Home

Το κείμενο του Joachim Hirsch που ακολουθεί αποτελεί το 5ο κεφάλαιο του βιβλίου State and Capital: A Marxist Debate, σε επιμέλεια των John Holloway και Sol Picciotto. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1978 κατά τη διάρκεια μιας κρίσης. Με τα λόγια των επιμελητών της έκδοσης, η τότε κρίση «εμφανίζεται, περισσότερο από ποτέ, ως μια κρίση του κράτους. Η προσοχή έχει επικεντρωθεί, στη Βρετανία και αλλού, όχι μόνο στη συνήθη αποτυχία του κράτους να “διαχειριστεί την οικονομία”, αλλά και στην ανάγκη για την μείωση κι αναδιάρθρωση των κρατικών δαπανών, και επομένως την αναδιάρθρωση του ίδιου του κρατικού μηχανισμού. Για πρώτη φορά μετά τον Β’ ΠΠ, αμφισβητείται σοβαρά η χρησιμότητα μεγάλων τμημάτων της κρατική διοίκησης. […] Όσοι πίστευαν σε έναν “νέο καπιταλισμό”, που ίσως να παρέμενε καταπιεστικός, αλλά στον οποίο το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης θα είχε σε μεγάλο βαθμό επιλυθεί από τον κρατικό παρεμβατισμό, έρχονται τώρα αντιμέτωποι με την επιστροφή της υψηλής ανεργίας, των μισθολογικών περικοπών και της μείωσης των κρατικών δαπανών. Αφετέρου, όσοι πίστευαν ότι μια επιστροφή της υψηλής ανεργίας και της γενικής πτώσης του βιοτικού επιπέδου θα έθετε κάποια θανάσιμη απειλή στο πολιτικό σύστημα, δεν θα πρέπει να ντρέπονται λιγότερο από τους προηγούμενους σε σχέση με την πραγματική εξέλιξη των γεγονότων: η κρίση δεν έφερε στο φως μόνο τα όρια της κρατικής δραστηριότητας, αλλά και την αξιοσημείωτη ικανότητα του κράτους να ανταπεξέρχεται στις κρίσεις».

Υπό αυτές τις συνθήκες, οι οποίες έχουν αρκετές ομοιότητες με τη σημερινή συγκυρία, εγείρεται το ζήτημα των περιορισμών στην ικανότητα του κράτους να επιλύσει τα προβλήματα του κεφαλαίου. Εντός αυτού του γενικότερου πλαισίου, αναδύεται τη δεκαετία του 1970 στη Γερμανία η λεγόμενη «συζήτηση περί της μεθοδικής παραγωγής του κράτους». Στόχος του ντιμπέιτ υπήρξε η συστηματική «εξαγωγή» του κράτους ως πολιτικής μορφής από τις κατηγορίες του Κεφαλαίου, με σκοπό τη διατύπωση μιας υλιστικής θεωρίας του αστικού κράτους. Αυτή τους η στάση δεν προκύπτει από κάποιον οικονομικό ντετερμινισμό, αλλά, αντιθέτως, από την αντίληψη ότι το Κεφάλαιο δεν αποτελεί μια οικονομική ανάλυση αλλά, όπως δηλώνει ξεκάθαρα κι ο υπότιτλός του, μια κριτική της πολιτικής οικονομίας. Παρότι η οικονομία και η πολιτική παρουσιάζονται ως διαχωρισμένες σφαίρες, αποτελούν δύο διαφορετικές μορφές των ίδιων κοινωνικών σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας: δύο διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου όλου. Που έγκειται ο διαχωρισμός και η ενότητά τους;

Μια συνολική κριτική του κράτους δεν μπορεί να σταματά στην υπόδειξη του ταξικού του χαρακτήρα μέσω της ανάλυσης των συγκεκριμένων του λειτουργιών. Χρειάζεται να αναλυθεί ως η ειδικά καπιταλιστική μορφή της ταξικής κυριαρχίας. Ο Hirsch προσεγγίζει το ζήτημα έχοντας ως αφετηρία την εκμεταλλευτική φύση της κεφαλαιακής σχέσης. Η εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο δεν βασίζεται στην άμεση χρήση βίας αλλά σε μυστικοποιημένους νόμους που λειτουργούν πίσω από τις πλάτες των παραγωγών: η ιδιοποίηση της υπεραξίας εμφανίζεται ως μια σχέση ισότιμης ανταλλαγής μεταξύ δύο εμπορευματοκατόχων. Για να μπορούν ο εργάτης και ο καπιταλιστής να συναντηθούν στην αγορά ως «ίσοι», δεν γίνεται κανείς εκ των δύο να κατέχει τα φυσικά μέσα βίας, συνεπώς αυτά συγκεντρώνονται σε μια κοινωνική στιγμή που υψώνεται πάνω από την οικονομική αναπαραγωγική διαδικασία: στο κράτος ως κάτοχο του μονοπωλίου της βίας και ως ρυθμιστή κι εγγυητή της τυπικής ισότητας.

Το συμπέρασμα απ’ αυτή την προσέγγιση του Hirsch είναι ότι, σε αντίθεση με τις συνήθεις αναλύσεις, το αστικό κράτος δεν αποτελεί τον «συλλογικό καπιταλιστή», μια θεσμοποίηση του «γενικού συμφέροντος» της αστικής τάξης. Μολαταύτα, η ύπαρξή του εξαρτάται από την αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης. Συνεπώς, το αστικό κράτος αναγκάζεται να εξασφαλίσει τους γενικούς εξωτερικούς υλικούς όρους της παραγωγής. Ως εκ τούτου, οι εγγενείς αντιφάσεις της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου αντικατοπτρίζονται στην ανάπτυξη του κράτους. Η κρισιακή δυναμική μεταξύ της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και των αντίρροπων σε αυτή τάσεων μεσολαβείται εντός της ανάπτυξης του κράτους: μαζί με την αναδιοργάνωση των παραγωγικών σχέσεων έχουμε την αναδιάρθρωση των κρατικών θεσμών και λειτουργιών.

Υ.Γ.
Ας σημειώσουμε ότι το παρόν κείμενο του Hirsch βασίζεται σε δύο ενότητες του βιβλίου του Staatsapparat und Reproduktion des Kapitals [Κρατικός Μηχανισμός και Αναπαραγωγή του Κεφαλαίου] (1974).

Τέλος, λόγω του μεγέθους του κειμένου, και καθώς για πολλούς ανθρώπους δεν είναι βολική η ανάγνωση πολυσέλιδων κειμένων από την οθόνη ενός υπολογιστή, μπορεί κανείς να κατεβάσει το κείμενο σε pdf για να το εκτυπώσει πατώντας εδώ.

6f6a41c93b60b38cc37085df2bb12b1c

Ο κρατικός μηχανισμός και η κοινωνική αναπαραγωγή: στοιχεία μιας θεωρίας του αστικού κράτους

 

Η γενική έννοια του Αστικού Κράτους

Οι σύγχρονες θεωρίες για το παρεμβατικό κράτος -είτε προέρχονται από οικονομολόγους είτε από φοιτητές πολιτικών και διοικητικών επιστημών- ασχολούνται με τις ειδικές μορφές και τεχνικές της κρατικής διοικητικής διαχείρισης της διαδικασίας της κοινωνικής αναπαραγωγής. Η βασική θεώρηση αυτών των θεωριών είναι ότι υπάρχει ένας «αυτόνομος» πολιτικός μηχανισμός ο οποίος, παρότι δεσμεύεται από συγκεκριμένους εξωτερικούς κοινωνικούς περιορισμούς, μολαταύτα υπόκειται στις προσταγές της πολιτικής διαδικασίας της λήψης αποφάσεων. Το κύριο μέλημα αυτών των θεωρητικών κείτεται στη διερεύνηση των μορφών της διοικητικής οργάνωσης και των τεχνικών οι οποίες, ίσως, αυξήσουν την ικανότητα του υποτιθέμενα αυτόνομου «πολιτικού συστήματος» να ελέγξει τη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής, προκειμένου η διαδικασία αυτή να γίνει περισσότερο ή λιγότερο πολιτικά διαχειρίσιμη[1]. Ωστόσο, η αποτυχία αυτών των επιστημονικών προσπαθειών για την εκμαίευση συμβουλών πολιτικής ικανών να παράξουν αποτελέσματα -τουλάχιστον όσον αφορά αυτόν τον απώτερο σκοπό του ελέγχου της κοινωνίας- υποδηλώνει ότι ίσως να υπάρχει ένα θεμελιακό ελάττωμα στη θεωρία καθεαυτή. Αυτή η αδυναμία, η οποία υπάρχει ακόμη και σε περισσότερο κριτικές προσεγγίσεις οι οποίες επισημαίνουν την «ενδεχόμενη διατάραξη» των ασύμμετρων δομών της κοινωνικής επιρροής κι ισχύος και των απαγορευτικών εξωτερικών περιορισμών, έχει τη βάση της στην παράδοξα αφελή κι επιφανειακή κατανόηση που έχουν οι αστοί θεωρητικοί του κράτους επί του αντικειμένου της μελέτης τους. Γι’ αυτούς, το κράτος φαίνεται να είναι ένα ορθολογικά δομημένο (κι οπότε εξίσου εύκολα μετασχηματίσιμο) οργανωτικό μέσο για την επίτευξη του γενικού συμφέροντος και των στόχων της κοινότητας. Δεν κάνουν καμία αναφορά του γεγονότος ότι το κράτος όπως υφίσταται σήμερα αποτελεί ένα ιστορικό προϊόν, μια ιστορικώς καθορισμένη μορφή της οργάνωσης της κυριαρχίας, η οποία, όντας ιστορική, έχει τα θεμέλιά της στον τρόπο κοινωνικής παραγωγής κι αναπαραγωγής που χαρακτηρίζουν την αστική σχέση παραγωγής και τις απορρέουσες από αυτή ταξικές σχέσεις. Αυτό, ωστόσο, σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να διατυπώνει ισχυρισμούς για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κρατικός μηχανισμός και για τους όρους και τις δυνατότητες της πολιτικής διαχείρισης του συστήματος, πριν επεξεργαστεί με συνέπεια από την ανάλυση των βασικών νόμων της κοινωνικής αναπαραγωγικής διαδικασίας το ποιες είναι οι συνθήκες για τη συγκρότηση της κοινωνικής μορφής του αστικού κράτους και των απορρέοντων καθοριστικών παραγόντων των λειτουργιών του. Η αποτυχία να ορίσουμε τον κοινωνικό χαρακτήρα του κρατικού μηχανισμού -ο οποίος, ωστόσο, μπορεί να κατανοηθεί μόνο στη βάση μιας ιστορικής υλιστικής θεωρίας του κράτους- οδηγεί στη ψευδαίσθηση ως προς την ισχύ του κράτους που χαρακτηρίζει την αστική πολιτική θεωρία, στις πρακτικές αποτυχίες της θεωρίας αυτής καθώς και στη ρητή ιδεολογική της λειτουργία.

Ο Εβγκένι Πασουκάνις διατύπωσε συνοπτικά και με ακρίβεια το καίριο ερώτημα για την αποτίμηση του αστικού κράτους και του τρόπου λειτουργίας του: «Γιατί η ταξική κυριαρχία δεν παραμένει αυτό που είναι, δηλαδή η υποταγή ενός μέρους του πληθυσμού στο άλλο και παίρνει, αντίθετα, τη μορφή της επίσημης κρατικής κυριαρχίας· ή, πράγμα που καταλήγει στο ίδιο, γιατί ο καταναγκαστικός κρατικός μηχανισμός δεν δημιουργείται σαν ιδιωτικός μηχανισμός της κυρίαρχης τάξης, αλλά ξεχωρίζει από αυτή και παίρνει τη μορφή ενός δημόσιου απρόσωπου μηχανισμού ξεκομμένου από το σώμα της κοινωνίας;» (Εβγκένι Πασουκάνις, Μαρξισμός και Δίκαιο, εκδόσεις Οδυσσέας, 1977, σελ. 144). Αυτό το ερώτημα για το τι διακρίνει το αστικό κράτος από όλες τις προηγούμενες μορφές άσκησης εξουσίας και κυριαρχίας, είναι ένα ερώτημα επί της ειδικής κοινωνικής μορφής του κράτους και όχι του συγκεκριμένου περιεχόμενου της δραστηριότητάς του. Οι «λειτουργίες του κράτους» δεν μπορούν να αναλυθούν όσο υπάρχει μια έλλειψη σαφήνειας σχετικά με τον χαρακτήρα και τις συνθήκες της συγκρότηση της ειδικά αστικής μορφής της πολιτικής κυριαρχίας. Ο Μαξ Βέμπερ ορθώς επεσήμανε ότι το «κράτος» δεν μπορεί να οριστεί από το περιεχόμενο της δραστηριότητάς του κι ότι μετά βίας υπάρχει μια λειτουργία «η οποία να μην αναλήφθηκε κάποια στιγμή από κάποια πολιτική ένωση, και, αφετέρου, καμία λειτουργία επίσης για την οποία μπορεί κανείς να πει ότι πάντα εκτελούνταν αποκλειστικά από εκείνες τις ενώσεις τις οποίες χαρακτηρίζει κανείς ως πολιτικές, ή σήμερα ως κράτη» (Μαξ Βέμπερ, Wirtschaft und Gesellschaft, εκδόσεις Studienausgabe, 1964, σελ. 1042· βλέπε Shils & Rheinstein, Max Weber on Law in Economy and Society, εκδόσεις Harvard University Press, 1954, σελ. 339).

Πρέπει ωστόσο να προχωρήσουμε από την παρατήρηση ότι «οι νομικές σχέσεις όσο και οι κρατικές μορφές δεν μπορούν να κατανοηθούν ούτε απ’ αυτές τις ίδιες ούτε από τη λεγόμενη γενική εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά ότι αντίθετα είναι ριζωμένες μέσα στις υλικές συνθήκες ζωής» (Καρλ Μαρξ, «Πρόλογος στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», στο Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος πρώτος, εκδόσεις της ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 424). «Οι υλικές συνθήκες της ζωής», ωστόσο, σημαίνουν τρόπους παραγωγής, κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες τα μεμονωμένα άτομα παράγουν κι εισέρχονται σε σχέσεις αναμεταξύ τους. Το σημείο αφετηρίας μιας ανάλυσης του αστικού κράτους πρέπει οπότε να είναι η εξέταση της «ανατομίας της αστικής κοινωνίας», δηλαδή, μια ανάλυση του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου κοινωνικής εργασίας, της ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος και των απορρέοντων νόμων της αναπαραγωγής του συνόλου του κοινωνικού σχηματισμού, τα οποία αντικειμενικά έχουν ως αποτέλεσμα τη συγκεκριμένη πολιτική μορφή[2]. Αυτή η ανάλυση κι οι υποβόσκουσες κατηγορίες της δεν μπορούν να αναπτυχθούν εδώ λεπτομερώς κι οπότε θα περιορίσουμε τους εαυτούς μας σε μια σύντομη περιγραφή εκείνου που εν πάση περιπτώσει περιγράφεται καλύτερα από τον Μαρξ.

Η αστική κοινωνία χαρακτηρίζεται γενικά από την ιδιωτική παραγωγή κι ανταλλαγή βασισμένη στον καταμερισμό της εργασίας και την ατομική ιδιοκτησία. Η κυρίαρχη μορφή της εμπορευματικής παραγωγής συνεπάγεται τη διττή φύση της κοινωνικής εργασίας ως δημιουργού αφηρημένης αξίας και απτών χρήσιμων αντικειμένων. Δηλαδή, η ειδικά αστική μορφή κοινωνικοποίησης καθορίζεται από τις ατομικές εργασίες οι οποίες διεξάγονται ανεξάρτητα η μία από την άλλη, και ο κοινωνικός δεσμός ο οποίος αναγκαστικά εγκαθιδρύεται πίσω από τις πλάτες των παραγωγών «εκφράζεται στην ανταλλακτική αξία, όπου η δραστηριότητα ή το προϊόν κάθε ατόμου γίνεται για πρώτη φορά δραστηριότητα και προϊόν γι’ αυτό το άτομο […] Ο κοινωνικός χαρακτήρας της δραστηριότητας, όπως κι η κοινωνική μορφή του προϊόντος, όπως και το μερίδιο του ατόμου στην παραγωγή, εμφανίζονται εδώ σαν κάτι το ξένο απέναντι στα άτομα, κάτι εμπράγματο· όχι σαν η σχέση του ενός με το άλλο, αλλά σαν υποταγή τους σε σχέσεις που υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ αυτά και γεννιούνται από τη σύγκρουση των αδιάφορων ατόμων μεταξύ τους […] η αμοιβαία τους συνάρτηση, εμφανίζεται στα ίδια τα άτομα σαν ξένη, ανεξάρτητη, σαν ένα πράγμα» (Καρλ Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμος Α, εκδόσεις Στοχαστής, 1989, σελ. 109-110). Η έννοια του κεφαλαίου ως αφηρημένη αυτοαξιοποιούμενη αξία εμπεριέχεται ωστόσο αναγκαία σε αυτό τον διττό χαρακτήρα της εργασίας. Ακριβώς όπως η διαλεκτική ανάπτυξη της έννοιας του κεφαλαίου πρέπει να ξεκινά από τον αναδιπλασιασμό των εμπορευμάτων σε εμπορεύματα και χρήμα, έτσι ιστορικά η εγκαθίδρυση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (πρωταρχική συσσώρευση, ελεύθερη μισθωτή εργασία) αποτελεί τη συνθήκη για την πλήρη ανάπτυξη και γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής. Η πρόσληψη μιας έννοιας του τύπου «κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής» η οποία παραβλέπει την ύπαρξη του κεφαλαίου αποτελεί οπότε μια απαράδεκτη αφαίρεση τόσο λογικά όσο κι ιστορικά. Καλύτερα, ο ανταγωνισμός μεταξύ μισθωτής εργασίας και κεφαλαίου, εκμετάλλευσης και υπεραξίας, εμπεριέχεται στην πλήρως ανεπτυγμένη έννοια της κοινωνίας εμπορευματικής παραγωγής: η ανταλλαγή ισοδύναμων εμπορευμάτων απλώς διαμεσολαβεί -ως «αναγκαία εμφάνιση» στην επιφάνεια της κοινωνίας- την παραγωγή και την ιδιοποίηση της υπεραξίας, την εκμετάλλευση της ζωντανής εργασιακής δύναμης και την αξιοποίηση του κεφαλαίου.

Η καπιταλιστική κοινωνία, όντας διακριτή από όλες τις προηγούμενες μορφές κοινωνικής παραγωγής κι αναπαραγωγής, χαρακτηρίζεται οπότε από το γεγονός ότι «το προτσές της εργασίας εμφανίζεται μόνο σαν ένα μέσο για το προτσές αξιοποίησης», και ότι «η αναπαραγωγή εμφανίζεται μόνο σαν ένα μέσο για ν’ αναπαραχθεί σαν κεφάλαιο η προκαταβεβλημένη αξία, δηλαδή σαν αξία που αξιοποιείται» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 586). Αυτό ωστόσο προϋποθέτει το «να διαθέτει ο εργάτης ελεύθερα τις δικές του ικανότητες και ο κάτοχος του χρήματος ή των εμπορευμάτων να διαθέτει ελεύθερα τις αξίες που του ανήκουν» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 604). Ο καπιταλιστής, ο οποίος συνήθως αγοράζει εργασιακή δύναμη στην αξία της και τη χρησιμοποιεί στην παραγωγική διαδικασία, αποκτά με αυτό τον τρόπο την αξία των μέσων παραγωγής του κι επιπροσθέτως ιδιοποιείται για τον εαυτό του υπεραξία. Η παραγωγή υπεραξίας εκπροσωπεί την ειδική αξία χρήση της ζωντανής εργασίας για το κεφάλαιο.

Είναι καίριο για την ανάλυσή μας ότι αυτή η σχέση πρέπει μονίμως να αναπαράγει τον εαυτό της στη βάση του ιστορικά εγκαθιδρυμένου καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. «Αυτό όμως που αρχικά ήταν μόνο αφετηρία αναπαράγεται συνεχώς και ολοένα από την αρχή και διαιωνίζεται σαν ειδικό αποτέλεσμα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής απλώς και μόνο με τη συνέχεια του προτσές της απλής αναπαραγωγής. Από τη μια μεριά, το προτσές της παραγωγής μετατρέπει διαρκώς τον υλικό πλούτο σε κεφάλαιο, σε μέσα αξιοποίησης και κατανάλωσης για τον κεφαλαιοκράτη. Από την άλλη, ο εργάτης βγαίνει πάντα από το προτσές όπως όταν μπήκε σ’ αυτό – σαν προσωπική πηγή του πλούτου, απογυμνωμένος όμως απ’ όλα τα μέσα που θα του έδιναν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει για τον εαυτό του τον πλούτο. Επειδή προτού μπει στο προτσές η δική του εργασία έχει αποξενωθεί απ’ αυτόν τον ίδιο, έχει ιδιοποιηθεί από τον κεφαλαιοκράτη κι έχει προσαρτηθεί στο κεφάλαιο, για το λόγο αυτό στη διάρκεια του προτσές αντικειμενοποιείται διαρκώς σε ξένα προϊόντα. Επειδή το προτσές παραγωγής είναι ταυτόχρονα και προτσές κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης από τον κεφαλαιοκράτη, γι’ αυτό τον λόγο το προϊόν του εργάτη μετατρέπεται διαρκώς όχι μόνο σε εμπόρευμα, αλλά και σε κεφάλαιο, σε αξία που απομυζάει την αξιοδημιουργό δύναμη, σε μέσα συντήρησης που αγοράζουν ανθρώπους, σε μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούν τον παραγωγό. Έτσι, ο ίδιος ο εργάτης παράγει ακατάπαυστα τον αντικειμενικό πλούτο σαν κεφάλαιο, σαν μια δύναμη ξένη προς αυτόν που τον εξουσιάζει και τον εκμεταλλεύεται, και ο κεφαλαιοκράτης παράγει εξίσου ακατάπαυστα την εργασιακή δύναμη σαν υποκειμενική πηγή πλούτου, χωρισμένη από τα δικά της μέσα αντικειμενοποίησης και πραγματοποίησης, σαν αφηρημένη πηγή που υπάρχει μόνο στο σώμα του εργάτη, με δυο λόγια παράγει τον εργάτη σαν μισθωτό εργάτη. Αυτή η διαρκής αναπαραγωγή, η διαιώνιση του εργάτη, είναι το εκ των ουκ άνευ της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 590-591).

