Home

Από το blog Hic Salta – Communisation, το δεύτερο μέρος της σειράς κειμένων πάνω στη μεσαία τάξη.

Επεισόδιο 2: Για μια θεωρία της μισθωτής μεσαίας τάξης

Όπως είπαμε και στο Κύστες και φανοί, σκεφτόμαστε ότι μπορούμε να ορίσουμε με θεωρητικό τρόπο τη μισθωτή μεσαία τάξη (ΜΜΤ). Αυτό σημαίνει να τοποθετήσουμε αυτή την κατηγορία του πληθυσμού εντός της μηχανικής που αναπαράγει τη σχέση προλεταριάτου/κεφαλαίου. Η ΜΜΤ κατέχει μια οργανική θέση εντός αυτής της αναπαραγωγής. Δεν αποτελεί μόνο ένα στρώμα, ορισμένο με τρόπο αναγκαστικά απροσδιόριστο από το επίπεδο ζωής του, το οποίο θα προσέγγιζε πότε το επίπεδο ζωής του προλεταριάτου πότε της αστικής τάξης. Το κεφάλαιο έχει ανάγκη τη ΜΜΤ και κάνει αυτό που πρέπει για να την αναπαράγει προκειμένου αυτή να επιτελεί πάντοτε τη λειτουργία της. Πρόκειται επομένως για την κατανόηση της θέσης και του ρόλου της ΜΜΤ εντός της παραγωγής και της κυκλοφορίας της υπεραξίας.

1 – Η μικροαστική τάξη σύμφωνα με τους Baudelot, Establet και Malemort

1.1 – Μισθός και αξία της εργασιακής δύναμης της μεσαίας τάξης

Οι Baudelot, Establet και Malemort (La petite bourgeoisie en France, εκδόσεις Maspero, 1974), τρεις παραδοσιακοί μαρξιστές συγγραφείς, μεταχειρίζονται το ζήτημα της ΜΜΤ με περισσότερο εμπειρικό παρά θεωρητικό τρόπο, αλλά παρέχουν ένα πειστικό σημείο επίθεσης. Η μέθοδός τους συνίσταται στη σύγκριση της αξίας της εργασιακής δύναμης των μελών της μεσαίας τάξης με τον πραγματικό μισθό τους. Εντοπίζουν μια διαφορά, η οποία ορίζει τη μεσαία τάξη. Ας συνοψίσουμε τον τρόπο προσέγγισής τους.

Πώς να γίνει κατανοητή η μισθολογική ιεραρχία από τον εργάτη μέχρι τον μηχανικό; Το κεφάλαιο πληρώνει πιο ακριβά τον τελευταίο επειδή η παραγωγή της εργασιακής δύναμής του είναι ακριβότερη από αυτή του εργάτη; Οι BEM απαντούν ναι και όχι. Γι’ αυτούς, η μισθολογική ιεραρχία δεν δικαιολογείται πλήρως από τις αποκλίσεις στην αξία των διαφορετικών εργασιακών δυνάμεων. Το κεφάλαιο πληρώνει την εργασιακή δύναμη του μηχανικού στην αξία του (το κόστος της αναπαραγωγής του), αλλά προσθέτει ένα συμπλήρωμα, το οποίο αυτοί αναλύουν ως εκχώρηση υπεραξίας. Οι παραγωγικοί εργαζόμενοι της ΜΜΤ αφιερώνουν ένα μέρος της μέρας τους στην αναπαραγωγή της αξίας της εργασιακής δύναμής τους και η αξία που παράγουν πέρα από αυτό το σημείο αποτελεί, εξ’ ορισμού, υπεραξία. Ένα τμήμα αυτής της υπεραξίας εκχωρείται στη ΜΜΤ. Για τους μη παραγωγικούς εργαζόμενους της ΜΜΤ, η εκχώρηση γίνεται μέσω αναδιανεμητικών μηχανισμών που εμπλέκουν μεταξύ άλλων το Κράτος.

Ιδού πώς οι BEM διενεργούν την παρουσίασή τους:

Το 1973, η μισθολογική ιεραρχία εκτιμήθηκε ως εξής (σελ.163):

Ανώτατο διοικητικό στέλεχος                   6800 φράγκα/μήνα
Μηχανικός                                                    6000
Μάστορας εργάτης                                     1660
Ειδικευμένος εργάτης                                1320
Χειρώνακτας                                                 1110

Οι ΒΕΜ θέτουν επομένως το ερώτημα: ποιες είναι οι οικονομικές βάσεις της μισθολογικής ιεραρχίας; Αντιστοιχεί η μισθολογική ιεραρχία σε αξιακές διαφορές μεταξύ των εργασιακών δυνάμεων; Για να απαντήσουν, οι ΒΕΜ θα προχωρήσουν στον υπολογισμό αυτών των αξιακών διαφορών, φροντίζοντας να κάνουν υποθέσεις που πηγαίνουν ενάντια στην οπτική τους, δηλαδή μαξιμάροντας την αξία της εργασιακής δύναμης των καλύτερα πληρωμένων επαγγελμάτων. Όσο περισσότερο ανεβασμένες είναι οι εκτιμήσεις τους περί της αξίας της εργασιακής δύναμης, τόσο λιγότερο ισχύει η ιδέα τους ότι ο μισθός της ΜΜΤ εμπεριέχει ένα συμπλήρωμα. Εντούτοις, παρά τις μαξιμαλιστικές υποθέσεις τους δεν καταλήγουν να εξισώσουν με τους παρατηρούμενους μισθούς αυτό που εκείνοι θεωρούν ως αξία της εργασιακής δύναμης. Βρίσκουν πάντοτε ότι ο μισθός είναι ανώτερος από την αξία της εργασιακής δύναμης των μελών της ΜΜΤ.

Για να υπολογίσουν την αξία της εργασιακής δύναμης, την ανάγουν σε τρία διαφορετικά συστατικά στοιχεία, δηλαδή:

Φθορά της εργασιακής δύναμης: διατροφή, κατοικία, αναψυχή, ιατρική φροντίδα κ.α.

Προσόντα: έξοδα αρχικής κατάρτισης, έξοδα συνεχιζόμενης κατάρτισης.

Οικογενειακή αναπαραγωγή: εκπαίδευση των παιδιών, συντήρηση της συζύγου κ.α.

Σύνθεση της αξίας της εργασιακής δύναμης του μηχανικού (μεγέθη 1969):

Φθορά της Εργασιακής Δύναμης: Οι ΒΕΜ κάνουν την υπόθεση ότι οι ανάγκες του μηχανικού για να αντισταθμίσει τη φθορά της εργασιακής δύναμης είναι οι ίδιες με του ειδικευμένου εργάτη (ΕΕ) (σελ.216). Επιλέγουν τον μισθό ενός μάστορα εργάτη (ΜΕ) επειδή αυτός θα αντιστοιχούσε ακριβώς στην αξία της εργασιακής δύναμής του. Κάνουν αυτή την υπόθεσή στηριζόμενοι σε στατιστικά καταναλωτικά δεδομένα. Πρέπει να θεωρήσουμε εδώ ότι ο μισθός του ΜΕ αποτελεί τον εργατικό μισθό που βρίσκεται πιο κοντά στον μισθό των στελεχών χωρίς να συμπεριλάβουμε την «εκχώρηση»; Ή ακριβώς πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο μισθός του ΕΕ είναι κατώτερος από την αξία της εργασιακής δύναμής του; Οι δύο υποθέσεις γίνονται αποδεκτές, αλλά οι ΒΕΜ δεν το αιτιολογούν. Δεν πρόκειται εδώ για σύγκριση των πραγματικών καταναλώσεών τους, αλλά για την μεταφορά αξίας σε αυτό που έχουν ανάγκη για να αναπαραχθούν άμεσα. Οι ΒΕΜ κάνουν την υπόθεση ότι ο μηχανικός έχει ανάγκη τόσες θερμίδες, την ίδια κατοικήσιμη επιφάνεια κ.α. με τον ΜΕ. Η εργασιακή δύναμη του μηχανικού φθείρεται με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια ταχύτητα, όπως αυτή του ΜΕ. Αυτό το στοιχείο της αξίας της εργασιακής δύναμης (άμεση φθορά) είναι επομένως το ίδιο στον ΜΕ και στον μηχανικό. Αυτή είναι η εκτίμηση των ΒΕΜ.

Προσόντα: οι ΒΕΜ, αφού συμμορφώνονται με την αρχή της μεγιστοποίησης της αξίας της εργασιακής δύναμης των μισθωτών της ΜΜΤ, υποστηρίζουν ότι τα έξοδα της αρχικής κατάρτισής τους χρεώνονται στους ίδιους και όχι στο Κράτος. Από την άλλη, είναι το Κράτος που χρηματοδοτεί την αρχική κατάρτιση των εργαζόμενων σε έναν μεγάλο αριθμό χωρών, και κυρίως στη Γαλλία, από όπου οι ΒΕΜ εξάγουν τα ποσοτικά δεδομένα τους. Για να εκτιμήσουν τα έξοδα της αρχικής κατάρτισής τους, χρησιμοποιούν τα δεδομένα της Εθνικής Εκπαίδευσης:

Κόστος κατάρτισης ενός μηχανικού: 66.000 φράγκα

Κόστος κατάρτισης ενός ΜΕ: 11.300 φράγκα

Κάτι που, σύμφωνα με τους υπολογισμούς τους, προσδίδει ένα συμπλήρωμα αξίας για την εργασιακή δύναμη του μηχανικού αντίστοιχο με 114 φράγκα/μήνα για όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής του. Σε αυτό, πρέπει να προσθέσουμε τα έξοδα συντήρησης του νέου κατά τη διάρκεια των δέκα χρόνων σπουδών που ο μηχανικός κάνει παραπάνω σε σχέση με τον ΜΕ. Αυτό αντιστοιχεί σε μια προσαύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης κατά 375 φράγκα/μήνα. Εντούτοις, δεν είναι ο μηχανικός που πληρώνει αυτά τα ποσά, αλλά οι γονείς του. Από την άλλη, ο ίδιος έχει παιδιά, και πρέπει να πληρώσει για τις σπουδές τους. Ο σωστός υπολογισμός συνίσταται επομένως στη μεταφορά της αξίας της αρχικής κατάρτισής του σε αυτή της κατάρτισης των παιδιών του. Οι ΒΕΜ υποστηρίζουν ότι ο μηχανικός πληρώνει τις σπουδές των δυο παιδιών του, δηλαδή στο τέλος (114+375)x2 = 980 φράγκα/μήνα.

Έξοδα συνεχιζόμενης κατάρτισης: οι ΒΕΜ υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν έξοδα συνεχιζόμενης κατάρτισης για τον ΜΕ και αυτά του μηχανικού αντιστοιχούν εξ ολοκλήρου στην κατηγορία πολιτισμός-ελεύθερος χρόνος της κατανάλωσής του, δηλαδή 86 φράγκα/μήνα.

