Home

Ναι! Θα έρθει ανάπτυξη την άνοιξη![1]

Η ιστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι η ιστορία της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης· η ιστορία της αναπαραγωγής του κεφαλαίου ως κεφαλαίου και –του αναγκαίου επακόλουθού του– της εργατικής τάξης ως εργατικής τάξης. Αν υποθέσουμε ότι η αναπαραγωγή αυτής της σχέσης δεν είναι αναπόφευκτη, ποια είναι η δυνατότητα της μη-αναπαραγωγής της;

Για μια σύντομη στιγμή, η πρόσφατη κρίση φάνηκε ίσως να μας προσφέρει μια φευγαλέα εικόνα από μια τέτοια μη-αναπαραγωγή: το φαινόμενο του τραπεζικού πανικού επέστρεψε στον καπιταλιστικό πυρήνα, ένα κύμα ταραχών για τις τιμές των καυσίμων και των τροφίμων σάρωσε πολυάριθμες χώρες, τα χρηματιστήρια κατρακύλησαν και οι επιχειρήσεις κήρυξαν πτώχευση, η ισλανδική οικονομία κατέρρευσε, ο κόσμος στο σύνολό του εισήλθε σε μια κρίση που χαρακτηρίστηκε ευρέως ως η χειρότερη από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, η Ελλάδα πήρε φωτιά από την εξέγερση, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο επανεμφανίστηκαν μορφές ταξικής πάλης που είχαμε να δούμε εδώ και δεκαετίες. Για μερικούς μήνες ξεστομίζονταν εδώ κι εκεί κούφια λόγια περί της επιστροφής του Μαρξ και οι mainstream οικονομολόγοι έγιναν καταστροφιστές, λίγο πριν η κουβέντα για τα «πράσινα βλαστάρια» επιστρέψει και αρχίσει να εδραιώνεται η συνήθης ιδέα ότι αυτή η κρίση ήταν, το πολύ-πολύ, μια ιδιαίτερα σοβαρή βλάβη στην κανονική λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία προκλήθηκε από κάποιον αυθαίρετο μη-συστημικό παράγοντα. Σε μια συνθήκη σαν αυτή, η ερμηνεία της κρίσης ως όψης της αυτορρύθμισης της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας είναι ίσως περισσότερο εύλογη από την ερμηνεία της ως εκδήλωσης της δυνατότητας μη-αναπαραγωγής της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης· στην απώτατη εκδοχή της, η κρίση αποτελεί το ιδιαίτερα ακραίο «ξεκαθάρισμα» κάποιων υπερβολών ή ανορθολογισμών ενός κατά τα άλλα υγιούς, πλήρως λειτουργικού συστήματος.

Όμως, δεν υπάρχει υγιής κατάσταση ισορροπίας ούτε και «κανονική», πλήρως λειτουργική συνθήκη στον πυρήνα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η κρίση είναι το modus vivendi της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης, η δια βίου διαδικασία αυτής της αντίφασης. Στον βαθμό που η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι πάντα μια ανήσυχη, προβληματική διαδικασία· στον βαθμό που το κεφάλαιο, ακόμα και στις νίκες του επί του προλεταριάτου, εξακολουθεί να προσεγγίζει αδιέξοδα υπερσυσσώρευσης· στον βαθμό που ο χορός της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης δεν δύναται να λάβει χώρα δίχως αμφότερους τους απρόθυμους παρτενέρ της, η κρίση είναι πάντοτε εδώ. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής η εργασία αποτελεί την πηγή της αξίας, μα με την πρόοδο της συσσώρευσης η αναγκαία εργασία τείνει να ελαττώνεται ως μέγεθος. Η κρίση είναι πάντα μαζί μας διότι, για το κεφάλαιο, η εργασία είναι πρόβλημα.

Ωστόσο, η κρίση συνιστά επίσης ένα διακριτό συμβάν. Ο θεαματικός καταστροφισμός που κυρίευσε τα χρηματιστήρια ανά τον πλανήτη την περίοδο της κατάρρευσης της Lehman Brothers, η πλημμύρα άσκησης δικαιωμάτων κατάσχεσης που σάρωσε τις ΗΠΑ, η επικρεμάμενη χρεοκοπία ολόκληρων κρατών, τα τεράστια προγράμματα διάσωσης και οι προβλέψεις για ύφεση, οι χαιρετισμοί του τέλους της «νεοφιλελεύθερης» εποχής και η εμφάνιση ιδεών –οσοδήποτε απατηλών– περί μιας επιστροφής στον Κέυνς: όλα αυτά αποτελούν τα πολύ πραγματικά σημάδια μιας ιδιαίτερης κρίσης στην καπιταλιστική ταξική σχέση. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της κρίσης προδίδει τη γενική αντίφαση αυτής της σχέσης, σαν ξαφνικά το καπάκι να πετάχτηκε από τη μηχανή, φανερώνοντας όλα τα τρίζοντα γρανάζια της. Όπως όλες οι κρίσεις, έτσι και αυτή αντιπροσωπεύει τη βαθύτερη μεταβαλλόμενη δομή της ταξικής σχέσης: εκεί που μια όψη της αναπαραγωγής της σχέσης προσκρούει στα όριά της, μια στιγμή συστημικής ανοιχτότητας κάνει την εμφάνισή της και μαζί της μια φευγαλέα έκλαμψη της δυνατότητας για ρήξη. Τότε, εκεί που ένα γρανάζι είχε γλιστρήσει από τον σφόνδυλο, μέσω κάποιας χαοτικής μηχανικής επανασυμπλέκεται ένα νέο, με μια διαφορετική ορμή αυτή τη φορά. Η αντιφατική αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης συνεχίζεται προς το παρόν, με μερικές τροποποιήσεις· τα «πράσινα βλαστάρια» της ανάκαμψης αναγγέλλουν το τέλος του χειμώνα και η κρίση φυσικοποιείται για μια ακόμη φορά όχι ως μια χρόνια ή μόνιμη συνθήκη, αλλά ως η αιώνια επανεμφάνιση ενός φυσικού κύκλου.

Ποιος είναι ο τρέχων χαρακτήρας της αναπαραγωγής της ταξικής σχέσης και με ποιον τρόπο αυτή αυτομετασχηματίζεται; Ποιες νύξεις για τη μη-αναπαραγωγή της μπορούμε να βρούμε σε αυτόν τον μετασχηματισμό; Ποια είναι, με άλλα λόγια, η πιθανότητα μιας πλήρους ρήξης με την εν λόγω αυτοαναπαραγωγή στην παρούσα φάση; Αυτά είναι τα ερωτήματα με τα οποία η επαναστατική θεωρία καλείται να καταπιαστεί. Είναι στις μεταβαλλόμενες τροπικότητες αυτής της αναπαραγωγής που μπορούμε να συλλάβουμε την πραγματική ιστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας ως κάτι περισσότερο από μια τυχαία συναρμολόγηση γεγονότων, αφηγήσεων ή εννοιών, στρατηγικών νικών, ηττών ή αφομοιώσεων, γιατί είναι κατά την αυτοαναπαραγωγή της που η καπιταλιστική ταξική σχέση οικοδομείται ως ολότητα. Για τον ίδιο λόγο, είναι σε αυτές τις τροπικότητες που οφείλουμε να αναζητήσουμε τις δυνατότητες μιας εμμενούς καταστροφής αυτής της ολότητας.

