Home

Εισαγωγή[1]

Η αξιακή μορφή του προϊόντος της εργασίας είναι η πιο αφηρημένη, μα και η πιο γενική μορφή του αστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος έτσι χαρακτηρίζεται σαν ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικής παραγωγής κι επομένως χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα και ιστορικά[2].

Στο πρώτο τεύχος του Endnotes περιγράψαμε την ανάδυση της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης στη Γαλλία στα χρόνια που διαδέχθηκαν τον Μάη του ’68. Το κείμενο που ακολουθεί, καθώς και άλλα κείμενα σε αυτό το δεύτερο τεύχος, κινούνται μέσα σε αυτή την οπτική της κομμουνιστικοποίησης, αλλά αντλούν επίσης έντονα από θεωρητικές αναπτύξεις στο πεδίο της μαρξικής θεωρίας της αξιακής μορφής (value-form theory) και, προπαντός, από την τάση της «συστηματικής διαλεκτικής» που έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια[3].

Ο Μαρξ ήταν σαφής στο ότι αυτό που διαφοροποιούσε την προσέγγισή του, και αυτό που την καθιστούσε μια κριτική παρά μια συνέχιση της πολιτικής οικονομίας, ήταν η ανάλυσή της για τη μορφή της αξίας. Στην περίφημη ενότητα όπου εκθέτει τον «Φετιχικό Χαρακτήρα του Εμπορεύματος και το Μυστικό του», γράφει:

Είναι αλήθεια ότι η πολιτική οικονομία έχει αναλύσει –αν και ατελώς– την αξία και το μέγεθος της αξίας, και ότι έχει ανακαλύψει το περιεχόμενο που κρύβεται μέσα σ’ αυτές τις μορφές. Δεν έχει όμως θέσει ποτέ το ερώτημα: γιατί αυτό το περιεχόμενο αποχτά εκείνη τη μορφή, γιατί δηλαδή η εργασία εκφράζεται στην αξία και το μέτρο της εργασίας με τη χρονική της διάρκεια στο μέγεθος της αξίας του προϊόντος της εργασίας; Τύποι που στο κούτελό τους είναι γραμμένο ότι ανήκουν σ’ έναν κοινωνικό σχηματισμό, όπου το προτσές της παραγωγής κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος πάνω στο προτσές της παραγωγής, αποτελούν για την αστική της συνείδηση μιαν εξίσου αυτονόητη φυσική αναγκαιότητα όπως και η ίδια η παραγωγική εργασία[4].

Παρά τις δηλώσεις του Μαρξ σαν την παραπάνω, η σύνδεση μεταξύ της αξιακής μορφής και του φετιχισμού –της αντιστροφής δηλαδή κατά την οποία οι άνθρωποι κυριαρχούνται από τα αποτελέσματα της ίδιας τους της δραστηριότητας– δεν έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην ερμηνεία του Κεφαλαίου μέχρι τη δεκαετία του 1960. Αντ’ αυτού, οι εξηγήσεις της «οικονομικής θεωρίας του Μαρξ» τόνιζαν το φαινομενικά απλό επιχείρημα των δύο πρώτων ενοτήτων του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου, όπου η εργασία αναγνωρίζεται ως αυτό που βρίσκεται πίσω από την αξία των εμπορευμάτων. Οι δύο τελευταίες ενότητες του πρώτου κεφαλαίου –για την αξιακή μορφή και τον φετιχισμό– γίνονταν γενικά αντιληπτές ως ένας περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκος τρόπος περιγραφής της αγοράς, και προσπερνιόνταν γρήγορα. Συνεπώς, ο προσεκτικός τρόπος με τον οποίο ο Μαρξ διέκρινε τη δική του κατανόηση από την κλασική πολιτική οικονομία του Ρικάρντο έμενε ανεξερεύνητος[5].

Όταν οι μαρξιστές επέμεναν στην «εργασιακή θεωρία της αξίας», το έκαναν αναφορικά με το ποσοτικό ζήτημα της ουσίας και του μεγέθους της αξίας παρά το ποιοτικό ζήτημα της μορφής της αξίας. Κόντρα στη νεοκλασική επανάσταση στην αστική οικονομική θεωρία, η οποία αποκήρυξε την εργασιακή θεωρία της αξίας, οι μαρξιστές έτειναν να υποστηρίζουν την κλασική θέση πως η εργασία είναι η ουσία της αξίας και πως αξία είναι η εργασία που βρίσκεται ενσωματωμένη στο προϊόν. Όπως και οι κλασικοί (πολιτικοί) οικονομολόγοι, οι μαρξιστές απέτυχαν να θέσουν επί τάπητος την ιδιομορφία της κοινωνικής διαδικασίας αναγωγής που απαιτείται ώστε αυτά τα ποσοτικά μεγέθη να μπορέσουν να συγκριθούν. Με άλλα λόγια, ούτε αυτοί έθεσαν το ερώτημα του γιατί η εργασία εμφανίζεται στην αξιακή μορφή του προϊόντος της και τι είδους εργασία μπορεί να εμφανίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Ωστόσο, όπως υποδεικνύει κι ο Μαρξ, είναι μόνο με την κατανόηση της πολυπλοκότητας της αξιακής μορφής που μπορεί κανείς να καταλάβει τις επακόλουθες μορφές του χρήματος και του κεφαλαίου ή τον τρόπο που η ανθρώπινη δραστηριότητα παίρνει τη μορφή της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Για τον Μαρξ, η αξιακή μορφή είναι μια έκφραση του διφυούς χαρακτήρα της εργασίας στον καπιταλισμό – του χαρακτήρα της ως συγκεκριμένης εργασίας που εμφανίζεται στην αξία χρήσης του εμπορεύματος και του χαρακτήρα της ως αφηρημένης εργασίας που εμφανίζεται στην αξιακή μορφή. Μολονότι η αφηρημένη εργασία προσιδιάζει ιστορικά στον καπιταλισμό, η αποτυχία να διακρίνει κανείς ορθά αυτές τις δύο πτυχές της εργασίας σημαίνει ότι η αξιακή μορφή λαμβάνεται ως έκφραση της απλής φυσικής ανθρώπινης εργασίας αυτής καθεαυτήν. Η εργασία ως περιεχόμενο ή ουσία της αξίας γινόταν αντιληπτή ως φυσιολογική εργασία – ως κάτι ανεξάρτητο από την κοινωνική του μορφή. Εδώ η ουσία θεωρείται κάτι που παρίσταται φυσικά μέσα στο αντικείμενο, ενώ για τον Μαρξ η αφηρημένη εργασία και η αξία είναι περισσότερο ιδιάζουσες. Η αξία είναι μια σχέση ή μια διαδικασία που αυτοεκτυλίσσεται και αυτοσυντηρείται μέσα από διαφορετικές μορφές –τη μια στιγμή είναι το χρήμα, την επόμενη τα εμπορεύματα που συνθέτουν την εργασιακή διαδικασία (συμπεριλαμβανομένου του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη), την επόμενη το εμπορευματικό προϊόν, και στη συνέχεια ξανά το χρήμα– διατηρώντας πάντα μια σχέση ανάμεσα στη χρηματική και την εμπορευματική της μορφή και το αντίστροφο. Για τον Μαρξ, επομένως, η αξία δεν είναι η ενσάρκωση της εργασίας μέσα στο εμπόρευμα ούτε μια αμετακίνητη ουσία. Είναι μάλλον μια σχέση ή μια διαδικασία η οποία κυριαρχεί επάνω στους φορείς της: μια ουσία που είναι την ίδια στιγμή υποκείμενο. Στην ορθόδοξη μαρξιστική παράδοση, ωστόσο, δεν υπήρξε η αναγνώριση ότι η «αφηρημένη εργασία» ήταν μια κοινωνικά και ιστορικά συγκεκριμένη μορφοποίηση ενός μέρους της ανθρώπινης δραστηριότητας που συνεπάγεται τη μετατροπή των ανθρώπων σε έναν πόρο για την απεριόριστη αύξηση της δραστηριότητας αυτής και του αποτελέσματός της ως αυτοσκοπό. Η κατανόηση της αξίας απλώς ως μορφής που επιβάλλεται –από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής– σε ένα βασικό, δίχως-προβλήματα περιεχόμενο συμβάδιζε με ένα όραμα του σοσιαλισμού ως μιας κρατικά διευθυνόμενης εκδοχής του ίδιου ουσιαστικά βιομηχανικού καταμερισμού της εργασίας που στον καπιταλισμό οργανώνεται από την αγορά. Υπό αυτό το πρίσμα, η εργασία, η οποία περιοριζόταν από τις μορφές της αγοράς στον καπιταλισμό, θα μετατρεπόταν στη συνειδητή οργανωτική αρχή της κοινωνίας στον σοσιαλισμό.

Μια μείζονα εξαίρεση στην παραδοσιακή μαρξιστική παραμέληση της αξιακής μορφής και του φετιχισμού αποτέλεσε ο Ρώσος οικονομολόγος Isaak Rubin. Στο πρωτοποριακό έργο του τη δεκαετία του 1920, αναγνώρισε πως «[η] θεωρία του φετιχισμού είναι, καθεαυτή, η βάση ολόκληρου του οικονομικού συστήματος του Μαρξ και ιδίως της θεωρίας του για την αξία»[6], και πως η αφηρημένη εργασία ως το περιεχόμενο της αξίας δεν είναι «κάτι στο οποίο η μορφή προσκολλάται εξωτερικά. Αντίθετα, μέσω της ανάπτυξής του, το ίδιο το περιεχόμενο γεννά τη μορφή που υπήρχε ήδη σε λανθάνουσα κατάσταση σε αυτό»[7]. Ωστόσο, το έργο του Rubin, καταπνιγμένο στη Ρωσία, παρέμεινε κατά το μάλλον ή ήττον άγνωστο. Για την ορθοδοξία –«τη μαρξιστική πολιτική οικονομία»– το γεγονός ότι οι αστοί επικριτές θεώρησαν τον Μαρξ ουσιαστικά οπαδό του Ρικάρντο δεν αμφισβητήθηκε. Αντ’ αυτού, ο Μαρξ έτυχε υπεράσπισης πάνω σε αυτή ακριβώς τη βάση, ότι δηλαδή είχε σουλουπώσει την εκ μέρους του Ρικάρντο αναγνώριση της εργασίας σαν το περιεχόμενο της αξίας και του χρόνου εργασίας σαν το μέγεθός της – προσθέτοντας μονάχα μια περισσότερο ή λιγότερο αριστερή ρικαρδιανή θεωρία της εκμετάλλευσης. Από αυτή την άποψη, η εργασία είναι κάτι που υπάρχει οιoνεί νατουραλιστικά στο προϊόν και η εκμετάλλευση γίνεται αντιληπτή ως ζήτημα διανομής του εν λόγω προϊόντος – συνεπώς, η «λύση» στον καπιταλισμό γίνεται αντιληπτή ως η μετατόπιση από την πλευρά των εργατών αυτής της διανομής προς όφελός τους, μέσω του κράτους ή άλλων μέσων. Αν η εκμετάλλευση είναι ζήτημα παρακράτησης μιας μερίδας του κοινωνικού προϊόντος από μια παρασιτική άρχουσα τάξη, τότε ο σοσιαλισμός δεν χρειάζεται να μεταβάλει ουσιαστικά τη μορφή της εμπορευματικής παραγωγής· μπορεί απλά να την αναλάβει, να εξαλείψει την παρασιτική τάξη και να διανείμει δίκαια το προϊόν.

Ένα κοινό υπόβαθρο

Η φραγή της μορφής και του φετιχισμού εντός της ανάγνωσης του Κεφαλαίου άρχισε να αμφισβητείται σοβαρά μονάχα από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 –εν μέρει μέσω μιας εκ νέου ανακάλυψης του Rubin– σε μια σειρά από προσεγγίσεις που έχουν σε διάφορες περιστάσεις χαρακτηριστεί ως «θεωρία της αξιακής μορφής». Οι συζητήσεις γύρω από τις λεπτές υφές της αξιακής μορφής, τα ζητήματα μεθόδου, το θέμα της σχέσης του Μαρξ με τον Χέγκελ και ούτω καθεξής, αναδύθηκαν σε εκείνη την περίοδο, συγχρονικά με τη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης. Τόσο η θεωρία της αξιακής μορφής όσο και η κομμουνιστικοποίηση εκφράζουν δυσφορία με τις παραδεδεγμένες ερμηνείες του Μαρξ, και, συνεπώς, μια απόρριψη του «ορθόδοξου» ή «παραδοσιακού» μαρξισμού[8]. Για εμάς, υπάρχει μια άρρητη αντιστοιχία μεταξύ της θεωρίας της αξιακής μορφής και της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης, τέτοια που καθεμιά από τις δύο μπορεί παραγωγικά να τροφοδοτεί την άλλη. Θα εξετάσουμε εδώ τις ιστορικές αναλογίες και τα σημεία σύγκλισης μεταξύ αυτών των δύο τάσεων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ως τα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο καπιταλισμός χαρακτηριζόταν σε παγκόσμιο επίπεδο από έντονους ταξικούς αγώνες και ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα: από τις αστεακές ταραχές στις ΗΠΑ ως τις εξεγερσιακές απεργίες στην Πολωνία, από τα φοιτητικά κινήματα και «τη νεολαιίστικη εξέγερση» έως την ανατροπή εκλεγμένων και μη κυβερνήσεων από την εργατική αναταραχή. Οι καθιερωμένες σχέσεις στην εργασία τέθηκαν εν αμφιβόλω, όπως συνέβη και με την οικογένεια, το φύλο και τη σεξουαλικότητα, την ψυχική υγεία και τη σχέση των ανθρώπων με τη φύση, σε μια γενικευμένη αμφισβήτηση που εκτεινόταν σε ολόκληρη την κοινωνία. Συνυφασμένη με αυτούς τους αγώνες, η μεταπολεμική άνθιση κατέληξε σε μια κρίση της καπιταλιστικής συσσώρευσης με υψηλό πληθωρισμό και αυξανόμενη ανεργία. Το επαναστατικό ξεπέρασμα του καπιταλισμού και της ψευδο-εναλλακτικής του στις ανατολικές χώρες φάνηκε στα μάτια πολλών να βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.

Η εμφάνιση τόσο του κριτικού μαρξισμού της θεωρίας της αξιακής μορφής όσο και της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης βασίστηκε σε αυτούς τους αγώνες και τις επαναστατικές ελπίδες που δημιούργησαν. Όπως ακριβώς οι δύο αυτές τάσεις παρήχθησαν στην ίδια χρονική στιγμή, εξασθένισαν ταυτόχρονα με το κύμα των αγώνων που τις είχε παράξει. Η κρίση της συσσώρευσης της δεκαετίας του ’70, αντί να οδηγήσει σε μια εντατικοποίηση των αγώνων και στην ανάπτυξή τους σε μια επαναστατική κατεύθυνση, στην πραγματικότητα προκάλεσε μια ριζική καπιταλιστική αναδιάρθρωση μέσα στην οποία τα κινήματα και οι επαναστατικές προσδοκίες που συνδέθηκαν με αυτά ηττήθηκαν ολότελα. Η αναδιάρθρωση αυτή οδήγησε στη σχετική έκλειψη αυτών των συζητήσεων. Όπως ακριβώς η συζήτηση της κομμουνιστικοποίησης εμφανίστηκε στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του ’70, για να ατονήσει στη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 προτού επανεμφανιστεί πρόσφατα, το σύγχρονο ενδιαφέρον για τη «συστηματική διαλεκτική» συνιστά από πολλές απόψεις μια επιστροφή στις συζητήσεις της θεωρίας της αξιακής μορφής της δεκαετίας του ’70, μετά από μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση είχε σχετικά κοπάσει.

Κομμουνιστικοποίηση

Δεν είναι η ενότητα των ζωντανών και ενεργών ανθρώπων με τους φυσικούς, ανόργανους όρους εναλλαγής της ύλης τους με τη φύση, και άρα η ιδιοποίηση της φύσης από τους ανθρώπους, αλλά ο χωρισμός των ανόργανων αυτών όρων της ανθρώπινης ύπαρξης απ’ αυτή την ενεργό ύπαρξη· χωρισμός που ολοκληρώνεται για πρώτη φορά στη σχέση μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου[9].

Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης αναδύθηκε ως κριτική στις διάφορες αντιλήψεις για την επανάσταση που κληρονομήθηκαν από τον μαρξισμό τόσο της 2ης και της 3ης Διεθνούς του εργατικού κινήματος, καθώς και από τις αντιφρονούσες και αντιτιθέμενες σε αυτόν τάσεις. Οι εμπειρίες της επαναστατικής αποτυχίας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα έμοιαζαν να παρουσιάζουν ως το πλέον ουσιώδες ερώτημα το αν οι εργάτες μπορούσαν ή έπρεπε να ασκήσουν την εξουσία τους μέσω του κόμματος και του κράτους (λενινισμός, ιταλική κομμουνιστική αριστερά) ή μέσω της οργάνωσης στο πεδίο της παραγωγής (αναρχοσυνδικαλισμός, γερμανο-ολλανδική κομμουνιστική αριστερά). Από τη μία πλευρά, ορισμένοι θα ισχυρίζονταν ότι ήταν η απουσία του κόμματος –ή του σωστού είδους κόμματος– που είχε οδηγήσει στην απώλεια των επαναστατικών ευκαιρίων στη Γερμανία, την Ιταλία ή την Ισπανία, ενώ από την άλλη πλευρά άλλοι θα μπορούσαν να αντιτείνουν ότι ήταν ακριβώς το κόμμα, και η «κρατικιστική», «πολιτική» αντίληψη της επανάστασης, που είχαν αποτύχει στη Ρωσία και είχαν διαδραματίσει αρνητικό ρόλο αλλού.

