Home

Η παράδοση όλων των νεκρών γενεών βαραίνει το μυαλό των ζωντανών σαν εφιάλτης… Η κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί να παραλάβει την ποίησή της από το παρελθόν αλλά μόνο από το μέλλον. Δεν μπορεί να ξεκινήσει με τον εαυτό της πριν αποξέσει κάθε δεισιδαιμονία για το παρελθόν. Οι παλιές επαναστάσεις απαιτούσαν την ενθύμηση της περασμένης παγκόσμιας ιστορίας για να αποσιωπήσουν το δικό τους περιεχόμενο. Η επανάσταση πρέπει να αφήσει τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους για να φτάσει στο δικό της περιεχόμενο[1].

Αν αυτό ίσχυε την εποχή που ο Μαρξ έγραφε το παραπάνω απόσπασμα, όταν οι συζητήσεις για τον κομμουνισμό είχαν μόνο μελλοντολογικό χαρακτήρα, το ίδιο ισχύει πολύ περισσότερο στις μέρες μας, όπου αναρχικοί και κομμουνιστές μπορούν να μιλάνε για τις δικές τους «ιστορίες» χωρίς, στ’ αλήθεια, να μιλάνε σχεδόν για τίποτα άλλο. Ο ίδιος ο μαρξισμός αποτελεί σήμερα μια παράδοση νεκρών γενεών και ακόμη και σύγχρονοι καταστασιακοί φαίνεται να δυσκολεύονται να «εγκαταλείψουν τον εικοστό αιώνα»[2].

Αυτά δεν τα γράφουμε από κάποιο ιδιαίτερο πάθος για το παρόν, ή την επακόλουθη επιθυμία να «επικαιροποιήσουμε» την κομμουνιστική θεωρία. Ο εικοστός πρώτος αιώνας –ακριβώς όσο κι ο προηγούμενος– παίρνει μορφή από την αντίφαση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, τον διαχωρισμό ανάμεσα σε δουλειά και «ζωή», και την κυριαρχία των αφηρημένων μορφών της αξίας πάνω στα πάντα. Είναι, επομένως, το ίδιο άξιος εγκατάλειψης όσο και ο προηγούμενος. Ο εικοστός αιώνας, παρ’ όλα αυτά, που ήταν οικείος στους καταστασιακούς –με το περίγραμμα των ταξικών σχέσεων, τη χρονικότητα της προόδου και τους μετακαπιταλιστικούς ορίζοντές του– είναι ολοφάνερα πίσω μας. Έχουμε βαρεθεί τις πρωτότυπες θεωρίες –τον μεταμοντερνισμό, τον μεταφορντισμό, και κάθε νέο ακαδημαϊκό προϊόν– όχι τόσο επειδή αποτυγχάνουν να συλλάβουν κάποιου τύπου ουσιώδη συνέχεια, αλλά επειδή η καπιταλιστική αναδιάρθρωση του ’70 και του ’80 δεν είναι πλέον κάτι πρωτότυπο.

Σε αυτό το προκαταρκτικό τεύχος των Endnotes, έχουμε συγκεντρώσει μια σειρά κειμένων (κατά βάση, τον διάλογο ανάμεσα σε δύο κομμουνιστικές ομάδες στη Γαλλία) σχετικά με την ιστορία των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα. Όπως το ξεκαθαρίζουν τα κείμενα, η ιστορία αυτών των επαναστάσεων είναι μια ιστορία αποτυχίας, είτε επειδή αυτές συνεθλίβησαν από την καπιταλιστική αντεπανάσταση είτε επειδή οι «νίκες» τους πήραν οι ίδιες τη μορφή αντεπαναστάσεων – οργανώνοντας κοινωνικά συστήματα τα οποία, λόγω της εξάρτησής τους από τη χρηματική ανταλλαγή και τη μισθωτή εργασία, δεν κατόρθωσαν να υπερβούν τον καπιταλισμό. Το τελευταίο, όμως, δεν συνιστά απλώς «προδοσία»· ούτε το πρώτο είναι αποτέλεσμα «στρατηγικών λαθών» ή «ιστορικών συνθηκών» που απουσίαζαν. Όταν απευθύνουμε το ερώτημα αυτών των αποτυχιών δεν μπορούμε να καταφύγουμε σε αντιπαραδείγματα του στυλ «αν είχε γίνει το τάδε…» – επιρρίπτοντας ευθύνες για την αποτυχία των επαναστατικών κινημάτων στα πάντα (ηγέτες, μορφές οργάνωσης, λανθασμένες ιδέες, ανώριμες συνθήκες) εκτός από τα ίδια τα κινήματα και το καθορισμένο περιεχόμενό τους. Είναι η φύση αυτού το περιεχομένου που τίθεται προς συζήτηση στον διάλογο που ακολουθεί.

Με την έκδοση τέτοιων «ιστορικών» κειμένων δεν έχουμε καμιά επιθυμία να ενθαρρύνουμε το ενδιαφέρον για την ιστορία καθ’ εαυτή, ούτε να αναζωογονήσουμε το ενδιαφέρον για την ιστορία των επαναστάσεων ή του εργατικού κινήματος. Ελπίζουμε πως, αναλογιζόμενοι το περιεχόμενο των αγώνων του περασμένου αιώνα, θα συμβάλλουμε στην υπονόμευση της αυταπάτης πως αυτό είναι με κάποιο τρόπο το παρελθόν «μας», κάτι το οποίο πρέπει να προστατευθεί ή να διατηρηθεί. Το απόφθεγμα του Μαρξ μας υπενθυμίζει την ανάγκη να αποβάλλουμε το νεκρό βάρος της παράδοσης. Θα φτάναμε έως και το σημείο να ισχυριστούμε πως, εξαιρώντας την αναγνώριση του ιστορικού ρήγματος που μας χωρίζει, δεν έχουμε τίποτα να μάθουμε από τις αποτυχίες των περασμένων επαναστάσεων –καμία ανάγκη να ξαναδούμε την εξέλιξή τους για να ανακαλύψουμε τα «λάθη» τους ή να διυλίσουμε τις «αλήθειες» τους– επειδή σε κάθε περίπτωση θα ήταν αδύνατο να τις επαναλάβουμε. Απολογίζοντας αυτή την ιστορία, θεωρώντας τη ληγμένη, χαράζουμε μια γραμμή που θέτει στο προσκήνιο τους αγώνες της εποχής μας.

Και οι δυο ομάδες που έγραψαν τα κείμενα του διαλόγου που εκδίδουμε, η Troploin και η Théorie Communiste, προέρχονται από μια τάση, των αρχών της δεκαετίας του ’70, η οποία, στη βάση των νέων χαρακτηριστικών της ταξικής πάλης, οικειοποιήθηκε κριτικά την ιστορική υπεραριστερά τόσο στην γερμανική/ολλανδική (συμβουλιακή κομμουνιστική) όσο και στην ιταλική (μπορντιγκιστική) εκδοχή της, καθώς και το πιο πρόσφατο έργο της Καταστασιακής Διεθνούς και της Socialisme ou Barbarie. Πριν μπορέσουμε, επομένως, να παρουσιάσουμε τα ίδια τα κείμενα, χρειάζεται να παρουσιάσουμε αυτό το κοινό τους υπόβαθρο.