Η αναπαραγωγή της σχέσης

[Τ]ο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής δεν είναι μονάχα εμπορεύματα και υπεραξία· είναι η αναπαραγωγή της σχέσης αυτής καθεαυτήν […] Κεφάλαιο και μισθωτή εργασία αποτελούν μόνο δυο εκφράσεις της ίδιας σχέσης[2].

Αν υπάρχει κάποιο ειδοποιό χαρακτηριστικό που διακρίνει το κεφαλαίο από μια απλή ποσότητα χρήματος, ή από μια απροσδιόριστη μάζα υλικών με τα οποία μπορεί κανείς να δημιουργήσει χρήμα, είναι η ιδιότητά του να επεκτείνεται: πρόκειται για χρήμα που γίνεται περισσότερο χρήμα, αξία που αυτοαξιοποιείται. Προκειμένου να συνεχίσει να υπάρχει ως τέτοιο, το κεφάλαιο πρέπει να αυξάνει αενάως την ποσότητά του. Υπό αυτή την έννοια, έχει έναν καθαρά «τελεολογικό» χαρακτήρα: έχει ένα ξεκάθαρο στόχο –την αυτοεπέκτασή του– και τον ακολουθεί αδιάλειπτα. Δεδομένου ότι, σε συστημικό επίπεδο, μια τέτοια επέκταση ξεκάθαρα δεν μπορεί να συντηρείται μέσω της απλής αναδιανομής αξίας μεταξύ κεφαλαίων, για να λάβει χώρα η αξιοποίηση θα πρέπει να υφίσταται κάποια δυνατότητα παραγωγής νέας αξίας. Αυτή η δυνατότητα είναι η εργασιακή δύναμη.

Από τη στιγμή που οι εργάτες δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκη να ξοδεύουν το σύνολο της εργάσιμης ημέρας για να παράξουν εκείνα που τους επιτρέπουν να αναπαραχθούν ως εργάτες για την επόμενη μέρα, δύναται να υπάρχει ένα πλεόνασμα ανάμεσα στην ποσότητα εργασίας που εκτελείται στην πράξη από τους εργάτες και τον κοινωνικό μέσο όρο εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή των αγαθών με τα οποία οι εργάτες αναπαράγονται. Προκύπτει έτσι η διάκριση ανάμεσα στην εργασία και την εργασιακή δύναμη, μια διάκριση πάνω στη βάση της οποίας μπορεί κανείς εύλογα να ισχυριστεί ότι εγείρεται ολόκληρο το οικοδόμημα της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Ενώ φυσικά οι εργάτες πρέπει να εξαναγκάζονται να παρέχουν αυτό το πλεόνασμα, αυτός ο καταναγκασμός είναι συστημικός. Αυτό που για την εργάτρια είναι απλά ο αριθμός των εργάσιμων ωρών που απαιτούνται για να κερδίσει τον απαραίτητο για την αναπαραγωγή της σε ένα δεδομένο επίπεδο μισθό, για το κεφάλαιο συνιστά τόσο ένα μισθολογικό έξοδο όσο και τη δυνατότητα κέρδους πέραν τη απλής αξίας των μισθών. Ενώ η θέση της εργάτριας σε σχέση με την ιδιοκτησία σημαίνει πως η τυπική της ελευθερία συμφύρεται ταυτόχρονα με τον συστημικό καταναγκασμό, αμφότερα τα δύο μέρη αυτής της συμφωνίας παραμένουν συναινούντα «αστικά υποκείμενα», τα οποία προσέρχονται ελεύθερα στην αγορά. Αυτή η συνάντηση στην αγορά εργασίας, ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, εμπεριέχει –οπωσδήποτε– ορισμένες εγγενείς τριβές, καθώς, όπως όλοι οι καλοί έμποροι, και τα δυο μέρη θα αναζητούν πάντοτε τρόπους να αποκτήσουν περισσότερα προσφέροντας λιγότερα. Οι εργάτες σέρνονται απρόθυμα στη δουλειά, παίρνουν πίσω όσο το δυνατόν περισσότερο από τον κλεμμένο τους χρόνο και ενίοτε απεργούν για υψηλότερους μισθούς, ενώ το κεφάλαιο επιβάλλει την εργάσιμη μέρα όσο αυστηρότερα μπορεί και συνεχώς επιδιώκει την επέκταση του πλεονασματικού μέρους της εργασίας που λαμβάνει χώρα στην παραγωγική του διαδικασία.

Αυτή η καθημερινή συνάντηση κεφαλαίου και εργασίας δεν είναι απλά ένα τυχαίο γεγονός. Αν ήταν τέτοιο, τότε η διατήρηση της καπιταλιστικής κοινωνίας σε βάθος χρόνου δεν θα συνιστούσε τίποτα λιγότερο από θαύμα. Δεν είναι γεγονός γιατί πρόκειται για μια διαδικασία που μας εμπλέκει όλους ακατάπαυστα, και δεν είναι τυχαίο γιατί –στην επανάληψη αυτής της συνάντησης– μπορούμε να ανιχνεύσουμε μια ορισμένη συστηματικότητα στον τρόπο με τον οποίο αυτή προκύπτει[3]. Δεν συμβαίνει απλά οι εργάτες να συναντούν το κεφάλαιο στην αγορά εργασίας έχοντας μόνο την εργασιακή τους δύναμη να πουλήσουν, όπως δεν συμβαίνει απλά το κεφάλαιο να αντιπαρατίθεται σε αυτούς τους εργάτες ως συσσωρευμένη μάζα μέσων παραγωγής στη μορφή της ατομικής ιδιοκτησίας. Ορθότερα, τόσο οι εργάτες ως πωλητές εργασιακής δύναμης όσο και το κεφάλαιο ως συσσωρευμένη μάζα μέσων παραγωγής παράγονται αμφότεροι σαν τέτοιοι μέσα από μια καθορισμένη διαδικασία. Αυτή η διαδικασία είναι η ίδια η διαδικασία παραγωγής: παράλληλα με την παραγωγή αξίας και ξεχωριστών αξιών χρήσης, η παραγωγική διαδικασία αποτελεί την ίδια στιγμή διαδικασία παραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης.

Αν αναλογιστούμε την παραγωγική διαδικασία όχι στην αφετηρία της αλλά στο αποτέλεσμά της, ο επιτυχημένος καπιταλιστής έχει ιδιοποιηθεί υπεραξία από τους εργάτες, την έχει πραγματοποιήσει στην ανταλλαγή και μπορεί τώρα να χρησιμοποιήσει αυτή την αξία στον επόμενο κύκλο της παραγωγικής διαδικασίας. Ενώ η εργάτρια, έχοντας πληρωθεί για την εργασιακή της δύναμη και μόνο, αφήνει την παραγωγική διαδικασία μονάχα με έναν μισθό με τον οποίο καλείται να καλύψει το κόστος αναπαραγωγής της εν όψει του επόμενου παραγωγικού κύκλου. Και τα δύο μέρη, λοιπόν, επιστρέφουν, στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας, στις δομικές θέσεις από τις οποίες εισήλθαν σε αυτή. Η εργάτρια δεν έχει πολλές επιλογές πέρα από το να πουλήσει ξανά την εργασιακή της δύναμη, μιας και δεν έχει συσσωρεύσει κάτι δικό της κατά τη πορεία της παραγωγικής διαδικασίας, και ο καπιταλιστής είναι υποχρεωμένος από την επεκτατική λογική του κεφαλαίου να την απασχολήσει για άλλη μια φορά. Άπαξ και η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία ξεκινήσει, η συνέχειά της είναι –τουλάχιστον με αυτήν την έννοια– αυτόματη. Υπάρχει μια αναγκαιότητα στη συνεχιζόμενη αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης, η οποία συνάγεται από τον χαρακτήρα της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας[4]. Καθώς η παραγωγική διαδικασία δεν είναι παρά η ταξική σχέση in actu, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης συνάγεται υποχρεωτικά από τον χαρακτήρα της ίδιας αυτής σχέσης.

