Home

Το κείμενο της Heide Gerstenberger που ακολουθεί αποτελεί το 7ο κεφάλαιο του βιβλίου State and Capital: A Marxist Debate, σε επιμέλεια των John Holloway και Sol Picciotto, το οποίο αποτελεί μια συλλογή κειμένων της γερμανικής συζήτησης για την «μεθοδική παραγωγή του κράτους» (βλέπε και την εισαγωγή εδώ). Η πρώτη δημοσίευση του κειμένου έγινε στα γερμανικά στο Gesellschaft 3 το 1975.

Η Gerstenberger ισχυρίζεται πως δεν μπορεί να υπάρξει μια καθαρή διάκριση μεταξύ της ιστορικής ανάλυσης και της ανάλυσης της μορφής του κράτους, και επιμένει στη σημασία της συγκεκριμένης ιστορικής έρευνας για την ανάλυση της ανάπτυξης του κράτους. Αυτή της η έμφαση στην ιστορική ανάλυση της συγκεκριμένης ιστορικής εξέλιξης της ταξικής πάλης σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, φέρνει στην επιφάνεια την ιδιαιτερότητα της ανάπτυξης των συγκεκριμένων κρατών, όποτε εγείρει και το ερώτημα του κατά πόσον μπορούμε να μιλάμε για το αστικό κράτος ως την πολιτική μορφή του καπιταλισμού, ή αν το αστικό κράτος αποτελεί μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή του καπιταλιστικού κράτους.

Φαίνεται πως έφτασε η ώρα να επισημάνουμε πως η ανάπτυξη της ιστορικής-υλιστικής θεωρίας του κράτους δεν έχει προχωρήσει αρκετά. Περαιτέρω, οι θεωρητικές προσεγγίσεις που έχουν έως τώρα δοκιμαστεί, δεν προσφέρουν καμία σταθερή βάση για κάποιο μελλοντικό έργο. Η έως τώρα συζήτηση για την προβληματική της συγκρότησης του αστικού κράτους έχει γενικά χαρακτηριστεί από μια βεβιασμένη ανάλυση, στις διάφορες «μεθοδικές παραγωγές», της σχέσης μεταξύ της οικονομίας και της πολιτικής. Στην πραγματικότητα, ο λόγος για τις ανεπαρκείς εννοιολογήσεις αυτής της σχέσης, στην οποία στηρίζονται οι θεωρίες, είναι ότι έως τώρα, στη συζήτηση για τη θεωρία του κράτους, η πραγματικότητα έχει εξεταστεί μόνο με τον σκοπό να παρέχει μια απλή απεικόνιση της όποιας δεδομένης θεωρίας. Οι θεωρητικές βάσεις για μια συγκεκριμένη ανάλυση του αστικού κράτους δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί, και φαίνεται αμφίβολο το εάν μπορούν πράγματι να κατασκευαστούν συνεχίζοντας κατά μήκος των γραμμών που έχουν αναπτυχθεί έως τώρα. Παρακάτω θα αναπτύξουμε αυτές τις αμφιβολίες, οι οποίες σχηματίζουν τη βάση μερικών υποδείξεων προς μια στρατηγική για την περαιτέρω διερεύνηση· αλλά οι υποδείξεις αυτές δεν ισχυρίζονται ότι προσθέτουν στις προαναφερθέντες αναλυτικές προσεγγίσεις μια ακόμη άποψη για τα θεωρητικά θεμέλια του αστικού κράτους.

Παρά τις πολλές διαφορές τους στις λεπτομέρειες, οι υπάρχουσες θεωρητικές αναλύσεις για το κράτος μπορούν να χωριστούν σε τρεις κύριες κατηγορίες. Δεν θα τις εκθέσουμε εδώ λεπτομερώς για άλλη μια φορά (αυτό έχει ήδη γίνει πρόσφατα αρκετές φορές), αλλά μόνο θα τις αναλύσουμε στον βαθμό αναγκαίο για να εξετάσουμε το κατά πόσον μπορούν να μας παρέχουν μια θεωρητική προπαρασκευή για μια συγκεκριμένη ανάλυση.

Το σημείο εκκίνησης, που αντιπροσωπεύεται καλύτερα από τη Sybille von Flatow και τον Freerk Huisken («Zum Problem der Ableitung des bürgerlichen Staates» Prokla 7, 83- , 1973), καθώς από το Munich AK («Warum scheitern Marxisten an der Erklärung des bürgerlichen Staates?» Resultate der Arbeitskonferenz 1, 120, 1974)[1], βρίσκει το θεμέλιο του αστικού κράτους στην ιδιαίτερη σχέση με την οποία συσχετίζονται τα άτομα αναμεταξύ τους στην αστική κοινωνία. Γι’ αυτούς, το κράτος δεν πρέπει να εξαχθεί από τη γενική έννοια του κεφαλαίου, καθώς στη τελευταία τα άτομα δεν μπορούν να περιληφθούν ως πολίτες. Το κράτος μπορεί να εξαχθεί μόνο από τις οικονομικές μορφές της αλληλεπίδρασης, και από τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων τις οποίες παράγουν οι μορφές αυτές στην επιφάνεια της αστικής κοινωνίας. Αλλά, στο επίπεδο της εμφάνισης της αστικής κοινωνίας, οι οικονομικές μορφές της αλληλεπίδρασης παρουσιάζονται ως εκείνες της απλής εμπορευματικής κυκλοφορίας, και οι άνθρωποι εμφανίζονται ως κάτοχοι διάφορων πηγών εισοδήματος. Για τους Flatow και Huisken, το αστικό κράτος εξάγεται από το κοινό συμφέρον για την απόκτηση ενός υψηλού εισοδήματος· για το AK, βασίζεται στην αναγνώριση των αντιφατικών ειδικών συμφερόντων. Και οι δύο οπτικές εκκινούν από την υπόθεση ότι η θεωρία του κράτους μπορεί να αναπτυχθεί επαρκώς στο επίπεδο μιας συστηματικής επεξήγησης. Γι’ αυτή την μορφή του ιστορικού υλισμού, η ιστορία δεν υπάρχει. Αλλά εάν, όπως ορθά ισχυρίζεται το AK, δεν μπορεί να υπάρξει μια επαρκή θεωρητική επεξήγηση του κράτους στη βάση των εμπειρικά επαληθεύσιμων λειτουργιών του, τότε, ομοίως, η συστηματική του επεξήγηση δεν μπορεί να έρχεται σε αντίφαση με την ιστορική πραγματικότητα. Μόνο όσοι αρνούνται, στο πεδίο της θεωρίας, τη σημασία των ταξικών αγώνων, και οπότε της ιστορίας, διατρέχουν ως θεωρητικοί τον κίνδυνο να εξαπατηθούν από τα τρέχοντα ζητήματα, όπως έχει συμβεί και με αυτούς τους θεωρητικούς. Αν σήμερα μια, σε μεγάλο βαθμό ενσωματωμένη, εργατική τάξη βλέπει το κράτος πράγματι ως τον προστάτη των συμφερόντων της, αυτό για κανένα λόγο δεν υπήρξε αλήθεια καθόλη τη διάρκεια της αστικής κοινωνίας. Οι απεργοί οι οποίοι, τον 19ο καθώς ακόμη και τον 20ό αιώνα, δέχονταν επιθέσεις από την ένοπλη και έφιππη αστυνομία, προφανώς είχαν μικρή βιωματική εμπειρία της αναγνώρισης των ιδιαίτερών τους συμφερόντων από την αστική τάξη. Αυτή η αντίληψη του κράτους είναι εξίσου δύσκολο να συμβιβαστεί με τις μακρές περιόδους των φασιστικών και αυταρχικών αστικών καθεστώτων. Η θεωρητική μετάθεση των όρων της απλής εμπορευματικής κυκλοφορίας στις πολιτικές μορφές της αλληλεπίδρασης βασίζεται σε μια λογική η οποία, όντας ανιστορική, βραχυκλώνεται.

