Home

Το περιοδικό 2008-2012 εκδόθηκε άπαξ στα τέλη Δεκεμβρίου 2012 ως ένα ατομικό πρότζεκτ κατανόησης του πρόσφατου παρελθόντος της ταξικής πάλης και σε αυτή τη βάση απηύθυνε ανοιχτή πρόσκληση για τη διεξαγωγή μιας θεωρητικής συζήτησης σε όσους και όσες μοιράζονταν την αίσθηση ότι πράγματι κάτι μας είχε διαφύγει από αυτό το παρελθόν. Το παρόν site αποτελεί συνέχεια αυτής της προηγούμενης απόπειρας, η οποία εν τω μεταξύ, μέσω της συνάντησης με συντρόφους που διατύπωναν συγγενικά ερωτήματα, είχε αποκτήσει τα χαρακτηριστικά ενός χώρου συζήτησης, ενός milieu αν προτιμάτε.

Ως συνδιαχειριστές, από τις αρχές του 2014 μέχρι τις αρχές του 2015, και αποκλειστικοί διαχειριστές από τις αρχές του 2015 μέχρι σήμερα, του blog communisation.espivblogs.net (το οποίο θα παραμείνει ενεργό χωρίς πλέον να ανανεώνεται το περιεχόμενό του) επιμένουμε στη δημιουργία ενός χώρου συζήτησης γύρω από την επικαιρότητα και το περιεχόμενο του κομμουνισμού και της επανάστασης· και οπωσδήποτε της σχέσης του προλεταριάτου με όλα αυτά. Στη δημιουργία αυτού του επιθυμητού milieu κεντρική θέση κατέχει η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης, με όλες τις τάσεις και τις προεκτάσεις της, η οποία, εξ όσων γνωρίζουμε, είναι μεταξύ των ελαχίστων που συνεχίζουν να θέτουν τέτοιου είδους ζητήματα σήμερα.

Αναμφίβολα, η τρέχουσα κρίση με τις μορφές ταξικής πάλης που τη συνοδεύουν δεν αφήνουν περιθώρια επιβεβαίωσης της εργατικής ταυτότητας και του ορίζοντα μιας άλλης κοινωνίας όπως την οραματιζόταν το εργατικό κίνημα. Κατά τη γνώμη μας, μένει να φανεί ποια θα ήταν τα σημερινά χαρακτηριστικά μιας θεωρίας της επανάστασης, η οποία δεν θα παρέκαμπτε τα ζητήματα φύλου και φυλής εντός του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, η οποία με άλλα λόγια θα επεξεργαζόταν εκ νέου τη σχέση κράτους και κοινωνίας πολιτών εντός του.

Ακολουθεί το editorial του περιοδικού:

 

«Έχω την αίσθηση ότι σε αυτούς τους καιρούς της αβεβαιότητας, όταν μας έχει διαφύγει το παρελθόν και το μέλλον είναι ακαθόριστο, πρέπει να βάζουμε σε τάξη τη μνήμη μας προκειμένου να κατανοήσουμε το παρόν. Ενδεχομένως οι μεγάλες ταμπέλες, σαν τις μεγάλες θεωρίες, να μην είναι της μόδας σήμερα. Αλλά αντέχουμε πράγματι να υποστούμε τις συνέπειες που θα προκαλούσε η συντόμευση μιας τέτοιας παράκαμψης, αν θέλαμε να κατανοήσουμε τις ιδιαιτερότητες του πώς φτάσαμε στο hic et nunc [εδώ και τώρα]; Ειδικότερα, οι σύγχρονες συνθήκες χαρακτηρίζονται από μια πρόσφατη ανατροπή που απειλεί το σύστημα της μισθωτής εργασίας: μαζική ανεργία και ανασφάλεια σε πολλές θέσεις εργασίας, αποτυχία των παραδοσιακών δικτύων κοινωνικής προστασίας να αντιμετωπίσουν αυτές τις καταστάσεις, πολλαπλασιασμός των ατόμων που καταλαμβάνουν τη θέση του “υπεράριθμου” στην κοινωνία, είτε “απασχολήσιμου», είτε άνεργου, είτε περιστασιακά και προσωρινα απασχολούμενου…