Η ολότητα

Η αυτοθεμελίωση της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης αποτελεί επίσης και αυτοθεμελίωση της ολότητας των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Με αυτή τη διαδικασία αυτοαναπαραγωγής, δεν είναι μόνο οι εργάτες και το κεφάλαιο που αναπαράγονται, αλλά επίσης και το κράτος με όλα τα όργανά του, η οικογενειακή δομή και το σύστημα των έμφυλων σχέσεων, η συγκρότηση του ατόμου ως υποκειμένου με μια ειδική εσωτερικότητα που αντιτίθεται στον κόσμο της παραγωγής κ.ο.κ. Είναι μόνο μέσω της επανάληψης της αναπαραγωγής τους –βασισμένης στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων– που αυτές οι διάφορες στιγμές καταλήγουν να φέρουν κάποια συστηματικότητα και, συνεπώς, να συγκροτούν μια ολότητα.

Είναι κοινός τόπος ότι οι κοινωνικές δομές που συγκροτούν αυτή την ολότητα δεν μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν χωρίς τη θεμελίωση της κοινωνίας στην παραγωγή. Η παραγωγή, θεωρημένη μόνο στην άμεση υλική πλευρά της, αυτοπαρουσιάζεται ως μια οιονεί φυσική βάση για την αναπαραγωγή της «κοινωνίας». Όμως στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι η αξία –όχι η γενική παραγωγή της ανθρώπινης ζωής μέσω κάποιου «ανθρώπινου μεταβολισμού με τη φύση»– που συνιστά το άμεσο αντικείμενο της παραγωγής· και είναι πρώτα και κύρια όχι η «κοινωνία», αλλά η καπιταλιστική ταξική σχέση αυτή που αναπαράγεται. Η «κοινωνία» ως τέτοια –ή ο κοινωνικός σχηματισμός– είναι η αφηρημένη εμφάνιση της ολότητας των σχέσεων που αναπαράγονται μέσω της αυτοαναπαραγωγής της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης. Μια θεωρία που εκκινεί από την αφηρημένη αυτοαναπαραγωγή της κοινωνικής ολότητας μπορεί μόνο να εκφράσει την ύπαρξη αυτής της ολότητας ταυτολογικά: η διατήρηση της ύπαρξης των μερών είναι λειτουργικά αναγκαία για τη διατήρηση της ύπαρξης του όλου, και η διατήρηση της ύπαρξης του όλου δεν είναι τίποτα άλλο από τη διατήρηση της ύπαρξης αυτών των λειτουργικών μερών. Η αλτουσεριανή έννοια της «δομικής αιτιότητας» υιοθετεί αυτή την ταυτολογία σαν μεταφυσική αρχή – σφάλμα αδιαχώριστο από τη λειτουργιστική τάση εντός του αλτουσεριανού μαρξισμού[5].

Εντούτοις, μια επιβεβαίωση της ενδεχομενικότητας ή της ανοιχτότητας της ταξικής πάλης ή μια «κοπερνίκεια στροφή» προς την εργατική τάξη ως υποκείμενο της πάλης αυτής, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή εναλλακτική στη λειτουργιστική ή τη νατουραλιστική αντίληψη της κοινωνικής αναπαραγωγής. Καθώς η ταξική σχέση αναπαράγεται συστηματικά, είναι ίδιόν της να μην έχει τον χαρακτήρα του τυχαίου, ενώ και η εργατική τάξη, όντας ο επακόλουθος πόλος του κεφαλαίου με το οποίο βρίσκεται σε σχέση αμοιβαίας αναπαραγωγής, δεν μπορεί ως τέτοια να αποτελεί το επίκεντρο της επαναστατικής θεωρίας. Η ολότητα έχει βέβαια πολλά επίπεδα συγκεκριμένου και διαπερνάται από σύνθετους και απρόοπτους παράγοντες που δεν μπορούν να εξηγηθούν επαρκώς μέσω ενός απλού τελετουργικού ταξικών σχέσεων. Όμως ως τόπος της καπιταλιστικής παραγωγής, ως το σημείο από το οποίο η παραγωγή εκκινεί και στο οποίο πάντοτε καταλήγει, ως η στιγμή της αυτοθεμελίωσης του τρόπου παραγωγής, η αναπαραγωγή της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης έχει μια κεντρικότητα για κάθε θεωρία της επανάστασης.

Ο ορίζοντας

«Για κάθε εποχή, να είναι παρούσα σημαίνει να έχει ορίζοντες. Να παρέρχεται σημαίνει να χάνει τους ορίζοντες αυτούς»[6].

Το να θέτουμε το ζήτημα της επανάστασης σημαίνει να θέτουμε τη συνεχιζόμενη ύπαρξη της ίδιας της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης υπό διακύβευση. Η επανάσταση δεν μπορεί να είναι μια απλή απαλλοτρίωση του κεφαλαίου ούτε η κατάληψη των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη ή εκ μέρους της. Οφείλει να είναι η άμεση καταστροφή της αυτοαναπαραγόμενης σχέσης, εντός της οποίας οι εργάτες ως εργάτες –και το κεφάλαιο ως αυτοαξιοποιούμενη αξία– υπάρχουν και προκύπτουν. Η επανάσταση θα είναι κομμουνιστική ή δεν θα είναι επανάσταση. Αποκαλούμε την επανάσταση εννοημένη κατ’ αυτόν τον τρόπο «κομμουνιστικοποίηση».

Η εμμενής αυτοδιατήρηση της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης παρουσιάζεται ως διαιώνιση: στην αυτοθεμελίωσή της η ταξική σχέση εμφανίζεται άπειρη, δίχως επέκεινα. Καθώς αυτή η σχέση αυτοπροβάλλεται σε ένα μη πεπερασμένο μέλλον, η επαναστατική θεωρία ασχολείται κατ’ ανάγκην με τη ρήξη, με μια διακοπή στην ίδια τη χρονικότητα της σχέσης. Όμως η αυτοαναπαραγωγή δεν αποτελεί απλή τάση προς την ισορροπία ή τη δυναμική διατήρηση μιας κατ’ ουσίαν στατικής κατάστασης. Το να θέτουμε την αυτοαναπαραγωγή της ταξικής σχέσης δεν σημαίνει να ξεκινάμε από μια αφετηρία που μπορεί μόνο να αποδείξει το λειτουργικό κλείσιμο του συστήματος, και ενάντια στην οποία θα πρέπει να υποστηρίξουμε τη ριζοσπαστική ανοιχτότητα της ταξικής πάλης ή ένα όραμα της επανάστασης ως ριζικά εξωτερικής, μεσσιανικής ή υπερβατικής. Η χρήση μιας μεταφοράς από τον οργανικό κόσμο είναι ίσως καταλληλότερη από μια αντίστοιχη από τα πεδία της κυβερνητικής ή της μηχανικής: ένας οργανισμός είναι εγγενώς ομοιοστατικός αλλά αναγκαστικά αλλάζει κατά τη διάρκεια της ζωής του, εξακολουθεί να πρέπει να πεθάνει και η τάση προς τον θάνατο δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ως εξωτερική προς το ίδιο το ζην του. Παρ’ όλα αυτά, η καπιταλιστική ταξική σχέση δεν αναπαράγει απλά τον εαυτό της σαν λειτουργική ενότητα η οποία μια μέρα οφείλει, όπως όλα τα καλά πράγματα, να φτάσει στο τέλος της. Αντίθετα, ως ταξική σχέση –δηλαδή σχέση εκμετάλλευσης– είναι εγγενώς ανταγωνιστική. Στον βαθμό που κάθε πόλος φέρει μια κατευθυντικότητα προς την επιβεβαίωσή του έναντι του άλλου, η λογική κορύφωση της οποίας θα ήταν η τελική επικράτηση, και οι δύο πόλοι της σχέσης μπορούν να προβάλουν τους εαυτούς τους ως την έσχατη αλήθεια της, ως τον τελικό θριαμβευτή. Τόσο το κεφάλαιο όσο και το προλεταριάτο μπορούν νόμιμα να ισχυριστούν ότι αποτελούν την ουσία στον πυρήνα της καπιταλιστικής κοινωνίας, όμως τέτοιου είδους ισχυρισμοί θα είναι πάντα αντιφατικοί, εφόσον κανένας πόλος σε αυτή τη σχέση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον άλλο.

