Home

Το παρακάτω κείμενο του Werner Bonefeld αποτελεί το 7ο κεφάλαιο του βιβλίου του Critical Theory and the Critique of Political Economy, που κυκλοφόρησε το 2014. Στο κείμενο αυτό ο Bonefeld αναλύει τη σχέση του κράτους με την παγκόσμια αγορά, θεωρώντας το διεθνές σύστημα των κρατών ως τον τρόπο οργάνωσης της παγκόσμιας αγοράς, με τα έθνη-κράτη να αποτελούν κόμβους στην παγκόσμια ροή του κεφαλαίου. Έτσι, η παγκόσμια αγορά συμπυκνώνει τις διακριτές ιστορίες των επιμέρους αστικών κοινωνιών ανά την υφήλιο σε μία και μοναδική ιστορία του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Εισαγωγή

Η παγκόσμια αγορά αποτελεί την κατηγορηματική προσταγή του καπιταλιστικού πλούτου. Η αξιακή επικύρωση συνεπάγεται την επικύρωση της αξίας στην παγκόσμια αγορά. Η αφηρημένη εργασία της παραγωγής της αξίας, περιλαμβάνει οπότε την ομογενοποίηση του χρόνου ως την πραγματικότητα του κοινωνικά αναγκαίου αφηρημένου χρόνου στην παγκόσμια αγορά. Ο νόμος της αξίας εκμηδενίζει την απόσταση μέσω του χρόνου. Η κριτική διορατικότητα ότι στον καπιταλισμό τα κοινωνικά άτομα ελέγχονται από τα ίδια τους τα προϊόντα, επιβεβαιώνεται στην μορφή της παγκόσμιας αγοράς ως μια «αντικειμενική καταναγκαστική δύναμη» – Sachzwang Weltmarkt[1]. Ακόμη και σινικά τείχη γκρεμίζονται εν όψει του βαρύ πυροβολικού της τιμής στην παγκόσμια αγορά[2].

Στη σύγχρονη πολιτική οικονομία, η παγκόσμια αγορά συζητείται από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 υπό τον τίτλο της «παγκοσμιοποίησης». Σ’ αυτή τη συζήτηση, η παγκόσμια αγορά θεωρούνταν ως μια πρόσφατη εξέλιξη του καπιταλισμού. Έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η παγκόσμια οικονομία θεωρούταν ως ένα διακρατικό σύστημα το οποίο συμπεριλάμβανε διεθνείς εμπορικές σχέσεις κι ένα διεθνές σύστημα καταμερισμού της εργασίας, ο οποίος οργανωνόταν και υλοποιούνταν από τις δυνάμεις της ιμπεριαλιστικής ισχύος των ΗΠΑ, που οργάνωνε το διεθνές σύστημα της Δύσης κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της. Ως συνέπεια των, φαινομενικά σε εθνική βάση, νεοφιλελεύθερων στρατηγικών που σχετίζονταν με τον θατσερισμό και τον ρηγκανισμό, η μεταπολεμική πολιτική οικονομία υπέστη μια «κοσμοϊστορική μετατόπιση»[3] προς έναν φαινομενικά νέο καπιταλιστικό σχηματισμό που αντικατέστησε το παλιό κρατοκεντρικό σύστημα με τη «δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς» ως μια ανεξάρτητης δύναμης πέρα και πάνω από το διεθνές σύστημα των κρατών[4]. Στο νέο αυτό σχηματισμό, λέει ο Stephen Gill, η «εξουσία του κεφαλαίου αποκτά ηγεμονική υπόσταση»[5]. Από αυτή την οπτική της πολιτικής οικονομίας, η συζήτηση περί της εννοιολογίας και της δυναμικής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, της ειδικής καπιταλιστικής μορφής του πλούτου και της παραγωγής του, της κυκλοφορίας του και της αναπαραγωγής του, τίθεται στην άκρη για χάρη της συζήτησης σχετικά με τη σχέση μεταξύ δύο φαινομενικά διακριτών δομών της κοινωνικής οργάνωσης, δηλαδή, του κράτους και της οικονομίας. Το αιώνιο ερώτημα της ανάλυσης είναι οπότε το εάν το κράτος έχει μια σχετική αυτονομία επί της οικονομίας, συγκρατώντας την εξουσία του κεφαλαίου, ή εάν η οικονομία κατέχει εξουσία επί του κράτους, εδραιώνοντας έτσι την ηγεμονία του κεφαλαίου. Κράτος και οικονομία βλέπονται ως ανεξάρτητα δομικά πεδία που επιτυγχάνουν συγκεκριμένη υλικότητα ως συνέπεια των μετατοπίσεων και των αλλαγών στην ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων. Εντός του αναλυτικού αυτού πλαισίου, «η εξουσία του κράτους είναι η εξουσία των δυνάμεων που δρούν εντός και διά μέσου του κράτους»[6]. Εν τω μεταξύ, η κρίση του 2008 λέγεται να έχει επιτρέψει τη τόνωση του εθνικού κράτους στην αντιπαραθετική του σχέση με την οικονομία[7]. Ωστόσο, αυτή η τόνωση θεωρείται να φανερώνει τη συνεχιζόμενη ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων δυνάμεων καθώς οι χρηματοπιστωτικές ζημίες εθνικοποιούνται και τα έξοδα της διάσωσης [του χρηματοπιστωτισμού] κοινωνικοποιούνται μέσω μιας πολιτικής λιτότητας[8].

Στο κεφάλαιο αυτό ισχυρίζομαι ότι το έργο του Μαρξ συνεπάγεται μια κριτική της παγκόσμιας αγοράς σαν την κατηγορηματική προσταγή της καπιταλιστικής μορφής του πλούτου και της παραγωγής του. Ο χαρακτηρισμός του Robert Cox της παγκόσμιας οικονομίας ως ένα νεφέλωμα, εξυπηρετεί ως το σημείο αφετηρίας του ισχυρισμού μου αυτού[9]. Ο Cox ισχυρίστηκε ότι η ανταγωνιστική λογική του κεφαλαίου σε μια παγκόσμια κλίμακα συνεπάγεται την

καθυπόταξη της εγχώριας οικονομίας στις αντιληπτές ως επείγουσες ανάγκες μιας παγκόσμιας οικονομίας. Τα κράτη, θέλοντας και μη, γίνονται, ολοένα και αποτελεσματικότερα, υπόλογα σε ένα νεφέλωμα το οποίο προσωποποιείται στην παγκόσμια οικονομία· και αναγκάστηκαν να κρύψουν αυτή την εξωτερική τους λογοδοσία στα μάτια και τα αυτιά των κοινών τους μέσω του νέου λεξιλογίου της παγκοσμιοποίησης, της αλληλεξάρτησης και του ανταγωνισμού[10].

Ο Cox αντιλαμβάνεται τις παγκόσμιες εμπορικές, παραγωγικές και χρηματοπιστωτικές σχέσεις σαν να συγκροτούν μια παγκόσμια οικονομία, την οποία χαρακτηρίζει σαν κάτι αόρατο -ένα νεφέλωμα- προς το οποίο, υποστηρίζει, τα εθνικά κράτη είναι υπόλογα. Το κεφάλαιο αυτό διερευνά την ενδιαφέρουσα αυτή ιδεά του Cox της παγκόσμιας οικονομίας ως ένα νεφέλωμα σε τρία μέρη. Το πρώτο εισάγει τη θεώρηση του Μαρξ για την παγκόσμια αγορά και το δεύτερο διερευνά την κριτική του φετιχισμού του εμπορεύματος σαν μια κριτική της κοινωνίας της παγκόσμιας αγοράς του κεφαλαίου. Το τρίτο τμήμα εξετάζει τη σχέση μεταξύ της παγκόσμιας αγοράς και των κρίσεων. Στην κατακλείδα ισχυρίζομαι ότι η παγκόσμια αγορά δεν αποτελεί κάτι εξωτερικό του «εθνικού», και ότι το εθνικό κράτος συντηρείται μέσω της παγκόσμιας αγοράς. Στο κεφάλαιο αυτό ισχυρίζομαι ότι η καπιταλιστική κοινωνία είναι ουσιαστικά μια κοινωνία της παγκόσμιας αγοράς, και ότι το εθνικό κράτος αποτελεί την πολιτική μορφή αυτής της κοινωνίας.

Παγκόσμια αγορά και κοινωνία

Ο Μαρξ δεν έγραψε ποτέ τα βιβλία που σχεδίαζε σχετικά με το κράτος και την παγκόσμια αγορά. Μολαταύτα, μια γρήγορη ανάγνωση των γραπτών του και μια σύντομη ματιά στα διάφορα περιγράμματα του έργου του, αποκαλύπτουν ότι τόσο το κράτος όσο κι η παγκόσμια αγορά είναι πάντα παρόντα. Στο περίγραμμα του 1857, η παγκόσμια αγορά τίθεται ως το τελευταίο και καταληκτικό μέρος της διερεύνησής του, ερχόμενο ύστερα από τη διεθνή παραγωγική σχέση και τη «συνόψιση της αστικής κοινωνίας στην μορφή του κράτους»[11]. Περαιτέρω, η αναμενόμενη εξέταση των «κρίσεων» σχετίζεται με τη προβλεπόμενη μελέτη της παγκόσμιας αγοράς. Το θέμα, οπότε, είναι «η παγκόσμια αγορά και οι κρίσεις». Επιπλέον, σύμφωνα με το περίγραμμά του, η παγκόσμια αγορά είναι διακριτκή από τις διεθνείς παραγωγικές σχέσεις. Το περίγραμμά του προτείνει ότι οι καπιταλιστικές κρίσεις μπορούν να συλληφθούν επαρκώς μόνο στη διάσταση της παγκόσμιας αγοράς. Οι κεφαλαιακές σχέσεις, οπότε, δεν εξισώνονται με τις διεθνείς σχέσεις μεταξύ των κρατών. Αντ’ αυτού, το περίγραμμα υποδηλώνει ότι η παγκόσμια αγορά αποτελεί τον όρο του διεθνούς συστήματων των κρατών. Οι διεθνείς σχέσεις συντηρούνται εντός και διά μέσου της παγκόσμιας αγοράς. Η παγκόσμια αγορά συμπυκνώνει τις διακριτές κοινωνικές ιστορίες σε μία και μοναδική ιστορία της παγκόσμιας αγοράς. Η ιστορία της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι η ιστορία της παγκόσμιας αγοράς. Η παγκόσμια αγορά δεν σχηματίζει μόνο τη «βάση αυτού του τρόπου παραγωγής»[12]. Βρίσκεται επίσης «άμεσα στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου»[13].