Είναι η ιδιαίτερη μορφή του αστικού κράτους, η οποία απορρέει από τις οικονομικές μορφές της αλληλεπίδρασης, η μορφή εκείνη η οποία το διακρίνει από όλα τα άλλα κράτη: σε αυτό τον βαθμό, μπορούμε να συμφωνήσουμε με τους προαναφερθέντες συγγραφείς. Στην πραγματικότητα, η ίδια η βάση αυτής της μορφής είναι ότι οι οικονομικές κινήσεις στην επιφάνεια της αστικής κοινωνίας εμφανίζονται ως εκείνες της απλής εμπορευματικής κυκλοφορίας. Επειδή, ως διακριτή από τις άλλες μορφές εκμετάλλευσης, η καπιταλιστική μορφή συγκροτείται ακριβώς στην μετατροπή της εργασιακής δύναμης σε εμπόρευμα το οποίο κυκλοφορεί ελεύθερα. Ο καταναγκαστικός χαρακτήρας αυτής της κοινωνίας συγκροτείται στην εγγύηση ότι οι κάτοχοι του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη βρίσκονται σε θέση να πάρουν μόνο την ανταλλακτική της αξία στην αγορά. Οπότε, ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους εδραιώνεται επίσης μόλις το κράτος δεν κάνει διάκριση μεταξύ των κατόχων διαφορετικών «πηγών εισοδήματος»[2].

Εκείνο που μπορεί να επαληθευτεί από την ανάλυση της επιφάνειας της αστικής κοινωνίας (πέρα από τις προϋποθέσεις της ίδιας της εμπορευματικής κυκλοφορίας, οπότε, της αναπαραγωγής του κεφαλαίου) είναι το συμπέρασμα ότι το κράτος πρέπει να εγγυηθεί τη φαινομενική μορφή των οικονομικών κινήσεων σαν να είναι αυτή της απλής κυκλοφορίας. Όμως, αποδίδεται υπερβολικό θεωρητικό βάρος στους όρους για αυτή την εγγύηση, ενώ αντίστοιχα υποτιμάται η κοινωνική αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων. Ο σημαντικότερος παράγοντας σταθερότητας δεν είναι η ιδεολογία, αλλά μάλλον η γυμνή βία η οποία παραμονεύει πίσω από την μορφή εμφάνισης. Συνεπώς, δεν έχει διευθετηθεί οριστικά ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαιτεί τυπική ισότητα, καθολικό δικαίωμα ψήφου και δημοκρατικές δομές[3]. Είναι αλήθεια, ο Μαρξ στα πρώιμα γραπτά του, στα οποία αναφέρονται συχνά οι συγγραφείς αυτοί, πράγματι τείνει προς τέτοια «αποφασιστικά» συμπεράσματα. Αλλά τα έργα αυτά προήλθαν από την ανάπτυξη μιας συγκεκριμένης χειραφετικής στρατηγικής, και από την οπτική του ποιες μορφές αστικής διακυβέρνησης θα προσέφεραν τις καλύτερες προϋποθέσεις για την προετοιμασία της σοσιαλιστικής επανάστασης (Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου· Για το Εβραϊκό Ζήτημα). Οποιαδήποτε εξάρτηση, για θεωρητικούς λόγους, στα πρώιμα γραπτά του Μαρξ, πρέπει να λάβει υπόψη τόσο αυτή τη στρατηγική στιγμή όσο και την περίοδο στην οποία γράφτηκαν (βλέπε Helmut Reichelt, «Some Comments on Flatow and Huisken’s Essay “On the Problem of the Derivation of the Bourgeois State”» στο Holloway & Picciotto, State and Capital: A Marxist Debate, εκδόσεις Edward Arnold, 1978). Από τη στιγμή που η ιστορική κι η συστηματική ανάλυση εναρμονίζονται, η αναγκαία αντιστοίχιση των οικονομικών και των πολιτικών μορφών αλληλεπίδρασης της αστικής κοινωνίας μειώνεται κατά πολύ· εκείνο που πρέπει να διατηρηθεί είναι η ψευδαίσθηση ότι το αστικό κράτος είναι λειτουργικό[4], και, συνδεόμενη μ’ αυτό, η ψευδαίσθηση της καθολικότητας του κανόνα. Η προϋπόθεση για τη σταθερότητα της αστικής κοινωνίας δεν είναι ότι το κράτος εμφανίζεται πραγματικά ως ο εγγυητής όλων των συμφερόντων, αλλά ότι θα πρέπει να φαίνεται εφικτό ότι μπορούμε να το κάνουμε έναν τέτοιο εγγυητή· και αυτό, μολαταύτα, είναι επίσης και το περιεχόμενο του ρεβιζιονισμού, ο οποίος παρέχει μια θεωρητική δικαιολόγηση για την πραγματική ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο αστικό κράτος. Η σταθεροποίηση της αστικής κοινωνίας δεν απαιτεί την ύπαρξη του καθολικού δικαιώματος ψήφου, αλλά μόνο τον αγώνα γι’ αυτό. Και από τη στιγμή που η πραγματική εκπλήρωση της τυπικής ελευθερίας και της τυπικής ισότητας, τελικά, υπονομεύει τις ελπίδες οι οποίες θα μπορούσαν, πρότερα, να τοποθετηθούν στη βελτίωση του αστικού συστήματος, το κράτος δεν πρέπει οπότε να ειδωθεί ως ο εγγυητής της σταθερότητας αυτής της κοινωνίας, αλλά μάλλον ως η προϋπόθεση για σοβαρότατους σπασμούς.

Η ερμηνεία των λειτουργιών του κράτους που αφορούν την αξιοποίηση έχει γίνει περισσότερο σημαντική για το σύγχρονο ντιμπέιτ από ότι η εξαγωγή του αστικού κράτους από την επιφάνεια της αστικής κοινωνίας. Παρότι σπανίως εξετάζεται πλήρως στις θεωρίες (είναι περισσότερο εμφανές στο Altvater, «Some problems of state interventionism», Kapitalistate 1, 96-116· 2, 76-83), η προσέγγιση αυτή έχει μολαταύτα δώσει μορφή στο σύνολο του ντιμπέιτ της αριστεράς τα τελευταία χρόνια.

Ομολογουμένως, οι πολυσχιδείς περιορισμοί της δραστηριότητας του κράτους έχουν αναλυθεί επανειλημμένως στο μεσοδιάστημα[5], αλλά στις συζητήσεις για τις κρατικές λειτουργίες οι σκοποί της κρατικής δραστηριότητας αντιμετωπίζονται ακόμα ως η επαρκής έκφραση μιας κατάστασης αξιοποίησης (κατά κύριο λόγο, αντιμετωπίζονται ακόμη ως περιορισμένοι στην οικονομία). Από τη στιγμή που η ταξική κυριαρχία βρήκε την οργανωτική της ενσάρκωση στο κράτος, συνεπάγεται πως όχι μόνο τα συμφέροντα του κεφαλαίου επικρατούν στις ταξικές συγκρούσεις (συνήθως παρατίθενται να απεικονίζουν τη λειτουργική σχέση μεταξύ της αξιοποίησης και της κρατικής δραστηριότητας), αλλά επίσης στην ουσία υπονοείται (ασυζητητί) ότι τα συμφέροντα του κεφαλαίου εκπροσωπούνται από το κράτος. Αυτό τότε πρέπει να σημαίνει ότι η πραγματική δομή του εθνικού κεφαλαίου βρίσκει στη δραστηριότητα του κράτους, ανά πάσα στιγμή, την επαρκή της αναπαράσταση. Η ανάλυση του αστικούς κράτους, συνεπώς, συλλαμβάνεται ως η συνέχιση της ανάλυσης του κεφαλαίου. Πρώτα απ’ όλα, η μέση μορφή του κράτους αναπτύσσεται από τη γενική ανάλυση του κεφαλαίου· αυτή η ανάλυση υποτίθεται τότε να ανέβει στο συγκεκριμένο, ερμηνεύοντας τις συγκεκριμένες κρατικές λειτουργίες από τις συγκεκριμένες κινήσεις της συσσώρευσης. Όμως, δεδομένου ότι προς το παρόν η ανάλυση των συγκεκριμένων διαδικασιών της συσσώρευσης δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί ιδιαίτερα, η συγκεκριμένη ανάπτυξη του αστικού κράτους εξάγεται ακόμη, γενικά, με έναν συμπληρωματικό τρόπο, από εκείνους τους γενικούς όρους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (πάνω απ’ όλα από το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους) οι οποίοι, ωστόσο, ως τέτοιοι δεν δίνουν καμία ακριβώς πληροφορία σχετικά με το συγκεκριμένο τους ιστορικό περιεχόμενο[6].