Εκείνοι που ανέπτυξαν τη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης απέρριψαν αυτή την τοποθέτηση της επανάστασης σε σχέση με τις μορφές οργάνωσης και, αντ’ αυτού, επιδίωξαν να συλλάβουν την επανάσταση αναφορικά με το περιεχόμενό της. Η κομμουνιστικοποίηση συνεπαγόταν μια απόρριψη της αντίληψης της επανάστασης ως συμβάντος κατά το οποίο οι εργάτες καταλαμβάνουν την εξουσία, ακολουθούμενου από μια μεταβατική περίοδο: αντίθετα, η επανάσταση έπρεπε να ιδωθεί ως κίνηση που χαρακτηρίζεται από άμεσα κομμουνιστικά μέτρα (όπως η ελεύθερη διάθεση των αγαθών), τα οποία λαμβάνονται τόσο για την αυταξία τους όσο και ως τρόπος καταστροφής της υλικής βάσης της αντεπανάστασης. Εάν, μετά από μια επανάσταση, η αστική τάξη έχει απαλλοτριωθεί αλλά οι εργάτες παραμένουν εργάτες, παράγοντας σε ξεχωριστές επιχειρήσεις, εξαρτώμενοι από τη σχέση τους με αυτούς τους εργασιακούς χώρους για τη διαβίωσή τους και ανταλλάσσοντας με άλλες επιχειρήσεις, τότε το αν η ανταλλαγή αυτή είναι αυτοοργανωμένη από τους εργάτες ή έχει αποκτήσει κεντρική κατεύθυνση από ένα «εργατικό κράτος» είναι μηδαμινής σημασίας: το καπιταλιστικό περιεχόμενο παραμένει και αργά ή γρήγορα ο διακριτός ρόλος ή η λειτουργία του καπιταλιστή θα επανεδραιωθεί. Αντίθετα, η επανάσταση ως κομμουνιστικοποιητική κίνηση θα κατέστρεφε –παύοντας να τις συγκροτεί και να τις αναπαράγει– όλες τις καπιταλιστικές κατηγορίες: την ανταλλαγή, το χρήμα, τα εμπορεύματα, την ύπαρξη ξεχωριστών επιχειρήσεων, το κράτος και –ακόμα πιο θεμελιωδώς– τη μισθωτή εργασία και την ίδια την εργατική τάξη.

Συνεπώς, η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης προέκυψε εν μέρει από την αναγνώριση ότι η αντιπαράθεση ενός διαφορετικού συνόλου οργανωτικών μορφών –δημοκρατική μορφή, αντιεξουσιαστική, συμβούλια– απέναντι στο λενινιστικό μοντέλο του κόμματος-κράτους δεν είχε φτάσει στη ρίζα του ζητήματος. Κατά ένα μέρος, αυτό το νέο είδος στοχασμού για την επανάσταση προέκυψε από τα χαρακτηριστικά και τις μορφές της ταξικής πάλης που ήρθαν στο προσκήνιο κατά την περίοδο εκείνη –όπως το σαμποτάζ, οι κοπάνες και άλλες μορφές άρνησης εργασίας– και από κοινωνικά κινήματα εκτός των χώρων εργασίας, το σύνολο των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απορρίπτει την επιβεβαίωση της εργασίας και της εργατικής ταυτότητας ως βάσης της επανάστασης. Μεγάλη ώθηση για την ανάπτυξη της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης υπήρξε το έργο της Καταστασιακής Διεθνούς (ΚΔ), η οποία, με την αντίληψή της για μια συνολική επανάσταση ριζωμένη στον μετασχηματισμό της καθημερινής ζωής, είχε αισθανθεί και διατυπώσει θεωρητικά τις νέες ανάγκες που εκφράζονταν μέσα στους αγώνες, αναγνωριζόμενη έτσι αργότερα ως αυτή που είχε προαναγγείλει και εκφράσει με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα των συμβάντων του 1968 στη Γαλλία.

Αλλά αν η έννοια της κομμουνιστικοποίησης ήταν από μία άποψη προϊόν των αγώνων και των εξελίξεων της περιόδου, η ικανότητα εκ μέρους του γαλλικού θεωρητικού περιβάλλοντος να της δώσει έκφραση ήταν αναπόσπαστη από μια επιστροφή στον Μαρξ, και ειδικότερα από την ανακάλυψη και τη διάχυση του «άγνωστου Μαρξ» των κειμένων όπως τα Grundrisse και τα Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής (εφεξής Αποτελέσματα). Προτού αυτά τα κείμενα γίνουν διαθέσιμα στα τέλη της δεκαετίας του ’60, η ΚΔ και άλλοι επικριτές του ορθόδοξου μαρξισμού συνήθιζαν να αντλούν από τον πρώιμο Μαρξ, για παράδειγμα από τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844. Ακόμη και στην περίπτωση της ΚΔ και της Σχολής της Φραγκφούρτης, στην οποία υπήρχε επίσης χρήση μιας θεωρίας του φετιχισμού και της πραγμοποίησης προερχόμενης από το Κεφάλαιο, αυτή ήταν διαμεσολαβημένη με τον Λούκατς και όχι προϊόν λεπτομερούς οικειοποίησης των τριών τόμων του Κεφαλαίου. Συνεπώς, η ώριμη κριτική της πολιτικής οικονομίας στο σύνολό της έτεινε να αφήνεται στα χέρια του παραδοσιακού μαρξισμού. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, η συνάφεια της περιγραφής του Μαρξ για το έργο του ως κριτική της πολιτικής οικονομίας, η σπουδαιότητα της αξιακής μορφής και του φετιχισμού, ήταν συντριπτικά απούσες από αυτήν τη θετικιστική ερμηνεία. Τα προσφάτως διαθέσιμα κείμενα όπως τα Grundrisse υπονόμευσαν τις παραδοσιακές αναγνώσεις και επέτρεψαν στη ριζοσπαστικότητα της ώριμης κριτικής να τύχει αναγνώρισης.

Μέσω της περιθωριακής σχέσης τους με τον ορθόδοξο μαρξισμό, εκείνοι που ταυτίζονταν με τις αριστερές κομμουνιστικές κριτικές του μπολσεβικισμού και των γεγονότων στη Ρωσία ήταν σε (καλή) θέση για να διαβάσουν τα πρόσφατα τότε διαθέσιμα κείμενα του Μαρξ. Πολύ σημαντικός στο γαλλικό πλαίσιο υπήρξε ο Jacques Camatte και το περιοδικό Invariance που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1968. Την ίδια στιγμή που εξέφραζε ένα άνοιγμα της κληρονομιάς της «μπορντιγκιστικής» ιταλικής αριστερής παράδοσης τόσο στην εμπειρία της γερμανο-ολλανδικής αριστεράς όσο και στους αγώνες που ξεδιπλώνονταν εκείνη την περίοδο, το Invariance αποτέλεσε επίσης τον τόπο μιας φρέσκιας ανάγνωσης του Μαρξ. Ο συνεργάτης τότε του Camatte, Roger Dangeville, μετέφρασε τα Grundrisse και τα Αποτελέσματα στα γαλλικά – προβάλλοντας ένα πρόσκομμα στα έργα της αλτουσεριανής αντι-εγελιανής ερμηνείας του Μαρξ που ήταν κυρίαρχη στη Γαλλία. Ο Camatte δημοσίευσε στο Invariance έναν σημαντικό σχολιασμό πάνω σε αυτά τα κείμενα[10].

Τα γραπτά του Camatte έπαιξαν έναν ρόλο για τις μετά-’68 γαλλικές συζητήσεις παρόμοιο με αυτόν που διαδραμάτισε την ίδια περίοδο το έργο του Rosdolsky The Making of Marx’s Capital σε σχέση με τις συζητήσεις που επρόκειτο να ακολουθήσουν στη Γερμανία[11]. Αμφότεροι στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε παραθέσεις αποσπασμάτων για να εισαγάγουν και να εξερευνήσουν τη σημασία μαρξικών κεμένων που ήταν κατά κύριο λόγο άγνωστα έως τότε. Ο Rosdolsky προσφέρει μια διεξοδική μελέτη των Grundrisse, ενώ η λιγότερο συστηματική πραγμάτευση του Camatte αντλεί από άλλα σχεδιάσματα του Μαρξ, ιδίως τα Αποτελέσματα. Παρότι ο Camatte αναγνωρίζει την αξία του βιβλίου του Rosdolsky[12], μια διαφορά έγκειται στο ότι ενώ ο Rosdolsky ανάγει εν τέλει τα Grundrisse σε μια απλή προετοιμασία για το Κεφάλαιο, ο Camatte είναι περισσότερο εναρμονισμένος με τον τρόπο με τον οποίο τα Grundrisse, και τα υπόλοιπα σχεδιάσματα του Κεφαλαίου, παραπέμπουν πέρα από την κατανόηση που οι μαρξιστές είχαν συναγάγει από το τελευταίο. Ο Camatte αναγνώρισε ότι οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ο Μαρξ εισήγαγε και ανέπτυξε την κατηγορία της αξίας στις διάφορες εκδοχές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας έχουν μια σημασία πέραν μιας προοδευτικής βελτίωσης της παρουσίασης. Μερικές από τις πρώιμες πραγματεύσεις αναδεικνύουν πτυχές όπως η ιστορική αυτονόμηση της αξίας, ο ορισμός του κεφαλαίου ως αξίας-εν-διαδικασία, καθώς και η σπουδαιότητα της κατηγορίας της υπαγωγής, με τρόπους που δεν είναι τόσο σαφείς στις δημοσιευμένες εκδοχές. Στην ανάγνωση των πρόσφατα διαθέσιμων κειμένων στην οποία προβαίνει ο Camatte, βρίσκει κανείς μια αναγνώριση πως οι συνεπαγωγές της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας ήταν πολύ πιο ριζοσπαστικές απ’ ό,τι τις είχε κατανοήσει η θετικιστική μαρξιστική ερμηνεία του Κεφαλαίου[13].

Υπάρχει μια συναρπαστική ρήξη με τις παραδοσιακές μαρξιστικές θεωρήσεις στο έργο του Camatte, μια ρήξη που παρουσιάζεται έντονα στην αντίθεση μεταξύ του αρχικού σχολιασμού του από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και των σημειώσεων που πρόσθεσε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ενώ, λοιπόν, ο προγενέστερος σχολιασμός καταπιάνεται με την κλασική μαρξιστική θεωρία της μετάβασης, στις μεταγενέστερες σημειώσεις βλέπουμε τις υποθέσεις αυτής της θεωρίας να έχουν ανατραπεί[14]. Έτσι, ο Camatte ολοκληρώνει τις παρατηρήσεις του το 1972 με ένα κάλεσμα υπέρ της κομμουνιστικοποίησης:

Η ολότητα σχεδόν των ανθρώπων που ξεσηκώνεται ενάντια στην ολότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας, ο αγώνας ταυτόχρονα ενάντια στο κεφάλαιο και την εργασία, είναι δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητας: το προλεταριάτο πρέπει να αγωνιστεί ενάντια στην κυριαρχία που του ασκείται έτσι ώστε να είναι σε θέση να καταστρέψει τον εαυτό του ως τάξη και να καταστρέψει το κεφάλαιο και τις τάξεις. Μόλις η νίκη διασφαλισθεί παγκόσμια, η καθολική τάξη, η οποία έχει συγκροτηθεί πραγματικά (ο σχηματισμός του κόμματος σύμφωνα με τον Μαρξ) κατά τη διάρκεια μιας τεράστιας διαδικασίας που προηγείται της επανάστασης μέσα στον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, και η οποία είναι ψυχολογικά μεταμορφωμένη και έχει μεταμορφώσει την κοινωνία, θα εξαφανιστεί, καθώς θα μετασχηματιστεί σε ανθρωπότητα. Δεν υπάρχουν ομάδες έξω από αυτήν. Ο κομμουνισμός τότε αναπτύσσεται ελεύθερα. Η χαμηλή βαθμίδα, του σοσιαλισμού, δεν υπάρχει πλέον και η φάση της δικτατορίας του προλεταριάτου ανάγεται στον αγώνα για την καταστροφή της καπιταλιστικής κοινωνίας, της εξουσίας του κεφαλαίου[15].

Για τους περισσότερους μεταγενέστερους στοχαστές της κομμουνιστικοποίησης, τα προηγουμένως μη διαθέσιμα μαρξικά γραπτά του Μαρξ έγιναν βασικά κείμενα. Η μετάφραση των Grundrisse και του διάσημου πλέον «Αποσπάσματος για τις μηχανές» τροφοδότησαν άμεσα το πρωτότυπο επιχείρημα του Ζιλ Ντωβέ για την κομμουνιστικοποίηση[16]. Σε αυτό το απόσπασμα ο Μαρξ περιγράφει πώς το κεφάλαιο, στην ώθησή του να αυξήσει τον χρόνο υπερεργασίας, μειώνει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας στο ελάχιστο μέσω της μαζικής εφαρμογής της επιστήμης και της γνώσης στην παραγωγή. Αυτό δημιουργεί τη δυνατότητα της συλλογικής οικειοποίησης αυτού του αλλοτριωμένου συστήματος γνώσης, επιτρέποντας την επανοικειοποίηση αυτού του χρόνου υπερεργασίας ως διαθέσιμου χρόνου[17]. Ως εκ τούτου, ο κομμουνισμός δεν γίνεται κατανοητός ως μια νέα διανομή του ίδιου είδους πλούτου που βασίζεται στον χρόνο εργασίας, αλλά θεμελιώνεται σε μια νέα μορφή πλούτου που μετράται βάσει του διαθέσιμου χρόνου. Ο κομμουνισμός δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια νέα σχέση με τον χρόνο ή ακόμη και ένα διαφορετικό είδος χρόνου. Για τον Ντωβέ, με αυτόν του τον εστιασμό στον χρόνο, ο Μαρξ υπαινίσσεται μια ριζοσπαστική ρήξη ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, η οποία «αποκλείει την υπόθεση μιας σταδιακής πορείας προς τον κομμουνισμό μέσω της προοδευτικής καταστροφής του νόμου της αξίας» και έτσι καταδεικνύει τις συμβουλιακές και δημοκρατικές εναλλακτικές στον λενινισμό ως καθεαυτές ανεπαρκείς[18].

Τα προηγούμενα σχεδιάσματα παρέπεμπαν επίσης προς μια πιο ριζοσπαστική ιδέα της επανάστασης σε ένα περισσότερο θεμελιώδες οντολογικό επίπεδο. Τα σχεδιάσματα αποκαλύπτουν ότι για τον Μαρξ η κριτική της πολιτικής οικονομίας θέτει υπό αμφισβήτηση τη διαίρεση μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας, το αυτονόητο του τι σημαίνει να είναι κανείς άτομο και του τι είναι, ή δεν είναι, η ίδια μας η ύπαρξη. Για τον Μαρξ αυτά τα οντολογικά ερωτήματα είναι κατ’ ουσίαν κοινωνικά. Θεωρούσε ότι οι (πολιτικοί) οικονομολόγοι είχαν περισσότερο ή λιγότερο επιτύχει στην αποσαφήνιση των κατηγοριών που συνελάμβαναν τις κοινωνικές μορφές της ζωής στον καπιταλισμό. Μολονότι όμως οι αστοί έτειναν να τις παρουσιάζουν ως α-ιστορικές αναγκαιότητες, ο Μαρξ τις αναγνώρισε ως ιστορικά ειδικές μορφές της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και φύσης. Το γεγονός ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα διαμεσολαβείται από κοινωνικές σχέσεις μεταξύ πραγμάτων δημιουργεί έναν τεμαχισμένο, δίχως-αντικειμενικότητα χαρακτήρα στην ανθρώπινη υποκειμενικότητα. Η εμπειρία του ατόμου στον καπιταλισμό είναι αυτή μιας καθαρής υποκειμενικότητας, με ολόκληρη την αντικειμενικότητα να στέκει απέναντί της στη μορφή του κεφαλαίου:

Ο αποχωρισμός της ιδιοκτησίας από την εργασία εμφανίζεται σαν αναγκαίος νόμος αυτής της ανταλλαγής, ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία. Η εργασία, σαν το μη-κεφάλαιο τοποθετημένη σαν τέτοιο, είναι: 1) Μη-αντικειμοποιημένη εργασία, νοημένη αρνητικά […] που έχει χωριστεί απ’ όλα τα μέσα και αντικείμενα εργασίας, η εργασία που έχει χωριστεί απ’ όλη της την αντικειμενικότητα. Είναι η ζωντανή εργασία που υπάρχει σαν αφαίρεση απ’ αυτά τα συνθετικά στοιχεία της υλικής της πραγματικότητας (άρα σαν μη-αξία)· η ολοκληρωτική αυτή απογύμνωση, η καθαρά υποκειμενική, γυμνωμένη από κάθε αντικειμενικότητα, ύπαρξη της εργασίας. Η εργασία σαν η απόλυτη ένδεια: η ένδεια όχι σαν έλλειψη, αλλά σαν απόλυτος αποκλεισμός του υλικού πλούτου. […] 2) Μη-αντικειμενοποιημένη εργασία, μη-αξία, νοημένη θετικά, δηλαδή αρνητικότητα που αναφέρεται στον εαυτό της […]. Η εργασία όχι σαν αντικείμενο, αλλά σαν δραστηριότητα· όχι σαν αξία η ίδια, αλλά σαν η ζωντανή πηγή της αξίας. [Οι] από κάθε άποψη αντιφατικές μεταξύ τους προτάσεις ότι η εργασία είναι από τη μια πλευρά, σαν αντικείμενο, η απόλυτη ένδεια, κι από την άλλη πλευρά, σαν υποκείμενο και σαν δραστηριότητα, η γενική δυνατότητα του πλούτου, καθορίζονται αμοιβαία και προκύπτουν από την ουσία της εργασίας, όπως η τελευταία έχει προϋποτεθεί από το κεφάλαιο σαν αντίθεση, σαν αντιθετική του ύπαρξη, κι από την άλλη μεριά προϋποθέτει με τη σειρά της το κεφάλαιο[19].