Οικογενειακή αναπαραγωγή: οι ΒΕΜ εκτιμούν ότι τα νοικοκυριά των μαστόρων εργατών και των μηχανικών έχουν τον ίδιο αριθμό παιδιών και έχουν επομένως ανάγκη την ίδια κατοικήσιμη επιφάνεια, το ίδιο ακινήτο κ.α. Η μόνη σημαντική διαφορά μεταξύ ΜΕ και μηχανικού εντοπίζεται στα έξοδα φοίτησης των παιδιών, τα οποία επεξεργαστήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο.

Τελικά, η αξία της εργασιακής δύναμης του μηχανικού υπολογίζεται ως εξής (σελ.221):

Αξία που εμπεριέχεται σε κάθε εργασιακή δύναμη (ME)                  1125

Συμπληρωματικά έξοδα

Συμπληρωματική φθορά                                                                          0

Συμπληρωματική αρχική κατάρτιση                                                       980

Συμπληρωματική συνεχιζόμενη κατάρτιση                                           86

Οικογενειακή αναπαραγωγή                                                                    0

Σύνολο                                                                                                           2191

Η αξία της εργασιακής δύναμης του μηχανικού υπολογίζεται επομένως σε 2191 φράγκα/μήνα. Από την άλλη, το 1969, ο μέσος μισθός ενός μηχανικού είναι 3832 φράγκα/μήνα. Αυτός ο μισθός περιέχει επομένως 1632 φράγκα υπεραξίας. Ο μισθός του μηχανικού αποτελείται από 42,6% «εκχωρημένης» υπεραξίας.

Οι συγγραφείς μας συμπεραίνουν από αυτή την ανάλυση ότι οι «μικροαστοί» είναι αυτοί που, εξαιτίας της θέσης τους εντός των σχέσεων παραγωγής «βλέπουν να τους εκχωρείται από την αστική τάξη ένα τμήμα υπεραξίας» (σελ.224). Ή ακόμα: «Είναι μικροαστοί όλοι αυτοί που δεν είναι καπιταλιστές και που αντιλαμβάνονται ως εισόδημα, όποια κι αν είναι η μορφή αυτού του εισοδήματος (μισθός, εμπορικό κέρδος, (επαγγελματικά) έξοδα παράστασης, αποδοχές), ένα ποσό χρήματος πάνω από την αξία της εργασιακής δύναμής τους». (ό.π.). Θα επιστρέψουμε παρακάτω πάνω στις έννοιες της μικροαστικής τάξης και της εκχώρησης υπεραξίας.

 Στη συνέχεια, οι ΒΕΜ εφαρμόζουν τους προηγούμενους υπολογισμούς σε όλες τις κοινωνικο-οικονομικές κατηγορίες, καταλήγοντας στα εξής αποτελέσματα:

Μισθός ή εισόδημα

(φράγκα/μήνα)

% υπεραξίας

εντός

Ανώτερο διοικητικό

στέλεχος

4468 55,4
Μηχανικός (*) 3882 47,9
Καθηγητής

ακαδημαϊκός

2882 41,0
Μέσο διοικητικό

στέλεχος

2437 43,0
Καθηγητής

ειδικότητας

2115 24,0
Τεχνικός 1899 26,7
Δάσκαλος 1494 6,9
Υπάλληλος 1240 0,0
Ελευθέρια

Επαγγέλματα

4875 54,0
Μεγαλέμπορος 3165 60,0
Μικρέμπορος 1532 19,5

(*) Βάση υπολογισμού ελαφρώς διαφορετική από αυτή που επιλέχθηκε παραπάνω

Διαπιστώνουμε ότι, όσο υψηλότερο είναι το εισόδημα, τόσο μεγαλύτερο είναι και το μέρος της υπεραξίας που περιέχει. Οι τρεις τελευταίες γραμμές του πίνακα αφορούν μη μισθωτά επαγγέλματα. Κατά τη γνώμη μας, δεν είναι έγκυρο να τα συμπεριλαμβάνουμε στην ανάλυση της «εκχώρησης» υπεραξίας. Θα δούμε παρακάτω γιατί.

1.2 – Υπερκατανάλωση και συσσώρευση αποθεμάτων εντός της ΜΜΤ

 Οι ΒΕΜ συνάγουν από τα ποσοτικά στοιχεία που χρησιμοποιούν ότι, το 1968, η «μικροαστική τάξη» αντιπροσώπευε το 17% του ενεργού πληθυσμού, έναντι 70% του προλεταριάτου με την ευρεία έννοια (συμπεριλαμβανομένων των «σχεδόν προλετάριων» υπαλλήλων και των τεχνικών, κυρίως σελ.150-152). Αν και μειοψηφική, η «μικροαστική τάξη» καταλαμβάνει μεγαλύτερη «κοινωνική επιφάνεια» εξαιτίας της υπερκατανάλωσής της. Η «μικροαστική τάξη» αγοράζει περισσότερο, καταλαμβάνει μεγαλύτερες κατοικίες, οδηγεί μεγαλύτερα αυτοκίνητα κ.α. Αυτή η διαπίστωση των ΒΕΜ έχει ενδιαφέρον με την έννοια ότι μετατρέπει τη λεγόμενη κοινωνία της κατανάλωσης σε φαινόμενο που προσιδιάζει στη μεσαία τάξη. Δεν έχει ενδιαφέρον, όταν οι ΒΕΜ στηρίζονται πάνω της για να καταγγείλουν την πολυτελή κατανάλωση και να καλέσουν σε επανεπικέντρωση της παραγωγής στις πραγματικές ανάγκες των εργατών, μετά την επανάσταση (σελ.244-245).

Η υπερκατανάλωση επιτρέπεται από το γεγονός ότι το εισόδημα των «μικροαστών» εμπεριέχει ένα μέρος υπεραξίας. Αυτό το μέρος επιτρέπει επίσης την αποταμίευση, τη συγκρότηση μιας κληρονομιάς.

«Πολυτελής κατανάλωση και οπωσδήποτε συσσώρευση μιας κληρονομιάς αποτελούν τις δύο κύριες αποδείξεις ότι ο μικροαστός βλέπει να του εκχωρείται από τον καπιταλισμό ένα μέρος υπεραξίας» (σελ.248). Αυτά είναι επίσης τα σημάδια που διαφοροποιούν τη μεσαία τάξη από το προλεταριάτο. Αλλά οι ΒΕΜ δεν είναι πολύ ακριβείς σε σχέση με τον όρο «πολυτελής κατανάλωση». Αν και υποδεικνύουν με αυτόν όλα όσα ο εργάτης δεν μπορεί να αγοράσει, ο όρος είναι ακατάλληλος και αξίζει περισσότερο να μιλάμε για υπερκατανάλωση (μεγαλύτερη κατοικία, διακοπές μεγαλύτερης διάρκειας, αυτοκίνητα περισσότερων κυβικών κ.α.). Αν θέλουμε να μιλάνε για κατανάλωση προϊόντων πολυτελείας, αυτά που κατασκευάζονται από τη βιομηχανία ειδών πολυτελείας, αποτελούν ένα πολύ μικρό τμήμα της κατανάλωσης. Πράγματι, πολλά νοικοκυριά της ΜΜΤ που υπερκαταναλώνουν δεν διαθέτουν τα μέσα να αγοράσουν προϊόντα πολυτελείας.

1.3 – Οι τρεις μερίδες της μικροαστικής τάξης

 Οι ΒΕΜ διακρίνουν τρεις μερίδες εντός της μικροαστικής τάξης (σελ.252).

Αριθμητικά, το 1968, οι τρεις μερίδες είναι περίπου ίσες, στο 1,1-1,2 εκατομμύρια, επί ενός συνολικού ενεργού πληθυσμού των 20,4 εκατομμυρίων, εκ των οποίων 7 εκατομμύρια εργάτες (σελ.52) και 13 εκατομμύρια προλετάριοι με την ευρεία έννοια (σελ.303). Η διάκριση μεταξύ των μερίδων γίνεται σύμφωνα με:

  • την ταξική κατάσταση, η οποία ορίζεται από τη θέση εντός των σχέσεων παραγωγής και τον τόπο άντλησης της υπεραξίας.
  • την ταξική θέση, η οποία ορίζεται από τον ρόλο που παίζει εντός των κοινωνικών αγώνων και από τη συλλογική στρατηγική που υιοθετείται εντός του πλαισίου της αντιπαράθεσης προλεταριάτου/κεφαλαίου.

1.3.1 – Οι μικρέμποροι

Συγκροτούν αυτό που οι ΒΕΜ αποκαλούν μερίδα Ι της μικροαστικής τάξης. Επιμένουν στον διαχωρισμό μικρεμπόρων και βιοτεχνών. Αυτοί οι τελευταίοι εξαλείφθηκαν γρήγορα από το κεφάλαιο, επειδή αυτό είχε ανάγκη από εργάτες. Το μικρεμπόριο, αντίθετα, είχε έναν θετικό και διαρκή ρόλο στην πραγματοποίηση της αξίας και τη συλλογή υπεραξίας. Πριν την εισαγωγή του αυτοκινήτου, τα εμπορεύματα έπρεπε να διανεμηθούν στις περιοχές κατοικίας, όχι μακριά από τους καταναλωτές. Το εμπόριο κοντινής απόστασης ήταν απαραίτητο. Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο ρόλος του μικρεμπορίου εξασθενεί, χωρίς όμως να εξαλειφθεί πλήρως.

Για τους ΒΕΜ, αυτή η μερίδα κατέχει μια ισχυρή οικονομική και κοινωνική ταυτότητα. Χαρακτηρίζεται από την έντονη αντίθεσή της τόσο στην εργατική τάξη όσο και στο κεφάλαιο. Αλλά κλήθηκε να προλεταριοποιηθεί. Περιέργως, οι ΒΕΜ συσχετίζουν τα ελευθέρια επαγγέλματα με αυτή τη μερίδα. Από κοινού θα είχαν την ανεξαρτησία, τις δεξιές πολιτικές αντιλήψεις και τη θέση υπέρ της ελευθερίας διαμόρφωσης των τιμών.

Σημειώνεται ότι στη μερίδα Ι ομαδοποιούνται μη μισθωτοί μικροαστοί.

1.3.2 – Οι μερίδες ΙΙ και ΙΙΙ

Σε αυτές τις μερίδες ομαδοποιούνται οι μισθωτοί μικροαστοί.