Καθώς αυτή η διαδικασία συνεχίζει και υπεραξία διαρκώς μετατρέπεται ξανά σε κεφάλαιο, «είναι φανερό πως ο νόμος της ιδιοποίησης ή ο νόμος της ατομικής ιδιοκτησίας που στηρίζεται στην εμπορευματική παραγωγή και την εμπορευματική κυκλοφορία μετατρέπεται στο κατευθείαν αντίθετό του, χάρη στη δική του, εσωτερική, αναπόφευκτη διαλεκτική. Η ανταλλαγή ισοδύναμων, που παρουσιάστηκε σαν η αρχική πράξη, έχει υποστεί τέτοια αλλαγή, που μόνο κατ’ επίφαση γίνεται ανταλλαγή, πρώτον, γιατί το μέρος του κεφαλαίου που ανταλλάσεται με εργασιακή δύναμη αποτελεί το ίδιο μονάχα ένα μέρος του προϊόντος ξένης εργασίας που το έχουν ιδιοποιηθεί χωρίς να καταβάλλουν έναντι ένα ισοδύναμο και, δεύτερον, γιατί ο παραγωγός τους, ο εργάτης, δεν οφείλει απλώς να το αναπληρώσει, μα οφείλει να το αναπληρώσει μαζί και με ένα πρόσθετο προϊόν. Ώστε η σχέση της ανταλλαγής ανάμεσα στον κεφαλαιοκράτη και τον εργάτη γίνεται μονάχα μια επίφαση που ανήκει στο προτσές κυκλοφορίας, απλή μορφή, ξένη προς το ίδιο το περιεχόμενο και που μόνο το συγκαλύπτει. Η διαρκής αγορά και πώληση της εργασιακής δύναμης είναι η μορφή. Το περιεχόμενο είναι πως ο κεφαλαιοκράτης ανταλλάσει διαρκώς ένα μέρος της αντικειμενοποιημένης πια ξένης εργασίας, που την ιδιοποιείται ακατάπαυστα χωρίς να καταβάλλει έναντι ένα ισοδύναμο, με μια μεγαλύτερη ποσότητα ζωντανής ξένης εργασίας» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 604).

Βασισμένη στην αναγκαία όψη της ανταλλαγής ισοδύναμων, η καπιταλιστική μορφή της κοινωνίας οπότε διαρκώς αναπαράγει τον εαυτό της μέσω της τυφλής λειτουργίας του νόμου της αξίας. Ο κοινωνικός δεσμός κι ο καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας εγκαθιδρύονται μέσω των νόμων της εμπορευματικής παραγωγής και της εμπορευματικής ανταλλαγής. Η παραγωγική διαδικασία, κυβερνούμενη από τον νόμο της αξίας που λειτουργεί πίσω από τις πλάτες των παραγωγών, ταυτοχρόνως αναπαράγει ως διαδικασία αξιοποίησης τις δικές της κοινωνικές προϋποθέσεις χωρίς αρχικά να απαιτεί οποιαδήποτε εξωτερική, συνειδητή, δηλαδή «πολιτική», παρέμβαση. «Όχι μόνο οι αντικειμενοποιημένοι όροι του προτσές παραγωγής εμφανίζονται σαν το αποτέλεσμα του· αλλά εξίσου και ο ειδικά κοινωνικός χαρακτήρας του· οι κοινωνικές σχέσεις, και άρα η κοινωνική τοποθέτηση των συντελεστών της παραγωγής ανάμεσα τους, — αυτές οι ίδιες οι σχέσεις παραγωγής παράγονται και είναι το αδιάκοπα ανανεούμενο αποτέλεσμα του προτσές» (Καρλ Μαρξ, Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής [VI ανέκδοτο κεφάλαιο], εκδόσεις Α/συνέχεια, 1983, σελ. 163)[3]. Οι συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις κι ο μετασχηματισμός τους, ο τρόπος με τον οποίο καταμερίται η εργασία της κοινωνίας, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, εν ολίγοις: οι βασικές κοινωνικές σχέσεις αποτελούν πάντα το ιστορικό προϊόν αντικειμενικών νόμων οι οποίοι επιβεβαιώνονται μέσω των πράξεων των ατόμων. Οι νόμοι αυτοί έχουν μια καθοριστική επίδραση όσο τα ουσιώδη δομικά χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής μορφής της κοινωνίας παραμένουν άθικτα. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες κοινωνικές δομές, η αμοιβαία σχέση των τάξεων κι η κυρίαρχη μορφή του καταμερισμού της εργασίας ουσιαστικά δεν μπορούν να υποβληθούν σε συνειδητή, σχεδιασμένη -με αυτή την έννοια, πολιτική- επήρεια και μετασχηματισμό. Οι βασικές δομές και νόμοι της ανάπτυξης των αστικών κοινωνιών δεν μπορούν να «ρυθμιστούν» πολιτικά. Η συνειδητή οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων θα απαιτούσε την κατάργηση της σχέσης του κεφαλαίου.

Αν, οπότε, υποθέσουμε ότι η αστική κοινωνία αναγκαία αναπαράγει τα δομικώς καθοριστικά χαρακτηριστικά της μέσω της λειτουργίας των αντικειμενικών νόμων οι οποίοι επιβάλλονται πίσω από τις πλάτες των ατόμων, τότε μπορούν τώρα να οριστούν περισσότερο καθαρά, μέσω λογικής παραγωγής, οι κοινωνικές συνθήκες για τη συγκρότηση της μορφής του αστικού κράτους. Στην καπιταλιστική κοινωνία η ιδιοποίηση της υπεραξίας και η διατήρηση της κοινωνικής δομής και της συνοχής της δεν εξαρτώνται σε άμεσες σχέσεις εξουσίας ή εξάρτησης, ούτε εξαρτώνται άμεσα στην ισχύ και την κατασταλτική βία της ιδεολογίας. Ανταυτού, στηρίζονται στη τυφλή λειτουργία των κρυμμένων νόμων της αναπαραγωγής. Αλλά επειδή η διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής κι η ιδιοποίηση του υπερπροϊόντος από την άρχουσα τάξη μεσολαβείται από την απρόσκοπτη κυκλοφορία των εμπορευμάτων βασισμένη στην αρχή της ίσης ανταλλαγής, κι από την ελεύθερη διάθεση της εργασιακής δύναμης από τον ίδιο τον εργατή κι από τον καπιταλιστή της υπεραξίας την οποία έχει ιδιοποιηθεί και συσσωρεύσει, η κατάργηση όλων των εμποδίων τα οποία στέκονται στον δρόμο τους (δηλαδή, οι άμεσες σχέσεις εξουσίας μεταξύ των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής κι οι προσωπικές σχέσεις εξάρτησης και περιορισμού -«φεουδαλισμός»- στη σφαίρα της εμπορευματικής κυκλοφορίας) αποτελούν ένα ουσιώδες στοιχείο για την εγκαθίδρυση της καπιταλιστικής μορφής της κοινωνίας. Ο τρόπος με τον οποίο καθιερώνεται ο κοινωνικός δεσμός, στον οποίο η κοινωνική εργασία καταμερίται και το υπερπροϊόν ιδιοποιείται, απαιτεί αναγκαία οι άμεσοι παραγωγοί να αποστερηθούν του ελέγχου επί των φυσικών μέσων εξουσίας κι ότι τα τελευταία θα συγκεντρωθούν σε μια κοινωνική στιγμή που υψώνεται πάνω από την οικονομική αναπαραγωγική διαδικασία: τη δημιουργία της επίσημης αστικής ελευθερίας κι ισότητας και την εγκαθίδρυση ενός κρατικού μονοπωλίου της βίας[4]. Η αστική ταξική κυριαρχία χαρακτηρίζεται ουσιαστικά και θεμελιακά από το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη πρέπει να παραχωρήσει στην εξουσία -η οποία διαφυλάττει την κυριαρχία της- μια ύπαρξη τυπικά διαχωρισμένη από αυτή. «Στον βαθμό που η σχέση εκμετάλλευσης υλοποιείται τυπικά σαν σχέση δύο εμπορευματοκατόχων, “ανεξάρτητων” και “ίσων”, […] η ταξική πολιτική εξουσία μπορεί να πάρει τη μορφή δημόσιας εξουσίας. Η αρχή του ανταγωνισμού που κυριαρχεί στον αστικό-καπιταλιστικό κόσμο δεν επιτρέπει […] καμία δυνατότητα να εξαρτηθεί η πολιτική εξουσία από τον ξεχωριστό επιχειρηματία» (Πασουκάνις, σελ. 146).

Η ιστορική ανάδυση ενός κεντρικού κρατικού μηχανισμού με το (αρχικά απλώς εκ των πραγμάτων) μονοπώλιο της βίας σημαίνει την κατάπνιξη εκείνων των πολυσχιδών «φεουδαρχικών» περιορισμών και σχέσεων εξάρτησης οι οποίες διαπερνούσαν την κοινωνία. Αυτό, οπότε, συνεπάγεται τη δυνατότητα του σχηματισμού μιας εδαφικά ομοιογενούς αγοράς και τη συγκεντροποίηση της βίας που είναι απαραίτητη για την αναπαραγωγή υπό καπιταλιστικές συνθήκες, σε μια στιγμή η οποία υψώνεται πάνω από την κοινωνία (η οποία αναπαράγεται στη βάση των εγγενών της νόμων) και είναι τυπικά διαχωρισμένη από τους παραγωγούς οι οποίοι εισέρχονται σε αμοιβαίες εμπορικές σχέσεις αναμεταξύ τους. Αλλά η δημιουργία μιας εδαφικά ενοποιημένης κι οριοθετημένης περιοχής της αγοράς στην οποία το κεφάλαιο μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα, απαιτεί επίσης τη συγκεντροποίηση της βίας για τον σκοπό της αποτελεσματικής εξωτερικής της χρήσης: την προστασία της αστικής τάξης και της κυριαρχίας της ενάντια στη βίαιη εξωτερική παρέμβαση, και τη δημιουργία ενός μηχανισμού βίας ως μέσο επιβεβαίωσης των κοινών της συμφερόντων εξωτερικά στην «παγκόσμια αγορά»[5]. «Ο καταναγκασμός, σαν επιταγή που στηρίζεται στη βία και που απευθύνεται από ένα σε ένα άλλο άτομο, έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιακές προϋποθέσεις των σχέσεων μεταξύ των εμπορευματοκατόχων. Γι’ αυτό, σε μια κοινωνία εμπορευματοκατόχων και μέσα στα όρια της εκμεταλλευτικής πράξης, η λειτουργία του καταναγκασμού δεν μπορεί να εμφανιστεί σαν κοινωνική λειτουργία, δοθέντος ότι δεν είναι αφηρημένη κι απρόσωπη. Η υποταγή σε έναν άνθρωπο σαν άνθρωπο, σαν συγκεκριμένο υποκείμενο, σημαίνει, στην κοινωνία της εμπορευματικής παραγωγής, την υποταγή στην αυθαιρεσία, γιατί τούτη συμπίπτει με την υποταγή ενός εμπορευματοκατόχου σ’ έναν άλλον» (Πασουκάνις, σελ. 147). Η διαδικασία της συγκεντροποίησης της βίας οπότε συνεπάγεται την ίδια στιγμή την αφαίρεσή της από τις συγκεκριμένες σχέσεις παραγωγής – τον μετασχηματισμό της σε μια «εξωοικονομική» πολιτική βία (βλέπε Ulrich Preuss, Legalität und Pluralismus, 1973, σελ. 73).

Για τον ίδιο αυτό λόγο, ωστόσο, η «ιδιαιτεροποίηση» του αστικού κράτους ως μηχανισμού βίας δεν μπορεί να κατανοηθεί ως η θεσμοποίηση μιας «γενικής θέλησης», αλλά μάλλον σημαίνει τον διαχωρισμό του πολιτικού μηχανισμού της αστικής κοινωνίας από τα πραγματικά ατομικά και κοινά συμφέροντα: «Αυτός ο καθορισμός της κοινωνικής δραστηριότητας, αυτή η σταθεροποίηση αυτού που εμείς οι ίδιοι το κάνουμε μια αντικειμενική δύναμη πάνω από εμάς, που αναπτύσσεται και ξεφεύγει από τον έλεγχό μας, ματαιώνοντας τις προσδοκίες μας, και εκμηδενίζοντας τους υπολογισμούς μας, είναι μια από τις κύριες στιγμές στην ιστορική εξέλιξη μέχρι τώρα [και] μέσα από αυτή την ίδια την αντίφαση μεταξύ των συγκεκριμένων και των κοινών συμφερόντων, το κοινό συμφέρον λαμβάνει μια ανεξάρτητη μορφή ως το κράτος, το οποίο είναι διαχωρισμένο από τα πραγματικά ατομικά και τα συλλογικά συμφέροντα» (Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, εκδόσεις Gutenberg, 1997, σελ. 80, η έμφαση του Hirsch)[6]. Από τη στιγμή που τα άτομα «ούτε υπάγονται σε μια φυσική κοινότητα, ούτε αφετέρου, ως συνειδητά μέλη της κοινότητας, υπάγουν την κοινότητα υπό τους εαυτούς τους, πρέπει να τα αντιμετωπίσει ως ανεξάρτητα υποκείμενα, ως ένα ισότιμα ανεξάρτητο, εξωτερικό, τυχαίο υλικό πράγμα. Αυτή επακριβώς είναι η συνθήκη για την ύπαρξή τους ως ανεξάρτητα μεμονωμένα άτομα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο» (Grundrisse, γερμανική έκδοση, σελ. 909).

Φυσικά, θα χρειαζόταν κανείς να εξετάσει λεπτομερώς την ιστορική διαδικασία με την οποία η αστική τάξη κατέλαβε τον κρατικό μηχανισμό στην κατάλληλη μορφή, το πως, μέσω μακρών αγώνων, ξαναέδωσε σχήμα στον ξεπερασμένο φεουδαρχικό και φεουδαρχικό-απολυταρχικό μηχανισμό κυριαρχίας για τους δικούς της σκοπούς. Στην ανάλυσή μας, ωστόσο, υποθέτουμε ότι η αστική κοινωνία έχει συγκροτηθεί κι οι σχέσεις του κεφαλαίου έχουν καθιερωθεί πλήρως, οπότε αυτή η διαδικασία δεν θα εξεταστεί με μεγαλύτερη προσοχή. Δεν θα αναλύσουμε οπότε τη φάση της ιστορικής εξέλιξης στην οποία το κεφάλαιο, ακόμη μη ανεπτυγμένο, δεν καθόριζε πλήρως τον νόμο της κίνησης της κοινωνικής αναπαραγωγής, και στην οποία η αστική τάξη, ακόμα αδύναμη τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά, χρειαζόταν για τη διατήρηση της θέσης της μια συμμαχία με μη-καπιταλιστικές τάξεις και ομάδες εξουσίας κι οπότε εξαναγκαζόταν να τρέψει τους ανταγωνισμούς εντός εκείνων των ομάδων -για παράδειγμα, μεταξύ απόλυτων μονάρχων και γαιοκτημόνων, μεταξύ πόλης κι υπαίθρου- προς το δικό της συμφέρον. Μια τέτοια ανάλυση της ιστορικής συγκρότησης του αστικού κράτους θα έπρεπε επίσης να ιχνηλατίσει λεπτομερώς τη διαδικασία -την οποία παρομοίως παρακάμπτουμε εδώ- του σχηματισμού των ειδικών στοιχείων της μορφής της: την καθιέρωση της επίσημης μη-διάθεσης από τον άμεσο κάτοχο της κρατικής εξουσίας των μέσων παραγωγής, την επακόλουθη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού μέσω κρατήσεων από τα εισοδήματα («δημοσιονομικό κράτος»), τον διαχωρισμό των σφαιρών του «ιδιωτικού» και «δημόσιου» δικαίου, την αυτοματοποίηση του κρατικού μηχανισμού ως ένα αφηρημένο πρόσωπο σε αντίθεση με το συγκεκριμένο πρόσωπο του μονάρχη, την ανάδυση μιας επαγγελματικής δημόσιας υπηρεσίας κι επαγγελματιών πολιτικών και με αυτά την επίσημη μη-ταυτότητα της διοικητικής θέσης και του ταξικού ανήκειν, και τελικώς την ανάπτυξη του συστήματος της κοιβουλευτικής αντιπροσώπευσης σαν τη σφαίρα μεσολάβησης μεταξύ του κρατικού μηχανισμού, ως μηχανισμού βίας, και της αστικής κοινωνίας[7].

Ισχυριζόμαστε ότι μια θεωρία του αστικού κράτους πρέπει να αναπτυχθεί από την ανάλυση της βασικής δομής της καπιταλιστικής κοινωνίας στην ολότητά της και ότι αυτό αποτελεί πρώτα απ’ όλα ένα ζήτημα ορισμού του αστικού κράτους ως έκφραση μιας ειδικής ιστορικής μορφής ταξικής κυριαρχίας κι όχι απλώς ως φορέα συγκεκριμένων κοινωνικών λειτουργιών. Η προσπάθεια να εξαγάγουμε από την ανάπτυξη της έννοιας του κεφαλαίου, όπως αναλύθηκε από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο, εκείνες τις κοινωνικές λειτουργίες αντικειμενικά αναγκαίες για την αναπαραγωγή η οποία μπορεί να εκτελεστεί μόνο συλλογικά εκτός της σφαίρας των μεμονωμένων κεφαλαίων, είναι αδιαμφισβήτητα ένα σημαντικό συστατικό μιας υλιστικής θεωρίας του κράτους και δεν έχει αναπτυχθεί ακόμα πλήρως[8]. Αλλά μια τέτοια προσέγγιση μπορεί μόνο να βρει την αντικειμενική αναγκαιότητα του κράτους κι όχι το ίδιο το κράτος και τον συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας του. Λόγω του συγκεκριμένου επιπέδου της αφαιρετικότητάς του, ο τρόπος αναπαράστασης του Κεφαλαίου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς περαιτέρω μεσολάβηση για την ανάπτυξη της έννοιας του κράτους.

Στον καθορισμό της μορφής του αστικού κράτους ως έναν αυτόνομο μηχανισμό υψωμένο πάνω από την αναπαραγωγική διαδικασία, οι κοινωνικές του λειτουργίες εμπεριέχονται μόνο αφηρημένα και γενικά. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας επίσης αποδεικνύεται να αποτελεί τη βάση των αντιφάσεων που εμπεριέχονται στην ίδια την μορφή. Η λειτουργία του αστικού κράτους δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει κάτι περισσότερο από τη δημιουργία των «εξωτερικών» όρων για την κοινωνική αναπαραγωγική διαδικασία η οποία ρυθμίζεται στη βάση του νόμου της αξίας. Η κοινωνική παραγωγική κι αναπαραγωγική διαδικασία δεν μπορεί να αποτελεί το άμεσο αντικείμενο της κρατικής δραστηριότητας· αντιθέτως, είναι η τελευταία εκείνη η οποία καθορίζεται από τους νόμους και την εξέλιξη της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Οπότε, ο κρατικός μηχανισμός πράγματι διαφυλάττει τους γενικούς κανόνες της εμπορευματικής και χρηματικής ανταλλαγής (η οποία έρχεται στο προσκήνιο από την κυκλοφορία των εμπορευμάτων που διαμεσολαβεί τις διαδικασίες παραγωγής κι εκμετάλλευσης)· αλλά δεν δημιουργεί ούτε χρήμα ούτε τους κανόνες των αστικών νομικών σχέσεων και το θεμέλιό τους, την ατομική ιδιοκτησία. Το μόνο που κάνει είναι να κωδικοποιεί τις νόρμες που χαρακτηρίζουν τις εμπορευματικές και χρηματικές σχέσεις (τη νομική προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, τους νόμους περί εμπορίου, την κοπή κερμάτων, την έκδοση τραπεζογραμμάτιων). Με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζει τη σαφήνεια, σταθερότητα κι υπολογισιμότητα των νομικών σχέσεων και των σχέσεων ανταλλαγής, και -θεμελιώδες για όλα αυτά- είναι ικανό, ως μηχανισμός βίας, να επιβάλλει τη συμμόρφωση σ’ αυτές τις νόρμες ενάντια στις ατομικές επιθέσεις και παραβάσεις. Από την καπιταλιστική αναπαραγωγική διαδικασία ως συνολική διαδικασία κυκλοφορίας του κεφαλαίου, ωστόσο, προκύπτει -αρχικά μόνο ως πιθανότητα κι ως γενική αναγκαιότητα- μια αρκετά διαφορετική κατηγορία κρατικής δραστηριότητας: η παραγωγική διαδικασία ως εργασιακή διαδικασία η οποία παράγει συγκεκριμένες αξίες χρήσεις, υπό καπιταλιστικές συνθήκες, περιορίζεται από τα δεσμά της ιδιωτικής παραγωγής η οποία μεσολαβείται από την ανταλλαγή και καθορίζεται από την αξιοποίηση. Το εγγενές ανέφικτο της συνειδητής οργάνωσης της παραγωγής από την κοινωνία βασισμένη στον καταμερισμό της εργασίας εγείρει τις αποδιαρθρώσεις και τριβές στην αναπαραγωγή και τον διαχωρισμό των «συγκεκριμενών» και «γενικών» όρων παραγωγής, ήτοι, όρων παραγωγής οι οποίοι δεν μπορούν να παραχθούν μεμονωμένα από τα επιμέρους κεφάλαια. Όπως ακριβώς η καπιταλιστική αναπαραγωγική διαδικασία αρχικά παραγάγει την κατηγορία των «γενικών υλικών όρων της παραγωγής» έτσι παράγει στο αστικό κράτος -ως έναν μηχανισμό αποστασιοποιημένο από τη διαδικασία της ανταγωνιστικής αξιοποίησης των μεμονωμένων κεφαλαίων κι εφοδιασμένο με συγκεκριμένα μέσα βίας (κι οπότε επίσης με υλική εξουσία)- την αρχή η οποία είναι ικανή να δημιουργήσει για τα μεμονωμένα κεφάλαια τις προϋποθέσεις της παραγωγής («τις υποδομές») τις οποίες τα κεφάλαια αυτά δεν μπορούν να εδραιώσουν με δική τους πρωτοβουλία λόγω του περιορισμένου τους ενδιαφέροντος για κέρδος[9]. Η ίδια αυτή σχέση ισχύει και για τις κρατικές ρυθμιστικές κι επιχορηγητικές παρεμβάσεις στη διαδικασία της κυκλοφορίας καθώς και για τις κρατικές παρεμβάσεις οι οποίες διαφυλάττουν την αναπαραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου πέρα από τα εθνικά σύνορα. Τελικά, από τον χαρακτήρα της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας ως μια διαδικασία εκμετάλλευσης η οποία συνεχώς αναπαράγει την υπάρχουσα ταξική δομή, απορρέει ο καταναγκασμός για τη χρήση συγκαλυμμένης ή απροκάλυπτης φυσικής βίας ενάντια στο προλεταριάτο με σκοπό τη διαφύλαξη της αστικής κυριαρχίας, όποτε κι όπου το προλεταριάτο επιτίθεται στα θεμέλια της εκμετάλλευσής του – θεμέλια τα οποία έχουν τις ρίζες τους στις σχέσεις της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και τις σχέσεις παραγωγής.

Οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας από τις οποίες προέρχεται ο αστικός κρατικός μηχανισμός κι οι οποίες αποτελούν τη συνεχή του βάση, εγείρουν τις εμφανείς ανακολουθίες στον τρόπο εμφάνισης και δραστηριότητάς του. Το κράτος, ως η αρχή που εγγυάται τους κανόνες της ισότιμης ανταλλαγής και της εμπορευματικής κυκλοφορίας, και όντας αυτόνομο από την κοινωνική αναπαραγωγική διαδικασία και τις κοινωνικές τάξεις, αποκτά -μια συγκεκριμένη μορφή της μυστικοποίησης του κεφαλαίου- την εμφάνιση μιας ταξικής ουδετερότητας ελεύθερη από βία, η οποία ωστόσο μπορεί και πρέπει να μετασχηματιστεί σε μια απροκάλυπτη χρήση βίας, τόσο εσωτερικά όσο κι εξωτερικά, αν οποιαδήποτε στιγμή απειληθούν τα θεμέλια της αναπαραγωγής και της αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου και της εκμετάλλευσης. Το φαίνεσθαι της «γενικότητας» του αστικού κράτους, το οποίο καθορίζεται από την μορφή του, διαρκώς θρυμματίζεται από τον καταναγκασμό (επίσης βασισμένο στην μορφή του) να παρεμβαίνει άμεσα και βίαια. Η ελευθερία, η ισότητα κι ο κανόνας δικαίου οπότε αναπαριστούν μόνο μια πλευρά της αστικής κυριαρχίας, η οποία σε τελική ανάλυση βασίζεται στην άμεση φυσική χρήση βίας. Παρομοίως, η κυριαρχία των γενικών νόμων (οι οποίοι ανακλούν τους όρους της εμπορευματικής κυκλοφορίας) αποδεικνύεται να διαρρηγνύεται συνεχώς από εκτελεστικά μέτρα τα οποία γίνονται αναγκαία υπό συγκεκριμένες καταστάσεις για την εγγύηση των γενικών υλικών όρων της παραγωγής και της αναπαραγωγής και για την κατάπνιξη της εργατικής τάξης. Έτσι, η βία του αστικού κράτους πάντα χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη αφηρημένη γενικότητα και λεπτολογία ειδική σε μια κατάσταση. Η διαφύλαξη των κανόνων οι οποίοι εκφράζουν τη τυφλή λειτουργία των οικονομικών σχέσεων βίας πηγαίνει χέρι-χέρι με την άμεση άσκηση των κρατικών μέσων βίας κι εξουσίας για τους ειδικούς κι ιδιαίτερους όρους της διασφάλισης της αναπαραγωγής και αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου και της κυριαρχίας της αστική τάξης.

Τελικά, είναι εγγενές στην μορφή της «ιδιαιτεροποίησης» του αστικού κράτους το γεγονός ότι ο κρατικός μηχανισμός αναγκαία κι ανά πάσα στιγμή μπορεί και πρέπει να συγκρουστεί όχι μόνο με την εργατική τάξη ή τμήματά της, αλλά επίσης και με τα συμφέροντα μεμονωμένων κεφαλαίων κι ομάδων του κεφαλαίου – συμφέροντα που καθορίζονται από τις απαιτήσεις της αξιοποίησης.

Αλλά αυτό σημαίνει ότι -ακριβώς όπως το αστικό κράτος δεν προέρχεται ιστορικά ως ένα αποτέλεσμα της συνειδητής δραστηριότητας μιας κοινωνίας ή μιας τάξης που αναζητεί τη «γενική της βούληση» αλλά μάλλον ως το αποτέλεσμα συχνά αντιφατικών και κοντόφθαλμων ταξικών αγώνων και συγκρούσεων- οι ειδικοί λειτουργικοί μηχανισμοί του επίσης εξελίσσονται στο πλαίσιο συγκρουόμενων συμφερόντων και κοινωνικών συγκρούσεων. Δηλαδή: οι συγκεκριμένες κρατικές δραστηριότητες και τα συγκεκριμένα κρατικά μέτρα δεν προκύπτουν ως το αποτέλεσμα της αφηρημένης λογικής μιας δεδομένης κοινωνικής δομής ή μιας αντικειμενικά δεδομένης ιστορικής εξελικτικής διαδικασίας αλλά μόνο υπό την πίεση πολιτικών κινημάτων και συμφερόντων τα οποία, δρώντας σε αυτή τη βάση, επιτυγχάνουν πραγματικά να επιβάλλουν τις διεκδικήσεις τους. Η «ιδιαιτεροποίηση» του κράτους πρέπει συνεχώς να επαναποκαθίσταται εκ νέου και να διατηρείται σε αυτή τη διαδικασία αντιπαράθεσης και σύγκρουσης συμφερόντων. Εξίσου σημαντική από τις συνέπειες αυτού είναι το ελάττωμα, η ατέλεια κι η ασυνέπεια της κρατικής δραστηριότητας, αλλά επίσης την ίδια στιγμή το σχετικό απρόβλεπτο της πολιτικής διαδικασίας, ένα απρόβλεπτο το οποίο δεν μπορεί να εξαχθεί από τους γενικούς καθορισμούς της κεφαλαιακής σχέσης.

Συνοψίζοντας: από τον καθορισμό της μορφής του αστικού κράτους μπορεί να εξαχθεί η δυνατότητα κι η γενική αναγκαιότητα των γενικών του λειτουργιών – η δυνατότητα στον βαθμό που το κράτος ως μια δύναμη διαχωρισμένη από την αστική κοινωνία βρίσκεται λειτουργικά στη θέση να εγγυηθεί τους γενικούς κι εξωτερικούς όρους αναπαραγωγής οι οποίοι δεν μπορούν να δημιουργηθούν από τα ιδιωτικά κεφάλαια, και που βρίσκεται λειτουργικά στη θέση να παρέμβει βίαια «ενάντια σε παραβιάσεις των εργατών, αλλά και μεμονωμένων καπιταλιστών» (Φρίντριχ Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2006, σελ. 431)[10]. Αυτή η δυνατότητα συνεπάγεται την ίδια στιγμή το ανέφικτο της επέμβασης στα θεμέλια της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας, ονομαστικά: στην ατομική ιδιοκτησία και τη διαθεσιμότητα ελεύθερης μισθωτής εργασίας. Η γενική αναγκαιότητα της κρατικής παρέμβασης απορρέει από το γεγονός ότι η καπιταλιστική αναπαραγωγική διαδικασία δομικώς προϋποθέτει κοινωνικές λειτουργίες οι οποίες δεν μπορούν να εκπληρωθούν από μεμονωμένα κεφάλαια. Η γενική συνθήκη της δυνατότητας του κράτους να εγγυηθεί τους «γενικούς κι εξωτερικούς όρους» της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας, δηλαδή να μεσολαβήσει την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα, τελικά κείτεται στο γεγονός ότι το αστικό κράτος ως μια στιγμή υψωμένη πάνω από την άμεση παραγωγική διαδικασία μπορεί να διατηρήσει την μορφή του μόνο εάν η διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου είναι εγγυημένη, κι οπότε είναι διασφαλισμένη κι η ίδια του η υλική βάση. Αυτό αναγκαία θα εκδηλωθεί ως το ειδικά πολιτικό και γραφειοκρατικό συμφέρον των άμεσων κατόχων της κρατικής εξουσίας και των παραγόντων τους στη διασφάλιση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου και των κεφαλαιακών σχέσεων. Αυτός είναι ο λόγος που το αστικό κράτος πρέπει να λειτουργεί ως ταξικό κράτος ακόμη κι όταν η άρχουσα τάξη, ή ένα τμήμα της, δεν του ασκεί άμεση επιρροή.

Πέρα από αυτούς τους γενικούς καθορισμούς, δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι παραπάνω, σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης, για τις λειτουργίες του αστικού κράτους[11]. Σε αυτό το επίπεδο, η γενική «μεθοδική παραγωγή της μορφής» δεν μπορεί να πάει πέρα από ασήμαντα ζητήματα. Το να πάμε παραπέρα θα απαιτούσε μια ανάλυση της συγκεκριμένης ιστορικής εξέλιξης της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας και των μεταβαλλόμενων όρων της αξιοποίησης του κεφαλαίου και των ταξικών σχέσεων. Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να την υποβαθμίσουμε σε ένα ζήτημα χονδροειδούς εμπειρισμού κι ιστοριογραφίας. Αντιθέτως, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε ένα θεωρητικό κι εννοιολογικό πλαίσιο για την ανάλυση της διαδικασίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, μια ανάλυση του συγκεκριμένου τρόπου εμφάνισης του αστικού κράτους και των μεταβαλλόμενων λειτουργιών του είναι εφικτή μόνο στη βάση μιας θεωρίας της καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης και κρίσης. Μόνο μια τέτοια θεωρία μπορεί να μας παρέχει τις κατηγορίες οι οποίες ορίζουν το πως πρέπει να γραφτεί κι ερμηνευτεί η εμπειρική ιστορία. Όπως κι η ανάλυση της μορφής της κράτους, μια τέτοια θεωρία πρέπει να ξεκινά από τον διττό χαρακτήρα της εργασίας και τον συνεπαγόμενο προσδιορισμό της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας ως την αντιφατική ενότητα της εργασιακής διαδικασίας και της διαδικασίας αξιοποίησης. Η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου δεν περιλαμβάνει μόνο τη τάση προς την καθολικοποίηση της σχέσης του κεφαλαίου, τη γενίκευση της παραγωγής ανταλλακτικών αξιών, την υπαγωγή υπό το κεφάλαιο όλο και περισσότερων σφαιρών κοινωνικής παραγωγής, και μαζί με αυτή την υπαγωγή την καθοριστική επιβολή των καπιταλιστικών ταξικών σχέσεων, αλλά επίσης και τον μόνιμο μετασχηματισμό και τη τεχνολογική επαναστατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας και της υλικής της βάσης – την προοδευτική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έως το σημείο που θα πρέπει να σπάσουν τα όρια της κεφαλαιακής σχέσης. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί «έναν τεχνολογικά, κατά τ’ άλλα, ειδικό τρόπο παραγωγής που μετασχηματίζει την πραγματική φύση του προτσές εργασίας και τους πραγματικούς του όρους – ένας καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» (VI ανέκδοτο κεφάλαιο, σελ. 122).

Ο καταναγκασμός για την παραγωγή σχετικής υπεραξίας κι οπότε για τον διαρκή μετασχηματισμό της τεχνολογικής βάσης της εργασιακής διαδικασίας, για τη δημιουργία μεγάλων μηχανών και την καθιέρωση του πάγιου κεφαλαίου ως την κατάλληλη μορφή του κεφαλαίου, τίθεται από καθεαυτή την κεφαλαιακή σχέση. Καθοδηγούμενη από το κεφάλαιο, η ανάπτυξη των ταξικών σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων, της υλικής μορφής της εργασιακής διαδικασίας κι οπότε της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, μεταβάλλει θεμελιωδώς την πολιτική δομή της αστικής κοινωνίας, επιβάλλει ειδικές, τεχνολογικά προσδιορισμένες αλλαγές στην μορφή των μεμονωμένων κεφαλαίων (εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, μονοπώλια) κι οπότε μεταβάλλει τις συνθήκες για τη λειτουργία του νόμου της αξίας η οποία μεσολαβείται από την κυκλοφορία του χρήματος και των εμπορευμάτων. Αυτό οδηγεί σε μια κατάσταση όπου «με την αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής είναι ακριβώς η υλική πλευρά εκείνη η οποία αυξανόμενα κερδίζει σε σημασία, κι αυτό αναγκαία (επειδή το κεφάλαιο με τον στενό του προσανατολισμό προς την παραγωγή υπεραξίας αδιαφορεί για την παραγωγή αξιών χρήσης) οδηγεί σε μια διάρρηξη της αναπαραγωγικής διαδικασίας, η οποία απαιτεί την παρέμβαση του κράτους» (Dieter Läpple, Staat und allgemeine Produktionsbedingungen, 1973, σελ. 60). Η διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου κι η αλλαγή στη τεχνολογική βάση της παραγωγής που ενσωματώνεται σε αυτή, εγείρει διαρκώς υλικά εμπόδια στη διαδικασία αξιοποίησης – εμπόδια τα οποία δεν μπορούν να ξεπεράσουν μόνα τους τα ιδιωτικά παραγωγικά κεφάλαια. Μια ανάλυση της καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης πρέπει πάνω απ’ όλα να εξηγεί το πως η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, στη στερεότητα των εγγενών της νόμων και μέσω του τεχνολογικού μετασχηματισμού της εργασιακής διαδικασίας και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, παράγει η ίδια τα εμπόδια προς την αξιοποίηση του κεφαλαίου τα οποία εκδηλώνονται μέσω της κρίσης, και πρέπει να εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο η καπιταλιστική κρίση καθεαυτή γίνεται το αναγκαίο όχημα για την πραγματική εφαρμογή των κρατικών παρεμβάσεων που αποσκοπούν στη διαφύλαξη της αναπαραγωγής.

Η καπιταλιστική διαδικασία της συσσώρευσης και της κρίσης

Η καπιταλιστική αναπαραγωγική διαδικασία αποτελεί κατ’ ανάγκη αναπαραγωγή σε μια διευρυνόμενη κλίμακα – μια διαδικασία συσσώρευσης. Η διαρκής εκ νέου μετατροπή της υπεραξίας σε κεφάλαιο επιβάλλεται στον μεμονωμένο καπιταλιστή ως ένας εξωτερικός καταναγκαστικός νόμος μέσω του ανταγωνισμού. «Τον αναγκάζει ν’ αυξάνει διαρκώς το κεφάλαιό του για να το διατηρεί, και μόνο με προοδευτική συσσώρευση μπορεί να το αυξάνει» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 613). Εκείνο που καθορίζει αποφασιστικά τη διαδικασία συσσώρευσης και, σύμφωνα με τον Μαρξ, συγκροτεί το βασικό σημείο ανάλυσης, είναι οι μετασχηματισμοί στη σύνθεση του κεφαλαίου, οι οποίοι αναπόφευκτα προκύπτουν από την πορεία της διαδικασίας συσσώρευσης κι από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που προωθείται μέσω αυτής της διαδικασίας – δηλαδή, οι μετασχηματισμοί στη σχέση της αντικειμενοποιημένης εργασίας με τη ζωντανή εργασία στην παραγωγική διαδικασία, τα αποτελέσματα της οποίας καταλήγουν στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Για τον Μαρξ, αυτός ο «νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» είναι «από κάθε άποψη ο σπουδαιότερος νόμος της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας κι ο πιο ουσιαστικός για την κατανόηση των δυσκολότερων σχέσεων. Είναι η έκφραση της τάσης, εγγενούς στο κεφάλαιο καθεαυτό, προς τη σταδιακή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» (Grundrisse, τόμος Β, σελ. 574)[12].

Η αναγκαιότητα για τις αλλαγές στην αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου οι οποίες επιφέρουν την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, μπορεί να εξαχθεί από τις θεμελιακές ταξικές αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: «Όταν υπάρχουν πια οι γενικές βάσεις του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, στην πορεία της συσσώρευσης παρουσιάζεται πάντα ένα σημείο όπου η ανάπτυξη της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας γίνεται ο πιο ισχυρός μοχλός της συσσώρευσης» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 644), δηλαδή, ένα σημείο στο οποίο οι τεχνικοί μετασχηματισμοί της εργασιακής διαδικασίας κι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εμφανίζονται ως προϋπόθεση για περαιτέρω συσσώρευση. Η τεχνική επαναστατικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας γίνεται ένα αναγκαίο εργαλείο στη σύγκρουση του κεφαλαίου με τη μισθωτή εργασία, μεσολαβημένη από την επέκταση και την επιβολή των μεμονωμένων κεφαλαίων στον ανταγωνισμό. «Η αύξηση του κεφαλαίου περιλαμβάνει και την αύξηση του μεταβλητού του μέρους ή του μέρους που μετατρέπεται σε εργασιακή δύναμη. Ένας μέρος της υπεραξίας που μετατρέπεται σε πρόσθετο κεφάλαιο πρέπει πάντα να ξαναμετατρέπεται σε μεταβλητό κεφάλαιο ή σε πρόσθετο κονδύλι εργασίας. Αν υποθέσουμε πως μαζί με τους άλλους όρους που μένουν αμετάβλητοι, μένει αμετάβλητη και η σύνθεση του κεφαλαίου, δηλαδή πως μια καθορισμένη μάζα μέσων παραγωγής ή σταθερού κεφαλαίου απαιτεί πάντα την ίδια μάζα εργασιακής δύναμης για να τεθεί σε κίνηση, τότε είναι φανερό πως η ζήτηση εργασίας και το κονδύλι συντήρησης των εργατών αυξάνουν ανάλογα με την αύξηση του κεφαλαίου και αυξάνουν τόσο πιο γρήγορα, όσο πιο γρήγορα αυξάνει το κεφάλαιο. Επειδή το κεφάλαιο παράγει κάθε χρόνο μια υπεραξία, από την οποία ένα μέρος προσθέτεται κάθε χρόνο στο αρχικό κεφάλαιο, επειδή όσο αυξάνει το μέγεθος του κεφαλαίου, που βρίσκεται κιόλας σε λειτουργία, αυξάνει κάθε χρόνο κι η ίδια αυτή προσαύξηση, και επειδή τέλος με ένα ιδιαίτερο κέντρισμα του πάθους του πλουτισμού με το άνοιγμα καινούριων αγορών, νέων σφαιρών τοποθέτησης κεφαλαίου σαν συνέπεια νεοεμφανισθέντων κοινωνικών αναγκών κλπ, η κλίμακα της συσσώρευσης μπορεί να διαστέλλεται απότομα απλώς με μια αλλαγή στον καταμερισμό της υπεραξίας ή του υπερπροϊόντος σε κεφάλαιο και εισόδημα, είναι δυνατό οι ανάγκες συσσώρευσης του κεφαλαίου να υπερφαλαγγίσουν την αύξηση της εργασιακής δύναμης ή του αριθμού των εργατών, η ζήτηση εργατών να υπερφαλαγγίσει την προσφορά τους και έτσι ν’ ανέβουν οι μισθοί της εργασίας» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 635)[13]. Από τον ίδιο του τον μηχανισμό συσσώρευσης, οπότε, το κεφάλαιο είναι αναγκασμένο να εισάγει στην παραγωγική διαδικασία τεχνικές αλλαγές οι οποίες συνεχώς απελευθερώνουν ζωντανή εργασία και την καθιστούν περιττή.

Ο μηχανισμός της αυτοαξιοποίησής του, οπότε, αναγκάζει διαρκώς το κεφάλαιο να αποσυνδέεται από τη βάση του, τη ζωντανή ανθρώπινη εργασιακή δύναμη. Μπορεί μόνο να χρησιμοποιήσει την παραγωγική δύναμη της εργασίας αναπτύσσοντας αυτή την παραγωγική δύναμη, κι αυτό σημαίνει την εντατικοποίηση του καταμερισμού της εργασίας και την καθυπόταξη ζωντανής εργασιακής δύναμης στο σύστημα των μηχανών. Υπό ανεπτυγμένες κεφαλαιακές σχέσεις, η παραγωγική διαδικασία παύει να αποτελεί «μια εργασιακή διαδικασία με την έννοια πως η εργασία επικρατεί πάνω της σαν κυριαρχική της ενότητα. Αντίθετα, εμφανίζεται μόνο σαν συνειδητό όργανο, σαν ξεχωριστοί ζωντανοί εργάτες διασκορπισμένοι σε διάφορα σημεία του μηχανικού συστήματος· υποταγμένοι στη συνολική διαδικασία των ίδιων των μηχανημάτων· κι οι ίδιοι ένα απλό μέλος του συστήματος, που η ενότητά του δεν βρίσκεται στους ζωντανούς εργάτες αλλά στα ζωντανά (ενεργά) μηχανήματα […]» (Grundrisse, τόμος Β, σελ. 532). «Η εξέλιξη του μέσου εργασίας σε μηχανήματα δεν είναι τυχαία για το κεφάλαιο, αλλά αποτελεί τον ιστορικό μετασχηματισμό του παραδοσιακά δοσμένου μέσου εργασίας σε μορφή επαρκή για το κεφάλαιο. Η συσσώρευση της γνώσης και της επιδεξιότητας, των γενικών παραγωγικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού, απέναντι στον εργάτη απορροφήθηκε μ’ αυτό τον τρόπο στο κεφάλαιο, και άρα εμφανίζεται σαν ιδιότητα του κεφαλαίου· πιο συγκεκριμένα του πάγιου κεφαλαίου, στο μέτρο που αυτό εντάσσεται στην παραγωγική διαδικασία σαν το καθαυτό μέσο παραγωγής. Ώστε τα μηχανήματα εμφανίζονται σαν η επαρκέστερη μορφή του πάγιου κεφαλαίου, και το πάγιο κεφάλαιο -στο μέτρο που το κεφάλαιο εξετάζεται στη σχέση του προς τον εαυτό του- σαν η επαρκέστερη μορφή του κεφαλαίου γενικά. […] Η πλήρης λοιπόν ανάπτυξη του κεφαλαίου -μ’ άλλα λόγια, τότε μόνο το κεφάλαιο τοποθέτησε τον τρόπο παραγωγής που του αντιστοιχεί- συντελείται μόνο από τη στιγμή που το μέσο εργασίας δεν καθορίζεται μόνο τυπικά σαν πάγιο κεφάλαιο, αλλά έχει αρθεί στην άμεση μορφή του, και το πάγιο κεφάλαιο προβάλλει μέσα στην παραγωγική διαδικασία σαν μηχανή απέναντι στην εργασία· ολόκληρη όμως η παραγωγική διαδικασία όχι σαν υποταγμένη στην άμεση επιδεξιότητα του εργάτη, αλλά σαν τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης» (Grundrisse, τόμος Β, σελ. 532-533).