Τέτοιες οντολογικές θεωρήσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στο έργο της Théorie Communiste (TC), μιας ομάδας που εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 μέσα από τις συζητήσεις του μετα-’68 κύκλου της κομμουνιστικοποίησης. Για την TC, η κομμουνιστική επανάσταση νοούμενη ως κομμουνιστικοποίηση δεν εγκαθιδρύει μια «δημοκρατία της εργασίας» ή οποιαδήποτε νέα μορφή διαχείρισης των μέσων παραγωγής. Αντίθετα, πρόκειται για το ξεπέρασμα της αλλοτριωμένης κοινωνικής σχέση της παραγωγής, η οποία συγκροτεί τον διαχωρισμό υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας που βιώνεται στον καπιταλισμό. Στο ξεπέρασμα του διαχωρισμού των ατόμων μεταξύ τους και από τα μέσα παραγωγής, η κομμουνιστικοποίηση ξεπερνά τον διαχωρισμό της ανθρώπινης υποκειμενικότητας από την «αντικειμενοποιημένη εργασία»[20], δηλαδή το σχίσμα υποκειμένου/αντικειμένου που διαμορφώνει τη βάση της κοινωνικής πραγματικότητας στον καπιταλισμό. Η TC το οραματίζεται ως ένα ξεπέρασμα κάθε διάστασης που ο Μαρξ περιγράφει στα Grundrisse: η εργασία παύει να υπάρχει ως διαχωρισμένη δραστηριότητα· η παραγωγή δεν διακρίνεται πλέον από την αναπαραγωγή ούτε κυριαρχεί επάνω της· οι ανάγκες δεν διαχωρίζονται πλέον από τις ικανότητες· και τα άτομα δεν αντιμετωπίζουν πλέον την κοινωνικότητα τους μέσω της διαμεσολάβησης της ανταλλαγής των προϊόντων τους ή μέσα από τη μορφή του κράτους – καθίστανται άμεσα κοινωνικά. Η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση διαλύει τόσο την κοινωνική μορφή των πραγμάτων, δηλαδή την ύπαρξή τους ως φορέων «αντικειμενοποιημένης εργασίας», αξίας, (μετατρέπονται σε πράγματα και πάλι) όσο και την τεμαχισμένη, κενή και διασπασμένη υποκειμενική μορφή του ατόμου. Συνεπώς, για την TC, όπως και για τον Μαρξ στα Grundrisse[21], η προηγουμένως «αντικειμενική» στιγμή της παραγωγής δεν κυριαρχεί πλέον επί της υποκειμενικής, αλλά μάλλον καθίσταται το «οργανικό κοινωνικό σώμα όπου τα άτομα αυτοαναπαράγονται σαν τέτοια, αλλά σαν κοινωνικά άτομα»[22].

Οι γερμανικές συζητήσεις

Η φρέσκια οικειοποίηση του Μαρξ από την οποία προέκυψε η οπτική της κομμουνιστικοποίησης υπήρξε μέρος μιας πολύ ευρύτερης διαδικασίας επανοικειοποίησης και ανάπτυξης ριζοσπαστικών αναγνώσεων του Μαρξ. Μετά την Ουγγρική Επανάσταση του 1956, ο επίσημος κομμουνισμός δεν είχε πλέον την ηγεμονία έναντι των αντιφρονούντων ούτε επί της ερμηνείας του Μαρξ στις δυτικές χώρες. Ενώ ο Μαρξ είχε προτείνει «να αμφιβάλλουμε για τα πάντα», ο ορθόδοξος ή παραδοσιακός μαρξισμός έτεινε να αυτοπαρουσιάζεται ως ενοποιημένη κοσμοθεωρία με μια απάντηση για κάθε ερώτηση. Είχε μια φιλοσοφία που περιέκλειε τα πάντα («διαλεκτικός υλισμός»), μια μηχανιστική αντίληψη της ιστορίας («ιστορικός υλισμός»), και τη δική του οικονομική θεωρία («μαρξιστική πολιτική οικονομία»)[23]. Αυτοί οι πυλώνες της επίσημης εκδοχής του μαρξισμού τέθηκαν εν αμφιβόλω από μια επιστροφή στο κριτικό πνεύμα του Μαρξ, με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που μια προηγούμενη γενιά κριτικού μαρξισμού είχε ανθίσει στον άμεσο απόηχο της Ρωσικής επανάστασης[24].

Η αναζωογόνηση της μαρξικής θεωρίας σε αυτή την περίοδο –όπως και στη δεκαετία του ’20– συνεπαγόταν μια ρήξη με την αντίληψη για τον μαρξισμό ως θετικό σύστημα γνώσης, και μια εκ νέου αναγνώριση της κριτικής του διάστασης – μια κίνηση κατά την οποία η σχέση του Μαρξ με τον Χέγκελ ετίθετο ξανά υπό συζήτηση. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, η απόρριψη των παραδεγμένων ερμηνειών του Μαρξ άρχισε να επεκτείνεται στο Κεφάλαιο, το κεντρικό έργο του. Νέες αναγνώσεις άντλησαν από προηγούμενα σχεδιάσματα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας και έδειξαν ενδιαφέρον όχι μόνο για τα αποτελέσματα στα οποία κατέληξε ο Μαρξ, αλλά και για τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για να φτάσει εκεί. Στη Γαλλία το Κεφάλαιο ξαναδιαβάστηκε με στρουκτουραλιστικό τρόπο, στην Ιταλία ο Tronti και ο εργατισμός το πιάσανε «από τη σκοπιά της εργατικής τάξης» και στη Γερμανία εμφανίστηκε τότε η Neue Marx-Lektüre (Νέα Ανάγνωση του Μαρξ).

Η γερμανική γλώσσα έδωσε στη Neue Marx-Lektüre ένα σαφές πλεονέκτημα σε σχέση με τις διερευνήσεις ως προς τον Μαρξ που εμφανίστηκαν σε άλλες χώρες. Τα νέα κείμενα του «άγνωστου Μαρξ» έγιναν γενικώς διαθέσιμα και γνωστά στα γερμανικά πριν από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα, ενώ φυσικά απουσίαζαν τα μεταφραστικά ζητήματα[25]. Επιπλέον, η σπουδαία πολιτισμική πηγή που ο Μαρξ είχε χρησιμοποιήσει στην κριτική της πολιτικής οικονομίας –ο κλασικός Γερμανικός Ιδεαλισμός– δεν υπέκειτο στα ίδια προβλήματα υποδοχής της εγελιανής σκέψης που αφορούσαν άλλες χώρες. Συνεπώς, ενώ στην Ιταλία και τη Γαλλία οι νέες αναγνώσεις του Μαρξ έτειναν να υιοθετούν μια ισχυρή αντι-εγελιανή προκατάληψη ως αντίδραση ενάντια σε προγενέστερες τάσεις του εγελιανισμού και του «εγελιανού μαρξισμού», οι γερμανικές συζητήσεις ήταν σε θέση να αναπτύξουν μια περισσότερο εκλεπτυσμένη και ενημερωμένη εικόνα της σύνδεσης Χέγκελ και Μαρξ. Αντιλήφθηκαν καίρια ότι για την περιγραφή της λογικής δομής της πραγματικής ολότητας των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, ο Μαρξ του Κεφαλαίου όφειλε όχι τόσο στη σύλληψη του Χέγκελ για μια ιστορική διαλεκτική, αλλά στη συστηματική διαλεκτική της Λογικής. Ο νέος κριτικός μαρξισμός, ο οποίος μερικές φορές αποκαλείται μειωτικά Kapitallogik, είχε επομένως λιγότερα κοινά με τον προηγούμενο κριτικό μαρξισμό του Λούκατς και του Κορς απ’ ό,τι με εκείνον των Rubin και Πασουκάνις. Η Neue Marx-Lektüre δεν ήταν μια ομοιογενής σχολή αλλά μια κριτική προσέγγιση που περιελάμβανε σοβαρά αντεπιχειρήματα και διαφωνίες, οι οποίες παρ’ όλα αυτά μοιράζονταν μια ορισμένη κατεύθυνση.

Πολιτικό πλαίσιο των γερμανικών συζητήσεων υπήρξε η άνοδος του ριζοσπαστικού φοιτητικού κινήματος. Το κίνημα είχε δύο πόλους – έναν συντηρητικό, συχνά με συνδέσεις με το κράτος της Ανατολικής Γερμανίας και με έναν «ορθόδοξο μαρξιστικό» προσανατολισμό προς το εργατικό κίνημα, και έναν ισχυρότερο «αντιεξουσιαστικό»[25] πόλο επηρεασμένο από την κριτική θεωρία της Σχολής της Φραγκφούρτης, ιδιαίτερα την ψυχαναλυτική της διάσταση η οποία προσέφερε μια εξήγηση στο ερώτημα γιατί οι εργάτες έμοιαζαν αδιάφοροι σε σχέση με την επανάσταση[27]. Εξαιτίας σε μεγάλο βαθμό και της επιρροής της Σχολής της Φραγκφούρτης, το γερμανικό φοιτητικό κίνημα απέκτησε γρήγορα φήμη για τη θεωρητική εκζήτηση των συζητήσεών του. Οι διορατικές ιδέες, αλλά επίσης και η αστάθεια και η αμφιθυμία του «αντιεξουσιαστικού» πόλου, εκφράστηκαν στην τροχιά του χαρισματικού ηγέτη του, Rudi Dutschke. Το 1966, έντονα επηρεασμένος από τον Κορς, ιστορικοποίησε «τη θεωρία των 2 σταδίων» του Μαρξ για την κομμουνιστική επανάσταση ως αναχρονιστική και «εξαιρετικά αμφίβολη για μας», δεδομένου ότι «μεταθέτει την πραγματική χειραφέτηση της εργατικής τάξης στο μέλλον και θεωρεί την κατάληψη του αστικού κράτους από το προλεταριάτο ως πρωταρχικής σημασίας για την κοινωνική επανάσταση»[28]. Κι ωστόσο, ο ίδιος επινόησε το σύνθημα της «μακράς πορείας μέσα από τους θεσμούς», το οποίο έγινε ο λόγος ύπαρξης (raison d’être) του γερμανικού κόμματος των Πρασίνων (με ο οποίο ο ίδιος, όπως και ο έτερος χαρισματικός αντιεξουσιαστής Ντανιέλ Κον-Μπετίτ, κατέληξαν να συμπράττουν). Σήμερα, είναι το απόλυτα κρατικιστικό και ρεφορμιστικό Die Linke (το αριστερίστικο κόμμα στη Γερμανία) που ταυτίζεται κατά κύριο λόγο με την κληρονομιά του. Μια περισότερο σημαντική φιγούρα από θεωρητική άποψη υπήρξε ο Hans Jürgen Krahl, ο οποίος επίσης έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην SDS [Σοσιαλιστική Γερμανική Ένωση Φοιτητών], ειδικά αφότου ο Dutschke δολοφονήθηκε. Ο Krahl ήταν μαθητής του Adorno και έφερε πολλές από τις βασικές έννοιες της Κριτικής Θεωρίας μέσα στο κίνημα, αλλά ήταν επίσης και κινηματικά δραστήριος –είναι διαβόητη η ενέργεια του Adorno να καλέσει τους μπάτσους απέναντι στον Krahl και τους συμφοιτητές του, όταν αυτοί κατέλαβαν ένα από τα κτίρια του Ινστιτούτου– και παρέμεινε προσανατολισμένος προς το προλεταριάτο και την ταξική πάλη[29]. Μολονότι η Σχολή της Φρανκφούρτης, με τη στροφή της στα ζητήματα της ψυχανάλυσης, του πολιτισμού και της φιλοσοφίας, είχε εν πολλοίς εγκαταλείψει τη μελέτη της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας στους ορθόδοξους μαρξιστές, ήταν ο Krahl και άλλοι μαθητές του Adorno –ο Hans-Georg Backhaus, ο Helmult Reichelt– που εγκαινίασαν τη Neue Marx-Lektüre.

Επομένως, ενώ για τον κύκλο της κομμουνιστικοποίησης ήταν ένα υπόβαθρο στις συμβουλιακές κομμουνιστικές και άλλες αριστερές κομμουνιστικές κριτικές του μπολσεβικισμού που τους κατέστησε ανοικτούς στη ριζοσπαστικότητα των νέων κειμένων του Μαρξ, στη Γερμανία –όπου τέτοιες τάσεις είχαν εξαφανιστεί κατά τη ναζιστική περίοδο[30]– έναν κάπως αντίστοιχο ρόλο επιτέλεσαν ο Adorno και η Σχολή της Φραγκφούρτης. Τόσο ο συμβουλιακός κομμουνισμός όσο και η Σχολή της Φραγκφούρτης είχαν αναπτυχθεί ως στοχασμός πάνω στην αποτυχία της Γερμανικής Επανάστασης του 1918-1919. Ενώ η σχέση του συμβουλιακού κομμουνισμού με τη Γερμανική Επανάσταση είναι η περισσότερο άμεση, ο Sohn-Rethel, μιλώντας για τη Σχολή της Φραγκφούρτης και συγγενικούς στοχαστές όπως οι Λούκατς και Μπλοχ, συλλαμβάνει την πιο περίπλοκα διαμεσολαβημένη σχέση τους με την εν λόγω περίοδο με μια παράδοξη διατύπωση:

[Η] νέα ανάπτυξη της σκέψης που οι άνθρωποι αυτοί αντιπροσωπεύουν εξελίχθηκε ως το θεωρητικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα της επανάστασης που δεν συνέβη ποτέ[31].

Παρότι αποκομμένη από κάθε εργατικό περιβάλλον, η Σχολή της Φραγκφούρτης είχε προσπαθήσει να κρατήσει ζωντανό έναν κριτικό και χειραφετητικό μαρξισμό ενάντια στην ανάπτυξη του τελευταίου ως μιας απολογητικής ιδεολογίας για την κρατικοκεντρική συσσώρευση στη Ρωσία. Η συγγένεια με τον συμβουλιακό κομμουνισμό είναι πιο ξεκάθαρα ορατή σε παλαιότερα κείμενα, όπως το Αυταρχικό Κράτος του Μαξ Χορκχάιμερ, το οποίο οι αντιεξουσιαστές φοιτητές εξέδωσαν υπό την αποδοκιμασία του μάλλον συντηρητικού ύστερου Χορκχάιμερ. Εντούτοις, μια ριζοσπαστική κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας παραμένει στο κέντρο των λιγότερο εμφανώς πολιτικών κείμενων του Adorno κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60 – ίσως μάλιστα ακόμα και λόγω ακριβώς της αποφυγής από μέρους τους της λογικής της άμεσης πολιτικής δραστικότητας. Ενώ η «υπεραριστερά» είχε προσπαθήσει να κρατήσει ζωντανή την απελευθερωτική υπόσχεση της μαρξιστικής θεωρίας απέναντι στις πραγματικές εξελίξεις των εργατικών κινημάτων τονίζοντας την αυτονομία της εργατικής τάξης έναντι της αντιπροσώπευσης και των θεσμών της, η Σχολή της Φραγκφούρτης είχε παραδόξως επιχειρήσει το ίδιο καθήκον απομακρυνόμενη από την άμεση ταξική πάλη και τα «οικονομικά ζητήματα».

Αυτό σήμαινε ότι η ριζοσπαστική επανοικειοποίηση του Μαρξ στη Γερμανία των ’60s έλαβε αναγκαστικά τη μορφή τόσο της συνέχειας όσο και της ρήξης με την κληρονομιά της Σχολής της Φραγκφούρτης. Το σημείο τομής ανάμεσα σε μια ευαισθησία βασισμένη στη Σχολή της Φραγκφούρτης και μια στροφή προς τη λεπτομερή μελέτη της κριτικής της πολιτικής οικονομίας που είχε αποφευχθεί από την τελευταία, εκφράζεται σε μια ανέκδοτη ιστορία για τον Backhaus. Σύμφωνα με τον Reichelt, οι απαρχές του προγράμματος της Neue Marx-Lektüre μπορούν να ανιχνευθούν πίσω σε κάποια στιγμή το 1963, όταν ο Backhaus, ενώ έμενε στη φοιτητική εστία στη Φραγκφούρτη, έπεσε τυχαία πάνω σε αυτό που σε εκείνη τη φάση ήταν μια πολύ σπάνια πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου[32]. Παρατήρησε ότι οι διαφορές από τη δεύτερη έκδοση ξεπηδούσαν άμεσα μέσα από το κείμενο, αλλά ότι αυτό ήταν δυνατό μονάχα επειδή είχε παρακολουθήσει τις διαλέξεις του Adorno για τη διαλεκτική θεωρία της κοινωνίας, καθώς:

[Αν] ο Adorno δεν είχε επανειλημμένα προβάλει την ιδέα ενός «εννοιολογικού στοιχείου στην ίδια την πραγματικότητα», ενός πραγματικού καθολικού το οποίο μπορεί να αναχθεί στην αφαίρεση της ανταλλαγής, χωρίς τις αναζητήσεις του σχετικά με τη συγκρότηση των κατηγοριών και την εσωτερική σχέση τους στην πολιτική οικονομία, και χωρίς τη σύλληψη από μέρους του μιας αντικειμενικής δομής που έχει καταστεί αυτόνομη, το κείμενο αυτό θα είχε παραμείνει σιωπηλό – όπως ακριβώς είχε υπάρξει σε όλη τη διάρκεια της ήδη (τότε!) εκατονταετούς συζήτησης για τη μαρξική θεωρία της αξίας[33].

Οι συζητήσεις γύρω από τη νέα ανάγνωση του Κεφαλαίου πήραν πραγματικά μπρος μετά το 1968. Τα ζητήματα που έφεραν στο προσκήνιο, τα οποία γενικά δεν παρελήφθησαν σε συζητήσεις άλλων χωρών παρά μόνο αργότερα και συχνά λιγότερο εμβαθυμένα, αφορούσαν: τον χαρακτήρα της μεθόδου του Μαρξ και την εγκυρότητα της κατανόησής του από τον Ένγκελς· τη σχέση μεταξύ της διαλεκτικής ανάπτυξης των κατηγοριών στο Κεφάλαιο και της εγελιανής διαλεκτικής· τη σημασία των ημιτελών όψεων στα σχέδια του Μαρξ για την κριτική του· τη σπουδαιότητα του όρου «κριτική» και τη διαφορά ανάμεσα στη μαρξική θεωρία της αξίας και σε αυτήν της κλασικής πολιτικής οικονομίας· και τη φύση της αφαίρεσης στη μαρξική έννοια της αφηρημένης εργασίας και στην κριτική της πολιτικής οικονομίας εν γένει.

Παρά τον συχνά φιλολογικό και αφηρημένο χαρακτήρα τους, οι συζητήσεις γύρω από τη νέα ανάγνωση του Κεφαλαίου θεωρήθηκε πως έφεραν μια πολιτική βαρύτητα στην ένταση μεταξύ του αντιεξουσιαστικού και του συντηρητικού πόλου του φοιτητικού κινήματος, με τον τελευταίο να υπεραμύνεται της ιδέας πως το πλαίσιο του ορθόδοξου μαρξισμού χρειαζόταν απλά να εκσυγχρονιστεί και να προσαρμοστεί[34]. Η Neue Marx-Lektüre έθεσε υπό αμφισβήτηση αυτό το σχέδιο για μια ανανεωμένη ορθοδοξία υποστηρίζοντας τίποτε λιγότερο από μια θεμελιώδη ανακατασκευή της κριτικής της πολιτικής οικονομίας[35].

