Home

Το παρακάτω κείμενο των Joachim Hirsch και John Kannankulam δημοσιεύτηκε το 2011 στο περιοδικό Antipode, vol. 43, no. 1. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, στην πορεία τη νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η επίθεση του κεφαλαίου έχει διεθνοποιηθεί. Η εξέλιξη αυτή θέτει ξανά στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του κράτους. Το κεντρικό ζήτημα του άρθρου είναι το εάν η υπάρχουσα πολλαπλότητα των κρατών μπορεί να ειδωθεί ως μια ιστορικά τυχαία τάξη πραγμάτων η οποία πιθανότητα να έχει μια συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, ή εάν αποτελεί ένα δομικό συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και μια σημαντική πτυχή αυτού του ερωτήματος είναι ο προσδιορισμός της σχέσης μεταξύ της «πολιτικής μορφής» του καπιταλισμού και των «θεσμών».

Στην πορεία της επίθεσης της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το κεφάλαιο έχει γίνει περισσότερο διεθνές. Αυτή η εξέλιξη θέτει στην ημερήσια διάταξη, για άλλη μια φορά, το ζήτημα του κράτους, και μάλιστα με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Τα ερωτήματα που εγείρονται σχετίζονται τόσο με τον τρέχοντα μετασχηματισμό των κρατών και του συστήματος των κρατών, όσο και με τη σημασία των διαδικασιών της υπερεθνικής πολιτικής-οικονομικής ολοκλήρωσης – συγκεκριμένα, η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλέπε Jessop, 2008: 198-224). Το κεντρικό ζήτημα εδώ είναι ο βαθμός στον οποίο η υπάρχουσα πολλαπλότητα των κρατών αποτελεί μια ιστορικά τυχαία κατάσταση, η οποία θα μπορούσε κατ’ αρχήν να ξεπεραστεί, ή αν αποτελεί ένα δομικό συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (επ’ αυτού, βλέπε την αντιπαράθεση μεταξύ του Callinicos 2007 και των Teschke & Lacher 2007). Αρχίζει τώρα να αναγνωρίζεται γενικότερα πως δεν επαρκεί ούτε μια απλή περιγραφή αυτών των εξελίξεων ούτε μια γενίκευση των τρέχοντων τάσεων. Οι τρέχουσες εξελίξεις μπορούν να κατανοηθούν μόνο εάν η ανάλυση στηριχτεί σε μια επαρκή θεωρία του σύγχρονου, του καπιταλιστικού, κράτους. Αν κανείς προχωρήσει στη βάση της ιστορικής υλιστικής θεωρίας του κράτους, ένα από τα κύρια ερωτήματα που χρήζουν απάντησης είναι το τι σημαίνουν οι τρέχουσες διαδικασίες διεθνοποίησης για την πολιτική μορφή του καπιταλισμού. Στο ντιμπέιτ για τη διεθνοποίηση του κράτους, η ανάλυση αυτού του ζητήματος δεν έχει υπάρξει προς το παρόν ικανοποιητική. Μια ξεκάθαρη ένδειξη αυτού αποτελεί το γεγονός πως στις σχετικές συζητήσεις, ο ίδιος ο όρος «μορφή» χρησιμοποιείται με έναν πολυσχιδή και ασαφή τρόπο (για παράδειγμα, Gerstenberger 2007a). Η δική μας προσέγγιση στηρίζεται στην επιχειρηματολογία σχετικά με τις κοινωνικές μορφές που αναπτύχθηκε από τον Μαρξ στην κριτική του της πολιτικής οικονομίας. Η μορφή της αναλυτικής επιχειρηματολογίας του Μαρξ σήμαινε ουσιαστική πρόοδο σε σύγκριση με την κλασσική οικονομική θεωρία η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, παρείχε το κεντρικό κλειδί για την κατανόηση της καπιταλιστικής κοινωνίας (Μαρξ 2002). Οπότε, η θέση μας είναι ότι οι πρόσφατες διαδικασίες μετασχηματισμού του κράτους και η μετατόπιση των πολιτικών κλιμάκων, μπορούν να κατανοηθούν μόνο αν φέρουμε την προβληματική της «μορφής» στο κέντρο της ανάλυσης. Η προσέγγισή μας στηρίζεται στα αποτελέσματα του -δυστυχώς- από καιρού ξεχασμένου «ντιμπέιτ περί της μεθοδικής παραγωγής του κράτους» στη Δυτική Γερμανία τη δεκαετία του 1970 (βλέπε Bieler & Morton 2003· Clarke 1991· Holloway & Picciotto 1978), τα οποία προσπαθούμε να αναπτύξουμε περαιτέρω και να τα συνδυάσουμε με τους θεωρητικούς ισχυρισμούς του Αντόνιο Γκράμσι και του Νίκου Πουλαντζά σχετικά με το κράτος. Στην προσπάθειά μας να συνδυάσουμε αυτές τις φαινομενικά αντιφατικές θεωρητικές προσεγγίσεις (για την κριτική αυτή, βλέπε Holloway & Picciotto 1991), βλέπουμε μια πολλά υποσχόμενη και σημαντική ευκαιρία για την περαιτέρω ανάπτυξη της ιστορικής υλιστικής θεωρίας του κράτους (Hirsch & Kannankulam 2006, 2009· Kannankulam 2008: 36-63).

Μια σημαντική πτυχή αυτού του ζητήματος είναι το ερώτημα του πως κατανοείται η σχέση μεταξύ της «πολιτικής μορφής» και των «θεσμών». Πιο συχνά απ’ ότι όχι, ακόμη κι οι προσεγγίσεις που χρησιμοποιούν τη θεωρία του Μαρξ, τείνουν να αντιμετωπίζουν αυτό το ζήτημα με έναν μη ικανοποητικό τρόπο. Η έννοια της πολιτικής μορφής συχνά εξισώνεται με τη συγκεκριμένη θεσμική δομή του κράτους και των μηχανισμών του (πχ, βλέπε Jessop 1982: 190· 1990: 206). Η εξίσωσή αυτή είναι, το λιγότερο, ανακριβής. Η πολιτική μορφή του καπιταλισμού και το θεσμικό σχήμα του πολιτικού μηχανισμού δεν είναι ταυτόσημα, και δεν μπορεί το ένα να εξαχθεί από το άλλο· η μεταξύ τους σχέση είναι πολύπλοκη, και περιλαμβάνει και αντιστοιχίσεις και αντιφάσεις. Το συγκεκριμένο θεσμικό σχήμα που λαμβάνει ο κρατικός μηχανισμός καθορίζεται από την μορφή του, δηλαδή, υπόκειται σε δομικούς περιορισμούς οι οποίοι απορρέουν από τις υπάρχουσες παραγωγικές και εκμεταλλευτικές σχέσεις. Αυτές, με τη σειρά τους, θέτουν όρια στο εύρος των εφικτών τρόπων θεσμοθέτησης. Ωστόσο, η πολιτική μορφή μπορεί να εκδηλωθεί με ένα εύρος διαφορετικών θεσμικών σχηματισμών. Αυτό εξαρτάται από συγκεκριμένες ιστορικές πορείες, συγκεκριμένες οικονομικές σχέσεις και ταξικούς σχηματισμούς, σχέσεις κοινωνικής ισχύος και από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι κοινωνικές συγκρούσεις.

Το άρθρο μας δομείται ως εξής: πρώτα, αναπτύσσουμε το πως πρέπει να ερμηνευτεί η πολιτική μορφή του καπιταλισμού, και πως πρέπει να αντιμετωπιστεί το καίριο ζήτημα της σχέσης μεταξύ της πολιτικής μορφής και των συγκεκριμένων θεσμοθετικών διαδικασιών. Το επιχείρημά μας επ’ αυτού είναι ότι οι θεσμοθετικές διαδικασίες γενικά καθορίζονται από την μορφή, αλλά αυτός ο καθορισμός από την μορφή δεν πρέπει να παρερμηνευτεί σαν να υπήρχε ένας και μοναδικός γραμμικός τρόπος για να συμβεί αυτή η θεσμοθέτηση. Σαν δεύτερο βήμα, αιτιολογούμε το γιατί η πολλαπλότητα των κρατών δεν αποτελεί απλώς μια ιστορικά τυχαία αναπαράσταση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων αλλά, στην πραγματικότητα, ένα δομικό στοιχείο τους. Η «γένεση» και η «επικύρωση» (Geltung) πρέπει να διακρίνονται αναλυτικά, κάτι το οποίο πολύ συχνά παραβλέπεται στις πρόσφατες συζητήσεις. Σ’ αυτή τη βάση, διερευνούμε το τι ακριβώς πρέπει να συμπεράνουμε από τη διεθνοποίηση του κράτους, και ποιες οι συνέπειες αυτής για τις πρόσφατες βαθμωτές αναδιαμορφώσεις. Τέλος, αναλύουμε τις επιπτώσεις της διεθνοποίησης του κράτους στην πολιτική μορφή και την ύπαρξη του παγκόσμιου συστήματος του καπιταλισμού γενικά.

Στο παρόν άρθρο, δεν ασχολούμαστε λεπτομερώς με τα σύγχρονα γεωγραφικά ντιμπέιτ, αλλά αναφερόμαστε σ’ αυτά ως θεωρητικό υπόβαθρο. Η θεώρησή μας είναι ότι οι χώροι στους οποίους εξελίσσονται οικονομικές διαδικασίες, και με τους οποίους σχετίζονται οι πολιτικοί θεσμοί, δεν είναι προκαθορισμένοι. Οι χώροι αυτοί δημιουργούνται ως αποτέλεσμα συγκρουσιακών διαδικασιών κοινωνικοποίησης και αντιπαράθεσης, σε ένα εύρος ιστορικών σχηματισμών. Χώροι που οριοθετούνται από την πολιτική εξουσία και ποτέ δεν συμπίπτουν με άλλους χώρους, όπως οι οικονομικοί και πολιτιστικοί χώροι. Στην πραγματικότητα, πρέπει κανείς να προχωρήσει στη βάση του ότι υπάρχει μια ετερογενής ποικιλομορφία χώρων οι οποίοι αλληλεπικαλύπτονται, διατέμνονται και εν μέρει βρίσκονται σε μια ιεραρχική σχέση μεταξύ τους. Στους χώρους αυτούς, εκδηλώνονται διαφορετικές σχέσεις κυριαρχίας και εξουσίας και διαφορετικά πεδία για την αντιμετώπιση προβλημάτων και συμφερόντων. Ένα παράδειγμα αυτού είναι η μεταφορά των οικονομικών διαδικασιών και της πολιτικής λήψης αποφάσεων στο διεθνές επίπεδο κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η οποία έχει οδηγήσει σε μια θεμελιώδη μετατόπιση της εξουσίας υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος των εργατικών τάξεων (Brand et al 2008· βλέπε επίσης Brand & Görg 2003· Brenner 2004· Delaney & Leitner 1997· Χάρβεϊ 1982· Marston 2000· Swyngedouw 1997).

Βασικές θεωρητικές υποθέσεις

Ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη έκθεση των βασικών μας θεωρητικών υποθέσεων. Οι υποθέσεις αυτές σχετίζονται με την πολιτική μορφή του καπιταλισμού και της σχέσης μεταξύ της κοινωνικής μορφής και των θεσμών. Δεν θα καταφερθούμε με τη νομική μορφή, η οποία μαζί με την πολιτική μορφή και την αξιακή μορφή είναι μεταξύ των βασικών δομικών χαρακτηριστικών της καπιταλιστικής κοινωνίας (βλέπε Buckel 2007).

Όπως παρατήρησαν ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, το σχήμα που λαμβάνει οποιαδήποτε οργάνωση της κυριαρχίας εξαρτάται ουσιαστικά από τις επικρατούσες σχέσεις ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης (1997· επ’ αυτού, βλέπε επίσης Brenner 1985· Teschke 2003: 8-9). Ο σχηματισμός του σύγχρονου κράτους είναι στενά συνδεδεμένος με την επιτυχή εδραίωση των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, αλλά αυτό δεν αποτελεί μια ευθεία σχέση αιτιότητας. Η ιδιαίτερη πολιτική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας εκδηλώνεται στο σύγχρονο κράτος. Αυτή η κοινωνία χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την τυπικά ελεύθερη εργασία, την ιδιωτική παραγωγή, την εμπορευματική ανταλλαγή και τον ανταγωνισμό. Τα παρηγμένα εμπορεύματα λαμβάνουν την μορφή της αξίας, και ο νόμος της αξίας ρυθμίζει την κοινωνική παραγωγή. Η ιδιοποίηση του πλεονάσματος από την οικονομική άρχουσα τάξη δεν προκύπτει, όπως στην περίπτωση της φεουδαρχίας, μέσα από τον άμεσο καταναγκασμό, αλλά αντ’ αυτού μέσα από την (τυπικά ισότιμη) ανταλλαγή αγαθών· και η εργασιακή δύναμη είναι ένα απ’ τα αγαθά αυτά. Ωστόσο, η ιδιωτική παραγωγή, η ανταλλαγή των αγαθών και ο ανταγωνισμός προϋποθέτουν ότι τα μέλη της οικονομικής άρχουσας τάξης δεν χρησιμοποιούν άμεση φυσική βία ούτε στις συναλλαγές τους με τους μισθωτούς ούτε εντός της δικής τους τάξης. Αυτό σημαίνει ότι οι πλήρως ανεπτυγμένες καπιταλιστικές σχέσεις παίρνουν σάρκα και οστά μόνο όταν ο βίαιος φυσικός καταναγκασμός διαχωρίζεται από κάθε τάξη της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής άρχουσας τάξης. Ο διαχωρισμός της «οικονομίας» από την «πολιτική» και του «κράτους» από την «κοινωνία» αποτελεί, οπότε, έναν καίριο όρο για τη δυνατότητα ύπαρξης και αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το αποτέλεσμα αυτού είναι η «σχετική αυτονομία» του πολιτικού και του κράτους – ή, επειδή αυτή η έκφραση μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, εκείνο που αποκαλούμε τον διαχωρισμό τους ή ιδιαιτεροποίηση (Besonderung). Επειδή η καπιταλιστική κοινωνία διασπάται σε ανταγωνιζούμενα άτομα και ανταγωνιστικές τάξεις, είναι αδύνατο για τα μέλη της κοινωνίας αυτής να φτάσουν σε μια άμεση και συνειδητή συμφωνία αναφορικά με ζητήματα που επηρεάζουν τους πάντες. Ακριβώς όπως ο κοινωνικός χαρακτήρας (Gesellschaftlichkeit) της εργασίας τους επιβάλλεται σαν μια καταναγκαστική εξωτερική σχέση που μεσολαβείται από την κυκλοφορία του κεφαλαίου, έτσι κι η πολιτική τους κοινότητα (Gemeinschaftlichkeit) εξωθείται να λάβει μια αντικειμενοποιημένη, πραγμοποιημένη μορφή που διαχωρίζεται από τα άτομα. Τα άτομα συναντούν αυτή την κοινοτική συνθήκη στην μορφή του κράτους, σαν ένα εξωτερικό πλαίσιο καταναγκασμού. Η οικονομική αξιακή μορφή, η νομική μορφή και η πολιτική μορφή, πρέπει να ειδωθούν ως τα βασικά δομικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής κοινωνίας, χαρακτηριστικά τα οποία σχετίζονται αναμεταξύ τους. Η πολιτική μορφή δεν συγκροτεί απλά ένα «εποικοδόμημα» που έχει ως βάση του την οικονομία, αλλά αποτελεί η ίδια -ως θεσμοθετημένη στο κράτος- ένα αναπόσπαστο κομμάτι των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων (Hirsch 2005: 20-39).