Ωστόσο, η ιστορική ανάπτυξη των λειτουργιών του κράτους δεν μπορεί να εξαχθεί άμεσα από τη γενική θεωρία με περισσότερη εγκυρότητα απ’ ότι απ’ τη συγκεκριμένη ανάπτυξη των διαδικασιών της συσσώρευσης. Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι μια σημαντική εξέλιξη στη γενική θεωρία του κράτους θα μας καταστήσει, επιτέλους, ικανούς να εξάγουμε την πολιτική της οικογένειας, της εκπαίδευσης ή της πρόνοιας, με μια ικανοποιητική οριστικότητα, από τους όρους της αξιοποίησης. Το εμφανές σημείο αφετηρίας για τις υλιστικές αναλύσεις του κράτους είναι ότι υπάρχει μια σχέση μεταξύ της κίνησης του κεφαλαίου και της δραστηριότητας του κράτους. Η επίκκληση μιας τόσο γενικής σχέσης δεν κάνει περισσότερα από το να μας υπενθυμίσει τη βασική ερευνητική στρατηγική που διατύπωσε ο Μαρξ το 1859 στον Πρόλογο της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Ήτοι, η συγκεκριμένη ανάλυση συγκροτείται ακριβώς στην επεξεργασία, με κάθε ιδιαιτερότητα, του πως παράγονται τέτοιες σχέσεις. Και η αναφορά στους ταξικούς αγώνες δεν αποτελεί λύση σε αυτή τη δυσκολία, εκτός και εάν έχει μια καθοριστική επίδραση στην πραγματική αναλυτική προσέγγιση.

Οι ταξικοί αγώνες και οι συγκεκριμένες ανταγωνιστικές στρατηγικές αναπτύσσονται από τους όρους της αξιοποίησης[7] και λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο μιας καθορισμένης πολιτικής δομής. Η θεώρηση ότι από τέτοιες συγκρούσεις καθιερώνεται μια ακριβής αντιστοίχιση μεταξύ της κατάστασης της αξιοποίησης τους κεφαλαίου και της δραστηριότητας του κράτους, ή ακόμη και ότι το κράτος μπορεί εν γένει να χαρακτηριστεί ως ο διαχειριστής ενός συγκεκριμένου συλλογικού συμφέροντος του κεφαλαίου – αυτές είναι υποθέσεις με τις οποίες όχι μόνο υπεραπλουστεύουμε τη ρεαλιστική ανάλυση του κρατικού εποικοδομήματος, αλλά με τις οποίες επίσης αρνούμαστε την ιστορική σημασία των συγκεκριμένων ταξικών αγώνων.

Η θεώρηση ότι η κρατική δραστηριότητα (τουλάχιστον στην αρχή) μπορεί γενικά να χαρακτηριστεί ως λειτουργική για το κεφάλαιο στο σύνολό του, μπορεί να αιτιολογηθεί θεωρητικά με τρεις τρόπους. Πρώτον, θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η εκπροσώπηση διαφορετικών συμφερόντων όχι μόνο οδηγεί σε μια κυριαρχία των καπιταλιστικών συμφερόντων, αλλά και ότι οι διαφορές στα συμφέροντα του κεφαλαίου καταλήγουν επίσης σ’ έναν συμβιβασμό συμφερόντων μεταξύ των φραξιών του κεφαλαίου, το οποίο θα συνέπιπτε με το συμφέρον του κεφαλαίου στο σύνολό του, ή έστω θα το προσέγγιζε[8]. Αλλά αυτό συνεπάγεται διαδικασίες συμβιβασμού οι οποίες, ακόμη και σε περιόδους πριν την εμφάνιση του μονοπωλιακού καπιταλισμού, θα μπορούσαν να ανταποκρίνονται μόνο σε ένα μοντέλο της αστικής κοινωνίας, έχοντας πίστη στη λειτουργία ενός «αόρατου χεριού». Θα μπορούσε, πιθανώς, να ειπωθεί ότι το συμφέρον του κεφαλαίου στο σύνολό του προέρχεται από τους συγκεκριμένους αγώνες περισσότερο σε εκείνες τις στιγμές που αναλύθηκαν από τον Μαρξ με παραδειγματικό τρόπο στο κεφάλαιο για την 8ωρη εργάσιμη ημέρα: στην πάλη της εργατικής τάξης για τις συνθήκες της αναπαραγωγής της εργασιακής της δύναμης (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, 8ο κεφάλαιο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002). Αλλά και εδώ είναι, επίσης, αρκετά αμφισβητήσιμο το εάν, με την αυξανόμενη ανισότητα της ανάπτυξής τους, τα μεμονωμένα κεφάλαια δεν αντιμετωπίζουν με πολύ διαφορετικούς τρόπους τους όρους της αναπαραγωγής που παραχωρούνται μέσω της πάλης (πχ, ενδοϋπηρεσιακή κατάρτιση), ή εάν ιδιαίτερες διεκδικήσεις αυτού του είδους δεν θα μπορούσαν καν να υπερβούν τους όρους της αναπαραγωγής της καπιταλιστικά εκμεταλλευόμενης εργασιακής δύναμης. Το δεύτερο πιθανό επιχείρημα, το οποίο ισχυρίζεται ότι το συμφέρον του κεφαλαίου στο σύνολό του εκφράζεται μέσω της δραστηριότητας του κράτους, προέρχεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των εθνών-κρατών. Ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, και η κρατική οργάνωση αποτελεί ένα ζωτικής σημασίας εργαλείο των στρατηγικών του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά. Αυτό το επιχείρημα σχετικά με το έθνος-κράτος έχει πράγματι κάτι να μας πει. Επειδή, μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι τόσο οι κυβερνήσεις όσοι κι οι αξιωματούχοι του κρατικού διοικητικού μηχανισμού έχουν συνείδηση της ευθύνης τους για τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας του εθνικού κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά – μια ευθύνη η οποία σήμερα πρέπει γενικά να οδηγήσει στο να δωθεί ειδική μεταχείριση, μέσω κρατικών μέτρων, στις ανάγκες των λεγόμενων βιομηχανιών ανάπτυξης[9]. Ακόμη κι αν δεν ξεκινήσουμε από την υπόθεση μερικών εκ των θεωρητικών του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού σχετικά με μια συμμαχία μεταξύ των μονοπωλίων και του κράτους, ένα αποτέλεσμα της κλασσικής ιστορικής λειτουργίας του αστικού κράτους σχετικά με την εγγύηση της εξωτερικής αντιπροσώπευσης, είναι ότι οι κυβερνητικές υπηρεσίες πρέπει να αποκτήσουν πληροφορίες και συμβουλές από εκείνους τους εκπροσώπους του κεφαλαίου οι οποίοι είναι σημαντικοί για τη τρέχουσα θέση του έθνους στην παγκόσμια αγορά. Μολαταύτα, μια τέτοια γενική γραμμή σκέψης δεν μας λέει πολλά σχετικά με τη συγκεκριμένη κρατική δραστηριότητα. Δεν μπορεί να λάβει υπόψη μια περίπτωση όπου τα ηγετικά κεφάλαια υποχρεούνται να παρατάξουν αντιφατικά μεταξύ τους αιτήματα προς το κράτος (πρβλ την ενεργειακή κρίση)· ούτε μας βοηθάει να υποδείξουμε το ποιες συγκεκριμένες αποφάσεις ίσως πάρει [το κράτος] όσον αφορά την εδραίωση της ανταγωνιστικής θέσης ενός ιδιαίτερου κλάδου στην παγκόσμια αγορά μέσω κρατικής στήριξης. Και, τέλος, παραμελεί πλήρως την αναγκαιότητα των κρατικών αρχών να ισορροπήσουν τις ανάγκες του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά ενάντια στην εσωτερική πολιτική σταθερότητα. Το να χαρακτηρίσουμε τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μιας τέτοιας διαδικασίας εξισορρόπησης, γενικά, σαν την επαρκή έκφραση των τρέχοντων συμφερόντων του κεφαλαίου στο σύνολό του, θα περιλάμβανε ξανά μια σειρά από δικαίως αμφισβητήσιμες υποθέσεις.