Εκείνη την εποχή η κυρίαρχη άποψη περί της μεθόδου που εφαρμόζεται στο Κεφάλαιο ήταν κάποια παραλλαγή της λογικο-ιστορικής μεθόδου που προτάθηκε από τον Ένγκελς σε κείμενα όπως το άρθρο του το 1859 για τη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας του Μαρξ, και ο Πρόλογος και το Συμπλήρωμά του στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η εξέλιξη των κατηγοριών του Κεφαλαίου ακολουθεί πιστά την πραγματική ιστορική ανάπτυξή τους, έτσι που τα πρώτα κεφάλαια του Κεφαλαίου θεωρείται ότι περιγράφουν μια προκαπιταλιστική περίοδο «απλής εμπορευματικής παραγωγής», όπου ο «νόμος της αξίας» υποτίθεται πως λειτουργούσε με έναν καθαρό τρόπο. Στις γερμανικές συζητήσεις, και στη συνέχεια σε διεθνές επίπεδο, η αυθεντία του Ένγκελς –και μαζί της εκείνη του παραδοσιακού μαρξισμού που εξαρτιόταν από την πρώτη– αμφισβητήθηκε εν όλω[36]. Η Neue Marx-Lektüre υποστήριξε ότι ούτε η ενγκελσιανή ερμηνεία ούτε και καμιά από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις της[37] δεν δικαίωναν την κίνηση πίσω από τη διάταξη και την ανάπτυξη των κατηγοριών στο Κεφάλαιο. Αντί για μια πρόοδο από ένα μη-καπιταλιστικό προγενέστερο στάδιο, ή ένα υποθετικό απλοποιημένο μοντέλο, της απλής εμπορευματικής παραγωγής σε ένα επόμενο στάδιο, ή ένα πιο σύνθετο μοντέλο, της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής, η κίνηση στο Κεφάλαιο θα γινόταν αντιληπτή ως παρουσίαση της καπιταλιστικής ολότητας από την αρχή, κινούμενη από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Στο Zur logischen Struktur des Kapitalbegriffs bei Karl Marx [Η Λογική Δομή της Έννοιας του Κεφαλαίου στον Καρλ Μαρξ], o Helmut Reichelt ανέπτυξε μια σύλληψη που, με τη μια ή την άλλη μορφή, είναι πλέον βασική για τους θεωρητικούς της συστηματικής διαλεκτικής: ότι η «λογική της έννοιας του κεφαλαίου» ως μιας διαδικασίας αυτοπροσδιορισμού αντιστοιχεί στην κίνηση της Έννοιας πέρα-από-τον-εαυτό-της στη Λογική του Χέγκελ[38]. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο κόσμος του κεφαλαίου μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ιδεαλιστικός: π.χ. το εμπόρευμα είναι ένα «αισθητό υπεραισθητό πράγμα»[39]. Η διαλεκτική της αξιακής μορφής δείχνει πώς, ξεκινώντας από την πιο απλή εμπορευματική μορφή, οι υλικές και συγκεκριμένες όψεις της διαδικασίας της κοινωνικής ζωής κυριαρχούνται από τις αφηρημένες και ιδεατές κοινωνικές μορφές της αξίας. Για τον Μαρξ, όπως το θέτει ο Reichelt:

Το κεφάλαιο γίνεται έτσι αντιληπτό ως συνεχής αλλαγή μορφών, κατά την οποία η αξία χρήσης βρίσκεται σε μια διαρκή διαδικασία ενσωμάτωσης και αποκλεισμού. Σε αυτή τη διαδικασία, η ίδια η αξία χρήσης λαμβάνει τη μορφή ενός αιώνια εξαφανιζόμενου αντικειμένου. Αλλά αυτή η διαρκώς ανανεούμενη εξαφάνιση του αντικειμένου είναι η προϋπόθεση για τη διαιώνιση της ίδιας της αξίας – είναι μέσα από την πάντα αναπαραγόμενη αλλαγή μορφών που η άμεση ενότητα μεταξύ αξίας και αξίας χρήσης διατηρείται. Αυτό που συνεπώς συγκροτείται είναι ένας αντεστραμμένος κόσμος στον οποίο η αισθητότητα με την ευρύτερη έννοια του όρου –ως αξία χρήσης, εργασία, ανταλλαγή με τη φύση– υποβιβάζεται σε μέσο για την αυτοδιαιώνιση μιας αφηρημένης διαδικασίας που αποτελεί τη βάση ολόκληρου του αντικειμενικού κόσμου της διαρκούς αλλαγής. […] Ολόκληρος ο αισθητός κόσμος των ανθρώπων που οι ίδιοι αναπαράγουν μέσω της ικανοποίησης των αναγκών και της εργασίας τους απορροφάται βήμα-το-βήμα σε αυτήν τη διαδικασία, κατά την οποία όλες οι δραστηριότητες είναι «καθεαυτές αντεστραμμένες». Είναι όλες τους, στην εξαφανιζόμενη εμφάνισή τους, άμεσα το αντίθετό τους· η συνέχιση του γενικού[40].

Αυτή είναι η οντολογική αντιστροφή, η κατοχή της υλικής ζωής από το πνεύμα του κεφαλαίου. Είναι αυτό που ο Camatte αντιλήφθηκε αναγνωρίζοντας τη σημασία της κατανόησης του κεφαλαίου ως αξίας-εν-διαδικασία και ως υπαγωγής. Αν δεν υπάρχει αξία χρήσης άλλη από αυτή που εμφανίζεται στη μορφή της αξίας στην καπιταλιστική κοινωνία, αν η αξία και το κεφάλαιο συγκροτούν μια ισχυρή, ολοποιητική μορφή κοινωνικοποίησης που διαμορφώνει κάθε πτυχή της ζωής, το ξεπέρασμά τους δεν είναι ζήτημα απλής αντικατάστασης των μηχανισμών της αγοράς μέσα από έναν κρατικό χειρισμό ή μια εργατική αυτοδιαχείριση αυτών των μορφών, αλλά απαιτεί ριζοσπαστική μεταμόρφωση όλων των σφαιρών της ζωής. Αντίθετα, η παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη που κατάγεται από τον Ένγκελς –σύμφωνα με την οποία ο νόμος της αξίας προϋπήρχε του καπιταλισμού– διαχώριζε τη θεωρία της αγοράς και της αξίας από εκείνη της υπεραξίας και της εκμετάλλευσης και, συνεπώς, διάνοιγε τη δυνατότητα για τις ιδέες ενός σοσιαλιστικού νόμου της αξίας, μιας σοσιαλιστικής μορφής χρήματος, του «σοσιαλισμού της αγοράς» και ούτω καθεξής.

Ο ατελής Μαρξ;

Μέρος της δογματικής φύσης του ορθόδοξου μαρξισμού υπήρξε το να θεωρήσει πως τα έργα του Μαρξ συνιστούν ένα τέλειο σύστημα στο οποίο δεν θα έπρεπε να προστεθούν παρά μόνο ιστορικές αναλύσεις των μεταγενέστερων σταδίων του καπιταλισμού, όπως ο ιμπεριαλισμός. Η ανακάλυψη των σχεδιασμάτων και των σχεδίων για την κριτική της πολιτικής οικονομίας έδειξε ότι το Κεφάλαιο ήταν ατελές, όχι μόνο με την έννοια ότι ο 2ος και ο 3ος τόμος, καθώς και οι Θεωρίες για την Υπεραξία, έμειναν ανολοκλήρωτοι από τον Μαρξ και συναρθρώθηκαν από τον Ένγκελς και τον Κάουτσκι αντίστοιχα[41], αλλά ότι όλα τα παραπάνω συνιστούσαν μονάχα το πρώτο από τα έξι βιβλία που αρχικά σχεδίαζε ο Μαρξ, μαζί με τα βιβλία για τη γαιοκτησία, τη μισθωτή εργασία, το κράτος, το διεθνές εμπόριο, και την «Παγκόσμια Αγορά και τις Κρίσεις»[42]. Η αναγνώριση ότι αυτό που υπάρχει από το πρότζεκτ του Μαρξ είναι μονάχα ένα θραύσμα υπήρξε τεράστιας σημασίας, καθώς συνεπαγόταν τη σύλληψη της μαρξικής θεωρίας ως ριζικά ανοιχτού πρότζεκτ, και την ανάπτυξη περιοχών έρευνας οι οποίες μόλις και μετά βίας είχαν θιγεί από τον ίδιο τον Μαρξ. Η λεγόμενη συζήτηση της μεθοδικής παραγωγής του κράτους (state-derivation debate) και η συζήτηση για την παγκόσμια αγορά ήταν προσπάθειες να αναπτυχθούν ορισμένες από τις περιοχές αυτές τις οποίες ο ίδιος ο Μαρξ δεν είχε συζητήσει συστηματικά στο Κεφάλαιο[43].

Αντλώντας από το καινοτόμο έργο του Πασουκάνις, οι συμμετέχοντες στη συζήτηση της μεθοδικής παραγωγής του κράτους αντιλήφθηκαν τον διαχωρισμό του «οικονομικού» και του «πολιτικού» ως προσιδιάζων στην καπιταλιστική κυριαρχία. Η συνεπαγωγή ήταν ότι –μακριά από την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας και ενός εργατικού κράτους, όπως στον παραδοσιακό μαρξισμό– η επανάσταση θα έπρεπε να κατανοηθεί ως καταστροφή τόσο της «οικονομίας» όσο και του «κράτους». Παρά την αφηρημένη –και μερικές φορές σχολαστική– εμφάνιση αυτών των συζητήσεων, αρχίζουμε με αυτόν τον τρόπο να βλέπουμε πώς η κρίσιμη επιστροφή στον Μαρξ, στη βάση των αγώνων στα τέλη της δεκαετίας του ’60 στη Γερμανία, είχε ειδικές –και ιδιαίτερα ριζοσπαστικές– συνεπαγωγές για τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Αυτό ισχύει εξίσου και για την κεντρική μαρξική κατηγορία της αφηρημένης εργασίας, όπως αυτή εννοιολογείται στις γερμανικές συζητήσεις γύρω από την αξία. Ενώ στις αστικές κοινωνικές επιστήμες, και στις κυρίαρχες μορφές μαρξισμού, η αφαίρεση είναι μια νοητική ενέργεια, ο Μαρξ υποστήριξε ότι στον καπιταλισμό λαμβάνει χώρα μια διαφορετική μορφή αφαίρεσης: μια «πραγματική» ή «πρακτική αφαίρεση» την οποία οι άνθρωποι πραγματοποιούν στην ανταλλαγή χωρίς καν να το γνωρίζουν. Όπως υποδεικνύει η ανέκδοτη ιστορία του Reichelt για τον Backhaus, ήταν η ιδέα του Adorno περί μιας αντικειμενικής εννοιολόγησης (conceptuality) στην καπιταλιστική κοινωνική ζωή που ενέπνευσε την προσέγγιση της Neue Marx-Lektüre πάνω στη μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αυτή η ιδέα του Adorno, καθώς και η έννοια της «ταυτοτικής σκέψης» που εισήγαγε, ήταν με τη σειρά τους εμπνευσμένες από τις ιδέες που είχε μοιραστεί μαζί του ο Sohn-Rethel τη δεκαετία του ’30. Η γερμανική συζήτηση εξελίχθηκε επομένως με τη δημοσίευση αυτών των ιδεών στα 1970 στο βιβλίο του Sohn-Rethel Intellectual and Manual Labour[44]. Σε αυτό το έργο ο Sohn-Rethel αναγνωρίζει πως η αφαίρεση από τη χρήση, η οποία πραγματοποιείται κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής, βρίσκεται στη ρίζα όχι μόνο του παράξενου είδους κοινωνικής σύνθεσης στις εμπορευματικές κοινωνίες, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης του αφηρημένου εννοιολογικού συλλογισμού και της εμπειρίας της ανεξάρτητης διάνοιας. Η θέση του Sohn-Rethel είναι πως το «υπερβατολογικό υποκείμενο», όπως έχει ρητά θεωρητικοποιηθεί από τον Καντ, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια θεωρητική και την ίδια στιγμή τυφλή έκφραση της ενότητας ή της ομοιότητας των πραγμάτων που συγκροτείται μέσω της ανταλλαγής. Τέτοιες ιδέες, μαζί με εκείνες του Πασουκάνις σχετικά με το πώς το «νομικό υποκείμενο» και το εμπόρευμα παράγονται ιστορικά από κοινού, τροφοδότησαν μια περίοδο κριτικής εξέτασης κατά την οποία όλες οι πτυχές της ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας μας της αντίληψης για την εσωτερική υποκειμενικότητα και τη συνείδηση, συλλαμβάνονταν ως μορφικά προσδιορισμένες από το κεφάλαιο και την αξία.

Για τον Μαρξ, το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα «πραγματικής αφαίρεσης» είναι η χρηματική μορφή της αξίας, και ίσως η πιο εκτεταμένη συνεισφορά των γερμανικών συζητήσεων έγκειται στην ανάπτυξη από μέρους τους μιας «χρηματικής θεωρίας της αξίας» σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που είχαν ήδη τεθεί από τον Rubin. Σε ένα σημαντικό απόσπασμα από την 1η έκδοση του Κεφαλαίου ο Μαρξ περιγράφει το χρήμα ως μια αφαίρεση που με έναν διεστραμμένο τρόπο αποκτά στην πραγματική ζωή μια ύπαρξη ανεξάρτητη από τα επιμέρους: «Είναι σαν κοντά στα, και εκτός από τα, λιοντάρια, τις τίγρεις, τους λαγούς και όλα τα άλλα πραγματικά ζώα […] να υπήρχε επίσης και το ζώον, η ατομική ενσάρκωση του όλου βασιλείου των ζώων»[45]. Τα προϊόντα της ιδιωτικής εργασίας πρέπει να ανταλλάσσονται με αυτήν τη συγκεκριμένη αναπαράσταση αφηρημένης εργασίας έτσι ώστε η κοινωνική τους εγκυρότητα να υλοποιηθεί στην πραγματικότητα. Συνεπώς, μια αφαίρεση –και όχι ένα προϊόν της σκέψης– υπάρχει στον κόσμο ως αντικείμενο με μια κοινωνική αντικειμενικότητα στην οποία πρέπει όλοι να υποκλίνονται.

Ο παραδοσιακός μαρξισμός αγνόησε αυτή τη συζήτηση και ακολούθησε γενικώς τον Ρικάρντο και τους αστούς οικονομολόγους στη θεώρηση του χρήματος ως απλώς ενός χρήσιμου τεχνικού εργαλείου για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής προϋπαρχουσών εμπορευματικών αξιών. Αντίθετα, οι γερμανικές συζητήσεις εστιάστηκαν στο παράξενο είδος αντικειμενικότητας της αξίας –στο γεγονός ότι δεν ενυπάρχει σε ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα, αλλά υπάρχει μόνο στη σχέση ισοδυναμίας ανάμεσα σε ένα εμπόρευμα και την ολότητα των υπόλοιπων εμπορευμάτων–, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μονάχα μέσω του χρήματος. Αυτός ο ρόλος του χρήματος σε μια γενικευμένη εμπορευματική κοινωνία ανατροφοδοτεί την ίδια την εμπειρία της ζωντανής εργασίας. Στον βαθμό που η εργασία είναι απλά μια δραστηριότητα που διεξάγεται για χρήμα, το είδος της εργασίας που εκτελείται αποτελεί ένα ζήτημα αδιαφορίας και τύχης. Η οργανική σύνδεση που υπήρχε σε προηγούμενες κοινωνίες μεταξύ των ατόμων στην ιδιαιτερότητά τους και των ειδικών μορφών εργασίας έχει σπάσει. Αναπτύσσεται ένα υποκείμενο που είναι σε θέση να κινείται αδιάφορα μεταξύ διαφορετικών μορφών εργασίας:

Εδώ λοιπόν γίνεται για πρώτη φορά αληθινή στην πράξη η αφαίρεση της κατηγορίας «εργασία», «εργασία γενικά», εργασία απλά και καθαρά, η αφετηρία της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας. Η απλούστατη λοιπόν αφαίρεση, που η σύγχρονη πολιτική οικονομία τοποθετεί στην πρώτη γραμμή, και που εκφράζει μια σχέση πανάρχαια και έγκυρη για όλες τις κοινωνικές μορφές, εμφανίζεται ωστόσο πρακτικά αληθινή σ’ αυτή την αφαίρεση μονάχα σαν κατηγορία της πιο σύγχρονης κοινωνίας[46].

Η αφηρημένη εργασία, λοιπόν, ως πρακτική αφαίρεση είναι μια θεμελιωδώς καπιταλιστική μορφή εργασίας – προϊόν της αναγωγής όλων των δραστηριοτήτων στην αφηρημένη δραστηριότητα-που-παράγει-χρήμα. Κατά την παραδοσιακή άποψη, το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν συνεπάγεται την κατάργηση της αφηρημένης εργασίας: η αφηρημένη εργασία, σύμφωνα με την άποψη αυτή, είναι μια γενική (generic) αφαίρεση, μια γενική διιστορική αλήθεια που αποτέλεσε τη βάση για την εμφάνιση των μορφών της αγοράς εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτή η αλήθεια θα λάμψει στον σοσιαλισμό, με τον παρασιτικό ρόλο του καπιταλιστή να έχει εξαλειφθεί και την αναρχική οργάνωση της αγοράς της κοινωνικής εργασίας να έχει αντικατασταθεί από τον (κρατικό) σχεδιασμό. Από μια κριτική οπτική, ο παραδοσιακός μαρξισμός είχε μετατρέψει τις καπιταλιστικές μορφές και νόμους σε γενικούς νόμους της ιστορίας: στις σχετικά καθυστερημένες περιοχές όπως η Ρωσία, όπου ο μαρξισμός έγινε η ιδεολογία της κρατικά διευθυνόμενης βιομηχανικής ανάπτυξης, το Κεφάλαιο έγινε «εχειρίδιο οδηγιών». Αντίθετα, για τους θεωρητικούς της αξιακής μορφής η μαρξική θεωρία της αξίας, ως χρηματική θεωρία της αξίας, «δεν είναι μια θεωρία για τη διανομή του κοινωνικού πλούτου, αλλά μάλλον μια θεωρία για τη συγκρότηση μιας κοινωνικής ολότητας υπό συνθήκες κεφαλαιοκρατικής παραγωγής εμπορευμάτων»[47]. Το ζήτημα μετατοπίστηκε, λοιπόν, από θέμα διανομής σε θέμα ξεπεράσματος της μορφής της εργασίας, του πλούτου και του ίδιου του τρόπου παραγωγής.