Δεδομένου ότι κάθε πόλος της σχέσης αυτής μπορεί να ισχυριστεί με αντιφατικό τρόπο ότι αποτελεί την αλήθεια της, και δεδομένου ότι πρόκειται για μια δυναμική σχέση που φέρει στο κέντρο της μια κατευθυντικότητα που προκύπτει από τον προσανατολισμό της διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου προς-το-μέλλον, η ταξική σχέση φέρει πάντοτε εντός της έναν εμμενή χρονικό ορίζοντα. Δεν αυτοδιαιωνίζεται απλά σαν μια μονολιθική, κλειστή ολότητα. Αντίθετα, ως σχέση αγώνα κουβαλά σαν τον δικό της ορίζοντα ένα όραμα για το μέλλον ως προβεβλημένη επίλυση του ανταγωνισμού. Την τελική νίκη της εργατικής τάξης, τη μόνιμη εγκαθίδρυση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, την απειλή της βαρβαρότητας ή της οικολογικής καταστροφής: η ταξική πάλη έχει πάντοτε έναν ενικό ορίζοντα και, ανάλογα με τη δυναμική της ταξικής σχέσης σε κάθε δεδομένη στιγμή, αυτός ο ορίζοντας μεταβάλλεται ποιοτικά. Εντός αυτού του ορίζοντα, εμφανίζεται μια άρση που μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο αντιφατική. Αν το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης στη βάση της απλής νίκης του ενός ή του άλλου πόλου είναι αδύνατο –γιατί κάθε πόλος δεν είναι τίποτα χωρίς τον άλλο– τότε, στον βαθμό που η επιβεβαίωση της εργατικής τάξης ως εργατικής τάξης αποτέλεσε το περιεχόμενο των επαναστάσεων του 20ού αιώνα, μπορεί να ειπωθεί ότι αυτές έθεσαν ένα αδύνατο ξεπέρασμα της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης. Αντίθετα, η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση εμφανίζεται μόνο στον αγώνα που φέρει ως εμμενή ορίζοντά του την άμεση μη-αναπαραγωγή της ταξικής σχέσης.

Είναι μόνο μέσω της συστηματικής αναπαραγωγής της που αυτή η σχέση παρουσιάζεται ως ενότητα παρά ως ad hoc διευθέτηση, και –αν ως ιστορία κατανοούμε κάτι περισσότερο από την αδύνατη περιγραφή μιας άμορφης ροής– είναι μόνο ως μια τέτοια ενότητα που μπορεί να έχει μια ιστορία. Όπως η βάση της συσσώρευσης του κεφαλαίου είναι εσωτερική στην καπιταλιστική ταξική σχέση, το ίδιο ισχύει –στο κοινωνικό επίπεδο– και για τα αποτελέσματά της. Η πτωτική κερδοφορία επηρεάζει άμεσα τόσο την ικανότητα του κεφαλαίου να αναπαραχθεί, όσο και αυτή της εργατικής τάξης. Η ακατάπαυστη τεχνική αναδιοργάνωση της εργασιακής διαδικασίας φέρνει στις ζωές των εργατών ριζικά διαφορετικά μοτίβα εμπειρίας. Μέσω της αυξανόμενης απασχόλησης των γυναικών, η αναδιοργάνωση των έμφυλων ρόλων πέρα από τη μονόμισθη οικογένεια μετασχηματίζει την ίδια την οικογένεια και την εμπειρία της «προσωπικής ζωής» έξω από την παραγωγική διαδικασία. Η επέκταση του πιστωτικού συστήματος δίνει τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να μετακινείται σε όλο τον πλανήτη με μια αυξανόμενη ρευστότητα που μεταβάλλει τον ρόλο των κρατών στο παγκόσμιο σύστημα και υποσκάπτει τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να διαπραγματεύεται σε εθνικό επίπεδο. Η τάση των καινοτομιών εξοικονόμησης εργασίας να αποβάλλει εργάτες από την παραγωγική διαδικασία και να παράγει έναν πλεονάζοντα πληθυσμό –στις περιπτώσεις που αυτός ο πληθυσμός είναι δυνητικά σε θέση να συμμετέχει στην αγορά εργασίας– ασκεί μια καθοδική πίεση στους μισθούς και την εργασιακή ασφάλεια· όπου αυτός ο πληθυσμός δεν μπορεί να συμμετέχει στην αγορά εργασίας, δημιουργούνται τεράστιες παραγκουπόλεις για να στεγάσουν μια περίσσεια ανθρώπων, των οποίων η αναπαραγωγή γίνεται ολοένα πιο επισφαλής και τυχαία. Όλες αυτές οι τάσεις είναι εμμενείς στην καπιταλιστική ταξική σχέση. Η ιστορία της ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η ιστορία της εκτύλιξης, εντός της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης, αυτών των τάσεων και ως εκ τούτου της μεταβολής της ποιότητας της σχέσης καθεαυτής.

Ο ορίζοντας της άρσης που η ταξική σχέση φέρει εντός της είναι ποιοτικά μεταβλητός: σε κάθε δεδομένη στιγμή, ο χαρακτήρας του είναι αναπόσπαστα δεμένος με την ιστορική τροποποίηση της ταξικής σχέσης. Αυτό που παραμένει αμετάβλητο είναι η ίδια η ύπαρξη αυτού του ορίζοντα. Ο μεταβαλλόμενος χαρακτήρας του ορίζοντα αυτού συνιστά την πρωταρχική βάση και το αντικείμενο της επαναστατικής θεωρίας. Θέτοντας το ζήτημα του επαναστατικού ξεπεράσματος της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης, διασχίζουμε το θεωρητικό έδαφος αυτού του ορίζοντα όπως αυτός μας παρουσιάζεται τώρα. Πρόκειται για ένα διαστρωματωμένο έδαφος με τη δική του γεωλογία ιζημάτων, ενδορρήξεων και τεκτονικών ρηγμάτων. Ιχνηλατούμε τη γραμμή αυτού του ορίζοντα όπως αυτός υπάρχει τώρα –προσεγγίζοντας όσο το δυνατόν περισσότερο την εννοιολόγηση της εξόδου μας από αυτό το τοπίο– και όπως αυτός υπήρξε στο παρελθόν, διαφοροποιώντας το τοπίο που συναντάμε σήμερα από εκείνα του παρελθόντος. Η κομμουνιστική θεωρία είναι η θεωρία του εμμενούς ορίζοντα της ταξικής πάλης. Ιχνηλατώντας αυτόν τον ορίζοντα, και εννοιολογώντας την παρέλευσή του, καθιστούμε την ταξική πάλη στην ιστορικότητά της ένα καθορισμένο αντικείμενο της θεωρίας και την ακολουθούμε στην περατότητά της. Θέτοντας την ίδια την ταξική σχέση υπό διακύβευση μέσω της προϋπόθεσης της τελικής της άρσης, μπορούμε να αντιληφθούμε αυτή τη σχέση ως αυτό που είναι. Μπορούμε να συλλάβουμε την αλήθεια της όχι μέσω της προβολής μιας ψευδούς ουδετερότητας, αλλά, αντίθετα, υιοθετώντας τη στρατευμένη σκοπιά του ξεπεράσματος της ταξικής σχέσης, ενός ξεπεράσματος που υπάρχει όχι μόνο στη «θεωρία», αλλά και στην εμμενή δυναμική της.