Με την εγκαθίδρυση του τρόπου παραγωγής του και τη συνεχή επέκταση της σφαίρας του (της παγκόσμιας αγοράς), το κεφάλαιο φέρει σε πέρας τον σταδιακό καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας και τη τεράστια επέκταση των μηχανών ως την ενσάρκωση των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας αντιμέτωπες με τον μεμονωμένο εργάτη. Για τον μεμονωμένο καπιταλιστή που αναζητά επιπρόσθετο κέρδος στον αγώνα για επιβίωση, αυτή η κίνηση εμφανίζεται ως μια διαρκής πίεση να μειώσει τους μισθούς (οι οποίοι, για εκείνον, αναπαριστούν μια αφαίρεση από το προκαταβληθέν κεφάλαιο) μέσω εξορθολογισμού, δηλαδή μέσω της αντικατάστασης ζωντανής εργασίας από μηχανές. Η ίδια η έννοια του κεφαλαίου, οπότε, θέτει την ανάγκη για ενδελεχείς μετασχηματισμούς της τεχνολογίας της παραγωγής (οι διαφορετικές φάσεις της «βιομηχανικής επανάστασης»). Επειδή είναι εγγενές στην καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης ότι η αντικειμενοποιημένη εργασία στέκεται αντιμέτωπη, αυξανόμενη σε ποσότοτητα και με διαρκώς μεταβαλλόμενη μορφή, στη ζωντανή εργασία, απομυζώντας τη κι απωθώντας τη ξανά, η επιστήμη κι η τεχνολογία εμφανίζονται ως το αναγκαίο συμπλήρωμα για το κεφάλαιο στην πάλη του με την εργασία.

Η διαδικασία προοδευτικής συσσώρευσης κι η συσχετιζόμενη με αυτή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έρχονται πράγματι αντιμέτωπες με μια οριακή γραμμή ορισμένη από την μεταβαλλόμενη σύνθεση του κεφαλαίου. Η αυξανόμενη παραγωγική δύναμη της εργασίας σημαίνει ότι ο μεμονωμένος εργάτης θέτει σε κίνηση ολοένα και μεγαλύτερη μάζα μέσων παραγωγής και πρώτων υλών, κλπ· η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου -ο λόγος μεταξύ της μάζας των μέσων παραγωγής (mp) και της εργασιακής δύναμης (lp), (\frac{mp}{lp})- μεταβάλλεται. Οπότε, με όλα τα άλλα σταθερά, η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου (\frac{c}{v}) [όπου (c) το σταθερό κεφάλαιο και (v) το μεταβλητό] πρέπει επίσης να μεταβληθεί – αν όχι αναλογικά, τουλάχιστον προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Μαρξ ονομάζει «την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, στον βαθμό που καθορίζεται από τη τεχνική του σύνθεση κι αντανακλάει τις αλλαγές της: οργανική σύνθεση του κεφαλαίου» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 634).

Δεδομένου ενός σταθερού ποσοστού υπεραξίας (\frac{s}{c}) [όπου (s) η υπεραξία], το ποσοστό κέρδους (το οποίο αναφέρεται στο συνολικό κεφάλαιο) (\frac{s}{c + v}) πρέπει να μειωθεί αν αυξηθεί η οργανική σύνθεση. Αν το ποσοστό κέρδους μειωθεί σε τέτοιο σημείο στο οποίο η παραγώμενη μάζα κέρδους είναι υπερβολικά μικρή ώστε να επιτρέψει στην πρόσφατα παρηγμένη υπεραξία εντούτοις να συσσωρευτεί κερδοφόρα (στο οποίο σημείο υπάρχει μια σχετική υπερπαραγωγή κεφαλαίου), τότε η διαδικασία της συσσώρευσης πρέπει να καταρρεύσει. Σε αυτή την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους κείτεται η απόλυτη αναγκαιότητα η οποία εμπεριέχεται μόνο ως ενδεχομενικότητα στην κυκλοφορία του χρήματος: η πρόδηλη κρίση του καπιταλισμού.

Η διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου ως μια διαδικασία εκμετάλλευσης περιέχει το σταθερό χαρακτηριστικό της ανοικτής ή λανθάνουσας ταξικής πάλης και πρέπει οπότε να αναλυθεί βασικά ως μια κοινωνική διαδικασία κρίσης. Το ανοιχτό ξέσπασμα των οικονομικών κρίσεων δεν μπορεί οπότε να θεωρηθεί ως «μια παρέκκλιση» από «τη φυσιολογική πορεία» της συσσώρευσης. Μάλλον, σηματοδοτεί την όξυνση κι εκδήλωση μιας θεμελιακής αντίφασης η οποία προωθείται από τη συσσώρευση κεφαλαίου. Από τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να παραμείνει άδηλη αλλά ότι η λανθάνουσα κρίση του κεφαλαίου πρέπει επανελλειμένως να μετασχηματίζεται σε ανοιχτή κρίση μέσω της διάρρηξης της διαδικασίας συσσώρευσης. Στη συνέχεια ωστόσο, το αργότερο, η αντικειμενική όξυνση των ταξικών αντιφάσεων κάνει τον εαυτό της φανερά αισθητή: η ικανότητα της ζωντανής εργασίας να διατηρήσει μια κεφαλαιακή αξία η οποία συνεχώς διογκώνεται καθώς η συσσώρευση συνεχίζει κι η παραγωγική δύναμη της εργασίας αναπτύσσεται, κι οπότε η ικανότητά της να παράγει μια αυξανόμενη μάζα αξιών χρήσης, αποτελεί την ίδια στιγμή τη βάση της μόνιμης υπερπαραγωγής, τη βάση των μαζών εργατών οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται κι εκτοπίζονται, τη βάση της παραγωγής ενός βιομηχανικού εφεδρικού στρατού. Με την ανάπτυξη του κεφαλαίου (του συνολικού κεφαλαίου) αυξάνεται επίσης κι η μεταβλητή του συνιστώσα, αλλά σε μια διαρκώς μειούμενη αναλογία. Οπότε, με την ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, απαιτείται μια ακόμη μεγαλύτερη ποσότητα κεφαλαίου για την απασχόληση του ίδιου ή ενός αυξανόμενου αριθμού εργατών. Με αυτό τον τρόπο ο εφεδρικός στρατός, παρών αλλά λανθάνων σε μια περίοδο ραγδαίας συσσώρευσης, έρχεται φανερά στο προσκήνιο μόνο όταν η διαδικασία συσσώρευσης λασκάρει και τελματώνει. Είναι οπότε μόνο με τη χαλάρωση ή την κατάρρευση της διαδικασίας συσσώρευσης που η αντίφαση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων υπό καπιταλιστικές συνθήκες εκδηλώνεται κι ο εντεινόμενος ταξικός ανταγωνισμός γίνεται ορατός. Η προοδευτική συσσώρευση ή «σταθερή ανάπτυξη» οπότε συγκροτεί μια αποφασιστική και ταυτοχρόνως αυξανόμενα ανέφικτη προϋπόθεση για να παραμείνει η ταξική σύγκρουση λανθάνουσα.

Αν η «αυξανόμενη τάση του γενικού ποσοστού κέρδους να πέφτει, αποτελεί λοιπόν απλώς μια έκφραση, που προσιδιάζει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, της συνεχιζόμενης ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 269), αυτό δείχνει ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής βρίσκει τα ίδια του τα όρια στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων την οποία ο ίδιος επιφέρει. «Η αντίφαση όμως αυτού του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής συνίσταται ακριβώς στη τάση του προς απόλυτη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που έρχεται διαρκώς σε σύγκρουση με τους ειδικούς όρους παραγωγής, κάτω από τους οποίους κινείται το κεφάλαιο και κάτω από τους οποίους μόνο μπορεί να κινείται» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 325-326). «Το αληθινό όριο της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 316).

Ύστερα από αυτή τη γενική παρουσίαση της τάσης του καπιταλισμού προς την κρίση και την κατάρρευση, η οποία απορρέει από τις συνέπειες καθεαυτού του νόμου της αξίας, παραμένει τώρα το αληθινό πρόβλημα της διερεύνησης – το ερώτημα του γιατί αυτή η κατάρρευση δεν έχει ακόμη συμβεί, δηλαδή ποιες συγκεκριμένες εξελίξεις έχουν τροποποιήσει και τροποποιούν τη λειτουργία αυτού του γενικού νόμου[14]. Αυτό αποτελεί ένα καθοριστικό ερώτημα για τον προσδιορισμό των λειτουργιών του κράτους. Οπότε, είναι απαραίτητο να πάμε πιο κοντά στον χαρακτήρα του καπιταλιστικού μηχανισμού της κρίσης.

Ένας θεμελιώδης καθορισμός του καπιταλιστικού μηχανισμού κρίσης κείτεται στο γεγονός ότι -μεσολαβημένες από τις πράξεις των μεμονωμένων κεφαλαίων σε ανταγωνισμό και μέσω ταξικών συγκρούσεων- «[…] οι ίδιες αιτίες που επιφέρουν την πτώση του γενικού ποσοστού του κέρδους, προκαλούν αντιδράσεις που αναχαιτίζουν, επιβραδύνουν κι εν μέρει παραλύουν αυτή την πτώση» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 301). Η κύρια βάση αυτών των αντιδράσεων είναι, αφενός, το γεγονός ότι η ανάπτυξη καθεαυτής της παραγωγικής δύναμης της εργασίας δεν μπορεί να αφήσει την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου και το ποσοστό υπεραξίας ανεπηρέαστα και, αφετέρου, η δυνατότητα για συγκέντρωση αυξανόμενων μαζών υπεραξίας στα βιομηχανικά κέντρα συσσώρευσης. Ο Μαρξ ξεκίνησε να περιγράφει αυτές τις «αντίρροπες τάσεις» μόλις στο 14ο κεφάλαιο του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου – και πράγματι, δεν είναι δυνατό να γίνει κάτι παραπάνω: δεν είναι ο ίδιος ο νόμος εκείνος ο οποίος καθορίζεται από τη συγκεκριμένη ανάπτυξη της διαδικασίας συσσώρευσης αλλά μάλλον οι «αντίρροπες τάσεις» κι ο τρόπος λειτουργίας τους· οι «αντίρροπες τάσεις» αλλάζουν τον τρόπο εμφάνισής τους και τη σημασία τους αναλόγως με τη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Αν κανείς ξεκινήσει από τη βασική υποβόσκουσα αξιακή σχέση -αφήνοντας προς στιγμήν στην άκρη μια ιστορική ανάλυση η οποία συνάγεται από τον μηχανισμό κρίσης και ταξικής πάλης του καπιταλιστικού συστήματος- οι «αιτίες που αντιδρούν» πρέπει να διαφοροποιηθούν και συστηματικοποιηθούν ως εξής[15].

Η πιο σημαντική αντίρροπη τάση, ιδία βασισμένη στους τεχνολογικούς μετασχηματισμούς της εργασιακής διαδικασίας οι οποίοι καθορίζουν τον νόμο, απορρέει από τη συσχετιζόμενη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αυτό παράγει μια τάση προς την πτώση των τιμών των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου και μια αυξημένη εξοικονόμηση στη χρήση τους, περιορίζοντας συνεπώς την αύξηση της οργανικής σύνθεσης. Η τεχνολογική πρόοδος παρέχει επίσης τη βάση για την μορφή της «εξοικονόμησης» στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου που απορρέει από μια αύξηση της ταχύτητας της περιστροφής του κεφαλαίου (την μείωση του χρόνου παραγωγής και κυκλοφορίας που απορρέει, για παράδειγμα, από την ανάπτυξη τεχνικών οργάνωσης, σχεδιασμού και διοίκησης, ή από τη βελτίωση των μέσων επικοινωνίας). Από την άλλη, η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε μια σχετική πτώση των τιμών των μέσων κατανάλωσης του εργάτη κι οπότε σε μια πτώση της αξίας του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη. Δεδομένου ότι ο χρόνος εργασίας παραμένει σταθερός, η σχέση μεταξύ της αναγκαίας εργασίας και της υπερεργασίας μετατοπίζεται υπέρ της τελευταίας: το ποσοστό (σχετικής) υπεραξίας αυξάνεται και, με όλα τα υπόλοιπα σταθερά, αυξάνεται και το ποσοστό κέρδους. Αυτό σημαίνει ότι στη διαδικασία συσσώρευσης η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου δεν θα αλλάξει στον ίδιο βαθμό με τη τεχνική του σύνθεση, και ότι το ποσοστό εκμετάλλευσης, βασισμένο στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας, αναγκαστικά αυξάνεται. Το γεγονός ότι οι ίδιες αιτίες οι οποίες προκαλούν το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους -ο τεχνολογικός μετασχηματισμός της εργασιακής διαδικασίας- δημιουργούν επίσης επακόλουθα τα οποία εξασθενούν την επίδρασή του σημαίνει ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκτιμήσουμε ποσοτικά, πόσο μάλλον να προβλέψουμε, τον βαθμό και τη ταχύτητα της αλλαγής στο ποσοστό κέρδους. Η δύναμη με την οποία ο νόμος επιβάλλεται, εξαρτάται επίσης σε μεγάλο βαθμό στην ποιότητα των τεχνικών αλλαγών (οι οποίες στα αστικά οικονομικά αναφέρονται ως καινοτομίες «εξοικονόμησης εργασίας» ή «εξοικονόμησης κεφαλαίου»). Είναι ήδη ξεκάθαρο από αυτό ότι η εγκυρότητα του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους δεν αποκλείει μια προσωρινή αύξηση στο μέσο ποσοστό κέρδους – η οποία φυσικά δεν αναιρεί την ισχύ του νόμου μακροπρόθεσμα.

Σε ένα διαφορετικό επίπεδο, υπάρχουν εκείνοι οι παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν τον ρυθμό της τεχνολογικής ανάπτυξης κι οπότε των αλλαγών στη τεχνική σύνθεση: η δυνατότητα για συσσώρευση σε μια αμετάβλητη τεχνολογική βάση κι η υπαγωγή κοινωνικών σφαιρών παραγωγής με χαμηλότερη οργανική σύνθεση υπό την αναπαραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου. Και οι δύο συνδέονται με την ύπαρξη ενός σχετικού υπερπληθυσμού και περιορίζονται αυξανόμενα από τη σταδιακή καθυπόταξη του κόσμου στον καπιταλισμό. Σε ένα άλλο ακόμη πλαίσιο, υπάρχουν οι παράγοντες εκείνοι οι οποίοι οδηγούν στην καταστροφή κι απαξίωση κεφαλαίων που έχουν ήδη συσσωρευτεί: μέσω πολέμου, μιας περιοδικής κρίσης ή καινούριων εφευρέσεων. Τέλος, το ποσοστό κέρδους, φυσικά, επηρεάζεται από μέτρα τα οποία οδηγούν σε μια αύξηση του απόλυτου ποσοστού υπεραξίας: επιμήκυνση του εργάσιμου χρόνου, εντατικοποίηση της εργασίας και συμπίεση των μισθών κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης.

Μπορούμε οπότε να διακρίνουμε δύο ομάδες επιρροών, μία η οποία βασίζεται άμεσα στις τεχνολογικές αλλαγές στην εργασιακή διαδικασία, ενώ οι άλλες «αιτίες που αντιδρούν» προκύπτουν με μια εξωτερική ή μόνο μεσολαβημένη μορφή. Σημαντικές για μια θεωρία της συσσώρευσης αλλά χωρίς επιρροή στην ανάπτυξη του μέσου ποσοστού κέρδους είναι, από την άλλη, όλες εκείνες οι διαδικασίες οι οποίες οδηγούν σε μια άνιση κατανομή του κέρδους μεταξύ των κεφαλαίων. Ουσιώδεις εδώ είναι πάνω απ’ όλα οι παράγοντες οι οποίοι οδηγούν σε μια συγκέντρωση μαζών κέρδους στα βιομηχανικά κέντρα συσσώρευσης. Αυτοί περιλαμβάνουν την μείωση του μεριδίου των μη βιομηχανικών τμημάτων της αστικής τάξη στη συνολική υπεραξία (μείωση της γαιοπροσόδου, εξάλειψη εμπορικού κέρδους κι εκείνο που ο Κέυνς αποκαλούσε «ευθανασία του εισοδηματία»)· ομοίως, αλλά στην πραγματικότητα αυξανόμενα δύσκολο να πραγματοποιηθούν με την ανάπτυξη της κρισιακής φύσης του καπιταλισμού: η μείωση των μη παραγωγικών ομάδων του πληθυσμού που ζουν από τις παρακρατήσεις των εσόδων – τα φιλελεύθερα επαγγέλματα, οι κρατικοί υπάλληλοι, ο στρατός. Αποφασιστικής σημασίας στον προηγμένο καπιταλισμό είναι, τέλος, η μη-εξίσωση (ή μοίρασμα) των ποσοστών του κέρδους που απορρέουν από την ανάπτυξη των (διεθνών) μονοπωλίων, τον σχηματισμό του μετοχικού κεφαλαίου και την ανάληψη από το κράτος των μη επικερδών σφαιρών παραγωγής, κι επίσης η συνεχής μεταφορά αξίας που ρέει, μέσω της άνισης ανταλλαγής στην παγκόσμια αγορά εντός του ιμπεριαλιστικού συστήματος, από τις εξαρτημένες χώρες προς τις ανεπτυγμένες βιομηχανικές μητροπόλεις.

Μια τέτοια συστηματοποίηση των αντίρροπων τάσεων δεν μας εξηγεί ακόμα πολλά για την πραγματική τους επίδραση. Αυτή μπορεί να διασαφηνιστεί μόνο με μια εξέταση της συγκεκριμένης ανάπτυξης της διαδικασίας συσσώρευσης, του ανταγωνισμού των μεμονωμένων κεφαλαίων και της κρίσης, μέσω των οποίων οι νόμοι που αναλύονται από την αξιακή θεωρία πράγματι επιβεβαιώνονται στην αντιφατική τους μορφή. Σε αυτό το στάδιο μπορούν να διατυπωθούν μόνο λίγοι γενικοί ισχυρισμοί. Καθώς το ποσοστό της συσσώρευσης δεν μπορεί να ελλατωθεί αναλογικά με την πτώση του ποσοστού κέρδους, αλλά πρέπει, ως συσσώρευση ανταγωνιστικών μεμονωμένων κεφαλαίων (και επί ποινή ενός ανοιχτού ξεσπάσματος ταξικής σύγκρουσης), να εξελιχτεί προοδευτικά με την ορμή του ήδη συσσωρευμένου κεφαλαίου, όταν η ποσότητα της παρηγμένης υπεραξίας ιδιοποιημένη από μεμονωμένα κεφάλαια δεν επαρκεί πλέον για να διατηρήσει το αναγκαίο ποσοστό συσσώρευσης κι οπότε η υπάρχουσα μάζα υπεραξίας δεν μπορεί πλέον να κεφαλαιοποιηθεί κερδοφόρα, τότε ξεσπάει κρίση. Η «υπερσυσσώρευση κεφαλαίου βρίσκεται πάντα στο καταληκτικό σημείο μιας περιόδου συσσώρευσης στην οποία η διεύρυνση της παραγωγής συμβαδίζει με τη διεύρυνση του κεφαλαίου. Όταν οι υπάρχουσες συνθήκες εκμετάλλευσης [σημείωση του Hirsch: δηλαδή, η αξιακή σχέση νεκρής και ζωντανής εργασίας, το ποσοστό υπεραξίας, κλπ] αποκλείουν μια περαιτέρω κερδοφόρα διεύρυνση του κεφαλαίου, η κρίση εδραιώνεται» (Πωλ Μάτικ, «Value Τheory and Capital Accumulation» στο Science & Society vol. XXIII, no. 1, 1959, σελ. 32). Η σχετικά συρρικνώμενη μάζα υπεραξίας συνεπώς εμφανίζεται ως υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει «ότι η συσσώρευση έχει φτάσει ένα σημείο όπου τα κέρδη που σχετίζονται με αυτή δεν είναι πλέον αρκετά μεγάλα για να δικαιολογήσουν [σημείωση του Hirsch: για το μέσο μεμονωμένο κεφάλαιο] περαιτέρω διεύρυνση. Δεν υπάρχει κίνητρο για επενδύσεις κι επειδή δεν υπάρχει καμία νέα, ή καμία ουσιαστική νέα επένδυση κεφαλαίου, μειώνεται η ζήτηση για όλα τα εμπορεύματα» (Μάτικ, 1959, σελ. 43). «Υπερπαραγωγή κεφαλαίου δεν σημαίνει ποτέ κάτι άλλο από υπερπαραγωγή μέσων παραγωγής -μέσων εργασίας και μέσων συντήρησης- που μπορούν να λειτουργήσουν σαν κεφάλαιο, δηλαδή που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκμετάλλευση της εργασίας με ένα δοσμένο βαθμό εκμετάλλευσης. Γιατί η πτώση αυτού του βαθμού εκμετάλλευσης κάτω από ένα δοσμένο σημείο προκαλεί διαταραχές και σταματήματα του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, κρίσεις, καταστροφή κεφαλαίου» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 323). «Η απορρέουσα γενική έλλειψη ζήτησης εμφανίζεται ως υπερπαραγωγή εμπορευμάτων, κι αυτή η φαινομενική υπερπαραγωγή υποδηλώνει το πρόβλημα της πραγματοποίησης ως την αιτία της κρίσης» (Μάτικ, 1959, σελ. 43)[16].

Οι υπάρχουσες δυσανολογίες, η ανισότητα της οικονομικής δομής και τα προβλήματα της κυκλοφορίας τα οποία παρέμεναν κρυμμένα σε μια περίοδο ομαλής συσσώρευσης, αναδύονται στα ανοιχτά κατά την κρίση και παραμεριζόνται βιαίως μέσω αυτής. Δεν πρέπει φυσικά να νοηθούν ως η αιτία της γενικής κρίσης αλλά ως ένα στοιχείο που την ενισχύει και πιθανώς την πυροδοτεί.