Μερίδα ΙΙ: μικροαστοί των στελεχών του δημοσίου τομέα

Μερίδα ΙΙΙ: μικροαστοί των στελεχών της παραγωγής, του εμπορίου, των τραπεζών και των ασφαλιστικών

Οι ΒΕΜ εξετάζουν την ταξική κατάσταση κάθε μερίδας. Η άντληση υπεραξίας, από την οποία επωφελείται η μερίδα ΙΙ, δεν γίνεται στο επίπεδο της παραγωγής της υπεραξίας, όπως συμβαίνει στη μερίδα ΙΙΙ. Δεν γίνεται ούτε στο επίπεδο της πραγματοποίησης της υπεραξίας, όπως συμβαίνει στη μερίδα Ι. Γίνεται εντός μιας αναδιανεμητικής διαδικασίας, η οποία διασφαλίζεται από το Κράτος σύμφωνα με άκαμπτους και ανώνυμους πίνακες (δεν υπάρχει αγορά εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων, δεν υπάρχει ατομική διαπραγμάτευση του μισθού).

Στην ανάλυση με όρους ταξικής κατάστασης, οι ΒΕΜ προσθέτουν την ανάλυση με όρους ταξικής θέσης. Κάνουν κατά κάποιον τρόπο την αντιστοίχιση μεταξύ ταξικής κατάστασης και πολιτικής έκφρασης κάθε μερίδας. Έτσι, η μερίδα ΙΙ είναι περισσότερο στα αριστερά, επιρρεπής σε συμμαχίες με το προλεταριάτο. Η μερίδα ΙΙΙ είναι περισσότερο στα δεξιά.

Συνοψίζοντας:

  • Η μερίδα Ι είναι αντιδραστική, καλά οργανωμένη συνδικαλιστικά και πολιτικά (Poujade, Nicoud).
  • Η μερίδα ΙΙ είναι προοδευτική. Συναντάει το προλεταριάτο στην αντίθετή του με το μεγάλο κεφάλαιο πάνω σε ζητήματα όπως η εκπαίδευση και η υγεία. Αλλά «τίποτα δεν την προετοιμάζει να κατανοήσει την κεντρική ιδέα του σοσιαλισμού: τη δικτατορία του προλεταριάτου» (σελ.293).
  • Η μερίδα ΙΙΙ είναι στα δεξιά, λίγο οργανωμένη, λίγο ενεργή συνδικαλιστικά και πολιτικά. Αναπτύσσεται αριθμητικά επειδή το κεφάλαιο έχει ανάγκη ολοένα περισσότερο από διανοητική εργασία υψηλών προσόντων στο μέτρο που βαθαίνει η υποβάθμιση της χειρωνακτικής εργασίας.

2 – Όρια του μοντέλου των Baudelot, Establet και Malemort

Οι αναλύσεις των ΒΕΜ παρέχουν ένα ενδιαφέρον γενικό πλαίσιο, αλλά έχουν επίσης πολλά προβλήματα.

2.1 – Επικαιροποίηση των ποσοτικών δεδομένων

Σύμφωνα με τον Baudelot, το 2016, δεν υπάρχει επικαιροποίηση των ποσοτικών δεδομένων τα οποία αυτός και οι συναδελφοί του εισήγαγαν τη δεκαετία του ’70. Αποκλείεται να προχωρήσουμε εδώ σε μια τέτοια επικαιροποίηση. Από τη δουλειά τους κρατάμε εδώ μόνο τη μέθοδο, η οποία βασίζεται στην αξιολόγηση της διαφοράς μεταξύ αξίας της εργασιακής δύναμης και μισθού. Και εκτιμούμε ότι τα αποτελέσματα μετά την επικαιροποίηση των ποσοτικών δεδομένων δεν θα ήταν ποιοτικά διαφορετικά. Ποσοτικά, θα ήταν πιθανόν παραπάνω από επιβεβαιωμένα. Η ΜΜΤ είναι περισσότερο πολυάριθμη, η ιεραρχία των μισθών μεγεθυμένη, και οι αποκλίσεις κατανάλωσης και αποταμίευσης εντονότερες. Μπορούμε επομένως λογικά να παραδεχτούμε ότι η απόκλιση μεταξύ μισθού και αξίας της εργασιακής δύναμης της ΜΜΤ θα επιβεβαιωνόταν σήμερα από τα ποσοτικά δεδομένα.

2.2 – Μισθός ή μισθιακή μάζα;

Οι ΒΕΜ χρησιμοποιούν στις έρευνές τους τη μεταβλητή των καθαρών μισθών, «αυτό που βρίσκεται στο κάτω μέρος του χαρτιού μισθοδοσίας». Δεν βλέπουμε γιατί δεν συμπεριλαμβάνουν τις κοινωνικές εισφορές (μερίδιο του εργοδότη και μερίδιο του μισθωτού), οι οποίες αποτελούν μέρος της εργασιακής δύναμης (έμμεσος μισθός), και τα άλλα συστατικά στοιχεία του κοινωνικοποιημένου μισθού (οικογενειακά επιδόματα, επιδοτήσεις ενοικίου, μειώσεις φόρου κ.α.). Τα ποσά που μισθωτοί και αφεντικά αποδίδουν ως κοινωνικές εισφορές (ασθένεια, γηρατειά, εργατικά ατυχήματα…) αποτελούν ασφάλιστρα. Αντιπροσωπεύουν την αγορά μιας υπηρεσίας που συνιστά ένα από τα εμπορεύματα τα οποία θεωρούνται, σε πολλές χώρες, ότι αποτελούν μέσα διαβίωσης απαραίτητα για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης. Η διαίρεση μεταξύ μεριδίου του μισθωτού και μεριδίου του εργοδότη δεν πρέπει να προκαλεί ψευδαισθήσεις. Δεν πρόκειται παρά για μια σύμβαση που έχει καθιερωθεί από τη χρήση και τη διαπραγμάτευση. Αυτό που μετράει στην εκτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης είναι το άθροισμα των δυο μεριδίων, δηλαδή η μισθιακή μάζα την οποία το αφεντικό πρέπει να ξοδέψει για να προσλάβει. Κατά την εκτίμηση της αξίας της εργασιακής δύναμης, οι ΒΕΜ αγνοούν επομένως την κοινωνική προστασία. Αυτό τροποποιεί τα αποτελέσματα στα οποία καταλήγουν;

Όσον αφορά τους μισθούς της μεσαίας τάξης, οι κρατήσεις ως μερίδιο του εργοδότη και μερίδιο του μισθωτού εφαρμόζονται αδιακρίτως στα δυο συστατικά μέρη του μισθού, αυτό που αντιστοιχεί στην αξία της εργασιακής δύναμης και αυτό που αντιστοιχεί στο συμπλήρωμα. Από την άλλη, αν εφαρμόσουμε την ίδια διακύμανση στο ποσοστό που καταλαμβάνουν οι κρατήσεις στα δυο μέρη του μισθού, η απόκλιση μεταξύ αξίας της εργασιακής δύναμης και συνολικού μισθού θα παραμείνει αναλογικά η ίδια. Αν ο καθαρός μισθός ενός στελέχους εμπεριέχει, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ΒΕΜ, ένα μερίδιο υπεραξίας ύψους 40%, η εφαρμογή επί αυτού του μισθού ενός ποσοστού κρατήσεων ύψους 60% θα εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο στα δυο συστατικά μέρη του μισθού, χωρίς να αλλάξει το σχετικό μέρος της υπεραξίας που περιέχουν.

Πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι οι συγγραφείς μας δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις συντάξεις. Αυτές δεν συμμετέχουν στη μισθιακή μάζα που το κεφάλαιο πρέπει να αποδώσει στους εργαζόμενους και επομένως δεν αυξάνουν τα έξοδα των καπιταλιστών για το εργατικό δυναμικό τους; Στην πραγματικότητα, αυτό δεν ισχύει, τουλάχιστον αν κάνουμε την υπόθεση ότι τα καθεστώτα συνταξιοδότησης βρίσκονται σε ισορροπία, έτσι ώστε η αποζημίωση που καταβάλλεται στον συνταξιούχο να είναι ίση με τις εισφορές που αποδόθηκαν κατά τη διάρκεια της ενεργού ζωής του ως εισφορές μισθωτού και εργοδότη. Οδηγούμαστε λοιπόν στην περίπτωση που εξετάστηκε στην προηγούμενη παράγραφο.

2.3 – Μικροαστική τάξη και μισθωτή μεσαία τάξη

Οι ΒΕΜ αντιτίθενται στη χρήση του όρου μεσαίες τάξεις. Αντίθετα, είναι προτιμητέος για εμάς, κυρίως γιατί διαπράττουν ένα σφάλμα στην ανάλυση των τριών φραξιών που εντοπίζουν εντός της «μικροαστικής τάξης».

Πράγματι, θεωρούν ότι η φράξια Ι (μικρέμποροι, ελευθέρια επαγγέλματα) επωφελούνται από μια εκχώρηση υπεραξίας εκ μέρους του κεφαλαίου. Αυτό είναι λάθος. Η φράξια Ι συγκροτείται από (πολύ) μικρούς καπιταλιστές και η υπεραξία, από την οποία επωφελούνται, καταλήγει σε αυτούς συνήθως μέσω της εξίσωσης του ποσοστού κέρδους στην οποία μετέχουν, όπως όλο το εμπορικό κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα, αυτοί είναι οι μόνοι πραγματικοί μικροαστοί, με την έννοια των μικρών καπιταλιστών. Αυτός είναι ο λόγος που βγαίνουν από το πλαίσιο της ανάλυσής μας και αυτό για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι αυτή η κοινωνική κατηγορία φθίνει πολύ καθαρά, κυρίως οι μικρέμποροι (δες τα στοιχεία στο Επεισόδιο 1). Ο δεύτερος είναι ότι αυτοί οι μικροί καπιταλιστές είναι ταυτόχρονα εργαζόμενοι και ιδιοκτήτες, και τους προκύπτει να μοιράζουν το ακαθάριστο εισόδημά τους μεταξύ απόσβεσης, μισθού και κέρδους. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο μηχανισμός της λεγόμενης εκχώρησης υπεραξίας δεν εφαρμόζεται. Αν και η μελέτη μας αποκλείει τη μικροαστική τάξη με την κυριολεκτική σημασία του όρου, παραμένει για τη μισθωτή μεσαία τάξη η διάκριση που κάνουν οι ΒΕΜ μεταξύ φράξιας ΙΙ (στελέχωση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου από τον δημόσιο τομέα) και ΙΙΙ (στελέχωση της παραγωγής και της κυκλοφορίας του κεφαλαίου εντός του ιδιωτικού τομέα).