Η τρίτη πιθανή δυνατότητα για την εδραίωση μιας επαρκούς αντιστοίχισης μεταξύ του συμφέροντος του κεφαλαίου στο σύνολό του και της δραστηριότητας του κράτους έχει προοινωνιστεί, και επιστρέφει στον ρόλο των αξιωματούχων του κρατικού μηχανισμού. Σε ένα στάδιο του ντιμπέιτ περί της πολιτικής οικονομίας της εκπαίδευσης, θεωρούνταν ότι μπορούσαν αν αποδειχτούν ουσιαστικές σχέσεις μέσω της προβολής προσωπικών δεσμών (πχ μελών του Επιστημονικού Συμβουλίου) με συγκεκριμένα συμφέροντα του κεφαλαίου. Η έκθεση μεμονωμένων ατόμων ως μαριονέτες ορισμένων συμφερόντων είναι σχετικά ανεπαρκής για την ανάλυση των πραγματικών σχέσεων, και επιπλέον είναι επί της ουσίας εκτός θέματος. Η σύνδεση μεταξύ του κρατικού μηχανισμού και των συμφερόντων του κεφαλαίου πράγματι καθιερώνεται εν μέρει μέσω των τυπικων διαδικασιών επιλογής και κοινωνικοποίησης -όπως περιγράφτηκαν ιδίως από τον Ραλφ Μίλιμπαντ, Το Κράτος στην Καπιταλιστική Κοινωνία, εκδόσεις Κουκκίδα, 2016- και επίσης, σε κάποιον βαθμό, μέσω συνειδητών υποχρεώσεων. Αλλά, με συστηματικούς όρους, εκείνο που είναι πάνω απ’ όλα συναφές είναι η σύνδεση που αναγκαία εδραιώνεται πίσω από τις πλάτες των ενδιαφερόμενων ατόμων. Και αυτή η αναγκαιότητα μεσολαβείτε στο ανεπτυγμένο αστικό κράτος από τον μηχανισμό της ψηφοφορίας. Μια κυβέρνηση θα εκλεγεί, ή επανεκλεγεί, μόνο εάν μια πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ελπίζει ότι η κυβέρνηση αυτή θα επιδιώξει τα συμφέροντά τους (με έναν τρόπο που, μερικές φορές, είναι μάλλον πρόχειρα κατανοητός)[10]. Εκτός και εάν προτίθονται να τα καταφέρουν χωρίς της επευφημίες της κάλπης, οι κυβερνήσεις πρέπει να προσπαθήσουν να διατηρήσουν μια εμφανισιακή ουδετερότητα με διάφορους τρόπους[11]· είναι επίσης, καθώς ο καπιταλισμός αναπτύσσεται, αυξανόμενα υποχρεωμένες να ελαφρύνουν τον κρισιακό του χαρακτήρα. Αποτελεί γεγονός, το οποίο μπορεί σίγουρα να ληφθεί υπόψη στην ανάλυση του κράτους, ότι τόσο τα μέλη της κυβέρνησης όσο κι οι αξιωματούχοι του διοικητικού μηχανισμού, έχουν πλήρη συνείδηση του καθήκοντός τους να διαχειριστούν την κρίση. Ωστόσο, στο παρόν στάδιο του καπιταλισμού, αυτό δεν σημαίνει μόνο, με πολύ γενικούς όρους, την εύνοια προς τα συμφέροντα του κεφαλαίου επί εκείνων των μισθωτών, αλλά μάλλον ότι ο στόχος είναι η βελτίωση της κερδοφορίας συγκεκριμένων κεφαλαίων και φραξιών του κεφαλαίου, λόγω της σημασίας τους στον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά. Όσον αφορά την ανάλυση της εμφάνισης της κρατικής δραστηριότητας, βρισκόμαστε συνεπώς για άλλη μια φορά στο σημείο που φτάσαμε προηγουμένως. Είναι εφικτό να σκιαγραφήσουμε μόνο ένα απλό περίγραμμα της εμφάνισης αυτής της δραστηριότητας, εκτός και εάν μπορέσουμε να αποδώσουμε στον κρατικό μηχανισμό μια οιονεί μυστικιστική γνώση των συγκεκριμένων συμφερόντων του κεφαλαίου στο σύνολό του ανά πάσα στιγμή.

Σε αντίθεση με τις κυρίαρχες σύγχρονες προσεγγίσεις, το AK έχει ορθώς υποδείξει ότι η αναλυτική αποσύνθεση του κράτους σε οικονομικές κατηγορίες θεωρητικά αρνείται την ιδιαιτεροποίηση του κράτους από την αστική κοινωνία (Munich AK, 1974). Γι’ αυτούς, αυτού έπεται ότι η ανάλυση του κράτους πρέπει να εκκινεί από τις φαινομενικές μορφές στις οποίες παρουσιάζονται οι κινήσεις του κεφαλαίου στην επιφάνεια της αστικής κοινωνίας. Αλλά αυτή η θεωρητική προσκόλληση στην αντεστραμμένη εμφάνιση της αστικής κοινωνίας, αναγκαστικά περιορίζει την ανάλυση του κράτους. Το γεγονός ότι οι κινήσεις του κεφαλαίου θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ως εκείνες της απλής κυκλοφορίας στην επιφάνεια της αστικής κοινωνίας δεν υπήρξε μόνο μια ιστορική επίτευξη (στη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης), αλλά καθιστά επίσης αναγκαία τη συνεχή κρατική δράση. Κι αυτό επειδή η επιτυχής αναπαραγωγή του κεφαλαίου αποτελεί την προϋπόθεση της ιδιαίτερης εμφάνισης της αστικής κοινωνίας, και σε κάθε φάση της αστικής κοινωνίας αυτό απαιτούσε κρατικά μέτρα (σε αντίθεση με τα απλουστευμένα μοντέλα των σταδίων)[12]. Γι’ αυτό, η ανάλυση των κρατικών λειτουργιών αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο μιας ιστορικής-υλιστικής θεωρίας του κράτους. Αυτή η ανάλυση δεν μας παρέχει μια ολοκληρωμένη επεξήγηση του αστικού κράτους και, επίσης, παραμένει ανεπαρκής, εκτός εάν θέσει πράγματι υπό θεωρητική ανάλυση τόσο τους ταξικούς αγώνες όσο και τα επίπεδα της μεσολάβησης διά μέσου των οποίων συσχετίζεται η κίνηση του κεφαλαίου με την κρατική δράση. Περισσότερα επ’ αυτού παρακάτω.

Μια περαιτέρω προσέγγιση στην ανάλυση του κράτους έχει πρόσφατα διατυπωθεί από τον Hunno Hochberger[13] (μπορεί επίσης να βρεθεί με μια παρόμοια μορφή στο έργο του Ulrich K. Preuss, Legalität und Pluralismus, 1973) σχετικά με την ανάπτυξη του γερμανικού συντάγματος. Κατά την άποψη του Hochberger, ο ταξικός χαρακτήρας του αστικού κράτους δεν έχει καθιερωθεί ικανοποιητικά στα υπάρχοντα έργα. Η εξαγωγή του κράτους από τη λογική του οικονομικού συστήματος, γράφει, σημαίνει ότι πρέπει να αποδωθεί στο κράτος μια ταξική φύση χωρίς κάποια περαιτέρω μεσολάβηση. Αυτό δείχνει, λέει, τα όρια μιας καθαρά λογικής ανάλυσης, και κάνει ξεκάθαρο το «πότε εισέρχεται η ιστορία». Ύστερα, αναπτύσσει αυτή την προσέγγιση, ιδίως επεξεργάζοντας τη διαφορά μεταξύ του διοικητικού μηχανισμού και των μορφών αλληλεπίδρασης στην αστική κοινωνία. Ισχυρίζεται ότι ο γραφειοκρατικός μηχανισμός προήλθε ως ταξικό όργανο για τη διεξαγωγή της προλεταριοποίησης κατά την πρωταρχική συσσώρευση. Συνεπώς, η αυτονόμηση της κρατικής εξουσίας πρέπει να είναι το αποτέλεσμα της κατάστασης της ταξικής πάλης στη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Πέρα από την ένσταση ιστορικού χαρακτήρα ότι ένας διαχωρισμένος διοικητικός θεσμός αποδεικνύεται να προέρχεται από πολυ νωρίτερες ιστορικές περιόδους, η ανάλυσή του αυτή αποτελεί μόνο μια ιστορική απόδειξη του ταξικού χαρακτήρα του αστικού κράτους η οποία δείχνει ορθώς ότι ο κρατικός μηχανισμός υπήρξε όργανο ταξικής πάλης κατά την πρωταρχική συσσώρευση. Αλλά η ιστορική ανάλυση μας λέει μόνο για τις δομές, και όχι για την αναγκαιότητα ύπαρξής τους. Εκείνο που διακρίνει τη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης από εκείνη της ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας, είναι ότι [στη φάση της πρωταρχικής συσσώρευσης, το κράτος] έχει έναν εμφανή ταξικό χαρακτήρα. Αλλά απλώς και μόνο επειδή ήταν εμφανής στην αρχή, δεν επαρκεί για να εξηγήσει την ύπαρξή του σε μια μεταγενέστερη καμουφλαρισμένη μορφή. Και η υλιστική ανάλυση είναι ανεπαρκής εφόσον δεν μπορεί να αποκρυπτογραφήσει τον ταξικό χαρακτήρα ο οποίος κείτεται στην ίδια την καθολικότητα του δικαίου, στην καθολικότητα του κανόνα. Παρόλη την κριτική αυτή, υπάρχουν δύο σημεία άξια αναφοράς σε αυτή την αναμφισβήτητα ιστορική προσέγγιση: πρώτον, η ένστασή της στον ισχυρισμό που συνεπάγεται η συστηματική μεθοδική παραγωγή, που επιζητά να κατανοήσει όλα τα φαινόμενα του αστικού κράτους από τις συνθήκες της αστικής κοινωνίας και μόνο. Στην πραγματικότητα, η δημιουργία του θεσμικού μηχανισμού προηγείται της εγκαθίδρυσης της αστικής κοινωνίας. Και από την άποψη του γεγονότος ότι το κράτος δεν αποτελεί ένα άμεσο συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ως δεδομένο ότι δεν ενυπάρχουν σε αυτό χαρακτηριστικά τα οποία προέρχονται από τις συνθήκες του σχηματισμού του. Οπότε, η προσέγγιση που αναφέραμε μας οδηγεί στην ακόλουθη σκέψη: αν η πολιτική σφαίρα στην αστική κοινωνία πρέπει πράγματι να αναλυθεί ως διαχωρισμένη, με έναν ειδικό τρόπο, από την οικονομική σφαίρα, και εάν, αντίστοιχα, οι κατηγορίες για αυτή την ανάλυση δεν μας παρέχονται πλήρως σχηματισμένες από την ανεπτυγμένη γενική θεωρία του κεφαλαίου, τότε θα φαινόταν αναγκαίο (σε περιορισμένο βαθμό, καθώς η ιδιαιτεροποίηση του κράτους καταστρέφει το γενικό κοινωνικό πλαίσιο) να επαναλάβουμε αυτή την ερευνητική διαδικασία η οποία προηγείται της ανάλυσης του κεφαλαίου: την επεξεργασία του ιστορικού υλικού και την κριτική της αστικής θεωρίας. Αυτό συνεπάγεται έναν κάποιον σκεπτικισμό απέναντι στις προσπάθειες για την επίτευξη μιας συστηματικής θεωρητικής δομής στην παρούσα κατάσταση αυτού του ντιμπέιτ.