Η αντίληψη της παγκόσμιας αγοράς σαν τη «βάση» των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων συνεπάγεται τη διάκρισή της από τις «διεθνείς σχέσεις» της οικονομικής αλληλεξάρτησης. Η καπιταλιστική παραγωγή είναι αδιανόητη χωρίς το εξωτερικό εμπόριο[14]. Αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι η «παγκόσμια αγορά» είναι όμορη του διεθνούς συστήματος των κρατών. Ωστόσο, οι «σχέσεις της βιομηχανίας και του εμπορίου εντός κάθε έθνους κυριαρχούνται από τη συναλλαγή τους με τα άλλα έθνη, και εξαρτώνται από σχέσεις με την παγκόσμια αγορά»[15]. Η παγκόσμια αγορά δεν είναι οπότε όμορη του αθροίσματος των πολλών εθνικών οικονομιών[16]. Αντ’ αυτού, περιλαμβάνει τις σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνικής αναπαραγωγής εντός, μεταξύ και πέρα των εθνικών συνόρων. Το εμπόριο κι η βιομηχανία εντός και μεταξύ των εθνικών συνόρων ανέρχονται, οπότε, σε εμπόριο και βιομηχανία στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς. Η παραγωγικότητα, οπότε, της «εγχώριας» εργασίας συγκροτείται εντός και διά μέσου των σχέσεων, στην παγκόσμια αγορά, της αυξανόμενης αξίας, του αυξανόμενου χρήματος, και σαν τέτοιου, του κεφαλαίου. Η τοπικότητα αποτελεί μια τοπικότητα της παγκόσμιας αγοράς. Είναι μέσω της παγκόσμιας αγοράς που η «εγχώρια» αξιοποίηση της κοινωνικής εργασίας επικυρώνεται και αντικρούεται, δηλαδή, είναι εντός και διά μέσου της παγκόσμιας αγοράς που η δαπανηθείσα εργασία λαμβάνει αξιακή επικύρωση ως μια δαπάνη κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Οπότε, «η περιπλοκή όλων των λαών στο δίχτυ της παγκόσμιας αγοράς και μαζί μ’ αυτό ο διεθνής χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος» συνεπάγεται ότι όποιος θέλει να μιλήσει για τον καταμερισμό της εργασίας πρέπει να μιλήσει για την παγκόσμια αγορά[17]. Ο εγχώριος καταμερισμός της εργασίας συνεπάγεται τον καταμερισμό της εργασίας στην παγκόσμια αγορά· ο πρώτος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τον δεύτερο.

Η έκθεση του Μαρξ για τον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας δεν αναπτύσσει την ιδέα του Ρικάρντο περί «συγκριτικών πλεονεκτημάτων»[18]. Ο Ρικάρντο επιδιώκει να παράσχει ένα επιχείρημα που να καθιστήσει την «περιπλοκότητα» των διεθνών παραγωγικών σχέσεων συνεκτική και ικανή να οργανωθεί ορθολογικά. Ο Μαρξ δεν εστιάζει στα διεθνή συγκριτικά πλεονεκτήματα ως τη βάση ενός συστήματος αμοιβαία επωφελών εμπορικών σχέσεων. Αντ’ αυτού, αναπτύσσει την εννοιολογία της αξίας. Η αξιακή επικύρωση είναι η επικύρωση περισσότερης αξίας, μετρημένη από το ποσοστό απόδοσης με την μορφή κέρδους. Το ποσοστό κέρδους επικρατεί ως το ποσοστό κέρδους της παγκόσμιας αγοράς. Παρομοίως, η παραγωγικότητα της εργασίας είναι η παραγωγικότητα της εργασίας στην παγκόσμια αγορά, η οποία εμφανίζεται με την μορφή της κίνησης των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Αυτό, οπότε, συνεπάγεται την εξαπόλυση του «βαρύ πυροβολικού» των φτηνότερων τιμών επί των εθνικών κρατών, στην περίπτωση που η αξιοποίηση της αξίας, δηλαδή η απόσπαση υπεραξίας υπό τη δικαιοδοσία τους, πέσει κάτω από το μέσο ποσοστού κέρδους της παγκόσμιας αγοράς, γεγονός το οποίο επιβεβαίωνει την ανάγκη για υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας ώστε να αντέξουν τις ανταγωνιστικές πιέσεις[19]. Το βαρύ αυτό πυροβολικό που απαιτεί την παράδοση επιπρόσθετων ατόμων χρόνου υπερεργασίας, γίνεται αισθητό μέσω πιέσων στις ισοτιμίες των συναλλαγμάτων, της συσσώρευσης ελλειμάτων ισοζυγίου πληρωμών και της εξάντλησης των εθνικών αποθεμάτων. Είναι μέσω της κίνησης του χρήματος ως κεφάλαιο που οι παγκόσμιοι όροι της συσσώρευσης πλήττουν τις «εθνικές οικονομίες», προσπαθώντας να επιβάλλουν «τη συμπίεση των μισθών και τον μετασχηματισμό των παραγωγικών δυνάμεων ώστε να επιβιώσουν»[20]. Το παγκόσμιο χρήμα δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο ανταλλαγής ή ένα μέσο πληρωμής· επικρατεί, ουσιαστικά, ως η μορφή της αξίας στην παγκόσμια αγορά. Δηλαδή, για να επιβεβαιωθεί το παγκόσμιο χρήμα ως κεφάλαιο, πρέπει να κατέχει την «απόκρυφη ιδιότητα να γεννάει αξία επειδή το ίδιο είναι αξία». Πρέπει να γεννάει «χρυσά αυγά», και το κάνει αυτό μειώνοντας τον αναγκαίο χρόνο εργασίας του εργάτη ως τον όρο για την αύξηση του χρόνου υπερεργασίας για την παραγωγή υπεραξίας[21]. Δηλαδή, η «καθημερινή πάλη επί της παραγωγής και της ιδιοποίησης της υπεραξίας σε κάθε μεμονωμένο χώρο εργασίας» εκδηλώνεται στην μορφή της παγκόσμιας αγοράς ως ανταγωνιστικότητα των τιμών, (από)επένδυση και (μη-)απασχόληση[22].

Η συνθήκη στην οποία βρίσκεται η εξίσωση του ποσοστού κέρδους σαν μια εξίσωση αυτού στην παγκόσμια αγορά, μετασχηματίζει τις φαινομενικά τοπικές συνθήκες σε συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς. Η επικύρωση της «εθνικής βιομηχανίας», της «εθνικής απασχόλησης» και του «εθνικού πλούτου» ανήκει στην παγκόσμια αγορά. Όποιος κι αν ήταν ο ειδικός συγκεκριμένος χαρακτήρας της και απ’ όπου κι αν προέρχεται, η κοινωνική εργασία είναι παραγωγική καπιταλιστικού πλούτου μόνο υπό την προϋπόθεση ότι δεν παράγει μόνο αξία, αλλά, ουσιαστικά, υπεραξία με την μορφή του κέρδους σε παγκόσμια κλίμακα[23]. Εντός αυτού του πλαισίου, το «παγκόσμιο εμπόριο» οδηγείται αποκλειστικά από την εκπλήρωση των «αναγκών», δηλαδή, την ανάγκη της «φαινομενικά υπερβατικής δύναμης του χρήματος» να προσθέσει αξία στον εαυτό του[24]. Η αστική κοινωνία κυβερνάται από το νόμο της διαρκής διεύρυνσης του αφηρημένου πλούτου, του χρήματος που κηνυγάει περισσότερο χρήμα. Για να επιβεβαιωθεί το χρήμα ως κεφάλαιο, πρέπει να επιφέρει περισσότερο χρήμα, και επιφέρει περισσότερο χρήμα αξιοποιώντας τη διάρκεια της ζωής του εργάτη ως έναν ανθρώπινο πόρο ουσιαστικά χρόνου υπερεργασίας. Το χρήμα είναι η «γενική μορφή της αστικής εργασίας»[25]. Υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα κι επιβάλλεται επί εδαφικοποιημένων εργασιακών σχέσεων ως η δύναμη του αφηρημένου πλούτου, απαιτώντας μεγαλύτερη παραγωγικότητα της εργασίας ως μέσο για την αποτροπή της ανταγωνιστικής διάβρωσης. Η «φτήνια των παροχών» αποτελεί μια αναγκαιότητα του παγκόσμιου πλούτου[26].