Σε διαφορετικές χώρες, κάποιες φορές έχοντας επίγνωση των γερμανικών συζητήσεων αλλά και ανεξάρτητα από αυτές, τέθηκαν παρόμοιες ερωτήσεις και βρέθηκαν παρόμοιες απαντήσεις, κινητοποιημένες από κείμενα όπως τα Grundrisse και τα Essays του Rubin. Για παράδειγμα, η σπουδαιότητα της αξιακής μορφής έτυχε της προσοχής του Ζακ Ρανσιέρ, μαθητή τότε του Αλτουσέρ. Ο Αλτουσέρ είχε ορθά αναγνωρίσει πως ο Μαρξ προέβη σε μια πλήρη ρήξη με το θεωρητικό πεδίο του Ρικάρντο και της κλασικής πολιτικής οικονομίας, αλλά δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την ανάλυση της αξιακής μορφής ως σημείο-κλειδί για τη ρήξη αυτή, καθώς την απέρριπτε λόγω του «εγελιανισμού» της. Ο Ρανσιέρ ωστόσο επισήμανε ότι «αυτό που διαφοροποιεί ριζικά τον Μαρξ από την κλασική οικονομική θεωρία είναι η ανάλυση της αξιακής μορφής του εμπορεύματος (ή της εμπορευματικής μορφής του προϊόντος της εργασίας)»[48]. Η αναγνώριση αυτή έγινε επίσης δεκτή από έναν άλλο αντι-εγελιανό –τον Lucio Colletti[49]– και τροφοδότησε μια ιταλική αντιπαράθεση σχετικά με την αξία που εγκαινίαστηκε από αυτόν και τον Napoleoni[50] και η οποία κατέληξε σε συμπεράσματα κοντινά με εκείνα των θεωρητικών της αξιακής μορφής. Στις αγγλόφωνες συζητήσεις, όπου τίποτα σχεδόν από τις γερμανικές συζητήσεις δεν είχε μεταφραστεί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Rubin απέκτησε μια πρωταρχική σημασία[51]. Στο Συνέδριο Σοσιαλιστών Οικονομολόγων (Conference of Socialist Economists)[52], ένα κεντρικό φόρουμ για αυτές τις συζητήσεις, διεξήχθη μια σημαντική διχογνωμία ανάμεσα σε μια εμπνευσμένη-από-τον-Rubin αφηρημένη-κοινωνική-εργασια(κή) θεωρία της αξίας και μια περισσότερο παραδοσιακή ενσωματωμένη-εργασια(κή) θεωρία της αξίας. Εκείνοι που βρίσκονταν στο πρώτο στρατόπεδο κινήθηκαν προς την κατεύθυνση της χρηματικής θεωρίας της αξίας, όπως συνέβη στις γερμανικές συζητήσεις, αλλά στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε πολύ λιγότερη συζήτηση και εκτίμηση της συνάφειας της Λογικής του Χέγκελ για την κατανόηση της συστηματικής σχέσης των κατηγοριών στο Κεφάλαιο[53]. Εν μέσω της έλλειψης μεταφράσεων των Reichelt και Backhaus, οι λιγοστοί αγγλόφωνοι που ακολούθησαν τους Γερμανούς στην απόπειρα να ανακατασκευάσουν το Κεφάλαιο[54] –η σχολή Konstanz-Sydney, γνωστή ως «σχολή της αξιακής μορφής»– θεωρήθηκαν από τους περισσότερους υπόλοιπους συμμετέχοντες υπερβολικά ακραίοι. Είναι ένα χαρακτηριστικό της συστηματικής διαλεκτικής, όπως αυτή έχει εμφανιστεί πρόσφατα, ότι αυτές οι εισηγήσεις για την ανάγκη μιας περισσότερο ριζικής ανακατασκευής βρίσκονται πλέον στον πυρήνα της συζήτησης.

Η (αντι-)πολιτική της αξιακής θεωρίας

Η κριτική σημασία της θεωρίας της αξιακής μορφής έγκειται στο ότι θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε πολιτική σύλληψη βασισμένη στην επιβεβαίωση του προλεταριάτου ως παραγωγού αξίας. Αναγνωρίζει το έργο του Μαρξ ως μια ουσιαστικά αρνητική κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ανακατασκευάζοντας τη μαρξική διαλεκτική της αξιακής μορφής, δείχνει πώς η διαδικασία της κοινωνικής ζωής υπάγεται στην –ή «προσδιορίζεται μορφικά» από την– αξιακή μορφή. Αυτό που χαρακτηρίζει τούτο τoν «μορφικό προσδιορισμό» είναι μια διεστραμμένη προτεραιότητα της μορφής έναντι του περιεχομένου της. Η εργασία δεν προϋπάρχει απλώς της αντικειμενοποίησής της στο καπιταλιστικό εμπόρευμα, ως ένα θετικό έδαφος προς απελευθέρωση στον σοσιαλισμό ή τον κομμουνισμό μέσω της τροποποίησης της μορφικής της έκφρασης. Αντίθετα, κατά μία θεμελιώδη έννοια, η αξία –ως η κύρια κοινωνική διαμεσολάβηση– προϋπάρχει και συνεπώς έχει προτεραιότητα έναντι της εργασίας. Όπως υποστηρίζει ο Chris Arthur:

Στο βαθύτερο επίπεδο, η αποτυχία της παράδοσης που υιοθετεί μια γραμμική λογική και χρησιμοποιεί το μοντέλο της «απλής εμπορευματικής παραγωγής» είναι ότι εστιάζεται στον άνθρωπο ως τον δημιουργό των αξιακών σχέσεων, αντί να δει τις ανθρώπινες δραστηριότητες ως αντικειμενικά εγγεγραμμένες στην αξιακή μορφή (περίεργως, μια αποτυχία παρόμοια με εκείνη των νεοκλασικιστών). Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο νόμος της αξίας επιβάλλεται στους ανθρώπους μέσα από τη δραστικότητα ενός συστήματος με το κεφάλαιο στο κέντρο του· το κεφάλαιο που καθυποτάσσει την εμπορευματική παραγωγή στον σκοπό της αξιοποίησης και το οποίο είναι το πραγματικό υποκείμενο (αναγνωρισμένο ως τέτοιο από τον Μαρξ) που μας αντιπαρατίθεται[55].

Ενώ φαίνεται αληθινό και πολιτικά αποτελεσματικό[56] να πούμε ότι εμείς παράγουμε το κεφάλαιο με την εργασία μας, στην πραγματικότητα είναι περισσότερο ακριβές να πούμε ότι (σε έναν κόσμο που είναι πραγματικά αντεστραμμένος) εμείς, ως υποκείμενα της εργασίας, έχουμε παραχθεί από αυτό. Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας είναι το μέτρο της αξίας μονάχα επειδή η αξιακή μορφή θέτει την εργασία ως το περιεχόμενό της. Σε μια κοινωνία που δεν θα κυριαρχείται πια από αλλοτριωμένες κοινωνικές μορφές –που δεν θα είναι πια προσανατολισμένη γύρω από την αυτοεπέκταση του αφηρημένου πλούτου– ο καταναγκασμός για εργασία που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής θα εξαφανιστεί[57]. Μαζί με την αξία, εξαφανίζεται και η αφηρημένη εργασία ως κατηγορία. Η αναπαραγωγή των ατόμων και των αναγκών τους γίνεται αυτοσκοπός. Χωρίς τις κατηγορίες της αξίας, της αφηρημένης εργασίας και του μισθού, η «εργασία» θα έπαυε να επιτελεί τον συστηματικό της ρόλο, όπως αυτός καθορίζεται από την κύρια κοινωνική διαμεσολάβηση: την αξία.

Αυτός είναι ο λόγος που η θεωρία της αξιακής μορφής δείχνει, όσον αφορά την έννοια της επανάστασης που συνεπάγεται, προς την ίδια κατεύθυνση με αυτή της κομμουνιστικοποίησης. Το ξεπέρασμα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να προϋποθέτει μια απλή «απελευθέρωση της εργασίας»· αντίθετα, ο μόνος «τρόπος διαφυγής» είναι η κατάπνιξη της ίδιας της αξίας – της αξιακής μορφής που θέτει την αφηρημένη εργασία ως το μέτρο του πλούτου. Η κομμουνιστικοποίηση είναι η καταστροφή της εμπορευματικής μορφής και η ταυτόχρονη εγκαθίδρυση άμεσων κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων. Την αξία, νοούμενη ως μια απόλυτη μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης, δεν μπορούμε να την ξεφορτωθούμε με ημίμετρα.

Το γεγονός ότι λίγοι θεωρητικοί της αξιακής μορφής έχουν συναγάγει ρητά τέτοια ριζοσπαστικά πολιτικά συμπεράσματα από το έργο τους μικρή σημασία έχει: αυτά τα ριζοσπαστικά πολιτικά (ή αντι-πολιτικά) συμπεράσματα είναι για εμάς οι λογικές συνεπαγωγές της ανάλυσης.

Μια επιστροφή στον Μαρξ;

Η αναγνώριση από μέρους της θεωρίας της αξιακής μορφής του «κρυμμένου πυρήνα» της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας θα συνιστούσε ότι ήδη από το 1867 ο Μαρξ είχε αντιληφθεί την αξία ως ολοποιητική μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης που έπρεπε να ξεπεραστεί στο σύνολό της. Έτσι, ο μαρξισμός, με την ιστορία της επιβεβαίωσης της εργασίας και της ταύτισης με την κρατικά-διευθυνόμενη «σοσιαλιστική συσσώρευση» που φέρει, θα μπορούσε να θεωρηθεί ιστορία της παρερμηνείας του Μαρξ. Η ορθή ανάγνωση, η οποία δείχνει προς μια ριζική άρνηση της αξίας, έχει σύμφωνα με αυτή την άποψη με κάποιο τρόπο αγνοηθεί. Ωστόσο, αν η θεωρία του Μαρξ για την αξιακή μορφή συνεπαγόταν την κομμουνιστικοποίηση με τη σύγχρονη έννοια, τότε επρόκειτο για μια συνεπαγωγή που ξεκάθαρα απέτυχε να δει κι ο ίδιος!

Πράγματι, η στάση του ίδιου του Μαρξ προς τη σημασία της αξιακής του θεωρίας υπήρξε αμφίθυμη. Από τη μια πλευρά, ο Μαρξ επέμενε στην «επιστημονική» της σημασία, αλλά, ανταποκρινόμενος στις δυσκολίες που είχαν οι αναγνώστες του να κατανοήσουν τις λεπτές υφές της, φάνηκε πρόθυμος να συμβιβαστεί σε σχέση με αυτό προς όφελος της υποδοχής του υπόλοιπου έργου του[58]. Παράλληλα με την προθυμία του να εκλαϊκεύσει το έργο του και να «κρύψει τη μέθοδο του», επέτρεψε στον Ένγκελς (ο οποίος όπως έχουμε δει ήταν ένας από τους ανθρώπους που δυσκολεύονταν με αυτή την πτυχή του έργου του φίλου του) να γράψει διάφορα άρθρα που υποβάθμιζαν την πραγμάτευση της αξίας και του χρήματος ώστε αυτή να μην «αποσπά από το κυρίως θέμα». Φαίνεται πως ο Μαρξ είχε τη θέση ότι:

[Η] αξιακή θεωρία είναι η λογική προϋπόθεση της θεωρίας του για την καπιταλιστική παραγωγή, αλλά δεν είναι απαραίτητη για την κατανόηση αυτού που σημαίνει αυτή η τελευταία θεωρία, και κυρίως αυτού που είναι η κριτική της καπιταλιστικής παραγωγής. Η μαρξιστική συζήτηση έχει τα τελευταία χρόνια υιοθετήσει αυτή την εμφανή μαρξική στάση (πρβλ. επίσης τις συμβουλές του Μαρξ στην κα Kugelmann)[59] με κάθε τρόπο, θέτοντας το πρόβλημα του κατά πόσον η μαρξική θεωρία της αξίας είναι αναγκαία για τη μαρξική θεωρία της ταξικής εκμετάλλευσης[60].

Ο Μαρξ έμοιαζε να δέχεται ότι μια περισσότερο ή λιγότερο αριστερή ρικαρδιανή ανάγνωση του έργου του θα ήταν επαρκής για τις ανάγκες του εργατικού κινήματος. Τα πολιτικά γραπτά του είκασαν ότι μια ισχυρή εργατική τάξη, συσπειρωνόμενη γύρω από την ολοένα περισσότερο ομοιογενή εργατική ταυτότητα, θα μπορούσε μέσω των συνδικάτων και των κομμάτων της απλώς να επεκτείνει τους καθημερινούς αγώνες της σε μια επαναστατική ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ενάντια στον λασσαλικό σοσιαλδημοκρατικό μαρξισμό της εποχής του, ο Μαρξ έγραψε πράγματι την καυστική Κριτική του Προγράμματος της Γκότα με την οποία επιτέθηκε σφοδρά στις ασυνάρτητες πολιτικές οικονομικές παραδοχές του που επιβεβαίωναν την εργασία. Εντούτοις, δεν θεώρησε αναγκαίο να τη δημοσιεύσει. Επιπλέον, οι ιδέες που προέβαλε ακόμη και στην Κριτική (η οποία δημοσιεύθηκε αργότερα από τον Ένγκελς) δεν είναι καθόλου δίχως προβλήματα. Περιλαμβάνουν μια θεωρία μετάβασης κατά την οποία το αστικό δικαίωμα στη διανομή θα εξακολουθούσε να επικρατεί, μέσω της χρήσης των κουπονιών εργασίας, και στην οποία η περιγραφή του για το «πρώτο στάδιο –του σοσιαλισμού–» είναι πολύ πιο κοντά στον καπιταλισμό από ό,τι είναι στο περισσότερο ελκυστικό δεύτερο στάδιο, χωρίς να παρέχεται οποιοσδήποτε μηχανισμός που να εξηγεί πώς το πρώτο μπορεί να μετασχηματιστεί στο δεύτερο[61].

Θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι η γερμανική συζήτηση αγνόησε την αναντιστοιχία μεταξύ της ριζοσπαστικής στάσης που πολλοί από τους συμμετέχοντες συνήγαν ή ανέπτυσσαν από τη μαρξική κριτική, και της πολιτικής του ίδιου του Μαρξ. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ένας σημαντικός τρόπος με τον οποίο αυτό το ζήτημα άρχισε να κατανοείται ήταν αναφορικά με τη διαφορά ανάμεσα σε έναν «εσωτερικό Μαρξ», ο οποίος είχε μια ριζική κριτική της αξίας ως μορφής ολοποιητικής κοινωνικής διαμεσολάβησης, και έναν «εξωτερικό Μαρξ», προσανατολισμένο στους σκοπούς του εργατικού κινήματος της εποχής του και υποστηρικτή τους[62]. Ο εξωτερικός Μαρξ θεωρήθηκε ότι βασιζόταν σε μια εσφαλμένη ανάγνωση της ριζοσπαστικής προοπτικής του προλεταριάτου του 19ου αιώνα. Η εγκατάλειψη του «εξωτερικού Μαρξ» υπέρ του «εσωτερικού Μαρξ» αποτέλεσε μια ισχυρή τάση στο γερμανικό πλαίσιο. Η ιδέα του Μαρξ για το κεφάλαιο ως ασυνείδητο αυτόματο υποκείμενο θεωρήθηκε πως εκτοπίζει την ιδέα, την οποία φαίνεται πως επίσης είχε υποστηρίξει, για το προλεταριάτο ως υποκείμενο της ιστορίας. Η ταξική πάλη δεν απορρίπτεται από αυτή την άποψη, αλλά γίνεται αντιληπτή ως «εμμενής-στο-σύστημα» –κινούμενη εντός των κατηγοριών– και η κατάργηση των κατηγοριών αναζητείται αλλού. Ο Μαρξ υπό αυτό το πρίσμα είχε απλά λάθος στην ταύτισή του με το εργατικό κίνημα, το οποίο εκ των υστέρων μας έχει δείξει πως ήταν ένα κίνημα για χειραφέτηση μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, και όχι το κίνημα για την κατάργησή της. Κατ’ εξοχήν παραδείγματα αυτής της τάσης είναι οι ομάδες Krisis και Exit! που ασχολούνται με την κριτική της αξίας (Wertkitik). Μολονότι δεν χρησιμοποιεί τη διάκριση εσωτερικού/εξωτερικού Μαρξ, ο Moishe Postone, ο οποίος ανέπτυξε τις ιδέες του στη Φραγκφούρτη στις αρχές της δεκαετίας του ’70, επιχειρηματολογεί κατ’ ουσίαν υπέρ μιας παρόμοιας θέσης. Στο Time, Labor and Social Domination θεωρεί πως ο Μαρξ προσφέρει μια «κριτική της εργασίας στον καπιταλισμό» (εσωτερικός Μαρξ) παρά –όπως στον παραδοσιακό μαρξισμό– μια «κριτική από τη σκοπιά της εργασίας» (εξωτερικός Μαρξ). Είναι ενδιαφέρον ότι, πέρα από αυτή τη στροφή μακριά από την τάξη, ο Postone είναι περισσότερο κατηγορηματικός από τους περισσότερους ακαδημαϊκούς μαρξιστές της αξιακής μορφής στην εξαγωγή συμπερασμάτων από τη θεωρία του, τέτοιων που σε πολιτικό επίπεδο τον τοποθετούν στην «υπεραριστερά» ή ακόμη και απηχούν τη θέση της κομμουνιστικοποίησης[63].