Η οικονομική (αξιακή) μορφή και η πολιτική μορφή καθορίζουν τον ιστορικά ειδικό τρόπο υπό τον οποίο διαμορφώνονται οι ταξικές σχέσεις των καπιταλιστικών κοινωνιών και το πως συσχετίζονται οι τάξεις αναμεταξύ τους. Ο ιδιαίτερος τρόπος που συγκροτούνται οι τάξεις και η ταξική πάλη, διαμορφώνεται καίρια μέσω των μορφών αυτών.

Η ιδιαιτεροποίηση των κρατών δημιουργεί τους όρους για έναν αντικειμενοποιημένο και απροσωποποιημένο τρόπο οργάνωσης των κοινωνικών και ταξικών σχέσεων. Το κράτος είναι καπιταλιστικό επειδή αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων, και είναι προσδεμένο στις σχέσεις αυτές λόγω της δομής του και των λειτουργιών του, αλλά δεν λειτουργεί ως το άμεσο όργανο της οικονομικής άρχουσας τάξης ή τάξεων. Το κράτος δεν είναι άνθρωπος, και δεν αποτελεί μια ενσυνείδητα δημιουργημένη οργάνωση που συστάθηκε για έναν ιδιαίτερο ορθολογικό σκοπό· αντ’ αυτού, πρέπει να κατανοηθεί ως η υλική συμπύκνωση των ανταγωνιστικών ταξικών σχέσεων (Πουλαντζάς 2008) και των σχέσεων κυριαρχίας που συνδέονται με αυτές (φυλή, φύλο) (Demirovic & Pühl 1997· Jessop 2008: 157-177· Karakayali & Tsianos 2003· Nowak 2006, 2009). Μέσω της διαδικασίας κοινωνικοποίησης που λαμβάνει την μορφή του κράτους, τα μέλη των εκμεταλλευόμενων τάξεων αποδιοργανώνονται ως εξατομικευμένοι πολίτες. Ταυτόχρονα, το κράτος συγκροτεί το πεδίο στο οποίο γίνεται εφικτή η ανάπτυξη μιας κοινής πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσουν οι άρχουσες τάξεις, οι οποίες στην πραγματικότητα βρίσκονται σε έναν οικονομικό ανταγωνισμό αναμεταξύ τους (το μπλοκ εξουσίας). Επειδή το κράτος αποτελεί μια θεσμοθέτηση ανταγωνιζόμενων και ανταγωνιστικών ταξικών σχέσεων, δεν αποτελεί έναν κλειστό μηχανισμό αλλά παίρνει την μορφή ενός ετερογενούς δικτύου παραγόντων, οι οποίοι βρίσκονται εν μέρει σε σύγκρουση μεταξύ τους.

Μπορούμε να πούμε ότι οι καπιταλιστικές κοινωνικές μορφές, και οπότε η ιδιαιτεροποίηση ή σχετική αυτονομία του κράτους, δεν είναι λειτουργικά προκαθορισμένες και εγγυημένες, αλλά αντ’ αυτού παράγονται κι αναπαράγονται από την κοινωνική πράξη που διαμορφώνεται από τις υπάρχουσες ταξικές και εκμεταλλευτικές σχέσεις. Η ύπαρξη κι η αναπαραγωγή αυτών των κοινωνικών μορφών είναι, οπότε, θεμελιακά επισφαλής. Είναι εφικτό οι κοινωνικοί αγώνες κι οι κοινωνικές διενέξεις να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις καπιταλιστικές μορφές και οπότε, τελικά, την αναπαραγωγή του κοινωνικού σχηματισμού στο σύνολό του.

Οπότε, οι κοινωνικές μορφές αποτελούν αντικειμενοποιήσεις των κοινωνικών πλαισίων που απορρέουν από τις γενικές αρχές της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης, οι οποίες αντιμετωπίζουν τα ανθρώπινα όντα με έναν πραγμοποιημένο τρόπο. Καθορίζουν δομικά τις γενικές κατευθύνσεις των αντιλήψεων και συμπεριφορών που επικρατούν στην κοινωνία. Οι προσανατολισμοί αυτοί συγκεκριμενοποιούνται στους κοινωνικούς θεσμούς. Αυτό σημαίνει ότι οι θεσμοί μπορούν να ειδωθούν σαν υλοποιήσεις των κοινωνικών καθορισμών της μορφής (Holloway 1991: 254-257). Ωστόσο, οι θεσμοί και οι μορφές δεν ταυτίζονται. Οι κοινωνικές μορφές, ως η έκφραση ενός αντιφατικού πλαισίου κοινωνικοποίησης, εδραιώνουν, στηρίζουν και θέτουν όρια στις θεσμοθετικές διαδικασίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιες μορφές είναι μια για πάντα παγιωμένες ή ότι πάντα θα εμφανίζονται υπό μια συγκεκριμένη διαμόρφωση. Για παράδειγμα, η αξιακή μορφή που καθορίζει τον καπιταλισμό μπορεί να εκδηλωθεί σε πολλά διαφορετικά χρηματικά και πιστωτικά συστήματα.

Η έννοια της κοινωνικής μορφής, οπότε, προσδιορίζει το πλαίσιο της συμφιλίωσης (Vermittlungszusammenhang) μεταξύ της κοινωνικής δομής, των θεσμών και της κοινωνικής πράξης. Επειδή η πράξη που εδραιώνει κι αναπαράγει τους θεσμούς διαμορφώνεται από τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις που είναι ειδικοί στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, μπορούν να εγερθούν αντιφάσεις μεταξύ των κοινωνικών μορφών και των θεσμών. Αυτό σημαίνει ότι είναι κατ’ αρχήν εφικτό για τις υπάρχουσες δομές να γίνουν ασυμβίβαστες με τη διαδικασία με την οποία αξιοποιείται το κεφάλαιο. Αυτού ακολουθεί ότι το έθνος-κράτος αποτελεί έναν μόνο εκ των εφικτών τρόπων θεσμοθέτησης της καπιταλιστικής πολιτικής μορφής, μολονότι έχει επιτύχει, με ιστορικούς όρους, να εδραιωθεί για μεγάλη χρονική περίοδο. Μολαταύτα, ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων που συνδέονται με το έθνος κράτος -το οποίο χαρακτηρίζεται από εκείνο που ο Μαξ Βέμπερ (1946: 77) αποκάλεσε το «μονοπώλιο της νόμιμης χρήσης φυσικής βίας» εντός μιας οριοθετημένης περιοχής, την αρχή [principle] του τυπικού κανόνα δικαίου, και μια γραφειοκρατική ορθολογικότητα που είναι προβλέψιμη σε έναν ορισμένο βαθμό- έχει αποδειχτεί να είναι εξαιρετικά ωφέλιμος για την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Ο Βέμπερ πρέπει σίγουρα να επικριθεί για τα θεωρητικά του θεμέλια. Αυτό είναι ιδιαίτερα αληθές για την αντίληψή του για μια ιστορικά συνεχή διαδικασία εξορθολογισμού, και για τη θεώρησή του ότι το σύγχρονο γραφειοκρατικό κράτος αποτελεί μια έκφραση της διαδικασίας αυτής. Εκείνο που στ’ αλήθεια αποκρύπτεται εδώ είναι οι ανταγωνιστικές ταξικές σχέσεις κι οι δομές εκμετάλλευσης.

Όμως, εκείνο που πρέπει μολαταύτα να αναγνωρίσουμε στον Βέμπερ είναι το γεγονός πως ισχυρίστηκε ξεκαθαρά ότι το σύγχρονο κράτος δεν πρέπει να οριστεί από οποιαδήποτε ιστορικά μεταβαλλόμενα μέσα (λειτουργίες), αλλά μέσω και μόνο των σκοπών του (μορφή)· ο Βέμπερ είναι πολύ ακριβής στον ισχυρισμό του ότι το σύγχρονο κράτος αποτελεί μια ειδική θεσμοθετημένη μορφή της φυσικής ισχύος και βίας (1946: 77). Και κάθε σοβαρή προσπάθεια για την ανάλυση του μεταβαλλόμενου θεσμικού σχήματος και των λειτουργιών του κράτους πράγματι χρειάζεται να το λάβει αυτό ως αφετηρία της. Για να παραφράσουμε τον Bob Jessop (1982: 135), αυτό σημαίνει ότι η μορφή συγκροτεί τη λειτουργία κι όχι απλώς την προβληματοποιεί, και η λειτουργία προβληματοποιεί την μορφή.

Έχοντας πει αυτό, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι στις πρόσφατες επικρίσεις του Βέμπερ, και στις αξιώσεις ότι πρέπει να εγκαταληφθεί η αντίληψή του για το κράτος, υπάρχει ο κίνδυνος να καούν τα χλωρά μαζί με τα ξερά (Robinson 2001· βλέπε επίσης Teschke 2003: 49-53· 2006: 543-546). Οι συγγραφείς που επιχειρηματολογούν επ’ αυτού, αποτυγχάνουν να δουν ότι είναι επακριβώς ο τρόπος που ο μηχανισμός της βίας έχει συγκεντροποιηθεί κι αυτονομηθεί, εκείνος που τον κάνει ένα κεντρικό στοιχείο της καπιταλιστικής πολιτικής μορφής. Ακόμη κι ο Robinson, ο οποίος ανακηρύσσει τον ερχομό του «υπερεθνικού κράτους», αναγκάζεται στο τέλος να παραδεχτεί ότι μια τέτοια κρατική μορφή εκλείπεται της εξουσίας να εδραιωθεί με επιτυχία, της δυνατότητας να χρησιμοποιήσει βία, έτσι ώστε ενώ «η δημοσιονομική παρέμβαση, η δημιουργία πίστωσης, η φορολογική αναδιανομή κι ο έλεγχος επί της κατανομής του κεφαλαίου και της εργασίας» μπορούν να διαμορφώνονται σ’ έναν αυξανόμενο βαθμό στον υπερεθνικό στίβο της πολιτικής, η έμπρακτή τους επιβολή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από το έθνος-κράτος (Robinson 2001: 181· για μια κριτική της θέσης του Robinson, βλέπε Block 2001).

Το σύστημα των εθνών-κρατών

Είναι σίγουρα ορθό, κατ’ αρχήν, να καλέσουμε σε μια απομάκρυνση από τον «μεθοδολογικό εθνικισμό» στην ανάλυση του κράτους (Smith 1995). Ωστόσο, αυτό δεν απαντά στο ερώτημα του γιατί υπήρξε μια τόσο στενή σύνδεση μεταξύ της δημιουργίας του σύγχρονου συστήματος των εθνών-κρατών, της ανάδυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της επιτυχής εδραίωσής του, την περίοδο μεταξύ του 17ου και 20ού αιώνα.

Η ιστορική εξέλιξη των γεγονότων δεν αποκαλύπτει καμία αιτιακή σύνδεση μεταξύ της επιτυχής εδραίωσης του καπιταλισμού και της ανάδυσης του σύγχρονου συστήματος των κρατών (Gerstenberger 1990, 2007b· Hirsch 2005: 50-58· Reinhard 2000· Teschke 2003· Τίλλυ 1975). Οι δύο αυτές διαδικασίες δεν μπορούν να αναχθούν η μία στην άλλη, αλλά συνδέθηκαν ιστορικά κι υπηρέτησε η μία στην ενίσχυση της άλλης. Οι καθοριστικοί προκαταρκτικοί όροι βρίσκονται στις αναταραχές των φεουδαρχικών εξουσιαστικών και ιδιοκτησιακών σχέσεων που έλαβαν χώρα στη Δυτική Ευρώπη από τον 11ο αιώνα κι έπειτα. Οι αλλαγές αυτές χαρακτηρίστηκαν ιδιαίτερα από τον σφετερισμό της αυτοκρατορικής εξουσίας από τους φεουδάρχες άρχοντες (Teschke 2003: 76-96). Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξουσίας της εκκλησίας και της κοσμικής αρχής, η οποία υπήρξε χαρακτηριστική της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έπαιξε εδώ σημαντικό ρόλο (Spruyt 1994: 34-58). Ο φεουδαρχικός τρόπος εκμετάλλευσης και συσσώρευσης περιλάμβανε μια εγγενή τάση προς την εδαφική επέκταση (Brenner 1985b: 238-239· Benz 2001: 13· Teschke 2003: 61-69, 83-104). Αυτό οδήγησε σε στρατιωτικό ανταγωνισμό μεταξύ των φεουδαρχών αρχόντων, και μεταξύ των αρχόντων και των δουλοπάροικών τους, και παρείχε την καθοριστική δυναμική που συνέβαλε στη γέννηση του σύγχρονου συστήματος των κρατών. Η στρατιωτική επέκταση απαιτούσε μια αύξηση της εσωτερικής ισχύος του κράτους και οδήγησε σε μια μεγαλύτερη ζήτηση πόρων, και καθώς συνέβαινε αυτό, τα φέουδα, σε σύγκρουση με τους ηγεμόνες τους επί των προσπαθειών των τελευταίων να τους επιβάλλουν μεγαλύτερους φόρους, κατάφεραν να ωθήσουν τους ηγεμόνες να δώσουν [στα φέουδα] μια κάποια μεγαλύτερη εξουσία επί ένα εύρος σημαντικών ζητημάτων. Υπό το μεσαιωνικό δίκαιο και της αρχής του quod omnes tangit, ab omnibus debet comprobari [αυτό που αγγίζει όλους, πρέπει να εγκριθεί απ’ όλους], έκτακτοι φόροι μπορούσαν να επιβληθούν μόνο με τη συγκατάθεση εκείνων από τους οποίους απαιτούνταν η πληρωμή τους (Anderson 1974: 45). Σε συνδυασμό με την υιοθέτηση (υποδοχή) του ρωμαϊκού δικαίου, η οποία έλαβε χώρα μεταξύ του 13ου και 16ου αιώνα, οδήγησε στη δημιουργία ενός συγκεντροποιημένου διοικητικού μηχανισμού. Την ίδια στιγμή, η χρηματική οικονομία αναπτυσσόταν περαιτέρω. Η πίεση τόσο για την κινητοποίηση όσο και για την απόσπαση περισσότερων πόρων (ο κύκλος εξαναγκασμού-απόσπασης) υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα θεμέλια του σύγχρονου κράτους (Τίλλυ 1975· Reinhard 2000). Οι πόλεμοι κι οι συγκρούσεις που σχετίζονται με το θρησκευτικό σχίσμα υπήρξαν ένας ακόμη παράγοντας που έδωσε τη δυνατότητα στην απολυταρχία να εδραιωθεί επιτυχώς στην Ευρώπη. Η κατατμημένη μεσαιωνική μορφή της κυριαρχίας σταδιακά ξεπεράστηκε, παρότι ο προκαπιταλιστικός-φεουδαρχικός τρόπος συσσώρευσης παρέμεινε υπαρκτός προσωρινά (Teschke 2003: 264-268). Δημιουργήθηκαν χωρικά διακριτές επικράτειες, καθώς και συγκεντροποιημένοι και επαγγελματικοί διοικητικοί μηχανισμοί. Βήμα-βήμα, η βασιλική αυλή διαχωρίστηκε από τη διοίκηση του κράτους (Hirsch 2005: 54). Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη της αγοράς και της χρηματικής οικονομίας δεν υπήρξε αποτέλεσμα ενός ειδικά οικονομικού δυναμισμού, αλλά ωθήθηκε πρώτα και κύρια από «διενέξεις σχετικά με την έκταση και τις μορφές της προσωπικής κυριαρχίας» (Gerstenberger 1990: 512).