Από την άρνηση εργασίας στην «κομμουνιστικοποίηση»

Όταν ο Γκυ Ντεμπόρ έγραφε «μην δουλεύετε ποτέ» στον τοίχο ενός στενού δίπλα στον Σηκουάνα το 1954, το σύνθημα, δανεισμένο από τον Ρεμπώ[3], ακόμα χρωστούσε πολλά στον σουρεαλισμό και τους αβανγκάρντ απογόνους του. Που σημαίνει, έφερνε στον νου, τουλάχιστον εν μέρει, ένα ρομαντικό μποέμ όραμα από τα τέλη του 19ου αιώνα – το όραμα ενός κόσμου περιθωριακών καλλιτεχνών και διανοούμενων που είχαν παγιδευτεί ανάμεσα στις παραδοσιακές σχέσεις χορηγίας και τις νέες αγορές πολιτισμού, στις οποίες ήταν υποχρεωμένοι να πωλούν τα χειροτεχνήματά τους. Η αρνητική στάση των μποέμ απέναντι στη δουλειά ήταν τόσο μια εξέγερση ενάντια σε αυτή την πολωμένη κατάσταση όσο και μια έκφρασή της: παγιδευμένοι ανάμεσα στην αριστοκρατική περιφρόνηση για τους «επαγγελματίες», και μια μικροαστική μνησικακία για όλες τις άλλες κοινωνικές τάξεις, κατέληγαν να αντιλαμβάνονται όλες τις δουλειές, συμπεριλαμβανομένης της δικής τους, ως ευτελείς. Αυτή η αρνητική στάση πολιτικοποιήθηκε από τους σουρεαλιστές, οι οποίοι μετασχημάτισαν τις μηδενιστικές χειρονομίες του Ρεμπώ, του Λωτρεαμόν και των ντανταϊστών, σε ένα επαναστατικό κάλεσμα για «πόλεμο στην εργασία»[4]. Ωστόσο, για τους σουρρεαλιστές, όπως και για άλλους ανορθόδοξους επαναστάτες (π.χ. τον Λαφάργκ, κομμάτια των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου, καθώς και τον νεαρό Μαρξ), η κατάργηση της εργασίας αναβλήθηκε και τοποθετήθηκε σε έναν ουτοπικό ορίζοντα πέρα από την επανάσταση, η οποία ορίστηκε στην αμεσότητά της από το σοσιαλιστικό πρόγραμμα της απελευθέρωσης της εργασίας – πρόκειται για τον θρίαμβο του εργατικού κινήματος και την εξύψωση της εργατικής τάξης στη θέση μιας νέας άρχουσας τάξης. Ο στόχος για την κατάργηση της εργασίας, με αυτόν τον τρόπο, θα επιτυγχανόταν παραδόξως πρώτα μέσω της απομάκρυνσης οτιδήποτε περιόριζε την εργασία (π.χ. του καπιταλιστή ως παράσιτου επί της εργασίας, των σχέσεων παραγωγής ως εμποδίου στην παραγωγή) – κατά συνέπεια, η συνθήκη της εργασίας θα επεκτεινόταν σε όλους («όσοι δεν δουλεύουν, δεν θα τρώνε») και η εργασία θα ανταμειβόταν δικαίως με το μερίδιο της αξίας που παράγει (μέσω ποικίλων σχημάτων εργασιακής λογιστικής).

Αυτή η εμφανής αντίφαση μέσων και σκοπών, μάρτυρας της οποίας ήταν η προβληματική σχέση των σουρεαλιστών με το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, ήταν ιδιάζον χαρακτηριστικό των επαναστατικών θεωριών καθ’ όλη την περίοδο της ανόδου του εργατικού κινήματος. Από τους αναρχοσυνδικαλιστές μέχρι τους σταλινικούς, ένα μεγάλο φάσμα αυτού του κινήματος τοποθέτησε τις ελπίδες του για ξεπέρασμα του καπιταλισμού και της ταξικής κοινωνίας γενικά στην ανερχόμενη εξουσία της εργατικής τάξης εντός του καπιταλισμού. Σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο, αυτή η εξουσία των εργατών αναμενόταν να καταλάβει τα μέσα παραγωγής, εγκαινιάζοντας μια «περίοδο μετάβασης» προς τον κομμουνισμό ή τον αναρχισμό, μια περίοδο η οποία θα γινόταν μάρτυρας όχι της κατάργησης της εργατικής συνθήκης, αλλά της γενίκευσής της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο τελικός στόχος της εξάλειψης της ταξικής κοινωνίας συνυπήρχε με μια ολόκληρη γκάμα επαναστατικών μέσων, τα οποία προϋπέθεταν τη διαιώνισή της.

Η Καταστασιακή Διεθνής (ΚΔ) κληρονόμησε την αντίθεση, που είχαν διατυπώσει οι σουρεαλιστές, μεταξύ των συγκεκριμένων πολιτικών μέσων απελευθέρωσης της εργασίας και του ουτοπικού στόχου της κατάργησής της. Βασικό τους επίτευγμα ήταν ο μετασχηματισμός της από εξωτερική αντίθεση, η οποία μεσολαβείτο από τη μεταβατική φάση του σοσιαλιστικού προγράμματος, σε εσωτερική, κάτι που προώθησε την αντίληψή τους για την επαναστατική δραστηριότητα. Αυτή η τελευταία στοιχειοθετείτο από τη ριζοσπαστική αναθεώρηση της απελευθέρωσης της εργασίας σύμφωνα με μια γραμμή σκέψης που έδινε έμφαση στην άρνηση οποιουδήποτε διαχωρισμού ανάμεσα στην επαναστατική δράση και τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό της ζωής – μια ιδέα η οποία υπονοείται στο αρχικό τους πρόγραμμα περί «δημιουργίας καταστάσεων». Η σημασία αυτής της εξέλιξης δεν πρέπει να υποτιμάται, επειδή η «κριτική του διαχωρισμού» εδώ υπονοεί την άρνηση οποιουδήποτε χρονικού χάσματος μεταξύ μέσων και σκοπών (και έτσι οποιασδήποτε μεταβατικής περιόδου καθώς και την απόρριψη οποιονδήποτε συγχρονικών μεσολαβήσεων – επιμένοντας στην καθολική (άμεσα δημοκρατική) συμμετοχή στην επαναστατική δράση. Ωστόσο, παρ’ όλη την ικανότητα επανεξέτασης του χώρου και χρόνου της επανάστασης, η υπέρβαση, εκ μέρους της ΚΔ, της αντίθεσης μεταξύ απελευθέρωσης και κατάργησης της εργασίας, τελικά θα συνίστατο στην κατάρρευση του ενός πόλου μέσα στον άλλο , σε μια άμεσα αντιφατική μονάδα, μεταθέτοντας την αντίθεση μέσων και σκοπών στην αντίθεση μορφής και περιεχομένου.