Δεν είναι λιγότερο σημαντικό να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε πώς η μισθωτή εργασία κατέληξε να γίνει το βασικό πλαίσιο αναφοράς της σύγχρονης “κοινωνίας των μισθωτών”. Αλλά η απόπειρα εξήγησης αυτού του γεγονότος δεν αποτελεί ζήτημα που αφορά μόνο τον ιστορικό. Ορισμένα βαθύτερα κοινωνικοϊστορικά χαρακτηριστικά της θέσης που καταλαμβάνει η μισθωτή εργασία είναι απαραίτητα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε σε όλο της το εύρος την απειλή του ρήγματος που στοιχειώνει τις σύγχρονες κοινωνίες και ωθεί στο προσκήνιο τις θεματικές της προσωρινότητας, της ευαλωτότητας, του αποκλεισμού, του διαχωρισμού, του εξοστρακισμού, της αποσύνδεσης [disaffiliation] κλπ. Αν και είναι αλήθεια ότι αυτά τα ζητήματα τέθηκαν μόλις τα τελευταία είκοσι χρόνια, τίθενται μετά και σε σχέση με ένα προηγούμενο πλαίσιο κοινωνικής προστασίας… Αυτή η νέα ευαλωτότητα, ορισμένη και αντιληπτή στη βάση της κοινωνικής προστασίας, είναι έτσι εντελώς διαφορετική από την αβεβαιότητα του χθες που χαρακτήριζε, διαμέσου των αιώνων, την κοινή συνθήκη αυτού που αποκαλούμε “ο λαός”. Στ’ αλήθεια δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε σήμερα για “κρίση” εκτός κι αν είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε όλες τις συνέπειες μιας τέτοιας τοποθέτησης. Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί – που σημαίνει, είναι ταυτόχρονα κοινό και διαφορετικό – τις προηγούμενες συνθήκες μεγάλης κλίμακας ευαλωτότητας από την προσωρινότητα του σήμερα[;]…

Αυτό είναι το είδος κατανόησης που επιδιώκω να παραχθεί εδώ. Αν η ιστορία καταλαμβάνει ένα τόσο μεγάλο μέρος σε αυτό το έργο, είναι η ιστορία του παρόντος αυτή με την οποία σχετίζεται: η προσπάθεια να επανεξετάσουμε την ανατροπή των πιο πρόσφατων συνθηκών ανακατασκευάζοντας τους μετασχηματισμούς τους οποίους κληρονόμησαν οι τρέχουσες περιστάσεις μας. Η επιστροφή στο παρελθόν με ένα ερώτημα που είναι σήμερα δικό μας και η γραπτή περιγραφή των απαρχών τους και των κύριων μονοπατιών που aκολούθησαν· αυτό είναι που θέλω να αποπειραθώ, γιατί παρόν δεν είναι μόνο το σύγχρονο. Είναι επίσης και συνέπεια μιας κληρονομιάς και η υπενθύμιση αυτής της κληρονομιάς είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να κατανοήσουμε και να διαχειριστούμε το σήμερα».

Robert Castel, Les métamorphoses de la question sociale: une chronique du salariat, 1999.

“Έχω την αίσθηση ότι σε αυτούς τους καιρούς της αβεβαιότητας, όταν μας έχει διαφύγει το παρελθόν και το μέλλον είναι ακαθόριστο, πρέπει να βάζουμε σε τάξη τη μνήμη μας προκειμένου να κατανοήσουμε το παρόν”. Δε νομίζω ότι θα μπορούσαν να συνοψιστούν καλύτερα τα κίνητρα γι’ αυτή την έκδοση. To 2008-2012 ξεκινάει ως ένα ατομικό πρότζεκτ κατανόησης του πρόσφατου παρελθόντος της ταξικής πάλης, από όπου και το συμβολικό όνομά του, και απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση σύμπραξης καταρχήν σε όσους και όσες μοιράζονται την αίσθηση ότι πράγματι το πρόσφατο παρελθόν μας έχει διαφύγει, ότι όχι μόνο υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα, αλλά και συμπεράσματα που πρέπει να βγουν και η υπάρχουσα θεωρητική συζήτηση δεν έχει ακόμα εξάγει. Είναι σαφές ότι μια τέτοια απόπειρα περιλαμβάνει και την κριτική και αυτοκριτική επεξεργασία των ήδη καταγραμμένων απόψεων με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις μέχρι τώρα “βέβαιες” συμφωνίες και διαφωνίες μας, καθώς και για τα θεωρητικά χρέη μας.

