Home

Ο διάλογος ανάμεσα στην Théorie Communiste και το Troploin (Ντωβέ & Νεζίκ) που παραθέσαμε, περιστρέφεται γύρω από το θεμελιώδες ερώτημα του πώς να θεωρητικοποιήσουμε την ιστορία και την πραγματικότητα της ταξικής πάλης και της επανάστασης στην καπιταλιστική εποχή. Όπως έχουμε τονίσει στην εισαγωγή μας, κι οι δύο πλευρές ήταν προϊόντα του ίδιου πολιτικού χώρου στη Γαλλία στον απόηχο των γεγονότων του 1968. κι οι δύο ομάδες μοιράζονται, ακόμα και σήμερα, μια ερμηνεία του κινήματος που καταργεί τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις ως κίνημα κομμουνιστικοποίησης. Σύμφωνα με αυτή την κοινή άποψη, η μετάβαση στον κομμουνισμό δεν είναι κάτι που συμβαίνει μετά την επανάσταση. Μάλλον, η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση είναι η ίδια η διάλυση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων μέσω των κομμουνιστικών μέτρων που παίρνει το προλεταριάτο, καταργώντας την επιχειρηματική μορφή, την εμπορευματική μορφή, την ανταλλαγή, το χρήμα, την μισθωτή εργασία και την αξία, και καταστρέφοντας το κράτος. Κομμουνιστικοποίηση, τότε, είναι η άμεση παραγωγή του κομμουνισμού: η αυτοκατάργηση του προλεταριάτου μέσω της κατάργησης του κεφαλαίου και του κράτους.

Αυτό που ρητά διαφοροποιεί τη θέση της TC από αυτή του Troploin, ωστόσο, είναι ο τρόπος με τον οποίο οι δυο ομάδες θεωρητικοποιούν την παραγωγή, ή την ιστορική παραγωγή, αυτού του κινήματος κομμουνιστικοποίησης. Καμιά τους δεν στηρίζει τη δυνατότητα μιας επιτυχημένης κομμουνιστικής επανάστασης στην «αντικειμενική» παρακμή του καπιταλισμού. παρόλα αυτά, όσον αφορά την ιστορία της ταξικής πάλης, το Troploin, από κοινού με μεγάλο μέρος της ευρύτερης υπεραριστεράς, την αντιλαμβάνεται ως έναν κυμαινόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα σε τάξεις, ως άμπωτη και παλίρροια της ταξικής πάλης, ακολουθώντας τα απρόοπτα της κάθε ιστορικής συγκυρίας. Σύμφωνα με αυτή την ευρύτερη αντίληψη, η επαναστατική πάλη του προλεταριάτου εμφανίζεται να υπάρχει ή να εξαφανίζεται σε κάποια σημεία της ιστορίας, μόνο για να επανεμφανιστεί σε άλλα «υψηλά επίπεδα» (π.χ. 1848, 1871, 1917-21, 1936, 1968-9). Υπό αυτή την οπτική, τώρα βιώνουμε μια παρατεταμένη ύφεση της ταξικής πάλης (τουλάχιστον στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες), και αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αναμένουμε την επόμενη εμφάνιση του κομμουνιστικού κινήματος, ή το επαναστατικό προλεταριάτο να φέρει σε πέρας την ανατρεπτική δουλειά του: «Καλά έσκαψες γεροτυφλοπόντικα!»[1].

Έτσι, για το Troploin ο κομμουνισμός ως κομμουνιστικοποίηση είναι μια πάντα παρούσα (αν και κάποιες φορές εξαφανισμένη) δυνατότητα, η οποία, ακόμη κι αν δεν υπάρχει καμιά εγγύηση πως θα πραγματοποιηθεί, αποτελεί μια σταθερά της καπιταλιστικής εποχής. Αντίθετα, για την TC η κομμουνιστικοποίηση είναι η συγκεκριμένη μορφή την οποία η κομμουνιστική επανάσταση πρέπει να πάρει στον τρέχοντα κύκλο αγώνων. Εν διακρίσει από το Troploin, τότε, η TC είναι ικανή αναστοχαστικά να στηρίξει την αντίληψή της για την κομμουνιστικοποίηση σε μια ερμηνεία της καπιταλιστικής ιστορίας ως κύκλων αγώνα.