Η λειτουργία της κρίσης, ωστόσο, δεν συνίσταται μόνο στην κατάργηση των υπάρχοντων δυσανολογιών του μηχανισμού της παραγωγής. Είναι ταυτοχρόνως, και πάνω απ’ όλα, ένα όχημα για την κινητοποίηση των αντίρροπων τάσεων προς την πτώση του ποσοστού κέρδους (για παράδειγμα, μέσω αυξημένης εξορθολόγισης ή μέσω της εντατικοποίησης της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης). «Σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή, τα πραγματικά σύνορα της διεύρυνσης του κεφαλαίου καθορίζονται από τις γενικές κοινωνικές συνθήκες, οι οποίες περιλαμβάνουν το επίπεδο της τεχνολογίας, το μέγεθος του ήδη συσσωρευμένου κεφαλαίου, τη διαθεσιμότητα της μισθωτής εργασίας, τον εφικτό βαθμό εκμετάλλευσης, την έκταση της αγοράς, τις πολιτικές σχέσεις, τους αναγνωρισμένους φυσικούς πόρους, κλπ. Δεν είναι μόνο η αγορά αλλά το σύνολο της κοινωνικής κατάστασης σε όλες τις προεκτάσεις της εκείνο το οποίο επιτρέπει τη, ή θέτει όρια στη, συσσώρευση του κεφαλαίου» (Πωλ Μάτικ, Marx and Keynes: The Limits of the Mixed Economy, 1969, σελ. 74)[17].

Από τη στιγμή που αυτοί οι γενικοί κοινωνικοί όροι της παραγωγής δεν προσαρμόζονται αυτόματα στην κεφαλαιακή συσσώρευση, η κρίση ξεσπά στα ανοιχτά όταν η διαδικασία συσσώρευσης έρχεται αντιμέτωπη με τα όριά τους. Στην κρίση, τα όρια αυτά στην πραγματικότητα επανα-προσδιορίζονται κι οι γενικοί όροι της παραγωγής αναδιοργανώνονται. Η αναγκαιότητα για τη θεμελιακή αναδιοργάνωση των όρων της παραγωγής και των σχέσεων εκμετάλλευσης όταν δεν ανταποκρίνονται στο επιτευγμένο επίπεδο συσσώρευσης, αλλά επίσης κι η σχετική τους δυσκαμψία κι ανεξαρτησία από την άμεση παραγωγική διαδικασία σε κάθε επιτευγμένο επίπεδο, εξηγεί μεταξύ άλλων την περιοδική φύση των κρίσεων. Οι διάφοροι κύκλοι της κρίσης εμφανίζονται σαν μια σε μικρογραφία απομίμηση της μακροπρόθεσμης τάσης της συσσώρευσης κεφαλαίου, ως «μια ασυνεχή τάση προς κατάρρευση»[18]. Έτσι, είναι ξεκάθαρο ότι οι «αντίρροπες τάσεις» προς την πτώση του ποσοστού κέρδους δεν πρέπει να κατανοηθούν ως το άθροισμα μεμονωμένων παραγόντων αλλά αποτελούν μάλλον την έκφραση ενός κοινωνικού συμπλέγματος όρων παραγωγής, κι επιβεβαιώνονται με έναν αυξανόμενα κρισιακό τρόπο και σε κάθε περίπτωση όχι απλώς στην κανονική πορεία της διαδικασίας συσσώρευσης και τη διευρυμένη αναπαραγωγή των κεφαλαιακών σχέσεων από το ίδιο το κεφάλαιο. Η κινητοποίηση των αντίρροπων τάσεων σημαίνει την αναδιοργάνωση στην πράξη ενός ιστορικού συμπλέγματος γενικών κοινωνικών όρων της παραγωγής κι εκμεταλλευτικών σχέσεων σε μια διαδικασία η οποία μπορεί να συνεχίσει μόνο με έναν κρισιακό τρόπο[19]. Έτσι, η αληθινή πορεία της αναγκαία κρισιακής διαδικασίας συσσώρευσης κι ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας εξαρτάται αποφασιστικά στο εάν, και με ποιο τρόπο, θα επιτύχει η αναγκαία αναδιοργάνωση των όρων της παραγωγής και των σχέσεων εκμετάλλευσης. Αυτό επηρεάζεται με ουσιώδη τρόπο από τις πράξεις των ανταγωνιζόμενων μεμονωμένων κεφαλαίων κι από την έκβαση της ταξικής σύγκρουσης σε διεθνή κλίμακα. Οπότε, η πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης δεν καθορίζεται μηχανικά ή από κάποιου είδους φυσικό νόμο. Εντός του πλαισίου των γενικών της νόμων, η καπιταλιστική ανάπτυξη καθορίζεται μάλλον από τις πράξεις των δρώντων υποκειμένων και τάξεων, τις απορρέουσες συγκεκριμένες συνθήκες της κρίσης και τις πολιτικές τους συνέπειες[20].

Είναι τώρα εφικτό να πούμε κάτι σχετικά με τον λογικό χαρακτήρα του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και της σχέσης του με την εμπειρική πραγματικότητα. Ο νόμος υποδηλώνει το αντικειμενικό σημείο αναφοράς (νοούμενο σε αξιακές κατηγορίες) των στρατηγικών του κεφαλαίου και των ταξικών συγκρούσεων, οι οποίες μπορούν να εμφανιστούν στην «επιφάνεια της κοινωνίας» και στη συνείδηση των παραγόντων της παραγωγής μόνο με μεσολαβημένη κι αντεστραμμένη μορφή, και τα αποτελέσματα των οποίων δεν αφήνουν κάποιο άμεσο αποτύπωμα στο επίπεδο των εμπειρικών μετρήσεων (σύνθεση του κεφαλαίου, δείκτη των μισθών, κέρδη)[21]. Εφόσον το κεφάλαιο στην πάλη του για ποσοστό και μάζα κέρδους αναγκάζεται να κινητοποιεί «αντισταθμιστικές δυνάμεις» υπό την μορφή αυξανόμενης εκμετάλλευσης, ώστε να υπάρξει ικανό να συνεχίσει να υπάρχει, ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους υποδηλώνει την αντικειμενική βάση των πραγματικών ταξικών αγώνων[22]. Μόνο η διατύπωση του πλαισίου της αξιακής θεωρίας το οποίο συγκροτείται εντός του νόμου επιτρέπει σε κάποιον να ορίσει τις πράξεις των μαχόμενων τάξεων ως στρατηγικές, εφόσον το κοινωνικό τους πλαίσιο παραμένει κρυμμένο (ή μερικώς κρυμμένο) από τους παράγοντες που δρουν υπό την κυριαρχία του νόμου της αξίας. Το εάν η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους γίνεται ή όχι εμπειρικά ορατή εξαρτάται στην επιτυχία αυτών των στρατηγικών και στο αποτέλεσμα των αγώνων. Οι ίδιοι νόμοι (η ύπαρξη των οποίων μπορεί να παραμείνει κρυμμένη για μεγάλες περιόδους λόγω της αποτελεσματικότητας των «αντίρροπων τάσεων») εκδηλώνονται με την ανάπτυξη μιας ανοιχτής κρίσης[23]. Ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους εκφράζει το αντικειμενικό πλαίσιο αναφοράς εντός του οποίου οι ταξικές συγκρούσεις λαμβάνουν την ιστορική τους πορεία· οι «αιτίες που αντιδρούν» υποδηλώνουν τα αποτελέσματα και τις συνθήκες των συγκρούσεων αυτών, οι οποίες λαμβάνουν την μορφή περίπλοκων κοινωνικών σχέσεων. Με άλλα λόγια: ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους δεν μπορεί από μόνος του να εξηγήσει την εμπειρική εξέλιξη της ανάπτυξης των καπιταλιστικών κοινωνιών· ο πρώτος αποτελεί τη διατύπωση των αντιφατικών κινητήριων δυνάμεων της τελευταίας, οι οποίες εκδηλώνονται -πάντα τροποποιημένες από μια μεγάλη ποικιλία εμπειρικών συνθηκών και ιστορικών ιδιαιτεροτήτων- κι εκφράζονται στους ταξικούς αγώνες, στις στρατηγικές του κεφαλαίου και στην πορεία που λαμβάνουν οι κρίσεις.

Η ιστορική διαδικασία της ανάπτυξης της καπιταλιστικής κοινωνίας πρέπει οπότε να κατανοηθεί ως η σταδιακή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που προωθήθηκε από τη συσσώρευση του κεφαλαίου – μια ανάπτυξη η οποία έρχεται συνεχώς σε σύγκρουση με τη στενή βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (βλέπε Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 309). Αυτή η αντίφαση εκδηλώνεται σε μια θεμελιακή τάση προς κρίση και κατάρρευση – η οποία μπορεί να αντισταθμιστεί μόνο από τη συνεχή αναδιοργάνωση, μέσω κρίσης, των κοινωνικών όρων της παραγωγής και των εκμεταλλευτικών σχέσεων. Τα εμπόδια που θέτει το κεφάλαιο στην πορεία της αυτοαξιοποίησής του μέσω του αναγκαίου μετασχηματισμού της τεχνολογικής βάσης της εργασιακής διαδικασίας, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της κοινωνικοποίησης, μπορούν να κατεδαφιστούν μόνο προσωρινά από την αναδιοργάνωση (μέσω κρίσης και μεσολαβημένη από πολιτικούς κι οικονομικούς αγώνες) των περίπλοκων κοινωνικών σχέσεων και των όρων της παραγωγής. Η ιστορική υλοποίηση των κρατικών λειτουργιών πρέπει ουσιαστικά να καθοριστεί από το πλαίσιο των ορισμένων κρίσεων κι από το πολιτικό κίνημα το οποίο εγείρει η κρίση. Εκείνο που σημαίνει με συγκεκριμένους όρους η φράση «η εγγύηση των γενικών κι εξωτερικών όρων της παραγωγικής διαδικασίας» ουσιαστικά εξαρτάται από την κρισιακή πορεία της αναπαραγωγικής διαδικασίας· επιτυγχάνεται πολιτικά μέσω των πολιτικών δράσεων κοινωνικών ομάδων και τάξεων, δράσεις οι οποίες προέρχονται από τις αλλαγές στις ταξικές σχέσεις και τις σχέσεις εκμετάλλευσης.

Πριν προχωρήσουμε με την εξαγωγή του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο κρατικός μηχανισμός από το πλαίσιο της αναπαραγωγής και της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, είναι σημαντικό να κατέχουμε μια περισσότερο ακριβή κατανόηση της έννοιας της «αναδιοργάνωσης των όρων της παραγωγής». Αποτελεί ένα ζήτημα αναλυτικά διακριτών (αν και στενά συσχετιζόμενων) αλλαγών στο σύνολο της οικονομικής βάσης, η εφαρμογή των οποίων μπορεί να οριστεί αντικειμενικά ως μια στρατηγική του κεφαλαίου για την οργάνωση των περίπλοκων «αντιδράσεων». Τα ιστορικώς καθοριστικά χαρακτηριστικά είναι πάνω απ’ όλα: πρώτον, οι αλλαγές στην μορφή του ίδιου του κεφαλαίου – μονοπώλια, ο μετασχηματισμός των σχέσεων ιδιοκτησίας και σχέσεων ελέγχου (συμμετοχικές εταιρείες), η διεύρυνση του πιστωτικού συστήματος· δεύτερον, η επέκταση του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, η εξαγωγή κεφαλαίου κι ο σχηματισμός ενός ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου συστήματος· τρίτον, η αναγκαστική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων κι η επιτάχυνση της επιστημονικής-τεχνικής προόδου.

1. Η κυκλική πορεία της καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης συνδυάζεται με μια σταδιακή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Μερικά κεφάλαια καταστρέφονται κι εξαφανίζονται στην κρίση, άλλα χάνουν την ανεξαρτησία τους κι απορροφούνται από μεγαλύτερα κεφάλαια (βλέπε Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 649). Αυτή η διαδικασία αποτελεί η ίδια ένα ουσιαστικό στοιχείο της περιοδικής αναδιοργάνωσης των γενικών όρων αξιοποίησης, στον βαθμό που μειώνει τη συνολική αξία του κεφαλαίου κι εξαλείφει τα λιγότερο παραγωγικά μεμονωμένα κεφάλαια. Η τάση προς το μονοπώλιο δεν αποτελεί μια απλή συνέπεια της κρίσης αλλά αποτελεί ταυτοχρόνως μια από τις κύριες λειτουργίες της κρίσης ως μηχανισμού για την αναδιοργάνωση της δομής του κεφαλαίου. Αυτό αληθεύει ιδίως στο μέτρο που με τη σταδιακή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, όλο και περισσότερο μόνο τα μεγαλύτερα μεμονωμένα κεφάλαια βρίσκονται ακόμη σε θέση να εφαρμόσουν τις, αναγκαίες για την αναπαραγωγή, τεχνικές αλλαγές στην παραγωγική διαδικασία (για παράδειγμα, την μετάβαση στην μηχανοποιημένη κι αυτοματοποιημένη μαζική παραγωγή) και τις οικονομικές τους προϋποθέσεις (για παράδειγμα, τον έλεγχο μεγάλων αγορών και την επέκταση περιεκτικών οργανώσεων των πωλήσεων)[24]. Καθοριστικά προαπαιτούμενα και μοχλοί μιας σταδιακής συγκεντροποίησης κεφαλαίου είναι η επέκταση του πιστωτικού συστήματος κι ο σχηματισμός συμμετοχικών εταιρειών (βλέπε Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 649-650· Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 550). Ως «[…] η κατάργηση του κεφαλαίου σαν ατομική ιδιοκτησία μέσα στα πλαίσια του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 550), και «θέτ[ουν] […] στη διάθεση […] ξένο κεφάλαιο και ξένη ιδιοκτησία και κατά συνέπεια ξένη εργασία» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 543), επιτρέπουν στις παραγωγικές δυνάμεις να αναπτυχθούν πέρα από το όριο που τίθεται από την άμεση ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Δεδομένης της αντικειμενικά αυξανόμενης κοινωνικοποίησης της παραγωγής, δημιουργούν μια περιοχή στην οποία το κεφάλαιο μπορεί να δράσει ως κοινωνικό κεφάλαιο εντός των ιδιωτικών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας που οδηγεί σε μια μείωση των τιμών των στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου και σε μια αύξηση της σχετικής υπεραξίας, σε εξορθολογισμό στη χρήση των μέσων παραγωγής και των πρώτων υλών καθώς και στην αύξηση της ταχύτητας περιστροφής του κεφαλαίου, με τη σταδιακή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αυτά όλο και περισσότερο εξαρτώνται στην ανάδυση πανίσχυρων μεμονωμένων κεφαλαίων βασισμένων στη συμμετοχική εταιρεία και το πιστωτικό σύστημα, και στη συνεπαγόμενη συγκέντρωση τεραστίων μαζών αξίας κι υπεραξίας προς μια κατεύθυνση. Αυτή η επίδραση ενισχύεται από τη συγκεντροποίηση της υπεραξίας ως αποτέλεσμα της κατάργησης της ελεύθερης ανταγωνιστικής αγοράς. Οι μονοπωλιακές δομές της αγοράς καθιστούν τα μονοπώλια και τα καρτέλ ικανά να πωλούν τα προϊόντα τους πάνω από τη τιμή της παραγωγής κι οπότε σε μια αυξανόμενη έκταση διεθνώς – είναι ικανά να αυξάνουν το ποσοστό κέρδους τους εις βάρος των άλλων κεφαλαίων. Αλλά αν η σταδιακή μονοπώληση οπότε εμφανίζεται ως ένας όρος για τη διατήρηση της καπιταλιστικής συσσώρευσης στα καθοριστικά κέντρα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, την ίδια στιγμή η μόνιμη μη-εξίσωση του ποσοστού κέρδους σχετιζόμενη με αυτή και η μερική αποτυχία του μηχανισμού ρύθμισης της αγοράς εντείνουν τις αντιφάσεις, οι οποίες εκφράζονται στη διατάραξη της ισορροπημένης αναπαραγωγικής διαδικασίας του συνόλου του συστήματος στη βάση του νόμου της αξίας και στη σταθερή διεύρυνση των δομικών δυσαναλογιών, και το κρισιακό αποτελέσμα αυτών ενισχύεται από την επέκταση του «πιστωτικού εποικοδομήματος» (βλέπε Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 556).

2. Επειδή η απώτερη αιτία του καπιταλιστικού μηχανισμού κρίσης κείτεται στην αντίφαση μεταξύ της προοδευτικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της στενής βάσης των σχέσεων παραγωγής, το κεφάλαιο έχει μια απόλυτη τάση να διευρύνει διαρκώς την αγορά και το εξωτερικό πεδίο της παραγωγής, και να δημιουργεί μια παγκόσμια αγορά[25]. Η χαλάρωση της παραγωγής σε μια δεδομένη βάση παραγωγής πρέπει να ξεπεραστεί ενσωματώνοντας συνεχώς νέες σφαίρες και λαούς στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (δηλαδή, με τη δυνατότητα συσσώρευσης σε μια αμετάβλητη τεχνολογική βάση) ή δημιουργώντας σχετική υπεραξία – η οποία ξανά είναι αναγκαία συνδεδεμένη με την επέκταση του καταμερισμού της εργασίας, την αφύπνιση νέων αναγκών και την ανάπτυξη νέων τομέων παραγωγής διεθνώς. «Από την άλλη μεριά, η παραγωγή σχετικής υπεραξίας, δηλαδή η παραγωγή υπεραξίας που βασίζεται στην αύξηση και ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, απαιτεί την παραγωγή νέας κατανάλωσης· απαιτεί τη διεύρυνση της καταναλωτικής σφαίρας στα πλαίσια της κυκλοφορίας, όπως ακριβώς έπρεπε προηγούμενα να διευρύνεται η σφαίρα της παραγωγής. Πρώτο, ποσοτική επέκταση της κατανάλωσης που υπάρχει· δεύτερο, δημιουργία νέων αναγκών με τη διάδοση σε μεγαλύτερο κύκλο αυτών που υπάρχουν· τρίτο, παραγωγή νέων αναγκών και ανακάλυψη και δημιουργία νέων αξιών χρήσης. […] Άρα, εξερεύνηση ολόκληρης της φύσης για να ανακαλυφθούν νέες ωφέλιμες ιδιότητες των πραγμάτων· καθολική ανταλλαγή των προϊόντων κάθε ξένου κλίματος και χώρας· νέοι (τεχνητοί) τρόποι παρασκευής των φυσικών αντικειμένων, που τους δίνουν νέες αξίες χρήσεις» (Grundrisse, τόμος B, σελ. 307). Με άλλα λόγια, καθώς η συσσώρευση εξελίσσεται υπάρχουν ξεκάθαρα προσδιορισμένα όρια για την επιτυχή αναδιοργάνωση των όρων αξιοποίησης εντός ενός περιορισμένου εθνικού πλαισίου. Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους πρέπει να οδηγήσει στη διεύρυνση της σφαίρας του κεφαλαίου πέρα από τα εθνικά σύνορα. Η σταδιακή επέκταση της αγοράς κι η εξαγωγή κεφαλαίου αποτελούν οπότε τα άμεσα αποτελέσματα των πτωτικών ποσοστών κέρδους και μιας σχετικά υπερβολικά μικρής μάζας υπεραξίας. «Ο καπιταλισμός δεν βρίσκεται σε κρίση λόγω μιας αφθονίας υπεραξίας αλλά επειδή δεν μπορεί να αυξήσει την υπεραξία εκτός κι αν αναδιοργανώσει την παγκόσμια δομή του κεφαλαίου» (Μάτικ, 1959, σελ. 48)[26]. Η σταδιακή καπιταλιστικοποίηση του κόσμου κι η δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς ως προϊόν και προϋπόθεση της αναδιοργάνωσης των όρων της παραγωγής σημαίνει ταυτοχρόνως την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού, αυξανόμενη πίεση προς την μονοπώληση, τη γενίκευση των κρίσεων και την αυξημένη επιθετικότητα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών στον αγώνα για τον έλεγχο των περιοχών με φτηνές αγορές παραγωγής πρώτων υλών και σφαίρες επενδύσεων[27]. Αν, αφενός, η καπιταλιστικοποίηση του κόσμου αποτελεί μια απόλυτη αναγκαιότητα για την μόνιμη αναδιοργάνωση των όρων παραγωγής, την αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και την (απόλυτη ή σχετική) αύξηση της υπεραξίας, την ίδια στιγμή, η ατελής της επίτευξη κι η απορρέουσα ανισότητα στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη αποτελούν το θεμέλιο μιας μόνιμης και μονομερής μεταφοράς μαζών αξίας μεταξύ των ίδιων των ανεπτυγμένων χωρών, αλλά κυρίως από τις υπανάπτυκτες χώρες προς τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις. Αυτή η «άνιση ανταλλαγή» εντείνεται από την ύπαρξη διεθνών μονοπωλίων και καρτέλ (για παράδειγμα, καρτέλ τα οποία αγοράζουν πρώτες ύλες). Βασίζεται στη συνύπαρξη διαφορών στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας με τη διεθνή εξίσωση του ποσοστού κέρδους ώστε η λιγότερο ανεπτυγμένη χώρα να δίνει «περισσότερη αντικειμενοποιημένη εργασία σε είδος απ’ όση λαμβάνει», η περισσότερο ανεπτυγμένη χώρα να λαμβάνει «περισσότερη εργασία με αντάλλαγμα λιγότερη εργασία» από την μη-ανεπτυγμένη[28]. Εάν, επομένως, οι ζημίες και τα κέρδη της ανταλλαγής αγαθών αντισταθμίζονται αναμεταξύ τους εντός μιας χώρας, δεν σημαίνει ότι θα γίνει απαραίτητα το ίδιο και με το εξωτερικό εμπόριο. «Ο νόμος της αξίας υφίσταται εδώ ουσιαστική τροποποίηση» (Καρλ Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, μέρος τρίτο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2008, σελ. 120). Οι μόνιμες μεταφορές αξίας στις βιομηχανικές καπιταλιστικές μητροπολιτικές χώρες (οι οποίες μεταφορές αξίας εμφανίζονται στα στοιχεία συναλλαγών ως μια «χειροτέρευση» των «όρων του εμπορίου» για τις υπανάπτυκτες χώρες) προάγονται από τις διαφορές στην αξία της εργασιακής δύναμης, από τη δυνατότητα στις μη ανεπτυγμένες χώρες για συμπίεση των μισθών κάτω από αυτή την αξία, καταστρέφοντας οπότε φυσικά [physically] το εργατικό δυναμικό, ώστε τελικά να μεταφερθούν σταθερά προς τα καπιταλιστικά κέντρα τα επιπλέον κέρδη που βγήκαν με αυτό τον τρόπο από κεφάλαιο επενδυμένο στις μη ανεπτυγμένες χώρες. Καθώς η οικονομική ανάπτυξη στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες γίνεται αυξανόμενα κρισιακή, η εκμετάλλευση των εξαρτημένων χωρών (οι οποίες κυρίως παράγουν πρώτες ύλες ή προϊόντα βάσεως) στη βάση της άνισης ανταλλαγής, κι η ιμπεριαλιστική συγκέντρωση και συγκεντροποίηση μαζών υπεραξίας γίνονται μια καθοριστική συνθήκη για την επιτυχή αντιστάθμιση της γενικής τάσης προς την κρίση και την κατάρρευση, και για τη διατήρηση της διαδικασίας συσσώρευσης στα κέντρα. Αντιθετικά με τη τάση για μια σταδιακή καπιταλιστικοποίηση του κόσμου και μια γενίκευση της σχέσης του κεφαλαίου, αναδύεται μια εξέλιξη προς μια συνεχή αύξηση των υπάρχουσων οικονομικών ανισορροπιών και των διαφορών του επιπέδου της ανάπτυξης. Σύμφωνα με τη λογική και τους νόμους της διαδικασίας συσσώρευσης, δίνεται μεγαλύτερη ώθηση στη συγκέντρωση των μητροπόλεων σε τεχνικά προηγμένη παραγωγή ακριβώς λόγω της μεταφοράς αξίας από τις εξαρτημένες χώρες. Το αποτέλεσμα είναι μια αξιοσημείωτη εντατικοποίηση του ιμπεριαλιστικού «καταμερισμού της εργασίας», η οποία εντατικοποίηση την ίδια στιγμή αυξάνει την πραγματική οικονομική εξάρτηση των μητροπόλεων στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες: ορισμένες πρώτες ύλες, υφάσματα, τρόφιμα και πρωτογενή τελικά προϊόντα μπορούν να αποκτηθούν μόνο από αυτές τις χώρες αν είναι να μην υπάρξει μια περισσότερο απότομη πτώση του ποσοστού κέρδους. Έτσι, οι μητροπολιτικές χώρες αναγκάζονται υπό την απειλή της καταστροφής να επιταχύνουν την ανάπτυξη της τεχνολογίας παραγωγής και την ίδια στιγμή να ελέγξουν αποτελεσματικά αυτές τις χώρες και τις σχέσεις τους ανταλλαγής. Ο ανεπτυγμένος ιμπεριαλισμός διαφέρει από την παλαιότερη αποικιοκρατία στο ότι οι ιμπεριαλιστικές χώρες δεν ενδιαφέρονται πλέον κυρίως για την οργάνωση μιας άμεσης λεηλασίας αλλά μάλλον για τη διαφύλαξη υπάρχοντων σφαιρών επένδυσης, πόρων πρώτων υλών και πάνω απ’ όλα άνισων σχέσεων ανταλλαγής. Με την εξέλιξη της διαδικασίας συσσώρευσης και τα αποτελέσματα της αναδιοργάνωσης των όρων παραγωγής στις μητροπόλεις, αναδύεται μια αυξανόμενη εξάρτηση των μητροπόλεων εν γένει από τον Τρίτο Κόσμο κι επακολούθως μια λανθάνουσα γενίκευση της ταξικής πάλης.