Οι τρεις φράξιες αποτελούν τη βάση μιας πολιτικής στρατηγικής εκ μέρους των ΒΕΜ που αναζητούν να θεμελιώσουν συμμαχίες τις οποίες οι εργατικές οργανώσεις θα μπορούσαν ή όχι να συνάψουν με το τάδε ή δείνα μέρος της «μικροαστικής τάξης» για να επιτευχθεί η κατάκτηση του Κράτους. Αυτές οι σκέψεις δεν μας ενδιαφέρουν. Εξάλλου, οι δυο φράξιες που μας μένουν έχουν ακόμα τους γενικούς πολιτικούς προσανατολισμούς που οι ΒΕΜ τους αποδίδουν; Δεν είναι σίγουρο. Πράγματι, οι συγγραφείς μας τοποθετούν τη φράξια ΙΙ περισσότερο προς τα αριστερά (πιθανή συμμαχία) και τη φράξια ΙΙΙ περισσότερο προς τα δεξιά (όχι συμμαχία). Από την άλλη, η αριστερά και η δεξιά βρίσκονται οι ίδιες επί του παρόντος διαιρεμένες από την επίδραση της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Εντός του δημοσίου τομέα, παραδοσιακά περισσότερο προς τα αριστερά, ένα μέρος των δημοσίων υπαλλήλων υποστηρίζει την παγκοσμιοποίηση και τον νεοφιλελευθερισμό. Μπορεί να τοποθετείται προς τα δεξιά, σε αντίθεση με άλλους δημοσίους υπαλλήλους που θέλουν να υποστηρίξουν τη δημόσια διοίκηση ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις τις οποίες απαιτούν οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, και οι οποίοι παραμένουν πιστοί σε μια αριστερά, μερικές φορές βαμμένη με τα χρώματα της εθνικής κυριαρχίας. Στον ιδιωτικό τομέα, ένα μέρος των στελεχών, περισσότερο εθελοντικά προσκείμενων στη δεξιά, κυρίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, φοβάται τον ανταγωνισμό των ίδιων των πολυεθνικών επιχειρήσεων και προτιμά επίσης μερικές φορές μια εθνική αναδίπλωση (από τα δεξιά ή τα αριστερά), ενώ ένα άλλο μέρος παραμένει πιστό στη φιλελεύθερη δεξιά. Βλέπουμε ότι η διάκριση μεταξύ φράξιας ΙΙ και ΙΙΙ παραμένει ίσως χρήσιμη για την κοινωνιολογική ανάλυση, αλλά όχι για την πολιτική ανάλυση.

2.4 – «Εκχώρηση» υπεραξίας ή υπερμισθός;

Εκχώρηση είναι ο όρος που χρησιμοποιούν οι ΒΕΜ για να περιγράψουν την καταβολή ενός έξτρα μισθού στους μισθωτούς της μεσαίας τάξης. Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι: αυτοί οι μισθωτοί εργάστηκαν, παρήγαγαν υπεραξία και οι καπιταλιστές αποφασίζουν να τους εκχωρήσουν ένα μέρος. Αυτό υποθέτει καταρχήν ότι το σύνολο αυτών των εργαζόμενων της μεσαίας τάξης είναι παραγωγικό. Δεν είναι, όχι περισσότερο από ό,τι στην περίπτωση του προλεταριάτου. Καθώς το μη παραγωγικό κομμάτι των εργαζόμενων της ΜΜΤ δεν παρήγαγε υπεραξία, δεν υπάρχει χώρος να τους εκχωρηθεί ένα μέρος. Γενικά μιλώντας, το κεφάλαιο αφιερώνει την υπεραξία που αποσπά από τους παραγωγικούς εργαζόμενους σε διαφορετικές χρήσεις, μεταξύ των οποίων η σύσταση μη παραγωγικών κεφαλαίων που απασχολούν μη παραγωγικούς μισθωτούς. Η ιδέα της εκχώρησης υπεραξίας στους μη παραγωγικούς εργαζόμενους (προλετάριοι και στελέχη) δεν έχει νόημα σε αυτή την περίπτωση. Πρόκειται απλά για μια μη παραγωγική επένδυση. Επιστρέφουμε στους μισθωτούς της μεσαίας τάξης, παραγωγικούς και μη παραγωγικούς. Το συμπλήρωμα μισθού που παίρνουν ως καπιταλιστικά στελέχη δεν αποτελεί παρά μια άλλη πιθανή χρήση της κοινωνικά διαθέσιμης υπεραξίας. Όπως ακριβώς στειρώνουν ένα μέρος της κοινωνικής υπεραξίας σε μη παραγωγικές αλλά αναγκαίες χρήσεις (αστυνομία, στρατός, τράπεζες…), έτσι ακριβώς οι καπιταλιστές αφιερώνουν ένα μέρος της για να καταβάλουν έναν υπερμισθό στους μισθωτούς της μεσαίας τάξης. Ο «υπερμισθός» μας φαίνεται να είναι ένας προτιμότερος όρος από την «εκχώρηση», ιδιαίτερα γιατί κάνει την υπεραξία που προστίθεται στην αξία της εργασιακής δύναμης να μην εμφανίζεται ως τέτοια. Δεν μπορούμε να τη διακρίνουμε στο σύνολο του μισθού και αυτό αποτελεί την προέλευση πολλών λαθών και ψευδαισθήσεων. Η υπεραξία δεν εμφανίζεται ποτέ ως τέτοια εντός της καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά πάντοτε με τη μορφή των κλασμάτων της, ως εισοδήματα διαφόρων τύπων ιδιοκτησίας (κέρδος, τόκος, πρόσοδος). Ο υπερμισθός προχωράει ακόμα πιο μακριά την ψευδαίσθηση, καθώς κάνει ένα εισόδημα του κεφαλαίου να περνιέται για εισόδημα της εργασίας. Σε όλο αυτό, λοιπόν, ο υπερμισθός δεν αποτελεί εκχώρηση υπεραξίας, αλλά άλλη μια μη παραγωγική χρήση της διαθέσιμης κοινωνικής υπεραξίας (υπάρχουν πολλές άλλες). Δυο ερωτήματα τίθενται άμεσα:

2.4.1 – Γιατί ο υπερμισθός δεν αποτελεί μέρος της αξίας της εργασιακής δύναμης;

Να πώς παρουσιάζεται η εργάσιμη μέρα ενός εργαζόμενου της μεσαίας τάξης. Όπως πάντα σε αυτού του είδους την ανάλυση, θεωρούμε ότι ο εργαζόμενος είναι παραγωγικός. Η εξέταση των μη παραγωγικών εργαζόμενων δεν αλλάζει σε βάθος τη δομή του επιχειρήματος.

\—-ΑΕ—–\\—-ΥΜ—–\—Υ—-\

Στο πρώτο μέρος της ημέρας, ο εργαζόμενος παράγει την αξία των αναγκαίων εμπορευμάτων για την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμής του. Αυτό αποτελεί το μέρος της αναγκαίας εργασίας (ΑΕ). Από τη στιγμή που ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος, ο εργαζόμενος εργάζεται δωρεάν για το αφεντικό του. Δεν υπάρχει διαφορά εδώ μεταξύ ενός εργαζόμενου της μεσαίας τάξης και ενός προλετάριου, έχοντας θεωρήσει ότι και οι δυο είναι παραγωγικοί[1] στον συλλογισμό που μας απασχολεί εδώ. Κατά τη διάρκεια όλης της εργάσιμης μέρας τους, ο μηχανικός και ο εργάτης συμμετέχουν, ο καθένας με τον ρόλο του, στην παραγωγή του εμπορεύματος που τους αφορά ως μέλη του συλλογικού εργαζόμενου. Ο εργάτης παράγει παπούτσια, ο μηχανικός επινοεί τη μηχανή με την οποία δουλεύει ο εργάτης. Αλλά επιπλέον, ο μηχανικός «επιβλέπει» τον εργάτη. Επικυρώνει ότι χρησιμοποιεί τη μηχανή με τον σωστό τρόπο, ότι δεν σπαταλάει πρώτες ύλες κ.α. Αυτή η δραστηριότητα, η οποία δεν παράγει αξία, συμμετέχει τυπικά στην εργασία επιτήρησης που ο καπιταλιστής ασκεί στους εργαζόμενούς του. Αποκαλούμε αυτή τη δραστηριότητα μη-εργασία ως δραστηριότητα που προσιδιάζει στην τάξη που δεν εργάζεται, αλλά είναι ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής. Το να είσαι ιδιοκτήτης δεν σημαίνει να παραμένεις αδρανής, ενώ ο εργαζόμενος παράγει για σένα. Ο ιδιοκτήτης δεν εργάζεται, αλλά πρέπει συνεχώς να ενεργοποιείται για να επικυρώνει ότι αυτοί που εκμεταλλεύεται εργάζονται στο μέγιστο δυνατό. Αυτή η δραστηριότητα αποτελεί μέρος αυτού που αποκαλούμε εδώ μη-εργασία, όπως ακριβώς ο ελεύθερος χρόνος και η απόλαυση των ιδιοκτητών. Η εργασία επίβλεψης, ένθετη στην παραγωγική εργασία του μηχανικού, αποτελεί στην πραγματικότητα μη-εργασία, δραστηριότητα που συνίσταται στο να κάνεις τον εργαζόμενο να δουλέψει, να οργανώσεις την εργασία του έτσι ώστε να μεγιστοποιηθεί η απόδοση κ.α.[2] Η καπιταλιστική ιδιοκτησία, η οποία, ως ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και εκμεταλλευτής της εργασίας, έχει το προνόμιο σε αυτή τη μη-εργασία, αναθέτει ένα μέρος της στα στελέχη και τους καταβάλει έναν υπερμισθό (ΥΕ) για να βεβαιωθεί ότι θα το κάνουν παρά το γεγονός ότι αυτά δεν συμμετέχουν στη διανομή των κερδών. Δεν μιλάμε εδώ για τους υψηλά ιστάμενους της επιχείρησης, οι οποίοι συνδέονται με το κεφάλαιο μέσω των πακέτων μετοχών που κατέχουν ή/και παίρνουν ως πριμ για τις υπηρεσίες τους. Μιλάμε για όλο το προσωπικό που, πέρα από το να παράγει ή να συμβάλει στην κυκλοφορία της αξίας, ακόμα και κατά αποκλειστικό τρόπο, παρεμβαίνει σε όλα τα επίπεδα έτσι ώστε η παραγωγή και η κυκλοφορία να διεξάγεται ανεμπόδιστα, χωρίς πλήγματα ή διακοπή. Πρόκειται για όλους τους επιστάτες, τους προϊστάμενους, τα μικρά στελέχη, τους μηχανικούς κ.α. Ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης μπορεί να συμπεριληφθεί σε αυτόν τον πληθυσμό.

Ο υπερμισθός δεν συνιστά επομένως κάλυψη ενός αναγκαίου εμπορεύματος για την αναπαραγωγή της ΜΜΤ ως τέτοιας. Όταν καταναλώνει, ο προλετάριος ξοδεύει τον μισθό του για να αναπαραχθεί ως διαθέσιμος εργαζόμενος στην αγορά. Αντίθετα, η υπερκατανάλωση δεν προσθέτει τίποτα στις παραγωγικές ικανότητες του μηχανικού. Όλα όσα αφορούν την αναπαραγωγή του ως μηχανικού ήδη έχουν ληφθεί υπόψη στο τμήμα «αξία της εργασιακής δύναμης» του μισθού του. Κάτι που αποτελεί έναν τρόπο να ειπωθεί ότι ο υπερμισθός δεν αποτελεί αποζημίωση για την αναγκαία εργασία. Αποτελεί μέρος των εισοδημάτων του κεφαλαίου (υπεραξία), την οποία αυτό προσθέτει στους  μισθούς της ΜΜΤ ακριβώς ως ανάθεση του καθήκοντος επίβλεψης της εργασίας, το όφελος της οποίας επιστρέφει συνήθως στους καπιταλιστές.