Από και για τον εαυτό του, το εμπόρευμα οπότε υπάρχει πέρα από κάθε θρησκευτικό, πολιτικό, εθνικό και γλωσσικό φράγμα. Μιλάει τη γλώσσα του «κέρδους», και η κοινότητά του είναι η κοινότητα του αφηρημένου πλούτου, και το κοινό του συμφέρον περιλαμβάνει την προοδευτική συσσώρευση κεφαλαίου για χάρη του. Έτσι, το κεφάλαιο, είτε στην μορφή του εμπορευματικού κεφαλαίου, του χρηματικού κεφαλαίου ή του παραγωγικού κεφαλαίου, δεν έχει ούτε εθνικό χαρακτήρα ούτε πατριωτικούς δεσμούς. Ο πατριωτισμός του είναι το χρήμα, δηλαδή, «τα ιδιωτικά συμφέροντα κάθε έθνους το χωρίζουν σε τόσα έθνη όσα και τα ενήλικα άτομα που διαθέτει»[27]. Οπότε, ο όρος «αστική κοινωνία» δεν σημαίνει, και ποτέ δεν σήμαινε, μια «εθνική» κοινωνία. Ο επιθετικός προσδιορισμός «εθνική» υποδηλώνει κάποιου είδους ομοιογένεια συμφερόντων και κοινών αξιών, τα οποία επικαλλούνται προσεκτικά από την αλληγορία του «εθνικού πλοίου» στην οποία αναφέρεται ο Robert Reich στην προσπάθειά του να προσδιορίσει τη συνοχή και την ισότητα των εθνικών κοινωνιών πριν την επέλαση της παγκοσμιοποίησης. Απ’ αυτή την άποψη, η παγκοσμιοποίηση εξώθησε στη διάλυση του «εθνικού πλοίου», οδηγώντας, όπως ισχυρίζεται ο Joachim Hirsch, σε μια κοινωνία «ολοένα και περισσότερο κατετμημένη σε κοινωνικοοικονομικές γραμμές»[28]. Αντιθέτως, ο όρος «αστική κοινωνία» σημαίνει, από την ίδρυσή της, όχι μόνο μια ταξικά διαιρεμένη κοινωνία, αλλά επίσης την παγκόσμια μασονία του κεφαλαίου. Ακριβώς όπως το χρήμα, η γενική ανταλλαγή, υφίστανται σαν παγκόσμιο χρήμα, σαν παγκόσμια ανταλλαγή, έτσι και ο εμπορευματοκάτοχος, ο αστός, είναι κοσμοπολίτης[29]. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, η ζωή της αστικής τάξης απεικονίζεται με τους όρους της παγκόσμιας ύπαρξης του κεφαλαίου: οι παλιές βιομηχανίες καταστρέφονται κι αντικαθίστανται από τις νέες βιομηχανίες, η εμφάνιση των οποίων αποτελεί ζήτημα επιβίωσης εντός του παγκόσμιου συστήματος της παραγωγής και του καταμερισμού της εργασίας, «διαμορφώνοντας κοσμοπολιτικά την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών»[30]. Η έννοια, οπότε, της «εθνικής οικονομίας» δεν βγάζει και πολύ νόημα· αποτελεί μια οπισθοδρομική αντίληψη η οποία προσφέρεται, στην καλύτερη, σε ιδέες εθνικών αναπτυξιακών μεθόδων που σχετίζονται με τη θεωρία και την πρακτική του οικονομικού εθνικισμού[31] ή, στη χειρότερη, όπως εκθέτω και στο 9ο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου, σε αντιδραστικές ιδέες και πρακτικές εθνικισμού οι οποίες, σε αντίδραση προς τις διαταραχές της παγκόσμιας αγοράς, επιβάλλουν την οπισθοδρομική ισότητα της φαντασιακής εθνικής κοινότητας ως την κραυγή συσπείρωσης ενάντια στον εξωτερικό εχθρό που βρίσκεται εντός της. Φυσικά, ο προστατευτισμός παραμένει ένα πολύ ισχυρό εργαλείο για την προστασία μιας «εθνικής οικονομίας». Ωστόσο, η εθνική οικονομία ούτε είναι ανεξάρτητη από την παγκόσμια αγορά ούτε υπάρχει απλώς σε σχέση με την παγκόσμια αγορά. Αντ’ αυτού, η εθνική οικονομία υπάρχει εντός και διά μέσου της παγκόσμιας αγοράς. Ο προστατευτισμός, οπότε, ανέρχεται σε ένα «μέτρο άμυνας μέσα στην ελευθερία του εμπορίου»[32].

Σε αντίθεση με όσα εκφέρονται στο ντιμπέιτ για την παγκοσμιοποίηση, το κεφάλαιο δεν αποτελεί μια κάποια εγχώρια οικονομική δύναμη η οποία ανταποκρίθηκε στους εθνικούς περιορισμούς «παγκοσμιοποιώντας» τον εαυτό της. Αντ’ αυτού, «η παγκόσμια αγορά, ο διεθνής καπιταλισμός, το παγκόσμιο σύστημα των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύχθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία», αναδύθηκε ταυτόχρονα με το εθνικό κράτος[33]. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οπότε, «το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης του κράτους δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνο της ολοκλήρωσης του διεθνούς συστήματος των κρατών»[34]. Αυτό το «σύστημα» των διακρατικών σχέσεων έχει θεμελιωθεί στη «[δ]ιεθνή σχέση παραγωγής. Τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Τη διεθνή ανταλλαγή. Την εξαγωγή και εισαγωγή. Τη τιμή συναλλάγματος»[35]. Περαιτέρω, από την ίδρυσή του, το διακρατικό αυτό σύστημα έχει ενσωματωθεί εντός του «παγκόσμιου πλαισίου της παραγωγής και της ανταλλαγής, στο οποίο το κεφάλαιο βρίσκεται κατά τη διαδικασία της συγκρότησής του σαν ιστορικό πραγματικό παγκόσμιο κεφάλαιο». Με άλλα λόγια, η «παγκόσμια αγορά είναι ενσωματωμένη στην εθνική οικονομία»[36]. Η παγκόσμια αγορά, οπότε, δεν αποτελεί το άθροισμα των διακριτών εθνικών οικονομιών ή εθνικών καπιταλισμών. Αντ’ αυτού, η παγκόσμια αγορά αποτελεί την προϋπόθεση και τη συνθήκη της καπιταλιστικής μορφής του πλούτου, και της παραγωγής του. Η εννοιολογία της κυριαρχεί εντός και διά μέσου των εθνικών κρατών που σχηματίζουν το διεθνές σύστημα των κρατών, το οποίο περιλαμβάνει τις σχέσεις του πολιτικού ανταγωνισμού και της αμοιβαίας εξάρτησης, της αντιπαλότητας και της εξάρτησης, της εθνικής επιβεβαίωσης και της ιμπεριαλιστικής ισχύος, του πολέμου και του εμπορίου. Η έννοια του εθνικού κράτους συνεπάγεται τις διεθνείς σχέσεις, και οι διεθνείς σχέσεις αυτές θεμελιώνονται στις σχέσεις της τιμής και του κέρδους στην παγκόσμια αγορά. Δηλαδή, η παγκόσμια ροή του κεφαλαίου κυριαρχεί επί, και επίσης εντός και διά μέσου, του εθνικού κράτους και των διεθνών συστημάτων των κρατών, και αντίστροφα, το εθνικό κράτος και τα διεθνή συστήματα των κρατών εκδηλώνονται ως το κομβικά σημεία της παγκόσμιας ροής του κεφαλαίου[37].

Παγκόσμια αγορά και φετιχισμός

Έχω ισχυριστεί ότι η κοινωνική εργασία εκδηλώνεται στην ανταλλαγή ως αφηρημένη εργασία με την μορφή του χρήματος. Η ανθρώπινη συνεργασία συντηρείται με την μορφή μιας χρηματικής σχέσης που εδραιώνει και διαρρηγνύει τη «συνάρτηση του ατόμου με όλους» στη βάση μιας διαρκούς προσπάθειας για την επίτευξη ενός μεγαλύτερου κοινωνικού πλούτου με την μορφή της αξίας[38]. Η παγκόσμια αγορά αποτελεί την πιο ανεπτυγμένη μορφή αυτής της αφηρημένης συνάρτησης. Δεν συμπεριλαμβάνει οπότε μόνο «τη δραστηριότητα του κάθε ατόμου», αλλά και την «ανεξαρτησία αυτής της συνάρτησης από τα ίδια τα άτομα». Η έννοια του κεφαλαίου συνεπάγεται, οπότε, όχι μόνο την απόλυτη ανεξαρτησία των ατόμων αναμεταξύ τους, αλλά επίσης την απόλυτή τους εξάρτηση στις φαινομενικά απρόσωπες σχέσεις της παγκόσμιας αγοράς. Έτσι, η ανεξαρτησία του ατόμου αποτελεί μια «αυταπάτη και θα έπρεπε πιο σωστά να λέγεται αδιαφορία – με την έννοια της έλλειψης ενδιαφέροντος». Η ανεξαρτησία τους είναι εκείνη των εξατομικευμένων παραγόντων της αγοράς οι οποίοι είναι «ελεύθεροι να συγκρούονται μεταξύ τους και να ανταλλάζουν μέσα σε αυτή την ελευθερία»· και η αδιαφορία του ενός για τον άλλον αποτελεί έναν από τους ανθρώπινους συντελεστές της παραγωγής στον βαθμό που η συνεχή τους ικανότητα να πωλούν την εργασιακή τους δύναμη για έναν μισθό εξαρτάται στην επικερδή πραγματοποίηση του χρόνου υπερεργασίας τους με την μορφή του κέρδους στις αγορές του κόσμου[39]. Η εξάρτηση του εργάτη στη διαρκή απασχόληση, η οποία αποτελεί τον όρο της διαρκούς του πρόσβασης στα μέσα συντήρησης, αποτελεί ένα ζήτημα του επικερδούς ξοδέματος της εργασίας του σε ανταγωνισμό με τους υπόλοιπους παραγωγούς υπεραξίας σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό, οπότε, αποτελεί το αόρατο νήμα με το οποίο το κοινωνικό άτομο διαπλέκεται στην παγκόσμια αγορά, αυτή είναι η πραγματική αφαίρεση της καπιταλιστικής κοινωνίας που επιβεβαιώνεται πίσω από τις πλάτες εκείνων των ίδιων των κοινωνικών ατόμων τα οποία την παράγουν και τη συντηρούν με τα ίδια τους τα χέρια.