Μετά από τη συνάντησή τους με τη νεοσυμβουλιακή όμαδα Socialisme ou Barbarie στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η ΚΔ ολόψυχα υιοθέτησε το επαναστατικό πρόγραμμα του συμβουλιακού κομμουνισμού, εγκωμιάζοντας το συμβούλιο –τον μηχανισμό μέσω του οποίου οι εργάτες θα αυτοδιαχειρίζονταν τη δική τους παραγωγή και, μαζί με άλλα συμβούλια, θα δράττονταν του συνόλου της κοινωνικής εξουσίας– ως τη μορφή της προλεταριακής επανάστασης που «εν τέλει κατέστη εφικτή». Από τότε, όλη η δυναμική και όλα τα όρια της ΚΔ εμπεριέχονται στην ένταση ανάμεσα στο κάλεσμα για «κατάργηση της εργασίας» και του κεντρικού τους συνθήματος «όλη η εξουσία στα εργατικά συμβούλια». Από τη μια, το περιεχόμενο της επανάστασης επρόκειτο να περιλαμβάνει τη ριζοσπαστική αμφισβήτηση της ίδιας της εργασίας (και όχι απλώς την οργάνωσή της), με στόχο το ξεπέρασμα του διαχωρισμού μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου· όμως, από την άλλη, η μορφή αυτής της επανάστασης επρόκειτο να είναι η κατάληψη των εργασιακών χώρων από τους εργάτες και η δημοκρατική λειτουργία τους[5].

Εκείνο που εμπόδισε την ΚΔ να ξεπεράσει αυτή την αντίφαση ήταν το ρίζωμα μορφής και περιεχομένου, ως δυο πολικοτήτων, στην επιβεβαίωση του εργατικού κινήματος και την απελευθέρωση της εργασίας. Γιατί, μολονότι η ΚΔ δανείστηκε από τον νεαρό Μαρξ (και τις κοινωνιολογικές έρευνες του Socialisme ou Barbarie) την ενασχόληση με την αλλοτρίωση της εργασίας, παρ’ όλα αυτά θεώρησε πως η κριτική αυτής της αλλοτρίωσης καθίσταται εφικτή από την τεχνολογική πρόοδο του σύγχρονου καπιταλισμού (τις δυνατότητες δημιουργίας μιας «κοινωνίας του ελεύθερου χρόνου» με τη βοήθεια του αυτοματισμού) και τα τάγματα του εργατικού κινήματος που ήταν ικανά τόσο να επιβάλλουν (στους καθημερινούς τους αγώνες) όσο και να ιδιοποιηθούν (στα επαναστατικά τους συμβούλια) αυτή την τεχνική πρόοδο. Η εφικτότητα της κατάργησης της εργασίας, τόσο από μια τεχνική όσο και από μια οργανωτική σκοπιά, βασίζεται επομένως στην ύπαρξη εργατικής εξουσίας στα σημεία παραγωγής. Μεταθέτοντας τις τεχνικές των ειδικών της κυβερνητικής και τις χειρονομίες των μποέμ αντικαλλιτεχνών στα έμπιστα, ροζιασμένα χέρια της οργανωμένης εργατικής τάξης, οι καταστασιακοί μπόρεσαν να φανταστούν την κατάργηση της εργασίας ως το άμεσο αποτέλεσμα της απελευθέρωσής της· που σημαίνει, να φανταστούν το ξεπέρασμα της αλλοτρίωσης ως αποτέλεσμα της άμεσης τεχνικοδημιουργικής αναδιάρθρωσης των εργασιακών χώρων από τους ίδιους τους εργάτες.

Υπ’ αυτήν την έννοια, η θεωρία της ΚΔ αντιπροσωπεύει την τελευταία ειλικρινή χειρονομία πίστης σε μια επαναστατική αντίληψη της αυτοδιαχείρισης ως ενσωματωμένης στο πρόγραμμα της απελευθέρωσης της εργασίας. Αλλά η κριτική της στην εργασία θα υιοθετηθεί και θα μετασχηματιστεί από εκείνους που έψαχναν να θεωρητικοποιήσουν τους νέους αγώνες που αναδύθηκαν, όταν αυτό το πρόγραμμα εισήλθε σε μη αναστρέψιμη κρίση τη δεκαετία του ’70. Οι τελευταίοι θα κατανοούσαν πως αυτή η κριτική δεν βασιζόταν στην επιβεβαίωση του εργατικού κινήματος, αλλά σε νέες μορφές αγώνων οι οποίες συνέπιπταν με την αποσύνθεσή του. Ωστόσο, στα γραπτά των Invariance, La Vielle Taupe, Mouvement Communiste και άλλων, η προσπάθεια ξεπεράσματος της κεντρικής αντίφασης της ΚΔ πρώτα θα εκφραστεί ως κριτική του «φορμαλισμού», της προνομοποίησης της μορφής επί του περιεχομένου στην ιδεολογία των συμβουλίων.

Η κριτική των συμβουλίων (councilism)

Παρά τις οδηγίες της ΚΔ, οι εργάτες που συμμετείχαν στη μαζική απεργία του Μάη του 1968 στη Γαλλία δεν κατέλαβαν τα μέσα παραγωγής, δεν σχημάτισαν συμβούλια ούτε προσπάθησαν να λειτουργήσουν τα εργοστάσια υπό εργατικό έλεγχο[6]. Στη μεγάλη πλειοψηφία των κατειλημμένων εργασιακών χώρων, οι εργάτες ήταν ικανοποιημένοι με το να αφήνουν όλη την οργάνωση στα χέρια των συνδικαλιστικών αντιπροσώπων, και οι τελευταίοι συχνά δυσκολεύονταν να πείσουν τους εργάτες να εμφανιστούν στις συνελεύσεις των καταλήψεων για να ψηφίσουν υπέρ της συνέχισης της απεργίας[7]. Στους πιο σημαντικούς ταξικούς αγώνες των επόμενων ετών, ιδιαίτερα στην Ιταλία, η συμβουλιακή μορφή, σταθερά η επιτομή του προλεταριακού ριζοσπαστισμού στον προηγούμενο κύκλο (Γερμανία 1919, Ιταλία 1921, Ισπανία 1936, Ουγγαρία 1956), απουσίαζε. Ωστόσο, εκείνη την περίοδο, παραδόξως, έχουμε μια άνοδο της ιδεολογίας των συμβουλίων, καθώς η αντίληψη της αυξανόμενα απείθαρχης εργατικής τάξης, και της μειωμένης βιωσιμότητας των παλιών οργανώσεων φαινόταν να υποδεικνύει πως το μόνο που έλειπε ήταν η μορφή που θα αντιστοιχούσε επαρκέστερα στους αυθόρμητους και μη ιεραρχικούς αγώνες. Σε αυτό το πλαίσιο, ομάδες, όπως οι Informations Correspondance Ouvrieres (ICO) στη Γαλλία, Solidarity στην Αγγλία και Root and Branch στις ΗΠΑ, κι ως ένα βαθμό το ρεύμα των operaisti στην Ιταλία, κατάφεραν να αναζωογονήσουν το ενδιαφέρον για τη γερμανική/ολλανδική αριστερά κατηγορώντας τους παλιούς εχθρούς του συμβουλιακού κομμουνισμού –όλα τα αριστερά κόμματα και συνδικάτα, όλους τους «γραφειοκράτες» με τη γλώσσα της ΚΔ– για την αποτυχία κάθε νέας εξέγερσης.