Ο καθοριστικός παράγοντας των μετέπειτα εξελίξεων υπήρξε το γεγονός ότι στην Αγγλία η απολυταρχία δεν είχε ισχυροποιηθεί αρκετά, λόγω ενός ειδικού ταξικού σχηματισμού που περιγράφτηκε από τον Μαρξ στο 22ο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, και σε σημαντικό βαθμό ως συνέπεια του τρόπου με τον οποίο η τάξη των μεγάλων γαιοκτημόνων που αναδύθηκε από το φεουδαρχικό σύστημα οργανώθηκε πολιτικά στο κοινοβούλιο. Εκείνο που συνέβη αντ’ αυτού, ήταν ότι ο καπιταλισμός και το σύγχρονο κράτος διασυνδέθηκαν στενά μεταξύ τους, ώστε αναπτύχθηκαν και τα δύο ραγδαία (Teschke 2003: 249-268). Σε αντίθεση με τις εξελίξεις στην ηπειρωτική Ευρώπη, οι Άγγλοι φεουδάρχες ευγενείς σταδιακά μετασχηματίστηκαν από μια στρατιωτική κάστα σε μια αποστρατιωτικοποιημένη κι επιτυχής τάξη μεγάλων γαιοκτημόνων, με τους αγρότες να αποτυγχάνουν να καθιερώσουν την πλήρη κι αποκλειστική τους κυριότητα επί του ελέγχου των γαιών στις επαναλαμβανόμενες εξεγέρσεις τους ενάντια στους γαιοκτήμονες (Brenner 1985a: 30-37, 46-62). Ύστερα από τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην απολυταρχία του οίκου των Στιούαρτ (1642-1649), η συμμαχία μεταξύ των καπιταλιστών ευγενών γαιοκτημόνων κι εκείνων που ασχολούνταν με το εμπόριο στις αποικίες, κατάφερε να διασφαλίσει μια κατάσταση στην οποία τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας συνδυάστηκαν με τις εμπορικές ενοικιάσεις και τις πολιτικές ελευθερίες. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, κατάφεραν να αποκαταστήσουν μια παραδοσιακή τάξη των πραγμάτων εντός της οποίας το κοινοβούλιο είχε από καιρό αποκτήσει ισχυρή θέση (η Μάγκνα Κάρτα του 1215, οι Διατάξεις της Οξφόρδης του 1258 και του Γουέστμινστερ του 1259· επ’ αυτών, βλέπε Benz 2001: 39· Grimm 1987: 62· Teschke 2003: 252-255). Αυτό παρείχε τη βάση για την οικονομική και στρατιωτική επικράτηση της χώρας, η οποία ασκούσε όλο και μεγαλύτερη πίεση στα ηπειρωτικά ευρωπαϊκά κράτη να προσαρμοστούν σ’ αυτή.

Σε αντίθεση με τις εξελίξεις στη Βρετανία, οι φεουδάρχες ευγενείς της ηπειρωτικής Ευρώπης δεν κατάφεραν να μετασχηματιστούν σε μια καπιταλιστική τάξη. Ο Γάλλος βασιλιάς κατάφερε να συμμαχήσει με τις (εμπορικές) πόλεις και να αποκτήσει την απόλυτη εξουσία (Spruyt 1994: 77-108). Σ’ αυτό το πλαίσιο, υπήρξε καθήκον των αστικών επαναστάσεων να επιβάλλουν με τη βία μια εκτεταμένη «απαλλοτρίωση της προσωπικής ιδιοκτησίας της εξουσίας» (Gerstenberger 1990: 52). Όμως, οι επαναστάσεις αυτές υπήρξαν, αυστηρά μιλώντας, «αστικές» μόνο με μια περιορισμένη έννοια. Θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι προκλήθηκαν από σύνθετους αγώνες σχετικά με την ιδιοκτησία και τα προνόμια, στους οποίους ο ρόλος της αστικής τάξης δεν ήταν προεξέχων από την αρχή (Teschke 2003: 254-255). Μολαταύτα, πράγματι οδήγησαν σε έναν διαχωρισμό μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας, της πολιτικής και της οικονομίας, διαχωρισμός ο οποίος υπήρξε μια καθοριστική προϋπόθεση για την εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων, και οπότε για τον απώτερο σχηματισμό του σύγχρονου κράτους. Μπορούμε, οπότε, να συνοψίσουμε τις εξελίξεις αυτές λέγοντας ότι δεν ήταν το κεφάλαιο ή η καπιταλιστική αστική τάξη που έθεσε τα θεμέλια του σύγχρονου κράτους, αλλά μια δυναμική εξουσίας και συγκρούσεων που ήταν ήδη παρούσα στη δομή της μεσαιωνικής κοινωνίας ενόσω βρισκόταν υπό έναν μετασχηματισμό, αλλά που την ίδια στιγμή υποδείκνυε πέρα από τα υπάρχοντα ιστορικά δεσμά.

Ο Teschke έχει σίγουρα κάποιο δίκιο καταφερόμενος ενάντια στην ανιστορική σχολή του νεορεαλισμού εντός του κλάδου των διεθνών σχέσεων όταν εμμένει ότι η Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648 δεν υπήρξε ένα διάταγμα κυρίαρχων κρατών με τη σύγχρονη έννοια, καθώς η εσωτερική οργάνωση κρατών όπως της Γαλλίας στηριζόταν ακόμη σε δυναστικά, οπότε φεουδαρχικά, θεμέλια (Teschke 2003: 225-246). Όμως, είναι ένα πράγμα να ισχυρίζεσαι ότι μόνο στην Αγγλία αναδύθηκε ένα κυρίαρχο κράτος και ότι αυτό έθεσε τα θεμέλια για την καπιταλιστική ανάπτυξη, και είναι άλλο το να συμπεραίνεις ότι στις φεουδαρχικές πολιτικές δομές όπως της Γαλλίας, η δυνατότητα για καπιταλιστική ανάπτυξη δεν μπορούσε να ανιχνευτεί παλαιότερα στην ιστορία ή/και ότι αυτή δεν μπορούσε να απαντηθεί σε άλλες περιοχές πέρα από την Αγγλία (Spruyt 2006: 516). Στον ισχυρισμό του Teschke υπάρχει είτε καπιταλισμός είτε φεουδαρχία, κι ο καθείς πρέπει να διαλέξει (Teschke 2003: 96-97, 4ο κεφάλαιο). Όμως, αυτό το επιχειρηματολογικό κελί είναι πολύ μικρό. Ακόμη κι ο θεωρητικός του μέντορας, ο Robert Brenner, επέτρεψε στον εαυτό του την ελευθερία της παραδοχής ότι, γενικά, πράγματι αποδέχτηκε τα ερμηνευτικά μοντέλα τα οποία επέκρινε και ότι ο στόχος του ήταν να τους προσθέσει περαιτέρω διευκρινήσεις και όχι να τα απορρίψει (Brenner 1985b: 217). Οπότε, πρέπει να παραδεχτούμε ότι το κλασσικό επιχείρημα του Perry Anderson (1974) είναι πειστικότερο απ’ ότι το στενό πέρασμα που μας προσφέρει ο Teschke:

η πραγματική κίνηση της ιστορίας δεν αποτελεί ποτέ μια απλή μετάβαση από τον έναν καθαρό τρόπο παραγωγής στον άλλο: πάντα συγκροτείται από μια σύνθετη αλληλουχία κοινωνικών σχηματισμών στους οποίους πολλοί τρόποι παραγωγής διαπλέκονται μεταξύ τους υπό την κυριαρχία ενός εξ αυτών (Perry Anderson 1974: 423).

Μολαταύτα, οι ιστορικές εξελίξεις, οπότε, δείχνουν ότι δεν μπορεί κανείς να θεωρεί ότι η δημιουργία του σύγχρονου κράτους υπήρξε ένα απλό ζήτημα μιας αιτιακής οικονομικής σύνδεσης ή μιας δομικής σχέσης, όπως κάνει το θεώρημα της βάσης-εποικοδομήματος.

Ωστόσο, αυτό δεν διευθετεί το ερώτημα του εάν η ανάπτυξη του καπιταλισμού στο πλαίσιο μιας πολλαπλότητας ανταγωνιζόμενων μηχανισμών κυριαρχίας υπήρξε κάτι παραπάνω από ένα ιστορικά τυχαίο γεγονός ή εάν η διαμερισματοποίηση της πολιτικής μορφής σε έναν μεγάλο αριθμό εδαφικά οριοθετημένων χώρων (τα μεμονωμένα κράτη) αποτελεί ένα εκ των θεμελιακών δομικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού. Κανείς δεν αρνείται ότι ήταν αυτή η πολλαπλότητα που προώθησε την ανάδυση του καπιταλισμού και του σύγχρονου κράτους. Οι Teschke & Lacher (2007) συμπεραίνουν, στη βάση ότι η ανάδυση του καπιταλισμού και του σύγχρονου κράτους αποτελούν δύο διαδικασίες που δεν μπορούν να αναχθούν η μία στην άλλη, ότι η σύνδεση μεταξύ του καπιταλισμού και της ύπαρξης ενός μεγάλου αριθμού κρατών είναι τυχαία τόσο γενεσιολογικά όσο και δομικά, και ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε εξίσου κάλλιστα να είχε δημιουργηθεί εντός της πολιτικής δομής μιας αυτοκρατορίας (2007: 574). Και τα δύο συμπεράσματα αυτά είναι αμφισβητήσιμα. Η σύγχυση του Teschke προέρχεται από τον ισχυρισμό του ότι, αφενός, η επιτυχής εδραίωση του καπιταλισμού ως παραγωγική σχέση στηρίζεται σε μια διαφοροποίηση μεταξύ της πολιτικής και της οικονομίας, που σημαίνει ότι η εκμετάλλευση λαμβάνει χώρα χωρίς φυσικό καταναγκασμό και οπότε «το κράτος δεν χρειάζεται πλέον να επεμβαίνει άμεσα στις διαδικασίες παραγωγής και απόσπασης» (2003: 143). Αυτό σημαίνει, ισχυρίζεται περαιτέρω ο Teschke, ότι το κράτος μπορεί να περιοριστεί στις στοιχειώδεις λειτουργίες της θεσμοθέτησης του καθεστώτος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και «της έννομης επιβολής των αστικών συμβάσεων μεταξύ των πολιτικά (αλλά όχι και οικονομικά) ισότιμων πολιτών» (2003: 143). Ωστόσο, ο Teschke ύστερα συνεχίζει για να ισχυριστεί ότι ο καπιταλισμός δεν χρειάζεται ένα γεωπολιτικό σύμπαν ή ένα σύστημα κρατών ώστε να αναπαραχθεί (2003: 144-145, 266-267). Αν δεν υπάρχει ανάγκη για ένα σύστημα κρατών, η μόνη εναλλακτική θα ήταν ένα παγκόσμιο κράτος. Ωστόσο, χρειάζεται κανείς να αποδείξει ότι η ύπαρξη ενός παγκόσμιου κράτους είναι εφικτή υπό καπιταλιστικές συνθήκες. Ο Teschke συγχέει την ιστορική περιγραφή με τη θεωρητική επιχειρηματολογία. Ο καπιταλισμός δεν προκάλεσε τη δημιουργία του εδαφικά κατακερματισμένου συστήματος των κρατών, όμως από αυτό δεν συνεπάγεται ότι το σύστημα των κρατών δεν είναι αναγκαίο για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Στο πλαίσιο της ανάλυσης όπως τη συνοψίσαμε εδώ, μπορεί κανείς να θέσει το ερώτημα του πως μπορεί «μια ειδική κρατική μορφή να σχετίζεται εσωτερικά με τον καπιταλισμό σαν μια κοινωνική σχέση ιδιοκτησίας: σύγχρονη κυριαρχία», όπως λέει ο ίδιος ο Teschke, μόνο για να συμπεράνει αμέσως μετά ότι αυτό δεν μπορεί να εξηγήσει την εδαφικά οριοθετημένη φύση του σύγχρονου κράτους (2003: 144). Είναι αναμφίβολο ότι ο γεωπολιτικός κόσμος των πολυποίκιλων κρατών μεταβάλλεται ιστορικά, κι αυτό δεν μπορεί να ερμηνευτεί με έναν μονοσήμαντο τρόπο με τους όρους των μηχανισμών του «οικονομικού» ανταγωνισμού, αλλά δεν μπορεί κανείς με κανένα τρόπο να συμπεράνει ότι θα πρέπει οπότε να εγκαταλλείψουμε την ιδέα των συστηματικών συνδέσεων μεταξύ του καπιταλισμού, της εδαφικότητας, της κυριαρχίας και του κράτους.

Ο κατακερματισμός των μηχανισμών κυριαρχίας δεν απορρέει από τις καπιταλιστικές σχέσεις. Όμως, η ίδια η ιστορική εξέλιξη των γεγονότων δείχνει ότι ο κατακερματισμός αυτός υπήρξε μια από τις καθοριστικές αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των σχέσεων αυτών, και για την επιτυχή τους εδραίωση. Εδώ, ο ειδικός τρόπος με τον οποίο θεσμοθετείται η πολιτική μορφή του καπιταλισμού παίζει έναν κεντρικό ρόλο, και το θεωρητικό ντιμπέιτ έχει, έως τώρα, δώσει ελάχιστη ή και μηδαμινή προσοχή σε αυτή την προβληματική (αυτό ισχύει επίσης και για τον Callinicos 2007). Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η πολιτική μορφή, δηλαδή η ιδιαιτεροποίηση ή σχετική αυτονομία του κράτους, ουσιαστικά αναπαράγεται διά μέσου του τρόπου ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών. Η εδραίωση κι η διατήρηση αυτής της μορφής βασίζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ των μεμονωμένων κρατών, το καθένα με τις δικές του θεσμοθετημένες ταξικές σχέσεις και συμβιβασμούς.