Οι απρόσωπες σχέσεις της εξάρτησης στην παγκόσμια αγορά εμφανίζονται ως μια «αυτόφυτη συνάρτηση -υλική και πνευματική ανταλλαγή της ύλης- που είναι ανεξάρτητη από τη γνώση και θέληση των ατόμων και προϋποθέτει ακριβώς την αμοιβαία τους ανεξαρτησία και αδιαφορία»[40]. Η επικύρωση της αξίας με την μορφή του χρήματος συγκροτείται στη φαινομενική «ανεξαρτοποίηση της παγκόσμιας αγοράς» ως η «αντικειμενική καταναγκαστική δύναμη» των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Τα «άτομα κυριαρχούνται τώρα από αφαιρέσεις», και οι αφαιρέσεις αυτές συντηρούνται με την μορφή των όρων της παγκόσμιας αγοράς που «είναι ανεξάρτητοι από άτομα και εμφανίζονται, αν και δημιουργημένοι από την κοινωνία, σαν να ήταν φυσικοί όροι, δηλαδή ανεξέλεγκτοι από τα άτομα». Υπάρχει οπότε μια διαρκής πίεση για τη διασφάλιση της αξιακής επικύρωσης της δεσμευμένης εργασίας, και εν τούτοις η πίεση αυτή «σχετίζεται προς τους όρους που επεξεργάστηκε». Είναι οπότε «ανόητο να θεωρεί κανείς την αποκλειστικά εμπράγματη αυτή συνάρτηση σαν την μόνη φυσική, σαν αδιαχώριστη από τη φύση των ατόμων […] και ενύπαρκτη σε αυτή. Είναι προϊόν αυτών των ατόμων. Είναι ιστορικό προϊόν»[41]. Οπότε, το να αντιληφθούμε την παγκόσμια αγορά ως μια αντικειμενική δύναμη που επιβάλλει στα άτομα να προσαρμοστούν στην κίνησή της, είναι εξίσου διορατικό των υπάρχοντων συνθηκών αλλά και αποπροσανατολιστικό. Ο συγκροτηθέντας κόσμος είναι πράγματι εχθρικός προς τα άτομα. Ωστόσο, το να αντιληφθούμε την παγκόσμια αγορά απλώς σαν μια «αντικειμενική καταναγκαστική δύναμη», σαν έναν Sachzwang [περιορισμό], σημαίνει να εξάγουμε την ανθρώπινη κοινωνική πρακτική από τις υποτιθέμενες κοινωνικές δομές, η κοινωνική συγκρότηση των οποίων παραμένει μυστήριο – ένα νεφέλωμα. Δηλαδή, ο κόσμος των αόρατων αρχών [principles] επιστρέφει στον Άνθρωπο εκείνο που ο Άνθρωπος τους έχει αποδώσει[42].

Από μόνη της, η κατανόηση της παγκόσμιας αγοράς ως μια αντικειμενική καταναγκαστική δύναμη, μάλλον αποκρύπτει αντί να αποκαλύπτει την κοινωνική της συγκρότηση. Δεν περιλαμβάνει την «ανθρώπινη φυσική δύναμη»[43]. Αυτή η δύναμη είναι η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου. «Η εργασία δημιουργεί αξία»[44] και «τα ειδικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των ατομικών εργασιών φανερώνοται μονάχα μέσα στα πλαίσια της ανταλλαγής»[45]. Το κεφάλαιο, όπως τονίζει ο Μαρξ, «ύστερα μόνο, αφού έχει προϋποτεθεί ήδη σαν κεφάλαιο -φαύλος κύκλος- εμφανίζεται σαν προσταγή πάνω σε ξένη εργασία»[46]. Το κεφάλαιο εμφανίζεται μόνο αργότερα, επειδή είναι μέσω της ανταλλαγής που επικυρώνεται η συγκεκριμένη εργασία· επιτυγχάνει την αξιακή επικύρωση ως την αφηρημένη εργασία του κοινωνικού αναγκαίου χρόνου εργασίας. Το κεφάλαιο δεν ούτε ένα οικονομικό αντικείμενο, ούτε μπορεί να ταυτοποιηθεί με μεμονωμένες εταιρείες που αναπαριστούν τη τάδη ή τη δείνα φραξιά του κεφαλαίου, ούτε προκύπτει από τις επιθυμίες των καπιταλιστών, όσο πολυεθνικοί ή ισχυροί κι αν είναι. Το κεφάλαιο αποτελεί «μια ορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση». Η έννοια του περιέχει την προϋπόθεσή του στην κοινωνική εργασία σαν την εξαφανισμένη προϋπόθεση της συγκροτημένης του οικονομικής ταυτότητας. Κάθε κεφάλαιο είναι οπότε το κεφάλαιο, και το κεφάλαιο αποτελεί μια «μια μηχανή που αντλεί διαρκώς υπερεργασία»[47]. Η αξία αποτελεί προϊόν της ζωντανής εργασίας και η ζωντανή εργασία εξαφανίζεται στην μορφή του «χρηματικού υποκειμένου». Αυτό το υποκείμενο αφαιρεί την «αυτόφυτη βάση κάθε βιομηχανίας» και μεταθέτει τους «παραγωγικούς της όρους έξω απ’ αυτή την ίδια, σε μια γενική συνάρτηση» ανταλλαγής. Δηλαδή, η «[γ]ενική βάση όλων των βιομηχανιών γίνεται η ίδια η γενική ανταλλαγή, η παγκόσμια αγορά, και άρα το σύνολο των δραστηριοτήτων […] που την αποτελούν». Η αξιακή επικύρωση της δαπανηθείσας εργασίας αποτελεί επικύρωση στην παγκόσμια αγορά. Δηλαδή, η απαξίωση, ρευστοποίηση ή πραγματοποίηση της αξίας αποτελεί μια πραγματικότητα της παγκόσμιας αγοράς. Αυτό, οπότε, καθιερώνει έναν «φαύλο κύκλο» «προσταγής» πάνω σε ζωντανή εργασία που θεμελιώνεται στην πρακτική κατανόηση ότι η απόσπαση επιπρόσθετων ατομών του χρόνου υπερεργασίας δεν αποτελεί μόνο τη βάση «των στοιχείων του κέρδους» αλλά επίσης τη διαφορά μεταξύ της απαξίωσης και της πραγματοποίησης της αξίας, της χρεωκοπίας και της οικονομικής επιτυχίας, της περιττής εργασίας και της απασχόλησης της εργασίας[48].

Για χάρη της επίτευξης της αξιακής επικύρωσης, η εργασία πρέπει να εμφανιστεί με την μορφή της αξίας. Η αξία γίνεται ορατή με την μορφή του χρήματος, και σε αυτή την εμφάνιση η αξιοποιός εργασία «εξαφανίζεται»[49]. Η εκμετάλλευση δεν είναι ορατή με την μορφή της ανταλλαγής ισοδύναμων. Η ανταλλαγή παίρνει την μορφή μιας σχέσης μεταξύ κερμάτων, στην οποία το είδος του νομίσματος εξαφανίζεται, και μέσω της οποίας σχέσης, για παράδειγμα, η κατάσταση ότι «[π]ολλά κεφάλαια, που εμφανίζονται σήμερα στις ΗΠΑ χωρίς πιστοποιητικό γέννησης, είναι αίμα παιδιών που μόλις χτες είχε κεφαλαιοποιηθεί στην Αγγλία» εμφανίζεται οπότε ως περισσότερο χρήμα, περισσότερο εμπόριο, μεγαλύτερος εθνικός πλούτος, περισσότερος πολιτισμός, κλπ. Εμφανίζεται, εν ολίγοις, ως οικονομική ανάπτυξη[50]. Η εξαφάνιση της εργασίας και η εμφάνιση του χρήματος ως αυτοαξιοποιούμενη αξία (Χ-Χ’) αποτελούν τις δύο πλευρές της ίδιας διαδικασίας που επικυρώνει την κοινωνική εργασία μετατρέποντάς τη «σε κοινωνικό ιερογλυφικό». Αυτή η μετατροπή είναι μια μετατροπή στην παγκόσμια αγορά. «Μόνο στην παγκόσμια αγορά λειτουργεί το χρήμα σ’ όλη την έκταση σαν […] άμεση κοινωνική μορφή πραγματοποίησης της ανθρώπινης εργασίας in abstracto [στην αφαίρεσή της]»[51]. Η αξία αποτελεί μια κοινωνική σχέση μεταξύ ανθρώπων η οποία εμφανίζεται με την μορφή αντικειμένων. Ως τέτοια, η κίνησή της εκδηλώνεται ως ένα «αυτόματο» υποκείμενο το οποίο δρα «με τη δύναμη στοιχειακού φυσικού προτσές»[52]. Η κίνησή της στην παγκόσμια αγορά είναι επαρκής για την έννοια της – ταυτοποιεί τον χώρο σαν μια κατηγορία του χρόνου της αξίας, και οπότε επιβάλλεται ουσιαστικά σαν μια καταναγκαστική δύναμη «απλήρωτου χρόνου εργασίας»[53].