2.4.2 – Γιατί το κεφάλαιο πληρώνει τους μισθωτούς της μεσαίας τάξης περισσότερο από την αξία της εργασιακής δύναμής τους;

Ο υπερμισθός αποτελεί επομένως μερίδιο υπεραξίας, το οποίο οι καπιταλιστές καταβάλλουν σε αυτούς που απασχολούν για να κάνουν ένα μέρος της δουλειάς τους. Γιατί το κάνουν, καθώς έχουν ήδη πληρώσει τον μηχανικό, τον προϊστάμενο κ.α. στην αξία της εργασιακής δύναμής τους, δηλαδή επαρκώς για να μπορούν αυτοί να αναπαραχθούν; Αν δεν το έκαναν, ο μηχανικός θα ήταν ένας προλετάριος, με την έννοια ότι δεν θα διέθετε κάτι άλλο για να αναπαράγεται ως μηχανικός, χωρίς επιπλέον αποθέματα. Μπορούμε σίγουρα να αντιληφθούμε έναν προλετάριο μηχανικό ή επιστάτη. Θα πληρώνονταν στο επίπεδο της αξίας της εργασιακής δύναμής τους, δεν θα μπορούσαν ούτε να υπερκαταναλώσουν ούτε να συσσωρεύσουν αποθέματα. Θα αφιερώνονταν στο τεχνικό, παραγωγικό κομμάτι της εργασίας τους, το οποίο θα έκαναν περισσότερο ή λιγότερο όπως όλοι οι προλετάριοι. Αλλά δεν θα είχαν κανέναν λόγο να πιέσουν τους άλλους να εργαστούν. Επιπλέον, δεν θα είχαν την εξουσία. Είναι ο υπεριμισθός που υλικοποιεί αυτή την εξουσία, που παρέχει την εξουσιοδότηση και την ταύτιση με την επιχείρηση. Είναι αυτός που επιτρέπει στο στέλεχος να επιπλήξει, ακόμα και να απολύσει, χωρίς υπερβολικούς δισταγμούς. Η ιεραρχική θέση του στελέχους που απολύει, αποσαφηνισμένη από τον υπεριμισθό, διαβεβαιώνει αυτόν τον τελευταίο για το γεγονός ότι δρα για το καλό της επιχείρησης και επομένως για το κοινό καλό (ακόμα και στην περίπτωση αυτοκτονιών, δες την περίπτωση της France Télécom την περίοδο 2008-2009). Είναι επομένως ο υπερμισθός που συνδέει το στέλεχος με τη διαχείριση της εκμετάλλευσης της εργασίας.

Στο Entre bourgeoisie et proletariat: l’ encadrement capitaliste (L’Harmattan, 1989), o Alain Bihr καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα μετά από κάποιους δισταγμούς. Ξεκινάει εξηγώντας ότι η περίσσεια υπεραξίας στους μισθούς της ΜΜΤ προέρχεται από το μονοπώλιο που αυτή θα είχε στη γνώση που αποκτιέται στο λύκειο και οπωσδήποτε στο πανεπιστήμιο και τις μεγάλες σχολές. Είναι αμφισβητήσιμο. Για τον Bihr, το σχολικό σύστημα κατασκευάζεται με τέτοιο τρόπο ώστε η εργατική τάξη να μην μπορεί να έχει πρόσβαση στις απαραίτητες για την καπιταλιστική στελέχωση γνώσεις. Κατά συνέπεια, η μεσαία τάξη διαθέτει ένα μονοπώλιο επί αυτών των γνώσεων. Αλλά διστάζει, γιατί προσθέτει αμέσως ότι το «να μιλάει κανείς για γνωσιακή πρόσοδο όσον αφορά το “πλεόνασμα αξίας” που ενσωματώνεται στον μισθό των στελεχών δεν είναι πλήρως ικανοποιητικό» (σελ.199). Ο συλλογισμός του είναι ο ακόλουθος: «η κοινωνικά αναγκαία γνώση (για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου) συγκεντρώνεται σε αυτή την τάξη ακριβώς στο μέτρο που αυτές οι [καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις] τη στερούν από αυτούς που τα μέλη αυτής της τάξης έχουν ως λειτουργία να επιβλέπουν. Με αυτή την έννοια, το «πλεόνασμα αξίας» που ενσωματώνεται στον μισθό αποτελεί λιγότερο μια γνωσιακή πρόσοδο και περισσότερο μια πρόσοδο εξουσίας» (σελ.200). Και στο τέλος, ο Bihr καταλήγει ότι η περίσσεια υπεραξίας της ΜΜΤ αποτελεί για το κεφάλαιο έναν τρόπο να διασφαλίζει τις καλές και πιστές υπηρεσίες αυτών που έχουν ως στόχο να εφαρμόζουν τις καπιταλιστικές διαταγές και την καπιταλιστική πειθαρχία.

Ο υπερμισθός αποτελεί «για την κυρίαρχη τάξη έναν απλό τρόπο, αν και οικονομικά δαπανηρό, να προκαλεί το ενδιαφέρον, με την πιο άμεση έννοια του όρου, των καπιταλιστικών στελεχών όσον αφορά την άσκηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου» (σελ.200).

Αυτή είναι η ερμηνεία στην οποία και εμείς καταλήγουμε δείχνοντας ότι η ΜΜΤ βλέπει να της ανατίθεται ένα τμήμα της πειθαρχικής λειτουργίας που συνήθως είναι δουλειά των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής. Η μισθωτή μεσαία τάξη λαμβάνει έναν υπερμισθό, ο οποίος αποτελεί την ίδια στιγμή πριμ υποταγής (στο κεφάλαιο) και πριμ εξουσίας (επί του προλεταριάτου).

Η ιεραρχία των μισθών, όπως εντείνεται από τον υπερμισθό, νομιμοποιεί επομένως την εξουσία των καπιταλιστικών στελεχών επί του προλεταριάτου, αλλά επίσης και επί των ίδιων των στελεχών χαμηλότερων βαθμίδων. Διότι υπάρχει μια ιεραρχία των υπερμισθών. Γιατί οι καπιταλιστές καταβάλουν σημαντικούς υπερμισθούς σε κάποιους και ασήμαντους σε άλλους; Η απάντηση βρίσκεται αναμφίβολα στο εύρος της ανάθεσης, της οποίας η τάδε ή η δείνα λειτουργία της στελέχωσης αποτελεί το αντικείμενο. Η ιεραρχία των υπερμισθών αντιστοιχεί στην ιεραρχία εντός της οργάνωσης της επιχείρησης. Ανάλογα με το αν έχετε έναν μεγάλο ή μικρό αριθμό μισθωτών να επιτηρήσετε, ο υπερμισθός σας θα είναι μεγάλος ή μικρός. Αν ο υψηλόβαθμος κέρδιζε λιγότερα από τον χαμηλόβαθμό, η εξουσία του θα ήταν ανύπαρκτη.

3 – Μénage à trois

Δείξαμε ότι η μισθωτή μεσαία τάξη αποτελεί κάτι παραπάνω από ένα απλό κοινωνικό στρώμα που προσδιορίζεται από το επίπεδο των ενδιάμέσων μισθών της. Δείξαμε ότι το σταδιακό πέρασμα από τους χαμηλούς μισθούς του προλεταριάτου στους μέσους, πιο υψηλούς, των στελεχών δεν αποτελεί απλή στατιστική μετάβαση, αλλά κρύβει μια αλλαγή στην ίδια τη φύση του μισθού. Ούτε η αγορά εργασίας, ούτε οι διαφορές στην αξία των εργασιακών δυνάμεων δεν επαρκούν για να εξηγήσουν την ιεραρχία των μισθών. Πρέπει να παρεμβάλλουμε την έννοια του υπερμισθού. Αυτό γίνεται αναλύοντας τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο χρησιμοποιεί τη συνολική κοινωνική υπεραξία. Η μισθωτή μεσαία τάξη ορίζεται από το γεγονός ότι αποτελεί αποδέκτη ενός μέρους αυτής της υπεραξίας υπό τη μορφή του υπερμισθού. Το κεφάλαιο παραχωρεί αυτό το συμπλήρωμα μισθού για να πληρωθούν τα στελέχη της παραγωγής και της κυκλοφορίας της αξίας και για βεβαιωθεί για τον ζήλο και την πίστη της ΜΜΤ.

Το γεγονός ότι ορίζεται από τη λειτουργικότητα και την ιδιαιτερότητα των εισοδημάτων της συγκροτεί τη μισθωτή μεσαία τάξη σε τάξη με την ακριβή έννοια του όρου. Υπάρχει το προλεταριάτο, που ορίζεται από τη συνθήκη του χωρίς αποθέματα, οι καπιταλιστές, κάτοχοι των μέσων παραγωγής, και η ΜΜΤ που χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από την εργασία της (ειδικευμένη) και από τη λειτουργία της επιτήρησης που ασκεί μέσω ανάθεσης από τους καπιταλιστές. Αυτή η τάξη υπερασπίζεται συνήθως τα συμφέροντά της στις σχέσεις της με τις άλλες τάξεις. Εδώ λοιπόν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ménage à trois της ταξικής πάλης, σε αντίθεση με το σχήμα των δυο τάξεων (τη σύγκρουση προλεταριάτου/κεφαλαίου) που κυριαρχεί εδώ και πολύ καιρό (από την εποχή του Gorter;) στις θεωρητικές αναλύσεις της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Τι αλλάζει με αυτό; Η εμφάνιση της ΜΜΤ στο σύστημα των τάξεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τροποποιεί την κατάσταση της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου ως βασικού κινητήρα της καπιταλιστικής αναπαραγωγής; Η απάντηση είναι όχι, αλλά για να καταλήξουμε σε αυτή, πρέπει να προσδιορίσουμε τη θέση της ΜΜΤ σε σχέση με τις δυο άλλες τάξεις.