Κύκλοι αγώνων και φάσεις συσσώρευσης

Η TC ιστορικοποιεί την αντιφατική σχέση ανάμεσα σε κεφάλαιο και προλεταριάτο στη βάση μιας περιοδολόγησης της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. αυτή η περιοδολόγηση διακρίνει κύκλους αγώνων σύμφωνα με τις ποιοτικές μεταβολές στη σχέση εκμετάλλευσης. Αυτή η ιστορία για τη TC περιλαμβάνει τρεις ευρέως αναγνωρίσιμες περιόδους: (1) τυπική υπαγωγή – τελειώνει γύρω στο 1900. (2) πρώτη φάση πραγματικής υπαγωγής – από το 1900 έως τη δεκαετία του 1970. (3) δεύτερη φάση της πραγματικής υπαγωγής – από τη δεκαετία του 1970 έως και σήμερα.

Έχει σημασία για την TC, η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο να μην είναι απλώς ένα ζήτημα τεχνικής οργάνωσης της εργασίας στην άμεση παραγωγική διαδικασία, στην οποία η τυπική υπαγωγή συνδέεται με την απόσπαση απόλυτης υπεραξίας (μέσω της επιμήκυνσης της εργάσιμης ημέρας) και η πραγματική υπαγωγή με την απόσπαση σχετικής υπεραξίας (μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας με την εισαγωγή νέων τεχνικών παραγωγής, επιτρέποντας στους εργάτες να αναπαράγουν την αξία των μισθών τους σε μικρότερο χρόνο, πραγματοποιώντας έτσι περισσότερη υπερεργασία σε μια εργάσιμη ημέρα δεδομένης διάρκειας). Στην αντίληψη της TC, ο χαρακτήρας κι η έκταση ή βαθμός της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο είναι επίσης, και πιθανώς θεμελιωδώς, καθορισμένος από τον τρόπο με τον οποίο οι δύο πόλοι της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας, δηλαδή το κεφάλαιο και το προλεταριάτο, συσχετίζονται μεταξύ τους ως τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Έτσι, για τη TC, το κλειδί της ιστορίας του κεφαλαίου είναι η αλλαγή του τρόπου αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων στο σύνολό τους, σύμφωνα με τη διαλεκτική ανάπτυξη της σχέσης ανάμεσα στις τάξεις. Φυσικά αυτή η ανάπτυξη είναι η ίδια εγγενώς προσδεμένη στις απαιτήσεις της απόσπασης υπεραξίας. Εν συντομία, για την TC η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο μεσολαβεί, κι είναι μεσολαβημένη, από τον συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα της ταξικής σχέσης στο επίπεδο του συνόλου της κοινωνίας.

Υπάρχει κάτι προβληματικό τόσο στον τρόπο που η TC χρησιμοποιεί την έννοια της υπαγωγής για να περιοδολογήσει τον καπιταλισμό, όσο και στον τρόπο που αυτή η χρήση εν μέρει συσκοτίζει μια από τις πιο σημαντικές όψεις της ανάπτυξης της ταξικής σχέσης, την οποία η θεωρία της κατά τα άλλα φέρνει στο επίκεντρο. Μιλώντας αυστηρά, η τυπική και πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο επιβάλλονται μόνο στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Με ποια έννοια, για παράδειγμα, μπορεί οτιδήποτε πέρα από την εργασιακή διαδικασία ποτέ να ειπωθεί πως πράγματι είναι υπαγμένο στο κεφάλαιο αντί για απλώς κυριαρχούμενο ή μετασχηματιζόμένο από αυτό[2]; Η TC, ωστόσο, προσπαθεί να θεωρητικοποιήσει, με τη χρήση αυτών των κατηγοριών της υπαγωγής, τον χαρακτήρα της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης καθεαυτής αντί απλώς τον τρόπο με τον οποίο η εργασιακή διαδικασία πραγματικά γίνεται η αξιοποιητική διαδικασία του κεφαλαίου. Όμως, είναι μέσω της αμφισβητήσιμης θεωρητικής ανάπτυξης των κατηγοριών της υπαγωγής, που η TC είναι ικανή να αναπτύξει μια νέα αντίληψη για την ιστορική ανάπτυξη της ταξικής σχέσης. Εντός αυτής της περιοδολόγησης, ο βαθμός ενσωμάτωσης των κυκλωμάτων αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της εργασιακής δύναμης είναι αποφασιστικής σημασίας. Το κλειδί στην ιστορική περιοδολόγηση της ταξικής σχέσης είναι η έκταση στην οποία η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, κι οπότε του προλεταριάτου ως τάξη, είναι ενσωματωμένη στο κύκλωμα της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου[3].

