Home

Από το blog Hic Salta – Communisation, το πρώτο μέρος της σειράς κειμένων πάνω στη μεσαία τάξη.

Επεισόδιο 1: Κύστες και φανοί[1]

Όσα ακολουθούν αποτελούν τη γενική παρουσίαση των ζητημάτων, με τα οποία θα καταπιαστούμε στο φυλλάδιο.

1 – Η μισθωτή μεσαία τάξη υπάρχει;

Η μεσαία τάξη συχνά θεωρείται ήσσονος σημασίας για τις θεωρητικές αναζητήσεις του «χώρου» της κομμουνιστικοποίησης. Διακρίνουμε πολλές πιθανές αιτίες γι’ αυτό.

  • Στην προγραμματική εκδοχή της, η κομμουνιστική θεωρία θεώρησε τη μεσαία τάξη (μισθωτή ή ανεξάρτητη) ως στόχο της προλεταριακής πολιτικής είτε για να κάνει συμμαχίες μαζί της είτε για να τη διασύρει. Στην κομμουνιστικοποιητική εκδοχή της, η κομμουνιστική θεωρία απορρίπτει κάθε ιδέα πολιτικής προοπτικής όσον αφορά τη δραστηριότητά της και επομένως a fortiori κάθε ιδέα διαταξικής συμμαχίας. Η μεσαία τάξη επομένως, περισσότερο ή λιγότερο, εξαφανίστηκε από τις ενασχολήσεις της.
  • Η μεσαία τάξη σχηματίζεται σήμερα κυρίως από μισθωτούς και αυτή η επιφανειακή ομοιότητα με την προλεταριακή συνθήκη συχνά οδήγησε τους σχολιαστές να την κάνουν παράρτημα του προλεταριάτου. Σε αυτού του είδους την οπτική, η ΜΜΤ εξαφανίζεται ως τέτοια.
  • Σίγουρα, από την κρίση του 2008 και μετά, η προλεταριοποίηση της μεσαίας τάξης μοιάζει να επίκειται κάτι που θα έκανε να εξαφανιστεί το ζήτημα της μεσαίας τάξης μαζί με την ίδια την τάξη. Το θεωρητικό ζήτημα της ΜΜΤ τακτοποιείται με την πτώση της εντός του προλεταριάτου. Από την άλλη, η ιδέα της εξαφάνισης της μεσαίας τάξης εντός του προλεταριάτου το μόνο που κάνει είναι να αναπαράγει την κυρίαρχη συζήτηση περί υποβιβασμού και του φόβου που αυτός προκαλεί. Βασίζεται στην αντίληψη ότι η ΜΜΤ δεν αποτελεί παρά ένα κοινωνικό στρώμα που προσδιορίζεται από μέσους μισθούς, μεταξύ των μισθών του προλεταριάτου και των μισθών των ανώτερων υπαλλήλων του κεφαλαίου, ένα είδος ανώτερης εργατικής αριστοκρατίας που δεν διαφοροποιείται από το υπόλοιπο προλεταριάτο παρά μόνο από το χαρτί μισθοδοσίας και μερικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Η κρίση, μειώνοντας τους μισθούς τουλάχιστον ενός τμήματος της ΜΜΤ, θα προκαλούσε λίγο-λίγο την εξαφάνιση αυτού του ενδιάμεσου κοινωνικού στρώματος, μέχρι την εξάλειψή του στην «τελική κρίση». Θα δούμε ότι στην πραγματικότητα η ΜΜΤ πρέπει να προσδιορίζεται από την οργανική της λειτουργία εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ότι παίζει έναν ειδικό και απαραίτητο ρόλο στην αξιοποίηση και την αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως τάξη των στελεχών. Αυτός ο ρόλος υπονοεί ότι η ΜΜΤ είναι εδώ για να παραμείνει όσο χρονικό διάστημα παραμείνει και ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της κρίσης που θα προκαλέσει τελικά το ξεπέρασμα του ΚΠΤ.