Το κράτος, ως η προϋπόθεση για την αναπαραγωγή της κοινότητας[14], αναπτύσσεται σε σχέση με τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και, ταυτοχρόνως, με την περιφερειακή οριοθέτηση της παραγωγής· επίσης, ο χαρακτήρας της ταξικής κυριαρχίας αποσπάται και ανατίθεται στο κράτος από όλου του είδους τις εκμεταλλευτικές καταδυναστεύσεις. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς χρησιμοποίησαν και τις δύο αυτές διατυπώσεις (Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμος Β, εκδόσεις Στοχαστής, σελ. 358 και εξής· Φρίντριχ Ένγκελς, Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή). Αυτό δεν σημαίνει ότι η ανάλυση του κράτους είναι απολύτως απορροφημένη στην ανάλυση της μορφής της αστικής κοινωνίας. Μάλλον, το αντικείμενο τη τελευταίας είναι η ιδιαίτερη μορφή που λαμβάνει το κράτος στην αστική κοινωνία: «Πάντως στην άμεση σχέση των ιδιοκτητών των όρων παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς -μια σχέση, η κάθε μορφή της οποίας ανταποκρίνεται πάντα με φυσικότητα, σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης του τρόπου δουλειάς, επομένως και στην κοινωνική παραγωγική της δύναμη- βρίσκουμε το ενδότατο μυστικό, την κρυμμένη βάση όλης της κοινωνικής συγκρότησης, επομένως και της πολιτικής μορφής της σχέσης κυριαρχίας και εξάρτησης, κοντολογίς της κάθε φορά ειδικής κρατικής μορφής» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 972).

Κατά την περίοδο του σχηματισμού του, το αστικό κράτος διαχώριστηκε από τις προηγούμενες κρατικές μορφές αρχικά μόνο όσον αφορά τις λειτουργίες του, και όχι τη βασική δομή του. Συγκροτούσε την οργάνωση για την εκτέλεση των κοινών συμφερόντων των αρχουσών τάξεων και τη θεσμοποίηση ενός νέου συστήματος οικονομικής εκμετάλλευσης. Στο στάδιο της πρωταρχικής συσσώρευσης, το κράτος μπορεί, οπότε, να περιγραφτεί ως η επιτροπή για τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων των αρχουσών τάξεων, μια περιγραφή την οποία το Κομμουνιστικό Μανιφέστο πολεμικά τη δίνει σε σχέση με το σύνολο της αστικής εποχής. Ο καταδυναστευτικός χαρακτήρας του κράτους εκείνη την περίοδο ήταν τόσο εμφανής όσο και σε όλες τις προγενέστερες μορφές πολιτικής οργάνωσης. Γιατί το κράτος αλλάζει την μορφή του στην αστική εποχή; Γιατί γίνεται, όσον αφορά την μορφή του, το κράτος της κοινωνίας στο σύνολό της; Αυτό είναι το ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί μέσω της ανάλυσης των βασικών δομών της αστικής κοινωνίας.

Ο σχηματισμός της ειδικά αστικής μορφής του κράτους αποτελεί ιστορικά το αποτέλεσμα της πρωταρχικής συσσώρευσης. Μόνο αφότου το κράτος -με την μορφή ενός θεσμού που δρούσε φανερά σύμφωνα με τα συμφέροντα των αρχουσών τάξεων- είχε προωθήσει την προλεταριοποίηση ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού και την αδηφάγα συσσώρευση του κεφαλαίου, και μόνο τότε, άλλαξε την φαινομενική του μορφή (για περισσότερα επ’ αυτού, βλέπε Gerstenberger, «Zur Theorie der historischen Konstitution des bürgerlichen Staates», Prokla 8-9, 208- , 1973). Οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής είχαν ήδη εδραιωθεί εκείνη την περίοδο, αν και όχι πάντα πολύ εκταταμένα. Έπειτα, το ζήτημα δεν ήταν πλέον και τόσο η εδραίωση αυτών των σχέσεων, αλλά η αναπαραγωγή τους. Ενώ σε όλες τις προηγούμενες εποχές παραγωγής η εμφανής σταθεροποίηση των σχέσεων εξουσίας αποτελούσε ένα τμήμα της διαδικασίας της αναπαραγωγής, η αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής πρέπει να λάβει χώρα όσο το δυνατόν περισσότερο χωρίς τη χρήση απροκάλυπτης βίας. Επειδή το αποτέλεσμα της εδραίωσης της δομής εκμετάλλευσης με την μορφή μιας απροκάλυπτης σχέσης βίας είναι η εκτενής ακινητοποίηση της εργασιακής δύναμης. Και μια τέτοια ακινητοποίηση είναι πολύ δύσκολο να συμβιβαστεί με την καπιταλιστική συσσώρευση, η οποία καθορίζεται από ανταγωνιστικές διαδικασίες[15]. Συνεπώς, η αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν προϋποθέτει απλώς τη διαθεσιμότητα της εργασιακής δύναμης (η οποία θα μπορούσε να έχει ήδη επιτευχθεί από τον βίαιο διαχωρισμό του πληθυσμού από τα μέσα αυτοσυντήρησης)· προϋποθέτει επίσης ότι οι εργάτες θα πρέπει να βλέπουν την κατάστασή τους όχι ως κάτι που επιφέρθηκε με τη βία, αλλά θα πρέπει καλύτερα να τη βιώνουν ως το αποτέλεσμα μιας πράξης ανταλλαγής, στην οποία φέρνουν την εργασιακή τους δύναμη. Σε προγενέστερες ιστορικές εποχές, η προσωπική εξαθλίωση θα μπορούσε πιθανώς να νοηθεί ως μια θεία τιμωρία, αλλά ποτέ πριν το σύστημα εκμετάλλευσης δεν μπορούσε να ριζώσει στη συνείδηση των εκμεταλλευόμενων με τέτοιον τρόπο ώστε να έπρεπε να νοήσουν τη δυσχέρειά τους ως τη συνέπεια της δικής τους ανικανότητας, καθορισμένη από τις ιδιαίτερες ποιότητες της εργασιακής τους δύναμης. Η προϋπόθεση για να εμφανιστεί με αυτόν τον τρόπο η αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων στη συνείδηση των ανθρώπων, ήταν ιστορικά (και είναι συστηματικά) ότι το κράτος δεν θα έπρεπε πια να εμφανίζεται απροκάλυπτα ως η οργάνωση των αρχόντων. Από τη στιγμή που το κράτος παύει να υποχρεώνει βιαίως τους αλήτες [περιπλανώμενους] και τους τροφίμους των οφειλετών σε καταναγκαστική εργασία, και πλέον εμφανίζεται ως ο εγγυητής της (νομικής) ρύθμισης των ανταλλακτικών σχέσεων, τότε τυπικά αποχωρεί από την κοινωνία και, ταυτοχρόνως, γίνεται το κράτος της κοινωνίας στο σύνολό της – ιστορικά, αυτή η διαδικασία εκφράστηκε, για παράδειγμα, στην κατάργηση των τάξεων του Παλαιού Καθεστώτος[16] και την εγκαθίδρυση του αδιαμεσολάβητου χαρακτήρα της κρατικής εξουσίας. Εκείνο που εγγυάται με αυτό τον τρόπο το κράτος, είναι η εμφάνιση της ελευθερίας της σύμβασης, η οποία εκφράζεται στο αστικό δίκαιο [εννοώντας εδώ το δίκαιο της αστικής τάξης και όχι το Αστικό Δίκαιο ως κλάδο του δικαίου]. Η εμφάνιση αυτή, ωστόσο, μπορεί και διατηρείται μόνο επειδή βρίσκει στους μισθούς μια βάση η οποία μπορεί να βιωθεί υλικά (πρβλ Oskar Negt, «Thesen zur marxistischen Rechtstheorie», Kritische Justiz 1, 1- , 1973). Η κεφαλαιακή σχέση μπορεί να εδραιωθεί στην επιφάνεια [της κοινωνίας] ως μια ανταλλακτική σχέση μόνο επειδή οι μισθοί δημιουργούν την εμφάνιση ότι το σύνολο της εργασίας πληρώνεται. Η απόκρυψη δεν φέρετε εις πέρας από τη νομική μορφή αλλά από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Όμως, εφόσον ο καπιταλισμός έχει καταφέρει να αποκρύψει το σύστημα εκμετάλλευσης στην ίδια την οργάνωση της παραγωγής, γίνεται εφικτό η πολιτική-νομική ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων στην αστική κοινωνία να αναπτυχθεί σε τυπική αφαίρεση από την κοινωνική οργάνωση της παραγωγής. Συνεπώς, το κράτος δεν εγγυάται πράγματι τη δικαιοσύνη, αλλά τίποτα παραπάνω από την εφαρμογή των τυπικών αρχών [principles].