Η «περίοδος τυπικής υπαγωγής» της TC, χαρακτηρίζεται από μια αδιαμεσολάβητη εξωτερική σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο: η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης δεν είναι πλήρως ενσωματωμένη στον κύκλο της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Σε αυτή την περίοδο, το προλεταριάτο συγκροτεί έναν θετικό πόλο της σχέσης, κι είναι ικανό να επιβεβαιώνει την αυτονομία του σε σχέση με το κεφάλαιο την ίδια στιγμή που βρίσκει τον εαυτό του ενισχυμένο από την καπιταλιστική ανάπτυξη. Ωστόσο, η αυξανόμενη ισχύς της τάξης εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας κι η αυτόνομη επιβεβαίωσή της, ήρθαν σταθερά σε αντίφαση μεταξύ τους. Στη συντριβή της εργατικής αυτονομίας στις επαναστάσεις κι αντεπαναστάσεις στο τέλους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αυτή η αντίφαση επιλύθηκε με την ενίσχυση της τάξης η οποία αποκαλύφθηκε πως δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την ίδια την καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτή η ποσοτική μετατόπιση στην ταξική σχέση σηματοδοτεί το τέλος της μετάβασης απο την περίοδο της τυπικής υπαγωγής στην πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής. Από αυτό το σημείο κι έπειτα, η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης ενσωματώνεται πλήρως, μολονότι με ένα έντονα μεσολαβημένο τρόπο, στην καπιταλιστική οικονομία, κι η διαδικασία παραγωγής μετασχηματίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο σε αυτή τη φάση υπαγωγής γίνεται εσωτερική, αλλά μεσολαβημένη από το κράτος, τη διαίρεση της παγκόσμιας οικονομίας σε εθνικές περιοχές και Ανατολικές ή Δυτικές ζώνες συσσώρευσης (η κάθε μία με τα αντίστοιχα της μοντέλα ανάπτυξης του «τρίτου κόσμου»), τη συλλογική διαπραγμάτευση εντός του πλαισίου της εθνικής αγοράς εργασίας, και το φορντικό deal που συνδέει την παραγωγικότητα με τις μισθολογικές αυξήσεις.

Η θετικότητα του προλεταριακού πόλου εντός της ταξικής σχέσης κατά την περίοδο της τυπικής υπαγωγής και την πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, εκφράζεται σε αυτό που η TC ονομάζει «προγραμματισμό» του εργατικού κινήματος, του οποίου οι οργανώσεις, κόμματα και συνδικάτα (είτε σοσιαλδημοκρατικά είτε κομμουνιστικά, είτε αναρχικά είτε συνδικαλιστικά) εκπροσωπούν την αυξανόμενη ισχύ του προλεταριάτου κι επικυρώνουν το πρόγραμμα της απελευθέρωσης της εργασίας και της αυτοεπιβεβαίωσης της εργατικής τάξης. Ο χαρακτήρας της ταξικής σχέσης την περίοδο του προγραμματικού εργατικού κινήματος καθορίζει έτσι την κομμουνιστική επανάσταση σε αυτό τον κύκλο αγώνων ως την αυτοεπιβεβαίωση του ενός από τους πόλους της σχέσης κεφαλαίου-εργασίας. Ως τέτοια, η κομμουνιστική επανάσταση δεν απαλλάσσεται από τη σχέση καθεαυτή, αλλά απλώς αλλάζει τους όρους της, κι οπότε φέρει εντός της την αντεπανάσταση με την μορφή της εργατικής διαχείρισης της οικονομίας και της συνεχιζόμενης συσσώρευσης κεφαλαίου. Αποκεντρωμένη διαχείριση της παραγωγής μέσω εργοστασιακών συμβουλίων από την μια μεριά, και κεντρικός σχεδιασμός από το εργατικό κράτος από την άλλη, είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, δύο μορφές του ίδιου περιεχομένου: εργατική εξουσία τόσο ως επανάσταση όσο κι ως αντεπανάσταση.