  • Ίσως αρμόζει να προσθέσουμε μια τέταρτη εξήγηση για τη μικρή σημασία που δόθηκε στο ζήτημα της μισθωτής μεσαίας τάξης. Η μισθωτή μεσαία τάξη εγείρει το ζήτημα του θεμελιακού διαχωρισμού που υπάρχει μεταξύ θεωρίας και πραγματικού κινήματος. Πρέπει να επιστρέψουμε στη διαπίστωση ότι η κομμουνιστική θεωρία δεν αποτελεί τις περισσότερες φορές έργο προλετάριων, αλλά μη-προλετάριων. Για να παράξεις θεωρία χρειάζεται χρόνος και μέσα, και οι προλετάριοι διαθέτουν λίγα. Αυτός ο χρόνος και αυτά τα μέσα – ακόμα κι αν ήταν μόνο με τη μορφή ενός ορισμένου υψηλού επιπέδου διανοητικών ικανοτήτων (ανάγνωση, ανάλυση, γραφή κ.α.) – δεν έρχονται από το πουθενά: έρχονται από μια ορισμένη θέση στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, η οποία κατά βάση δεν είναι αυτή του προλετάριου και από ένα ορισμένο επίπεδο ζωής. Προφανώς, υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά δεν έχουν τόση σημασία. Η αναγνώριση αυτής της συνθήκης δεν συνεπάγεται την ακύρωση των μη-προλετάριων θεωρητικών. Η θεωρία παραγόταν πάντα ρητά εντός του διαχωρισμού τόσο στην εποχή του προλεταριακού προγράμματος όσο και σήμερα (δες Solitude de la théorie communiste)[2]. Αλλά το προλεταριακό πρόγραμμα διέθετε ένα μεγάλο οπλοστάσιο «λύσεων» για να υπερβεί υποτίθεται αυτόν τον διαχωρισμό. Το παραδοσιακό εργατικό κίνημα είχε ένα σύνολο θεσμών, οι οποίοι ενσωμάτωναν τα μέλη των μεσαίων τάξεων που προσχωρούσαν στο προλεταριάτο μέσω πολιτικής στήριξης. Αυτός ήταν ο τρόπος για τους θεωρητικούς (γενικά μικροαστικής προέλευσης) να διασφαλίσουν ότι ανήκουν στο προλεταριάτο μέσω κάποιου είδους συμμαχίας. Σήμερα, δεν υπάρχουν πλέον προλεταριακοί θεσμοί και η θεωρία δεν έχει (ή έχει πολύ λίγο) επαφή με τους καθημερινούς αγώνες. Ελλείψει μιας θεσμικής προσχώρησης στον προλεταριακό αγώνα, οι θεωρητικοί βρίσκονται απομονωμένοι εντός των κύκλων που κατηγοριοποιούνται στη ΜΜΤ (συνθήκη της θεωρητικής παραγωγής). Αν και δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, υπάρχει η έντονη τάση να αποκρύπτεται το ζήτημα της ΜΜΤ, να αρνούμαστε την ύπαρξή της ή τη σημασία της, για να εγγυηθούμε ως αντίδραση ότι ο θεωρητικός ανήκει στο προλεταριάτο, όποιο κι αν είναι το επίπεδο και ο τρόπος ζωής του. Η τάση να αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς μας ως άμεση, μη διαχωρισμένη έκφραση της καθημερινής εξέλιξης των αγώνων του προλεταριάτου επιβιώνει στους θεωρητικούς κύκλους του σήμερα. Και σε αυτή την περίπτωση, το ζήτημα της μισθωτής μεσαίας τάξης γίνεται μη λεγόμενο, ταμπού. Αυτό επιτρέπει να παρουσιάζονται ως απλοί «συνειδητοποιημένοι προλετάριοι» και να αποφεύγεται ακόμα μια φορά ο διαχωρισμός, ο οποίος θεμελιώνει την κομμουνιστική θεωρία και τον οποίο αυτή οφείλει να αποδεχτεί χωρίς κόμπλεξ.