Συμπερασματικά, η παγκόσμια αγορά δεν αποτελεί απλώς την χωρικά μεγαλύτερη επέκταση της καπιταλιστικής κοινωνίας αλλά, επίσης, και το σημαντικότερο, αποτελεί την κατηγορηματική προσταγή του καπιταλιστικού πλούτου. Περιλαμβάνει το «σύνολο των δραστηριοτήτων, συναλλαγών, αναγκών κλπ που την αποτελούν»[54]. Η κατηγορία της παγκόσμιας αγοράς δεν είναι, οπότε, μια κατηγορία ανάμεσα σε άλλες. Αποτελεί «και προϋπόθεση και αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παραγωγής»[55]. Αποτελεί, οπότε, το αποτέλεσμα «όπου η παραγωγή έχει τοποθετηθεί σαν ολότητα όπως και καθένα από τα συνθετικά της στοιχεία· όπου όμως ταυτόχρονα έρχονται στο προσκήνιο όλες οι αντιφάσεις. Όμοια, η παγκόσμια αγορά αποτελεί τότε πάλι την προϋπόθεση του όλου και τον φορέα του»[56]. Φανερώνει το υπόστρωμα ενός αναποδογυρισμένου κόσμου στον οποίο ο Κύριος Κεφάλαιο και η Κυρία Γη οργιάζουν για χάρη όχι απλώς του κέρδους αλλά, ουσιαστικά, για περισσότερο κέρδος, συσσωρεύοντας ακούραστα την υπεραξία που έχουν αποσπάσει, για χάρη της προοδευτικής συσσώρευσης. Το ρίσκο είναι η πτώχευση και η αιματοχυσία.

Παγκόσμια αγορά και κρίσεις

Κάθε μεμονωμένος καπιταλιστής «έχει μπροστά του πάντα την παγκόσμα αγορά, συγκρίνει και είναι υποχρεωμένος πάντα να συγκρίνει τις δικές του τιμές κόστους με τις τιμές της αγοράς όχι μονάχα της πατρίδας του, αλλά όλου του κόσμου»[57]. Αυτή η συνεχής σύγκριση και συνεχής αναζήτηση για «φτηνότερα», αποτελεσματικότερα μέσα αξιοποίησης της αξίας είναι εγγενώς κρισιακή. Η καπιταλιστική κρίση δεν είναι κάτι το παράδοξο, όσο επίπονες κι αν είναι οι επιπτώσεις της για τους πωλητές της εργασιακής δύναμης. Η κρίση αποτελεί μια αναγκαία μορφή της καπιταλιστικής κοινωνικής αναπαραγωγής. Ανήκει στην εννοιολογία της και κυριαρχεί στην πραγματικότητά της. Υπό την απειλή της καταστροφής, ο κάθε μεμονωμένος καπιταλιστής πρέπει διαρκώς να διευρύνει «το κεφάλαιό του για να το διατηρεί, και μόνο με προοδευτική συσσώρευση μπορεί να το αυξάνει»[58]. Έτσι, ο κάθε μεμονωμένος καπιταλιστής ωθείτε να δράσει για να διατηρήσει τη σύνδεσή του με τον αφηρημένο πλούτο μέσω μεγαλύτερης απόσπασης υπεραξίας, υπό την απειλή της αποφυγής της ανταγωνιστικής διάβρωσης και ρευστοποίησης των υπάρχοντων αξιών. Ο κάθε μεμονωμένος καπιταλιστής είναι, οπότε, υποχρεωμένος να συμπιέσει την αναγκαία εργασία ώστε να αυξήσει τον χρόνο υπερεργασίας της παραγωγής υπεραξίας μέσω του πολλαπλασιασμού της παραγωγικής δύναμης της εργασίας. Η μείωση των τιμών των προϊόντων της εργασίας πηγαίνει, οπότε, χέρι-χέρι με την προοδευτική συσσώρευση του κεφαλαίου. Μια κρίση της καπιταλιστικής αναπαραγωγής δεν είναι απλώς μια κρίση υπερπαραγωγής ή υποκατανάλωσης. Ουσιαστικά, εκφράζει μια υπερσυσσώρευση αφηρημένου πλούτου που αποτυγχάνει να διατηρήσει την αξιακή επικύρωση του χρήματος σαν περισσότερο χρήμα, οδηγώντας σε κάμψη τον ρυθμό της συσσώρευσης, ή στη γλώσσα της οικονομικής θεωρίας, τον ρυθμό της οικονομικής ανάπτυξης.

Η επίμονη προσπάθεια για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, οδηγεί σε μια σχετική μείωση της ζωντανής εργασίας σε σχέση με τα μέσα παραγωγής, τα οποία συγκεντρώνουν αυξανόμενες δαπάνες του κεφαλαίου. Έτσι, λιγότερη ζωντανή εργασία παράγει μια μεγαλύτερη ποσότητα υλικού πλούτου, με την μορφή των αξιών χρήσης, εντός ενός δοσμένου χρόνου. Την ίδια στιγμή, καθώς η συσσώρευση κεφαλαίου σταδιακά διευρύνεται, η αξία ενός εμπορεύματος μειώνεται καθώς μειώνεται ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή του[59]. Η κρίση, οπότε, εκφράζει την «αντίφαση μεταξύ της καπιταλιστικής τάσης για ανάπτυξη των δυνάμεων της παραγωγής χωρίς όρια, και της ανάγκης περιορισμού της συσσώρευσης εντός των ορίων των κοινωνικών σχέσεων της παραγωγής»[60]. Υπάρχει, οπότε, μια αύξηση του υλικού πλούτου με την μορφή αξιών χρήσης, η καθεμία από τις οποίες αναπαριστά μια μειούμενη αποθήκη αξίας στην ανταλλαγή. Δηλαδή, έχει συσσωρευτεί υπερβολικά πολύ «κεφάλαιο», καθώς ο κάθε καπιταλιστής προσπαθεί να διατηρήσει το κεφάλαιο προσωποποιημένο πιέζοντας τους παραγωγούς της υπεραξίας προς μια μεγαλύτερη παραγωγική προσπάθεια, στρέφοντας τα πραγματωμένα κέρδη πίσω στην παραγωγή για την απόσπαση υπεραξίας σε μια διευρυνόμενη κλίμακα, σε μια προσπάθεια να επιβιώσει στις ανταγωνιστικές πιέσεις. Ο κάθε μεμονωμένος καπιταλιστής προσπαθεί να αποτρέψει την απαξίωση αποσπώντας περισσότερη υπεραξία, προσπαθώντας ο καθένας τους να πραγματώσει τα προϊόντα της εργασίας ως αξιακά επικυρωμένη δαπάνη κοινωνικής εργασίας, και προσπαθεί να το επιτύχει αυτό εν όψει μειούμενων ποσοστών κερδοφορίας καθώς η απόσπαση υπεραξίας ακριβαίνει με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας[61]. Η σημασία της πτώσης του ποσοστού κέρδους είναι ότι μειώνει τον ρυθμό της συσσώρευσης. Δηλαδή, πραγματοποιείται λιγότερη υπεραξία στην ανταλλαγή σε σχέση με τις αναπαραγωγικές απαιτήσεις της προοδευτικής συσσώρευσης, και το κεφάλαιο πρέπει να συσσωρεύσει ώστε να διαφυλάξεις της υπάρχουσες αξίες από τη διάβρωση του ανταγωνισμού.

Η καπιταλιστική κοινωνία αποτελεί μια «ζωντανή αντίφαση»[62]. Παρότι η ζωντανή εργασία εξαφανίζεται με την μορφή του χρήματος σαν περισσότερο χρήμα (Χ-Χ’), «παραμένει η προϋπόθεση» του συνολικού συστήματος του καπιταλιστικού πλούτου. Με άλλα λόγια, η επικύρωση του καπιταλιστικού πλούτου εκφράζεται με την μορφή του χρήματος, και το χρήμα αποτελεί κεφάλαιο μόνο ως εκδήλωση δημιουργηθείσας απλήρωτης εργασίας με την μορφή του κέρδους. Οπότε, το προσωποποιημένο κεφάλαιο

επιβάλλει στους εργάτες υπερεργασία, πέρα από την αναγκαία εργασία. Μόνο μ’ αυτό τον τρόπο αξιοποιείται και δημιουργεί υπεραξία. Από την άλλη όμως μεριά, δημιουργεί την αναγκαία εργασία μονάχα σε περίπτωση και στον βαθμό που αυτή αποτελεί υπερεργασία και μπορεί να πραγματοποιηθεί σαν υπεραξία. Τοποθέτει λοιπόν την υπερεργασία σαν όρο για την αναγκαία εργασία, και την υπεραξία σαν όριο της αντικειμενοποιημένης εργασίας, της αξίας γενικά. Μόλις πάψει να μπορεί να δημιουργεί υπερεργασία παύει να δημιουργεί αναγκαία εργασία· και πάνω στη δική του βάση μονάχα αυτό μπορεί να τη δημιουργήσει.