Υπάρχουν όμως ελαφρυντικά; Μήπως ο κινηματικός χρόνος είχε επικίνδυνα επιταχυνθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει θεωρητική επεξεργασία και ταυτόχρονα αποτίμηση της κάθε φορά κατάστασης στην οποία βρισκόταν το κίνημα; Όταν ο Μαρξ αντιγράφει από τον Φάουστ του Γκαίτε το γνωστό “εν αρχή ην η πράξις” για να συμπληρώσει μετά αναφερόμενος στους κατόχους εμπορευμάτων ότι “γι’ αυτό έδρασαν προτού σκεφτούν”, ακόμα και σήμερα κάποιοι θεωρούν ότι στο σημείο αυτό υπάρχει σκάνδαλο. Το πραγματικό σκάνδαλο όμως, με όσα γράφει ο Μαρξ σε αυτό το σημείο, είναι ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στους φορείς των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και τους λεγόμενους “επαναστατικούς κύκλους”, το “επαναστατημένο προλεταριάτο” ή όπως αλλιώς επιθυμεί κανείς να αναπαράγει τον διαχωρισμό με ιδεολογική μορφή. Όπως σωστά έχει ειπωθεί, το προλεταριάτο δεν υπάρχει δυο φορές, δεν είναι δισυπόστατο.

Είναι πολλοί αυτοί που θα συμφωνήσουν με την πρώτη φράση του Κομμουνιστικού Μα νιφέστου, ανάμεσά τους και το πρότζεκτ 2008-2012. Με μια όμως αναγκαία διευκρίνιση: ότι παίρνει στα σοβαρά ότι “η ιστορία των μέχρι σήμερα κοινωνιών είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων” (ο τονισμός δικός μας). Η έμφαση στην ιστορικοποίηση της ταξικής πάλης δεν είναι ένα απλό σχήμα λόγου, αλλά αποτελεί για εμάς το βασικότερο θεωρητικό και πρακτικό ανάχωμα στην παρούσα φάση διάσωσης και επανεπιβολής της σχέσης κεφάλαιο, ειδικά όταν οι μορφές που αυτή παίρνει (ανα)παράγονται ακόμα και στο εσωτερικό του ανταγωνιστικού κινήματος. Αν χρειαστεί, θα επαναλάβουμε ότι “η μόνη επιστήμη που αναγνωρίζουμε είναι η επιστήμη της ιστορίας”. Γιατί αν όχι στο πεδίο της ιστορίας των σύγχρονων κοινωνιών, τότε πού εκδηλώνεται η ταξική πάλη και τα αποτελέσματά της; Σε πείσμα των militants ακτιβιστών και του ιδιότυπου “τέλους της ιστορίας” που ξεδιάντροπα προάγουν, οι κοινωνικοϊστορικές προϋποθέσεις για τη θεωρητική διαμάχη Τόμσον-Αλτουσέρ ανανεώνονται διαρκώς.

Δεχόμαστε ότι η εξέγερση του Δεκέμβρη παραμένει επίκαιρη. Χωρίς αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί ούτε η σφοδρότητα της αντεπίθεσης του κεφαλαίου, ούτε η ποικιλία των μορφών αντίστασης του προλεταριάτου, ούτε γιατί η αριστερά παρέμεινε αριστερά του κεφαλαίου. Ούτε σχεδόν τίποτα. Τα τέσσερα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, σημείο αναφοράς του 2008-2012, θα έπρεπε να έχουν πείσει γιατί “τα γεγονότα του Δεκέμβρη ήταν τα πιο σημαντικά από τη Μεταπολίτευση και μετά”. Από ό,τι φάνηκε, αυτό το, ας το πούμε ευγενικά, “έλλειμμα κατανόησης” δεν αφορούσε μόνο το βάθος και το εύρος της κινηματικής διαδικασίας του 2008· αφορούσε, και συνεχίζει να αφορά, την κατανόηση του ίδιου του φαινομένου της “Μεταπολίτευσης”, της πασοκικής διακυβέρνησης κ.α. Γιατί όταν λες και γράφεις ότι “τώρα με τα μνημόνια περνιούνται τα μέτρα που ήταν σχεδιασμένα να περάσουν εδώ και είκοσι χρόνια” χωρίς να εξηγείς γιατί η ταξική πάλη πήρε διαφορετικές μορφές τώρα από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του ’90 –οπότε έγινε μια συντονισμένη απόπειρα να περάσουν ορισμένα ανάλογα μέτρα– τι άλλο κάνεις εκτός από το να βυθίζεις κεφάλια στο χώμα σαν γνήσια αριστερή στρουθοκαμήλος;