Για την TC, αυτό ο κύκλος έκλεισε με τα κινήματα του 1968-73, τα οποία σηματοδοτούν την απαξίωση του προγράμματος της απελευθέρωσης της εργασίας και της αυτοεπιβεβαίωσης του προλεταριάτου. η καπιταλιστική αναδιάρθρωση στον απόηχο αυτών των κινημάτων κι η κρίση στη σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο παρασύρει ή υπονομεύει τους θεσμούς του παλιού εργατικού κινήματος. Οι συγκρούσεις του 1968-73 έτσι εισάγουν ένα νέο κύκλο συσσώρευσης κι αγώνων, τον οποίο η TC ονομάζει δεύτερη φάση της πραγματικής υπαγωγής, ο οποίος καθορίζεται από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση ή αντεπανάσταση του 1974-95 η οποία αλλάζει θεμελιωδώς τον χαρακτήρα της σχέσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο. Τώρα απουσιάζουν όλοι οι περιορισμοί της συσσώρευσης -όλα τα εμπόδια στη ρευστότητα και τη διεθνή κινητικότητα του κεφαλαίου- τα οποία εκπροσωπούσαν ακαμψίες εθνικών αγορών εργασίας, πρόνοιας, η διαίρεση της παγκόσμιας οικονομίας σε ψυχροπολεμικά μπλοκ και η προστατευμένη εθνική ανάπτυξη που αυτοί επέτρεπαν στην «περιφέρεια» της παγκόσμιας οικονομίας.

Η κρίση του κοινωνικού συμβολαίου που βασιζόταν στο φορντικό παραγωγικό μοντέλο και το κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας, φέρνει μαζί του τη χρηματιστικοποίηση, την αποσύνθεση και τη μετεγκατάσταση της βιομηχανικής παραγωγής, τη διάλυση της εργατικής ισχύος, την απορρύθμιση, το τέλος της συλλογικής διαπραγμάτευσης, ιδιωτικοποιήσεις, τη μετατόπιση προς την προσωρινή, ελαστική εργασία και τον πολλαπλασιασμό των νέων βιομηχανιών παροχής υπηρεσιών. Η παγκόσμια καπιταλιστική αναδιάρθρωση -ο σχηματισμός μιας αυξανόμενα ενιαίας παγκόσμιας αγοράς εργασίας, η εφαρμογή νεοφιλελευθέρων πολιτικών, η απελευθέρωση των αγορών κι η διεθνής χειροτέρευση μισθών και συνθηκών εργασίας- αποτελεί μια αντεπανάσταση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα το γεγονός ότι κεφάλαιο και προλεταριάτο τώρα αναμετρούνται άμεσα σε παγκόσμια κλίμακα. Τα κυκλώματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της εργασιακής δύναμης -κυκλώματα μέσω των οποίων αναπαράγεται η ίδια η ταξική σχέση- είναι τώρα πλήρως ενσωματωμένα: αυτά τα κυκλώματα είναι τώρα άμεσα εσωτερικά συσχετισμένα. Η αντίφαση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο τώρα μετατοπίζεται στο επίπεδο της αναπαραγωγής τους ως τάξεις. από αυτή τη στιγμή κι έπειτα, το διακύβευμα είναι η αναπαραγωγή της ίδιας της ταξικής σχέσης.