Καταλήγοντας, σκεφτόμαστε αντίθετα πως η ΜΜΤ συγκροτεί ένα ιδιαίτερο θεωρητικό αντικείμενο, πως το γεγονός ότι αυτό αμελήθηκε μέχρι τώρα υπήρξε πηγή καταστροφικών συγχύσεων κατά την εκτίμηση και ανάλυση πολυάριθμων σύγχρονων αγώνων (Oaxaca 2006, Τυνησία, Αίγυπτος 2011, Γαλλία 2010, 2016 κλπ). Και θα δούμε πως μια καλύτερη κατανόηση της ΜΜΤ επιτρέπει να ρίξουμε φως στο ζήτημα του ίδιου προλεταριάτου.

The proof of the pudding is in the eating, λέει μια αγγλική παροιμία (στην πράξη φαίνεται ότι αξίζει κάτι). Η αξία της μεσαίας τάξης είναι οι αγώνες της. Αυτοί είναι που μας οδήγησαν να εξετάσουμε ως τέτοιο το ζήτημα της ΜΜΤ. Σε κοινωνικά κινήματα – όπως στην περίπτωση του Ιράν το 2009, του Ισραήλ το 2011, της Τουρκίας το 2013, του Χονγκ Κονγκ το 2014 – γινόμαστε μάρτυρες μαζικών διαμαρτυριών από μεγάλα κομμάτια της μισθωτής μεσαίας τάξης ενάντια στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, εντός των οποίων τις τοποθετούν οι σύγχρονοι τρόποι συσσώρευσης κεφαλαίου (οικονομική κρίση, παγκοσμιοποίηση, φούσκες ακινήτων, μεροληπτικός επαναπροσδιορισμός των μισθών κλπ). Θα πρέπει να χαρακτηρίσουμε αυτούς τους αγώνες, να εκτιμήσουμε τον βαθμό «ταξικής καθαρότητάς» τους. Διότι το προλεταριάτο σχετίζεται συχνά μαζί τους, μερικές φορές με τρόπο μαζικό (Τυνησία και Αίγυπτος, 2011), μερικές φορές με περισσότερο περιορισμένο τρόπο (Oaxaca 2006, Βενεζουέλα 2014, Γαλλία 2016).

Είναι αδύνατον να αγνοήσουμε τους αγώνες της ΜΜΤ, οπωσδήποτε στην τρέχουσα φάση. Παντού στον κόσμο, δίνουν χώρο σε τεράστιες και θεαματικές διαδηλώσεις που κάνουν τους αγωνιστές και τους ακτιβιστές να χλωμιάζουν από ζήλια. Μερικές φορές είναι πολύ βίαιοι και οι διαδηλωτές, αν και είναι εντελώς «μικροαστοί», αποδεικνύονται αξιοσημείωτα τολμηροί και θαρραλέοι υπερασπιζόμενοι τα ιδανικά τους. Εν τέλει, καταλήγουν να είναι νικηφόροι, όπως όταν επιτυγχάνουν να ρίξουν τον Μπεν Αλί ή τον Μουμπάρακ. Θα πρέπει να αναλυθούν οι συνθήκες και το πραγματικό περιεχόμενο αυτών των νικών.

2 – Θολοί ορισμοί της μισθωτής μεσαίας τάξης

 Ένα από τα προβλήματα που συναντάμε όταν προσεγγίζουμε το ζήτημα της ΜΜΤ είναι αυτό του ορισμού της. Ορισμένοι προχωρούν μέχρι τον ισχυρισμό ότι, καθώς δεν καταφέρνουμε να περιγράψουμε καθαρά τα όριά της, η μεσαία τάξη δεν υπάρχει πραγματικά, αλλά αποτελεί το ανώτερο τμήμα του προλεταριάτου. Οι μεσαίες τάξεις θα αποτελούνταν έτσι κυρίως από προλετάριους. «Κυρίως»: κατά τα άλλα, αποδέχονται την έννοια της μεσαίας τάξης, αλλά για να την κάνουν μια no man’s land χωρίς καθορισμένα όρια. Δεν υπάρχει κανένα προχώρημα πέρα από αυτό. Σε αυτού του είδους τον συλλογισμό, η μισθωτή συνθήκη έχει προτεραιότητα σε σχέση με τους άλλους καθορισμούς. Το γεγονός ότι είσαι μισθωτός ισοδυναμεί με το να είσαι προλετάριος. Το ίδιο το επίπεδο των μισθών δεν λαμβάνεται υπόψη παρά μόνο για τους πολύ υψηλούς μισθούς.

Μπορούν να μας βοηθήσουν οι κοινωνικο-οικονομικές κατηγορίες; Οι στατιστικές του ενεργού πληθυσμού δείχνουν χοντρικά ότι, ιστορικά, ένα νέο κοινωνικό στρώμα, μισθωτό, σχηματίστηκε και διογκώθηκε στο μέτρο που περιοριζόταν η θέση της μικροαστικής τάξης καθαυτής (αγρότες, έμποροι, βιοτέχνες).

Screen Shot 2017-12-10 at 23.03.20Βλέπουμε ότι η συρρίκνωση της ανεξάρτητης μεσαίας τάξης αντισταθμίζεται και με το παραπάνω από την άνοδο των νέων μισθωτών επαγγελμάτων (εκπαιδευτικοί, στελέχη, τεχνικοί, διοικητικοί κάθε είδους…). Μια τέτοια εξέλιξη δεν περιορίζεται στη Γαλλία. Λαμβάνει χώρα σε όλες τις χώρες. Είναι πιο καθαρή στις χώρες του κέντρου, αλλά λαμβάνει επίσης χώρα στις ζώνες της περιφέρειας. Έχοντας πει τα παραπάνω, αυτοί οι νέοι μισθωτοί σχηματίζουν μια τάξη; Οι κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες δεν βοηθάνε στην απάντηση της ερώτησης. Τι υπάρχει κοινό ανάμεσα σε μια δασκάλα και ένα διοικητικό στέλεχος, ανάμεσα σε έναν επιστάτη και έναν επιθεωρητή εργασίας; Οι κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες της στατιστικής δεν μας επιτρέπουν να απαντήσουμε.