Όπως έχουμε δείξει, το καπιταλιστικό κράτος με τη σχετική του αυτονομία αποτελεί μια προϋπόθεση η οποία κατέστησε ικανή τη ρύθμιση των αντιφατικών κι ανταγωνιστικών σχέσεων μεταξύ των τάξεων και των ομάδων με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να πραγματοποιείται η κοινωνική αναπαραγωγή. Αυτό ισχύει επειδή μια κοινή πολιτική των οικονομικών άρχουσων τάξεων μπορεί να διαμορφωθεί μόνο μέσω του κράτους, ώστε εκείνοι που υπόκεινται σε αυτή την κυριαρχία να μπορούν να δεσμευτούν τόσο κατασταλτικά όσο και συναινετικά εντός των υπάρχοντων σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης. Ο καπιταλιστικός τρόπος ρύθμισης συγκροτείται εδαφικά, βασίζεται στην πολιτική του διαχωρισμού, και συνοδεύεται από ένα ειδικό καθεστώς πολιτειότητας και τη δυνητική κινητοποίηση του εθνικισμού που αυτή συνάδει. Αυτό ουσιαστικά βασίζεται στο γεγονός ότι οι τάξεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν η μία την άλλη στο πλαίσιο της παγκόσμιας συσσώρευσης κι αξιοποίησης, είναι οι ίδιες πολιτικά διαιρεμένες από την ύπαρξη των μεμονωμένων κρατών που βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ως αποτέλεσμα, προκύπτει στο επίπεδο του μεμονωμένου κράτους η δυνατότητα δημιουργίας διαταξικών συνασπισμών με στόχο τη διαφύλαξη των κοινών ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων στην παγκόσμια αγορά. Το σύστημα των ανταγωνιζόμενων κρατών οργανώνει τις κοινωνικές αντιφάσεις και συγκρούσεις με τέτοιο τρόπο που ενισχύεται η ιδιαιτεροποίηση των μεμονωμένων κρατικών μηχανισμών στις σχέσεις τους με τις διαφορετικές τάξεις. Η πολλαπλότητα των κρατών αποτελεί, οπότε, μια συγκροτητική έκφραση και δομικό στοιχείο των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού. Τα κράτη μπορούν οπότε να κατανοηθούν ως θεσμικές υλοποιήσεις ενός διεθνούς δικτύου αντιφατικών ταξικών σχέσεων (Πουλαντζάς 2009).

Ο πολιτικός κατακερματισμός της παγκόσμιας αγοράς με την μορφή της πολιτικής της οργάνωσης σε μεμονωμένα κράτη, συνεχίζει να αποτελεί τη βάση και την προϋπόθεση για διαφορετικά δομημένους όρους παραγωγής και διαφορετικά δομημένες ταξικές σχέσεις. Μια συνέπεια αυτού είναι ότι το κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να κινείται διασυνοριακά, μπορεί να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του συνδέοντας αυτούς τους χώρους μεταξύ τους ή στρέφοντας τον έναν εναντίον του άλλου. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται θεμελιωδώς από σημαντικές χωρικές-χρονικές διαφοροποιήσεις, ένα σύνολο περιστάσεων που περιγράφτηκαν από τον Λένιν (1915) ως «ο νόμος της συνδυασμένης και ανισομερούς ανάπτυξης»[1]. Αυτός [ο νόμος] αναφέρεται στο γεγονός ότι τα ανταγωνιζόμενα κεφάλαια πρέπει να επιτεύξουν τον στόχο του επιπρόσθετου κέρδους επειδή αν δεν το κάνουν μπορεί να καταστραφούν, και το αποτέλεσμα αυτού είναι η δημιουργία των συστηματικών οικονομικών-τεχνολογικών διαφορών. Οι διαφορές αυτές ενισχύονται περαιτέρω από τα πρόνομια που προσφέρονται από τη δημιουργία περιφερειακών συμπλεγμάτων (Callinicos 2007: 544-545· Morton 2007: 612-615· βλέπε επίσης Brenner 2004: 12-32· Χάρβεϊ 1982, 2001· Rosenberg 2005· Smith 1984· Wissen & Naumann 2008).

Από τη στιγμή που ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των τάξεων συμπυκνώνεται με ποικίλους τρόπους από κράτος σε κράτος, ο καπιταλισμός αναπτύσσεται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικά μέρη. Οι διαφορές αυτές λαμβάνουν την μορφή μιας πίεσης για προσαρμογή, την οποία νιώθουν τα κράτη εκείνα τα οποία δεν έχουν υπάρξει στην πρώτη γραμμή των κερδοφόρων για το κεφάλαιο οικονομικών-τεχνικών και κοινωνικών εξελίξεων, και είναι οπότε περισσότερο οικονομικά ανίσχυρα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι ταξικές σχέσεις που οργανώνονται διαφορετικά σε κρατικό επίπεδο, αλληλοεπηρεάζονται. Αυτό σημάνει ότι οι ταξικές σχέσεις στο επίπεδο των μεμονωμένων κρατών πάντα καθορίζονται επίσης κι από τις παγκόσμιες δομές που μεσολαβούνται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών. Η ιδιαιτεροποίηση του κράτος αποτελεί, οπότε, την προϋπόθεση της δυνατότητας σχηματισμού ειδικών ταξικών αστερισμών στους οποίους στηρίζονται οι διαφορετικές συνθήκες του ανταγωνισμού, κι η ιδιαιτεροποίηση αυτή αναπαράγεται διαρκώς μέσω του ανταγωνισμού και του μηχανισμού αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Η πολιτική μορφή του καπιταλισμού αποτελεί επίσης, σε τελική ανάλυση, τη βάση της αντιφατικής σχέσης μεταξύ του οικονομικού και γεωπολιτικού ανταγωνισμού που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό (Χάρβεϊ 1982, 2006· βλέπε επίσης Callinicos 2007). Η συνέπεια του διαχωρισμού της πολιτικής από την οικονομία, και συνέπεια επίσης της ιδιατεροποίησης του κράτους, είναι ότι ο οικονομικός ανταγωνισμός και ο ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών αποτελούν διαδικασίες οι οποίες συσχετίζονται μεταξύ τους αλλά λειτουργούν σύμφωνα με διαφορετικές δυναμικές. Οι σχέσεις μεταξύ των κρατών δεν καθορίζονται μόνο από οικονομικές εξελίξεις και οικονομικά συμφέροντα, αλλά επίσης κι από στρατηγικές που ακολουθούν οι πολιτικοί παράγοντες, οι πηγές των οποίων στρατηγικών μπορούν να εντοπιστούν πίσω στις ιδιαίτερες βάσεις της αναπαραγωγής και της νομιμοποίησης. Οι προϋποθέσεις της αξιοποίησης του κεφαλαίου (οι οποίες ποικίλουν χωρικά και χρονικά) και οπότε, εκ περιτροπής, οι σχέσεις μεταξύ των οικονομικών χώρων, επίσης εξαρτώνται θεμελιακά στις στρατηγικές επιλογές των παραγόντων αυτών. Αυτός ο περίπλοκος μηχανισμός του ανταγωνισμού συνεισφέρει επίσης στη διατήρηση της πολιτικής μορφής και της ιδιαιτεροποίησης του κράτους. Για μια ανάλυση των ιμπεριαλιστικών δομών και δυναμικών, οι αμοιβαίες αυτές επιδράσεις θα είναι σίγουρα σημαντικές (ten Brink 2008). Οι νεορεαλιστικές προσεγγίσεις στου πεδίο των διεθνών σχέσεων, ισχυρίζονται ότι οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και συγκρούσεις δεν απορρέουν απλώς από τις οικονομικές δυναμικές, αλλά ακολουθούν δικές του δυναμικές (Waltz 1979, 2008· Mearsheimer 2001· για μια κριτική, βλέπε Czempiel 2002). Με τον ισχυρισμό τους αυτό, σίγουρα τονίζουν μια σημαντική πτυχή των διεθνών πολιτικών διαδικασιών, αλλά, ταυτοχρόνως, τείνουν να αμελούν βασικές ταξικές, ανταγωνιστικές κι εκμεταλλευτικές σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη διαφορετικών πολιτικοκοινωνικών χώρων αποτελεί τόσο προϋπόθεση για τη διαδικασία της παγκόσμιας συσσώρευσης, όσο και αποτέλεσμα αυτής. Οι χώροι αυτοί συνδέονται με τη συγκρότηση της εδαφικής μορφής των κρατών ως μηχανισμών βίας με τις ειδικές τους εθνικές διαδικασίες ταυτοποίησης και νομιμοποίησης. Η πραγματική ενότητα της παγκόσμιας αγοράς εγκαθιδρύεται μαζί με την μορφή του μεμονωμένου κράτους και ενάντια σ’ αυτή, και το κράτος αυτό καθεαυτό αποτελεί μια από τις μορφές που λαμβάνει ο μηχανισμός του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να διακρίνουμε μεταξύ του έθνους-κράτους και του εθνικού κράτους. Τα εδαφικά κράτη δεν είναι απαραίτητα, ή ακόμη και συνήθως, «εθνικά» κράτη με την αυστηρή έννοια του όρου. Η συγκεκριμένη μορφή του συστήματος των κρατών δεν έχει παγιωθεί οριστικά. Κράτη μπορούν να εξαφανιστούν, να διασπαστούν και να συγχωνευτούν. Ως αποτέλεσμα των αντιφάσεων και των συγκρούσεων εγγενών στον καπιταλιστικό τρόπο κοινωνικοποίησης, η συγκεκριμένη διαμόρφωση του συστήματος των κρατών διαρκώς μεταβάλλεται.

Αυτό, ωστόσο, δεν εξηγεί γιατί τα μεμονωμένα κράτη τείνουν να είναι έθνη-κράτη. Τα κράτη δεν προκύπτουν με φυσικό τρόπο· αποτελούν τα προϊόντα των σχέσεων εξουσίας και κυριαρχίας (Anderson 1983· Μπαλιμπάρ & Βαλλερστάιν 1991· Jackson & Penrose 1993: 202-205· Reinhard 2000: 440-458). Υπερβάλλοντας μόλις ελάχιστα, μπορεί κανείς να πει ότι τα κράτη, ως μηχανισμοί κυριαρχίας, χρησιμοποιούν υπάρχουσες ιστορικές και πολιτιστικές συνθήκες για να δημιουργήσουν το έθνος. Η κατασκευή των εθνικών ταυτοτήτων καθιστά δυνατή τη συγκάλυψη των κοινωνικών εντάσεων και την εξουδετέρωση των ταξικών αγώνων. Μπορείς κανείς επίσης να πει ότι ο εθνικισμός δεν μπορεί να «συναχθεί» από τον καπιταλισμό· αποτελεί μια επίπτωση ιστορικών διαδικασιών και αγώνων που υπήρξαν αρχικά ανεξαρτήτοι από τον καπιταλισμό. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η σύνδεση αυτή υποδεικνύει ότι οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις απαιτούν ειδικά μοτίβα νομιμοποίησης που δεν μπορούν να τα δημιουργήσουν από μόνες τους. Η κατασκευτή του «έθνους», οπότε, ανταποκρίνεται στην καπιταλιστική πολιτική μορφή με έναν θεμελιώδη τρόπο. Υπό τους όρους της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης, οι άνθρωποι όχι μόνο διασπώνται σε ανταγωνιστικές τάξεις, αλλά επίσης, ταυτόχρονα και συστηματικά, απομονώνονται και ελαστικοποιούνται ως άτομα εξαρτημένα από την αγορά, και αποστερούνται των παραδοσιακών τους κοινωνικών δεσμών λόγω των επίμονων οικονομικών αναταραχών. Υπάρχει οπότε μια τάση για διαρκή υπονόμευση και ριζική μεταβολή των κοινωνικών σχέσεων, των πολιτιστικών κοινών σημείων, και των συλλογικών προσανατολισμών και πλαισίων ζωής, των πραγμάτων εκείνων δηλαδή που καθιστούν εφικτή την ύπαρξη μιας κοινωνίας σαν μια ιδιαίτερη οντότητα που έχει συνείδηση του εαυτού της και είναι ικανή να συνεχίσει την ύπαρξή της (Reinhard 2000: 440-458). Το σύγχρονο έθνος κι ο σύγχρονος εθνικισμός αποτελούν το πεδίο στο οποίο βασίζεται συμβολικά η κοινωνική συνοχή. Για να το θέσουμε με απλούς όρους, αυτό σημαίνει ότι το «έθνος» αποτελεί το ιδεολογικό τσιμέντο που συγκρατεί ενωμένη μια κοινωνία διαιρεμένη σε τάξεις και διαμορφωμένη από τον ανταγωνισμό μεταξύ των ατόμων. Μπορεί κανείς να ακολουθήσει εδώ τον Alain Lipietz (1992: 46) και να μιλήσει για έναν «αναδρομικό λειτουργισμό»: οι ιστορικές εξελίξεις δεν ακολουθούν κάποιο σχέδιο, αλλά, εκ των υστέρων, μπορεί κανείς μολαταύτα να πει ότι ο καπιταλισμός κι ο εθνικισμός, ή για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, ο καπιταλισμός, το εδαφικός κράτος, η πολιτειότητα κι ο εθνικισμός που τη συνοδεύει, είναι συστηματικώς συνδεδεμένα μεταξύ τους. Μπορεί κανείς οπότε να συμπεράνει ότι ανεξαρτήτως των μετασχηματισμών στους οποίους θα υποβληθούν μελλοντικά τα κράτη και το σύστημα των κρατών, η εθνοκρατική μορφή του μεμονωμένου κράτους δεν θα χάσει τη σημασία της.