Δεν θα πέρναγε πολύς καιρός για να αμφισβητηθεί αυτή η αντίληψη, και αυτή η αμφισβήτηση αρχικά πήρε την μορφή της αναβίωσης της άλλης παράδοσης της κομμουνιστικής αριστεράς. Υπό τη διανοητική ηγεσία του Αμαντέο Μπορντίγκα, η ιταλική αριστερά είχε επί μακρόν ασκήσει κριτική στον συμβουλιακό κομμουνισμό (τον οποίο ο Λένιν, στο Αριστερισμός, η Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού, είχε βάλει στο ίδιο τσουβάλι με την ιταλική αριστερά) για την προάσπιση της μορφής επί του περιεχομένου, και την άκριτη αντίληψή του για τη δημοκρατία[8]. Είναι αυτή η θέση, φιλτραρισμένη από την επιρροή του αντικαθεστωτικού μπορντιγκιστικού περιοδικού Invariance, η οποία υπόκειται της κριτικής που ασκεί ο Ζιλ Ντωβέ στον συμβουλιακό κομμουνισμό στο «Λενινισμός και Υπεραριστερά», ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της τάσης της οποίας περιγράφουμε[9]. Ο Ντωβέ κατηγορεί τον συμβουλιακό κομμουνισμό για φορμαλισμό σε δύο επίπεδα: προσεγγίζοντας το ζήτημα της οργάνωσης, θεωρεί τη μορφή της οργάνωσης ως τον αποφασιστικό παράγοντα (έναν «αντεστραμμένο λενινισμό»), και αντιλαμβανόμενος τη μετεπαναστατική κοινωνία μετασχηματίζει τη μορφή (τα συμβούλια) σε περιεχόμενο του σοσιαλισμού, περιγράφοντας τον τελευταίο ουσιαστικά ως ζήτημα διαχείρισης. Για τον Ντωβέ, όπως και για τον Μπορντίγκα, αυτό ήταν ένα ψευδές ερώτημα, επειδή ο καπιταλισμός δεν συνιστά έναν τρόπο διαχείρισης αλλά έναν τρόπο παραγωγής, του οποίου οι κάθε είδους «διαχειριστές» (καπιταλιστές, γραφειοκράτες, ή ακόμη κι εργάτες) αποτελούν απλώς τους υπαλλήλους μέσω των οποίων αρθρώνεται ο νόμος της αξίας. Όπως ο Pierre Nashua (La Vielle Taupe) και ο Carsten Juhl (Invariance) θα ισχυρίζονταν αργότερα, μια τέτοια προνομοποίηση της μορφής επί του περιεχομένου υποκαθιστά αποτελεσματικά τον κομμουνιστικό στόχο της καταστροφής της οικονομίας με την απλή εναντίωση στη διαχείρισή της από την αστική τάξη[10].

Αποκατάσταση της κριτικής στην εργασία

Από μόνη της, αυτή η κριτική του συμβουλιακού κομμουνισμού κατάφερε μόνο να οδηγήσει στην εκ νέου επεξεργασία των κανονιστικών θέσεων της ιταλικής αριστεράς, είτε μέσω μιας εμμενούς κριτικής (όπως το Invariance) είτε αναπτύσσοντας ένα είδους ιταλογερμανικό υβρίδιο (όπως το Mouvement Communiste). Αυτό που ώθησε προς μια νέα αντίληψη της επανάστασης και του κομμουνισμού (ως κομμουνιστικοποίηση) δεν ήταν απλώς μια κατανόηση του περιεχομένου του κομμουνισμού, που προερχόταν από την προσεκτική ανάγνωση του Μαρξ και του Μπορντίγκα, αλλά και η επιρροή ενός ολόκληρου κύματος ταξικών αγώνων στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στις αρχές του ΄70, η οποία θα έδινε ένα νέο νόημα στην «άρνηση της εργασίας» ως συγκεκριμένου περιεχομένου της επανάστασης.

Στις αρχές της δεκαετία του ’70, δημοσιογράφοι και κοινωνιολόγοι άρχισαν να μιλάνε για μια «εξέγερση ενάντια στην εργασία» που επηρεάζει σημαντικά μια ολόκληρη νέα γενιά εργατών στις παραδοσιακές βιομηχανίες, με ραγδαία αυξανόμενα ποσοστά απουσιών και σαμποτάζ, καθώς και για μια διαδεδομένη περιφρόνηση της εξουσίας του συνδικάτου. Οι ερμηνευτές με διάφορους τρόπους κατηγόρησαν: την αίσθηση αναλωσιμότητας και ανασφάλειας που επέφερε η αυτοματοποίηση· την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση των παραδοσιακά καταπιεσμένων μειονοτήτων· την επιρροή της αντιεξουσιαστικής αντικουλτούρας· τη δύναμη και την αίσθηση του «έχω δικαιώματα» που παρείχε η παρατεταμένη μεταπολεμική άνθηση και ο σκληρά κερδισμένος «κοινωνικός μισθός» της. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος για αυτές τις εξελίξεις, εκείνο που φαινόταν να χαρακτηρίζει τους νέους αγώνες ήταν η κατάρρευση των παραδοσιακών μορφών μέσω των οποίων οι εργάτες αναζητούσαν να πάρουν τον έλεγχο επί της εργασιακής διαδικασίας, αφήνοντας μόνο την έκφραση της εμφανούς επιθυμίας να δουλέψουν λιγότερο. Για πολλούς από εκείνους που είχαν επηρεαστεί από την ΚΔ, αυτή η νέα προλεταριακή «επίθεση» χαρακτηριζόταν από την «άρνηση εργασίας», απογυμνωμένη από τα τεχνοουτοπικά και μποέμ καλλιτεχνικά στοιχεία τα οποία η ΚΔ δεν κατόρθωσε ποτέ να εγκαταλείψει. Ομάδες όπως η Négation και η Intervention Communiste, ισχυρίστηκαν πως δεν ήταν μόνο η δύναμη του συνδικάτου η οποία υπονομεύονταν από αυτούς τους αγώνες, αλλά το σύνολο του μαρξιστικού και αναρχικού προγράμματος περί απελευθέρωσης της εργασίας και θριάμβου της «εξουσίας των εργατών». Η «κριτική της εργασίας» πήρε την μορφή εκατοντάδων χιλιάδων εργατών που εγκατέλειπαν τους χώρους εργασίας τους χωρίς, ωστόσο, να απελευθερώνεται η εργασία τους, να τίθεται υπό τον έλεγχό τους και να χρησιμοποιηθεί για να πάρουν τον έλεγχο της κοινωνίας μέσω της αυτοδιαχείρισης των χώρων εργασίας τους, στον γαλλικό Μάη και τον μετέπειτα «αργόσυρτο Μάιο» στην Ιταλία. Αντί για ένδειξη πως οι αγώνες δεν ήταν αρκετά προωθημένοι, η απουσία των εργατικών συμβουλίων εκείνη την περίοδο έγινε κατανοητή, κατά συνέπεια, ως έκφραση της ρήξης με αυτό που θα γινόταν γνωστό ως «το παλιό εργατικό κίνημα».