Είτε υπάρχει είτε όχι, είτε μπορούμε να χαράξουμε τα όριά της είτε όχι, η μισθωτή μεσαία τάξη αποτελεί αντικείμενο ενός απεριόριστου αριθμού βιβλίων και άρθρων. Η κοινωνιολογία ενδιαφέρεται τόσο περισσότερο για αυτό το αντικείμενο-φάντασμα όσο αποτελεί το κατεξοχήν εκλογικό υποκείμενο στο οποίο απευθύνονται πολιτικοί και κυβερνήσεις όλων των πολιτικών τάσεων. Πέρα από το επίπεδο ζωής, η ΜΜΤ προσεγγίζεται θεωρητικά μεροληπτώντας επίσης υπέρ του επιπέδου εκπαίδευσης, του τρόπου ζωής κλπ. Αυτές οι προσεγγίσεις δεν επιτρέπουν να είμαστε πραγματικά πιο ξεκάθαροι από ό,τι το ύψος των μισθών ή η χρήση των κοινωνικο-επαγγελματικών κατηγοριών.

3 – Για έναν μαρξικό ορισμό της ΜΜΤ

 Από την άλλη, σκεφτόμαστε ότι είναι δυνατόν να ορίσουμε τη μισθωτή μεσαία τάξη με τρόπο ενδελεχή και μαρξικό, ακόμα κι αν αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να χρησιμεύσει σε κοινωνιολόγους, πολιτικούς και διαφημιστές. Με το «μαρξικό» θέλουμε να πούμε ότι αυτός ο ορισμός αγκυρώνεται στη θεμελιώδη ανάλυση της συσσώρευσης κεφαλαίου, δηλαδή της απόσπασης και κυκλοφορίας της υπεραξίας. Λίγο ενδιαφέρει εξάλλου ότι αυτός ο ορισμός παίρνει αποστάσεις από το γράμμα των αποσπασμάτων (λίγων σε αριθμό), όπου ο Μαρξ μπόρεσε να αφιερώσει στις μεσαίες τάξεις υπό την ονομασία «καταναλωτές υπεραξίας», «μη παραγωγικές τάξεις» ή «ιδεολογικά σώματα». Στην καλύτερη, αυτό που δημιουργεί πρόβλημα στην οικοδόμηση μιας γενικής θεωρίας της μεσαίας τάξης είναι οι μη προσδιορισμένες έννοιες που χρησιμοποιεί. Θα δούμε ότι η ανάλυση των μισθών επιτρέπει να αποκατασταθεί ότι οι εργαζόμενοι της μισθωτής μεσαίας τάξης λαμβάνουν από το κεφάλαιο έναν υπερμισθό, που έρχεται να προστεθεί στην αξία της εργασιακής τους δύναμης. Αυτός ο υπεριμισθός μεταφράζεται σε υπερκατανάλωση και σε δημιουργία αποταμιεύσεων, οι οποίες αποτελούν τα ορατά χαρακτηριστικά της ΜΜΤ. Από πού προέρχεται αυτός ο υπερμισθός, ποια είναι η λειτουργία του; Αυτό είναι που θα πρέπει να εξηγήσουμε.

Είναι εκκινώντας από έναν μαρξικό ορισμό τηςμισθωτής μεσαίας τάξης που γίνεται δυνατό να κατανοηθούν οι ενδεχομενικότητες των αγώνων της, καθώς και οι σχέσεις μεταξύ αυτών και των αγώνων του προλεταριάτου, καθημερινών ή εξεγερσιακών. Διότι αυτός ο ορισμός επιτρέπει να κατανοηθούν τα αντικειμενικά συμφέροντα όσων δρουν στους αγώνες, η θέση τους εντός του θεμελιακού μηχανισμού της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Για παράδειγμα, οι δάσκαλοι και οι δασκάλες της Oaxaca είναι αναμφίβολα αρκετά φτωχοί. Οι αριθμοί δείχνουν ότι, παρόλα αυτά, αυτό δεν τους κάνει προλετάριους και εκεί βρίσκεται η προέλευση των εγγενών ορίων των αγώνων τους. Είναι άχρηστο να απολογούμαστε για αυτά τα όρια ή να τείνουμε να τα παραβιάσουμε. Για εμάς, που τοποθετούμαστε στην προοπτική μιας κομμουνιστικοποιητικής επανάστασης, περιοριζόμαστε να παρατηρήσουμε ότι η μάχη τους δεν είναι η δική μας. Κατά γενικό τρόπο, και στο μέτρο που το τμήμα του υπερμισθού που βρίσκεται στο εισόδημα της ΜΜΤ παίρνεται από τη γενική δεξαμενή της κοινωνικής υπεραξίας, το αντικειμενικό συμφέρον της ΜΜΤ είναι αυτή η δεξαμενή να τροφοδοτείται όσο το δυνατόν περισσότερο. Κάτι που επαναφέρει αυτό που έχει ειπωθεί, ότι συμφέρον της ΜΜΤ είναι να συντηρείται και να ενισχύεται η εκμετάλλευση της εργασίας. Και ότι αυτό επιτρέπει να κατανοηθούν όλες οι αμφισημίες της διαταξικότητας.