Για να κατανοήσουμε τη θέση της ΜΜΤ εντός της συνολικής διαδικασίας καπιταλιστικής αναπαραγωγής, θα κάνουμε εκ νέου την υπόθεση ότι η ΜΜΤ είναι παραγωγική – τουλάχιστον στο τμήμα «εργασία» της δραστηριότητάς της. Σε αυτή τη βάση, πώς τοποθετείται η ΜΜΤ εντός της θεμελιώδους αντίφασης του ΚΠΤ, αυτής που υπάρχει μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, μεταξύ αναγκαίας εργασίας και υπερεργασίας;

Θυμίζουμε ότι μια αντίφαση ορίζεται ως μια ανταγωνιστική σχέση μεταξύ δυο πόλων, εκ των οποίων κανένας δεν μπορεί να αυτονομηθεί από τον άλλο. Δεν μπορούν επομένως να διευθετήσουν τον ανταγωνισμό τους παρά μόνο εξελίσσοντάς τον προς ένα ξεπέρασμα που καταργεί το αρχικό πρόβλημα ή/και το φέρνει σε μια νέα μορφή. Η ταξική σύγκρουση προκαλεί τη διαδοχή των τρόπων παραγωγής· ή επίσης η σύγκρουση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου που προκάλεσε το πέρασμα από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία εντός του ΚΠΤ συνιστά καλό παράδειγμα. Στις δυο περιπτώσεις, η αναπαραγωγή της αντίφασης παράγει την ίδια την κίνησή της και την ιστορία με εμμενή τρόπο. Η ΜΜΤ βρίσκεται σε μια τέτοια σχέση είτε με το κεφάλαιο είτε με το προλεταριάτο; Οπωσδήποτε όχι. Η ίδια η ύπαρξή της και η εξέλιξή της προκύπτουν από μια αντιφατική σχέση η οποία προϋπάρχει ιστορικά και λογικά της ΜΜΤ και η οποία την καθορίζει με εξωτερικό τρόπο. Πρέπει λοιπόν να αναλύσουμε τη θέση της ΜΜΤ ως αποτέλεσμα του αστάθμητου της πάλης προλεταριάτου/κεφαλαίου είτε βρισκόμαστε εντός της καθημερινής πορείας της ταξικής πάλης είτε όταν αυτή φτάνει στο σημείο έκρηξης της αντίφασης.

3.1 – Η ΜΜΤ εντός της καθημερινής πορείας της ταξικής πάλης

Στο μέτρο που διαχωρίζει τη χειρωνακτική εργασία και τη διανοητική εργασία, το κεφάλαιο έπρεπε να στρατολογήσει ένα ολοένα πιο πολυάριθμο προσωπικό για να προετοιμάσει και να και επιτηρήσει τη χειρωνακτική εργασία (ταιηλορισμός, φορντισμός). Αυτή η εξέλιξη παρήγαγε τη μισθωτή μεσαία τάξη, ειδικευμένη στη διανοητική εργασία. Αυτοί οι εργαζόμενοι, οι οποίοι εμφανίζονται άμεσα ως βοηθητικό προσωπικό των αφεντικών, είναι εντούτοις μισθωτοί. Ως τέτοιοι, δεν θα μπουν στον αγώνα εναντίον του κεφαλαίου; Ας δούμε πώς ο μισθός της μισθωτής μεσαίας τάξης τοποθετείται εντός του συνόλου της κοινωνικής εργασίας. Ας εξετάσουμε μια μέρα κοινωνικής εργασίας:

/———ΑΕπρολ——–/———ΑΕμμτ———//——ΥΜ——-/——–ΥΕ———–/

Το προλεταριάτο εργάζεται ένα μέρος της ημέρας του για να δημιουργήσει το αντίστοιχο του μισθού του (αναγκαία εργασία, ΑΕπρολ). Η ΜΜΤ, επίσης παραγωγική, οφείλει να εργαστεί για να πληρώσει την αξία των εμπορευμάτων που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της (ΑΕμμτ). Το άθροισμα ΑΕπρολ + ΑΕμμτ αντιπροσωπεύει το σύνολο της αναγκαίας εργασίας της κοινωνίας. Το υπόλοιπο της εργάσιμης ημέρας αποτελεί την υπερεργασία (ΥΕ). Ο μισθός της ΜΜΤ αυξάνεται κατά τον υπερμισθό (ΥΜ), θεωρημένου εντός της μάζας της υπεραξίας που δημιουργούν με την εργασία τους οι προλετάριοι και ΜΜΤ (αυτή η μάζα είναι ίση με το άθροισμα ΥΜ + ΥΕ στο σχήμα μας). Εκπροσωπούμενη από το άθροισμα ΑΕμμτ + ΥΜ, η μεσαία τάξη τοποθετείται μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Η ΜΜΤ αποτελεί επομένως ένα υβριδικό είναι. Καθώς λαμβάνει έναν μισθό, οδηγείται να αντιπαρατεθεί με το κεφάλαιο όταν εκτιμά ότι αυτός ο μισθός είναι πολύ χαμηλός. Μπορεί λοιπόν να βρεθεί συνδεδεμένη με τις διεκδικήσεις του προλεταριάτου. Αλλά καθώς λαμβάνει έναν υπερμισθό, θα έχει περισσότερο την τάση να συνδέεται με το κεφάλαιο για να ενισχύσει την παραγωγή υπεραξίας από το προλεταριάτο. Ανάλογα με τις περιστάσεις και τα συμφέροντά της, η ΜΜΤ βρίσκεται έτσι συνδεδεμένη με τη μια ή την άλλη εκ των δυο κύριων τάξεων του ΚΠΤ.

3.1.1 – Η ΜΜΤ εναντίον του κεφαλαίου

Όταν η ΜΜΤ συνδέεται με το προλεταριάτο εναντίον του κεφαλαίου, είναι για να υπερασπίσει τον μισθό της, δηλαδή λογικά τον υπερμισθό της. Διότι αν οι μισθοί της ΜΜΤ δεχτούν επίθεση, η πρώτη προσαρμογή συνίσταται στην (προσωρινή;) μείωση της υπερκατανάλωσης για να παραμείνει αναπαράξιμη στο στάτους της ως ΜΜΤ. Πρόκειται για την ίδια υπεράσπιση υπερκατανάλωσης και στάτους που παρατηρούμε όταν η ΜΜΤ αγωνίζεται μόνη της (εκτός από τη συμμετοχή κάποιων προλετάριων ως άτομων) εναντίον του κεφαλαίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, γενικά χάνει. Συχνά αγωνίζεται διαμέσου περιβαλλοντικών αγώνων (Gezi 2013, Κίνα), αλλά επίσης διαμέσου «δημοκρατικών» αγώνων όπως το Occupy Wall Street. Αυτό το κίνημα διαμαρτυρήθηκε επί της ουσίας ενάντια στο 1% των πιο πλούσιων της κοινωνίας που κυριαρχεί επί του 99% που απομένει. Θα ήθελε να κερδίσει από τον πρόεδρο Obama τον ορισμό μιας επιτροπής ελεγχόμενης από τον πρόεδρο που θα έθετε τέλος στην επιρροή του χρήματος πάνω στους εκλεγμένους του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Τίποτα λιγότερο! Πίσω από αυτές τις ενάρετες πόζες, υπάρχει σίγουρα το γεγονός ότι η συγκέντρωση του πλούτου και της εξουσίας σε μια μικρή μειοψηφία στην κορυφή της κοινωνίας σημαίνει ότι η ΜΜΤ βρίσκεται εν μέσω της απώλειας του ίδιου του πλούτου και της επιρροής της. Ο υπερμισθός της απειλείται, όπως το δείχνει η υπέρμετρη αύξηση της φοιτητικής πίστωσης στις ΗΠΑ. Και άλλες πολιτικές διαμαρτυρίες υπακούουν σε παρόμοια λογική όταν η ΜΜΤ υπερασπίζεται την υπερκατανάλωσή της απέναντι στον πληθωρισμό και τις «οικονομικές» (Βενεζουέλα) ή «πολιτικές» (Ιράν) ανεπάρκειες.

3.1.2 – Η ΜΜΤ εναντίον του προλεταριάτου

Η ΜΜΤ πληρώνεται για να δρα ενάντια στα άμεσα και καθημερινά συμφέροντα των προλετάριων. Κατά γενικό κανόνα, εκπληρώνει το καθήκον της ήδη από την ελάχιστη διεκδίκηση ή την πιο μικρή απεργία. Κάνει τα πάντα για να μπλοκάρει εντός του προλεταριάτου και την πιο μικρή πρωτοβουλία αντίστασης είτε αυτό γίνεται με τον συμφιλιωτικό λόγο, την απειλή αποπομπής, το σαμποτάζ της απεργίας ή την «κίτρινη» εργασία. Είναι ακριβώς εδώ που δικαιολογεί τον υπερμισθό της. Το κάνει επίσης όταν, εντός ενός μεγάλου κινήματος όπου καταρχήν συνδεδεμένη με το προλεταριάτο, στρέφεται εναντίον του όταν ικανοποιούνται τα αιτήματά της ή παραιτείται από τον αγώνα. Θεωρεί τότε ότι ήρθε η ώρα οι εργαζόμενοι να αρχίσουν να δουλεύουν και να παράγουν την απαραίτητη υπεραξία για τον υπερμισθό.

Για να φέρουμε μόνο ένα παράδειγμα, μπορέσαμε να παρατηρήσουμε μια τέτοια μεταστροφή στην Αίγυπτο όταν ο στρατηγός Al-Sissi ανακοίνωσε, τις πρώτες μέρες του Ιουλίου 2013, την καθαίρεση του Morsi, προέδρου της Δημοκρατίας και την de facto ανάληψη της εξουσίας από τους στρατιωτικούς. Από πίσω του, στην τηλεόραση, είχε τον μεγάλο ιμάμη του Al-Azhar, τον μεγάλο πάπα, τον γενικό γραμματέα του κόμματος Nour (σαλαφιστές), τον νομπελίστα El-Baradei και last but not least, τον Mahmoud Badr, τον νεαρό ηγέτη της μαζικής καμπάνιας Tamarrod, η οποία οδήγησε στη γιγάντια διαδήλωση της 30ης Ιουνίου 2013 εναντίον του Morsi και στην καθαίρεσή του, ενώ είχε εκλεγεί δημοκρατικά. Έχουμε εδώ την ευρύτατη εκπροσώπηση των διαφορετικών κατηγοριών της αιγυπτιακής μεσαίας τάξης. Λίγο ενδιαφέρουν οι ψευδαισθήσεις, τις οποίες διατηρούσαν αυτά τα άτομα όσον αφορά το δημοκρατικό πνεύμα που κυριαρχούσε στα υψηλά κλιμάκια του στρατού. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο Morsi και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι του δεν κατόρθωσαν να βάλουν τέλος στο κύμα των απεργιών που ξεκίνησε ήδη πριν την πτώση του Moubarak (φεβρουάριος 2011) και ότι αυτό το κύμα είχε σχεδόν πλήρως σταματήσει το δεύτερο εξάμηνο του 2013, μετά το πραξικόπημα του Sissi.

3.1.3 – Θέση της ΜΜΤ εντός της αντίφασης προλεταριάτου/κεφαλαίου

Τοποθετούμενη πότε εντός του ενός στρατοπέδου, πότε εντός του άλλου, η μισθωτή μεσαία τάξη παίζει κάποιον ρόλο στην αναπαραγωγή της αντίφασης που θεμελιώνει την καπιταλιστική κοινωνία; Ναι, αλλά αυτός ο ρόλος μένει να προσδιοριστεί.