Η έννοια της κομμουνιστικοποίησης

Με τον ίδιο τρόπο που είχε ασκήσει επιρροή διαδίδοντας την προαναφερόμενη κριτική του συμβουλιακού κομμουνισμού, το αντικαθεστωτικό μπορντιγκιστικό περιοδικό Invariance αποτέλεσε σημαντικό πρόδρομο κριτικού αναστοχασμού πάνω στην ιστορία και τη λειτουργία του εργατικού κινήματος. Για το Invariance, το παλιό εργατικό κίνημα ήταν αναπόσπαστο στοιχείο της ανάπτυξης του καπιταλισμού από ένα στάδιο «τυπικής» σε ένα στάδιο «πραγματικής κυριαρχίας». Οι αποτυχίες των εργατών ήταν αναγκαίες, αφού εκείνο που συνιστούσε την οργανωτική τους αρχή ήταν το κεφάλαιο:

«Το παράδειγμα της γερμανικής και, πάνω απ’ όλα, της ρωσικής επανάστασης, δείχνει ότι το προλεταριάτο ήταν πλήρως ικανό να καταστρέψει μια κοινωνική τάξη πραγμάτων η οποία αποτέλεσε εμπόδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, κι έτσι στην ανάπτυξη του κεφαλαίου· αλλά από τη στιγμή που προέκυψε το ζήτημα της εγκαθίδρυσης μιας διαφορετικής κοινότητας, παρέμεινε φυλακισμένο στη λογική της ορθολογικότητας της ανάπτυξης εκείνων των παραγωγικών δυνάμεων, και περιορίστηκε στο πρόβλημα της διαχείρισής τους»[11].

Επομένως, ένα ζήτημα που για τον Μπορντίγκα αφορούσε λάθη οργανωτικής και θεωρητικής φύσης, κατέληξε για τον Καμάτ να αφορά τον ορισμό της ιστορικής λειτουργίας του εργατικού κινήματος εντός του καπιταλισμού. Απελευθέρωση της εργατικής τάξης από τον εαυτό της σήμαινε μόνο ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφού η πρωταρχική παραγωγική δύναμη ήταν η ίδια η εργατική τάξη. Δεν έπρεπε να ακολουθήσει κανείς τον Καμάτ στην έρημο[12] για να συμφωνήσει με αυτή την εκτίμηση. Στο κάτω-κάτω, ήδη τη δεκαετία του ’70, ήταν ξεκάθαρο πως στην Ανατολή το εργατικό κίνημα είχε υπάρξει αναπόσπαστο στοιχείο, τουλάχιστον αρχικά, της πρωτοφανούς αύξησης της παραγωγικής ικανότητας των σοσιαλιστικών κρατών· ενώ στη Δύση, εργατικοί αγώνες για καλύτερες συνθήκες είχαν παίξει ρόλο-κλειδί στην εμφάνιση της μεταπολεμικής άνθησης και της συνεπαγόμενης παγκόσμιας επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ωστόσο, για πολλούς, η κρίση των θεσμών του εργατικού κινήματος τη δεκαετία του ’70 έδειξε πως αυτή η καθαρά καπιταλιστική λειτουργία ερχόταν η ίδια σε κρίση, και οι εργάτες θα ήταν ικανοί να αποβάλλουν το βάρος αυτής της ιστορίας. Για τη Mouvement Communiste, τη Négation, την Intervention Communiste και άλλες ομάδες, η κατάρρευση του παλιού εργατικού κινήματος ήταν κάτι για το οποίο έπρεπε να πανηγυρίζει κανείς, όχι επειδή η διεφθαρμένη ηγεσία των εργατικών οργανώσεων δεν θα ήταν πλέον ικανή να συγκρατήσει την αυτονομία των μαζών, αλλά επειδή μια τέτοια μετατόπιση αναπαριστούσε την υπέρβαση της ιστορικής λειτουργίας του εργατικού κινήματος, μια υπέρβαση που θα ήταν ένδειξη της επανεμφάνισης του κομμουνιστικού κινήματος, της «πραγματικής κίνησης που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων»[13]. Και το έκανε με έναν άμεσο τρόπο, επειδή οι ταραχές και οι άγριες απεργίες εκείνης της δεκαετίας ερμηνεύτηκαν από αυτούς τους συγγραφείς ως η ολική άρνηση όλων των μεσολαβήσεων του εργατικού κινήματος, όχι για χάρη μιας άλλη περισσότερο «δημοκρατικής» μεσολάβησης όπως αυτή των εργατικών συμβουλίων, αλλά με έναν τρόπο που έθετε την άμεση παραγωγή των κομμουνιστικών σχέσεων ως τον μόνο πιθανό επαναστατικό ορίζοντα. Έτσι, ενώ παλιότερα ο κομμουνισμός γινόταν αντιληπτός ως κάτι που έπρεπε να δημιουργηθεί μετά την επανάσταση, η επανάσταση τώρα δεν γινόταν αντιληπτή παρά μόνο ως παραγωγή του κομμουνισμού (καταργώντας τη μισθωτή εργασία και το κράτος). Η ιδέα της μεταβατικής περιόδου εγκαταλείφθηκε[14].

Σε ένα πρόσφατο κείμενο, ο Ντωβέ συνοψίζει αυτή την εκτίμηση για το παλιό εργατικό κίνημα:

«Το εργατικό κίνημα που υπήρχε το 1900, ή και το 1936, ούτε συνετρίβη από τη φασιστική καταστολή, ούτε εξαγοράστηκε με τρανζίστορς και ψυγεία: κατέστρεψε τον ίδιο του τον εαυτό ως δύναμη αλλαγής γιατί επεδίωξε τη διατήρηση της προλεταριακής συνθήκης και όχι την υπέρβασή της. […] Ο στόχος του παλιού εργατικού κινήματος ήταν να καταλάβει τον υπάρχοντα κόσμο και να τον διαχειριστεί με έναν καινούριο τρόπο: βάζοντας τον τεμπέλη να δουλέψει, αναπτύσσοντας την παραγωγή, εισάγοντας την εργατική δημοκρατία (στη θεωρία τουλάχιστον). Μόνο μια ισχνή μειοψηφία, «αναρχική» όπως επίσης και «μαρξιστική», υποστήριζε ότι μια διαφορετική κοινωνία σήμαινε την καταστροφή του κράτους, του εμπορεύματος και της μισθωτής εργασίας, παρότι σπάνια το όριζε ως μια διαδικασία, αλλά μάλλον ως ένα πρόγραμμα που θα ετίθετο σε εφαρμογή μετά την κατάληψη της εξουσίας […]»[15].

Ενάντια σε μια τέτοια προγραμματική προσέγγιση, ομάδες όπως η Mouvement Communiste, η Négation και η La Guerre Sociale συνηγορούσαν σε μια αντίληψη της επανάστασης ως άμεσης καταστροφής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ή ως «κομμουνιστικοποίησης». Όπως θα δούμε, η κατανόηση της κομμουνιστικοποίησης διέφερε μεταξύ των διαφορετικών ομάδων, αλλά ουσιαστικά σήμαινε την εφαρμογή κομμουνιστικών μέτρων εντός της επανάστασης – ως συνθήκη επιβίωσής της και κύριο όπλο της ενάντια στο κεφάλαιο. Κάθε «μεταβατική περίοδος» γινόταν αντιληπτή ως εγγενώς αντεπαναστατική, όχι μόνο στο μέτρο που συνεπαγόταν μια εναλλακτική εξουσιαστική δομή η οποία θα αντιστεκόταν στον «μαρασμό» (βλέπε αναρχικές κριτικές της «δικτατορίας του προλεταριάτου»), ούτε απλώς επειδή πάντα φαινόταν να μην αμφισβητεί τις θεμελιώδεις όψεις των σχέσεων παραγωγής, αλλά επειδή η ίδια η βάση της εργατικής εξουσίας πάνω στην οποία θα οικοδομείτο μια τέτοια μετάβαση, γινόταν τώρα αντιληπτή ως θεμελιωδώς ξένη προς τους ίδιους τους αγώνες. Η εργατική εξουσία αποτελούσε απλώς την άλλη όψη της εξουσίας του κεφαλαίου, της εξουσίας αναπαραγωγής των εργατών ως εργάτες· από εδώ και στο εξής, η μόνη διαθέσιμη επαναστατική προοπτική θα ήταν η κατάργηση αυτής της αμοιβαίας σχέσης[16].