Η προσπάθεια για την απομάκρυνσης της απειλής της χρεωκοπίας αναγκάζει τον καπιταλιστή, αυτή την προσωποποιημένη ύπαρξη του κεφαλαίου, «να κάνει την ανθρώπινη εργασία (σχετικά) περιττή, όσο και να την παρατείνει στο άπειρο»[63]. Το κεφάλαιο, τότε, υπάρχει σε αντίθεση με την αναγκαία εργασία και, την ίδια στιγμή, υπάρχει μόνο εντός και διά μέσου της επιβολής της αναγκαίας εργασίας, την οποία πρέπει να προϋποθέσει για χάρη της υπερεργασίας. Υπό την απειλή της καταστροφής, πρέπει να αποσπάσει υπεραξία μειώνοντας την αναγκαία εργασία της κοινωνικής αναπαραγωγής, όμως και πάλι δεν μπορεί να συσσωρεύσει υπεραξία χωρίς να προϋποθέσει αναγκαία εργασία. Η καπιταλιστική αναπαραγωγή συνεπάγεται κρίση όχι μόνο με την μορφή της απαξίωσης κεφαλαίου και της καταστροφής υπάρχοντων αξιών, χρεωκοπιών και καταστροφής. Πιο σημαντικά, εκδηλώνεται ως μια κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής, στην οποία εμφανίζεται σαν οι παραγωγοί υπεραξίας ξαφνικά να αποκόβονται από τα μέση συντήρησης. Το ποσοστό απασχόλησης ρυθμίζεται από τον ρυθμό της καπιταλιστικής συσσώρευσης, και η πτώση του συνεπάγεται τη συμπίεση της γενικής κίνησης των μισθών, την εντατικοποίηση της εργασίας για όσους δουλεύουν, και την επιβαλλόμενη «αδράνεια» και κατάρρευση του εισοδήματος προερχόμενου από μισθούς για τους υπόλοιπους.

Η καπιταλιστική «ανάπτυξη των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή του πλούτου […] προχωρεί αντιθετικά»[64]. Επαναστατικοποιεί τις δυνάμεις της παραγωγής με έναν κρισιακό τρόπο, κάνοντας τους εργάτες να χάσουν τη δουλειά τους και μειώνοντας την πρόσβασή τους στα μέσα συντήρησης καθώς το χρήμα αποτυγχάνει κι οι εταιρείες χρεωκοπούν. Δηλαδή, «περιορίζει λοιπόν […] την εργασία και την αξιοδημιουργία, και μάλιστα για τον ίδιο λόγο και στον ίδιο βαθμό που δημιουργεί υπερεργασία και υπεραξία. Από τη φύση του τοποθετεί λοιπόν ένα φραγμό στην εργασία και την αξιοδημιουργία, φραγμό που βρίσκεται σε αντίφαση με τη τάση του να τις επεκτείνει απεριόριστα»[65]. Το πραγματικό εμπόδιο του κεφαλαίου, οπότε, είναι το ίδιο το κεφάλαιο: επιβάλλοντας «στους εργάτες υπερεργασία, πέρα από την αναγκαία εργασία» τείνει να παράγει πολύ περισσότερο υλικό πλούτο από αυτόν που μπορεί να πραγματοποιηθεί με ποσοστά κέρδους επαρκή για την περαιτέρω αξιοποίηση της αξίας μέσω της προοδευτικής συσσώρευσης[66]. Το χρήμα πρέπει να γεννήσει περισσότερο χρήμα για να διατηρηθούν οι σχέσεις του αφηρημένου πλούτου, και η κρίση φανερώνει τη δυσκολία της επίτευξης αυτού. Υπάρχει οπότε μια κρίση «αξιοποίησης της αξίας», καθώς οι ρυθμοί συσσώρευσης κατακρημνίζονται, και τα ποσοστά των χρεωκοπιών και της ανεργίας αυξάνονται, ο ανταγωνισμός εντείνεται και η προσπάθεια για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ενισχύεται – πόσο γρήγορα μπορούν να γίνουν τα πράγματα με μικρότερο κόστος[67];

Οι καπιταλιστικές κρίσεις επιβάλλονται με την μορφή ανέργων και με την μορφή μη απασχολήσιμου κεφαλαίου. Το μη απασχολήσιμο κεφάλαιο είναι εκείνο το οποίο έχει διαχωριστεί από την άμεση παραγωγική δραστηριότητα, και έχει οπότε διοχετευθεί σε κερδοσκοπικούς διαύλους αναζητώντας κερδοφόρες αποδόσεις γεννώντας χρήμα από το χρήμα, περιορίζοντας το ρίσκο παίζοντας εκ του ασφαλούς στο πως ίσως εξελιχτούν τα πράγματα, τότε και τώρα[68].

Η λεγόμενη πληθώρα του κεφαλαίου αναφέρεται ουσιαστικά πάντα στην πληθώρα εκείνη κεφαλαίου, για το οποίο η πτώση του ποσοστού του κέρδους δεν ισοσταθμίζεται από τη μάζα του -και τέτοιες είναι πάντα οι νέες σχηματιζόμενες φρέσκες καταβολάδες του κεφαλαίου- ή αναφέρεται στην πληθώρα εκείνη που, με την μορφή της Πίστης [πίστωσης], θέτει στη διάθεση των επιχειρηματιών των μεγάλων κλάδων παραγωγής, τα κεφάλαια εκείνα που μόνα τους είναι ανίκανα για αυτοτελή δράση[69].

Είναι αυτή η πληθώρα κεφαλαίου που επιβάλλεται με την μορφή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η οποία για τη Susan Strange και άλλους εδραίωσε το νέο καπιταλισμό της παγκοσμιοποίησης[70]. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι το κεφάλαιο που αναζητεί σχεδόν στιγμιαία διεύρυνση, στοιχηματίζοντας σε ένα εκθαμβωτικό μέλλον που φαντάζει τόσο βέβαιο όσο κι οι υποσχέσεις ενός σχήματος Πόντσι. Με την μορφή του χρηματοπιστωτισμού, το χρήμα εμφανίζεται ως ο «φενακισμός του κεφαλαίου στην πιο χτυπητή μορφή», επειδή φαντάζει να υποθέτει μια αύξηση του πλούτου επενδύοντας στον εαυτό του, εξαλείφοντας τη σχέση με την εργασία[71]. Ωστόσο, η λεγόμενη υπεροχή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου αναπαριστά μια συσσώρευση κεφαλαίου που δεν μπορούσε να μετατραπεί άμεσα σε άμεση παραγωγική δραστηριότητα. Εξ ου και «αναπασχόλητο κεφάλαιο στην μια πλευρά, και αναπασχόλητος εργατικός πληθυσμός στην άλλη» – ουσιαστικά περιττό ανθρώπινο υλικό[72]. Η συντήρηση της υπερσυσσώρευσης μέσω της διεύρυνσης της πίστωσης και της συσσώρευσης χρέους, συνεπάγεται ένα δυνητικά καταστροφικό κερδοσκοπικό τραινάρισμα της οικονομικής κρίσης. Αυτό επειδή το χρηματικό κεφάλαιο συσσωρεύεται με την μορφή μιας δυνητικά ευτελούς αξίωσης σε μελλοντική υπεραξία. Η στιβαρότητα και η ίδια η ύπαρξη του χρηματικού κεφαλαίου διακινδυνεύεται στον βαθμό που σαν κεφάλαιο, στη στοιχειώδη του χρηματική μορφή, γίνεται δυνητικά «χωρίς νόημα» στον βαθμό που εμφανίζεται σαν μια μη εξαργυρώσιμη συσσώρευση αξιώσεων στην μελλοντική απόσπαση υπεραξίας[73]. Δηλαδή, ο διαχωρισμός της χρηματικής συσσώρευσης από την παραγωγική συσσώρευση συνεπάγεται μια υποθήκη, και οπότε ένα στοίχημα, επί της μελλοντικής εκμετάλλευσης της εργασίας. Υποδεικνύει ότι η δύναμη του δεσμού μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας χαλαρώνει: όσο λιγότερο στηρίζεται η πιστωτική διεύρυνση στη δημιουργία υπεραξίας στο παρόν, τόσο το «πιστωτικό εποικοδόμημα» βρίσκεται σε κίνδυνο να χάσει την επαφή του με την ίδια την πηγή επί της οποία εξαρτάται η υπόσχεσή του για πλούτο[74].

Δεν υπάρχει, οπότε, καμία αμφιβολία ότι το κεφάλαιο μπορεί να διαχωριστεί από την εργασία, θέτοντας τον εαυτό του ως πράγμα πωλήσιμο για κέρδος[75]. Με την μορφή του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, ο πλούτος εμφανίζεται με την μορφή Χ-Χ’ – «τη χωρίς νόημα μορφή του κεφαλαίου, τη στρέβλωση και υλοποίηση στον ανώτατο βαθμό των σχέσεων παραγωγής: τη τοκοφόρα μορφή, την απλή μορφή του κεφαλαίου, στην οποία αποτελεί προϋπόθεση του δικού του προτσές αναπαραγωγής». Εμφανίζεται, οπότε, σαν η «κοινωνική σχέση να ολοκληρώθηκε σαν σχέση ενός πράγματος, του χρήματος, προς τον ίδιο τον εαυτό του». Παρότι βλέπουμε, στο τοκοφόρο κεφάλαιο, «μόνο τη χωρίς περιεχόμενο μορφή», είναι «μόνο ένα μέρος του κέρδους, δηλαδή της υπεραξίας, που ο ενεργός κεφαλαιοκράτης εκθλίβει από τον εργάτη». Οπότε, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, η σχέση του κεφαλαίου με την εργασία εξαλείφεται μόνο φαινομενικά, στον βαθμό που η διεύρυνση της χρηματικής συσσώρευσης επιβάλλεται ως μια «απαίτηση της ιδιοκτησίας πάνω στην εργασία», δηλαδή, σαν μια αξίωση επί ενός μεριδίου της μελλοντικής υπεραξίας. Εκείνο που η Susan Strange περιέγραψε ως «καπιταλισμό-καζίνο», ισοδυναμεί οπότε με έναν καπιταλισμό που συσσωρεύει πλούτο υποθηκεύοντας την μελλοντική απόσπαση υπεραξίας[76]. Χωρίς την αξιοποίηση της ζωντανής εργασίας, η συσσώρευση χρήματος ισοδυναμεί με μια συσσώρευση πλασματικού πλούτου. Ο χρηματοπιστωτικός πανικός και η οικονομική ύφεση αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος της κρίσης της αξιοποίησης της ζωντανής εργασίας, η οποία αξιοποίηση αποτελεί την προϋπόθεση του χρήματος ως περισσότερο χρήμα.

