίου), www.lefigaro.fr/conjoncture/2018/10/04/20002-20181004ARTFIG00285-quel-gouvernement-a-le-plus-privatise-depuis-30-ans.php

Rigouste, Mathieu, 2016, “L’invention de la BAC et le quadrillage sécuritaire des quartiers populaires”, Contretemps (29 Οκτωβρίου), www.contretemps.eu/police-racisme-quartiers-populaires

Salingue, Julien, 2019, “L’extrême droite, ennemie du mouvement des Gilets jaunes”, NPA (13 Φεβρουαρίου), https://npa2009.org/actualite/politique/lextreme-droite-ennemie-du-mouvement-des-gilets-jaunes

Sénécat, Adrien, 2018, “Les mirages de Pierre Gattaz sur l’opération ‘Un million d’emplois’”, Le Monde (26 Απριλίου), www.lemonde.fr/les-decodeurs/article/2018/04/26/les-mirages-de-pierre-gattaz-sur-l-operation-un-million-d-emplois_5291147_4355770.html

Soudais, Michel, 2017, “Une vidéo dévoile les ‘trucs’ de Macron pour ambiancer ses meetings”, Politis (14 Φεβρουαρίου), www.politis.fr/articles/2017/02/une-video-devoile-les-trucs-de-macron-pour-ambiancer-ses-meetings-36304/

Thomas, Peter, 2010, The Gramscian Moment: Philosophy, Hegemony and Marxism, εκδόσεις Haymarket Books.

Tonnelier, Audrey, 2019, “Entre le grand débat et les ‘gilets jaunes’, le blues des hauts fonctionnaires de Bercy”, Le Monde (17 Ιανουαρίου), www.lemonde.fr/politique/article/2019/01/17/grand-debat-et-gilets-jaunes-a-bercy-les-hauts-fonctionnaires-broient-du-noir_5410269_823448.html

Weiler, Nolwenn, 2019, “’Ce qui se passe ici, cette entraide, je n’avais jamais vu ça’: reportage à la maison du peuple de Saint-Nazaire”, Basta! (14 Φεβρουαρίου), www.bastamag.net/Ce-qui-se-passe-ici-cette-entraide-je-n-avais-jamais-vu-ca-reportage-a-la

Wirtschafts und Sozial-wissenschaftliches Institut [Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών], 2015, “Annual Report”, www.boeckler.de/pdf/wsi_jahresbericht_2015.pdf