Σε καμιά περίπτωση όλοι όσοι επηρεάστηκαν από τη Νέα Ανάγνωση του Μαρξ, και σίγουρα όχι όλοι αυτοί που τοποθετούνται στην ευρύτερη περιοχή ενός μαρξισμού προσανατολισμένου στην κριτική της αξιακής μορφής, δεν παίρνουν αυτή τη στροφή μακριά από την ταξική πάλη. Στις αγγλόφωνες συζητήσεις η υιοθέτηση μιας «χρηματικής» ή «αφηρημένης κοινωνικής εργασια(κής)» θεωρίας της αξίας δεν έχει σε γενικές γραμμές περιλάβει την ίδια απόρριψη της ταξικής ανάλυσης, από την άλλη όμως δεν έχει περιλάβει και μια κριτική των παραδοσιακών αριστερών παραδοχών παρόμοια με αυτή που αναδύθηκε στη Γερμανία. Ο Werner Bonefeld, παρ’ όλα αυτά, ο οποίος έχει κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να εισαγάγει κριτικές ιδέες που προέρχονται από τις γερμανικές συζητήσεις στον αγγλόφωνο μαρξισμό, έχει υιοθετήσει μια οπτική αποφασιστικά υπέρ της ταξικής πάλης[64]. Εντούτοις, οι περισσότερες επεξεργασίες της Neue Marx-Lektüre κατανοούν ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της την απόρριψη της απόδοσης από τον Μαρξ μιας ιστορικής αποστολής στο προλεταριάτο, την ίδια στιγμή που στη γερμανική αριστερά έχει επικρατήσει ένα αίσθημα σκεπτικισμού απέναντι στην ταξική πάλη. Όμως αν σε αυτόν τον τύπο θεώρησης το προλεταριάτο απορρίπτεται ως υποκείμενο της επανάστασης, τότε τίθεται φυσικά η ερώτηση: από πού θα προέλθει η κατάργηση της ταξικής κοινωνίας; Η κάπως ανεπαρκής απάντηση που επικρατεί με διάφορες μορφές στις γερμανικές συζητήσεις μοιάζει να είναι πως πρόκειται για ένα ζήτημα άσκησης της σωστής κριτικής – θεωρώντας δηλαδή την επανάσταση ένα ζήτημα απόκτησης της σωστής συνείδησης. Σε αυτόν τον εστιασμό στη σωστή συνείδηση και κριτική φαίνεται ότι κατά ειρωνικό τρόπο –και παρ’ όλη την αμφισβήτηση του παραδοσιακού μαρξισμού– διατηρείται μια ορισμένη λενινιστική προβληματική που διαχωρίζει τους εκπαιδευτές από τους εκπαιδευόμενους.

Έχουμε τονίσει τον τρόπο με τον οποίο η Neue Marx-Lektüre σηματοδότησε μια εξέλιξη και βελτίωση ως προς τη Σχολή της Φραγκφούρτης. Η διαλεκτική θεωρία του Adorno για την κοινωνία –από την άποψη της συστημικής αυτοαναπαραγωγής της πίσω από τις πλάτες των ατόμων, της αντιστροφής υποκειμένου-αντικειμένου και της ύπαρξης της πραγματικής αφαίρεσης– προήλθε από την κριτική του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Εντούτοις, ο ίδιος ο Adorno δεν διεξήγε κάποια λεπτομερή μελέτη του Κεφαλαίου και των σχεδιασμάτων του, στηριζόμενος σε μεγάλο βαθμό στην έρευνα άλλων[65]. Η Neue Marx-Lektüre απέδειξε την ορθότητα της κατανόησης του Adorno για την καπιταλιστική κοινωνία, όχι στην ευρύτερη περιοχή της φιλοσοφίας και της κοινωνικής θεωρίας, αλλά στο προνομιακό για τον παραδοσιακό μαρξισμό έδαφος της ερμηνείας του Κεφαλαίου. Ωστόσο, οι Adorno και Χορκχάιμερ φάνηκε πως δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσουν τις θεωρητικές αναπτύξεις που επιτεύχθηκαν από τους φοιτητές τους[66]. Μετά τον θάνατό τους, η κληρονομιά της Σχολής της Φραγκφούρτης υπέστη έναν πλήρη εκφυλισμό σε αστική θεωρία υπό τον Χάμπερμας, ενώ η Neue Marx-Lektüre τροφοδότησε μια άνθιση της κριτικής μαρξικής θεωρίας.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο τα επιτεύγματα της Neue Marx-Lektüre μπορούν να ιδωθούν ως υποδεέστερα του Adorno. Η κατηγορία της τάξης παίζει μικρό ρόλο στα γραπτά των Backhaus και Reichelt, ενώ οι δυο τους μεταχειρίζονται το ζήτημα της επανάστασης ως κάτι έξω από το πεδίο της ακαδημαϊκής τους ειδικότητας· ως εκ τούτου, είναι κατά ειρωνικό τρόπο ο Adorno, ακόμη και με την ιδέα του για την ενσωμάτωση του προλεταριάτου, ο οποίος έχει περισσότερα να πει πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Ο ανταγωνισμός ως έννοια βρίσκεται σε περίοπτη θέση στα γραπτά του και σημασιοδοτείται με μια πολύ ορθόδοξη έννοια του ταξικού ανταγωνισμού. Σε δοκίμια όπως τα Society (1965), Remarks on social conflict today (1968) και το Ύστερος καπιταλισμός ή βιομηχανική κοινωνία; (1968) ο Adorno φανερώνει ένα «ορθόδοξο» (με την καλή έννοια) ενδιαφέρον για την πραγματικότητα του ταξικού ανταγωνισμού και της εκμετάλλευσης. Στο «Remarks», γραμμένο μαζί με την Ursula Jaerisch, επιτίθεται στην έννοια της κοινωνικής σύγκρουσης ως μια «θετικιστική» εξομάλυνση της μαρξικής έννοιας της ταξικής πάλης, καίτοι μία εξομάλυνση που γίνεται αντικειμενικά δυνατή λόγω της ανάπτυξης της ταξικής κοινωνίας (ενσωμάτωση). Αν και δεν διεξάγεται συνειδητά, ο ταξικός ανταγωνισμός εξακολουθεί να βρίσκεται στην καρδιά της σύγχρονης κοινωνίας σύμφωνα με τον Adorno. Αυτό εκφράζεται στις σημειώσεις από μια διάλεξη του Adorno τις οποίες ο Backhaus αναγνωρίζει ως έμπνευση για τη Neue Marx-Lektüre. Ο Adorno τονίζει εδώ επανειλημμένα ότι η «σχέση ανταλλαγής είναι προ-μορφοποιημένη (präformiert) από την ταξική σχέση»· ο μόνος λόγος που ο εργάτης δέχεται τις δεδομένες σχέσεις είναι γιατί δεν έχει «τίποτα παρά την εργασιακή του δύναμη» για να πουλήσει. Σε αντίθεση με τα γραπτά του ίδιου του Backhaus, ο εστιασμός του Adorno βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι ενώ η ανταλλαγή δεν είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, «είναι στην έννοια της υπεραξίας που η επίφαση (Schein) της διαδικασίας της ανταλλαγής μπορεί να ανακαλυφθεί»[67]. Συνεπώς, ενώ οι Backhaus και Reichelt εμβάθυναν πολύ περισσότερο στα γραπτά του Μαρξ, με μια ορισμένη έννοια ο Adorno ήταν λιγότερο «ακαδημαϊκός», περισσότερο «πολιτικός», και πιο κοντά στο ενδιαφέρον του Μαρξ για την εκμετάλλευση και τον ταξικό ανταγωνισμό.

Από αυτή την άποψη επίσης, ο Krahl ήταν εντελώς διαφορετικός από τους κληρονόμους του. Όπως υποδεικνύει και ο πλήρης τίτλος των μεταθανάτια δημοσιευμένων γραπτών του[68], ο Krahl είχε το πλεονέκτημα όχι μόνο να ενδιαφέρεται για τη διαμεσολάβηση των αξιακών κατηγοριών και της ταξικής πάλης, αλλά να υιοθετεί επίσης μια εξόχως ιστορική οπτική, οπτική που σε μεγάλο βαθμό λείπει από τα ουσιαστικά φιλολογικά έργα των Reichelt και Backhaus. Μετά τον Krahl, το μέλημα για συστηματική ανακατασκευή εκτοπίζει κάθε ενδιαφέρον για την ιστορία στη Neue Marx-Lektüre. Η κίνηση των Backhaus, Reichelt, καθώς και της επόμενης γενιάς των θεωρητικών της αξίας όπως ο Heinrich, ήταν να αποβάλουν από το έργο του Μαρξ οτιδήποτε αποπνέει τη μυρωδιά μιας «μη επιστημονικής» φιλοσοφίας της ιστορίας ή μιας θεωρίας της επανάστασης. Το ζήτημα δεν είναι να αναζητήσουμε κάποιο είδος μηχανικής εφαρμογής της θεωρίας, αλλά να αναγνωρίσουμε ότι τα προβλήματα στα οποία οι Adorno και Krahl έδωσαν διαφορετικές απαντήσεις δεν έχουν εκλείψει. Το σύστημα πρέπει να συλλαμβάνεται ιστορικά και η ιστορία συστηματικά.

Σε αντίθεση με κάθε απλουστευτική επιστροφή στη θέση του Adorno (ή σε ό,τι τα αφορά, στα αμετάφραστα γραπτά του Krahl), το θέμα είναι να κατανοήσουμε την απαισιόδοξη στάση του Adorno απέναντι στις δυνατότητες της ταξικής πάλης των ημερών του ως προσπάθεια για μια έντιμη αντιμετώπιση των αντιφάσεων και των αδιεξόδων της εποχής του και όχι ένα απλό σφάλμα εκ μέρους του. Ομοίως, η υποχώρηση από τα ζητήματα που έθετε ο Krahl, ο σκεπτικισμός των γερμανικών συζητήσεων για τον «μαρξισμό της ταξικής πάλης» και η προσπάθεια να γειωθεί μια επαναστατική θεωρία με κάποιο άλλο τρόπο δεν είναι απλώς ιδεολογικές παρεκκλίσεις. Εάν δεν έχει φανεί να καταλήγουν σε μια πειστική εναλλακτική λύση, έχουν τουλάχιστον εντοπίσει ένα πραγματικό πρόβλημα. Δεν είναι καθόλου προφανές από την ιστορική καταγραφή πως το εργατικό κίνημα δείχνει στην κατεύθυνση του κομμουνισμού νοούμενου ως το τέλος της αξία, της τάξης, του κράτος κλπ – πράγματι, μάλλον το αντίθετο. Το επιχείρημα ότι η ταξική πάλη είναι εμμενής-στο-σύστημα συλλαμβάνει τον «παγιδευμένο» χαρακτήρα των αγώνων μέσα στο κεφάλαιο. Η ιδέα του εσωτερικού και εξωτερικού Μαρξ –η επιθυμία να αποσυνδέσουμε τη μαρξική κριτική από την ταξική πάλη– φαίνεται, οσοδήποτε αιρετική, να προσφέρει μια εύλογη λύση στο πρόβλημα της αποτυχίας της εργατικής τάξης να επιτελέσει την «ιστορική αποστολή» της: μέσω της ιδέας ότι το εργατικό κίνημα δεν ήταν ποτέ πραγματικά επαναστατικό καθεαυτό και ότι η πραγματικά επαναστατική προοπτική εντοπιζόταν απλώς στο «εσωτερικό» όραμα του Μαρξ. Βέβαια, μια αποσύνδεση σαν κι αυτή θα μας άφηνε χωρίς κανένα ευλογοφανές εναλλακτικό σενάριο για την πραγμάτωση αυτού του οράματος.

Είναι σαφές ότι η θεωρία της αξίας και η ταξική ανάλυση δεν μπορούν σε τελευταία ανάλυση να διαχωριστούν. Οι κατηγορίες της αξίας και της τάξης έχουν σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής. Κατανοώντας τη λειτουργία του κεφαλαίου με τους όρους μιας «συστηματικής διαλεκτικής»[69] μπορεί κανείς να δει ότι η σχέση τους είναι εσωτερική, αφενός «η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης»[70] αφετέρου οι αξιακές σχέσεις είναι προϊόν του διαχωρισμού της ζωντανής εργασίας από την αντικειμενοποιημένη εργασία, με άλλα λόγια της τάξης. Ωστόσο, παρότι είναι συνεπώς μάταιο τελικά να αναζητούμε την κατάργηση της αξίας οπουδήποτε αλλού εκτός από την τάξη που εξαναγκάζεται να την παράγει και η οποία καθίσταται από την αξία ολοένα περισσότερο πλεονάζουσα, οι αμφιβολίες σχετικά με την επαναστατική προοπτική της εργατικής τάξης που τρέφονται από ένα μεγάλο μέρος των κριτικών της αξίας (value-critics) οφείλουν να αντικρουστούν. Μας φαίνεται πως η Théorie Communiste κάνει ακριβώς αυτό.

Στο κέντρο της θεωρίας της TC βρίσκεται η αναγνώριση της αμοιβαίας συνεπαγωγής ή αμοιβαίας εμπλοκής του προλεταριάτου και του κεφαλαίου. Το θεμελιώδες ερώτημα που τίθεται από αυτή είναι το πώς ο αγώνας μιας τάξης που είναι τάξη της καπιταλιστικής κοινωνίας μπορεί να καταργήσει την κοινωνία αυτή. Ένα μέρος της σπουδαιότητας της συμβολής της TC έγκειται στην άρνηση από μέρους της να το απαντήσει αποδίδοντας μια επαναστατική ανθρώπινη ουσία στο προλεταριάτο, κάτω από την απλώς ταξική και καπιταλιστική του φύση, ενώ την ίδια στιγμή δεν εγκαταλείπει την κεντρικότητα της ταξικής αντίφασης. Η απάντησή τους είναι μάλλον να κατανοήσουμε την ταξική ως σχέση που αναπτύσσεται ιστορικά μέσα από κύκλους αγώνα, ενώ προϋποθέτει πάντα μια συστηματική συνεπαγωγή. Είναι ζωτικής σημασίας ότι για την TC η «κομμουνιστικοποίηση» δεν είναι αυτό που ο κομμουνισμός και η επανάσταση «πάντα ήταν πραγματικά ή αυτό που θα έπρεπε να είναι»[71]. Αντ’ αυτού, η έννοια της κομμουνιστικοποίησης αναδύεται ιστορικά με το τέλος ενός κύκλου αγώνα στον οποίο ο κομμουνισμός και η επανάσταση εμφανίστηκαν σαν κάτι άλλο.

Για την TC, το κλασικό εργατικό κίνημα από τον Μαρξ μέχρι την 2η και την 3η Διεθνή ήταν μέρος ενός κύκλου αγώνα τον οποίο ορίζει ως προγραμματισμό[72]. Σε εκείνη την περίοδο οι εργατικοί αγώνες και το όραμα του ξεπεράσματος του καπιταλισμού που προέκυψε από αυτούς βασίστηκαν σε μια αυτονομία και θετικότητα, την οποία οι εργάτες είχαν τη δυνατότητα να διατηρούν εντός της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Η επανάσταση της περιόδου αυτής θα μπορούσε να περιγραφεί ως η αδύνατη απόπειρα να καταργηθεί μια σχέση επιβεβαιώνοντας έναν από τους πόλους της. Οι τραγωδίες της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού, και η εμπειρία του αναρχισμού στην Ισπανία, υπήρξαν το προϊόν των αντιφάσεων του στόχου και των μεθόδων που τέθηκαν από το κίνημα την περίοδο της κορύφωσής του, οι οποίες ήταν με τη σειρά τους προϊόν της παγίωσης της ταξικής σχέσης εκείνη τη στιγμή – δηλαδή του τρόπου με τον οποίο το κεφάλαιο και η τάξη αντιπαρατίθονταν το ένα στην άλλη. Ο François Danel συνοψίζει την κατάσταση στο παρακάτω απόσπασμα:

Δεδομένου ότι η ανάπτυξη της καπιταλιστικής σχέσης –με άλλα λόγια της πάλης των τάξεών της– δεν έφερε άμεσα την κατάργηση αλλά τη γενίκευση της μισθωτής εργασίας, το προλεταριάτο αφαίρεσε (abstracted) τον τελικό στόχο από το κίνημα και έκανε την επανάσταση –την από μέρους του κατάληψη της εξουσίας– να εξαρτάται από την ωρίμανση των συνθηκών, τόσο των αντικειμενικών (την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων) όσο και των υποκειμενικών (τη θέληση και την ταξική του συνείδηση). Έθεσε έτσι τον κομμουνισμό ως πρόγραμμα και την πλήρη επίτευξή του ως τον έσχατο όρο μιας αδύνατης μετάβασης: την προλεταριακή ανάκτηση και κυρίευση της κίνησης της αξίας, με τη μισθωτή εργασία υποθετικά να «απονεκρώνεται» από τη στιγμή που θα αντικαθιστούσε κανείς το χρήμα με τα κουπόνια εργασίας. […] Αυτό που το εργατικό κίνημα έθεσε συνεπώς υπό αμφισβήτηση δεν ήταν το κεφάλαιο ως τρόπος παραγωγής, αλλά μονάχα η διαχείριση της παραγωγής από την αστική τάξη. Επρόκειτο είτε για ένα ζήτημα εργατικής αρπαγής του παραγωγικού μηχανισμού από τα χέρια αυτής της παρασιτικής τάξης και καταστροφής του Κράτους της προκειμένου να ξαναοικοδομηθεί ένα άλλο, υπό την ηγεσία του κόμματος ως φορέα της συνείδησης, ή αλλιώς για ένα ζήτημα υπονόμευσης της εξουσίας του αστικού Κράτους με την οργάνωση της παραγωγής εκ μέρους των ίδιων των εργατών από κάτω προς τα πάνω, μέσω του οργάνου των συνδικάτων ή των συμβουλίων. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ μια αμφισβήτηση ή κάποια απόπειρα κατάργησης του νόμου της αξίας – του καταναγκασμού για συσσώρευση και συνεπώς για την αναπαραγωγή της εκμετάλλευσης η οποία υλοποιείται στις μηχανές, στο πάγιο κεφάλαιο ως κεφάλαιο καθεαυτό, και στην αναγκαία ύπαρξη, απέναντι στην εργατική τάξη, μιας εκμεταλλεύτριας τάξης, αστικής ή γραφειοκρατικής, ως συλλογικού διαχειριστή αυτής της αναπαραγωγής[73].