Συμπέρασμα

Το «εθνικό» και το «παγκόσμιο» δεν είναι δύο εξωτερικώς συσχετιζόμενα πράγματα. Φυσικά, το εθνικό και το παγκόσμιο δεν είναι ταυτόσημα, αλλά ούτε και σχετίζονται αναμεταξύ τους ως απλώς εξωτερικές οντότητες που τυχαίνει κατά καιρούς να συγκρούονται αναμεταξύ τους. Το παγκόσμιo και το εθνικό είναι διαφορετικά στην ενότητά τους: αποτελούν στιγμές των κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων, οι οποίες συγκροτούν τις διακριτές τους μορφές υπάρξης, εξαπλώνουν την αλληλοσυσχέτισή τους και αντιφάσκουν τη διαφοροποίησή τους. Η παγκόσμια διάσταση της κεφαλαιακής σχέσης, ο μη-χωρικός της χαρακτήρας, δεν είναι, οπότε, χωρίς «χώρο». Το μη-χωρικό υπάρχει αντιφατικά διά μέσου εθνικά διαιρεμένων χώρων πολιτικής κυριαρχίας[77].

Η σχέση του εθνικού κράτους με την παγκόσμια αγορά της καπιταλιστικής κοινωνίας εμφανίζεται σαν μια σχέση ενός εθνικά σταθερού κράτους με ένα παγκοσμίως κινούμενο κεφάλαιο. Ωστόσο, και όπως το θέτει ο Σάιμον Κλαρκ, «παρότι το κράτος συγκροτείται πολιτικά σε μια εθνική βάση, ο ταξικός του χαρακτήρας δεν ορίζεται με εθνικούς όρους, ο καπιταλιστικός νόμος της ιδιοκτησίας και της σύμβασης υπερβαίνουν τα εθνικά νομικά συστήματα, και το παγκόσμιο χρήμα υπερβαίνει τα εθνικά νομίσματα». Τα έθνη-κράτη δεν βρίσκονται μόνο σε ανταγωνισμό αναμεταξύ τους, καθώς το καθένα προσπαθεί να εκτρέψει τη ροή του κεφαλαίου προς την ιδιαίτερή του επικράτεια, αλλά υπάρχουν επίσης σαν ιδιαίτεροι κόμβοι εντός της παγκόσμιας ροής του κεφαλαίου. Το έθνος-κράτος υπάρχει διά μέσου της κοινωνίας του κεφαλαίου της παγκόσμιας αγοράς και εγκλείεται «εντός των ορίων που τίθονται από την αντιφατική μορφή της συσσώρευσης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα»[78]. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της εθνικής οικονομίας είναι παραπλανητική. Πρώτον, προϋποτίθεται από την ιδέα ότι η καπιταλιστική χρησιμότητα της εργασίας εντός ενός εθνικά καθορισμένου χώρου βασίζεται, όπως υποδεικνύεται από τη χρήση της αλληγορίας του εθνικού πλοίου, σε ενός είδους «εθνική αρμονία» συμφερόντων: το «εθνικό συμφέρον». Δεύτερον, προϋποτίθεται από την ιδέα ότι τα «όρια» της «εθνική αρμονίας», του «εθνικού πλούτου», δεν κυριαρχούν την εννοιολογία του καπιταλιστικού πλούτου. Αντ’ αυτού, ο «εθνικός πλούτος» θεωρείται να περιορίζεται από εξωτερικές δυνάμεις, οι οποίες λέγεται ότι διαρρηγνύουν τη συνοχή των «εθνικών οικονομιών» και των «εθνικών» αγορών εργασίας. Έτσι, η «δυσαρμονία» φαντάζει να «εισάγεται» από τα έξω, σαν να προέρχεται από κάποιες ακαθόριστες δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς, από τη ξαφνική κατάρρευση των τιμών της παγκόσμιας αγοράς στην παγκόσμια ύφεση και κρίση. Στην κριτική του των οικονομικών εθνικιστικών ιδεών του Κάρεϋ, ο Μαρξ ισχυρίζεται σθεναρά ότι «αυτές οι δυσαρμονίες στην παγκόσμια αγορά δεν είναι παρά οι τελικές, επαρκείς εκφράσεις των δυσαρμονιών που εντοπίζονται μέσα στις οικονομικές κατηγορίες σαν αφηρημένες σχέσεις, ή που υπάρχουν στην πιο μικρή κλίμακα τοπικά»[79]. Με άλλα λόγια, η παγκόσμια «δυσαρμονία» υπάρχει εντός και δια μέσου των «εγχώριων σχέσεων» και αντίστροφα. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Μαρξ ισχυρίστηκε ότι το κράτος αποτελεί το «τελευταίο καταφύγιο των “οικονομικών αρμονιών”» – οι αρμονίες του νόμου της αξίας υποθέτουν το κράτος ως μια πολιτική δύναμη της αξίας[80]. Όπως ισχυρίζομαι στο επόμενο κεφάλαιο, το κράτος συγκεντρώνει την πολιτική δύναμη της αστικής κοινωνίας και εγκαθιδρύει μια κοινωνική τάξη πραγμάτων κυβερνούμενη από το νόμο, για να διασφαλίσει τη θεμελιώδη κοινωνικότητα των αντικοινωνικών συμφερόντων της ανταγωνιστικής κοινωνίας, και να διατηρήσει τον κοινωνικό ανταγωνισμό υπό έλεγχο στη βάση του κανόνα δικαίου και μέσω της δύναμης της νομοθετικής βίας. Η οικονομία της ελεύθερης εργασίας συνεπάγεται το κράτος ως την πολιτική μορφή αυτής της ελευθερίας[81].

Εν κατακλείδι, οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις δεν υπάρχουν με όρους δύο συνόλων σχέσεων, δηλαδή, σαν σχέσεις εθνικής αρμονίας και, χώρια απ’ αυτές, σαν σχέσεις της δυσαρμονίας της παγκόσμιας αγοράς. Οι «εθνικές» σχέσεις συντηρούνται μέσω της κοινωνίας της παγκόσμιας αγοράς του κεφαλαίου, και η παγκόσμια αγορά αποτελεί τη συνθήκη του καπιταλιστικού πλούτου. Η άποψη του Cox ότι το κράτος είναι «υπόλογο σε ένα νεφέλωμα προσωποποιημένο στην παγκόσμια οικονομία» χρειάζεται να απομυστικοποιηθεί[82]. Η απόψη ότι το κεφάλαιο αποτελεί ένα ακαθόριστο παγκόσμιο «αντικείμενο» και ότι το κράτος είναι υπόλογο σε αυτό, είναι άκριτη. Το κράτος δεν είναι υπόλογο στο κεφάλαιο. Αποτελεί την πολιτική μορφή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Η έννοια του Cox, οπότε, της παγκόσμιας οικονομίας σαν μια αφηρημένη ακαθόριστη δύναμη, ένα νεφέλωμα, ενισχύει τον φετιχισμό του κεφαλαίου. Ωστόσο, βρίσκεται στην ίδια κατεύθυνση με όσα ισχυρίστηκα στο παρόν κεφάλαιο.

Σημειώσεις:

1. Ο όρος, που σημαίνει περιορισμοί στην παγκόσμια αγορά, είναι του Elmar Altvater, Sachzwang Weltmarkt, 1987.

2. Βλέπε Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 24-25.

3. William I. Robinson, A Theory of Global Capitalism: Production, Class and State in a Transnational World, 2004, σελ. 2. Οι Leo Panitch & Sam Gindin, The Making of Global Capitalism, 2002, ισχυρίζονται ότι η παγκοσμιοποίηση υπήρξε αποτέλεσμα του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ.

4. Stephen Gill, Power and Resistance in the New World Order, 2003, σελ. xii.

5. Ό.π., σελ. 105.

6. Bob Jessop, State Power: A Strategic-Relational Approach, 2008, σελ. 270. Βλέπε το δεύτερο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου για μια κριτική των θεωρητικών παραδοχών αυτής της άποψης.

7. Βλέπε, για παράδειγμα, Elmar Altvater, Die Rückkehr des Staates? Nach der Finanzkrise, 2010. Bob Jessop, «The Return of the National State in the Current Crisis of the World Market» στο Capital & Class, vol. 34, no. 1, 2010, σελ. 38-43.

8. Alex Callinicos, «Contradictions of Austerity» στο Cambridge Journal of Economics, vol. 36, no. 1, 2012, σελ. 65-77.

9. Το έργο του Cox έχει υπάρξει καθοριστικό για την ανάπτυξη της κριτικής Διεθνής Πολιτικής Οικονομίας (IPE). Το «Global Perestroika» του ιδίου στο The Social Register 1992, προσφέρει μια συνοπτική αναλυτική έκθεση της προσέγγισής του, και αυτή της IPE γενικά. Για το έργο του Cox, βλέπε Adrian Budd, Class, States and International Relations, 2013. Ο Peter Burnham, «Open Marxism and Vulgar International Political Economy» στο Review of International Political Economy, vol. 1, no. 2, 1994, σελ. 121-132, προσφέρει μια πρώιμη, διεισδυτική κριτική.