Διεθνοποίηση του κράτους;

Υπάρχει μια τεράστια βιβλιογραφία αναφορικά με τη διεθνοποίηση του κράτους, οπότε δεν μπορούμε εδώ να καταπιαστούμε με το σύνολό της λεπτομερώς (βλέπε, για παράδειγμα, Bieler et al 2006· Cox 1989· Χαρντ & Νέγκρι 2002· Held & Koenig-Archibugi 2005· Μαντέλ 2016· Murray 1971· Robinson 2004· Shaw 2000). Μολονότι λέγεται συχνά ότι το κράτος διεθνοποιείται, ο όρος παραμένει αρκετά ασαφής. Αναφέρεται τόσο σε μια αύξηση της εξάρτησης των μεμονωμένων κρατών στις διεθνείς οικονομικοπολιτικές διαδικασίες, όσο και στην ανάπτυξη δομών κρατικού τυπού σε υπερεθνικό επίπεδο. Στην ενότητα αυτή, ισχυριζόμαστε ότι το έθνος-κράτος ή το μεμονωμένο κράτος έχει υπάρξει, τουλάχιστον με ιστορικούς όρους, ένα σημαντικό επίπεδο στο οποίο η πολιτική μορφή του καπιταλισμού έχει μπορέσει να συγκεκριμενοποιηθεί, αλλά δεν είναι αναγκαστικά το μόνο επίπεδο όπου αυτό μπορεί να συμβεί. Έχουν υπάρξει κρατικού τύπου δομές στο διεθνές επίπεδο ήδη από τη δημιουργία του σύγχρονου συστήματος των κρατών, καθώς η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ των κρατών δεν υπάρχει αποκλειστικά με την μορφή ανοιχτών, και μερικές φορές ένοπλων, συγκρούσεων, αλλά και ως ρυθμισμένοι τρόποι συντονισμού, οι οποίοι, εν ανάγκη, θεσμοθετούνται σε ανάλογες διεθνείς οργανώσεις και καθεστώτα (Teschke & Lacher 2007: 570).

Η διεθνοποίηση του κράτους έχει λάβει μια αποφασιστική ώθηση από τη νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση του καπιταλισμού που έχει περιγραφτεί ως «παγκοσμιοποίηση». Αυτή στηρίζεται στην εκτεταμένη απορρύθμιση των εμπορικών, κεφαλαιακών και χρηματοπιστωτικών αγορών, και ταυτοχρόνως χαρακτηρίζεται από μια γενική ιδιωτικοποίηση. Ως αποτέλεσμα, αυξάνεται η οικονομική αλληλεξάρτιση και εμφανίζεται ένας μεγαλύτερος κίνδυνος γενικών οικονομικών κρίσεων. Η παγκόσμια διαδικασία αξιοποίησης και συσσώρευσης ξεφεύγει αυξανόμενα από τα χέρια των μεμονωμένων κρατών, το οποίο σημαίνει ότι υπάρχει τώρα μεγαλύτερη ανάγκη για ρύθμιση στο διεθνές επίπεδο – όπως απέδειξε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που ξεκίνησε στις αρχές του 2007 (για μια λεπτομερέστερη ανάλυση, βλέπε Hirsch 1998, 2005). Οι διαδικασίες κι οι αγώνες που σχετίζονται με αυτές τις εξελίξεις, δείχνουν ξεκάθαρα ότι στο πλαίσιο που περιγράφτηκε παραπάνω, στο οποίο οι αρχές [principles] της καπιταλιστικής μορφής συνδέονται με ιστορικώς συγκεκριμένα πρότυπα θεσμοθέτησης και με συγκρούσεις μεσολαβημένες από κρίσεις, λαμβάνουν χώρα αναταραχές και διαδικασίες που οδηγούν σε αποσυνδέσεις οι οποίες δοκιμάζουν και μετασχηματίζουν τις υπάρχουσες παραμέτρους της μορφής και των θεσμών. Είναι οπότε ξεκάθαρο ότι οι συνδέσεις και η δυναμική των αρχών της μορφής και τα πρότυπα θεσμοθέτησης, αποτελούν εκφράσεις υπάρχοντων αντιφάσεων αντί για μια αρμονική, σταθερή και μακροχρόνια σχέση.

Η αυξανόμενη ζήτηση για διεθνή ρύθμιση προκύπτει επίσης ως αποτέλεσμα αναπτυσσόμενων απειλών προς το περιβάλλον, οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την μεμονωμένη δράση μεμονωμένων κρατών. Την ίδια στιγμή, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου συνοδεύεται κατά έναν τρόπο από μια παγκοσμιοποίηση των subalterns[2], η οποία εκφράζεται στα αυξανόμενα επίπεδα της διασυνοριακής μετανάστευσης. Οι αντιδράσεις σ’ αυτή περιλαμβάνουν αυστηρότερο κρατικό έλεγχο, ο οποίος αποτελεί ένα ολοένα και σημαντικότερο όργανο που χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση της εργασιακής δύναμης σε παγκόσμια κλίμακα, και έχει οδηγήσει εν μέρει σε μια θεσμοθέτηση της επιτήρησης και του ελέγχου σε υπερεθνικό επίπεδο (Buckel, Kannankulam & Wissel 2008). Σ’ αυτό το πλαίσιο, η διεθνοποίηση της κρατικής διοίκησης έχει δεχτεί μια ώθηση. Ωστόσο, αυτό στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι η λήξη της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης δημιούργησε μια ευκαιρία για τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, ηγούμενα από τις ΗΠΑ, να κυριαρχήσουν από κοινού τον κόσμο και να επιβάλλουν οικονομικές και κοινωνικές δομές που θα λειτουργούσαν προς όφελός τους. Μια από τις σημαντικότερες πτυχές αυτού υπήρξε το ενδιαφέρον των πολυεθνικών εταιρειών για τη διασφάλιση των όρων της αξιοποίησης σε ένα επίπεδο πάνω από εκείνο των χώρων των μεμονωμένων κρατών. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η μέριμνα για τη δημιουργία ενός συστήματος κρατών προετοιμασμένων να ακολουθήσουν τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της οικονομικής απορρύθμισης, της ιδιωτικοποίησης και της διαφύλαξης της ιδιοκτησίας.

Η προηγμένη διεθνοποίηση του κεφαλαιου, η οποία από τότε λαμβάνει νέες μορφές, αποτελούσε μια προϋπόθεση γι’ αυτή την εξέλιξη, η οποία αντικατέστησε τη φορντική εκδοχή του καπιταλισμού που εισήλθε σε μια περίοδο κρίσης τη δεκαετία του 1970. Οι εταιρείες οι οποίες λειτουργούν κι έχουν ολοκληρωθεί διεθνώς, έχουν γίνει πολύ περισσότερο ευέλικτες τόσο από οικονομική όσο κι από τεχνική άποψη, και είναι τώρα ευκολότερο γι’ αυτές να αποφύγουν τις ρυθμιστικές δομές που δημιουργούν τα μεμονωμένα κράτη (καθώς και τις ταξικές σχέσεις που θεσμοθετούνται σε αυτές τις μορφές ρύθμισης). Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική που σχεδιάστηκε για το ξεπέρασμα της κρίσης του φορντισμού είχε δύο στόχους: την μετατόπιση του συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων προς τα συμφέροντα του κεφαλαίου και τη διάνοιξη νέων ευκαιριών για κερδοφόρες επενδύσεις. Αποτέλεσμα αυτού υπήρξε μια σημαντική μετατόπιση της παγκόσμιας διάρθρωσης του χώρου προς το υπερεθνικό και το υποεθνικό επίπεδο, η οποία έγινε εις βάρος των θεσμοθετημένων δομών ρύθμισης δημιουργημένων στο πλαίσιο του έθνους-κράτους. Ο μετασχηματισμός των κρατών σε «ανταγωνιστικά κράτη» τα εξέθεσε στον εντατικοποιημένο ανταγωνισμό μεταξύ των οικονομικών περιοχών σχετικά με ευκαιρίες για επικερδή αξιοποίηση του κεφαλαίου (επ’ αυτού, βλέπε ιδίως Brenner 2004). Αυτό συνδυάζεται με μια καθαρή κυριαρχία των διαδικασιών λήψης αποφάσεων που εντοπίζονται στο διεθνές οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το κεφάλαιο έχει επιτύχει να ανατρέψει σε σημαντικό βαθμό τις επιδράσεις των δομών, καθιστώντας ικανή τη δημιουργία κοινωνικών συμβιβασμών στο επίπεδο των μεμονωμένων κρατών. Ως αποτέλεσμα, τα κέρδη του έχουν αυξηθεί σημαντικά. Ο πυρήνας των διαδικασιών που τιτλοφορούνται ως παγκοσμιοποίηση, τελικά κείτεται στην αναδιοργάνωση των ταξικών δομών σε παγκόσμια κλίμακα, η οποία αναδιοργάνωση έχει οδηγήσει σε μια μεταβολή των σχέσεων μεταξύ των τάξεων και των κρατικών μηχανισμών, στις οποίες ο συσχετισμός δυνάμεων έχει ξεκάθαρα μετατοπιστεί προς όφελος του κεφαλαίου.

Υπάρχει ένας αριθμός διάστασεων σ’ αυτές τις διαδικασίες, τις οποίες μπορεί κανείς να συνοψίσει με τη βοήθεια της έννοιας της διεθνοποίησης του κράτους. Πρώτον, περιλαμβάνει τη διεθνοποίηση των ίδιων των κρατικών μηχανισμών: έναν μεγαλύτερο βαθμό εξάρτησης των μεμονωμένων κρατών στις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές διαδικασίες – αν κι αυτό εξαρτάται από την οικονομική τους ισχύ και τον βαθμό στον οποίο έχουν ενσωματωθεί στην παγκόσμια αγορά. Αυτό τα εκθέτει ταυτόχρονα σε μεγαλύτερη αμοιβαία ανταγωνιστική πίεση κι εκφράζεται σε ένα πολύ περιορισμένο περιθώριο ελιγμών αναφορικά με την παρέμβαση στην οικονομική και κοινωνική πολιτική («το εθνικό ανταγωνιστικό κράτος», Hirsch 1995). Ως αποτέλεσμα των περιορισμών που προκύπτουν από τον ανταγωνισμό μεταξύ των οικονομικών περιοχών, οι θεσμοθετημένες δημοκρατικές διαδικασίες στο πλαίσιο των μεμονωμένων κρατών παίζουν ολοένα και μικρότερο ρόλο (Hirsch 2005: 202-240). Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ωστόσο, ότι αυτή η εξέλιξη δεν έχει απλώς επιβληθεί στα κράτη από τα έξω, αλλά υποκινήθηκε και πραγματοποιήθηκε ενεργά από τα ίδια τα κράτη, από την περίοδο της παγκόσμιας φιλελεύθερης-συντηρητικής πολιτικής στροφής στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ειδωμένη υπό αυτό το πρίσμα, δεν αποτελεί για κανένα λόγο μια ευθεία εξασθένιση των κρατών από μια εξωτερική διαδικασία, αλλά έναν στρατηγικό αυτομετασχηματισμό που πραγματοποιήσαν τα ίδια τα κράτη. Κατά κάποιο τρόπο που μοιάζει παράδοξος έως ότου να το εξετάσει κανείς πιο προσεκτικά, τα κράτη αποτελούν παράγοντες στην αναδιαμόρφωση των χώρων, στην οποία αναδιαμόρφωση μειώθηκε η σημασία του επιπέδου του μεμονωμένου κράτους (Brenner 2004: 30, 64).

Μια άλλη πτυχή αυτής της εξέλιξης είναι η ιδιωτικοποίηση της πολιτικής, η οποία αναπτύσσεται τόσο στα μεμονωμένα κράτη όσο και στο διεθνές επίπεδο. Αυτή αποτελεί το αποτέλεσμα μιας στρατηγικής σχεδιασμένης για τη διεύρυνση των δικαιωμάτων της ατομικής ιδιοκτησίας και το άνοιγμα νεών επενδυτικών ευκαιριών για το κεφάλαιο. Τα κράτη αντιμετωπίζουν εταιρείες που λειτουργούν σε διεθνές επίπεδο, οι οποίες είναι παράγοντες που το βάρος τους έχει αυξηθεί σημαντικά. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική λαμβάνει αυξανόμενα χώρα στη διαπραγμάτευση μεταξύ κράτους-ιδιωτών και σε δομές λήψης αποφάσεων που είναι σχεδόν αδύνατο να τεθούν υπό έλεγχο. Αληθεύει ότι το «συνεργατικό κράτος» δεν είναι κάτι το τελείως καινούριο (ο Ritter επέστησε την προσοχή στο φαινόμενο αυτό ήδη από το 1979), καθώς υπό καπιταλιστικές συνθήκες οι κυβερνήσεις πάντοτε αναγκάζονταν να καταλήξουν σε συμφωνίες με ισχυρές κοινωνικές ομάδες. Αλλά αυτό έχει γίνει πολύ πιο σημαντικό κι έχει οδηγήσει σε μια μείζονα μετατόπιση στη σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας, και μεταξύ κράτους και κοινωνίας, και έχει τοιουτοτρόπως οδηγήσει επίσης σε νέους όρους για την αναπαραγωγή της πολιτικής μορφής του καπιταλισμού.

Ένα αποτέλεσμα της διεθνοποίησης του κεφαλαίου και του βαθέματος του ανταγωνισμού που την ακολούθησε, είναι η εμφάνιση περιφερειακών οικονομικών μπλοκ υπό την ηγεσία ισχυρών μητροπολιτικών κρατών, ειδικά η Ζώνη Ελεύθερου Εμπορίου Βορείου Αμερικής κι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Η ΕΕ αποτελεί μια ειδική περίπτωση διεθνοποίησης του κράτους, επειδή αυτό που παρατηρούμε σ’ αυτή είναι ένας εντονότερος σχηματισμός μηχανισμών κρατικού τύπου σε υπερεθνικό επίπεδο (Bieler 2005). Μια περαιτέρω εξέλιξη που μπορεί να αποδωθεί στην κυριαρχία των καπιταλιστικών μητροπόλεων είναι η αύξηση της σημασίας των διεθνών οργανισμών, ειδικά του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΟΟΣΑ και του ΠΟΕ, και γίνονται προσπάθειες για τη χρήση των οργανισμών αυτών για την οργάνωση και επιβολή των συμφερόντων των μητροπόλεων. Επιπροσθέτως, υπάρχουν λιγότερο σθεναρά θεσμοθετημένα πλαίσια συνεργασίας και δίκτυα, όπως οι περιβαλλοντικές και κλιματικές συνδιασκέψεις (στις οποίες οι μη κυβερνητικές οργανώσεις καθώς και διεθνείς εταιρείες παίζουν σημαντικό ρόλο), οι συναντήσεις των G7 και G8, κλπ (επ’ αυτού, βλέπε Schoppengerd 2007). Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων έχει οδηγήσει σε μια ισχυρότερη χωρική διαποικίληση των κρατικών επιπέδων και λειτουργιών. Αληθεύει ότι δεν έχει δημιουργηθεί κανένα επίπεδο που να είναι πραγματικά ανεξάρτητο από τα μεμονωμένα κράτη, επειδή οι διεθνείς οργανώσεις και τα διεθνή καθεστώτα στηρίζονται στο ενδιαφέρον για συνεργασία τουλάχιστον των ισχυρών κρατών, και τα κράτη αυτά καθορίζουν τον βαθμό λειτουργικότητά τους και τους θέτουν περιορισμούς (Wissel 2007b). Ωστόσο, οι οργανώσεις αυτές δεν είναι καθαρά διακυβερνητικές. Αναπτύσσουν τις δικές τους δυναμικές, οι οποίες επιδρούν στις πολιτικές των μεμονωμένων κρατών. Εν πάση περιπτώσει, οι προσπάθειες αποφυγής των δυναμικών αυτών κοστίζει, και περιλαμβάνει κινδύνους που δεν μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια.