Από τη στιγμή που ερμηνεύσουμε την αφαίρεση των πολιτικών-νομικών μορφών της αλληλεπίδρασης από τις δομές της παραγωγής όπως προκύπτουν από την απόκρυψη της σχέσης εκμετάλλευσης μέσω των μισθών, έχουμε ήδη εδραιώσει την ιδιαιτεροποίηση του κράτους από την κοινωνία και την πιο γενική μορφή του αστικού κράτους. Αλλά αυτό μας λέει ακόμη πολύ λίγα σχετικά με τη συγκεκριμένη ιστορική ανάπτυξη του αστικού κράτους. Επειδή, δεν μπορούμε να εξάγουμε τις λειτουργίες του αστικού κράτους άμεσα από την μορφή του[17]. Καλύτερα, η σχέση μεταξύ της μορφής και της λειτουργίας του αστικού κράτους περιλαμβάνουν μια αντίφαση· η αντιφαση αυτή προέρχεται από την απαίτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής όχι μόνο για ιδιαίτερους τρόπους αλληλεπίδρασης, αλλά, την ίδια στιγμή, και για την παροχή των υλικών προϋποθέσεων της παραγωγής. Ο γενικός τους χαρακτήρας μπορεί να εξακριβωθεί από τον ανταγωνισμό μεταξύ των κεφαλαίων (και μεταξύ εθνικών-κρατικών ομαδών κεφαλαίου)· η ιδιαίτερή τους μορφή είναι αποτέλεσμα των ιστορικών-συγκεκριμένων όρων της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Αυτές οι σχέσεις έχουν αναλυθεί από τον Elmar Altvater. Η παροχή των υλικών (σε αντίθεση με των νομικών-τυπικών) όρων της παραγωγής, απαιτεί οικονομικά καθορισμένη κρατική δράση. Αυτό δημιουργεί μια ζωτικής σημασίας απειλή στη διαφύλαξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής από τα μέσα της ιδιαιτεροποίησης του κράτους από την κοινωνία.

Υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους μπορεί να συμφιλιωθεί η αντίφαση μεταξύ της μορφής και της λειτουργίας του αστικού κράτους:

  1. Η τυπικά ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών στη διαδικασία του καθορισμού της συλλογικής θέλησης εξυπηρετεί στην απόκρυψη του ταξικού περιεχομένου των κρατικών μέτρων που καταλήγουν στη νομική μορφή. (Έχουμε ήδη ισχυριστεί παραπάνω ότι η πάλη για ισότιμη συμμετοχή μπορεί να έχει την ίδια επίδραση).
  2. Η καθιέρωση οριστικών, τυπικών, δικαστικά ανανεώσιμων διαδικασιών ως λειτουργικά πρότυπα για τη γραφειοκρατία, εξυπηρετεί στο να υπαχθεί η κρατική δράση στην αρχή [principle] του καθολικού κανόνα. (Αυτό δεν δημιουργεί, με πραγματικούς όρους, κάποιον περιορισμό στην έκταση της κρατικής δράσης, όπως έχει δειχθεί πιο καθαρά πάνω απ’ όλα από τον Luhmann, «Politische Verfassungen im Kontext des Verfassungssystems», Der Staat, τόμοι 1 & 2, 1973).
  3. Ως αποτέλεσμα των ταξικών αγώνων, οι κρατικές δράσεις καταλήγουν να περιλαμβάνουν όχι μόνο τυπικά αλλά και πραγματικά συμφέροντα της εργατικής τάξης (η αυταπάτη του κράτους πρόνοιας).

Παρότι δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ, πρέπει να επισημάνουμε ότι στην πορεία της ιστορικής εξέλιξης, γίνεται απαραίτητο για έναν αυξανόμενο αριθμό κρατικών υποχρεώσεων, ώστε να διασφαλίσουν την παροχή των υλικών προϋποθέσεων της παραγωγής, το να μην διοχετευθούν μέσω νομοθετικών διαδικασιών (πρβλ Preuss, 1973). Όμως, την ίδια στιγμή, το αστικό κράτος, ως αποτέλεσμα των ταξικών συγκρούσεων, παρουσιάζεται όλο και περισσότερο ως ο πραγματικός υπερασπιστής όλων των συμφερόντων. Έτσι, η αστική κοινωνία μπορεί να διασφαλίσει τις παραγωγικές σχέσεις με έναν τρόπο ο οποίος ξεπερνάει (ή αυξανόμενα αντικαθιστά) εκείνο το οποίο συγκροτείται από την ιδιαιτεροποίηση του αστικού κράτους από την κοινωνία[18].

Το αρχικό καθήκον της συγκεκριμένης ανάλυσης πρέπει να είναι το να δείξει το πως η αντίφαση μεταξύ της μορφής και της λειτουργίας του αστικού κράτους αναπτύσσεται συγκεκριμένα, και με ποιους τρόπους εν μέρει επιλύεται. Μόνο ύστερα από μια εκτενή διαδικασία ιστορικής διερεύνησης -η οποία ουσιαστικά δεν έχει ξεκινήσει ακόμη- θα καταστεί εφικτή μια συστηματική κατασκευή θεωριών. Βάση αυτής δεν θα υπάρξουν αυτά τα είδη της ιστορικής περιγραφής και οι προσπάθειες συστηματοποίησης που έχουν έως τώρα διατυπωθεί από τους υπέρμαχους της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, αλλά ούτε και οι κριτικές συζητήσεις αυτών των έργων παρέχουν μια πραγματικά επαρκή αφετηρία. (Η απόρριψη των μοντέλων των σταδίων της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού δεν μας απελευθερώνει από την αναγκαιότητα της επεξεργασίας του ποιες είναι οι αλλαγές εκείνες οι οποίες απορρέουν από τη διαδικασία της ανάπτυξης της αστικής κοινωνίας).