4 – Η διαταξικότητα

 Ενώ η ΜΜΤ αγωνίζεται για τον υπερμισθό της, δηλαδή υπέρ της εκμετάλλευσης της εργασίας, το προλεταριάτο αγωνίζεται σκληρά στους καθημερινούς αγώνες του να περιορίσει αυτή την εκμετάλλευση. Εντούτοις, παρά τη φαινομενική αντίθεση των «αντικειμενικών» συμφερόντων τους, το προλεταριάτο και η ΜΜΤ αγωνίζονται συχνά πλάι-πλάι ενάντια σε έναν κοινό εχθρό. Το είδαμε στην Τυνησία και ειδικά στην Αίγυπτο. Αυτή η σύγκλιση δεν είναι παράδοξη παρά μόνο αν ξεχάσουμε ότι και το προλεταριάτο έχει συμφέρον να συνεχιστεί η εκμετάλλευση, αν θέλει να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενάντια στις απολύσεις, τις μετεγκαταστάσεις και το κλείσιμο εργοστασίων και να τείνει να διατηρήσει το επίπεδο ζωής τους εντός της αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι εντός αυτής της σχηματοποίησης της σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου (αυτής των καθημερινών αγώνων) που ο προλεταριακός αγώνας μπορεί να συγκλίνει με αυτόν της ΜΜΤ.

Η διαταξικότητα συνίσταται επομένως στο γεγονός ότι δυο τάξεις με αντικειμενικά αντίθετα συμφέροντα συσχετίζονται εντός του αγώνα. Πρέπει σίγουρα να προσδιορίσουμε αυτή τη συσχέτιση. Είναι πολιτική; Εθελοντική; Απλά δοσμένη από τις περιστάσεις; Για να τεθεί σε κίνηση η ΜΜΤ, απαιτείται μια σχετικά σημαντική κρίση αξιοποίησης του κεφαλαίου, μια τέτοια κρίση που το επίπεδο ζωής της μεσαίας τάξης να υποτιμηθεί αισθητά. Τέτοιες συνθήκες έχουν επιπτώσεις και στο προλεταριάτο και μπορούν επομένως να προκαλέσουν εξίσου την είσοδό του στον αγώνα. Η συσχέτιση του προλεταριάτου με τον αγώνα της ΜΜΤ λαμβάνει χώρα σε διαφορετικές διαβαθμίσεις. Μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο μαζική, εκτεινόμενη από τη συμμετοχή ως άτομο στις διαδηλώσεις μέχρι την απεργία μεγάλης κλίμακας, περνώντας από την προώθηση ιδιαίτερων διεκδικήσεων επωφελούμενο από την ευκαιρία που προσφέρεται καθώς η ΜΜΤ εισέρχεται στον αγώνα. Όπως και να’χει, τα γεγονότα που παρατηρήσαμε μοιάζουν να οδηγούν στο ακόλουθο συμπέρασμα: για να λήξει νικηφόρα ένας αγώνας της ΜΜΤ (ό,τι κι αν σκέφτεται κανείς γι’ αυτή) πρέπει να έχει συσχετιστεί μαζί του το προλεταριάτο, και με τρόπο μαζικό. Πρέπει να εμφανιστεί ως τάξη που υπερασπίζεται τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντά. Δεν αρκεί να συμμετέχουν οι προλετάριοι περισσότερο ή λιγότερο ως άτομα  στον αγώνα της ΜΜΤ, για παράδειγμα παίρνοντας μέρος στις διαδηλώσεις ή στις ταραχές. Αν η τάξη δεν εμφανιστεί ως τέτοια, τα άτομα προλετάριοι θα φαγοκυτταρωθούν από το κίνημα της ΜΜΤ. Αυτή τότε εμφανίζεται μόνη απέναντι στον εχθρό της, ο οποίος, θα το δούμε, είναι γενικά το Κράτος. Εν τη απουσία απειλής από την πλευρά του προλεταριάτου, το Κράτος δεν έχει δυσκολία να απωθήσει την επίθεση της μεσαίας τάξης. Αυτό είδαμε, για παράδειγμα, στο κίνημα Occupy στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο πράσινο κίνημα στο Ιράν, ή ακόμα και στην Oaxaca.