Η διεθνοποίηση του κράτους, ιδιαίτερα η διαποικίληση των χωρικών κλιμάκων και λειτουργιών καθώς κι η ιδιωτικοποίηση, συνοδεύεται από έναν σημαντικό βαθμό διεθνοποίησης του δικαίου (Cutler 2003· Günther & Randeria 2001· Meyer 2005· Randeria 2006). Υπάρχει μια τάση προς την αντικατάσταση των νόμων που είναι θεσπισμένοι από το κράτος κι έχουν καθολική ισχύ εντός μιας συγκεκριμένης περιφέρειας, από έναν «νομικό πλουραλισμό». Αυτός χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός αριθμού διαφορετικών συστημάτων δικαστικών κανόνων, τα οποία βρίσκονται συχνά σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, και είναι εν μέρει ιδιωτικής προέλευσης -το λεγόμενο lex mercatoria [εμπορικό δίκαιο]- και σε κάποιες περιπτώσεις ρυθμίζουν τα ίδια ζητήματα εφαρμόζοντας διαφορετικούς κανόνες. Η ανάπτυξη κι η εφαρμογή των νόμων έχει οπότε αποσυνδεθεί, σε κάποιον βαθμό, από τα μεμονωμένα κράτη. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διακρίνουμε τη δημιουργία των νόμων από την εφαρμογή τους. Όταν προκύπτει μια σύγκρουση, το δίκαιο εφαρμόζεται από τα μεμονωμένα κράτη, τα οποία απολαμβάνουν ένα μονοπώλιο στη χρήση βίας, και η εφαρμογή του δικαίου εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα του μονοπωλίου αυτού (Randeria 2006). Για τα «ισχυρά» κράτη είναι ευκολότερο, συγκριτικά με τα αδύναμα, να υπεκφύγουν της διεθνής νομοθεσίας και της διεθνής απονομής δικαιοσύνης, έως και τον βαθμό που τα ισχυρά κράτη δεν αναγνωρίζουν καν τη διεθνή νομική αρχή.

Ένα τελευταίο σημαντικό στοιχείο του πλαισίου της διεθνοποίησης του κράτους είναι η ανάπτυξη μιας διεθνούς διευθυντικής τάξης, η οποία επίσης οδηγείται από τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Η τάξη αυτή αποτελείται από αξιωματούχους κρατών και διεθνών οργανισμών, εκπροσώπους εταιρειών και μήντια, υπαλλήλους ακαδημαϊκών επιστημονικών επιτελείων, κλπ. Τα συμφέροντα που εκπροσωπεί συνεχίζουν να διαμορφώνονται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών και των κρατών, αλλά έχουν δημιουργηθεί πιο σταθερά θεσμοθετημένα πλαίσια στα οποία μπορούν να συζητηθούν και να διατυπωθούν κοινές στρατηγικές (Apeldoorn 2003· Cox 1993, 1998· Pijl 1997).

Αυτό σημαίνει ότι η θέση σχετικά με τη «διεθνοποίηση του κράτους» χρειάζεται να αναγνωριστεί από διάφορες πλευρές. Η διαδικασία αυτή δεν λαμβάνει για κανένα λόγο την ίδια μορφή παντού και δεν περικλείει όλα τα κράτη με τον ίδιο τρόπο, αλλά αντ’ αυτού αποτελεί μια αναδιαμόρφωση των πολιτικών χώρων σε παγκόσμια κλίμακα: μια διαδικασία που καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την κυριαρχία των καπιταλιστικών μητροπόλεων του Βορρά και της Δύσης· μια διαδικασία που εξυπηρετεί την ενίσχυση της ίδιας αυτής της κυριαρχίας. Αυτή στηρίζεται κυρίως στην πολιτική μιας ομάδας κρατών τα οποία λειτουργούν σύμφωνα με τα συμφέροντά τους για τη διασφάλιση των όρων της αξιοποίησης του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Το καπιταλιστικό κράτος δεν αποτελεί ένα κλειστό δοχείο ή ένα ενιαίο υποκείμενο, αλλά μάλλον ένα σύνολο ετερογενών μηχανισμών όπου υλοποιούνται διαφορετικές ταξικές σχέσεις, οι οποίες κατ’ αρχήν υπερβαίνουν το κράτος. Είναι επίσης ανακριβές να μιλήσουμε για την ανάπτυξη μιας «κρατικότητας» [statehood] στο διεθνές επίπεδο. Η «κρατικότητα» είναι μια πολύ αόριστη έννοια – συγκριτικά, για παράδειγμα, με τη γκραμσιανή έννοια του οργανικού κράτους (Γκράμσι 1971: 244, 267). Με τη σύγχρονη, την καπιταλιστική έννοια, η έννοια του κράτους είναι στενά συνδεδεμένη με τη συγκεντροποίηση και ιδιαιτεροποίηση του μηχανισμού της βίας, και δεν υπάρχει καμία σοβαρή ένδειξη αυτού στο διεθνές επίπεδο. Είναι οπότε λάθος να πούμε ότι τα επίπεδα στα οποία αναπτύσσονται οι κρατικού τύπου θεσμοί έχουν κατ’ αρχήν ισότιμη θέση με το κράτος (Jessop 2002), ή ότι η κυριαρχία του ενός επιπέδου δεν αποτελεί ένα θεωρητικό αλλά ένα ιστορικό κι εμπειρικό ζήτημα (Brenner 2004: 73). Όπως έχουμε προσπαθήσει να δείξουμε, αυτό το ερώτημα είναι εφικτό να απαντηθεί με περισσότερη ακρίβεια αν λάβει κανείς υπόψη την πολιτική μορφή του καπιταλισμού.

Επιπλέον, η διαδικασία της διεθνοποίησης δεν καταργεί τις συγκρούσεις μεταξύ των μητροπολιτικών κρατών, οι οποίες μπορούν να αναχθούν να εκπορεύονται από διαφορετικές φραξιές του κεφαλαίου, διαφορετικούς αστερισμούς κοινωνικών δυνάμεων, και διαφορετικές μορφές κοινωνικής ενσωμάτωσης. Ένα εκ των αποτελεσμάτων αυτού είναι ότι στο διεθνές επίπεδο οι κρατικού τύπου θεσμοί, στο σύνολό τους, δεν είναι ιδιαίτερα σταθεροί.

Η διαποικίληση του κρατικού μηχανισμού σε διαφορετικά χωρικά επίπεδα δεν έχει οδηγήσει μόνο στη διάβρωση των φιλελευθέρων-δημοκρατικών θεσμών που υπάρχουν μόνο στο επίπεδο του μεμονωμένου κράτους, αλλά επίσης και σε μια συστηματική ανευθυνότητα, ανομία και αταξία στην πολιτική. Έτσι, καθίσταται ικανή μια «αλλαγή κλίμακας»: αποφάσεις οι οποίες δεν μπορούν να προωθηθούν στο ένα επίπεδο μετατοπίζονται σ’ ένα άλλο, ώστε να τεθούν σε εφαρμογή μέσω εξωτερικού καταναγκασμού. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει κι αντιστρόφως: αποφάσεις που λαμβάνονται σε υπερεθνικό επίπεδο μπορεί να μην εφαρμοστούν στο επίπεδο του μεμονωμένου κράτους ή σε τοπικό επίπεδο, ή μπορεί να εφαρμοστούν μόνο μερικώς (επ’ αυτού, βλέπε Randeria 2006, όπου παρέχονται και μερικά γραφικά παραδείγματα).

Η διεθνοποίηση και η πολιτική μορφή

Κλείνουμε αυτή την ανάλυση καταπιάνοντας το ερώτημα του τι σημαίνουν οι εξελίξεις που περιγράφτηκαν παραπάνω για την πολιτική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ή, για να είμαστε περισσότερο ακριβείς, εάν, και σε ποιο βαθμό, οδηγούν σε θεσμικές διαμορφώσεις οι οποίες έχουν μια αντιφατική σχέση με τη συντήρηση και την αναπαραγωγή της μορφής αυτής, και ποιες συνέπειες έπονται αυτού. Οι Brand και Görg ισχυρίζονται ότι η διεθνοποίηση οδηγεί σε εντατικοποιημένες κρατικού τύπου «συμπυκνώσεις δεύτερης τάξης», δηλαδή, στο υποεθνικό και το υπερεθνικό επίπεδο αντί σ’ αυτό των μεμονωμένων κρατών (Brand & Görg 2003· βλέπε επίσης Brand, Görg & Wissen 2007). Αυτό αποτελεί μια αναφορά στον ορισμό του κράτους από τον Πουλαντζά ως την υλική συμπύκνωση και θεσμοθέτηση ενός συσχετισμού δυνάμεων (Πουλαντζάς 2008). Υπάρχουν μερικά προβλήματα μ’ αυτόν τον τρόπο εννοιολόγησης του ζητήματος, καθώς υπονοεί μια ιεραρχία όταν στην πραγματικότητα αποτελεί ένα ζήτημα διαφορετικών ιδιοτήτων (βλέπε επίσης Wissel 2007a: 129). Πράγματι, αυστηρά μιλώντας, θα έπρεπε κανείς να το αποκαλέσει αυτό μια δεύτερης τάξης υλική συμπύκνωση ή μια δεύτερης τάξης υλικότητα. Το ειδικό στοιχείο εδώ δεν είναι ότι η συμπύκνωση, με την έννοια της αντιμετώπισης των αντιφάσεων, λαμβάνει χώρα στο διεθνές ή διαεθνικό επίπεδο, αλλά μάλλον ότι η υλικότητα των συμπυκνώσεων λαμβάνει έναν άλλο χαρακτήρα επειδή δεν υπάρχει κανένα διεθνές κράτος ή μονοπώλιο στη χρήση της βίας. Εντός του μεμονωμένου κράτους, ο ειδικός τρόπος της συμπύκνωσης του συσχετισμού των δυνάμεων καθορίζεται ουσιαστικά από τη συγκεντροποίηση του μηχανισμού της φυσικής βίας και τη τυπική του ιδιαιτεροποίηση σε σχέση με τις κοινωνικές τάξεις, ή όπως το θέτει ο Βέμπερ, το «μονοπώλιο της νόμιμης χρήσης φυσικής βίας» (1946: 77). Εντός του πλαισίου του μεμονωμένου κράτους, η συμπύκνωση των ταξικών σχέσεων εγκαθίσταται σ’ αυτόν τον μηχανισμό βίας και οπότε αποκτά μια ιδιαίτερη ποιότητα ανθεκτικότητας και συνοχής. Αυτό σημαίνει ότι οι κοινωνικοί συμβιβασμοί μπορούν να ενσωματωθούν θεσμικά και είναι ευκολότερο να εδραιωθούν ηγεμονικές σχέσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διεθνοποίηση επιδρά το μονοπώλιο του μεμονωμένου κράτους στη χρήση βίας με έναν αριθμό τρόπων. Αλλάζει τη σχέση μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας και μεταξύ της πολιτικής και της οικονομίας, και επηρεάζει την ιδιαιτεροποίηση του πολιτικού. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας συγκεντροποιημένος και αυτόνομος μηχανισμός βίας στο παγκόσμιο επίπεδο (δεν υπάρχει κανένα «παγκόσμιο κράτος»), και υπό καπιταλιστικές συνθήκες κανένας τέτοιος μηχανισμός δεν μπορεί να αναπτυχθεί στο παγκόσμιο επίπεδο. Οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού έχουν αποτύχει. Ο Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (άρθρο 47) προβλέπει τη δημιουργία μιας Επιτροπής Στρατιωτικού Επιτελείου των Ηνωμένων Εθνών και τη τοποθέτηση ένοπλων δυνάμεων στη διάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά αυτά ποτέ δεν υλοποιήθηκαν. Στην πράξη, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ λειτουργεί σαν ένα σώμα υπεύθυνο για την μεταβίβαση των οδηγιών των κυρίαρχων στρατιωτικών δυνάμεων – στον βαθμό που οι πέντε χώρες με το δικαίωμα βέτο καταφέρουν να συμφωνήσουν. Αυτό σημαίνει ότι οι «υλοποιήσεις δεύτερης τάξης» που δημιουργούνται στο διεθνές επίπεδο υποχρεούνται να παραμείνουν εξαρτημένες, στον βαθμό τον οποίο τα κράτη που τις δημιούργησαν και καθόρισαν το πως λειτουργούν πράγματι ενδιαφέρονται να συνεργαστούν. Ως αποτέλεσμα, το πεδίο τους είναι περιορισμένο. Παραμένουν λειτουργικά περιορισμένες και κατακερματισμένες. Για παράδειγμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εγγύηση των δικαιωμάτων της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά δεν έχουν ιδιαίτερη χρησιμότητα σε οποιαδήποτε προσπάθεια για την επίτευξη μιας δεσμευτικής υλικής αναδιανομής. Η σε εξέλιξη διαδικασία διεθνοποίησης διαμορφώνεται καθοριστικά από το γεγονός ότι τα μεμονωμένα κράτη είναι αποφασισμένα να διατηρήσουν το μονοπώλιό τους στη χρήση βίας. Αυτό ισχύει ακόμη κι εντός της ΕΕ, μολονότι σ’ αυτή την περίπτωση φαίνεται να υπάρχει μια πρώτη κίνηση προς τη δημιουργία ενός υπερεθνικού μηχανισμούς βίας στην μορφή της FRONTEX, η οποία αποτελεί μια συντονισμένη υπηρεσία συνοριακής αστυνομίας υπεύθυνης για τον έλεγχο και την επιτήρηση της μετανάστευσης. Αυτό αποτελεί μια συνέπεια της δημιουργίας μιας πολιτικής περιφέρειας που ξεπερνά τα μεμονωμένα κράτη (Buckel & Wissel 2008). Όμως, ακόμη κι αν η ΕΕ μια μέρα εξελιχτεί σε ένα πραγματικό κράτος, αυτό δεν θα αλλάξει σε τίποτα την ύπαρξη του συστήματος των κρατών, το οποίο πάντα χαρακτηρίζονταν από μεταβολές στον συγκεκριμένο του σχηματισμό. Το NATO, αφετέρου, λειτουργεί σαν ένας κοινός μηχανισμός βίας των μητροπολιτικών κρατών, αλλά η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται στο εάν τα κράτη αυτά είναι έτοιμα ή όχι να συνεργαστούν. Και, όπως είδαμε πρόσφατα, αυτό δεν είναι σε καμία περίπτωση δεδομένο. Τέλος, οι παγκόσμιες σχέσεις βίας διαμορφώνονται επί του παρόντος από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, λόγω της στρατιωτικής τους υπεροχής, λειτουργούν στην πράξη σαν ένας γενικευμένος μηχανισμός βίας που δρα παγκόσμια σύμφωνα με τα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου και των κρατών που βρίσκονται σε συμμαχία με τις ΗΠΑ. Αυτό, ωστόσο, αποτελεί μια συνέπεια των υπάρχοντων σχέσεων στρατιωτικής κυριαρχίας και εξάρτησης, και σίγουρα δεν οδηγεί σε έναν γενικά θεσμοθετημένο κρατικού τύπου μηχανισμό, όπως επιδεικνύουν τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά μονομέρειας της εξωτερικής και στρατιωτικής πολιτικής των ΗΠΑ. Το σύστημα που αποτελείται από τα κυρίαρχα καπιταλιστικά κράτη, αυτό που ο Shaw (2000: 199-208) ονομάζει «παγκόσμιο δυτικό συσσωμάτωμα κρατών», δεν αποτελεί ούτε παγκόσμιο ούτε υπερεθνικό κράτος.