Τελικά, ο Δεκέμβρης ήταν προϊόν της κρίσης. Ποιας κρίσης όμως; Η εύκολη απάντηση είναι να επισημάνει κανείς το χρονικό πρωθύστερο του Δεκέμβρη σε σχέση με τη συμφωνία με την τρόικα τον Μάιο του 2010 και να δώσει την εύκολη αρνητική απάντηση. Μια πιο σοφιστικέ εκδοχή θα κάνει τη σύνδεση με την κρίση των subprimes και θα απαντήσει ότι ναι μεν η κρίση άρχισε να εκδηλώνεται παγκοσμίως το καλοκαίρι του 2007, ότι ναι μεν η κρίση άρχισε να γίνεται αισθητή από τις εξαγωγικές ελληνικές επιχειρήσεις (μεταλλουργία, διυλιστήρια, φαρμακοβιομηχανίες, κ.α.) ήδη από τα μέσα του 2008, αλλά δεν είναι δυνατόν να αποκατασταθούν συνδέσεις με την εξέγερση παρά μόνο σε ένα επικίνδυνα υψηλό αφαιρετικό επίπεδο. Δεκτό. Όμως, και εδώ συναντάμε πάλι τον Castel, υπάρχει τελικά κρίση της μισθωτής σχέσης; Η απάντηση δεν είναι ούτε η ίδια ούτε αυτονόητη για όλους. Εμείς πάντως έχουμε πειστεί όχι μόνο για την πραγματικότητα αυτής της κρίσης, αλλά και για τις αντιφατικές απελευθερωτικές προοπτικές που αυτή παράγει. Αν βγούμε από ένα τέτοιο πλαίσιο κατανόησης, η σημασία της εξέγερσης του Δεκέμβρη παραμένει αιωρούμενη στο κενό ως “εξέγερση της νεολαίας”. Γι’ αυτό και έχει δίκιο ο Castel όταν υποστηρίζει ότι «στ’ αλήθεια δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε σήμερα για “κρίση” εκτός κι αν είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε όλες τις συνέπειες μιας τέτοιας τοποθέτησης». Το θεωρητικό και πρακτικό ζουμί βρίσκεται στην αποδοχή των συνεπειών μιας τέτοιας τοποθέτησης. Το 2008-2012 επιδιώκει να σκιαγραφήσει τις πιθανές προβληματικές μιας τέτοιας τοποθέτησης.

Από τα βασικά μελήματα του 2008-2012 είναι να αναδειχτεί η σύνδεση της κρίσης της μισθωτής σχέσης με την κρίση χρέους. Γι’ αυτό το σύνθετο, αλλά πολλά υποσχόμενο, εγχείρημα το κλειδί είναι η έννοια της αναπαραγωγής της σχέσης κεφάλαιο εν μέσω πολιτικής κρίσης. Εδώ έγκειται ίσως η βασικότερη ομοιότητα της ελληνικής με την αργεντίνικη περίπτωση και όχι στο ΔΝΤ που βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας, στα ελικόπτερα με τα οποία κάποιοι πρέπει να φύγουν και σε λοιπά αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα. Η επικέντρωση στη χρηματοπιστωτική πλευρά του πράγματος –όσο συστηματική και εξαντλητική κι αν είναι και όσο κι αν συλλαμβάνει την αναβάθμιση και τον μετασχηματισμό του ρόλου του κράτους εν μέσω κρίσης– βρίσκει συνεχώς μπροστά της τα ίδια της τα όρια από τη στιγμή που δε θίγει ζητήματα ταξικής πάλης και ταξικής ανασύνθεσης με συγκεκριμένο τρόπο. Το 2008-2012 αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μια task force που θα προσπαθήσει να ανιχνεύσει τα όρια της χρηματικής θεωρίας της αξίας και το ενδεχόμενο η τρέχουσα κρίση να αποδειχτεί η τελική.