Τάσεις της ταξικής σχέσης: το ποσοστό κέρδους

Στο μέτρο που το κεφάλαιο τοποθετεί τον χρόνο εργασίας –την απλή ποσότητα εργασίας– σαν μοναδικό αξιοκαθοριστικό στοιχείο, στον ίδιο βαθμό εξαφανίζεται η άμεση εργασία και η ποσότητά της σαν η καθοριστική αρχή της παραγωγής –της δημιουργίας αξιών χρήσης– και υποβαθμίζεται: τόσο ποσοτικά –μειώνεται η αναλογία της– όσο και ποιοτικά, σαν ένα απαραίτητο βέβαια αλλά δευτερεύον συνθετικό στοιχείο […] Έτσι το κεφάλαιο δουλεύει για την ίδια του τη διάλυση σαν μορφής που κυριαρχεί στην παραγωγή[7].

Αν η καπιταλιστική ταξική σχέση είναι μια αντιφατική σχέση κατά την οποία η αναπαραγωγή δεν αποτελεί ποτέ ένα απλό ζήτημα διατήρησης μιας σταθερής κατάστασης, αυτό συμβαίνει γιατί –όπως υποδείξαμε παραπάνω– η εργασία αποτελεί πρόβλημα για το κεφάλαιο. Ως η μόνη πηγή υπεραξίας, η υπερεργασία είναι πάντοτε κάτι που το κεφάλαιο, στη διαρκή του ώθηση για συσσώρευση, απαιτεί σε ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες. Με την αύξηση της παραγωγικότητα της εργασίας, το κεφάλαιο επωφελείται αυξάνοντας την αναλογία της υπερεργασίας προς την αναγκαία εργασία, μειώνοντας όμως με αυτόν τον τρόπο ταυτόχρονα τον ρόλο της εργασίας σαν την «καθοριστική αρχή της παραγωγής». Αυτό σημαίνει εν τέλει ότι λιγότεροι εργάτες απαιτούνται για την παραγωγή της ίδιας μάζας εμπορευμάτων, μια μείωση που προκαλεί με τη σειρά της μείωση των δυνατοτήτων για αξιοποίηση. Από αυτή την απλή αντίφαση μπορούμε να συνάγουμε μερικές από τις θεμελιώδεις τάσεις στην αναπαραγωγή της ταξικής σχέσης, και είναι ακριβώς σε αυτήν που μπορούμε να δούμε πώς το κεφάλαιο «δουλεύει για την ίδια του τη διάλυση».

Ο περίφημος νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εκφράζει όψεις αυτής της απλής αντίφασης. Στην κανονική του διατύπωση, αυτός ο νόμος προκύπτει από το γεγονός ότι κάθε κεφάλαιο, στην ανταγωνιστική του μάχη ενάντια στα άλλα κεφάλαια, τείνει συν τω χρόνω να αυξάνει την παραγωγικότητα των εργατών του μέσω τεχνικών εξελίξεων στην παραγωγική διαδικασία: η τεχνική του σύνθεση τείνει να αυξάνεται. Με τις αυξήσεις της παραγωγικότητας απαιτείται λιγότερος χρόνος εργασίας για την παραγωγή του ίδιου εμπορεύματος και το ατομικό κεφάλαιο κερδίζει έτσι πλεονέκτημα έναντι των άλλων κεφαλαίων. Με τον καιρό, ωστόσο, το παραγωγικό πλεονέκτημα γενικεύεται, εξαλείφοντας το αρχικό κέρδος και οδηγώντας στη μείωση της αξίας του εμπορεύματος, μιας και τώρα η παραγωγή του απαιτεί λιγότερο κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας. Συνεπώς, ακόμα και σε αυτό το αφηρημένο επίπεδο, μπορούμε να εντοπίσουμε μια πρώτη εμφάνιση αυτής της απλής αντίφασης, καθώς η ώθηση για συσσώρευση υπεραξίας μέσω της παραγωγής εμπορευμάτων –ενός πλεονάσματος αξίας που απαρτίζεται από υπερεργασία– οδηγεί σε μείωση στον χρόνο εργασίας, και κατά συνέπεια στο περιθώριο για υπερεργασία η οποία εμπλέκεται στην παραγωγή των ίδιων ακριβώς εμπορευμάτων.

Παρ’ όλα αυτά, από μόνο του αυτό δεν αποτελεί ζημιά για το κεφάλαιο, μιας και με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μειώνει παράλληλα το κόστος της φθηναίνοντας τα αγαθά που οι εργάτες καταναλώνουν. Οι μισθοί μπορούν έτσι να μειωθούν σχετικά, κι επίσης να επεκταθεί το τμήμα της εργάσιμης ημέρας που ξοδεύεται για την παραγωγή υπεραξίας για το κεφάλαιο. Αν ωστόσο υποθέσουμε ότι, με την πάροδο του χρόνου, μια τέτοια αύξηση της τεχνικής σύνθεσης θα οδηγήσει, στο επίπεδο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, σε αύξηση της αξιακής σύνθεσης –σε αύξηση του λόγου του κεφαλαίου που κατευθύνεται σε μέσα παραγωγής (σταθερό κεφάλαιο) προς το κεφάλαιο που κατευθύνεται σε μισθούς (μεταβλητό κεφάλαιο)[8]–, αυτό σημαίνει ότι ένα κεφάλαιο του οποίου ένα αυξανόμενο ποσοστό κατευθύνεται σε μέσα παραγωγής πρέπει να αξιοποιηθεί στη βάση ενός μειούμενου ποσοστού μεταβλητού κεφαλαίου. Δεδομένου ότι η εργάσιμη ημέρα δεν μπορεί να επεκταθεί απεριόριστα (η μέρα έχει μόνο 24 ώρες και η εργάτρια πρέπει να ξοδέψει μόνο ορισμένες από αυτές για να αναπαραχθεί ως εργάτρια) και το τμήμα της εργάσιμης ημέρας που αφιερώνεται στην αναγκαία εργασία μπορεί μόνο να τείνει προς το μηδέν, το ποσό της υπεραξίας που το κεφάλαιο μπορεί να αποσπάσει από έναν μεμονωμένο εργάτη έχει πεπερασμένα όρια. Επομένως, τελικά το κεφάλαιο δεν θα είναι σε θέση να αποσπάσει αρκετή υπεραξία για να συνεχίσει τη συσσώρευση στην ίδια κλίμακα. Αν η άμεση μείωση –μέσω αυξήσεων στην παραγωγικότητα– του χρόνου εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή ενός δεδομένου εμπορεύματος αντιπροσώπευε μια πρώτη εμφάνιση του προβλήματος της εργασίας για το κεφάλαιο, βλέπουμε εδώ την περαιτέρω εμφάνιση της ίδιας αντίφασης σε ένα περισσότερο συγκεκριμένο επίπεδο.