Η διαταξικότητα μπορεί επίσης να βρει το σημείο εκκίνησής της στους προλεταριακούς αγώνες, με τους οποίους η ΜΜΤ έρχεται να συσχετιστεί κατά τρόπο περισσότερο ή λιγότερο μαζικό. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο και δεν διαψεύδει τον κανόνα που διατυπώσαμε παραπάνω. Για να είναι νικηφόρος ένας αγώνας της ΜΜΤ, η αναγκαία συνθήκη (αλλά όχι επαρκής) είναι να εξελίσσεται σε ένα διαταξικό πλαίσιο όπου το προλεταριάτο εμφανίζεται με μαζικό τρόπο και ως τάξη που προσιδιάζει στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Πολλοί σύντροφοι σκέφτονται ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη γενική αναταραχή που προκαλείται από τις διαδηλώσεις, τις ταραχές κ.α. του διαταξικού αγώνα, το προλεταριάτο θα μπορούσε να επωφεληθεί και ναξεκινήσει μια επανάσταση. Για παράδειγμα, οι τρεις ηφαιστειακές εβδομάδες που μπλόκαραν την Αίγυπτο τον ιανουάριο-φεβρουάριο του 2011 θα μπορούσαν να είχαν μια επαναστατική δυναμική. Από την άλλη, αποκλείεται ένας διαταξικός αγώνας να μπορεί να αναπτυχθεί σε επαναστατικό κίνημα μέσω της γενίκευσης ή/και της εμβάθυνσης της ίδιας της δυναμικής του. Και αυτό όχι γιατί η μεσαία τάξη θα διεύθυνε και θα χειραγωγούσε το προλεταριάτο για να το εκτρέψει από τους δικούς του στόχους, αλλά γιατί η ίδια η φύση της διαταξικότητας υπονοεί ότι το προλεταριάτο αγωνίζεται στο εσωτερικό των συμβατικοτήτων του κεφαλαίου, ότι αγωνίζεται για τη βελτίωση των συνθηκών της εκμετάλλευσής του και όχι σε ρήξη με αυτές. Μια τέτοια ρήξη μπορεί να λάβει χώρα εντός της διαταξικής δίνης, αλλά υπονοεί καταρχήν τη ρήξη με τις τροπικότητες της διαταξικότητας.

Και επιπλέον: η διαταξικότητα, σε κάθε περίπτωση εντός της τρέχουσας περιόδου, έχει συνήθως για περιεχόμενο την επίθεση των δυο τάξεων στο Κράτος, το οποίο αποτελεί τον συνομιλητή τους για να αποκτηθεί η προσδοκόμενη βελτίωση των τρόπων εκμετάλλευσης ή/και του υπερμισθού. Η σχέση με το Κράτος είναι αυτή που ενώνει τις δυο τάξεις εντός της διαταξικότητας. Αυτές απαιτούν από το κράτος να ρυθμίσει την κοινωνική σχέση προς όφελός τους (εκδημοκρατισμός, αντι-διαφθορά, δικαίωμα στην εργασία, ανεξάρτητα συνδικάτα κ.α.) ενάντια στις αντίθετες επιρροές, κυρίως των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των υπερεθνικών οργανισμών. Όταν το Κράτος αποτελεί τον εργοδότη (δημόσια διοίκηση, κρατικές επιχειρήσεις), είναι ακόμα εντός της λειτουργίας του ως ρυθμιστή που οι αγώνες της διαταξικότητας απευθύνονται σε αυτόν. Υπεράσπιση της απασχόλησης, δημιουργία εκ του μηδενός θέσεων εργασίας για τους πτυχιούχους άνεργους, «δικαίωμα στην ανάπτυξη», παρεμβάσεις προς παρεμπόδιση του κλεισίματος επιχειρήσεων· τέτοιες είναι οι διεκδικήσεις που, συνήθως, έρχονται να προστεθούν σε άλλες, πιο κλασσικές, οι οποίες αφορούν τον μισθό και τις συνθήκες εργασίας.