10. Cox, ό.π., σελ. 27.

11. Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμος Α, εκδόσεις Στοχαστής, 1989, σελ. 72.

12. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1978, σελ. 422.

13. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 307.

14. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος δεύτερος, σελ. 470.

15. Καρλ Μαρξ, «The Revolutionary Movement» στο Μαρξ & Ένγκελς, Articles from the Neue Rheinische Zeitung, 1972, σελ. 205-207.

16. Η Claudia von Braunmühl, «On the Analysis of the Bourgeois Nation State within the World Market Context» στο John Holloway & Sol Picciotto, State and Capital: A Marxist Debate, 1978, σημείωσε αυτή την εύστοχη παρατήρηση στο πλαίσιο του γερμανικού ντιμπέιτ για την μεθοδική παραγωγή του κράτους. Γι’ αυτό το ντιμπέιτ, βλέπε την εισαγωγή του όγδοου κεφαλαίου του παρόντος βιβλίου.

17. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 787. Βλέπε επίσης Καρλ Μαρξ, «Επιστολή στον Π. Αννένκοβ, 28 Δεκεμβρίου 1846», στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος δεύτερος.

18. Ντέηβιντ Ρικάρντο, Principles of the Political Economy of Taxation, 1995.

19. Για το κράτος ως τη συγκεντρωμένη δύναμη της ανταγωνιστικής προσαρμογής στις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, βλέπε το όγδοο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου.

20. Βλέπε Σάιμον Κλαρκ, «Class Struggle and the Global Overaccumulation of Capital», στο Robert Albritton, Makato Itoh, Richard Westra & Alan Zeuge, Phases of Capitalist Development: Booms, Crisis and Globalizations, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 2001, σελ. 90.

21. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 167.

22. Σάιμον Κλαρκ, ό.π., σελ. 90-91. Βλέπε επίσης John Holloway, «Zapata in Wall Street» στο Werner Bonefeld & Κοσμάς Ψυχοπαίδης, The Politics of Change, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 2000.

23. Βλέπε Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2010.

24. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 101.

25. Καρλ Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, σελ. 149.

26. Άνταμ Σμιθ, Lectures on Jurisprudence, 1978, σελ. 6. Για τον Σμιθ, η φτήνια των παροχών συνεπάγεται το κράτος σαν την πολιτική δύναμη του πλούτου· βλέπε το όγδοο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου.

27. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 111.

28. Robert Reich, The Work of Nations, 1991. Joachim Hirsch, «Globalisation of Capital, Nation-States and Democracy», Studies in Political Economy 54, 1997, σελ. 46.

29. Βλέπε Μαρξ, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, σελ. 241. Η οπτική του Μαρξ συνοψίζεται στην περίληψη της παρατήρησης του Σμιθ ότι «ο κάτοχος αποθέματος είναι σωστός πολίτης του κόσμου». Ανταμ Σμιθ, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, 1981, σελ. 848.

30. Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 24.

31. Βλέπε, για παράδειγμα, Friedrich List, The National System of Political Economy, 1904.

32. Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, εκδόσεις Gutenberg, 1997, σελ. 110.

33. Colin Barker, «A Note on the Theory of the Capitalist State» στο Σάιμον Κλαρκ, The State Debate, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 1991, σελ. 205.

34. Σάιμον Κλαρκ, ό.π., σελ. 179.

35. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 72.

36. Claudia von Braunmühl, ό.π., σελ. 163 & 168.

37. Επ’ αυτού, βλέπε Σάιμον Κλαρκ, «Class Struggle and the Global Overaccumulation of Capital», ό.π.· John Holloway, «Global Capital and the National State» και Peter Burnham, «Capital, Crisis and the International State System», και τα δύο στο Werner Bonefeld & John Holloway, Global Capital, National Sate and the Politics of Money, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 1995.

38. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 113.

39. Καρλ Μαρξ, ό.π., σελ. 112, 113 & 114.

40. Καρλ Μαρξ, ό.π., σελ. 113.

41. Καρλ Μαρξ, ό.π., σελ. 112, 113,114 & 115. Καρλ Μαρξ, ό.π., τόμος Β, σελ. 411.

42. Ο Άνθρωπος δεν είναι ο αφηρημένος Άνθρωπος. Ο Άνθρωπος είναι το κοινωνικό άτομο εντός των κοινωνικών του δεσμών.

43. Καρλ Μαρξ, ό.π, σελ. 244.

44. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 1011.

45. Καρλ Μαρξ, ό.π., τόμος πρώτος, σελ. 86.

46. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 245.

47. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 1009-1010.

48. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 399. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 254.

49. Καρλ Μαρξ, From the Preparatory Materials στο MECW, τόμος 29, 1987, σελ. 497.

50. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 780. Ή, όπως το έθεσε ο Τζέρεμι Μπένθαμ, ο πατέρας του ωφελιμισμού, προτείνοντας τα παιδιά να ξεκινήσουν να εργάζονται από την ηλικία των 4 ετών αντί των 14: «δέκα πολύτιμα χρόνια στα οποία δεν επιτυγχάνεται τίποτα! Τίποτα για τη βιομηχανία! Καμία ηθική ή διανοητική βελτίωση!». Μπένθαμ, παρατίθεται στο Michael Perelman, The Invention of Capitalism, εκδόσεις Duke University Press, 2000, σελ. 22. Δέκα χαμμένα χρόνια προόδου, πολιτισμού, κέρδους!

51. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 87 & 155.

52. Ό.π., τόμος δεύτερος, σελ. 103.

53. Ό.π., τόμος πρώτος, σελ. 551.

54. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 399.

55. Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία [τέταρτος τόμος του Κεφαλαίου], μέρος τρίτο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2008, σελ. 290.

56. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Α, σελ. 162.

57. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 426.

58. Ό.π., τόμος πρώτος, σελ. 613.

59. Για τον Postone, Time, Labor, and Social Domination. A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory, εκδόσεις Cambridge University Press, 1996, αυτή η αντίφαση μεταξύ ενός μεγαλύτερου υλικού πλούτου και ενός μειούμενου κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας ανά μονάδα αξίας χρήσης, αποτελεί τον θεμελιώδη όρο της καπιταλιστικής κρίσης.

60. Σάιμον Κλαρκ, «M. Itoh’s “Basic Understanding of Capitalism”» στο Capital & Class, τόμος 13, no. 1, 1989, σελ. 142.

61. Επ’ αυτού, βλέπε Σάιμον Κλαρκ, Marx’s Theory of Crisis, εκδόσεις Palgrave Macmillan, 1994.

62. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Β, σελ. 317.

63. Ό.π., σελ. 300 & 317.

64. Ό.π., σελ. 410 & 411.

65. Ό.π., σελ. 317.

66. Ό.π.

67. Ό.π., σελ. 567-568.

68. Βλέπε Πωλ Μάτικ ο νεώτερος, Business as Usual, εκδόσεις Reaktion Books, 2011 και Σέρτζιο Μπολόνια, «Money and Crisis», Common Sense #14, 1993, σελ. 63-89, το οποίο μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://commonsensejournal.org.uk/issue-14/

69. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 317.

70. H Strange επινόησε τον παραδειγματικό όρο «καπιταλισμός-καζίνο» για την ανάλυση της χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης. Susanne Strange, Casino Capitalism, εκδόσεις Manchester University Press, 1997. Βλέπε επίσης Bellamy Foster & Robert W. McChesney, The Endless Crisis, εκδόσεις NYU Press, 2012.

71. Καρλ Μαρξ, ό.π., σελ. 495.

72. Ό.π., σελ. 317.

73. Ό.π., σελ. 494. Στο γερμανικό πρωτότυπο, ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον όρο begriffslose. Στην αγγλική έκδοση, ο όρος begriffslose μεταφράστηκε ως «meaningless» [χωρίς νόημα]. Η μετάφραση αυτή είναι παραπλανητική. Χρησιμοποιώ τον όρο αυτό με την έννοια ότι «χάνει τον έλεγχό του» επί της εργασίας – μια απώλεια που καθιστά το χρήμα σαν μια πλασματική αξιακή μορφή. Επ’ αυτού βλέπε Werner Bonefeld, «Money, Equality and Exploitation: An Interpretation of Marx’s Treatment of Money», στο Werner Bonefeld & John Holloway, Global Capital, National State and the Politics of Money, 1995.

74. Καρλ Μαρξ, Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 554.

75. Ό.π., σελ. 495.

76. Ό.π., σελ. 494, 495, 600.

77. Για μια κριτική θεωρία του χώρου ως κοινωνική μορφή, βλέπε Greig Charnock, «Challenging New State Spatialities: The Open Marxism of Henri Lefebvre» στο Antipode, vol. 42, no. 5, 2010, και «Lost in Space? Lefebvre, Harvey and the Spatiality of Negation» στο South Atlantic Quarterly, vol. 113, no. 2.

78. Σάιμον Κλαρκ, «The Global Accumulation of Capital and the Periodisation of the Capitalist State» στο Werner Bonefeld, Richard Gunn & Κοσμάς Ψυχοπαίδης, Open Marxism, τόμος Ι, 1992, σελ. 136. Holloway, «Global Capital and the National State».

79. Καρλ Μαρξ, Grundrisse, τόμος Γ, σελ. 762.

80. Ό.π., σελ. 761.

81. Για την έννοια της «οικονομίας της ελεύθερης εργασίας», βλέπε το τέταρτο κεφάλαιο του παρόντος βιβλίου.

82. Cox, «Global Perestroika», σελ. 27.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s