Στο μέτρο που, συνδεδεμένη με έναν από τους δυο πόλους αυτής της αντίφασης, βαραίνει εναντίον του άλλου, η ΜΜΤ συνεισφέρει στην όξυνση της αντιπαράθεσης. Έτσι, όταν απαιτεί μια αύξηση μισθού, απειλεί τα κέρδη του κεφαλαίου και ωθεί το κεφάλαιο, όπως και το προλεταριάτο, να προσαρμοστεί αναζητώντας νέες πηγές υπεραξίας ή αυξήσεις της παραγωγικότητας κλπ. «Όπως και», όμως όχι με την ίδια ισχύ όπως το προλεταριάτο, αλλά ακολουθώντας το, και σίγουρα επειδή είναι λιγότερο διεκδικητική. Είναι φυσιολογικό, καθώς διαθέτει αποθέματα. Στο σύνολό της, η καθημερινή πορεία της αντιπαράθεσης μεταξύ μεσαίας τάξης και κεφαλαίου παραμένει τις περισσότερες φορές ήρεμη. Προφανώς είναι η ύπαρξη του υπερμισθού που ερμηνεύει αυτή την ηρεμία. Διότι ο υπερμισθός επιτρέπει την υπερκατανάλωση και εξαλείφει συνήθως τον εξαναγκασμό, που βαραίνει επί του προλεταριάτου, να αγωνιστεί για τα αναγκαία. Αντίστροφα, όταν δρα εναντίον του προλεταριάτου, η ΜΜΤ ενισχύει την εκμετάλλευσή του και ευνοεί την αύξηση των κερδών του κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, εξωθεί το προλεταριάτο να αντισταθεί, ακόμα και να εξεγερθεί, και αναζωογονεί επομένως τη δυναμική που βαθαίνει συνεχώς την αντίφαση μεταξύ των δύο κύριων τάξεων.

Η ΜΜΤ εμφανίζεται επομένως ως επικουρικό στοιχείο εντός της αντίφασης προλεταριάτου/κεφαλαίου. Αυτό αποτελεί έναν άλλο τρόπο να πει κανείς ότι δεν βρίσκεται η ίδια σε μια σχέση αντίφασης με τη μια ή την άλλη τάξη. Στη σχέση της με το κεφάλαιο, και στο μέτρο που είναι παραγωγική, η ΜΜΤ είναι εκμεταλλευόμενη, διότι παράγει υπεραξία. Η εκμετάλλευση που υφίσταται την καθιστά «αντικαπιταλιστική»; Όχι, μιας και καθορίζεται επίσης από τον υπερμισθό της, ο οποίος αποτελεί ένα τμήμα της κοινωνικής υπεραξίας. Η σχέση εκμετάλλευσης στην οποία βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο αποζημιώνεται από τον υπερμισθό. Έτσι, όπως είδαμε, η ΜΜΤ είναι εντός μιας ανταγωνιστικής, αλλά όχι αντιφατικής, σχέσης με το κεφάλαιο. Αντιπαρατίθεται σε αυτό για να αυξήσει τον υπερμισθό της, αλλά σίγουρα δεν θέλει το κεφάλαιο να σταματήσει, ή να μειώσει, την εκμετάλλευση του προλεταριάτου, από όπου προέρχεται η μεγάλη μάζα της υπεραξίας. Εξ ού και ο απεγνωσμένος ρεφορμισμός της, ακόμα κι αν εμφανίζεται με «ριζοσπαστικά» χρώματα.

Στη σχέση της με το προλεταριάτο, η ΜΜΤ αποτελεί επικουρικό στοιχείο των καπιταλιστών. Ευνοεί την εκμετάλλευση του προλεταριάτου, αλλά δεν το εκμεταλλεύεται άμεσα. Στην πραγματικότητα, ο υπερμισθός της δεν εμφανίζεται κοινωνικά ως τμήμα της υπεραξίας και δεν αποτελεί αφαίρεση την οποία τα αφεντικά κάνουν post-festum από τα κέρδη τους. Γενικά, δεν υπάρχει ορατή και ατομική συσχέτιση μεταξύ του αντιπρολεταριακού ζήλου του τάδε ή του δείνα μισθωτού της ΜΜΤ και του επιπέδου του υπερμισθού: δεν αποτελεί ένα πριμ σε άμεση αναλογία με τον αριθμό των πειθαρχικών μέτρων που ο μικρός επιστάτης πρόκειται να επιβάλλει στον εργάτη. Ούτε ο υπερμισθός κυμαίνεται σύμφωνα με τους τρίμηνους ισολογισμούς των επιχειρήσεων. Η ΜΜΤ δεν ελέγχει τη συλλογή ούτε τη χρήση της υπεραξίας. Είναι οι καπιταλιστές που την τσεπώνουν και την κατανέμουν σε διάφορες πιθανές χρήσεις. Η ΜΜΤ συμμετέχει στην εκτέλεση των αποφάσεων που ακολουθούν: επενδύσεις, προσλήψεις, απολύσεις κ.α. Αλλά η ίδια δεν είναι παρά μισθωτή και το κεφάλαιο της το θυμίζει μερικές φορές με στυγνό τρόπο.

Διότι καταλήγουμε η ΜΜΤ να εξεγείρεται μαζικά εναντίον του κεφαλαίου (Βενεζουέλα, Τυνησία, Αίγυπτος) για να στηρίξει ουσιαστικές διεκδικήσεις. Η καταστολή της ΜΜΤ, και όχι μόνο του προλεταριάτου, είναι λοιπόν αντίστοιχη της μαχητικότητάς της. Θα εξετάσουμε ορισμένες από τις εξεγέρσεις της παρακάτω. Περιοριζόμαστε εδώ να παρατηρήσουμε ότι η απορρόφηση αυτών των εξεγέρσεων δεν συνιστά καθόλου ξεπέρασμα μιας αντίφασης (ή την ανασύστασή της σε ένα ανώτερο επίπεδο) με την έννοια ότι, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης μεταξύ ΜΜΤ και κεφαλαίου, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν εξαρτάται από τη σχέση ΜΜΤ/κεφαλαίου, αλλά από τη σχέση προλεταριάτου/κεφαλαίου.

3.2 – Η ΜΜΤ εντός της ρήξης της σχέσης προλεταριάτου/κεφαλαίου

Η μισθωτή μεσαία τάξη, εκμεταλλευόμενη αλλά λαμβάνοντας ένα μέρος της υπεραξίας, «εκμεταλλεύτρια» αλλά χωρίς να τσεπώνει η ίδια τα κέρδη, δεν παίζει επομένως παρά έναν επικουρικό ρόλο εντός της μηχανικής της θεμελιώδους αντίφασης του ΚΠΤ, ο οποίος καθορίζεται θεμελιωδώς από την πάλη μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου για την κατανομή της εργάσιμης ημέρας. Αυτή η αντίφαση αποτελεί κάτι δεδομένο για την ΜΜΤ. Ειδικότερα, δεν είναι η ΜΜΤ που εξωθεί αυτή την αντίφαση μέχρι το σημείο ρήξης της. Η ΜΜΤ δεν έχει ούτε τη διάθεση ούτε τα μέσα να προκαλέσει τη ρήξη της αμοιβαίας προϋπόθεσης που διατηρούν οι δυο άλλες τάξεις μεταξύ τους. Αλλά όταν αυτή η ρήξη παρεμβαίνει, όταν το προλεταριάτο εξεγείρεται ενάντια στους καπιταλιστές, τι κάνει η μισθωτή μεσαία τάξη; Η ερώτηση είναι αρκετά πλατωνική, διότι μια τέτοια συνθήκη δεν έχει λάβει χώρα από την περίοδο του ’68 στη Γαλλία και την Ιταλία – και επιπλέον δεν πρόκειται εκεί για πραγματικές εξεγέρσεις, αλλά μόνο για καταστάσεις που επιτρέπουν να τις προσεγγίζουμε.

Θα προσπαθήσουμε πολύ παρακάτω να εμβαθύνουμε στην ανάλυση της κατάστασης της ΜΜΤ εντός ενός πλαισίου εξεγερσιακής ρήξης. Προς στιγμήν, μας αρκεί να συνάγουμε τη θέση της ΜΜΤ εντός της σχέσης εκμετάλλευσης, η οποία θέση αναπόφευκτα πλήττεται από τη ρήξη αυτής της σχέσης καθώς η παραγωγή υπεραξίας σταματάει σε όλες τις ζώνες όπου το προλεταριάτο εξεγείρεται. Σε όλες αυτές τις ζώνες, καμία συμμαχία μεταξύ ΜΜΤ και επαναστατικού προλεταριάτου δεν είναι εφικτή. Εντός της αντιπαράθεσης του εξεγερμένου προλεταριάτου εναντίον του κεφαλαίου, η ΜΜΤ θα πάρει το μέρος του κεφαλαίου συμμετέχοντας (ενεργητικά ή παθητικά) στην καταστολή.

Τα πιο προωθημένα τμήματα της ΜΜΤ, εντούτοις, θα πασχίσουν να επαναφέρουν τη σύγκρουση σε ένα πιο καθημερινό επίπεδο, επιτρέποντας τη διαπραγμάτευση. Θα μπορέσουν να το κάνουν στηριζόμενα στις ζώνες όπου η εξέγερση δεν θα έχει ακόμα ξεκινήσει ή θα έχει ήδη ηττηθεί. Στο μέτρο που θα παρέμβει, η ΜΜΤ θα πασχίσει να επαναφέρει τη σύγκρουση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου στο επίπεδο της διαπραγμάτευσης, επίπεδο όπου η παραγωγή της υπεραξίας καθιερώνεται εκ νέου, ακόμα κι αν οι συγκρούσεις συνεχίζονται. Όλο το πολιτικό και συνδικαλιστικό προσωπικό θα χρησιμοποιηθεί για αυτό τον σκοπό, αλλά η ΜΜΤ ως τέτοια μπορεί επίσης να συνεισφέρει συμμετέχοντας στον αγώνα. Θα συνδεθεί με το προλεταριάτο για να απαιτήσει αυξήσεις στους μισθούς και θα προσθέσει τη διεκδίκηση θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Θα εγγραφεί έτσι, μαζί με ένα τμήμα του προλεταριάτου, σε μια προωθημένη μορφή αντεπανάστασης, προωθώντας αγώνες που θα ενοχλήσουν ορισμένους καπιταλιστές, αποδεικνύοντας έτσι την «αντι-καπιταλιστική» ειλικρίνειά της. Η μεσαία τάξη θα μπορέσει να στηρίξει της «εποικοδομητικές προτάσεις» της στο τμήμα του προλεταριάτου που δεν θα εμπλέκεται σε μια καθαρή πρακτική αντιπαράθεσης, αλλά το οποίο θα μπορεί ίσως ακόμα και να αγωνίζεται, να διεκδικεί κ.α. Πέραν τούτου, θα μπορεί «να κεφαλαιοποιήσει» τις ήττες ή τις οπισθοχωρήσεις του εξεγερμένου προλεταριάτου για να πείσει τουλάχιστον ένα τμήμα του για τη σκοπιμότητα των «μεταρρυθμίσεων» και του «ρεαλισμού». Και για να αξιοποιήσει τις αντεπαναστατικές προτάσεις της, θα φτάσει μέχρι το σημείο να κάνει τη βρώμικη δουλειά εναντίον των πιο ανεξέλεγκτων τμημάτων του προλεταριάτου, στο μέτρο που οι απόπειρές της να απομονώσει αυτά τα τμήματα θα έχουν επιτύχει.