Όσον αφορά τον ελλαδικό χώρο, το 2008-2012 θεωρεί ότι πράγματι με τις εκλογές του 2012 και τα μέτρα του τρίτου μνημονίου κλείνει ένας πρώτος κύκλος επιβολής της εσωτερικής υποτίμησης υπό καθεστώς όχι ελεγχόμενης πτώχευσης, αλλά ελεγχόμενου εμφυλίου. Σίγουρα τα πράγματα δεν έχουν τελειώσει εδώ, θα έχουμε και συνέχεια, με ποια μορφή όμως; Από τη στιγμή που αναδείχθηκαν τα όρια του αγώνα της ντόπιας εργατικής τάξης ενάντια στον διευρυμένο συλλογικό καπιταλιστή, δηλαδή το ελληνικό κράτος και τους διεθνείς συμμάχους του, το 2008-2012 συμπεραίνει ότι η διαδικασία πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, η οποία εκτυλίσσεται τα τελευταία χρόνια στα μέρη μας με αξιοσημείωτη ιστορικά ένταση, εμπεριέχει ως στιγμή της και την υπαγωγή των ιδιαίτερων συμφερόντων της εργατικής τάξης στην αντιδραστική συγκρουσιακότητα των σε αποσύνθεση μικροαστικών στρωμάτων και στις δημοκρατικές πεποιθήσεις της καταρρέουσας μεσαίας τάξης.

Για μια ακόμα φορά, η μεταχείριση που επιφυλάσσεται στους μετανάστες αναδεικνύει όλο το εύρος και το βάθος της αντεπίθεσης του κόμματος της τάξης, ειδικά μετά και την εξέγερση του Δεκέμβρη. Στα πλαίσια του 2008-2012 αναγνωρίζεται ως κεντρικής σημασίας για την κατανόηση των όσων συμβαίνουν η διαχείριση του εργατικού υπερπληθυσμού από την πλευρά του κράτους και των φασιστικών λακέδων του και θα διερευνηθούν οι θεωρητικές και πρακτικές συνέπειές της για το μέλλον ολόκληρου του προλεταριάτου τα επόμενα χρόνια. Ωστόσο –και μετωπικά εναντίον όσων πιπιλάνε την καραμέλα της “χούντας” αντί να διαπιστώσουν την πραγματική δικτατορία του κεφαλαίου σε όλο της το εύρος– μπορεί από τώρα να ειπωθεί ότι τα τανκς θα ξανακατέβουν στους δρόμους της Αθήνας μόνο αν η επόμενη πορεία των μεταναστών εργατών μετρήσει π.χ. 50.000 μετανάστες με ακόμα πιο άγριες διαθέσεις από ό,τι στην πορεία του περασμένου Αυγούστου.

Το 2008-2012 πήρε στα σοβαρά την εγκυρότητα της διαπίστωσης ότι η παρέα υπήρξε η βασική μορφή οργάνωσης των προλετάριων κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη. Πέρα από τις ειδυλλιακές εικόνες των κεφάτων συνδαιτυμόνων που πίνουν κρασί σε ένα τραπέζι δίπλα στην παραλία ή των φίλων που πάνε μαζί μια βόλτα και γελάνε δυνατά, οι οποίες παραπέμπουν περισσότερο σε διαφημιστικά κατασκευάσματα παρά σε θεωρητική βάση συζήτησης, μπορούν οι παρέες να παράγουν αυτό που λέγεται πολιτική με Π κεφαλαίο;
Με π μικρό ίσως; Είναι ενάντια στην πολιτική ή είναι α-πολιτικές εξαρχής; Αν θα έπρεπε υποχρεωτικά να ειπωθεί προκαταβολικά και με λίγα λόγια, το παρόν τεύχος του 2008- 2012 –μέσα από μια σειρά κειμένων που εμφανίζονται συνδεδεμένα με μια συγκυρία– επιδιώκει να θίξει ορισμένους από τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται το πολιτικό περιβάλλον του σημερινού αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου· του χώρου που βρέθηκε πιο κοντά στη φωτιά του Δεκέμβρη και γι’ αυτό κάηκε πιο πολύ από όλους.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s