Τα όρια των αγώνων εντός της διαταξικότητας έχουν να κάνουν, επομένως, θεμελιωδώς με αυτό που οι δυο ενδιαφερόμενες τάξεις απευθύνουν προς το Κράτος, πολύ περισσότερο από τις επιθέσεις τους στο κεφάλαιο. Αυτή είναι η εμπειρική διαπίστωση που κάνουμε όταν εξετάζουμε όλους τους διαταξικούς αγώνες που εκτυλίσσονται κάτω από τα μάτια μας από την αρχή του αιώνα. Θα πρέπει να ελέγξουμε αυτή την υπόθεση με βαθύτερο τρόπο.

5 – Ποιο είναι το διακύβευμα;

 Από όσα προηγήθηκαν γίνεται κατανοητό ότι ο στόχος μας είναι τριπλός (τουλάχιστον). Από τη μια, πρόκειται για τη θεμελίωση μιας πραγματικής θεωρίας της μισθωτής μεσαίας τάξης. Θα δούμε ότι ορισμένα στοιχεία υπάρχουν ήδη, αλλά αγνοήθηκαν με μοναδικό τρόπο από το κομμουνιστικοποιητικό ρεύμα. Από την άλλη, στη βάση αυτής της θεωρίας, πρέπει να εμβαθύνουμε την κατανόηση της διαταξικότητας και των εγγενών ορίων της. Τέλος, πρόκειται να κάνουμε καθαρά τη διάκριση ανάμεσα στα διάφορα κοινωνικά κινήματα. Ποια τάξη βρίσκεται σε δράση; Αν είναι το προλεταριάτο, εντός ποιου πλαισίου δρα (διαταξικό ή όχι, καθημερινού αγώνα ή πέρα από αυτόν); Δεν πρέπει να υποχωρήσουμε μπροστά στη διαπίστωση ότι ακόμα και τα πιο έντονα και γενικά κινήματα όπως η τυνησιακή ή αιγυπτιακή άνοιξη δεν είχαν καμία πραγματική επαναστατική προοπτική στην ίδια τη (διαταξική) βάση τους. Αυτό εγγράφηκε με διπλό τρόπο: ο αγώνας του προλεταριάτου δεν βγήκε από την καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης, καθώς απουσίαζε η εξέγερση ενάντια στο κεφάλαιο (σε μεγάλο βαθμό, παρά εναντίον της αστυνομίας). Και η συσχέτιση του προλεταριάτου με τη ΜΜΤ ενίσχυσε αυτό το όριο των καθαρά εργατικών αγώνων.

Σίγουρα, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, στη δίνη ενός κινήματος που θα μοιάζει με το αιγυπτιακό (πολλές εβδομάδες ταραχών, γιγάντιες διαδηλώσεις, καταλήψεις πλατειών – όλες τους δραστηριότητες που δεν είναι ειδικά επανασταστικές), η μεσολάβηση μιας ρήξης που θα κάνει τον αγώνα του προλεταριάτου να περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, ποιοτικά διαφορετικό. Δεν γίνεται κάνοντας περισσότερες διαδηλώσεις περισσότερο μαζικές σε περισσότερους χώρους να κάνουμε ένα κίνημα να περάσει από το διεκδικητικό στάδιο στο επαναστατικό στάδιο. Και μπορούμε να προσθέσουμε ότι η ρήξη δεν θα γίνει ούτε μέσω της συσσώρευσης μόνο της προλεταριακής δραστηριότητας εντός αυτής της διαδικασίας (περισσότερες απεργίες, περισσότερες ανεξάρτητες διαδηλώσεις, περισσότερη αυτονομία σε σχέση με τη ΜΜΤ κ.α.). Η ρήξη με τη διαταξικότητα θα προκληθεί από μια σημαντική τροποποίηση της σχέσης προλεταριάτο/μεσαία τάξη/κεφάλαιο. Και όποια κι αν είναι, θα συνεπάγεται μια σημαντική αλλαγή στις πρακτικές των αγώνων του προλεταριάτου. Από τη στιγμή που το προλεταριάτο σταματάει να απευθύνεται στο Κράτος για να διαπραγματευτεί και επιτίθεται στο κεφάλαιο εντός μιας δραστηριότητας κρίσης η οποία δεν συζητάει, δεν πρόκειται πλέον για ζήτημα οργάνωσης γιγάντιων διαδηλώσεων ή κατάληψης πλατειών, ακόμα και εργοστασίων.