Με την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου (η οποία συνιστά διάλυση όλων των μεσολαβήσεων στη ταξική σχέση) προκύπτει μη αδυναμία του προλεταριάτου να συσχετιστεί θετικά με τον εαυτό του ενάντια στο κεφάλαιο: το ανέφικτο της προλεταριακής αυτονομίας. Από το να είναι ένας θετικός πόλος της σχέσης ως συνομιλητής με την, ή ανταγωνιστής της, καπιταλιστικής τάξης, το προλεταριάτο μετασχηματίζεται σε έναν αρνητικό πόλο. Η ίδια η ύπαρξή του ως προλεταριάτο, του οποίου η αναπαραγωγή είναι πλήρως ενσωματωμένη στο κύκλωμα του κεφαλαίου, γίνεται εξωτερική του εαυτού του. Εκείνο που ορίζει τον σύγχρονο κύκλο αγώνων σε αντιδιαστολή με τον προηγούμενο, είναι ο χαρακτήρας της αυτοσυσχέτισης του προλεταριάτου, η οποία είναι τώρα άμεσα η σχέση του με το κεφάλαιο. Όπως το θέτει η TC, στον τρέχοντα κύκλο αγώνων το ταξικό ανήκειν του ίδιου του προλεταριάτου αντικειμενικοποιείται εναντίον του ως εξωτερικός καταναγκασμός, ως κεφάλαιο[4].

Αυτός ο θεμελιώδης μετασχηματισμός του χαρακτήρα της ταξικής σχέσης, η οποία παράγει αυτή την αντιστροφή στην αυτοσυσχέτιση του προλεταριάτου ως πόλου της σχέσης εκμετάλλευσης, αλλάζει τον χαρακτήρα των ταξικών αγώνων, και προκαλεί το προλεταριάτο να αμφισβητήσει την ίδια την ύπαρξή του ως τάξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Έτσι, για την TC η επανάσταση ως κομμουνιστικοποίηση είναι μια ιστορικά συγκεκριμένη παραγωγή: είναι ο ορίζοντας αυτού του κύκλου αγώνων[5].

Ένα παραγόμενο ξεπέρασμα

Για την TC, η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο δεν είναι μια σχέση ανάμεσα σε δύο διαχωρισμένα υποκείμενα, αλλά μια σχέση αμοιβαίας συνεπαγωγής στην οποία κι οι δύο πόλοι της σχέσης συγκροτούνται ως στιγμές μιας αυτοδιαφοροποιημένης ολότητας. Είναι η ίδια η ολότητα -αυτή η αντίφαση σε κίνηση- η οποία παράγει την υπέρβασή της κατά την επαναστατική δράση του προλεταριάτου ενάντια στην ίδια τη ταξική του ύπαρξη, ενάντια στο κεφάλαιο. Αυτή η έμφυτη, διαλεκτική αντίληψη της ιστορικής πορείας της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης αντικαθιστά τους σχετικούς δυισμούς αντικειμενισμού/υποκειμενισμού και αυθορμητισμού/βολονταρισμού οι οποίες χαρακτήριζαν τις περισσότερες μαρξιστικές θεωρίες στον 20ό αιώνα έως και σήμερα. Ο δυναμισμός κι ο μεταβαλλόμενος χαρακτήρας αυτής της σχέσης κατανοείται έτσι ως μια ενιαία διαδικασία κι όχι απλώς με όρους κυμάτων προλεταριακής επίθεσης και καπιταλιστικής αντεπίθεσης.