3. Η τάση προς τη σταδιακή ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας που τίθεται από την έννοια του κεφαλαίου επιβάλλεται οπότε -στα μεμονωμένα κεφάλαια- με ολοένα και περισσότερη πίεση καθώς η ιμπεριαλιστική παγκόσμια αγορά επεκτείνεται κι ο ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά εντείνεται (βλέπε Grundrisse, τόμος Β, σελ. 409-411). Η αναδιοργάνωση της δομής του κεφαλαίου λόγω της σταδιακής επαναστατικοποίησης της παραγωγής και του πολλαπλασιασμού των αξιών χρήσης στη βάση της συστηματικής εφαρμογής της επιστήμης, επιβάλλεται μόνο με έναν ιστορικά καθοριστικό τρόπο με την πλήρη εγκαθίδρυση της παγκόσμιας αγοράς και της συσχετιζόμενης καθολικοποίησης του μηχανισμού της καπιταλιστικής κρίσης. Ως ένα μέσο για την επίτευξη της τεχνολογικής αναδιοργάνωσης της εργασιακής διαδικασίας, της εντατικοποίησης της εκμετάλλευσης μέσω της αύξησης της σχετικής υπεραξίας και της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης των εξαρτημένων χωρών, η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας αναπαριστά μια αυξανόμενα σημαντική αντισταθμιστική επιρροή στη τάση προς την κρίση και την κατάρρευση στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Αναλυτικά, η μείωση των τιμών του στοιχείου του σταθερού κεφαλαίου, η μείωση της αξίας του εμπορεύματος εργασιακή δύναμη κι η σχετική αύξηση του χρόνου υπερεργασίας, η επιτάχυνση της ταχύτητας της περιστροφής του κεφαλαίου, η εντατικοποίηση της εργασίας και το ιμπεριαλιστικό σύστημα συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης υπεραξίας στις μητροπόλεις, συγκροτούν το σύμπλεγμα των «αντίρροπων τάσεων» εκείνων που σχετίζονται άμεσα με την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας. Η επιτάχυνση της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου που επιβάλλεται από τη τάση του ανεπτυγμένου καπιταλισμού προς την κρίση, σηματοδοτεί μια αύξηση του ρυθμού της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και προωθεί ραγδαία την κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Το αποτέλεσμα αυτού είναι ότι οι εξωτερικοί, υλικοί όροι της παραγωγής κι αναπαραγωγής οι οποίοι πρέπει να παραχθούν από το κράτος, αποκτούν μια ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για τη διατήρηση της διαδικασίας συσσώρευσης.

Με την πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας, ωστόσο, εντείνονται επίσης οι εγγενείς αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Πρώτα, υπάρχει μια αντίφαση στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των επιστημονικών ευρημάτων, τα οποία από τη στιγμή που παραχθούν μπορούν θεωρητικά να εφαρμοστούν κατά βούληση και δεν φθίνουν, δηλαδή δεν εγείρουν έξοδα αναπαραγωγής κι οπότε δεν είναι εμπορεύματα με την αυστηρή έννοια και δεν κατέχουν αξία (βλέπε Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 55). Αυτό σημαίνει ότι τίθονται καθορισμένα όρια στην παραγωγή επιστημονικών αποτελεσμάτων στη βάση της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής. Αυτά τα όρια εμφανίζονται συγκεκριμένα στο γεγονός ότι τα μεμονωμένα κεφάλαια είναι ολοένα και περισσότερο ανίκανα να παράξουν και να πραγματοποιήσουν (από την άποψη της παραγωγικής τεχνικής) την αναγκαία μάζα επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης για τη σταθεροποίηση του συστήματος στο σύνολό του, και πράγματι είναι λιγότερο ικανά να το επιτύχουν όσο αυξάνεται η απαιτούμενη μάζα και μειώνεται η δυνατότητα να στραφούν σε γνώση που κερδήθηκε εκτός της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής ως «ελεύθερη παραγωγική δύναμη» (βλέπε Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 392-393, 626-627· Grundrisse, τόμος Β, σελ. 533-534, 587-588). Δεύτερον, η τάση προς την καταστροφή της φυσικής βάσης της παραγωγής και των φυσικών θεμελίων του πολιτισμού, τα οποία είχαν υπάρξει στη διάθεση του κεφαλαίου στις προηγούμενες φάσεις της ανάπτυξής του (παρομοίως) ως «ελεύθερες παραγωγικές δυνάμεις», ενισχύεται με τη σταδιακή επαναστατικοποίηση των τεχνικών της παραγωγής. Έτσι, η πρόοδος της διαδικασίας συσσώρευσης εγείρει έναν αυξανόμενο αριθμό αρνητικών «εξωτερικών επιδράσεων» οι οποίες δεν εξουδετερώνονται από την αυτοαναπαραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο όχι μόνο δεν παράγει επαρκώς τους γενικούς υλικούς του όρους παραγωγής, αλλά επίσης τους καταστρέφει συνεχώς («καταστροφή του περιβάλλοντος»). Αυτός είναι ο τρόπος, τρίτον, με τον οποίο συγκεκριμενοποιείται η θεμελιώδης αντίφαση της καπιταλιστικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η μορφή και το περιεχόμενο αυτής της ανάπτυξης εξαρτώνται από τους όρους της ολοένα και δυσκολότερης, και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό μονοπωλιακής, αξιοποίησης του κεφαλαίου: η επιστήμη γίνεται η δύναμη του κεφαλαίου, μια ξένη δύναμη που έρχεται αντιμέτωπη με τον εργάτη, ένα εργαλείο εκμετάλλευσης και ταξικής πάλης (βλέπε Grundrisse, τόμος Β, σελ. 531-533· Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 503-504, 668-669). Η απόκλιση μεταξύ της μονοπωλιακά καθορισμένης μορφής της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, των κοινωνικών αναγκών και των αναπαραγωγικών απαιτήσεων του συστήματος στο σύνολό του, πρέπει οπότε να αυξάνεται σταθερά με την πρόοδο της διαδικασίας συσσώρευσης. Τέταρτο και τελευταίο: πέρα από αυτό, τίθεται ένα όριο στην επίδραση της τεχνικής προόδου ως μια αντίρροπη τάση στην πτώση του ποσοστού κέρδους, από το γεγονός ότι μια αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας δεν μπορεί να αυξήσει τη σχετική υπεραξία κατά την ίδια αναλογία. «Όσο λοιπόν πιο ανεπτυγμένο είναι ήδη το κεφάλαιο, όσο περισσότερη υπερεργασία έχει δημιουργήσει, τόσο τρομερότερα πρέπει να αναπτύξει την παραγωγική δύναμη για να αξιοποιηθεί, να προσθέσει δηλαδή υπεραξία, και μάλιστα σε μικρότερη αναλογία» (Grundrisse, τόμος Β, σελ. 253). Μεγενθυμένη από τους περιορισμούς οι οποίοι τίθονται στην πρόοδο της επιστήμης και της τεχνολογίας στη βάση του ανταγωνισμού των μεμονωμένων κεφαλαίων, η τεχνική πρόοδος χάνει τη δύναμή της ως μια σταθεροποιητική αντίρροπη τάση με τη σταδιακή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την περαιτέρω καπιταλιστικοποίηση του κόσμου. Η εφαρμογή της επιστήμης στην παραγωγή, η οποία γίνεται -καθώς η καπιταλιστική διαδικασία συσσώρευσης και κρίσης προχωράει- η ιστορικά καθοριστική μορφή στην οποία πραγματοποιούνται οι αντίρροπες τάσεις ως προς την πτώση του ποσοστού κέρδους, μεγενθύνει την ίδια στιγμή τις εγγενείς αντιφάσεις αυτού του τρόπου παραγωγής και σταδιακά δημιουργεί το απόλυτό του όριο.

Η ιστορική ανάπτυξη των κρατικών λειτουργιών

Ακολουθώντας όσα έχουν ειπωθεί έως τώρα, η διερεύνηση του κράτους πρέπει να συνεχίσει από την ανάλυση της λειτουργίας του νόμου της αξίας στην καθαρή του μορφή, χωρίς ενοχλητικές βοηθητικές περιστάσεις και ιστορικές ιδιαιτερότητες. Όμως, ακολουθώντας την μέθοδο ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, αυτή η προσέγγιση πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω ώστε να επεκταθεί στις μορφές οι οποίες «οι διάφορες μορφές του κεφαλαίου […] εμφανίζονται στην επιφάνεια της κοινωνίας, στην αμοιβαία επενέργεια των διάφορων κεφαλαίων, στον συναγωνισμό και στη συνηθισμένη συνείδηση των ίδιων των παραγόντων της παραγωγής» (Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 39-40). Μόνο η συστηματική εξαγωγή αυτών των κινήσεων στην «επιφάνεια» -αλλαγές στην μορφή του κεφαλαίου (μονοπώλιο), η εγκαθίδρυση ή μη εγκαθίδρυση ενός μέσου ποσοστού κέρδους, η κίνηση των τιμών, οι ταξικές διαφοροποιήσεις, η ύπαρξη μόνο εν μέρει καπιταλιστικών κρατών, οι κινήσεις στην παγκόσμια αγορά, κλπ- από την «κεντρική δομή» της κεφαλαιακής σχέσης, μας επιτρέπει να αναλύσουμε συγκεκριμένα τις λειτουργίες, και τους τρόπους λειτουργίας, του κρατικού μηχανισμού. Η λογική και συγχρόνως ιστορική συγκεκριμενοποίηση των κινήσεων του κεφαλαίου και του τρόπου με τον οποίο μορφοποιούν τους ταξικούς αγώνες και τον ανταγωνισμό, πρέπει οπότε να υπάρξει το σημείο αφετηρίας για οποιαδήποτε διερεύνηση των πολιτικών διαδικασιών, αν είναι να μην ξανακυλήσει στην αποτυχία του μηχανιστικού οικονομικού ντετερμινισμού ή της αφηρημένης γενίκευσης[29]. Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, ο ίδιος ο Μαρξ ξεκίνησε να πάει την ανάλυση πέρα από το επίπεδο του «κεφαλαίου εν γένει» στις «συγκεκριμένες μορφές του κεφαλαίου», ακόμη κι αν δεν κυνήγησε την ανάλυση αυτή ως το τέλος της (βλέπε Roman Rosdolsky, Zur Entstehungsgeschichte des Marxschen “Kapital”, 1968, σελ. 24). Πάντως, φαίνεται σε εμάς ότι η αναγκαία λογική σύνδεση μεταξύ της διερεύνησης του «κεφαλαίου εν γένει» και των κινήσεων οι οποίες εμφανίζονται στην επιφάνεια της κοινωνίας, οι συνειδητές πράξεις των κοινωνικών υποκειμένων κι οπότε των κοινωνικών διαδικασιών, πρέπει να ειδωθούν εντός της ανάλυσης του «νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου[30].

Από την ιστορική οπτική, μπορεί να ειδωθεί ότι ο κρατικός μηχανισμός, ο οποίος υπήρξε καθοριστικής σημασίας (τουλάχιστον υπό φεουδαρχικές απολυταρχικές συνθήκες) ως μαμή και στήριγμα για την ανάδυση της καπιταλιστικής κοινωνίας, «απωθήθηκε» κατά την περίοδο της εκπλήρωσης και πλήρης ανάπτυξης του κεφαλαίου, με το κράτος δυνητικά (παρότι με κανένα τρόπο απόλυτα) να υποβαθμίζεται στη λειτουργία της εγγύησης των κεφαλαιακών σχέσεων και των γενικών εξωτερικών όρων της παραγωγής· και, τελικά, καθώς οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής οξύνθηκαν, ανέλαβε μια ακόμη περισσότερο καθοριστική σημασία ως μηχανισμός βίας προς το εσωτερικό και εξωτερικό, και ως «οικονομική» δύναμη (δηλαδή, άμεσα εμπλεκόμενο στην αναπαραγωγική διαδικασία). Από αυτή την οπτική, μπορεί να ειδωθεί ότι η φιλελεύθερη φάση της αστικής κοινωνίας με τη συγκριτικά -αν κι αυτό διαφέρει από χώρα σε χώρα- ασθενώς ανεπτυγμένη κρατική γραφειοκρατία και τη σχετικά εύρυθμη λειτουργία του κοινοβουλίου, δεν υπήρξε κάτι περισσότερο από ένα περαστικό επεισόδιο (το οποίο, επιπλέον, λόγω ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών, υπήρξε μόλις και μετά βίας διαμορφωτικής σημασίας στη Γερμανία).

Η εξέλιξη προς το σύγχρονο παρεμβατικό κράτος πρέπει να κατανοηθεί ως η ανάπτυξη μιας μορφής ιδιαίτερης στο καπιταλιστικό σύστημα, εντός της οποίας μπορεί προσωρινά να κινηθεί η αντίφαση μεταξύ της αυξανόμενης κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης[31]. Οπότε, η διερεύνηση των κρατικών λειτουργιών πρέπει να βασιστεί στην ανάλυση των κατηγοριών της ιστορικής διαδρομής της διαδικασίας της καπιταλιστικής αναπαραγωγής και συσσώρευσης· πρέπει, ωστόσο, να έχουμε κατά νου ότι αυτό δεν αποτελεί ένα ζήτημα λογικής αφαίρεσης των αφηρημένων νόμων, αλλά της εννοιολογικά εμπεριστατωμένης κατανόησης μιας ιστορικής διαδικασίας στην οποία οι αντικειμενικές τάσεις, καθορισμένες από τον νόμο της αξίας και την κεφαλαιακή σχέση, επιβεβαιώνονται μέσω της μεσολάβησης συγκεκριμένων πολιτικών κινημάτων και διαδικασιών, ταξικών αγώνων και συγκρούσεων μεταξύ μεμονωμένων κεφαλαίων και ομαδών κεφαλαίων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η θεωρητική διερεύνηση του κράτους δεν μπορεί να περιοριστεί στην εννοιολογική ανάπτυξη του νόμου της αξίας και την ανάλυση του «κεφαλαίου εν γένει», αλλά πρέπει να αγκαλιάσει το σύνολο των κοινωνικών, πολιτικών κι εθνικών όρων της παραγωγής του κοινωνικού σχηματισμού, όροι οι οποίοι υπόκεινται σε συγκεκριμένες ιστορικές διαδικασίες μετασχηματισμούς[32].

Αυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια να συστηματοποιήσουμε τις συγκεκριμένες λειτουργίες του κράτους δεν μπορεί να προκύψει αφηρημένα από τη φαινομενικά αντικειμενική λογική των οικονομικών δομών ή των αναπτυξιακών διαδικασιών, αλλά πρέπει να εστιάσουμε στην ανάπτυξη των ταξικών σχέσεων και ταξικών αγώνων που μεσολαβούνται από τους μετασχηματισμούς της οικονομικής βάσης, και τις απορρέουσες συνθήκες για τη διαφύλαξη της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης. Το συγκεκριμένο περιεχόμενο των λειτουργιών που δυνητικά εμπίπτουν στον αστικό κρατικό μηχανισμό στη βάση του καθορισμού της ειδικής κοινωνική μορφής του, ουσιαστικά καθορίζεται σύμφωνα με τις συνθήκες (οι οποίες αλλάζουν από την ανάπτυξη της κοινωνικής βάσης του καπιταλισμού) για τη διατήρηση της καπιταλιστικής μορφής της εκμετάλλευσης και τη διαφύλαξη της αστικής κυριαρχίας. Ο αντιφατικός χαρακτήρας της κεφαλαιακής σχέσης δεν έχει επιτρέψει ποτέ την προστασία της αστικής κυριαρχίας να στηριχτεί απλώς στην κρατική εγγύηση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (η οποία μεσολαβεί τη διαδικασία εκμετάλλευσης και τα θεμέλιά της) – την εγγύηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την προσήλωση στους κανόνες της ανταλλαγής, την επιβολή ομοιόμορφων, τυπικών κανόνων ανταγωνισμού, κλπ. Ανταυτού, πάντα απαιτούσε συγκεκριμένες παρεμβάσεις από τον κρατικό μηχανισμό στις υλικές προϋποθέσεις της παραγωγικής διαδικασίας και τις συγκρούσεις μεταξύ των τάξεων για τη διατήρηση της οικονομικής αναπαραγωγικής διαδικασίας σε κίνηση και της ταξικής πάλης σε λανθάνουσα κατάσταση. Ωστόσο, η φύση αυτών των παρεμβάσεων αλλάζει αναγκαία καθώς η οικονομική και κοινωνική βάση τροποποιείται από τη διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου, τη τεχνολογική επαναστατικοποίηση της εργασιακής διαδικασίας και την πορεία των καπιταλιστικών κρίσεων. Σε αυτή τη γενική διαδικασία υπάρχουν τρεις στιγμές, απορρέουσες από τη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και κρίσης, οι οποίες είναι σημαντικές για την ανάπτυξη των κρατικών λειτουργιών: η επιβολή της καπιταλιστικής ταξικής δομής, καθορισμένη από την επέκταση και καθολικοποίηση της κεφαλαιακής σχέσης κι οπότε την ενίσχυση του προλεταριάτου ως τάξη, αλλά επίσης την ίδια στιγμή από την άμεση υλική εξάρτηση εκείνου που αποτελεί τώρα τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού από τη διαδικασία συσσώρευσης· η συγκεντροποίηση και μονοπώληση του κεφαλαίου με τον σχηματισμό της ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας αγοράς, η οποία προωθείται από την εξέλιξη των καπιταλιστικών κρίσεων και τον τεχνολογικό μετασχηματισμό της εργασιακής διαδικασίας· και, τέλος, η αυξανόμενη σημασία των τεχνολογικών επαναστατικοποιήσεων της εργασιακής διαδικασίας και της διαδικασίας της κυκλοφορίας ως βάση για την εισαγωγή «αντίρροπων τάσεων» προς την πτώση του ποσοστού κερδούς κι ως αιτία για την αύξηση των κρατικών παρεμβάσεων για την εγκαθίδρυση και διασφάλιση των «γενικών» υλικών όρων της παραγωγικής κι αναπαραγωγικής διαδικασίας του κεφαλαίου.