Η διαδικασία διεθνοποίησης που συνδέεται με τη νεοφιλελεύθερη «παγκοσμιοποίηση» έχει αρκετές επιπτώσεις στην αναπαραγωγή της πολιτικής μορφής του καπιταλισμού. Πρώτον, το εύρος των μορφών που λαμβάνει η ιδιωτικοποίηση της πολιτικής οδηγεί σε μια αλλαγή της σχέσης μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας. Η αυξανόμενη σημασία των ιδιωτικών παραγόντων σε διαφορετικές σφαίρες, συμπεριλαμβανομένης της αστυνόμευσης και της ασφάλειας, μαζί με τη διάδοση των διαπραγματευτικών συστημάτων μεταξύ κράτους-ιδιωτών, σημαίνει ότι η «ιδιαιτεροποίηση» του κράτους, ή η «σχετική αυτονομία» του, γίνεται περισσότερο επισφαλής, και η διαχωριστική γραμμή μεταξύ «πολιτικής» και «οικονομίας» είναι δύσκολο να εντοπιστεί. Στη σχετική βιβλιογραφία, αυτό έχει περιγραφτεί ως μια κίνηση προς τον «επανεκφεουδαρχισμό» της πολιτικής (Held 1991: 223-227· Maus 1992· Scharpf 1991). Λειτουργίες οι οποίες ρυθμίζουν την κοινωνία πέφτουν αυξανόμενα σε χέρια επιχειρήσεων ή μη κυβερνητικών οργανώσεων, και ταυτοχρόνα, σημαντικά θεμέλια της αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ολοένα και τίθονται υπό αμφισβήτηση. Η μερική «αποεθνικοποίηση» κι ο εκπλουραλισμός του δικαίου είναι σημαντικές απ’ αυτή την άποψη (Randeria 2006).

Δεύτερον, η διαφοροποίηση του κρατικού μηχανισμού σε διαφορετικά επίπεδα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο θεσμοθετούνται οι ταξικές σχέσεις. Ιδιαίτερα το κεφάλαιο που λειτουργεί διεθνώς, σχετίζεται με έναν μεγάλο αριθμό κατακερματισμένων κρατικού τύπου μηχανισμών. Αυτό κάνει ευκολότερο για το κεφάλαιο το να επιδιώξει τα συμφέροντά του επιτυχώς μέσω «μετατόπισης του χώρου συζήτησης», αλλά κάνει δυσκολότερο για το κεφάλαιο να διαμορφώσει και να ακολουθήσει μια σχετικά συνεπή πολιτική. Η «μετατόπιση του χώρου συζήτησης» λαμβάνει χώρα ότι οι κυβερνήσεις προσπαθούν να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους πηγαίνοντας από τον έναν ρυθμιστικό θεσμό στον άλλο. Αυτό μπορεί να ειδωθεί, για παράδειγμα, στις συγκρούσεις σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που λαμβάνουν χώρα μεταξύ του ΠΟΕ/TRIPS και του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας[3] (βλέπε Brand et al 2008· Braithwaite & Drahos 2000, κεφάλαιο 24). Η ιδιαιτεροποίηση του κράτους αποτελεί την προϋπόθεση για την ίδια τη δυνατότητα ύπαρξης μιας τέτοιας πολιτικής, καθιερώνοντας μια σχέση με τις εκμεταλλευόμενες και κυριαρχόμενες τάξεις που πηγαίνει πέρα από τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων. Περαιτέρω, είναι αμφισβητήσιμο το εάν είναι εφικτό η απουσία ενός συγκεντροποιημένου κρατικού μηχανισμού στο παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να αντισταθμιστεί από κάτι σαν μια συντονισμένη δράση από τη «διεθνή διευθυντική τάξη». Στην πράξη, το κεφάλαιο εκτελεί την πολιτική του σε ένα δίκτυο διαφορετικών κρατικών μηχανισμών και συστημάτων διαπραγμάτευσης που είναι τόσο ετερογενές όσο και περίπλοκο, και οι δημοκρατικές διαδικασίες που περιλαμβάνονται εδώ είναι πολύ περιορισμένες αναφορικά με τις σχετικές διαδικασίες μεσολάβησης και επίτευξης συμβιβασμών. Αυτό έχει επίσης μια αρνητική επίδραση στην προοπτική για την εδραίωση των ηγεμονικών σχέσεων. Ως αποτέλεσμα, το καπιταλιστικό μπλοκ εξουσίας γίνεται περισσότερο κατακερματισμένο και ετερογενές (Wissel 2007a: 108-130).

Τρίτον, το γεγονός ότι διεθνείς εταιρείες εξαρτώνται όλο και λιγότερο σε πλαίσια αναπαραγωγής που οργανώνονται στη βάση μεμονωμένων κρατών, σημαίνει ότι χάνουν το ενδιαφέρον τους για την κοινωνική ενσωμάτωση στο σύνολό της. Αυτό βαθαίνει τις ενδοκοινωνικές διαιρέσεις. Η διάβρωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας εξασθενεί τον τρόπο στον οποίο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό η ιδιαιτεροποίηση του κράτους. Ο Πουλαντζάς (2006a· 2006b· βλέπε επίσης Jessop 2006: 53-56) υποδεικνύει ότι τα αστικά καθεστώτα εξαίρεσης μπορούν να δώσουν στο αυταρχικό κράτος περισσότερη ελευθερία δράσης βραχυπρόθεσμα, αλλά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα στέκονται ανίκανα να αναπροσαρμόσουν την «ασταθή ισορροπία του συμβιβασμού» μεταξύ των τάξεων, επειδή οι δίαυλοι κι οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί που βρίσκονται στη διάθεση του «φυσιολογικού» φιλελεύθερου-δημοκρατικού κράτους (ελεύθερες εκλογές, ελεύθερος τύπος, πολυκομματικό σύστημα κλπ) έχει εξασθενίσει ή ακόμη κι εξαλειφτεί. Είναι αλήθεια ότι το μετασχηματισμένο μεταφορντικό κράτος δεν αποτελει ένα «κράτος εξαίρεσης», αλλά έχει παρόμοια χαρακτηριστικά έως το σημείο που λαμβάνει την μορφή του αυταρχικού κρατισμού (Jessop 2006, 2009· Kannankulam 2008· Πουλαντζάς 2006a). Αυτό σημαίνει ότι στην πορεία της διεθνοποίησης, η πολιτική μορφή του καπιταλισμού τίθεται υπό αμφισβήτηση κι από αυτή την οπτική.

Μπορούμε οπότε να συμπεράνουμε ότι οι διαδικασίες που περιγράφονται ως διεθνοποίηση του κράτους οδηγούν σε μια κατάσταση στην οποία η συγκεκριμένη μορφή των πολιτικών θεσμών έρχεται αυξανόμενα σε σύγκρουση με την πολιτική μορφή του καπιταλισμού. Η πολιτική μορφή παραμένει θεμελιακά καθοριστική, αλλά γίνεται συνολικά περισσότερο επισφαλής. Αυτό δεν οδηγεί μόνο σε μια αυξημένη βία στην κοινωνία και στις διεθνείς σχέσεις, αλλά επίσης κάνει δυσκολότερο τον σχηματισμό και την επιτυχή εφαρμογή μιας πολιτικής σχεδιασμένης να διατηρήσει τη σταθερότητα μακροπρόθεσμα. Από τη στιγμή που η σταθερότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας και η ικανότητά της να αναπαράγεται εξαρτάται ουσιαστικά στον βαθμό που η πολιτική του μορφή μπορεί να εξασφαλιστεί, μπορούμε να περιμένουμε ότι θα γίνει περισσότερο ασταθής κι επιρρεπής σε κρίσεις. Ωστόσο, δεν μπορεί να πει κανείς με βεβαιότητα τι προκύπτει απ’ αυτό. Ο καπιταλισμός δεν είναι θεμελιαδώς «σταθερός»· αναπτύσσεται πλάι και δια μέσου των κρίσεων, και το αποτέλεσμα αυτού είναι η διαρκής ριζική μεταβολή των οικονομικών και πολιτικών δομών. Η δυνατότητα μιας σταδιακής μετάβασης σε μια κοινωνία που δεν είναι πλέον καπιταλιστική με την αυστηρή έννοια το όρου αλλά χαρακτηρίζεται από άλλες, αμεσότερες, μορφές κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης, δεν μπορεί να αποκλειστεί απολύτως, παρότι δεν είναι κάτι ιδιαίτερο πιθανό. Ωστόσο, οι μελλοντικές εξελίξεις δεν καθορίζονται από κάποια λογική ή κάποιο «σύνολο ιστορικών νόμων», αλλά εξαρτώνται από τους κοινωνικούς αγώνες και τις στρατηγικές των συντελεστών που εμπλέκονται σ’ αυτούς τους αγώνες. Δεν είναι απλώς εφικτό, αλλά αρκετά πιθανό, ότι ο νεοφιλελεύθερος, παγκοσμιοποιημένος, μεταφορντικός καπιταλισμός θα αποδειχτεί να είναι απλως ένα ιστορικό επισόδειο ακριβώς όπως υπήρξε κι ο φορντισμός. Ωστόσο, είναι αρκετά σίγουρο ότι θα ήταν πρώιμο να προκηρύξουμε το τέλος του έθνους-κράτους και την άφιξη της εποχής μιας δημοκρατικής παγκόσμιας διακυβέρνησης (βλέπε, για παράδειγμα, Beck 1998· Beck & Grande 2005· Grande 2005· Held 1995· Zürn 1998). Υπάρχουν καλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι μπορούμε να αναμένουμε ο καπιταλισμός να παραμείνει οργανωμένος πολιτικά σε μεμονωμένα κράτη, και ότι οι δομές κυριαρχίας, διαίρεσης κι αποκλεισμού που σχετίζονται με αυτά δεν θα εξαφανιστούν – ακόμη κι αν υπάρξουν θεμελιακές μεταβολές στον εσωτερικό σχηματισμό των κρατών και την παγκόσμιά τους διαμόρφωση.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Παρότι ο Λένιν υιοθέτησε και διεύρυνε τη θεώρηση της «συνδυασμένης και ανισομερούς ανάπτυξης», να σημειώσουμε ότι η έννοια προέρχεται από τον Τρότσκι. Ο Τρότσκι χρησιμοποίησε αρχικά την έννοια για να περιγράψει τη διαδικασία της παγκόσμιας επέκτασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από τον 16ο αιώνα κι ύστερα μέσω της ανάπτυξης της παγκόσμιας αγοράς, καθώς και τη συνύπαρξη στο εσωτερικό της Ρώσικης Αυτοκρατορίας της ανεπτυγμένης επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου πλάι σε παραδοσιακούς τρόπους παραγωγής. Αργότερα, ο Λένιν υιοθέτησε την έννοια στην ανάλυσή του για τον ιμπεριαλισμό και τη διεύρυνε για να περιγράψει τον ανταγωνισμό μεταξύ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών – και τελικά για να δικαιολογήσει τον «σοσιαλισμό σε μια χώρα». Ύστερα, ο Τρότσκι διεύρυνε ακόμη περισσότερο την έννοια ισχυριζόμενος ότι δεν αποτελεί απλώς έναν θεμελιακό νόμο του καπιταλισμού αλλά του συνόλου της ανθρώπινης ιστορίας αλλά και της φύσης (πχ στην εξελικτική βιολογία).

2. [Σ.τ.Μ.]: Στην κριτική θεωρία και τις μεταποικιακές μελέτες, ο όρος subaltern [υποδεέστερος] χρησιμοποιείται για τους πληθυσμούς εκείνους που βρίσκονται εκτός της ηγεμονικής δομής της εξουσίας μεταξύ της αποικίας και της αποικιακής μητρόπολης. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον Γκράμσι στην ανάλυσή του για την πολιτιστική ηγεμονία, για να περιγράψει τις ομάδες οι οποίες ήταν αποκλεισμένες από τους καθιερωμένους κοινωνικούς θεσμούς.

3. [Σ.τ.Μ.]: Το Σύμφωνο TRIPS (Σύμφωνο για τα Δικαιώματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα του Εμπορίου) αποτελεί διεθνή σύμβαση μεταξύ των κρατών-μελών του ΠΟΕ, η οποία θέτει κάποιους κανόνες για τη ρύθμιση των διάφορων μορφών της πνευματικής ιδιοκτησίας από τα επιμέρους κράτη. O Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας αποτελεί υπηρεσία του ΟΗΕ και έχει παρόμοια λειτουργία.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Anderson, B., 1983, Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism, εκδόσεις Verso.

Anderson, P., 1974, Lineages of the Absolutist State, εκδόσεις New Left Books.

Apeldoorn, B. van, 2003, «The struggle over European order: Transnational class agency in the making of “embedded neoliberalism”», στο Brenner et al, State/Space: A Reader, σελ. 147-164, εκδόσεις Blackwell.

Beck, U., 1998, Politik der Globalisierung, εκδόσεις Suhrkamp.

Beck & Grande, 2005, Kosmopolitisches Europa. Gesellschaft und Politik in der Zweiten Moderne, εκδόσεις Suhrkamp.

Benz, A., 2001, Der Moderne Staat. Grundlagen der Politologischen Analyse, εκδόσεις Oldenbourg.

Bieler, A., 2005, «European integration and the transnational restructuring of social relations: The emergence of labour as a regional actor?», Journal of Common Market Studies, 43(3), σελ. 461-484.

Bieler, Bonefeld, Burnham & Morton, 2006, Global Restructuring. State, Capital and Labour: Contesting Gramscian Perspectives, εκδόσεις Palgrave Macmillan.