Σύμφωνα με την TC, είναι οι ποιοτικοί μετασχηματισμοί εντός της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης που καθορίζουν τον επαναστατικό ορίζοντα του τωρινού κύκλου αγώνων ως κομμουνιστικοποίηση. Για εμάς, είναι επίσης αλήθεια σε ένα πιο γενικό επίπεδο αφαίρεσης, πως η αντιφατική σχέση ανάμεσα σε κεφάλαιο και προλεταριάτο έχει πάντοτε δείξει πέρα από τον εαυτό της, στον βαθμό που -από την ίδια τη γέννησή της- παράγει το ίδιο της το ξεπέρασμα ως ορίζοντα που ενυπάρχει στους πραγματικούς αγώνες. Αυτός ο ορίζοντας, ωστόσο, είναι αλληλένδετος με τις πραγματικές, ιστορικές μορφές που παίρνει η κινούμενη αντίφαση. Είναι, έτσι, μόνο υπό αυτή την διευκρινιστική έννοια που μπορούμε να μιλάμε για τον κομμουνισμό διιστορικά (δηλαδή καθόλη την ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής). Το αντιλαμβανόμαστε ως εξής, το κομμουνιστικό κίνημα, ερμηνευόμενο όχι ως συγκεκριμενοποίηση της ολότητας -ούτε ως κίνημα κομμουνιστών ούτε ως κίνημα της τάξης- αλλά μάλλον ως η ολότητα καθεαυτή, είναι και διιστορική και διαφοροποιείται ανάλογα με τις ιστορικά συγκεκριμένες μορφές της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης. Εκείνο που αναγκάζει το κομμουνιστικό κίνημα -την κομμουνιστική επανάσταση- να πάρει τη συγκεκριμένη μορφή της κομμουνιστικοποίησης στον σύγχρονο κύκλο, είναι η ίδια η διαλεκτική της ενσωμάτωσης των κυκλωμάτων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της εργασιακής δύναμης[6]. Είναι αυτή που παράγει τη ριζοσπαστική αρνητικότητα της αυτοσυσχέτισης του προλεταριάτου σε σχέση με το κεφάλαιο. Σε αυτή την περίοδο, για να αποτινάξει τις «ριζικές αλυσίδες» του, το προλεταριάτο δεν γενικεύει τη συνθήκη του σε ολόκληρη την κοινωνία, αλλά διαλύει την ίδια την ύπαρξή του άμεσα, μέσω της κατάργησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

Σημειώσεις:

1. Μαρξ, Κ., 1986, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 153.

2. Θα διερευνήσουμε περαιτέρω αυτά τα ζητήματα στο επόμενο τεύχος των Endnotes.

3. Με τον όρο «αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου», η TC προσπαθεί να περιγράψει τη συνθήκη, κατά την οποία το κεφάλαιο εγκαθιδρύει τον εαυτό του τόσο ως προϋπόθεση όσο κι ως αποτέλεσμα της ίδιας τους της διαδικασίας. Αυτό εκφράζεται στη χρήση της TC (ακολουθώντας τη γαλλική έκδοση του Κεφαλαίου) του όρου double moulinet (Σ.τ.Μ.: στα ελληνικά ο όρος συνήθως αποδίδεται ως διπλό μάγγανο), σηματοδοτώντας τεμνόμενους κύκλους.

4. Αυτή η θεμελιώδης αρνητικότητα στην αυτοσυσχέτιση του προλεταριάτου σε σχέση με το κεφάλαιο, εκφράζεται από τη χρήση της TC του όρου écart, ο οποίος μπορεί να αποδοθεί ως «απόκλιση», «παρέκκλιση» ή «χάσμα». Για την TC, αυτή η έννοια εκφράζει την ιδέα πως η δράση του προλεταριάτου ως τάξη είναι το όριο αυτού του κύκλου αγώνων. επειδή οι αγώνες του δεν έχουν άλλον ορίζοντα πέρα από την ίδια την αναπαραγωγή του ως τάξη, ενώ είναι ανίκανο να επιβεβαιώσει τον εαυτό του ως τέτοιο.

5. Για μια ανάλυση αυτής της προβληματικής σε σχέση με συγκεκριμένους αγώνες βλέπε TC, «Η επανάσταση είναι η πρώτη πράξη της επανάστασης, στη συνέχεια γίνεται ένα εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί». Μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά στο παρακάτω link: http://inmediasres.espivblogs.net/files/2016/06/tc_autonomy.pdf

6. Θα διερευνήσουμε περαιτέρω αυτά τα ζητήματα στο επόμενο τεύχος των Endnotes.