Η καθορισμένη αποτυχία αυτής της προγραμματικής επανάστασης κληροδότησε έναν μεταπολεμικό καπιταλισμό όπου το εργατικό κίνημα είχε μια ορισμένη εξουσία μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, αλλά δεν κουβαλούσε πλέον την πρωτύτερη διάσταση αυτόνομης επαναστατικής επιβεβαίωσης. Αυτή ήταν η κατάσταση που η ανάπτυξη μιας επαναστατικής θεωρίας είχε να αντιμετωπίσει. Οι αγώνες που προκάλεσαν τότε τη νέα θεωρητική παραγωγή στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 δεν βρίσκονταν –ανεξάρτητα από τις ελπίδες ομάδων όπως η ΚΔ– πέραν του προγραμματισμού. Αντίθετα, προσέλαβαν έναν αντιφατικό χαρακτήρα: ουτοπισμός της αντι-κουλτούρας και «αντίσταση στην εργασία», ζητήματα καθημερινότητας, που συνέπιπταν με –και από πολλές απόψεις εξαρτιόνταν από– την ισχύ ενός περισσότερο προγραμματικού κινήματος. Ήταν από αυτή την αντίφαση και αυτούς τους αγώνες που η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης και ο νέος κριτικός μαρξισμός θα μπορούσαν να προκύψουν. Η επίλυση αυτών των αγώνων υπέρ του κεφαλαίου σηματοδότησε το τέλος αυτού του κύκλου με μια αναδιάρθρωση κατά την την οποία οι δυνατότητες της τάξης για θετική αυτονομία και επιβεβαίωση εντός του καπιταλισμού θα καταπνίγονταν. Για την TC είναι ακριβώς αυτή η ήττα που δημιουργεί μια νέα παγίωση της ταξικής σχέσης στην οποία η ύπαρξη της τάξης δεν βιώνεται πλέον ως θετικότητα προς επιβεβαίωση, αλλά ως εξωτερικός καταναγκασμός στη μορφή του κεφαλαίου. Και είναι αυτή η παγίωση που επιτάσσει τόσο μια νέα κατανόηση του κομμουνισμού όσο και μια νέα ανάγνωση του Μαρξ.

Θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε αυτή την «επιστροφή στον Μαρξ» από την άποψη μιας άμπωτης και πλημμυρίδας της κομμουνιστικής θεωρίας, παραλληλίζοντάς την με αυτή των επαναστατικών κυμάτων: 1917, 1968 κλπ. Αλλά, όπως ακριβώς η οπτική της κομμουνιστικοποίησης δεν εμφανίστηκε ούτε καν στις περιθωριακές αιρετικές τάσεις της προηγούμενης επαναστατικής περιόδου, ούτε και οι πρωτύτεροι κριτικοί μαρξισμοί προχώρησαν τόσο πολύ όσο εκείνοι που προέκυψαν από τη δεκαετία του ’60. Ο Λούκατς, ο Rubin και ο Πασουκάνις ανέπτυξαν τις ιδέες τους σε σχέση με το ανερχόμενο εργατικό κίνημα που εξέφραζε μια ορισμένη παγίωση της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Το έργο των προηγούμενων κριτικών μαρξιστών, όπως και αυτό του Μαρξ –του πρώτου θεωρητικού της αξιακής μορφής–, είχε αντιφάσεις και περιορισμούς που η μεταγενέστερη γενιά, γράφοντας σε μια εποχή που ο προγραμματισμός πλησίαζε στο τέλος του, ήταν σε θέση να υπερβεί[74]. Στην προηγούμενη περίοδο, παρότι το προγραμματικό σχέδιο της προλεταριακής επιβεβαίωσης αναγκαστικά απέτυχε όχι μόνο από τη δική μας οπτική της κομμουνιστικοποίησης, αλλά ακόμη –και αυτό είναι σημαντικό– και από την άποψη των στόχων που το ίδιο έθεσε, έδωσε εντούτοις στην αντίφαση κεφαλαίου και εργασίας «χώρο για να κινηθεί». Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 αυτός ο χώρος είχε εξαντληθεί. Για τους στοχαστές του «δεύτερου επαναστατικού κύματος» του 20ου αιώνα, ένα ζήτημα που ξεκάθαρα διακυβευόταν ήταν μια απόρριψη της ιδέας και της πρακτικής του σοσιαλισμού ως εκείνης της συνθήκης όπου οι εργάτες λαμβάνουν την πραγματική αξία της εργασίας τους σε μια σχεδιασμένη οικονομία.

Η κριτική ανάγνωση του Μαρξ συλλαμβάνει τη ριζοσπαστικότητα αυτού που συνεπάγεται η επαναστατική άρνηση της αξίας: μιλάμε για το ξεπέρασμα τόσο των ίδιων μας των εαυτών όσο και αυτού που βρίσκεται «εκεί έξω». Η συνεισφορά της TC έγκειται στην κατανόηση του πώς και γιατί η παγίωση της αντίφασης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία σε μια προηγούμενη περίοδο δεν παρήγαγε ένα τέτοιο ξεπέρασμα. Την εποχή του Μαρξ, και κατά τη διάρκεια του ιστορικού εργατικού κινήματος, η σχέση κεφαλαίου και προλεταριάτου έθετε την επανάσταση από την άποψη της επιβεβαίωσης και όχι της άρνησης της εργασίας, της αξίας και της τάξης. Το έργο της TC υποδηλώνει ότι η ριζική «έξοδος» που η θεωρία της αξιακής μορφής συνεπάγεται μπορεί να προσδιορισθεί από την ιστορική εξέλιξη της ίδιας της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, παρά να είναι προϊόν μιας α-ιστορικής σωστής συνείδησης, μιας αιωρούμενης επιστημονικής σκοπιάς ή μιας κριτικής οπτικής. Η ιστορική οπτική σε σχέση με την ταξική σχέση συμπληρώνει τη θεωρία της αξιακής μορφής. Και η εκλεπτυσμένη ανάλυση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στη συστηματική διαλεκτική και τη θεωρία της αξιακής μορφής μπορεί να τροφοδοτήσει την οπτική της κομμουνιστικοποίησης, προσφέροντας μια επεξεργασία του τι ακριβώς είναι αυτή η ταξική σχέση, και του πώς οι ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας προσδιορίζονται μορφικά σαν τέτοιες. Η συστηματική διαλεκτική και η θεωρίας της αξιακής μορφής μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης, να κατανοήσουμε δηλαδή τι ακριβώς είναι αυτό που μπορεί να έχει μια ιστορία στην οποία η επανάσταση παρουσιαζόταν προηγουμένως στη μορφή του προγραμματισμού, και του οποίου ικανός ορίζοντας άρσης είναι τώρα η κομμουνιστικοποίηση. Ο κομμουνισμός απαιτεί την κατάργηση μιας πολυσχιδούς σχέσης που έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου. Το να την καταργήσουμε σημαίνει ότι απλώς παύουμε να συγκροτούμε την αξία και αυτή παύει να συγκροτεί εμάς. Η ριζοσπαστικότητα της δικής μας περιόδου έγκειται στο γεγονός ότι αυτός είναι πλέον ο μόνος τρόπος που μπορούμε να τον συλλάβουμε.

Σημειώσεις:

1. Είμαστε ευγνώμονες στους Γερμανούς συντρόφους για τα βοηθητικά τους σχόλια στη συγγραφή αυτού του άρθρου, ιδιαίτερα τους DD και Felix από το Kosmoprolet.

2. Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σελ. 94, υποσημ. 32 [μτφρσ. τροποποιημένη (Σ.τ.Μ.)].

3. Ένας ούτε καν εξαντλητικός κατάλογος των σχετικών συγγραφέων εδώ θα περιελάμβανε τους Chris Arthur, Werner Bonefeld, Hans-Georg Backhaus, Riccardo Bellofiore, Michael Eldred, Michael Heinrich, Hans Jürgen Krahl, Patrick Murray, Moishe Postone, Helmult Reichelt, Geert Reuten, Ali Shamsavari, Felton Shortall, Tony Smith, Michael Williams.

4. Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη εποχή, σελ. 93-94.

5. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο Μαρξ έμοιαζε να αναγνωρίζει πως υπήρχε κάποιο πρόβλημα με την ανάλυσή του για την αξιακή μορφή, γεγονός που τον οδήγησε να παράξει τουλάχιστον τέσσερις εκδοχές του επιχειρήματός του. Υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην ανάπτυξη της αξίας στα Grundrisse, στο Urtext, στη Συμβολή [στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας], στην πρώτη έκδοση του Κεφαλαίου με το παράρτημά της, και στη δεύτερη έκδοση του Κεφαλαίου· και οι μετέπειτα εκδοχές δεν μπορούν με κανένα τρόπο να θεωρηθούν από κάθε άποψη βελτιώσεις εκείνων που προηγήθηκαν. Πράγματι, οι κάπως πιο εκλαΐκευμενες επόμενες παρουσιάσεις –τις οποίες ο Μαρξ ανέπτυξε ως απάντηση στη δυσκολία που ακόμη και οι κοντινοί του άνθρωποι συναντούσαν στο να τον κατανοήσουν– χάνουν μερικές από τις διαλεκτικές λεπτές υφές, και προσφέρονται περισσότερο για μια αριστερή ρικαρδιανή ανάγνωση του επιχειρήματος του Μαρξ, η οποία θα κυριαρχούσε στο εργατικό κίνημα. Βλ. Backhaus, H.-G. (1980). «On the Dialectics of the Value-Form». Thesis Eleven. no 1: 94-120· Reichelt, H. (1995). «Why did Marx Conceal his Dialectical Method». In Werner Bonefeld et al (eds). Open Marxism vol. 3. London: Pluto Press.

6. Rubin, Ι. I. (1972). Essays on Marx’s Theory of Value. Detroit: Black & Red, p. 5.

7. Ό.π., p. 117. Ο Riccardo Bellofiore έχει επισημάνει ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν άλλη μια εξαίρεση μεταξύ των παραδοσιακών μαρξιστών, από την άποψη ότι έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην αξιακή μορφή. Βλ. την εισαγωγή του στο Bellofiore, R. (2009). Rosa Luxemburg and the Critique of Political Economy. London: Routledge, p. 6.

8. Η ορθοδοξία έχει καταλήξει να σημαίνει τον δογματικό μαρξισμό. Ο Λούκατς έκανε μια ενδιαφέρουσα απόπειρα να εξιλεώσει την έννοια της ορθοδοξίας, λέγοντας ότι αναφερόταν αποκλειστικά στη μέθοδο. Ίσως λόγω αυτής της αμφισημίας για το τι μπορεί να σημαίνει η «ορθοδοξία», οι όροι «κοσμοθεωρητικός μαρξισμός» και «παραδοσιακός μαρξισμός» έχουν χρησιμοποιηθεί από κριτικούς μαρξιστές για να αναφερθούν στις παραδεδεγμένες ερμηνείες του Μαρξ τις οποίες επιθυμούν να ανατρέψουν. Εδώ θα χρησιμοποιούμε τον ορθόδοξο και τον παραδοσιακό μαρξισμό εναλλακτικά.

9. Μαρξ, Κ. (1990α). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β’. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 369.

10. Camatte, J. (1998). Capital and Community: the Results of the Immediate Process of Production and the Economic Works of Marx. London: Unpopular Books. Δημοσιεύθηκε αρχικά στο Invariance Series I no. 2 (1968).

11. Rosldolsky, R. (1977). The Making of Marx’s Capital. London: Pluto Press. Το γερμανικό πρωτότυπο δημοσιεύθηκε το 1968.

12. Ο Camatte παρ’ όλα αυτά ασκεί κριτική στον Rosdolsky για το ότι «δεν φτάνει στο σημείο να επισημάνει αυτό που πιστεύουμε πως είναι θεμελιώδες: το κεφάλαιο είναι αξία-εν-διαδικασία, γινόμενο άνθρωπος». Camatte, ό.π., p. 163.

13. Αυτός είναι ένας τρόπος ανάγνωσης των Grundrisse που αργότερα θα ταυτιστεί με τον Negri. Πράγματι, έχει υποστηριχθεί ότι το πρώιμο έργο του τελευταίου οφείλει κάτι στον Camatte. Είναι εντυπωσιακό πως, παρ’ όλες τις αμφιθυμίες της αυτονομιστικής πολιτικής, το κεφάλαιο «Communism and Transition» στο έργο του Negri Marx Beyond Marx (1978) ουσιαστικά διατυπώνει ένα επιχείρημα υπέρ της κομμουνιστικοποίησης.

14. Σχολιάζοντας την παλαιότερη ιδέα του για μια «τυπική κυριαρχία του κομμουνισμού» ο Camatte γράφει: «η περιοδολόγηση χάνει την εγκυρότητά της σήμερα· επίσης, η ταχύτητα της πραγματοποίησης του κομμουνισμού θα είναι μεγαλύτερη από ό, τι πιστευόταν παλαιότερα. Τέλος, θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο κομμουνισμός δεν είναι ούτε ένας τρόπος παραγωγής ούτε μια κοινωνία…», ό.π., p. 148, n. 19.

15. Ό.π., p. 165.

16. «Λενινισμός και υπεραριστερά», στο Ντωβέ, Ζ. (2002). Έκλειψη και επανεμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος. Αθήνα: Κόκκινο Νήμα, σελ. 63. Κυκλοφόρησε αρχικά στα γαλλικά το 1969 ως «Sur L’Ultragauche».

17. «Γιατί ο πραγματικός πλούτος είναι η αναπτυγμένη παραγωγική δύναμη όλων των ατόμων. Τότε μέτρο του πλούτου δεν θα είναι πια καθόλου ο χρόνος εργασίας, αλλά ο διαθέσιμος χρόνος». Μαρξ, Κ. (1990α). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β’. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 541. Είναι ενδιαφέρον πως για τον Moishe Postone, ο οποίος έχει υπάρξει κατηγορηματικός για τις ριζοσπαστικές πολιτικές συνεπαγωγές μιας προσέγγισης της «αξιακής μορφής», αυτά τα χωρία είναι κρίσιμα στην επανερμηνεία του Μαρξ. Βλ. Postone, M. (1993). Time, Labor and Social Domination. Cambridge: Cambridge University Press.

18. Ντωβέ, ό.π., σελ. 80.

19. Μαρξ, Κ. (1990α). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β’. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 217.

20. Και από τη φύση, η οποία για το κεφάλαιο –όπως και για τους ανθρώπους– αποτελεί απλώς πόρο για την επέκταση του αφηρημένου πλούτου.

21. Ωστόσο, η TC δεν ισχυρίζεται πως η κομμουνιστικοποίηση ήταν και η αντίληψη του Μαρξ για την επανάσταση – βλ. και τη συζήτηση περί προγραμματισμού στη συνέχεια.

22. Μαρξ, Κ. (1990α). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β’. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 642.

23. Για μια ερμηνεία του «παραδοσιακού μαρξισμού» ως «κοσμοθεωρητικού μαρξισμού» βλ. Heinrich, M. (2007). «Invaders from Marx. Για τη χρήση της μαρξικής θεωρίας και τις δυσκολίες μιας σύγχρονης ανάγνωσης». Θέσεις, τεύχος 98. Αυτός ο τρόπος χαρακτηρισμού του «παραδοσιακού μαρξισμού» φαίνεται να προέρχεται από τον ανθρωπιστή μαρξιστή Iring Fetscher, μαθητές του οποίου υπήρξαν οι Reichelt και Postone. Βλ. το βιβλίο του Marx and Marxism (1971) Freiburg: Herder and Herder.

24. Έργα που ξεχωρίζουν από εκείνη την περίοδο είναι το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση του Λούκατς, το Μαρξισμός και Φιλοσοφία του Κορς, το Essays on Marx’s Theory of Value του Rubin και το Μαρξισμός και Δίκαιο του Πασουκάνις. Ένα από τα χαρακτηριστικά της νέας περιόδου ήταν μια εκ νέου ανακάλυψη πολλών από τα κείμενα αυτής της προγενέστερης περιόδου και μια εμβάθυνση της προβληματικής τους.

25. Ένα σημαντικό παράδειγμα αυτού είναι ότι, όπως σημειώνει ο Chris Arthur, σχεδόν όλες οι αναφορές σε «ενσωματωμένη» εργασία στο Κεφάλαιο [στην αγγλική μετάφραση] είναι μεταφράσεις του γερμανικού όρου Darstellung, ο οποίος θα μπορούσε πιο σωστά να μεταφραστεί ως εργασία «που παρουσιάζεται/παρασταίνεται». Βλ. Arthur, C. (2005). «Reply to Critics». Historical Materialism, 13.2, p. 217. [Σ.τ.Μ.: Στην ελληνική μετάφραση ο Μαυρομάτης το μεταφράζει επίσης λανθασμένα ως «εργασία που περιέχεται», κάτι που, όπως τονίζεται στο κείμενο Μερικά μεταφραστικά ζητήματα στην ελληνική έκδοση του Κεφαλαίου του coghnorti, «δεν αποτελεί μετάφραση, αλλά ρικαρντιανή ερμηνεία του μαρξικού κειμένου»].

26. [Σ.τ.Μ.]: Ο προσδιορισμός anti-authoritarian του αγγλικού κειμένου αποδίδεται συχνά ως αντιαυταρχικός, απόδοση που κουμπώνει με το τότε γερμανικό συγκείμενο, λόγω και της χρήσης της έννοιας από τη Σχολή της Φραγκφούρτης (βλ. για παράδειγμα τις έρευνές της για την αυταρχική προσωπικότητα ή το παλιότερο κείμενο του Χορκχάιμερ για το Αυταρχικό Κράτος). Επιλέξαμε παρ’ όλα αυτά να τον μεταφράσουμε ως αντιεξουσιαστικός για να δώσουμε χώρο στο γεγονός ότι στο πλαίσιο του γερμανικού κινήματος εκείνης της περιόδου μπορούμε να μιλήσουμε πρώτη φορά για την ανάδυση, αν και αντιφατικά, με κινηματικούς όρους αντιεξουσιαστικών πρακτικών στην καθημερινότητα.

27. Αυτή περιελάμβανε ένα ενδιαφέρον για τον Φρόιντ και τον Ράιχ σε συνδυασμό με τις καυστικές επιθέσεις του Adorno στον ρεβιζιονισμό της σύγχρονης ψυχανάλυσης· το Έρως και Πολιτισμός και το Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος του Μαρκούζε· και την ανάλυση της Σχολής για την «αυταρχική προσωπικότητα».