Όλα αυτά προκύπτουν με αρκετά απλό τρόπο από την αύξηση της αξιακής σύνθεσης του κεφαλαίου. Χάριν του επιχειρήματος, η αύξηση της αξιακής σύνθεσης είναι κάτι που υποτίθεται ότι έπεται της αύξησης της τεχνικής σύνθεσης. Ωστόσο, μια σειρά από παράγοντες περιπλέκει τη σχέση ανάμεσα στην τεχνική και την αξιακή σύνθεση και μετριάζει την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους ως αποτέλεσμα της άμεσης επίδρασης της πρώτης στη δεύτερη. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία υπό άλλες συνθήκες θα αύξανε άμεσα την αναλογία σταθερού προς μεταβλητό κεφάλαιο, την ίδια στιγμή μειώνει την αξία των μέσων παραγωγής, αμβλύνοντας τοιουτοτρόπως κάθε τάση προς μια τέτοια αύξηση. Ως εκ τούτου, δεν είναι σε καμία περίπτωση αυταπόδεικτο ότι μια τέτοια τάση θα εκδηλωθεί κατά την πραγματική εκτύλιξη της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αν όμως η θεωρία της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους βοηθάει να υπογραμμιστεί ο βαθμός στον οποίο η εργασία αποτελεί πρόβλημα για το κεφάλαιο, η θεωρία του Μαρξ για τον «γενικό νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης» και για την αδιάκοπη δημιουργία πλεοναζόντων πληθυσμών είναι από αυτή την άποψη ταυτόχρονα πιο αποκαλυπτική και περισσότερο ιστορικά χειροπιαστή[9].

Τάσεις της ταξικής σχέσης: πλεονάζων πληθυσμός

Η μείωση της σχετικά αναγκαίας εργασίας εμφανίζεται σαν αύξηση του σχετικά περιττού εργατικού δυναμικού – δηλαδή σαν δημιουργία υπερπληθυσμού[10].

Είναι αυτονόητο ότι η καπιταλιστική παραγωγή τείνει να αυξάνει κατά πολύ την παραγωγικότητα της εργασίας. Δεν υπάρχει ανάγκη να καταπιαστούμε με τη σχέση ανάμεσα στην τεχνική και την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου για να το αποδείξουμε αυτό. Απλούστατα, με το πέρασμα του χρόνου, λιγότεροι εργάτες απαιτούνται για να παραχθεί η ίδια ποσότητα αξιών χρήσης. Εντός της καπιταλιστικής συσσώρευσης, επομένως, υπάρχει μια τάση για μείωση της συνεισφοράς της άμεσης εργασίας. Αν αυτή η τάση δεν ακυρωθεί από κάποια άλλη αντίρροπη και αφεθεί να εκδηλωθεί ιστορικά, ολοένα περισσότεροι εργάτες θα καθίστανται πλεονάζοντες για την παραγωγική διαδικασία. Διατυπωμένο με πληθυσμιακούς όρους, αυτό σημαίνει ότι, με τον τρόπο αυτό, το κεφάλαιο τείνει να παράγει έναν προλεταριακό πληθυσμό που πλεονάζει σε σχέση με τις απαιτήσεις της παραγωγής: έναν πλεονάζοντα πληθυσμό. Αυτός είναι ένας ακόμα τρόπος εμφάνισης του βασικού προβλήματος που η εργασία συνιστά για το κεφάλαιο.

Αυτή η τάση δεν είναι απόλυτη και, όπως στην περίπτωση της πτώσης του ποσοστού κέρδους, υπάρχουν παράγοντες που επιδρούν αντίρροπα. Το κεφάλαιο ίσως βρει νέες αξίες χρήσης για την παραγωγή των οποίων μπορούν να απασχοληθούν εργάτες, ενώ στην περίπτωση μιας αυξανόμενης κλίμακας της παραγωγής σε μια ορισμένη γραμμή, η αύξηση της παραγωγικότητας δεν είναι απαραίτητο να μεταφραστεί άμεσα σε απόλυτη μείωση της παραγωγικής απασχόλησης. Μολονότι φυσικά η περιβαλλοντική καταστροφή εμφανίζεται σαν ένα πολύ πραγματικό πρόβλημα για την καπιταλιστική συσσώρευση, η ποσότητα των αξιών χρήσης που μπορούν να καταναλωθούν δεν έχει ξεκάθαρα προσδιορισμένα όρια. Μπορεί λοιπόν να υποστηριχθεί ότι, ακόμα κι αν το κεφάλαιο τείνει συν τω χρόνω να μειώνει τον αριθμό των εργατών που απαιτούνται για την παραγωγή μιας οποιασδήποτε ποσότητας αξιών χρήσης, μπορεί το ίδιο να αποτρέψει αυτή την τάση από το να γίνει μόνιμο πρόβλημα, μετακινούμενο στην παραγωγή διαφορετικών αξιών χρήσης –και, επακόλουθα, αναπτύσσοντας νέες ανάγκες για τις αξίες χρήσης αυτές– ή διευρύνοντας την παραγωγή αγαθών που ήδη υπάρχουν.

Φυσικά, ένας αριθμός παραγόντων περιπλέκει την κατάσταση. Ένας δεδομένος πληθυσμός μπορεί να καταναλώσει μόνο μια ορισμένη ποσότητα από έναν συγκεκριμένο τύπο εμπορεύματος και η παραγωγικότητα της εργασίας δεν μπορεί να αποτελεί άγραφη πλάκα κατά την παραγωγή μιας οποιασδήποτε νέας αξίας χρήσης. Οι τεχνικές βελτίωσης της παραγωγικότητας πολύ συχνά γενικεύονται σε διαφορετικές γραμμές παραγωγής, κι αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή σε νέες γραμμές υιοθετεί γρήγορα τα παραγωγικά πλεονεκτήματα που αναπτύχθηκαν αλλού, προκαλώντας με τη σειρά της επιπλέον εξελίξεις που ενδέχεται να γενικευτούν. Η ικανότητα του συνολικού κεφαλαίου να υπερβαίνει την ίδια την τάση του για μείωση των παραγωγικά απασχολούμενων εργατών εξαρτάται συνεπώς από την ικανότητά του να συμβαδίζει με τον αυξανόμενο ρυθμό εξέλιξης της παραγωγικότητας σε κοινωνικό επίπεδο.

Ιστορικά αυτό δεν έχει συμβεί. Σε πλανητικό επίπεδο, ο αριθμός των μισθωτών εργατών που απασχολούνται παραγωγικά στη γεωργία σε πρώτη φάση, και πλέον και στη βιομηχανία, έχει μειωθεί σε σχέση με τον παγκόσμιο πληθυσμό. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα της «αποβιομηχάνισης» που έχει λάβει χώρα τα τελευταία τριάντα χρόνια. Παρότι είναι οπωσδήποτε εύκολο να δειχθεί ότι εξακολουθεί να υφίσταται εκτεταμένη βιομηχανική παραγωγή, και ότι αυτό δεν αφορά μόνο σημαντικά εξαγωγικά έθνη όπως η Κίνα, το ποσοστό των εργατών που απασχολούνται πραγματικά στη βιομηχανία μειώνεται σε παγκόσμιο επίπεδο εδώ και σχεδόν δυο δεκαετίες[11]. Όπως εξηγούμε στο άρθρο που ακολουθεί, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια αύξηση της χαμηλόμισθης (και τυπικά υπαγμένης) εργασίας στις υπηρεσίες, καθώς και την εμφάνιση τεράστιων παραγκουπόλεων στα μέρη του πλανήτη που συνήθιζαν να είναι γνωστά ως «τρίτος κόσμος».