Εντός μιας φάσης βαθιάς κρίσης και ρήξης της αμοιβαίας προϋπόθεσης των τάξεων, καμία συμμαχία μεταξύ ΜΜΤ και επαναστατικού προλεταριάτου δεν είναι δυνατή. Δεν είναι παρά στην προγραμματική εκδοχή της θεωρίας που το προλεταριάτο μπορούσε να σχεδιάζει να σύρει πολιτικά τουλάχιστον ένα τμήμα της μεσαίας τάξης (εν μέρει μη μισθωτής) στην επανάστασή του – και επιπλέον όχι αναγκαστικά ως το τέλος. Στο τώρα, αυτή η προοπτική δεν είναι πλέον εφαρμόσιμη. Τη βρίσκουμε μερικές φορές με μια γελοία μορφή σε κείμενα αγωνιστών, υποτίθεται κοντινών στην κομμουνιστικοποίηση συμπεριλαμβανομένων. Για παράδειγμα:

«Είναι σε μια μειοψηφία τωρινών και μελλοντικών προλετάριων αρνούμενων να εργαστούν (εργάτες/τριες, μαθητές/τριες), αλλά και λιποτακτών της τάξης τους (φοιτητές/τριες, ανυπότακτοι, ανατρεπτικά στελέχη, κ.α.) που ανατίθεται να ξεσηκώσουν – χωρίς να καθοδηγήσουν όπως μια πρωτοπορία – αυτή την αντιστεκόμενη ζωντανή υποκειμενικότητα που βρίσκεται στον καθένα, ενάντια στον homo oeconomicus ο οποίος βρίσκεται μέσα του και ενάντια στην ιδεολογία της εργασίας και των ζηλωτών της». (Comité érotique révolutionnaire, Libérons nous du travail – en partant du printemps 2016, εκδόσεις Divergences 2016, σελ.47).

Η μεσαία τάξη μας παρουσιάζεται εδώ με τη μορφή του αγωνιστή που έρχεται να συναντήσει το προλεταριάτο, όχι για να το καθοδηγήσει, σίγουρα, αλλά για να το ξεσηκώσει να αυτοκαθαρθεί από τα οικονομικά συμφέροντα τα οποία θρέφει.

Ή ακόμα:

«Πρέπει να πάμε να συναντήσουμε, σε όλους τους τομείς, σε όλες τις περιοχές στις οποίες κατοικούμε, αυτούς που διαθέτουν στρατηγικές τεχνικές γνώσεις. […] Αυτή η διαδικασία συσσώρευσης γνώσης, της καθιέρωσης συνεργειών σε όλα τα πεδία, αποτελεί τη συνθήκη μιας σοβαρής και μαζικής επιστροφής στο επαναστατικό ζήτημα». (Comité Invisible, Á nos amis, La Fabrique, σελ.96).

Εδώ, ο αγωνιστής ξεκινάει να συναντήσει άλλα μέλη της μισθωτής μεσαίας τάξης, αυτούς που κατέχουν τις αναγκαίες γνώσεις για την παραγωγή. Οπωσδήποτε, το ζήτημα δεν είναι εδώ γίνουν οι αγωνιστές οι πολιτικοί κομισάριοί τους, αλλά οι συνεργοί τους, τα φιλαράκια τους.

Η μεγάλη αφέλεια τέτοιων θέσεων είναι στενά δεμένη με το γεγονός ότι οι πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές των ατόμων προέχουν έναντι του ταξικού ανήκειν, το οποίο βρίσκεται εκεί μόνο για παίξει έναν δευτερεύοντα ρόλο· πρόκειται για συλλογιστικές που δεν έχουν νόημα παρά μόνο εντός μιας κοινωνίας που – σε ευημερία ή ύφεση – κάνει στροφή σχεδόν 180ο και επιτρέπει επομένως τις πολιτικές διαδικασίες – όσο μάταιες κι αν είναι. Όταν η μεσαία τάξη αναζητεί μια συμμαχία με το προλεταριάτο, την αναλογίζεται με τη μορφή της πολιτικής. Στην κομμουνιστικοποίηση, δεν θα υπάρχει επαναστατική πολιτική, a fortiori καμία πολιτική συμμαχία μεταξύ προλεταριάτου και ΜΜΤ. Απέναντι στο προλεταριάτο που αναζητεί να αρνηθεί τον εαυτό του, να καταργήσει άμεσα τις τάξεις και να ξεπεράσει την εργασία και την οικονομία, η μισθωτή μεσαία τάξη θα οδηγηθεί να υπερασπίσει μισθό και υπερμισθό. Εντός της συμμετοχής της στις αντεπαναστατικές απόπειρες, η ΜΜΤ θα παίξει δυνατά για να αξιοποιήσει την τεχνογνωσία της σχετικά με την παραγωγή και την επιτήρηση. Θα βρει εκεί τη βάση για μια διπλή συμμαχία, με μια φράξια του προλεταριάτου από τη μια και μια «προοδευτική» φράξια των αφεντικών από την άλλη, και θα κρατήσει έτσι τον επικουρικό ρόλο της εντός της αντίφασης προλεταριάτου/κεφαλαίου.

4 – Η τάξη του quidproquo

Ας προσπαθήσουμε να καταλήξουμε. Η εμφάνιση μιας τρίτης τάξης στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν τροποποιεί θεμελιακά τον τρόπο με τον οποίο τον αναλύουμε. Η αντίφαση προλεταριάτου/κεφαλαίου παραμένει ο μόνος κινητήρας που εξελίσσει την καπιταλιστική κοινωνία και η ΜΜΤ δεν παρεμβαίνει σε αυτή την εξέλιξη παρά με επικουρικό τρόπο, ως ενδιάμεση. Οι ίδιες οι παρεμβάσεις της, εξάλλου, δεν μπορούν να εξηγηθούν παρά μόνο από το αστάθμητο της σχέσης εκμετάλλευσης του προλεταριάτου, η οποία αποτελεί τον πρώτο καθοριστικό παράγοντα της διαθέσιμης μάζας υπεραξίας, και επομένως των πιθανοτήτων υπερμισθού. Από τη στιγμή που ισχύει αυτό, γιατί να εισάγουμε τη ΜΜΤ εντός της συνολικής κοινωνικής σχέσης; Καταρχάς, επειδή πρόκειται για μια σχετικά σημαντική πληθυσμιακή μάζα, την οποία δεν μπορούμε να κατατάξουμε ούτε στην αστική τάξη ούτε στο προλεταριάτο. Και είναι δυνατόν να την ορίσουμε ως τάξη στη βάση των θεμελιωδών μηχανισμών  αναπαραγωγής του ΚΠΤ. Ακολούθως, γιατί η μεσαία τάξη άρχισε να αγωνίζεται, τουλάχιστον από την αρχή αυτού του αιώνα, και κάνει έτσι τον εαυτό της αναγνωρίσιμο στην ιδιαιτερότητά του. Αναμφίβολα αυτοί οι αγώνες έχουν μόνο δευτερεύουσα σημασία για εμάς. Τι μας ενδιαφέρει αν ο Ben Ali ή ο Moubarak καθαιρέθηκαν ή όχι; Τι μας ενδιαφέρει αν ο Moussavi εκλέχθηκε ή όχι στην Τεχεράνη (2009); Η απάντηση είναι από τη μια ότι η ανάλυση αυτών των αγώνων αποτελεί μέρος της συνήθους δραστηριότητας της κομμουνιστικής θεωρίας, η οποία οφείλει να κατανοεί όλους τους αστάθμητους παράγοντες και τις συσπάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. «Κατανόηση», αλλά και αξιολόγηση. Δηλαδή, να κοπιάζουμε να διακρίνουμε τη σχέση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ ΜΜΤ ως κοινωνικο-ιστορικής πραγματικότητας και της πιθανότητας του κομμουνισμού. Για εμάς, η ανάλυση της καπιταλιστικής κοινωνίας έχει ενδιαφέρον μόνο υπό την προϋπόθεση ότι μας προχωράει όσον αφορά την κατανόηση του κομμουνισμού, της πιθανότητάς του, των εμποδίων που μπορεί να αντιμετωπίζει. Από την άλλη, βρίσκουμε ότι οι πρόσφατοι αγώνες της μισθωτής μεσαίας τάξης έδωσαν χώρο για πολλά quidproquo. Η μεσαία τάξη είναι έντονα παρούσα σε πολυάριθμους πρόσφατους αγώνες σε όλον τον κόσμο, και συχνά περιπλέκει την κατανόησή τους, κυρίως ωθώντας πολλούς σχολιαστές να βλέπουν μια επανάσταση εκεί που δεν υπάρχει ή να βλέπουν το προλεταριάτο στην πρώτη γραμμή, ενώ άγεται και φέρεται από τα γεγονότα. Για παράδειγμα, και χωρίς να φτάνουμε να μιλάμε για επανάσταση, το γαλλικό κινημα του 2016 εναντίον του εργασιακού νόμου έγειρε πολλές ελπίδες και ώθησε σε πολλές αναλύσεις που τον υπερεκτίμησαν σε μεγάλο βαθμό. Ένα μέρος της γαλλικής μεσαίας τάξης υποδύθηκε τους εξεγερμένους, δίπλα σε ένα μικρό τμήμα του προλεταριάτου που διεκδικούσε, αν και όχι γενικά με πολύ διασκεδαστικό τρόπο. Αυτή η αντιπαράθεση θα αποτελέσει αντικείμενο του επόμενου επεισοδίου μας.

B.A. – R.F.

ιούνιος 2017

 

[1] Όσον αφορά τους μη παραγωγικούς εργαζόμενους, η αξία της εργασιακής δύναμής τους συγκροτείται εξίσου από την αξία των εμπορευμάτων τα οποία έχουν ανάγκη για να αναπαραχθούν. Η μόνη διαφορά είναι ότι δεν είναι η δική τους εργασία που παράγει αυτή την αξία, αλλά αυτή των παραγωγικών εργαζόμενων η οποία δημιούργησε την απαιτούμενη υπεραξία για να πληρωθούν.

[2] Δες Bruno Astarian, Le Travail es son dépassement, 2001, πρώτο μέρος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s