Κομμουνιστικοποίηση και κύκλοι αγώνων: Troploin και Théorie Communiste

Το θεωρητικό περιβάλλον, στο οποίο αναδύθηκε η ιδέα της κομμουνιστικοποίησης, δεν ήταν ποτέ πολύ ενοποιημένο, και οι διαιρέσεις μόνο βάθαιναν με την πάροδο του χρόνου. Κάποιοι κατέληξαν να εγκαταλείψουν οτιδήποτε είχε απομείνει από τη συμβουλιακή απόρριψη του κόμματος και επέστρεψαν σε ό,τι είχε απομείνει από την κληρονομιά της ιταλικής αριστεράς, συναθροιζόμενοι σε αταβιστικές σέχτες όπως η International Communist Current (ICC). Πολλοί άλλοι θεώρησαν ότι η αμφισβήτηση του παλιού εργατικού κινήματος και του ιδεώδους των εργατικών συμβουλίων οδηγεί στην αμφισβήτηση του επαναστατικού δυναμικού της εργατικής τάξης. Στην πιο ακραία εκδοχή, το περιοδικό Invariance εγκατέλειψε τη «θεωρία του προλεταριάτου», αντικαθιστώντας την με μια καθαρά κανονιστική απαίτηση να «εγκαταλείψουμε αυτόν τον κόσμο», έναν κόσμο στον οποίο η κοινότητα του κεφαλαίου έχει, μέσω της πραγματικής κυριαρχίας, υποκαταστήσει την ανθρώπινη κοινότητα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και ανάμεσα σε εκείνους που δεν το πήγαν τόσο μακριά, υπήρχε η διαρκής αίσθηση πως όσο οι αγώνες παραμένουν προσδεμένοι στους εργασιακούς χώρους μπορούν μόνο να εκφραστούν ως υπεράσπιση της συνθήκης της εργατικής τάξης. Παρόλες τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, η Mouvement Communiste, η La Guerre Sociale, η Négation και οι απόγονοί τους, κατέληξαν να επιβεβαιώσουν τις εξεγέρσεις στους χώρους εργασίας κατά τη δεκαετίας του ’70, και την ανάπτυξη των αγώνων γύρω από την αναπαραγωγή με την οποία οι πρώτες συνέπιπταν, στον βαθμό που φαίνονταν να ξεφεύγουν από τους περιορισμούς της ταξικής ταυτότητας, απελευθερώνοντας την «τάξη δι’ εαυτή» από την «τάξη καθ’ εαυτή», φανερώνοντας έτσι τη δυνατότητα για κομμουνιστικοποίηση ως πραγμάτωση της αληθινής ανθρώπινης κοινότητας. Ορισμένοι που σχετίζονταν με αυτή τη τάση (ιδιαίτερα οι Pierre Guillaume και Dominique Blanc) θα τραβήξουν την κριτική του αντιφασισμού (κοινή έως ένα βαθμό σε όλους όσοι υπερασπίζονταν τη θέση της κομμουνιστικοποίησης) μέχρι τα άκρα και θα εμπλακούν στην «υπόθεση Faurisson» στα τέλη της δεκαετία του ’70[17]. Μια άλλη τάση, εκπροσωπούμενη από την Théorie Communiste (εφεξής TC), προσπάθησε να ιστορικοποιήσει την ίδια τη θέση της κομμουνιστικοποίησης, κατανοώντας την με όρους αλλαγών στις ταξικές σχέσεις στην πορεία υπονόμευσης των θεσμών του εργατικού κινήματος και της εργατικής ταυτότητας εν γένει. Θα προχωρούσαν στην εννοιολόγηση αυτής της αλλαγής ως θεμελιώδους αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η οποία συμπίπτει με τον τερματισμό ενός κύκλου αγώνων και την ανάδυση, μέσω μιας επιτυχημένης αντεπανάστασης, ενός νέου κύκλου. Το διακριτικό γνώρισμα αυτού του νέου κύκλου για την TC είναι το γεγονός ότι φέρει εντός της τη δυνατότητα της κομμουνιστικοποίησης ως ορίου της ταξικής αντίφασης, η οποία μόλις έχει τοποθετηθεί στο επίπεδο της αναπαραγωγής (βλέπε τον επίλογο του παρόντος τεύχους για μια διευκρίνιση της θεωρίας της TC επ’ αυτού)[18].

Ενώ η TC ανέπτυξε τη θεωρία της αναδιάρθρωσης στα τέλη της δεκαετίας του ’70, άλλοι θα ακολουθούσαν αργότερα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, και η ομάδα Troploin (αποτελούμενοι κυρίως από τους Ζιλ Ντωβέ και Karl Nesic) πρόσφατα επιχείρησε κάτι παρόμοιο με τα κείμενα «Wither the World» και «In for a Storm». Η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις αντιλήψεις είναι εμφανής, αν μη τι άλλο, επειδή η τελευταία φαίνεται να έχει τουλάχιστον εν μέρει αναπτυχθεί αντιπαρατιθέμενη στην πρώτη. Ο διάλογος ανάμεσα στην Théorie Communiste και τη Troploin τον οποίο εκδίδουμε εδώ, έλαβε χώρα τα τελευταία δέκα χρόνια, και, πίσω από τις εκτιμήσεις για την επαναστατική ιστορία του εικοστού αιώνα που υπάρχουν σε αυτά τα κείμενα, υποκρύπτονται διαφορετικές αντιλήψεις για την καπιταλιστική αναδιάρθρωση και αντιτιθέμενες ερμηνείες για την τρέχουσα περίοδο.

Το πρώτο κείμενο, Όταν Πεθαίνουν οι Εξεγέρσεις, βασίζεται σε μια παλαιότερη εισαγωγή που είχε γράψει ο Ζιλ Ντωβέ για μια συλλογή άρθρων σχετικά με τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο από το ιταλικό αριστερό περιοδικό Bilan. Σε αυτό το κείμενο, ο Ντωβέ δείχνει πως το κύμα των προλεταριακών εξεγέρσεων στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα συνετρίβη από τα σκαμπανεβάσματα του πολέμου και της ιδεολογίας. Έτσι, στη Ρωσία, η επανάσταση θυσιάστηκε για τον εμφύλιο πόλεμο και καταστράφηκε κατά τη σταθεροποίηση της εξουσίας των μπολσεβίκων· στην Ιταλία και τη Γερμανία, οι εργάτες προδόθηκαν από συνδικάτα και κόμματα, από το ψέμα της δημοκρατίας· και στην Ισπανία, είναι ξανά η πορεία προς τον πόλεμο (υπό τους ρυθμούς του αντιφασισμού) η οποία σφραγίζει την μοίρα ολόκληρου του κύκλου, παγιδεύοντας την προλεταριακή επανάσταση ανάμεσα σε δύο αστικά μέτωπα.