Αν η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής λαμβάνει χώρα επί της ουσίας μέσω της διπλής αναπαραγωγής των εργατών ως εργατών και του κεφαλαίου ως κεφαλαίου, με τον έναν πόλο να παράγει τον άλλο· κι αν οι δύο τροχοί αυτού του double moulinet (διπλού μύλου ή μάγγανου)[12] συναντιούνται στο πεδίο της παραγωγής με τη διαμεσολάβηση της μισθωτής μορφής· τότε, καθώς το κεφάλαιο τείνει να καθιστά τον προλεταριακό πληθυσμό πλεονάζοντα ως προς την παραγωγή, η ακεραιότητα του double moulinet υπονομεύεται[13]. Όλο και περισσότερο, δεν πρόκειται πλέον για μια αμοιβαία και κυκλική σχέση, εντός της οποίας το προλεταριάτο αναπαράγει το κεφάλαιο και το κεφάλαιο αναπαράγει το προλεταριάτο. Αντίθετα, το προλεταριάτο γίνεται σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό αυτό το οποίο παράγεται από το κεφάλαιο χωρίς να παράγει κεφάλαιο. Ως ο πληθυσμός εκείνος που απλά περισσεύει από την καπιταλιστική παραγωγή, χωρίς όμως να έχει οποιοδήποτε αυτόνομο τρόπο αναπαραγωγής, ο πλεονάζων πληθυσμός αναπαράγεται ως παρενέργεια της καπιταλιστικής παραγωγής. Από τη στιγμή που η αυτοαναπαραγωγή του δεν διαμεσολαβείται μέσω της ανταλλαγής με το κεφάλαιο, παρέχοντας παραγωγική εργασία σε αντάλλαγμα για τον μισθό, το κύκλωμα με το κεφάλαιο δεν κλείνει και η ύπαρξή του εμφανίζεται ως συμπτωματική ή επουσιώδης σε σχέση με την ύπαρξη του τελευταίου[14]. Αυτού του είδους ο παγιωμένος πλεονάζων πληθυσμός αντιπροσωπεύει την τάση αποσύνθεσης του double moulinet της καπιταλιστικής αναπαραγωγής.

Στην έννοια του ελεύθερου εργάτη βρίσκεται ήδη ο άπορος: ο δυνητικά άπορος. […] Αν ο καπιταλιστής δεν χρειάζεται την υπερεργασία του, τότε κι αυτός δεν μπορεί να εκτελέσει την αναγκαία του εργασία· δεν μπορεί να παραγάγει τα μέσα για τη ζωή του. Δεν μπορεί τότε να τα αποκτήσει με την ανταλλαγή, παρά μόνο –αν τα αποκτήσει– με ελεημοσύνες από το εισόδημα[15].

Για τον Μαρξ, η εργάτρια, στον βαθμό που έχει μόνο την εργασιακή της δύναμη να πουλήσει, δίχως καν την εγγύηση ότι θα είναι σε θέση να το κάνει κι αυτό, είναι μια δυνητικά άπορη. Όσον αφορά τον παγιωμένο πλεονάζοντα πληθυσμό, του οποίου η αναπαραγωγή έχει πάψει να διαμεσολαβείται από την ανταλλαγή παραγωγικής εργασίας με μισθό, αυτή η φτωχοποίηση έχει γίνει πραγματική. Η εργασιακή δύναμη, την οποία η τάξη των «δυνητικά απόρων» πρέπει να πουλήσει, είναι η ίδια που μακροπρόθεσμα την υποβιβάζει σε μια τάξη πραγματικών απόρων. Έτσι, η προλεταριοποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού δεν παίρνει την απλή μορφή της μετατροπής όλων των ανθρώπων σε παραγωγικούς εργάτες, διότι ακόμη και αν γίνουν παραγωγικοί για το κεφάλαιο, οι ίδιοι αυτοί εργάτες τελικά παράγουν την ίδια τους την περιττότητα ως προς τη διαδικασία παραγωγής.

Καθώς συρρικνώνεται εκείνο το τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού του οποίου η αναπαραγωγή διαμεσολαβείται από την ανταλλαγή παραγωγικής εργασίας με μισθό, η μισθωτή μορφή –ως η βασική μεσολάβηση στη διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής– τείνει να εμφανίζεται ολοένα πιο ισχνή. Υπό αυτές τις μεταβαλλόμενες συνθήκες, ο ορίζοντας της ταξικής σχέσης, και οι αγώνες εντός των οποίων αυτός ο ορίζοντας παρουσιάζεται, οφείλουν αναπόφευκτα να αλλάξουν. Σε αυτό το πλαίσιο, τα παλιά εγχειρήματα του προγραμματικού εργατικού κινήματος καθίστανται παρωχημένα: ο κόσμος τους ήταν ο κόσμος ενός διευρυνόμενου βιομηχανικού εργατικού δυναμικού όπου ο μισθός εμφανιζόταν ως ο θεμελιώδης κρίκος στην αλυσίδα κοινωνικής αναπαραγωγής, στο κέντρο του double moulinet όπου κεφάλαιο και προλεταριάτο συναντιούνται, και στον οποίο μια ορισμένη αμοιβαιότητα μισθολογικών διεκδικήσεων –ένα «αν θέλεις αυτό από μένα, απαιτώ αυτό από σένα»– μπορούσε να κυριαρχεί στον ορίζοντα της ταξικής πάλης. Όμως καθώς οι πλεονάζοντες πληθυσμοί μεγεθύνονται, αυτή η αμοιβαιότητα τίθεται εν αμφιβόλω και η μισθωτή μορφή παύει να βρίσκεται στο κέντρο σαν πεδίο αντιπαράθεσης. Το προλεταριάτο τείνει να μην αντιπαρατίθεται στο κεφάλαιο στο κέντρο του double moulinet, αλλά να σχετίζεται μαζί του ως μια αυξανόμενα εξωτερική δύναμη, ενόσω το κεφάλαιο έρχεται αντιμέτωπο με τα δικά του προβλήματα αξιοποίησης.