Έχουμε γενικά περιοριστεί, όσον αφορά τη συγκεκριμένη ανάλυση του αστικού κράτους, στην αναγνώριση της γενικής σύνδεσής του με τους όρους της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Οι ταξικοί αγώνες εισάγονται για να ερμηνεύσουν την εδραίωση αυτής της σύνδεσης ανά πάσα στιγμή. Έχουμε τονίσει παραπάνω τα προβλήματα που περιλαμβάνει αυτή η διαδικασία. Αποτελείται από τη θεωρητική (και οπότε, επίσης πολιτική) αναγωγή των ταξικών αγώνων σε τίποτα περισσότερο από την εκπλήρωση των γενικών νόμων [του κεφαλαίου]. Την ίδια στιγμή, το αναγκαίο αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η ερμηνεία της κρατικής δραστηριότητας ως λειτουργικής για τη συγκεκριμένη κατάσταση της αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Μια προσπάθεια να σπάσουμε τους περιορισμούς της προηγούμενης ανάλυσης του κράτους θα εισήγαγε στον αναλυτικό ορίζοντα παράγοντες των οποίων την ανάλυση οι μαρξιστές έχουν έως τώρα αφήσει αποκλειστικά στην πολιτική επιστήμη. Θα περιλάμβανε, για παράδειγμα, την πιο συγκεκριμένη διερεύνηση εκείνων των μελών της αστικής κοινωνίας για τους οποίους ο Μαρξ κάποτε είπε ότι θεωρούν το κράτος ως ατομική τους ιδιοκτησία (Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, εκδόσεις Παπαζήση, 1978, σελ. 30). (Οι αντιλήψεις των γραφειοκρατών είχαν υπάρξει πάντα ένας παράγοντας που παραλειπόταν στη συστηματική ανάλυση, παρότι υποτίθεται πως είναι ακριβώς εκείνοι οι οποίοι μεσολαβούν την μετάφραση των αναγκών της αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε κρατική δράση). Όμως, πάνω απ’ όλα, οι ταξικοί αγώνες δεν πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται, στο πλαίσιο της ανάλυσης του κράτους, μόνο αναφορικά με την αντικειμενική τους βάση και το περιεχόμενό τους, αλλά επίσης και με τους όρους της συγκεκριμένης τους πορείας και των αποτελεσμάτων τους. Αυτό αποδίδει αναλυτική σημασία σε εκείνες τις ιδιαίτερες συνθήκες οι οποίες αποτελούν ταυτοχρόνως το αποτέλεσμα των προηγούμενων ταξικών αγώνων σε μια κοινωνία, και επηρεάζει επίσης την πραγματική επιδίωξη των πολιτικών στρατηγικών. Οι ιδιαίτερες αυτές συνθήκες είναι εν μέρει παγιωμένες στις συγκεκριμένες συνταγματικές δομές του κράτους (στην παρούσα μορφή του κράτους), αλλά είναι επίσης ενσωματωμένες σε συγκεκριμένες παραδόσεις και τυπικούς τρόπους συμπεριφοράς. Δεν είναι ότι τέτοιες δομές καθορίζουν το περιεχόμενο των ταξικών αγώνων· αλλά είναι σημαντικές, για την ανάλυση του κράτους, ως δίοδοι μέσω των οποίων οι οικονομικές και πολιτικές στρατηγικές κατά κανόνα επιδιώκονται σε μια κοινωνία. Απλά και μόνο επειδή μια συγκεκριμένη στρατηγική ίσως να είναι εφικτή σε μια χώρα (πχ, η οργάνωση «συντονισμένης δράσης» στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) δεν σημαίνει για κανένα λόγο ότι θα μπορέστει να εφαρμοστεί με μια αντίστοιχη μορφή σε μια άλλη χώρα – ακόμη κι αν οι γενικοί όροι της αξιοποίησης του κεφαλαίου είναι παρόμοιοι με κάθε τρόπο (πχ η Μεγάλη Βρετανία, στην περίπτωση του παραπάνω παραδείγματος του πολιτικού ταξικού συμβιβασμού).

Η προσέγγιση που διατυπώνεται εδώ ότι η συγκεκριμένη δραστηριότητα του κράτους θα πρέπει να νοείται ως το αποτέλεσμα των κοινωνικών αναμετρήσεων οι οποίες μεσολαβούνται από μια ευρεία ποικιλία διόδων εντός του κρατικού μηχανισμού[19], έχει θεωρητικό νόημα μόνο αν θεωρήσουμε πιθανό ότι στη βάση τέτοιων μεσολαβήσεων η πραγματική κρατική δραστηριότητα δεν αποτελεί πάντα την επαρκή έκφραση των συμφερόντων του κεφαλαίου στο σύνολό του. Όχι ότι τα συμφέροντα του κεφαλαίου γενικά δεν εφαρμόζονται· αλλά σε μια συγκεκριμένη ανάλυση δεν θα έπρεπε να θεωρούμε εκ των προτέρων ως βεβαιότητα ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση η επακόλουθη κρατική δραστηριότητα θα προωθήσει τις δυνατότητες της συσσώρευσης του εθνικού κεφαλαίου στον μέγιστο δυνατό βαθμό υπό καπιταλιστικές συνθήκες. Αυτή η μεθοδολογική έμφαση στη συγκεκριμένη πορεία των κοινωνικών στρατηγικών θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί ιδίως δείχνοντας προς την αυξανόμενη κρατική δραστηριότητα που αφορά τον προγραμματισμό, η οποία απορρέει από την αποδοχή της ευθύνης για την εκκίνηση της ανάπτυξης των στρατηγικών σταθεροποίησης. Αλλά η μεταφορά των προγραμματικών ευθυνών στις κυβερνητικές υπηρεσίες δεν δημιουργεί από μόνη της ένα είδος καπιταλιστικής υπερ-νοημοσύνης.

Δεν αποτελεί, οπότε, μόνο ένα ζήτημα ανάλυσης των οικονομικών ορίων της κρατικής δραστηριότητας· πρέπει να πάμε παραπέρα και να δείξουμε τους περιορισμούς στους οποίους υπόκειται η κρατική δραστηριότητα στις λειτουργικές της δυνατότητες σχετικά με τη συσσώρευση του κεφαλαίου, περιορισμοί οι οποίοι εγείρονται από τη σύνδεση μεταξύ της κρατικής δραστηριότητας και της κρισιακής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Οι δυσκολίες της συγκέντρωσης πληροφοριών, οι οποίες συνήθως τονίζονται σε αυτό το πλαίσιο, μπορούν εδώ μόνο να αναφερθούν. Αλλά ακόμη κι αν υποθέσουμε την κάλλιστη συγκέντρωση πληροφοριών, που θα αποκτούσαν ξαφνικά αναλυτική ικανότητα οι υπεύθυνοι σύμβουλοι; Θα καταδείξουμε αυτά τα σημεία με ένα μόνο παράδειγμα, το οποίο όμως είναι αρκετά σημαντικό. Σήμερα, οι ικανότεροι θεωρητικοί της ανάπτυξης είναι απόλυτα ξεκάθαροι ότι οι προβλέψεις σχετικά με τη συγκεκριμένη σύνδεση μεταξύ των καθορισμένων επενδύσεων στις υποδομές και την οικονομική ανάπτυξη είναι εφικτές μόνο ως υποθέσεις. Αλλά ακόμη κι οι παράγοντες των οποίων η σημασία δεν αμφισβητείται (πχ η περιορισμένη φύση των πετρελαϊκών αποθεμάτων ή η μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της ρύπανσης του περιβάλλοντος), διά τούτου δεν γίνονται κατευθυντήριες αρχές [principles] της κρατικής δράσης. Όπου πράγματι υπάρχουν ενδεδειγμένα σχέδια στα συρτάρια (πχ, μια ενεργειακή πολιτική βασισμένη όχι αποκλειστικά στο πετρέλαιο), μπορούν να εφαρμοστούν ακόμη κι ως σχέδια εάν και μόνο εάν αποτελούν τα συμφέροντα μιας φραξιάς του κεφαλαίου, ή εάν η εργατική τάξη τα προωθήσει ως μαζικά υποστηριζόμενα αιτήματα, ή εάν μια οξεία κρίση κάνει ξεκάθαρη την αναγκαιότητά τους. Δηλαδή, τα καινούρια προβλήματα πρέπει πρώτα να γίνουν προβλήματα του κράτους· αυτό προκαλείται μέσω των διόδων για τη διάρθρωση των συμφερόντων και/ή μέσω κρίσεων. Το κράτος αντιδρά και στα δύο κυρίως ad hoc· και κατά κανόνα, τα μέτρα του δημιουργούν τις προϋποθέσεις για νέες κρίσεις. Η λογική ανάλυση των όρων της καπιταλιστικής ανάπτυξης σίγουρα δεν παρέχει καμία βάση για την κατανόηση του πως η κρατική δραστηριότητα, η οποία με μια προσεκτικότερη εξέταση είναι αναπάντεχα μη συστηματική, πάντα εδραιώνει, σαν από τέχνασμα της λογικής, ακριβώς εκείνο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως λειτουργικό κατά τη χρονική εκείνη στιγμή για τους συγκεκριμένους όρους της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Γι’ αυτό τον λόγο, είναι αμφισβητήσιμο το εάν ο κοινώς θεωρούμενος βαθμός εξάρτησης της διαδικασίας της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε συγκεκριμένα προσδιορισμένα κρατικά μέτρα θα μπορούσε να αντέξει σε μια θεμελιώδη ανάλυση. Μπορούμε εξίσου να υποθέσουμε ότι δεν μπορεί να δειχτεί καμία άμεση σύνδεση κάποιων εκ των κρατικών δραστηριοτήτων με τους όρους της αξιοποίησης του κεφαλαίου. Αν αυτές οι θεωρήσεις ληφθούν σοβαρά υπόψη και δεν χρεωθούν ως ιστορικά τυχαίες, τότε θέτουν προβλήματα για την υλιστική ανάλυση του κράτους, προβλήματα τα οποία δεν έχουμε ακόμη καν αρχίσει να σκεφτόμαστε.