Ο Ντωβέ δεν καταπιάνεται με τους μετέπειτα αγώνες των δεκαετιών του ’60 και του ’70, αλλά είναι εμφανές πως κρίσεις προερχόμενες από εκείνη την περίοδο, π.χ. όσον αφορά τη φύση του εργατικού κινήματος στο σύνολό του, επηρεάζουν την εκτίμησή του για το τι «έλειπε» από αυτό το προγενέστερο κύμα αγώνων που ηττήθηκε. Στην κριτική της στο Όταν Πεθαίνουν οι Εξεγέρσεις, η TC επιτίθεται σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως «κανονιστική» οπτική του Ντωβέ, σύμφωνα με την οποία πραγματικές επαναστάσεις τίθενται σε αντιπαράθεση με το τι θα μπορούσαν και τι θα έπρεπε να έχουν υπάρξει – με μια ποτέ απολύτως διατυπωμένη φόρμουλα της γνήσιας κομμουνιστικής επανάστασης. Η TC συμφωνεί ευρέως με την αντίληψη του Ντωβέ για την επανάσταση (δηλαδή ως κομμουνιστικοποίηση) αλλά ασκεί κριτική τον Ντωβέ για τον τρόπο με τον οποίο την προβάλλει α-ιστορικά στους περασμένους επαναστατικούς αγώνες ως μέτρο της επιτυχίας και της αποτυχίας τους (αποτυγχάνοντας έτσι να αιτιολογήσει την ιστορική ανάδυση της ίδιας της θέσης της κομμουνιστικοποίησης). Σύμφωνα με την TC, έπεται πως η μόνη ερμηνεία που δύναται να δώσει ο Ντωβέ για την αποτυχία των περασμένων επαναστάσεων είναι στην τελική η ταυτολογική ερμηνεία πως δεν πήγαν αρκετά μακριά – «οι προλεταριακές επαναστασεις απέτυχαν επειδή οι προλετάριοι απέτυχαν να κάνουν την επανάσταση»[19]. Αντίθετα, η ίδια υποστηρίζει πως η δική της θεωρία είναι σε θέση να περιγράψει με στιβαρό τρόπο ολόκληρο τον κύκλο επανάστασης, αντεπανάστασης και αναδιάρθρωσης, υποδεικνύοντας ότι οι επαναστάσεις εμπεριείχαν τις δικές τους αντεπαναστάσεις ως εγγενές όριο των κύκλων από τους οποίους προκύπτουν και τους οποίους περατώνουν[20].

Στα υπόλοιπα τρία κείμενα του διαλόγου (δύο του Troploin και ένα της TC) διερευνώνται μια σειρά διενέξεων, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του «ανθρωπισμού» στην αντίληψη της Troploin για την κομμουνιστικοποίηση, και του ρόλου του «ντετερμινισμού» σε αυτήν της TC. Ωστόσο, για εμάς, η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή αυτού του διαλόγου, ο λόγος για τον οποίο προχωρούμε εδώ στην έκδοσή του, είναι ότι συνιστά την πιο ειλικρινή απόπειρα αποτίμησης, που έχουμε συναντήσει, των επαναστατικών κινημάτων του εικοστού αιώνα με τους όρους μιας αντίληψης του κομμουνισμού ούτε ως ιδανικού ούτε ως προγράμματος, αλλά ως κινήματος που ενυπάρχει στον κόσμο του κεφαλαίου, το οποίο καταργεί τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις στη βάση των προκείμενων που ήδη υπάρχουν. Είναι στη βάση της διερεύνησης αυτών των προκείμενων, της επιστροφής στο παρόν –το σημείο εκκίνησής μας– που επιδιώκουμε να αναλύσουμε τις συνθήκες ανάδυσής τους κατά τους προηγούμενους κύκλους αγώνων και επαναστάσεων.

Σημειώσεις:

1. Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 15-19.

2. «Now, The SI» (IS #9, 1964). Christopher Gray, Leaving the Twentieth Century: the Incomplete Works of the Situationist International, Rebel Press, 1998.

3. «Δεν θα δουλέψουμε ποτέ, ω δίνες της φωτιάς!», Αρθούρος Ρεμπώ, Qu’est-ce pour nous, mon cœur (1872) στο: Œuvres Complètes (Renéville & Mouquet, 1954).

4. La Révolution Surréaliste #4 (1925). Στην πράξη, η άρνηση εργασίας των σουρρεαλιστών συχνά περιοριζόταν στους καλλιτέχνες, αποκηρύσσοντας την επιρροή της μισθωτής εργασίας στη δημιουργικότητα και διεκδικώντας δημόσιες επιδοτήσεις για την πληρωμή του κόστους διαβίωσής τους. Ακόμα και το κείμενο που γράφτηκε από τους Μπρετόν και Τρότσκι, Για μια Ανεξάρτητη Επαναστατική Τέχνη, φαίνεται να κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε δύο επαναστατικά καθεστώτα, ένα για τους καλλιτέχνες/διανοούμενους και ένα για τους εργάτες: «Αν για την ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάμεων η επανάσταση είναι υποχρεωμένη να εγκαθιδρύσει ένα σοσιαλιστικό καθεστώς συγκεντρωτικής σχεδιοποίησης, για την πνευματική δημιουργία πρέπει εξαρχής να θεμελιώσει και να εξασφαλίσει ένα αναρχικό καθεστώς πνευματικής ελευθερίας». Έτσι, ένας λόγος που οι σουρρεαλιστές παραμέλησαν την αντίφαση ανάμεσα στην απελευθέρωση και την κατάργηση της εργασίας ίσως να ήταν πως αντιμετώπιζαν την πρώτη ως ένα ζήτημα που αφορούσε κάποιους άλλους.

5. Οι καταστασιακοί γνώριζαν αυτή την πιθανή κριτική και προσπάθησαν να την εκτρέψουν. Στο «Preliminaries on Councils and Councilist Organisation» (IS #12, 1969) ο Riesel γράφει «είναι γνωστό ότι δεν έχουμε καμιά απολύτως κλίση προς τον εργατισμό οποιασδήποτε μορφής», αλλά συνεχίζει περιγράφοντας το πως οι εργάτες παραμένουν η «κεντρική δύναμη» εντός των συμβουλίων και της επανάστασης. Όπου πλησιάζουν περισσότερο την αμφισβήτηση της επιβεβαίωσης του προλεταριάτου, στη θεωρία της «γενικευμένης αυτοδιαχείρισης», είναι και περισσότερο ασυνάρτητοι – πχ: «μόνο το προλεταριάτο, καταργώντας τον εαυτό του, δίνει ξεκάθαρη μορφή στο πρόγραμμα της γενικευμένης αυτοδιαχείρισης, επειδή φέρει το πρόγραμμα εντός του υποκειμενικά κι αντικειμενικά» (Βανεγκέμ, «Notice to the Civilized Concerning Generalised Self-Management», στο ίδιο). Αν το προλεταριάτο φέρει το πρόγραμμα της αυτοδιαχείρισης «εντός του» τότε σημαίνει πως πρέπει να καταργήσει αυτό το πρόγραμμα «καταργώντας τον εαυτό του».