Το διακύβευμα μιας μαρξικής θεωρίας της μεσαίας τάξης είναι επομένως, χάρις σε μια καλύτερη κατανόηση του τι είναι αυτή η τάξη, να ανυψωθεί η ανάλυση των τρεχόντων αγώνων στο ύψος των απαιτήσεων της κομμουνιστικοποίησης. Είναι μόνο εντός μιας προγραμματικής προοπτικής που οι διαταξικοί αγώνες μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσφορο έδαφος μιας προλεταριακής επανάστασης. Σε αυτή την περίπτωση, το κίνημα του συνόλου θεωρείται ότι διευκολύνει την κατάληψη της εξουσίας, ακόμα κι αν το προλεταριάτο αγωνίζεται εντός του διαταξικου κινήματος για τα συμφέροντα που του προσιδιάζουν. Αυτή η πολιτική οπτική, εντελώς θεωρητική, δεν αντέχει στη δοκιμασία της πραγματικής ιστορίας. Εντούτοις, πολλοί τρέφουν ψευδαισθήσεις όσον αφορά τη δυνατότητα μιας ριζοσπαστικής προλεταριακής πολιτικής στο εσωτερικό ενός διαταξικού αγώνα. Το δέλεαρ αφορά εδώ στο γεγονός ότι οι δυο αγωνιζόμενες τάξεις θέτουν την επιβεβαίωσή τους ως μέσο και στόχο της επανάστασης που οραματίζονται. Αυτή η ομοιότητα αποκαλύπτεται κυρίως στην ομοιότητα των μορφών αγώνα. Η μεσαία τάξη μοιράζεται με το παραδοσιακό εργατικό κίνημα την προσφυγή στα οδοφράγματα, στις τεράστιες διαδηλώσεις κ.α. Εξ ου η σύγχυση, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων κουμουνιστικοποιητών: όταν αγωνιστές και ακτιβιστές παρατηρούν τέτοιες μαζικές διαδηλώσεις, ή οδοφράγματα, νομίζουν ότι βλέπουν τη δυνατότητα μιας κομμουνιστικής επανάστασης. Κάνουν λάθος. Διότι αν αληθεύει ότι η εξέγερση που θα παράξει την αυτοάρνηση του προλεταριάτου θα εμπεριέχει μια φάση επιβεβαίωσης της τάξης – που ως φάση θα ήταν τέτοια μόνο για να εξεγερθεί η τάξη – αυτή η πρώτη φάση δεν θα συνίσταται στην υπεράσπιση οδοφραγμάτων ή σε διαδηλώσεις. Σήμερα, καθώς η κομμουνιστικοποιητική προοπτική αλλάζει βαθιά τα κριτήρια αξιολόγησης που η θεωρία χρησιμοποιεί κατά την εξέταση των κοινωνικών κινημάτων, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι μια πρωτοβουλία του προλεταριάτου που θα εμπεριείχε την πραγματική δυνατότητα ξεπεράσματος θα αναγνωριζόταν αμέσως από ορισμένα χαρακτηριστικά της (απομαζικοποίηση, κινητικότητα, μαζική εμπλοκή του παραγωγικού προλεταριάτου, άμεση διεθνής γεωγραφική επέκταση…). Τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να εμφανίζονται ανεξάρτητα από ένα κίνημα της μεσαίας τάξης ή, όπως είπαμε, σε ρήξη με ένα τέτοιο κίνημα. Αλλά, σε όλες τις περιπτώσεις, θα διακριθούν γρήγορα οι κύστες που θα φωτίσουν τους κομμουνιστικούς χορούς από τους φανούς της διαταξικότητας.

B.A. – R.F.

Μάιος 2017

 

[1] (Σ.τ.Μ.)O τίτλος του άρθρου στα γαλλικά είναι «Episode 1: Vessies et lanternes» και παραπέμπει στη γαλλική έκφραση «Prendre des vessies pour des lanternes», η οποία σημαίνει «να διακατέχεσαι από μεγάλες ψευδαισθήσεις για πράγματα ή ανθρώπους», «να κάνεις μεγάλα λάθη στις εκτιμήσεις σου». Σύμφωνα με μια εκδοχή, η έκφραση αυτή προήλθε από το γεγονός ότι, τα παλιότερα χρόνια, η ουροδόχος κύστη του γουρουνιού (όπως και του μοσχαριού) καθαρίζονταν και χρησιμοποιείτο ως αποθηκευτικός χώρος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω και της λεπτής διαφανούς μεμβράνης από την οποία ήταν φτιαγμένη, τοποθετείτο στο εσωτερικό της κύστης ένα κερί και αυτή κρεμιόταν από το ταβάνι ως φωτιστικό μέσο ασφαλείας τις νύχτες. Ένας διερχόμενος περαστικός μπορούσε να μπερδέψει τη φωτισμένη κύστη παίρνοντάς τη για φανό, ο οποίος ήταν και ακριβότερος, λόγω της μεταξύ τους ομοιότητας στη μορφή.

[2] (Σ.τ.Μ.) Υπό μετάφραση.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s