Σημειώσεις:

1. Το ίδιο ισχυρίζεται κι η Margaret Wirth, «Zur Kritik der Theorie der staatsmonopolistischen Kapitalismus», Prokla 8-9, 17- ,1973, σελ. 31 και εξής.

2. Αυτό είναι για να απαντήσουμε στον Offe, ο οποίος θεωρεί ότι ο ταξικός χαρακτήρας του αστικούς κράτους ανά πάσα στιγμή μπορεί να προσδιοριστεί μόνο αναδρομικά, στη βάση ορισμένων κρατικών μέτρων: βλέπε Claus Offe, Struktur pro bleme des kapitalistischen Staates, 1972, ιδίως σελ. 69 και εξής.

3. Όπως ισχυρίζεται λαθεμένα η Margaret Wirth, ό.π., σελ. 31, και όπως λαθεμένα ισχυρίστηκα κι εγώ στο παρελθόν, Heide Gerstenberger, «Zur Theorie der historischen Konstitution des bürgerlichen Staates», Prokla 8-9, 208- , 1973, σελ. 208.

4. Αυτή η διευκρίνιση προήλθε από μια συζήτηση με τους Reinhold Zech και Helmut Reichelt.

5. Αυτό επέτρεψε τη συζήτηση της αριστεράς να αφήσει πίσω της τη φάση η οποία είχε ουσιαστικά κυριαρχηθεί (αν και στις θεωρίες όχι συνειδητά) τόσο από τον κεϋνσιανισμό όσο κι από αντίστοιχες προσεγγίσεις της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

6. Αυτό υπαινίσεται περισσότερο ο Paul Boccara, «Zum Staatsmonopolistischen Kapitalismus», SOPO 11, 7- · αλλά εξίσου και ο Elmar Altvater, «Zu einigen Problemen des Staatsinterventionismus», Prokla 3, 1-53, 1972.

7. Από τη στιγμή που αυτοί αναπαριστούν τη βάση, θεωρώ ότι η πρόταση των Blanke, Jürgens και Kastendiek ότι η περιοδολόγηση θα πρέπει να βασίζεται στη συνθήκη της ταξικής πάλης και όχι στην κατάσταση του ανταγωνισμού, δεν θα μας οδηγήσει πουθενά. Πρβλ σε αυτή τη σύνδεση τη δυσκολία της ανάλυσης του φασισμού.

8. Φυσικά, δεν παρερμηνεύω το συμφέρον του κεφαλαίου στο σύνολό του σαν να είναι το μέσο συμφέρον· επιχειρηματολογώ εδώ σχετικά με τη θεωρητική δυνατότητα της κρατικής εκπροσώπησης των συμφερόντων του κεφαλαίου στο σύνολό του.

9. Πρβλ την κατακραυγή των μεσαίας-τάξης οικονομικών ενώσεων για τη «συντονισμένη δράση».

10. Αυτή η ένσταση μπορεί να γίνει στους θεωρητικούς της κρίσης νομιμοποίησης. Η μειώμενη φερεγγυότητα μιας κυβέρνησης μπορεί να σημαίνει το τέλος της, αλλά δεν μπορεί για κανένα λόγο να σημαίνει το τέλος της αστικής κοινωνίας.

11. Ο James O’Connor έχει δώσει πραγματικά παραδείγματα επ’ αυτού («Summary of the fiscal crisis of the state», Kapitalistate 1, 79-83, 1973).

12. Γι’ αυτό τον λόγο, επίσης, αφότου έχει γίνει η διάκριση μεταξύ ιστορικής και λογικής ανάλυσης, είναι δύσκολο να δικαιολογήσουμε μια απλή εξαγωγή του αστικού κράτους από τις αστικές μορφές αλληλεπίδρασης: πρβλ AK Munich, 1974, σελ. 157.

13. Hunno Hochberger, «Probleme einer materialistischen Bestimmung des Staates», Gesellschaft 2, 1974, σελ. 155 και εξής. Ο Hochberger φαίνειται να στηρίζεται εκεί εν μέρει στην πραγματεία μου Gerstenberger, Zur politischen Ökonomie der bürgerlichen Gesellschaft: die Bedingungen ihrer historischen Konstitution in den USA, 1973. Αυτή, όμως, δεν υπήρξε μεθοδολογικά παρά μια προσπάθεια συστηματικής περιγραφής. Οι μόνες θεωρητικές ιδέες αυτής αντιστοιχούσαν, στην καλύτερη, στη λειτουργική προσέγγιση την οποία επικρίνω παραπάνω.

14. Γι’ αυτό και είναι βάσιμη η προσέγγιση που υιοθετεί το Projekt Klassenanalyse, Zur Taktik der proletarischen Partei, 1972, δεδομένου ότι δεν περιορίζεται στην ανάλυση της μορφής της αστικής κοινωνίας.

15. Αυτό δεν αποκλείει τη συνεχιζόμενη ιστορική στήριξη της καπιταλιστικής παραγωγής επίσης στην καταναγκαστική εργασία.

16. [Σ.τ.Μ.]: Οι τάξεις [estates] αυτές ήταν τρεις: ο κλήρος, οι ευγενείς κι οι απλοί άνθρωποι. Φυσικά, ο όρος τάξεις χρησιμοποιείται εδώ με την κοινωνιολογική έννοια (το σύνολο των ανθρώπων οι οποίοι κατέχουν μια παρόμοια κοινωνική θέση) και όχι την μαρξιστική (όπου οι τάξεις συγκροτούνται στη βάση και διά μέσου της πάλης).

17. Οι Blanke, Jürgens και Kastendiek καταλήγουν λαθεμένα σε αυτό το συμπέρασμα. Έχοντας εδραιώσει το κράτος ως τον εξωκοινωνικό εγγυητή του δικαίου, εξάγουν απ’ αυτό ότι οι πράξεις του κράτους πρέπει να παραμείνουν εκτός της αναπαραγωγικής διαδικασίας (αλλά τα ίδια τους τα μετέπειτα επιχειρήματα αντιφάσκουν με αυτό τον ισχυρισμό τους). Βλέπε Blanke, Jürgens & Kastendiek, «On the Current Marxist Discussion on the Analysis of Form and Function of the Bourgeois State» στο Holloway & Piccioto, State and Capital: A Marxist Debate, σελ. 129.

18. Το άρθρο των AK Munich δεν αποκαλύπτει την ιστορική φύση αυτής της διαδικασίας.

19. Θα πρέπει να έχει γίνει σαφές από τους προηγούμενους ισχυρισμούς μου ότι δεν αναπαράγω μια προσέγγιση μέσως μιας θεωρίας της επιρροής, η οποία θα προϋπέθετε ως θεωρητικά εφικτή την πραγματική ουδετερότητα του κράτους.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s