Θεωρούμε ότι αυτό αποτελεί το πλαίσιο αναφοράς εντός του οποίου πρέπει να ερμηνευτεί η ανάπτυξη των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων του κράτους. Ωστόσο, μια αυστηρή «εξαγωγή» των λειτουργιών του κράτους δεν είναι ακόμα εφικτή σε μια διερεύνηση η οποία παραμένει στο αναλυτικό επίπεδο του «κεφαλαίου εν γένει». Σε αυτό το στάδιο μπορούν να υποδειχθούν μόνο τα αντικειμενικά υλικά θεμέλια της συγκεκριμένης ανάπτυξης των δραστηριοτήτων του κράτους, χωρίς όμως να ισχυριζόμαστε κατ’ αυτό τον τρόπο ότι ορίζουμε αυτές τις δραστηριότητες ως «αναγκαίες» στην ιδιαίτερή τους ιστορική μορφή. Μια εξαγωγή των κρατικών λειτουργιών η οποία έχει ως στόχο να αποφύγει το λάθος του να εκλάβει, άνευ ετέρου, την εμπειρική ιστορία ως μια αντικειμενική αναγκαιότητα για την οποία δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν εναλλακτικές, χρειάζεται να συμπληρωθεί από μια εννοιολογικά εμπεριστατωμένη ανάλυση των κινήσεων του ανταγωνισμού και της ανάπτυξης των ταξικών αγώνων – καθώς οι συγκεκριμένες κρατικές λειτουργίες δημιουργούνται μόνο μέσω της μεσολάβησης του ανταγωνισμού και της ταξικής πάλης. Αυτή καθεαυτή η εξαγωγή των αντικειμενικών καθοριστικών παραγόντων των λειτουργιών του κρατικού μηχανισμού από τους νόμους της αναπαραγωγής του κεφαλαίου δεν μας λέει τίποτα κατηγορηματικό σχετικά με το εάν, και με ποια μορφή, ορισμένες κρατικές δραστηριότητες απορρέουν από αυτούς τους καθοριστικούς παράγοντες. Επιπροσθέτως, χρειάζεται να γνωρίζουμε το πως οι αντικειμενικοί καθοριστικοί παράγοντες μετασχηματίζονται σε συγκεκριμένες πράξεις ανταγωνισμού και ταξικής πάλης. Οπότε, μια ανάλυση στο παρόν επίπεδο αφαίρεσης έχει μόνο πολύ περιορισμένη προγνωστική αξία. Για μια αυστηρή «εξαγωγή» των λειτουργιών του κράτους από τις κινήσεις της ταξικής πάλης και του ανταγωνισμού θα χρειαζόμασταν, ωστόσο, μια επαρκή θεωρία αυτών των διαδικασιών στην «επιφάνεια» της κοινωνίας: μια θεωρία που ακόμα δεν έχουμε. Θα αρκεστούμε, οπότε, σε μια παρουσίαση των εμπειρικών συμπλεγμάτων των λειτουργιών οι οποίες απορρέουν από τους νόμους της διαδικασίας της κοινωνικής αναπαραγωγής, και οι οποίες μπορούν να προσδιοριστούν ως «αντικειμενικά αναγκαίες» όσον αφορά τον χαρακτήρα τους και τη γενική τους δομή, αλλά όχι, ωστόσο, όσο αφορά τη συγκεκριμένη τους μορφή εμφάνισης.

1. Η αυξανόμενη πολιτική κι οικονομική δύναμη της εργατικής τάξης, η οποία αυξάνεται με τη σταδιακή επέκταση της κεφαλαιακής σχέσης, αποτελεί το ουσιαστικό θεμέλιο για τη διεύρυνση της παρέμβασης του «κράτους πρόνοιας». Η εμφάνιση μέτρων κοινωνικής ασφάλισης (προστασία της απασχόλησης, ασφάλιση ατυχήματος, ασθένειας και γήρατος, κοινωνική πρόνοια, κλπ) αποτελεί πράγματι μια άμεση συνέπεια των αλλαγών στην εργασιακή διαδικασία (αυξανόμενη φυσική και διανοητική εξάντληση της εργασιακής δύναμης) και τη διάλυση των παραδοσιακών μορφών αναπαραγωγής και συντήρησης της εργασιακής δύναμης (ημιαγροτικές οικογενειακές δομές και τρόποι παραγωγής, ιδιωτική φιλανθρωπία). Παρομοίως, με την αυξανόμενη εφαρμογή της τεχνολογίας στην παραγωγή και την ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου, γίνεται αυξανόμενα σημαντικό για το κεφάλαιο ότι το κράτος ως γενική κοινωνική στιγμή «αναλαμβάνει, αναλογικά, για τον κ. Κεφαλαιοκράτη το καθήκον να του διατηρήσει το δυνητικό του εργατικό δυναμικό […] διαθέσιμο σαν εφεδρεία για κατοπινή χρήση» (Grundrisse, τόμος Β, σελ. 464) (επίδομα ανεργίας, βιομηχανική επανεκπαίδευση, κλπ). Μολαταύτα, τα στοιχεία αυτά ενός κράτους πρόνοιας -ακόμη κι αν αποτελούν αντικειμενικό συμφέρον του κεφαλαίου και παρότι αποτελούν επί της ουσίας μορφές αναδιανομής του εισοδήματος στο εσωτερικό της εργατικής τάξης εντός του πλαισίου του κρατικού ελέγχου ενός τμήματος του ταμείου των μισθών- πρέπει να διεκδικηθούν από την εργατική τάξη και τις οργανώσεις της ενάντια στην αντίσταση της αστικής τάξης. Ιστορικά, οι σταδιακές και μερικές επιτυχίες της εργατικής τάξης στη διαφύλαξη και βελτίωση των συνθηκών της εργασίας κι αναπαραγωγής με τη βοήθεια του κρατικού μηχανισμού κι εντός του πλαισίου της αστικής κοινωνίας, έχουν αποδειχτεί να αποτελούν ταυτοχρόνως μια ουσιαστική στιγμή της κοινωνικής ειρήνευσης και της διατήρησης των ταξικών αγώνων ως λανθανόντων. Ωστόσο, η δυνατότητα διαφύλαξης της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης μέσω παραχωρήσεων «προνοιακού κράτους» προς την εργατική τάξη, εξαρτάται στην αδιατάρακτη πρόοδο της συσσώρευσης κεφαλαίου. Μια ύφεση του ποσοστού κέρδους και μια χαλάρωση της συσσώρευσης στενεύει πρώτα κι αποφασιστικά την υλική βάση του «κράτους πρόνοιας» κι οδηγεί αυξανόμενα -αυτό αποτυπώνεται με υποδειγματικό τρόπο στον γερμανικό φασισμό τη δεκαετία του 1930- στη χρήση ανοιχτής βίας ως μέσο για τη διεξαγωγή της ταξικής σύγκρουσης. Με την αυξανόμενα λεπτομερή διάρθρωση της κοινωνίας από το κεφάλαιο, η «αδιατάρακτη» συσσώρευση κεφαλαίου ή η «συνεχής οικονομική ανάπτυξη» καταλήγει να αποτελεί την προϋπόθεση -αδύνατον να ικανοποιηθεί μακροπρόθεσμα- για τη σχετική αδράνεια της τρομοκρατικής χρήσης της βίας και για τη διατήρηση της ειρηνικής, πολιτισμένης, τυπικά νομικής και δημοκρατικής μορφής της εμφάνισης της αστικής διακυβέρνησης.

2. Έτσι -αν μη τι άλλο λόγω του «ανταγωνισμού μεταξύ των συστημάτων» (δηλαδή, με τις σοσιαλιστικές χώρες οι οποίες δημιουργήθηκαν από τη ρωσική Οκτωβριανή επανάσταση κι ύστερα) και των επιδράσεών του στην εσωτερική πολιτική κατάσταση των καπιταλιστικών κρατών- η «φυσιολογική πορεία της συσσώρευσης» έχει γίνει μια σημαντική συνθήκη για τη διαφύλαξη της κοινοβουλευτικής-δημοκρατικής μορφής της αστικής διακυβέρνησης, βασισμένη όπως είναι στο κράτος πρόνοιας και τις μεταρρυθμιστικές ιδεολογίες. Αλλά αυτή ακριβώς η φυσιολογική πορεία συσσώρευσης βρίσκεται αυξανόμενα σε κίνδυνο (μέσω της κρίσης) από τις διαρρήξεις και τις τάσεις προς τη στασιμότητα που απορρέουν από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, και από τις τριβές και διαταράξεις της αναπαραγωγικής διαδικασίας οι οποίες συνδέονται με τη σταδιακή μονοπώληση του κεφαλαίου[33]. Είναι ουσιαστικά οι κρίσεις της αναπαραγωγής -που γίνονται περισσότερο έντονες με την εξέλιξη της διαδικασίας συσσώρευσης και τον συνακόλουθο τεχνολογικό μετασχηματισμό της εργασιακής διαδικασίας- εκείνες οι οποίες εγείρουν τον σύγχρονο κρατικό παρεμβατισμό σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο. Η καταγωγή κι επέκταση των παρεμβατικών ρυθμιστικών λειτουργιών μπορεί οπότε όχι απλώς να ερμηνευτεί από την αντικειμενική λογική της ανάπτυξης της διαδικασίας συσσώρευσης, αλλά πρέπει να κατανοηθεί σε σχέση με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες για τη διαφύλαξη της αστικής διακυβέρνησης, συνθήκες οι οποίες αλλάζουν με την ιστορική ανάπτυξη του καπιταλισμού και της ταξικής δομής του. Με την αυξανόμενη μονοπώληση του κεφαλαίου, οι «γενικοί όροι της παραγωγής» προς εγκαθίδρυση από το κράτος γίνονται όλο και περισσότερο οι ιδιαίτεροι όροι παραγωγής των μονοπωλίων κι ομάδων μονοπωλίων, φέροντας έτσι με οξύτερο τρόπο στο προσκήνιο τον θεμελιακά αντιφατικό χαρακτήρα της «ιδιαιτεροποίησης» του κράτους σε σχέση με το κεφάλαιο.

Υπό τις συνθήκες ενός εντεινόμενου μονοπωλιακού κι ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, η αλλαγή υποβάλλεται από εκείνες τις κρατικές λειτουργίες οι οποίες σχετίζονται με την εγγύηση των συμφερόντων της αστικής τάξης «ενάντια στον εξωτερικό κόσμο». Η εξωτερική προστασία ενός δικτύου αναπαραγωγής που λαμβάνει χώρα εντός «εθνικών» ορίων δεν περιορίζεται πλέον στην κλασική εναλλακτική (ανάλογα με τη σχετική οικονομική ανάπτυξη) του ελεύθερου εμπορίου ή της προστασίας και τη στρατιωτική κατάκτηση και κυριαρχία αποικιακών σφαιρών επιρροής. Μάλλον, με την αναπτυσσόμενη καθολικοποίηση της κεφαλαιακής σχέσης, την απορρέουσα ιμπεριαλιστική δομή της παγκόσμιας αγοράς και την αυξανόμενη διεθνή συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, το κράτος γίνεται ένα άμεσο εργαλείο κι αντικείμενο της μονοπωλιακής ανταγωνιστικής μάχης (πρβλ. Hilferding, Das Finanzkapital, 1968· Β.Ι. Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού). Από εκεί προκύπτει όχι μόνο μια ετερογενής συλλογή δραστηριοτήτων του κρατικού μηχανισμού όσον αφορά την εξωτερική πολιτική και το εμπόριο, αλλά την ίδια στιγμή η ανάπτυξη του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά αποδεικνύεται να είναι ο καθοριστικός παράγοντας των οικονομικών ρυθμιστικών μέτρων εν συνόλω. Εξωτερικά, «η πολιτική εξουσία, [γίνεται] καθοριστική στην ανταγωνιστική οικονομική μάχη, και για το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, η θέση ισχύος του κράτους γίνεται ένα άμεσο κερδοσκοπικό συμφέρον» (Hilferding, Das Finanzkapital, σελ. 450) – αλλά, φυσικά, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το «χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο» δεν αποτελεί το ίδιο μια ομοιογενή ομάδα κι ότι τα συμφέροντα των μονοπωλίων (καθορισμένα από τον ανταγωνισμό) πρέπει να έρχονται σε διαρκή σύγκρουση με τις αναγκαίες απαιτήσεις της αναπαραγωγής του κεφαλαίου στο σύνολό του. Οι συνέπειες είναι πολλαπλές και συχνά αμοιβαία αντιφατικές εξωτερικές οικονομικές πολιτικές οι οποίες εμφανίζουν μια τοπική και τομεακή προκατάληψη· η συνεχιζόμενη και πιθανώς αυξανόμενη σημασία της στρατιωτικής βίας στη διαφύλαξη ζωτικών και κερδοφόρων πόρων πρώτων υλών, ανταλλακτικών σχέσεων και σφαιρών επενδύσεων· και μια αντιφατική πολιτική ενσωμάτωσης η οποία δείχνει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι ο κρατικός μηχανισμός, με έναν εντελώς αμφίσημο τρόπο, όχι μόνο «τροποποιεί»[34] αλλά ταυτοχρόνως επίσης «εκτελεί» τον νόμο της αξίας, και πράγματι είναι υποχρεωμένος, όταν η συσσώρευση κεφαλαίου έχει φτάσει σε ένα προηγμένο στάδιο, να επιδιώξει με όλες τις μεθόδους τη διεύρυνση των σφαιρών της κυκλοφορίας και της επένδυσης, και τη διασφάλιση φτηνών πόρων πρώτων υλών, ώστε να διαφύλαξει το ποσοστό κέρδους[35].

Μια καθοριστική πτυχή της αναπαραγωγής του κεφαλαίου υπό μονοπωλιακές συνθήκες είναι ότι ο νόμος της αξίας ως μηχανισμός για τη ρύθμιση του καταμερισμού της κοινωνικής εργασίας και για την επιβολή της αναλογικότητας των διάφορων σφαιρών της παραγωγής λειτουργεί -χωρίς να ξεπεραστεί- με έναν πολύ περισσότερο αντιφατικό τρόπο απ’ ότι υπό τις συνθήκες του ανταγωνιστικού καπιταλισμού[36]. Στη διαδικασία αυτή, ο κρατικός μηχανισμός έχει την αντιφατική λειτουργία της στήριξης (ή, τουλάχιστον, της μη παρεμπόδισης) της μονοπωλιακής συγκεντροποίησης της υπεραξίας αναγκαίας για τη διατήρηση της διαδικασίας συσσώρευσης ενώ ταυτοχρόνως διατηρεί την ισορροπία που διαταράχθηκε ακριβώς από αυτή τη συγκεντροποίηση μέσω άμεσων ή έμμεσων παρεμβάσεων στη διαδικασία της κυκλοφορίας και της αξιοποίησης. Με αυτό τον τρόπο, η κρατική παρέμβαση γίνεται μια στιγμή της λειτουργίας του νόμου της αξίας. Η εξίσωση των ποσοστών κέρδους, ελεγχόμενη από την μονοπώληση και τη δυσανάλογη τεχνική ανάπτυξη τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς, υποχρεώνει τον κρατικό μηχανισμό να παρέμβει με επιχορηγήσεις υπέρ μεμονωμένων κεφαλαίων ασκώντας επιρροή στις συνθήκες της αξιοποίησης μέσω δασμών, συναλλάγματος ή φορολογίας, ή μέσω άμεσης ανακατανομής των εσόδων. Δεδομένου ότι το πάγιο κεφάλαιο έχει τη τάση να καθιστά δυσχερέστερη για το κεφάλαιο την ευέλικτη αξιοποίησή του στις επενδυτικές σφαίρες με το υψηλότερο ποσοστό κέρδους, εγείρεται μια αυξανόμενη πίεση για κρατικές «ενισχύσεις προσαρμογής» έως και για την εθνικοποίηση ή οιονεί εθνικοποίηση της ανεπικερδής παραγωγής.

Καθώς η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εξελίσσεται, η διατήρηση της διαδικασίας συσσώρευσης απαιτεί, αφενός, μορφές και μεμονωμένα κεφάλαια μιας τάξης μεγέθους όπου το κεφάλαιο, σε κάποιο βαθμό, δεν είναι πλέον ικανό να φέρει τον εαυτό του άμεσα στην αναπαραγωγική του διαδικασία, κι η οποία μπορεί οπότε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της παρέμβασης του κρατικού μηχανισμού. Αφετέρου, η ίδια αυτή διαδικασία δημιουργεί την αναγκαιότητα για «αντισταθμιστικές» κρατικές παρεμβάσεις για την εγγύηση μιας σχετικής ισορροπίας στο σύνολο της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Η κρατική προώθηση του σχηματισμού μονοπωλίων, «η εύνοια προς τη συγκέντρωση» και «η κινητοποίηση κεφαλαίου»[37] υπέρ των μεγάλων κεφαλαίων αποτελούν το ισοδύναμο των μέτρων για την ανακατανομή των εσόδων, η οποία στοχεύει να υπάρξει μερική αποζημίωση για την μονοπωλιακή μη-εξίσωση των ποσοστών κέρδους. Έτσι, η ανακατανομή των εσόδων, μεσολαβημένη από το κράτος, στηρίζει άμεσα τη συσσώρευση κεφαλαίου στους διευρυνόμενους «τομείς ταχείας ανάπτυξης», αλλά την ίδια στιγμή χρησιμοποιείται για την επιχορήγηση του αυξανόμενου αριθμού των δομικά και τομεακά υπανάπτυκτων κλάδων (εξόρυξη, γεωργία, βιοτεχνία, κλπ) – αν μη τι άλλο, για να διατηρήσει την πίστη των αστικών μεσαίων τάξεων που απασχολούνται σε αυτές. Και τα δύο οδηγούν στην εδραίωση ενός εκτενούς κρατικού ή κρατικά ελεγχόμενου μηχανισμού χρηματοδότησης και πίστωσης, ο οποίος με τη σειρά του έχει ως προϋπόθεσή του ένα σε μεγάλο βαθμό συγκεντροποιημένο τραπεζικό σύστημα και την εγκαθίδρυση μεγάλης κλίμακας «αποθηκών κεφαλαίου» [capital depots] (ασφαλιστικά ή επενδυτικά ταμεία). Η ιδιαίτερη σημασία του κρατικού μηχανισμού έγκειται στο γεγονός πως όντας μια αρχή εγειρόμενη επί των μεμονωμένων κεφαλαίων και που, την ίδια στιγμή, της έχει ανατεθεί η καταναγκαστική εξουσία να συλλέγει φόρους και να δημιουργεί πιστωτικό έλλειμα, βρίσκεται σε θέση να αναλάβει οικονομικά μέτρα σταθεροποιώντας το σύστημα ή ευνοώντας πανίσχυρες ομάδες κεφαλαίων ακόμη κι ενάντια στην αντίσταση μεμονωμένων κεφαλαίων κι ανεξαρτήτως των άμεσων όρων των αξιοποιητικών τους διαδικασιών. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η αυξανόμενη συγκεντροποίηση και ανακατανομή των κερδών δεν ανακλάται μόνο στις κρατικές δαπάνες, αλλά παρομοίως πραγματοποιείται μέσω διαφορικής φορολόγησης και της πληθωριστικής πιστωτικής χρηματοδότησης του ελλείμματος.

Aυτές οι δομικά καθορισμένες κρατικές παρεμβάσεις στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου επικαλύπτονται από ελεγκτικές και ρυθμιστικές λειτουργίες στη σύνδεση με την κυκλική κίνηση της αναπαραγωγικής διαδικασίας. Με την ανάπτυξη της μονοπώλησης, τη τεχνολογική αλλαγή στην παραγωγική διαδικασία, την αύξηση του παγίου κεφαλαίου και την μερική αναστολή του ρυθμιστικού μηχανισμού της αγοράς, υπάρχει η άμεση δυνατότητα ότι, αν ο συγκυριακός κύκλος αφεθεί στη τύχη του, θα ξεσπάσει μια γενική κρίση υπερπαραγωγής τέτοιας κλίμακας που θα μπορούσε να θέσει το σύστημα σε κίνδυνο. Από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 το αργότερο, αυτό έχει οδηγήσει σε μια ενδυνάμωση και διεύρυνση των κρατικών οργάνων που ρυθμίζουν τη σφαίρα της κυκλοφορίας. Η αντικειμενική ζήτηση, η οποία προκύπτει από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, για κοινωνικό σχεδιασμό και προσανατολισμό της παραγωγής ως εκ τούτου λαμβάνει ως απάντησή της με καπιταλιστικούς όρους ειδικές μορφές «παγκόσμιας διαχειρίσης της οικονομίας», οι οποίες επί του συνόλου εφαρμόζονται ως απόπειρες προς έναν αντιφατικό συντονισμό περίπλοκων συστημικών μεταβλητών στη σφαίρα της κυκλοφορίας. Με την «παγκόσμια διαχείριση» εννοούμε όλα τα μέτρα τα οποία, μέσω της περιοδικής εξίσωσης των γενικών όρων της αξιοποίησης, στοχεύουν να μετριάσουν τον συγκυριακό κύκλο – συναλλαγματικές και δημοσιονομικές συγκυριακές πολιτικές με στόχο τη σχετική αποσύνδεση των ιδιωτικών επενδύσεων από την μαζική κατανάλωση, κρατικές εγγυήσεις ενάντια στο ρίσκο, εξαγωγικές επιδοτήσεις, κλπ. Επιπροσθέτως, είναι αφενός απαραίτητο να τελειοποιηθεί το κρατικό «φάσμα οργάνων» για την εφαρμογή των συγκυριακών πολιτικών (όργανα για τη ρύθμιση του πιστωτικού συστήματος, την προσαρμογή της δημοσιονομικής νομοθεσίας και τεχνικής στις απαιτήσεις της οικονομικής διαχείρισης, κλπ)· αφετέρου, αυτό απαιτεί τη δημιουργία ενός μηχανισμού οικονομικής ανάλυσης και πρόβλεψης ως ένα «σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης» (ερευνητικά ινστιτούτα για την ανάλυση των οικονομικών κύκλων, συμβούλια ειδικών). Αφού ακόμα κι οι τέλειες αναλύσεις και προγνώσεις μπορούν μόνο να επιβεβαιώσουν τον θεμελιακά κρισιακό χαρακτήρα της οικονομικής διαδικασίας, και αυτό δεν μπορεί να καταργηθεί χειραγωγώντας τη σφαίρα της κυκλοφορίας, είναι απολύτως αναγκαίες οι περαιτέρω συγκεκριμένες παρεμβάσεις στους όρους αξιοποίησης του κεφαλαίου[38]. Η «κρατική εισοδηματική πολιτική» κι η διεύρυνση της «κρατικής κατανάλωσης» είναι καθοριστικής σημασίας από αυτή την άποψη.