Bieler & Morton, 2003, «Globalisation, the state and class struggle: A “critical economy” engagement with open marxism», British Journal of Politics and International Relations 5(4), σελ. 467-499.

Block, F., 2001, «Using social theory to leap over historical contingencies: A comment on Robinson», Theory and Society 30(2), σελ. 215-221.

Braithwaite & Drahos, 2000, Global Business Regulation, εκδόσεις Cambridge University Press.

Brand & Görg, 2003, Postfordistische Naturverhältnisse, εκδόσεις Westfälisches Dampfboot.

Brand, Görg, Hirsch & Wissen, 2008, Conflicts in Environmental Regulation and the Internationalisation of the State: Contested Terrains, εκδόσεις Routledge.

Brand, Görg & Wissen, 2007, «Verdichtungen zweiter Ordnung. Die Internationalisierung des Staates aus einer neo-poulantzianischen Perspektive», PROKLA 147, σελ. 217-234.

Brenner, N., 2004, New State Spaces: Urban Governance and the Rescaling of Statehood, εκδόσεις Oxford University Press.

Brenner, R, 1985a, «Agrarian class structure and economic development in pre-industrial Europe», στο Aston & Philpin, The Brenner Debate: Agrarian Class Structure and Economic Development in Pre-Industrial Europe, σελ. 10-63, εκδόσεις Cambridge University Press.

Brenner, R., 1985b, «The agrarian roots of European capitalism», στο Aston & Philpin, ό.π., σελ. 213-327.

Buckel, S., 2007, Subjektivierung und Kohäsion: Zur Rekonstruktion einer materialistischen Theorie des Rechts, εκδόσεις Velbrück.

Buckel & Wissel, 2008, Volkssouveränität in Zeiten der Globalisierung, αδημοσίευτο χειρόγραφο.

Buckel, Kannankulam & Wissel, 2008, Staatsprojekt Europa? Zur Transnationalisierung der Migrationskontrollpolitiken, αδημοσίευτο χειρόγραφο.

Callinicos, A., 2007, «Does capitalism need the state system?», Cambridge Review of International Affairs 4, σελ. 533-549.

Cox, R., 1989, Production, Power and World Order: Social Forces in the Making of History, εκδόσεις Columbia University Press

Cox, R., 1993, «Gramsci, hegemony and international relations: An essay in method» στο Gill, Gramsci, Historical Materialism and International Relations, σελ. 49-66, εκδόσεις Cambridge University Press.

Cox, R., 1998, «Weltordnung und Hegemonie–Grundlagen der “Internationalen Politischen Ökonomie”», στο Forschungsgruppe Europäische Gemeinschaften, Studie No 11, Marburg.

Cutler, C. A., 2003, Private Power and Global Authority: Transnational Merchant Law in the Global Political Economy, εκδόσεις Cambridge University Press.

Czempiel, E. O., 2002, Neue Sicherheit in Europa: eine Kritik an Neorealismus und Realpolitik, εκδόσεις Campus.

Delaney & Leitner, 1997, «The political construction of scale», Political Geography 16, σελ. 93-97.

Demirovic & Pühl, 1997, «Identitätspolitik und die Transformation von Staatlichkeit: Geschlechterverhältnisse und Staat als komplexe materielle Relation», στο Kreisky & Sauer, Geschlechterverhältnisse im Kontext politischer Transformation, σελ. 220-240, PVS, Sonderheft 28. Opladen and Wiesbaden: Westdeutscher Verlag.

Gerstenberger, H, 1990, Die subjektlose Gewalt: Theorie der Entstehung bürgerlicher Staatsgewalt, εκδόσεις Westfälisches Dampfboot.

Gerstenberger, H., 2007a, «Fixierung und Entgrenzung. Theoretische Annäherungen an die politische Form des Kapitalismus», PROKLA 147, σελ. 173-197.

Gerstenberger, H., 2007b, Impersonal Power: History and Theory of the Bourgeois State, εκδόσεις Brill.

Grande, E., 2005, Complex Sovereignty: Reconstituting Political Authority in the Twenty-first Century, εκδόσεις Toronto University Press.

Grimm, D., 1987, Recht und Staat der bürgerlichen Gesellschaft, εκδόσεις Suhrkamp.

Günther & Randeria, 2001, «Recht, Kultur und Gesellschaft im Prozess der Globalisierung», στο Schriftenreihe der Werner-Reimers-Stiftung, No 4, Bad Homburg.

Held, D., 1991, «Democracy, the nation state, and the global system», στο Held, Political Theory Today, σελ. 227-235, εκδόσεις Polity Press.

Held, D., 1995, Democracy and the Global Order: From the Modern State to Cosmopolitan Governance, εκδόσεις Cambridge University Press.

Held & Koenig-Archibugi, 2005, Global Governance and Public Accountability, εκδόσεις Blackwell.

Hirsch, J., 1995, Der nationale Wettbewerbsstaat, εκδόσεις Edition IDArchiv.

Hirsch, J., 1998, Vom Sicherheitsstaat zum nationalen Wettbewerbsstaat, εκδόσεις IDVerlag.

Hirsch, J., 2003, Herrschaft, Hegemonie and politische Alternativen, εκδόσεις VSAVerlag.

Hirsch, J., 2005, Materialistische Staatstheorie: Transformationsprozesse des kapitalistischen Staatensystems, εκδόσεις VSA-Verlag.

Hirsch & Kannankulam, 2006, «Poulantzas und Formanalyse», στο Bretthauer et al, Poulantzas lesen, σελ. 65-81, εκδόσεις VSA.

Hirsch & Kannankulam, 2009, «Poulantzas and form analysis», στο Bretthauer et al, Reading Poulantzas, εκδόσεις Merlin.

Holloway, J., 1991, «The state in everyday struggle», στο Κλαρκ, The State Debate, σελ. 225-259, εκδόσεις Palgrave Macmillan.

Holloway & Picciotto, 1978, State and Capital: A Marxist Debate, εκδόσεις Edward Arnold.

Holloway & Picciotto, 1991, «Capital, crisis and the state», στο Κλαρκ, ό.π., 109-41.

Jackson & Penrose, 1993, Constructions of Race, Place and Nation, εκδόσεις UCL Press.

Jessop, B., 1982, The Capitalist State, εκδόσεις Martin Robertson.

Jessop, B., 1985, Nicos Poulantzas: Marxist Theory and Political Strategy, εκδόσεις St Martin’s Press.

Jessop, B., 1990, State Theory: Putting the Capitalist State in its Place, εκδόσεις Polity Press.

Jessop, B., 2002, The Future of the Capitalist State, εκδόσεις Polity Press.

Jessop, B., 2006, «Kapitalistischer Staatstyp und Autoritärer Etatismus», στο Bretthauer et al., Poulantzas lesen, σελ. 65-81, εκδόσεις VSA.

Jessop, B., 2008, State Power, εκδόσεις Polity Press.

Jessop, B., 2009, «Poulantzas’ State, Power, Socialism as a modern classic», στο Bretthauer et al, Reading Poulantzas, εκδόσεις Merlin.

Kannankulam, J., 2008, Autoritärer Etatismus im Neoliberalismus, εκδόσεις VSA.

Karakayali & Tsianos, 2003, «Knietief im Antira-Dispo oder Do you remember Capitalism?», στο Grundrisse 6 [πρόκειται για περιοδικό και όχι για το γνωστό βιβλίο του Μαρξ]. Το άρθρο μπορεί να βρεθεί στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://www.grundrisse.net/grundrisse06/6knietief.ht

Lipietz, A., 1992, «Vom Althusserismus zur “Theorie der Regulation”», στο Demirović et al, Hegemonie und Staat: Kapitalistische Regulation als Projekt und Prozess, σελ. 9-54), εκδόσεις Westfälisches Dampfboot.

Marston, S., 2000, «The social construction of scale», Progress in Human Geography 292, σελ. 535-540.

Maus, I., 1992, Zur Aufklärung der Demokratietheorie, εκδόσεις Suhrkamp.

Mearsheimer, J. J., 2001, The Tragedy of Great Power Politics, εκδόσεις Norton.

Meyer, L., 2005, «Arbeit und Eigentum in der Wissensgesellschaft. Überlegungen zum Verhältnis von Ökonomie und moderner Rechtsentwicklung», στο Kirchhoff et al, Gesellschaft als Verkehrung, σελ. 315-362, εκδόσεις Ca Ira.

Morton, A. D., 2007, «Disputing the geopolitics of the states system and global capitalism», Cambridge Review of International Affairs 4, σελ. 599-617.

Murray, R., 1971, «The internationalisation of capital and the nation state», New Left Review 67, σελ. 84-109.

Nowak, J., 2006, «Poulantzas, Geschlechterverhältnisse und die feministische Staatstheorie», στο Bretthauer et al, Poulantzas lesen, σελ. 137-153, εκδόσεις VSA.

Nowak, J., 2009, «Poulantzas, gender relations and feminist state theory», στο Bretthauer et al, Reading Poulantzas, εκδόσεις Merlin.

Pijl, K. Van Der, 1997, «Transnational class formation and state form», στο Gill & Mittelmann, Innovation and Transformation in International Studies, σελ. 115-137), εκδόσεις Cambridge University Press.

Randeria, S., 2006, «Rechtspluralismus und überlappende Souveränitäten: Globalisierung und der “listige Staat” in Indien», Soziale Welt 57, σελ. 229-258.

Reinhard, W., 2000, Geschichte der Staatsgewalt. Eine vergleichende Verfassungsgeschichte Europas von den Anfängen bis zur Gegenwart, εκδόσεις Beck.

Ritter, E. H., 1979, «Der kooperative Staat. Bemerkungen zum Verhältnis von Staat und Wirtschaft», Archiv des öffentlichen Rechtes 104, σελ. 389-413.

Robinson, W. I., 2001, «Social theory and globalization: The rise of a transnational state», Theory and Society 30(2), σελ. 157-200.

Robinson, W. I., 2004,  A Theory of Global Capitalism: Production, Class, and State in a Transnational World, εκδόσεις John Hopkins University Press.

Rosenberg, J., 2005, «Globalization theory: A post-mortem», International Politics 42(1), σελ. 2-74.

Scharpf, F. W., 1991, «Die Handlungsfähigkeit des Staates am Ende des zwanzigsten Jahrhunderts», Politische Vierteljahresschrift 32, σελ. 621-634.

Schoppengerd, S., 2007, «Die G7/G8-Gipfel in der internationalen politischen Ökonomie. Das Beispiel Währungs- und Finanzpolitik», PROKLA 147, σελ. 157-172.

Shaw, M., 2000, Theory of the Global State, εκδόσεις Cambridge University Press.

Smith, A. D., 1995, Nations and Nationalism in the Global Era, εκδόσεις Cambridge University Press.

Smith, N., 1984, Uneven Development, εκδόσεις Blackwell.

Spruyt, H., 1994, The Sovereign State and its Competitors, εκδόσεις Princeton University Press.

Spruyt, H., 2006, «Genealogy, territorial acquisition and the capitalist state», International Politics 43, σελ. 511-518.

Swyngedouw, E., 1997, «Neither global nor local: “Glocalisation” and the politics of scale», στο Cox, Spaces of Globalization: Reassessing the Power of the Local, εκδόσεις Guilford Press.

ten Brink, T., 2008, Geopolitik. Geschichte und Gegenwart kapitalistischer Staatenkonkurrenz, εκδόσεις Westfälisches Dampfboot.

Teschke, B., 2003, The Myth of 1648: Class, Geopolitics and the Making of Modern International Relations, εκδόσεις Verso.

Teschke, B., 2006, «Debating “The myth of 1648”: State formation, the interstate system and the emergence of capitalism in Europe – a rejoinder», International Politics 43, σελ. 531-573.

Teschke & Lacher, 2007, «The “changing logics” of capitalist competition», Cambridge Review of International Affairs 4, σελ. 565-580.

Waltz, K. N., 1979, Theory of International Politics, εκδόσεις Addison-Wesley.

Waltz, K. N., 2008, Realism and International Relations, εκδόσεις Routledge.

Wissel, J., 2007a, Die Transnationalisierung von Herrschaftsverhältnissen. Zur Aktualität von Nicos Poulantzas Staatstheorie, εκδόσεις Nomos.

Wissel, J., 2007b, «Die transnationale Regulation des Freihandels», PROKLA 147, σελ. 235-250.

Wissen & Naumann, 2008, «Uneven development», στο Krumbein et al, Kritische Regionalwissenschaft–Theorien und Konzepte im Überblick, σελ. 87-109, εκδόσεις Westfälisches Dampfboot.

Zürn, M., 1998, Regieren jenseits des Nationalstaats. Globalisierung und Denationalisierung als Chance, εκδόσεις Suhrkamp.

Βέμπερ, Μ., 1946, «Politics as a vocation», στο Gerth & Mills, From Max Weber: Essays in Sociology, σελ. 77-128, εκδόσεις Oxford University Press.

Γκράμσι, Α., 1971, Selections from the Prison Notebooks, εκδόσεις Lawrence and Wishart.

Κλαρκ, Σ., 1991, The State Debate, εκδόσεις Palgrave Macmillan.

Λένιν, Β. Ι., 1915, «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Sotsial-Demokrat 44, 23 Αυγούστου 1915. Το άρθρο μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://www.rizospastis.gr/story.do?id=5081954

Μαντέλ, Ε., 2016, Ο Ύστερος Καπιταλισμός, εκδόσεις Εργατική Πάλη.

Μαρξ & Ένγκελς, 1997, Η Γερμανική Ιδεολογία, εκδόσεις Gutenberg.

Μαρξ, Κ., 2002, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Μπαλιμπάρ & Βαλλερστάιν, 1991, Φυλή, Έθνος, Τάξη: Οι Διφορούμενες Ταυτότητες, εκδόσεις Ο Πολίτης.

Πουλαντζάς, Ν., 2006a, Φασισμός και Δικτατορία, εκδόσεις Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν., 2006b, Η Κρίση των Δικτατοριών, εκδόσεις Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν., 2008, Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, εκδόσεις Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Ν., 2009, «Η διεθνοποίηση των καπιταλιστικών σχέσεων και το έθνος-κράτος», στο Τζέιμς Μάρτιν, Νίκος Πουλαντζάς: Κείμενα – Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος, εκδόσεις Νήσος.

Τίλλυ, Τσ., 1975, The Formation of National States in Western Europe, εκδόσεις Princeton University Press.

Χάρβεϊ, Ντ., 1982, The Limits to Capital, εκδόσεις Blackwell.

Χάρβεϊ, Ντ., 2001, «Globalisation and the “spatial fix”», Geographische Revue 3(2), σελ. 23-30.

Χάρβεϊ, Ντ., 2006, Ο Νέος Ιμπεριαλισμός, εκδόσεις Καστανιώτης.

Χαρντ & Νέγκρι, 2002, Αυτοκρατορία, εκδόσεις Scripta.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s