6. Η ΚΔ αργότερα θα αποκαλύψει την έκταση των αυταπατών τους ισχυριζόμενη αναδρομικά πως οι εργάτες είχαν υπάρξει «αντικειμενικά σε διάφορες στιγμές μόλις μια ώρα μακρυά» από το να στήσουνε συμβούλια κατά τα γεγονότα του Μάη. «The Beginning of an Era», IS #12, 1969.

7. Μπρούνο Ασταριάν, Les grèves en France en mai-juin 1968, (Echanges et Mouvement, 2003).

8. Πχ: «η φόρμουλα του “εργατικού ελέγχου” και της “εργατικής διαχείρισης” στερούνται περιεχομένου. […] Το “περιεχόμενο” [του σοσιαλισμού] δεν θα είναι η προλεταριακή αυτονομία, ο έλεγχος και η διαχείριση της παραγωγής, αλλά η εξαφάνιση της προλεταριακής τάξης. του μισθωτού συστήματος. της ανταλλαγής – ακόμη και στην τελευταία επιζώντα μορφή της ως ανταλλαγή χρήματος για εργασιακή δύναμη. και, τελικά, η ιδιωτική επιχείρηση επίσης θα εξαφανιστεί. Δεν θα υπάρχει τίποτα να ελεγχθεί ή διαχειριστεί, και κανείς για να διεκδικηθεί αυτονομία από αυτόν». Αμαντέο Μπορντίγκα, The Fundamentals of Revolutionary Communism, 1957, (ICP, 1972).

9. Ζιλ Ντωβέ, Έκλειψη και Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος, εκδόσεις Κόκκινο Νήμα.

10. Pierre Nashua (Pierre Guillaume), Perspectives on Councils, Workers’ Management and the German Left (La Vielle Taupe 1974). Carsten Juhl, «The German Revolution and the Spectre of the Proletariat» (Invariance, Series II #5, 1974).

11. Ζακ Καμάτ, «Proletariat and Revolution» (Invariance Series II #6, 1975).

12. Ο Καμάτ, ιδιαιτέρως μέσω της επιρροής του στον Fredy Perlman, θα γίνει μια από τις κύριες εμπνεύσεις για την πριμιτιβιστική σκέψη – βλέπε This World We Must Leave: and Other Essays (Autonomedia, 1995).

13. Μαρξ & Έγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος 1, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 81.

14. Η ιδέα μιας «περιόδου μετάβασης», που βρίσκεται κυρίως στα πολιτικά γραπτά των Μαρξ και Ένγκελς, είναι κοινή σχεδόν σε κάθε τάση του εργατικού κινήματος. Σε μια τέτοια περίοδο οι εργάτες αναμένεται να πάρουν τον έλεγχο των πολιτικών (λενινιστές) ή οικονομικών (συνδικαλιστές) μηχανισμών και να τους λειτουργήσουν σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα. Αυτό αντιστοιχούσε σε μια γενικότερα επικρατούσα αντίληψη πως οι εργάτες μπορούσαν να αναλάβουν τη λειτουργία των χώρων εργασίας καλύτερα από τα αφεντικά τους, κι έτσι η κατάληψη της παραγωγής θα ισοδυναμούσε με την ανάπτυξή της (επιλύοντας ανεπάρκειες, παραλογισμούς κι αδικίες). Μεταθέτοντας το ζήτημα του κομμουνισμού (το πρακτικό ζήτημα της κατάργησης της μισθωτής εργασίας, της ανταλλαγής και του κράτους) μετά τη μεταβατική περίοδο, ο άμεσος στόχος, η επανάσταση, έγινε ένα ζήτημα ξεπεράσματος συγκεκριμένων «κακών» όψεων του καπιταλισμού (ανισότητα, τυρρανία μιας παρασιτικής τάξης, «αναρχία» της αγοράς, «παραλογισμός» των «αντιπαραγωγικών» επιδιώξεων κλπ) ενώ διατηρούσε τις όψεις της καπιταλιστικής παραγωγής σε μια περισσότερο «ορθολογική» και λιγότερο «άδικη» μορφή (ισότητα μισθού και υποχρέωσης για εργασία, δικαίωμα στην πλήρη αξία του προϊόντος κάποιου μετά από κρατήσεις για «κοινωνικές δαπάνες» κλπ).

15. Ζιλ Ντωβέ, Έκλειψη κι Επανεμφάνιση του Κομμουνιστικού Κινήματος, εκδόσεις Κόκκινο Νήμα, σελ. 10.

16. Χρειάζεται να σημειωθεί πως κάτι σαν μια θέση κομμουνιστικοποίησης κατέφτασε από τον Αλφρέντο Μπονάνο κι άλλους «εξεγερτικούς αναρχικούς» τη δεκαετία του 1980. Όμως έτειναν να την κατανοούν ως ένα μάθημα προς εφαρμογή στον κάθε αγώνα. Όπως ο Ντεμπόρ λέει για τον αναρχισμό εν γένει, μια τέτοια ιδεαλιστική και κανονιστική μεθοδολογία «εγκαταλείπει το ιστορικό πεδίο» υποθέτοντας πως οι επαρκείς μορφές της πρακτικής έχουν όλες ήδη βρεθεί (Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, §92, σελ.72). Όπως ένα σπασμένο ρολόι, ένας τέτοιος αναρχισμός είναι πάντα ικανός να δείξει τη σωστή ώρα, αλλά μόνο για μια μοναδική στιγμή, ώστε όταν τελικά η ώρα έρθει, έχει μικρή διαφορά ότι επιτέλους τη δείχνει σωστή.

17. Ο Robert Faurisson είναι ένας αστός ιστορικός που τράβηξε την προσοχή στο πρόσωπό του στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αρνούμενος την ύπαρξη θαλάμων αερίων στο Άουσβιτς (όχι όμως και τις μαζικές δολοφονίες πολιτών των ναζί). Γι’ αυτή του τη θέση δικάστηκε. Για λόγους πραγματικά γνωστούς μόνο στον ίδιο, ο Pierre Guillaume έγινε επιφανής υπερασπιστής του Φωρισσόν και κατάφερε να προσελκύσει διάφορα μέλη των La Vielle Taupe και La Guerre Sociale (ιδιαιτέρως του Dominique Blanc) στον σκοπό του. Αυτό δημιούργησε μια αλληλοκτόνα πολεμική εντός της παρισινής υπεραριστεράς η οποία διήρκησε περισσότερο από μια δεκαετία.

18. Άλλες ομάδες η καταγωγή των οποίων εντοπίζεται σε αυτή τη (χαλαρώς προσδιορισμένη) τάση τη δεκαετία του 1970: La Banquise, L’Insecurité Sociale, Le Brise Glace, Le Voyou, Crise Communiste, Hic Salta, La Materielle, Temps Critiques.

19. Βλέπε παρακάτω στο παρόν τεύχος.

20. Για μια πιο λεπτομερή ανάλυση των διαφορετικών υποθέσεων που τίθενται σε αυτό τον διάλογο, βλέπε τον επίλογο του παρόντος τεύχους.