28. Dutschke, R. (1966). «Zur Literatur des revolutionären Sozialismus von K. Marx bis in die Gegenwart». SDS-korrespondenz sondernummer 1966.

29. Ο Krahl πέθανε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1970. Η μετά θάνατον εκδοθείσα συλλογή των γραπτών και των ομιλιών του –Konstitution und Klassenkampf– δεν έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά.

30. Μια σημαντική εξαίρεση υπήρξε ο Willy Huhn, ο οποίος επηρέασε ορισμένα μέλη της SDS του Βερολίνου. Μέλος των Rote Kämpfer, μιας επανομαδοποίησης μελών του KAPD στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Huhn φυλακίστηκε σύντομα από τους Ναζί το 1933/1934 και στη συνέχεια στράφηκε προς τη θεωρητική εργασία, συμπεριλαμβανομένης μιας σημαντικής κριτικής της σοσιαλδημοκρατίας: Der Etatismus der Sozialdemokratie: Zur Vorgeschichte des Nazifaschismus. Εντούτοις, ήταν μόνο μετά το ζενίθ του κινήματος που οι συμβουλιακοί κομμουνιστές ανακαλύφθηκαν και δημοσιεύθηκαν όπως έπρεπε.

31. Προσθέτει: «Η παράδοξη συνθήκη αυτού του ιδεολογικού κινήματος μπορεί να βοηθά ίσως να εξηγήσουμε τη σχεδόν αποκλειστική ενασχόλησή του με ζητήματα εποικοδομήματος, και την κατάφωρη έλλειψη ενδιαφέροντος για την υλική και οικονομική βάση όπου θα έπρεπε αυτά να στηρίζονται». Sohn-Rethel, A. (1978). Intellectual and Manual Labour. New Jersey: Humanities Press, p. xii. Πρβλ. την πρώτη φράση της Αρνητικής Διαλεκτικής του Adorno: «Η φιλοσοφία, που κάποτε φαινόταν ξεπερασμένη, διατηρείται στη ζωή, επειδή πέρασε και χάθηκε η στιγμή της πραγματοποίησής της». Adorno, T. (2006). Αρνητική Διαλεκτική. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ. 13.

32. Η πρώτη γερμανική έκδοση του Κεφαλαίου είχε σημαντικές διαφορές –ειδικά στη δομή και την ανάπτυξη του πρώτου κεφαλαίου για το εμπόρευμα και την αξία– σε σχέση με τη δεύτερη, η οποία και αποτέλεσε τη βάση για τις ελάχιστα τροποποιημένες επόμενες εκδόσεις και τις μεταφράσεις σε άλλες γλώσσες.

33. Reichelt, H. (2008). Neue Marx-Lektüre: Zur Kritik sozialwissenschaftlicher Logik. Hamburg: VSA-Verlag, p. 11.

34. Ενώ ο παραδοσιακός μαρξιστικός πόλος της SDS έως το 1968 ήταν ουσιαστικά ρεφορμιστικός, υποστηρίζοντας μια νόμιμη μετάβαση στον σοσιαλισμό, αυτό που ήρθε στο προσκήνιο μετά το 1968 ήταν ο αντι-ρεβιζιονιστικός μαοϊκός σταλινισμός. Αυτή ήταν η περίοδος όπου πολλοί πρωτύτεροι «αντιεξουσιαστές» απώλεσαν την κριτική τους για τον κομματικό μαρξισμό και καταπιάστηκαν με τον σχηματισμό των «K-Gruppen» (όπου το «K» αντιπροσωπεύει το κομμουνιστικές).

35. Βλ. Heinrich, M. (2009). «Reconstruction or Deconstruction? Methodological Controversies about Value and Capital, and New Insights from the Critical Edition». In R. Bellofiore & R. Fineschi (eds). Re-Reading Marx: New Perspectives after the Critical Edition. London: Palgrave Macmillan.

36. Βλ. το άρθρο «Η Κινούμενη Αντίφαση» στο παρόν τεύχος.

37. Ο Grossman, για παράδειγμα, πρότεινε την ιδέα της διαδοχικής προσέγγισης, η οποία θεωρούσε πως το Κεφάλαιο παρουσιάζει μια σειρά από αναλυτικά μοντέλα που γίνονται περισσότερο σύνθετα καθώς προστίθενται περαιτέρω όψεις της πραγματικότητας.

38. Reichelt, H. (1970). Zur logischen Struktur des Kapitalbegriffs bei Karl Marx. Frankfurt am Main: Suhrkamp Verlag. Το πόσο στενά μπορεί να εκληφθεί αυτή η αντιστοιχία αποτελεί ζήτημα μεγάλης αντιπαράθεσης. Βλ. τις συζητήσεις μεταξύ Chris Arthur, Tony Smith και Robert Finelli στο περιοδικό Historical Materialism (τεύχη 11.1, 15.2 και 17.1). Στη Γερμανία οι Michael Heinrich και Dieter Wolff ασκούν με αρκούντως διαφορετικούς τρόπους κριτική στην ιδέα μιας «ομολογίας» ανάμεσα στο κεφάλαιο και το πνεύμα.

39. [Σ.τ.Μ.]: Η φράση εντός εισαγωγικών είναι από την ενότητα για τον «Φετιχικό χαρακτήρα του εμπορεύματος» του πρώτου τόμου, βλ. Μαρξ, Κ. (1978α). Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, σελ. 84. Η ελληνική έκδοση μεταφράζει μάλλον σωστά το γερμανικό «sinnlich übersinnlich» ως «αισθητό υπεραισθητό» (ο Γιώργος Σταμάτης στο Μαρξ, Κ. (1991). Εμπόρευμα και Χρήμα, Το πρώτο κεφάλαιο από την πρώτη έκδοση (1867) του Κεφαλαίου. Αθήνα: Κριτική, σελ. 74, προτείνει το «αισθητηριακά αντιληπτό υπεραισθητό»), σε αντίθεση με τις περισσότερες αγγλικές μεταφράσεις που το αποδίδουν ως «transcendent», «perceptible and imperceptible», «abstract» κλπ. Για τη σωστή αγγλική μετάφραση οι Endnotes μας παραπέμπουν σε ένα αποσαφηνιστικό μεταφραστικό σημείωμα του Werner Bonefeld στο Reichelt, H. (2005). «Social Reality as Appearance: Some Notes on Marx’s Conception of Reality». Στο W. Bonefeld & K. Psychopedis (eds). Human Dignity. Social Autonomy And The Critique Of Capitalism. Hampshire: Ashgate Publishing, p. 31.

Ενδιαφέρον έχει και η συζήτηση για την πιθανή προέλευση της εν λόγω φράσης. Ο Γιώργος Σταμάτης υποστηρίζει ότι είναι εμπνευσμένη από έναν στίχο από τον Φάουστ του Γκαίτε, βλ. Μαρξ, ό.π., σελ. 164-5, σημ. 31α, μια απόφανση που ωστόσο δεν φαίνεται να πείθει τον Helmut Reichelt. Ο τελευταίος θεωρεί τις καταβολές της φράσης μάλλον εγελιανές, παραπέμποντας στο παροιμιωδώς δύσκολο τρίτο κεφάλαιο της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, Reichelt, H. (2005), ό.π., p. 31-32.

40. Ό.π., p. 46-47.

41. Όταν στη Μόσχα επανεξέδωσαν τις Θεωρίες για την Υπεραξία, ήταν σε θέση να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις που πήρε ο Κάουτσκι ως επιμελητής τους, κάτι που δεν θα αναλογίζονταν ποτέ για τις σημαντικές αλλαγές που έγιναν από τον Ένγκελς στον τρίτο τόμο. Η έκδοση των αυθεντικών Χειρογράφων (στα γερμανικά) αποκαλύπτει ότι το έργο του Ένγκελς περιείχε σοβαρές παρεμβάσεις και αμφισβητήσιμες επιλογές κατά την επεξεργασία του, αλλά μια τέτοια αμφισβήτηση του πυρήνα του σώματος κειμένων του μαρξισμού ήταν ανάθεμα για τον παραδοσιακό μαρξισμό. Βλ. Heinrich, M. (1996). «Engels’ Edition of the Third Volume of Capital and Marx’s Original Manuscript». Science & Society, vol. 60, no. 4, pp. 452-466.

42. Ο Rosdolsky υποστηρίζει αμφιλεγόμενα ότι το δεύτερο και το τρίτο βιβλίο έχουν ενσωματωθεί σε ένα τροποποιημένο σχέδιο για το Κεφάλαιο, αλλά ακόμα κι αν κάποιος συμφωνήσει μαζί του και όχι με τα αντεπιχειρήματα των Lebowitz και Shortall, τα υπόλοιπα τρία βιβλία ξεκάθαρα εκκρεμούν.

43. Για τη συζήτηση της μεθοδικής παραγωγής του κράτους, βλ. J. Holloway & S. Picciotto (eds), (1978). State and Capital: A Marxist Debate. Texas: University of Texas Press και K. Held & A. Hill, (1993). The Democratic State: Critique of Bourgeois Sovereignty. München: Gegenstandpunkt Verlag. Πολύ λίγη από τη συζήτηση σχετικά με την παγκόσμια αγορά έχει μεταφραστεί, αλλά βλ. O. Nachtwey & T. ten Brink, (2008). «Lost in Transition: the German World-Market Debate in the 1970s». Historical Materialism, 16.1, pp 37- 70.

44. Sohn-Rethel, A. (1970). Geistige und körperliche Arbeit. Zur Theorie gesellschaftlicher Synthesis. Frankfurt am Main: Suhrkamp. Αγγλική μετάφραση: Sohn-Rethel, A. (1978). Intellectual and Manual Labour: A Critique of Epistemology. New Jersey: Humanities Press.

45. Μαρξ, Κ. (1991). Εμπόρευμα και Χρήμα, Το πρώτο κεφάλαιο από την πρώτη έκδοση (1867) του Κεφαλαίου. Αθήνα: Κριτική, σελ. 65.

46. Μαρξ, Κ. (1989α). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Α’. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 69.

47. Heinrich, M. (2007). «Invaders from Marx. Για τη χρήση της μαρξικής θεωρίας και τις δυσκολίες μιας σύγχρονης ανάγνωσης» Θέσεις, τεύχος 98.

48. Rancière, J. (2003). «Η έννοια της κριτικής και η κριτική της πολιτικής οικονομίας από τα ‘‘Χειρόγραφα του 1844’’ στο ‘‘Κεφάλαιο’’. Στο Althusser, L., Balibar, É., Establet, R., Macherey, P., Rancière, J., Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, σελ. 149.

49. Colletti, L. (1979). Marxism and Hegel. London: Verso, p. 281.

50. Βλ. Bellofiore, R. (April-May 1999). «The Value of Labour Value: the Italian Debate on Marx, 1968-1976». Στην ειδική αγλλική έκδοση του Rivista di Politica Economica IV-4-5V.

51. Ωστόσο, κατά περίεργο τρόπο, η σημασία του Rubin υποτιμήθηκε στις γερμανικές συζητήσεις. Τα Essays δεν μεταφράστηκαν στα γερμανικά (από τα αγγλικά) παρά μόνο το 1973, και στη γερμανική μετάφραση παρέλειψαν το πρώτο κεφάλαιο για τον φετιχισμό. Βλ. Dumbadze D. (2010). «Sachliche Vermittlung und soziale Form. I.I. Rubins Rekonstruktion der marxschen Theorie des Warenfetischismus». Στο D. Dumbadze & I. Elbe u.a. (Hrsg.) Kritik der politischen Philosophie Eigentum. Münster: Gesellsschaftsvertrag, Staat II.

52. [Σ.τ.Μ.]: Το λεγόμενο CSE, το οποίο μεταξύ άλλων εκδίδει και το ακαδημαϊκό περιοδικό Capital & Class.

53. Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτέλεσε το πρωτοποριακό δοκίμιο του Jairus Banaji: «From the Commodity to Capital: Hegel’s Dialectic in Marx’s Capital». Στο Elson, D. (ed.). (1979). Value: The Representation of Labour in Capitalism. London: CSE Books.

54. Για παράδειγμα: Eldred, M. (1984). Critique of Competitive Freedom and the Bourgeois-Democratic State: Outline of a Form-Analytic Extension of Marx’s Uncompleted System. Copenhagen: Kurasje.

55. Arthur, C. (1998). «Engels, Logic and History». Στο Bellofiore, R. (ed.), Marxian Economics a Reappraisal: Essays on Volume III of Capital, vol. 1. London: Macmillan, p. 14.

56. Ο Mike Rooke για παράδειγμα ασκεί κριτική στον Chris Arthur και την προσέγγιση της συστηματικής διαλεκτικής γιατί «πραγμοποιεί τη διαλεκτική» και χάνει τη σημασία της ως «διαλεκτικής της εργασίας». Βλ. Rooke, M. (May 2009). «Marxism, Value and the Dialectic of Labour». Critique, Vol. 37, No 2, pp. 201-216.

57. Εκτός της ταξικής κοινωνίας η «εργασία» –η ανθρώπινη ανάγκη για ανταλλαγή με τη φύση («η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου […] και πρέπει να παραμείνει σε συνεχή ανταλλαγή μαζί της, αν θέλει να μην πεθάνει»)– δεν είναι ένας εξωτερικός καταναγκασμός, αλλά μια έκφραση της ίδιας μας της φύσης. Ο αυτοκαθορισμός μας με την έννοια, για παράδειγμα, ότι πρέπει να κάνουμε κάποια πράγματα για να φάμε, δεν είναι καταναγκασμός. [Σ.τ.Μ.: Η φράση της παρένθεσης είναι από Μαρξ, Κ. (2012). Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844. Αθήνα: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ. 92].

58. Για μια συζήτηση (που αντλεί από τον Backhaus) βλ. Eldred, M. (1984). Preface to Critique of Competitive Freedom and the Bourgeois-Democratic State. Copenhagen: Kurasje, pp. xlv-li.

59. Ο Μαρξ συμβούλευσε πως η σύζυγος του φίλου του θα μπορούσε, λόγω της δυσκολίας του, να παραλείψει το πρώτο μέρος του Κεφαλαίου (για την αξία και το χρήμα) – ο Eldred αναφέρεται εδώ στο γεγονός ότι πολλοί αναγνώστες του Μαρξ, όπως εκείνοι που πείστηκαν από τον Sraffa και τον Αλτουσέρ, νομίζουν ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος για να προσεγγίσει κανείς τον Μαρξ.

60. Eldred, ό.π., pp. xlix-l.

61. Βλ. Berki, R.N. (1984). Insight and Vision: The Problem of Communism in Marx’s Thought. London: JM Dent, chapter 5.

62. Παρότι μπορεί κάλλιστα να προέρχεται από τον Backhaus, σύμφωνα με τον van der Linden η διάκριση επινοήθηκε από τον Stefan Breuer στο Krise der Revolutionstheorie (1977). Βλ. Van der Linden, M. (December 1997). «The Historical Limit of Workers’ Protest: Moishe Postone, Krisis and the “Commodity Logic”». Review of Social History, vol. 42 no. 3, pp. 447-458.

63. Όπως ο Ντωβέ, ο Postone αντλεί από το «Απόσπασμα για τις Μηχανές» για να υπονομεύσει τις παραδοσιακές μαρξιστικές συλλήψεις του σοσιαλισμού· θεωρεί τον παραδοσιακό μαρξισμό έναν ρικαρδιανό μαρξισμό που επιζητούσε την αυτοπραγμάτωση του προλεταριάτου αντί –όπως στον Μαρξ– την αυτοκατάργησή του, αντιλαμβάνεται την ΕΣΣΔ ως καπιταλιστική και, όπως και η TC, τονίζει την ιστορική συγκρότηση τόσο της αντικειμενικότητας όσο και της υποκειμενικότητας. Ωστόσο, όταν πρόκειται για πρακτικές θέσεις στην παρούσα συνθήκη, προσανατολίζεται προς μεταρρυθμίσεις, δηλώνοντας με σημασία πως η ανάλυσή του «δεν σημαίνει ότι τον κάνει εξτρεμιστή (ultra)». Postone, M. & Brennan, T. (2009). «Labor and the Logic of Abstraction: an interview». South Atlantic Quarterly, 108:2, p. 319.

64. Βλ. π.χ. Bonefeld, W. (2004). «On Postone’s Courageous but Unsuccessful Attempt to Banish the Class Antagonism». Historical Materialism, 12.3.

65. Παράλληλα με το έργο των Λούκατς και Sohn-Rethel, ο Adorno ήταν υπόχρεος επίσης στον Alfred Schmidt για όλα τα αποσπάσματα των Grundrisse που χρησιμοποιεί στην Αρνητική Διαλεκτική. Βλ. Eldred, M. & Roth, M. (1980). «Translators’ Introduction to ‘Dialectics of the Value-Form’». Thesis Eleven, no. 1, p. 96.

66. Βλ. Reichelt, H. (1982). «From the Frankfurt School to Value-Form Analysis». Thesis Eleven, no. 4, p. 166.

67. Οι σημειώσεις του Backhaus από μια διάλεξη του Adorno το 1962 περιλαμβάνονται ως Παράρτημα στο Backhaus, H.-G. (1997). Dialektik der Wertform. Freiburg: ca ira.

68. Krahl, H.-J. (2008). Konstitution und Klassenkampf. Zur historischen Dialektik von bürgerlicher Emanzipation und proletarischer Revolution. Frankfurt am Main: Verlag Neue Kritik [Συγκρότηση και Ταξική Πάλη: Για την ιστορική διαλεκτική της αστικής χειραφέτησης και της προλεταριακής επανάστασης].

69. Βλ. το άρθρο «Η Κινούμενη Αντίφαση» πιο κάτω.

70. Μαρξ, Κ. (1990α). Grundrisse, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Τόμος Β’. Αθήνα: Στοχαστής, σελ. 538.

71. Théorie Communiste (2011) «Πολύ κακό για το τίποτα;». Blaumachen #5, σελ. 118.

72. Αυτή είναι η μείζονα έννοια που διακυβεύεται στην αντιπαράθεση μεταξύ Ντωβέ και TC στο πρώτο τεύχος του Endnotes.

73. Danel, F. (2003). Introduction to Rupture dans la théorie de la revolution: Textes 1965-1975. Marseille: Senonevero.