Υπό τέτοιες συνθήκες, η απλή αυτοδιαχείριση της παραγωγής από το προλεταριάτο δεν εμφανίζεται πια στον ορίζοντα της ταξικής σχέσης. Καθώς η παραγωγή απασχολεί μια συρρικνούμενη μερίδα του προλεταριακού πληθυσμού –μια μερίδα που καθίσταται ολοένα πιο επισφαλής καθώς ανταγωνίζεται εν δυνάμει στην αγορά εργασίας μια αυξανόμενη μάζα πλεοναζόντων εργατών– και καθώς η αποσύνθεση των αναπαραγωγικών κυκλωμάτων του κεφαλαίου και του προλεταριάτου επιταχύνεται, ο ορίζοντας του ξεπεράσματος της ταξικής σχέσης ίσως φαίνεται να αποκτά έναν χαρακτήρα αποκάλυψης: το κεφάλαιο σταδιακά εγκαταλείπει έναν κόσμο σε κρίση κληροδοτώντας τον στο περιττό τέκνο του. Όμως η κρίση αναπαραγωγής της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης δεν είναι κάτι που απλά θα συμβεί στο προλεταριάτο. Με την αναπαραγωγή του να διακυβεύεται, το προλεταριάτο δεν μπορεί παρά να αγωνιστεί, και είναι η ίδια η αναπαραγωγή του που μετατρέπεται σε περιεχόμενο των αγώνων του. Καθώς η μισθωτή μορφή παύει να διαμεσολαβεί κεντρικά την κοινωνική αναπαραγωγή, η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή εμφανίζεται όλο και πιο περιττή για το προλεταριάτο: είναι αυτή που μας κάνει προλετάριους και ύστερα μας εγκαταλείπει εδώ. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο ορίζοντας εμφανίζεται ως ένας ορίζοντας κομμουνιστικοποίησης – άμεσης δηλαδή υιοθέτησης μέτρων που θα μας επιτρέψουν να σταματήσουμε την κίνηση της αξιακής μορφής και να αναπαραχθούμε χωρίς κεφάλαιο.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Πρόκειται για διάσημη ατάκα που ακούγεται από τον Πίτερ Σέλερς στην ταινία Being There (Να είστε εκεί κύριε Τσανς) και η οποία συχνά χρησιμοποιείται για να περιγελάσει τις συνήθεις εκτιμήσεις των οικονομολόγων για ανάκαμψη της οικονομίας.

2. K. Marx, (1988). 61-63 Μanuscripts (MECW 30). New York City: International Publishers, p. 113-5. [Σ.τ.Μ.: σε δική μας μετάφραση από τα αγγλικά].

3. «Με την επανάληψη, αυτό που αρχικά εμφανιζόταν ως τυχαίο και ενδεχομενικό γίνεται μια πραγματική και επικυρωμένη ύπαρξη». G.W.F. Hegel (1900). Philosophy of History. New York City: The Colonial Press, p. 313. [Σ.τ.Μ.: σε δική μας μετάφραση από τα αγγλικά].

4. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αναπόφευκτη. Το γεγονός ότι κάτι είναι αναγκαίο δεν μας λέει αν αυτό θα συμβεί ή όχι. Μολονότι η αυτοαναπαραγωγή της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης έχει έναν αυτόματο χαρακτήρα, και κατά συνέπεια μια ορισμένη «αναγκαιότητα», αυτός ο χαρακτήρας δεν καθιστά αυτήν τη συνεχιζόμενη αναπαραγωγή περισσότερο αναπόφευκτη από μια μηχανή εσωτερικής καύσης που συνεχίζει να λειτουργεί σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κατασκευής της.

5. Βλ. για παράδειγμα L. Althusser & E. Balibar. (2003). Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 441: «τα αποτελέσματα δεν είναι εξωτερικά προς τη δομή, δεν είναι ένα προϋπάρχον αντικείμενο ή στοιχείο, ένας προϋπάρχων χώρος στον οποίο η δομή θα αποτύπωνε το σημάδι της: σημαίνει, αντίθετα, ότι η δομή ενυπάρχει στα αποτελέσματά της με τη σπινοζική έννοια του όρου, […] η δομή, που δεν είναι παρά ένας ειδικός συνδυασμός των στοιχείων της, δεν είναι τίποτε έξω από τα αποτελέσματά της».

6. Sartre, J-P. (2009). «War Diary». New Left Review 59.

7. Μαρξ, Κ. (1990). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β΄. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 534.

8. Μια σχέση που ο Μαρξ ορίζει ως οργανική σύνθεση.

9. Για μια διεξοδική περιγραφή αυτής της τάσης βλ. το άρθρο «Αθλιότητα και Χρέος» που ακολουθεί.

10. Μαρξ, ό.π., σελ. 464.

11. Πίνακας:

Απασχόληση στις Μεταποιήσεις (% επί του συνόλου)

untitled

πηγή: S. Dasgupta & Α. Singh. (2005). «Will Services be the New Engine of Indian Economic Growth?». Development and Change 36(6), p. 1041.

12. [Σ.τ.Μ.]: «Η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής αναπαράγει λοιπόν από μόνη της τον διαχωρισμό μεταξύ εργαζομένου και προϋποθέσεων της εργασίας. Με τον τρόπο αυτό αναπαράγει και διαιωνίζει τις συνθήκες που αναγκάζουν τον εργάτη να πουληθεί για να ζήσει και δίνουν στον καπιταλιστή τη δυνατότητα να τον αγοράσει για να πλουτίσει. Εκείνο που τους τοποθετεί στην αγορά τον έναν απέναντι στον άλλο, ως πωλητή και αγοραστή, δεν είναι πια η τύχη. Είναι ο διπλός μύλος της ίδιας της διαδικασίας, ο οποίος πάντοτε ρίχνει τον πρώτο στην αγορά ως πωλητή της εργατικής του δύναμης και πάντοτε μετατρέπει το προϊόν του σε αγοραστικό μέσο για τον δεύτερο. Στην πραγματικότητα ο εργαζόμενος ανήκει στην καπιταλιστική τάξη προτού πουληθεί σε κάποιον συγκεκριμένο καπιταλιστή. Η οικονομική του υποδούλωση διαμεσολαβείται, και ταυτόχρονα συγκαλύπτεται, από την περιοδική ανανέωση αυτής της πράξης αγοράς, από το μύθευμα της ελεύθερης σύμβασης, από την αλλαγή των συγκεκριμένων αφεντικών και από τις διακυμάνσεις των αγοραίων τιμών της εργασίας. Η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής, αν γίνει αντιληπτή στη συνέχειά της, δηλαδή ως αναπαραγωγή, δεν παράγει επομένως μόνο εμπορεύματα ούτε μόνο υπεραξία· παράγει και διαιωνίζει την κοινωνική σχέση μεταξύ καπιταλιστή και μισθωτού». Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σελ. 598-99. [τροποποιημένη μτφρσ. με βάση τη γαλλική έκδοση].

13. Ο όρος double moulinet αποτελεί τη γαλλική μετάφραση του γερμανικού Zwickmühle, όρου που φέρει τόσο το νόημα της διπλής πρόσδεσης όσο και, στο συγκείμενο του κεφαλαίου 23 του Κεφαλαίου [Σ.τ.Μ.: πρόκειται για το κεφάλαιο 22 της ελληνικής έκδοσης], της περιστροφής δύο μυλοπετρών που αναπαριστούν τους κύκλους αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της εργασιακής δύναμης:

maggano2

14. «Το εργατικό δυναμικό δεν μπορεί να εκτελέσει την αναγκαία του εργασία παρά μόνο όταν η υπερεργασία του έχει αξία για το κεφάλαιο, όταν είναι αξιοποιήσιμη γι’ αυτό. Όταν λοιπόν αυτή η δυνατότητα αξιοποίησης εμποδίζεται από τον έναν ή τον άλλο φραγμό, τότε το ίδιο το εργατικό δυναμικό εμφανίζεται 1) έξω από τους όρους αναπαραγωγής της ύπαρξής του· υπάρχει χωρίς τους όρους για την ύπαρξή του, και άρα είναι απλή επιβάρυνση· ανάγκες χωρίς τα μέσα για να ικανοποιηθούν». Καρλ Μαρξ, (1990). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β΄. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 463-464.

15. Μαρξ, ό.π., σελ. 459-460. Ο Μαρξ συνεχίζει: «Μόνο στον τρόπο παραγωγής που βασίζεται στο κεφάλαιο η ύπαρξη των απόρων εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα της ίδιας της εργασίας, της ανάπτυξης της παραγωγικής δύναμης της εργασίας».