Μια κεντρική πτυχή της συγκυριακής και δομικής ρυθμιστικής δραστηριότητας του κράτους πρέπει να ειδωθεί στο γεγονός ότι αυτό ουσιαστικά σημαίνει αναδιανομή των εσόδων υπέρ του κεφαλαίου ή μεμονωμένων ομάδων κεφαλαίων, κι ως εκ τούτου έχει μια άμεση επιρροή στην ανάπτυξη των εισοδηματικών δομών. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που πρέπει να ειπωθεί σχετικά με την άποψη ότι η επιτυχία μιας πολιτικής περιοδικής ρύθμισης κι η εφαρμογή των οργάνων της νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής ουσιαστικά εξαρτάται από το εάν η κυβέρνηση επιτύχει στο να ασκήσει πίεση στην ανάπτυξη των μισθών. Η κρατική εισοδηματική πολιτική αποτελεί, αν μη τι άλλο, μια συνέπεια του γεγονότος ότι η σταδιακή μονοπώληση κι οργάνωση του κεφαλαίου έρχεται αντιμέτωπη με μια συλλογικά οργανωμένη εργατική τάξη: οι «συνθήκες του ανταγωνισμού» της μισθωτής εργασίας εγγενώς βελτιώνονται δυνητικά από την κατασκευή ισχυρών και ολοκληρωμένων συνδικαλιστικών μηχανισμών. Η σχετική δυσκαμψία του βασικού ωρομίσθιου, εγγυημένου από συλλογικές διαπραγματεύσεις σε σχέση με τις περιοδικές διακυμάνσεις της διαδικασίας συσσώρευσης και των σχετικά περιορισμένων δυνατοτήτων σε μια έντονα ολοκληρωμένη παγκόσμια αγορά για την αντιστάθμιση των περιοδικών διακυμάνσεων του κέρδους από τις πληθωριστικές αυξήσεις των τιμών, οδηγεί σε μια σταθερή αύξηση της ισχύος της κρατικής επιρροής στις μισθολογικές διαπραγματεύσεις. Στην πραγματικότητα, όπως εφαρμόστηκε για παράδειγμα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο πλαίσιο της «συντονισμένης δράσης» και με την περισσότερο ή λιγότερο επίσημη παροχή «μισθολογικών κατευθυντήριων γραμμών» (αφήνοντας στην άκρη συνθήματα όπως «σταθερότητα», «κοινωνική συμμετρία» και παρόμοιους όρους που υπηρετούν ως προπαγανδιστικό παραπέτασμα καπνού), ο στόχος της «εισοδηματικής πολιτικής» είναι, με τη συνεργασία αφομοιωμένων συνδικαλιστικών μηχανισμών, να αποτρέψει τους μισθωτούς από το να πραγματοποιήσουν τις περιοδικές τους ευκαιρίες στην αγορά έτσι ώστε σταδιακά να μειωθεί ο ρυθμός της αύξησης των πραγματικών μισθών, αν όχι του να επέλθουν πραγματικές μισθολογικές περικοπές[39]. Η πρόσφατη εμπειρία έχει δείξει ότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι η «σταθεροποίηση των δεδομένων του προγραμματισμού», δηλαδή η μακροπρόθεσμη υπολογισιμότητα των μισθολογικών κινήσεων για τον εργοδότη (όπως το Συμβούλιο των Ειδικών ισχυριζόταν μέχρι πρόσφατα), αλλά μια άμεση αύξηση των κερδών εις βάρος των μισθωτών. Αυτό εξηγεί την περίοπτη θέση την οποία έχει εν τω μεταξύ κατακτήσει η «εισοδηματική πολιτική» στο εύρος των οργάνων της συγκυριακής πολιτικής[40].

Πρώτον, οπότε, η κρατική συγκυριακή πολιτική σημαίνει διοικητική (και διοικητικά στηριζόμενη) επιρροή στην κίνηση των μισθών, με στόχο τη σχετική ή απόλυτη μείωση του πραγματικού εισοδήματος των μαζών. Τα «όργανα» που χρησιμοποιούνται κυμαίνονται από ανήσυχες ερμηνείες και ηθικές εκκλήσεις, μέσω επικκλήσεων της κατάλληλης «τεχνογνωσίας», ανοιχτές απειλές (με την απώλεια των θέσεων εργασίας ή την αύξηση της φορολογίας ως τιμωρία) έως και την επίσημη κατάργηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης (πάγωμα των μισθών) (δεν έχει ακόμα εφαρμοστεί άμεσα στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας). Η εναλλακτική του «κράτους πρόνοιας» στην περιοδική δημιουργία ενός εφεδρικού στρατού που συμπιέζει τους μισθούς είναι η πίεση, δημιουργημένη με την καθοριστική βοήθεια του κρατικού μηχανισμού, επί των εργατών να παραιτηθούν από τις μισθολογικές αξιώσεις «με τη δική τους ελεύθερη βούληση» – το αποτέλεσμα είναι μια συνεχής σχετική ή απόλυτη επιδείνωση της υλικής τους συνθήκης.

Το δεύτερο ουσιαστικό στοιχείο της κρατικής ρύθμισης στην εξέλιξη της συγκυρίας είναι ο «αντιπεριοδικός» χαρακτήρας των κρατικών δαπανών. Πέρα από την εισοδηματική πολιτική, η διεύρυνση ή ο περιορισμός των κρατικών, ή κρατικά επιχορηγούμενων, αγορών [purchases] εμπορευματών αντιπροσωπεύει -τουλάχιστον θεωρητικά- ένα σημαντικό μέσο αντιμετώπισης μιας φθίνουσας «επενδυτικής τάσης», δηλαδή μειωμένες προσδοκίες κέρδους εκ μέρους των καπιταλιστών, για τους οποίους η πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους πρέπει αναπόφευκτα να εμφανιστεί ως ένα πρόβλημα πραγματοποίησης, δηλαδή ως μια έλλειψη ζήτησης. Παρότι, εν τω μεταξύ, η κρατική δημοσιονομική πολιτική (με την μορφή σχεδιασμένης «ελλειμματικής δαπάνης», αντιπεριοδικών χρηματοδοτικών σχεδιασμών και «προϋπολογισμών έκτακτης ανάγκης») έχει ανακηρυχθεί ως το πραγματικό επίκεντρο της οικονομικής «παγκόσμιας διαχείρισης», η πραγματική της αποτελεσματικότητα παραμένει ασαφής. Από τη στιγμή που ο κρατικός μηχανισμός, αν θέλει να αυξήσει τα κέρδη των ιδιωτικών κεφαλαίων, δεν μπορεί να εμφανιστεί ως ανταγωνιστής τους (για παράδειγμα, αγοράζοντας και διανέμοντας αγαθά μαζικής κατανάλωσης), αντικείμενο της κρατικής ζήτησης ουσιαστικά παραμένουν μόνο οι λεγόμενες «επενδύσεις σε υποδομές» κι η αγορά μη αναπαραγωγικών αγαθών, δηλαδή η διοικητικά μεσολαβημένη καταστροφή αξιών στρατιωτικού εξοπλισμού, καθώς και παρόμοιου είδους προϊόντων. Και τα δύο έχουν τουλάχιστον ένα κοινό – δύσκολα υπόκεινται σε περιοδική (δηλαδή, βραχυπρόθεσμη) μεταβολή κι έχουν οπότε μόνο περιορισμένη αξία για τον επιδιωκόμενο στόχο[41]. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ένα σταθερά αυξανόμενο κρατικό ταμείο δαπανών για επιδοτήσεις, «κινητοποιήσεις κεφαλαίων» κι αγορές εμπορευμάτων, έχοντας ως πηγή χρηματοδότησης τα κρατικά έσοδα, αποτελεί, σε ένα εξαιρετικά οπισθοδρομικό σύστημα φορολόγησης (δηλαδή, ένα σύστημα το οποίο επιβάλλει σχετικά βαρύτερους φόρους στις τάξεις χαμηλότερου εισοδόματος), ένα κεντρικό στοιχείο μιας αυξανόμενα άνισης αναδιανομής των εισοδημάτων και μιας τάσης για τη σχετική επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης της εργατικής τάξης[42]. Ο αναπτυσσόμενος καταναγκασμός (με την αύξηση της μονοπώλησης) για περιοδική ρύθμιση και δομική «εξισορρόπηση» της διαδικασίας αναπαραγωγής του κεφαλαίου μέσω κρατικών παρεμβάσεων, έχει ως βασική επίπτωση -είτε αυτή επιτευχθεί μέσω μιας επιτυχής «εισοδηματικής πολιτικής» είτε μέσω των διάφορων μορφών κρατικής αναδιανομής των εσόδων προς όφελος του κεφαλαίου- την μείωση του πραγματικού εισοδήματος της εργατικής τάξης, και μάλιστα ολοένα και περισσότερο καθώς οι αναπτυσσόμενες τριβές στην αναπαραγωγική διαδικασία αναγκαία αυξάνουν την έκταση των κρατικών παρεμβάσεων.

Έτσι, ο μηχανισμός της κρατικής παρεμβατικής ρύθμισης στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου (με την έννοια της διασφάλισης της αστικής κυριαρχίας) αποδεικνύεται απόλυτα αντιφατικός: όχι μόνο επειδή η κρατική διαρθωτική πολιτική κι η «παγκόσμια διαχείριση» δεν καταργούν τους νόμους της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας κι οπότε δεν μπορούν να επιτύχουν πλήρως τους σκοπούς τους, αλλά επίσης επειδή φέρουν εντός τους τη στιγμή μιας εντατικοποίησης των κοινωνικών συγκρούσεων[43]. Το διευρυνόμενο σύστημα κρατικής αναδιανομής των εσόδων με στόχο την εγγύηση κι εξίσωση των κερδών το κεφαλαίου, αλλά επίσης με στόχο τον κατευνασμό των μισθωτών εργατών μέσω κρατικών προνοιακών μέτρων, δημιουργεί με τη σειρά του την αντίθεση των μη ευνοημένων κεφαλαίων, κι οπότε συγκρούσεις μεταξύ των κεφαλαίων (για παράδειγμα, μονοπώλια ενταντίον μη μονοπωλημένων κεφαλαίων) και μεταξύ μονοπωλίων (πχ, «παλιών» εναντίον «καινούριων» μονοπωλιακών βιομηχανιών)· και, την ίδια στιγμή, το κεφάλαιο στο σύνολό του θέτει μια μόνιμη αντίσταση ενάντια στην επέκταση του κρατικού «μεριδίου» στην κοινωνική παραγωγή (και, φυσικά, ιδίως στον λεγόμενο «κοινωνικό προϋπολογισμό») επειδή αυτή η επέκταση δεν μπορεί παρά να τείνει να περιορίσει τα όρια της ιδιωτικής συσσώρευσης. Με αυτό τον τρόπο, η κύρια συνέπεια της κρατικής ρύθμισης της αναπαραγωγικής διαδικασίας και του καταναγκασμού που επιβάλλεται επί του κρατικού μηχανισμού για τη διεύρευνση των κονδυλίων του προς επιδοτήσεις και ρυθμίσεις, είναι ότι οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας αναπαράγονται στο πολιτικό επίπεδο σε εντατικοποιημένη μορφή ως συγκρούσεις για τους φορολογικούς συντελεστές και τις φορολογικές δηλώσεις, και για την έκταση ή κατανομή των κρατικών δαπανών – με την πάλη της εργατικής τάξης για τη διατήρηση και βελτίωση των υλικών της αναπαραγωγικών συνθηκών να κατευθύνεται κατ’ ανάγκη όλο και περισσότερο ενάντια στο κράτος. Οι συγκρούσεις αυτές πρέπει να αυξηθούν περαιτέρω καθώς η διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου επιβραδύνεται και οδεύει προς τη στασιμότητα. Συνεπώς, η κρατική εγγύηση των γενικών όρων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στην προστασία των γενικών κανόνων της κυκλοφορίας των εμπορευματών ούτε σε διεθνείς στρατηγικές ανταγωνισμού κι επέκτασης, ούτε σε παγκόσμια μέτρα για τη «διαχείριση» της κυκλοφορίας και αναδιανομής των εσόδων. Μάλλον, ως αποτέλεσμα των βασικών νόμων που διέπουν τη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της κρίσης, ο κρατικός μηχανισμός επιδέχεται αυξανόμενη πίεση για την εφαρμογή μιας «αναπτυξιακής πολιτικής» η οποία θα εξασφάλιζε μια συνεχή διαδικασία συσσώρευσης, ώστε να διασφαλίσει την κοινωνική αναπαραγωγή εντός του πλαισίου των υπάρχοντων σχέσεων παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι οι υλικοί όροι της παραγωγής κι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας γίνονται ένα κεντρικό πεδίο των λειτουργίων του αστικού κράτους, το οποίο την ίδια στιγμή πρέπει ως εκ τούτου να αποκαλύψει ακόμη πιο ξεκάθαρα τα όρια των δυνατοτήτων του, όρια καθορισμένα από την μορφή του.

3. Η βάση της αυξανόμενης σημασίας της κρατικής «πολιτικής των υποδομών» είναι η πραγματική ανάπτυξη της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, ωθούμενη από τη διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου, μέσω του μετασχηματισμού της τεχνολογικής βάσης της εργασιακής διαδικασίας και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Η επαναστατικοποίηση της τεχνολογίας της παραγωγής κι η συνεπακόλουθη πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους επιβάλλουν ακατάπαυστα την αναγκαιότητα για περαιτέρω τεχνολογικές αλλαγές στη διαδικασία της παραγωγής και της κυκλοφορίας ώστε να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας (αυξάνοντας το ποσοστό της σχετικής υπεραξίας) κι η ταχύτητα περιστροφής του κεφαλαίου, αλλαγές οι οποίες επιβάλλονται επί των κεφαλαίων υπό συνθήκες εντεινόμενου ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, ενώ τα μεμονωμένα κεφάλαια βρίσκονται μόλις σε περιορισμένο βαθμό σε θέση να δημιουργήσουν κι οργανώσουν τις υλικές προϋποθέσεις γι’ αυτές τις αλλαγές. Η ιστορική δυναμική της καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης, συμπυκνωμένη στον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, συνεπάγεται οπότε τη σταδιακά αυξανόμενη πίεση για τεχνολογική καινοτομία, η οποία προωθεί μέσω της κρίσης τις αντιφάσεις μεταξύ της κοινωνικής μορφής της παραγωγής και της ατομικής ιδιοποίησης του προϊόντος.

Ο διαχωρισμός των «γενικών εξωτερικών» και των «συγκεκριμένων» υλικών όρων της παραγωγής είναι εγγενής μόνο στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, λόγω της στήριξής του στον καταμερισμό της εργασίας, την ιδιωτική παραγωγή και την εμπορευματική ανταλλαγή. Σ’ αυτή την παραγωγική διαδικασία βασισμένη στον καταμερισμό της εργασίας, κανένα μεμονωμένο κεφάλαιο δεν παράγει σε επαρκής έκταση τους ουσιαστικούς όρους της μεμονωμένης του παραγωγικής διαδικασίας· μάλλον, με την ανάπτυξη του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, οι όροι αυτοί δημιουργούνται όλο και περισσότερο εκτός της σφαίρας του [μεμονωμένου κεφαλαίου]. (Αυτό γίνεται ξεκάθαρο, για παράδειγμα, από τη δημιουργία μιας διακριτής βιομηχανίας παραγωγής μέσων παραγωγής -κατασκευής μηχανών- η οποία εφοδιάζει τις υπόλοιπες βιομηχανίες με τα απαιτούμενα όργανα παραγωγής). Το ουσιώδες είναι ότι ένα τμήμα των υλικών όρων της παραγωγής που απαιτείται από τα μεμονωμένα κεφάλαια παράγεται σταθερά από άλλα κεφάλαια, απ’ τα οποία κι εφοδιάζονται τα πρώτα – με τη μεσολάβηση της ανταλλαγής μεταξύ των κεφαλαίων στην αγορά. Το ίδιο το κεφάλαιο οπότε πάντα παράγει ένα σημαντικό μέρος των «υλικών όρων της παραγωγής» των μεμονωμένων κεφαλαίων. Ωστόσο, υπάρχουν πάντα συγκεκριμένοι υλικοί όροι της παραγωγής οι οποίοι επειδή -και στον βαθμό που- δεν εμφανίζονται να είναι επικερδείς (ή αρκετά επικερδείς) από την οπτική της αξιοποίησης του ιδιωτικού κεφαλαίου, πρέπει να χορηγηθούν από μια στιγμή η οποία στέκεται εκτός της άμεσης διαδικασίας αξιοποίησης κεφαλαίου, τον κρατικό μηχανισμό. Η καπιταλιστική ενότητα της εργασιακής διαδικασίας και της διαδικασίας αξιοποίησης δημιουργεί αναγκαία μια κατηγορία υλικών όρων της παραγωγής οι οποίοι εκπίπτουν εκτός της διαδικασίας παραγωγής υπεραξίας και της ανταλλαγής μεταξύ των κεφαλαίων, και που πρέπει να χορηγηθούν από το εξωτερικό της σφαίρας του κεφαλαίου.

Απ’ αυτό έπεται ότι η δημιουργία των «γενικών» υλικών όρων της παραγωγής αποτελεί πράγματι ένα βασικό δομικό στοιχείο των λειτουργιών του αστικού κράτους, αλλά «δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι επειδή […] οι όροι της παραγωγής είναι κοινοί σε ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο τμήμα της κοινωνικής παραγωγής, θα πρέπει οπότε να δημιουργηθούν κοινοτικά» (Lapple, Staat und allgemeine Produktionsbedingungen, 1973, σελ. 111). Βασικά, η δημιουργία των γενικών υλικών όρων της παραγωγής ρυθμίζεται επίσης από τον νόμο της αξίας. Από τα δομικά χαρακτηριστικά της αστικής-καπιταλιστικής κοινωνίας, μπορεί κανείς οπότε να εξάγει τη γενική αναγκαιότητα (και την αφηρημένη δυνατότητα που εμπεριέχεται στον προσδιορισμό της μορφής του κράτους) της παροχής των γενικών υλικών όρων της παραγωγής έξω από το μεμονωμένο κεφαλαίο, αλλά δεν μπορεί κανείς να προσδιορίσει με τον ίδιο τρόπο ότι, συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει το αντικείμενο κρατικής «παροχής υποδομών» σε οποιοδήποτε ιστορικό χρονικό σημείο, ούτε το εάν ο κρατικός μηχανισμός θα ικανοποιήσει την ανάγκη αυτή[44]. Προφανώς, εξαρτάται από τη διείσδυση και την ανάπτυξη του κεφαλαίου κατά τη χρονική αυτή στιγμή, από την ανάπτυξη της ισχύος των μεμονωμένων κεφαλαίων (εταιρειών περιορισμένης ευθύνης), το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τους όρους αξιοποίησης οι οποίοι αλλάζουν στη διαδικασία συσσώρευσης, το τι γίνεται το αντικείμενο των «γενικών, υλικών όρων της παραγωγής» που είναι να δημιουργηθεί από τον κρατικό μηχανισμό – κι αυτός ο προσδιορισμός μπορεί να αντιστραφεί πλήρως, ανάλογα με την ανάπτυξη των αναφερθέντων παραγόντων[45]. Από αυτό έπεται πράγματι «η ματαιότητα της προσπάθειας ορισμού των υποδομών αριθμητικώς κι ολοκληρωτικώς […] Εκείνο που είναι να συνυπολογιστεί ως μέρος των υποδομών σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή υπόκειται επακριβώς σε αλλαγή». Εκείνο που «συγκροτεί τις υποδομές εν συνόλω» δεν είναι η έκτασή τους, αλλά ο -λειτουργικά ορισμένος- «θεσμός της παραγωγής: το κράτος, ή, θέτοντάς το αρνητικά, το γεγονός ότι δεν παράγονται από το κεφάλαιο» (Ronge & Schmieg, Restriktionen politischer Planung, 1973, σελ. 271). Όλες οι προσπάθειες ορισμού της «υποδομής» οι οποίες διεξάγονται εντός του πλαισίου της αστικής θεωρίας των υποδομών καταλήγουν σ’ αυτή τη ταυτολογία.

Σ’ αυτό το επίπεδο, οπότε, δεν μπορεί κανείς να κάνει κάτι παραπάνω από το να απαριθμήσει φαινομενολογικά τα σύνηθη χαρακτηριστικά των υλικών όρων της παραγωγής οι οποίοι πρέπει να χορηγηθούν από το κράτος: η καθιέρωσή τους απαιτεί κεφαλαιουχικές δαπάνες τέτοιου μεγέθους που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν από μεμονωμένα κεφάλαια αλλά προϋποθέτουν την κρατικά οργανωμένη παροχή χρηματοδότησης· η καθιέρωσή τους ή η διαχείρισή τους δεν είναι επαρκώς (ή και καθόλου) επικερδής (πχ, λόγω εξαιρετικά μακρύ χρόνου περιστροφής κεφαλαίου) ή είναι πολύ ριψοκίνδυνη· δεν μπορεί να διασφαλιστεί η αποκλειστικότητα της χρήσης από κάποιο μεμονωμένο κεφάλαιο («αρχή του αποκλεισμού») – είτε επειδή το προϊόν λόγω της συγκεκριμένης δομής της αξίας χρήσης του δεν μπορεί να εισέλθει στην εμπορευματική κυκλοφορία (προσόντα της εργασιακής δύναμης, ερευνητικά αποτελέσματα), είτε επειδή η οργάνωση της επιστροφής της αξίας θα εμπόδιζε υπερβολικά την όλη αναπαραγωγική διαδικασία (πχ, διόδια)[46, 47]. Σε κάθε περίπτωση, είναι, τελικά, αναγκαίο ότι η σχετική προϋπόθεση της παραγωγής είναι «γενική» στον βαθμό που η απουσία της αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό φραγμό στην παραγωγική κι αναπαραγωγική διαδικασία, με αποτέλεσμα το βάρος της εδραίωσής της να πέφτει αναγκαστικά στον κρατικό μηχανισμό, εν ανάγκη μέσω της κρίσης.

Επομένως, η άποψη του Altvater ότι «οι υλικές ιδιαιτερότητες δεν είναι καθοριστικής σημασίας» (Elmar Altvater, «Zu einigen Problemen des “Krisenmanagements” in der kapitalistischen Gesellschaft» στο Μ. Janickè, Herrschaft und Krise, 1973, σελ. 177) στον καθορισμό του εάν ο κρατικός μηχανισμός αναλαμβάνει την ευθύνη για την καθιέρωση των υλικών όρων της παραγωγής, είναι κατά κύριο λόγο αβάσιμη. Αντιθέτως: είναι ακριβώς οι αλλαγές στις υλικές ιδιαιτερότητες της παραγωγής που απορρέουν από τον τεχνολογικό μετασχηματισμό της εργασιακής διαδικασίας εκείνες οι οποίες οδηγούν ιστορικά σε μια αλλαγή και σε μια τάση προς τη διεύρυνση των «γενικών όρων της παραγωγής» που εγκαθιδρύονται από το κράτος. Έχει πράγματι διαφορά το εάν η ενέργεια παρέχεται από ατμομηχανές τροφοδοτούμενες με άνθρακα ή από κεντρικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρισμού, ή αν οι τεχνολογικές αναπτυξιακές διαδικασίες αναπτύσσονται συστηματικά σε μεγάλα ερευνητικά κέντρα αντί «εμπειρικά» εντός της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας. Αποτελεί ιστορική τάση του κεφαλαίου το να τίθεται το πάγιο κεφάλαιο ως η επαρκέστερη μορφή του κεφαλαίου, το «να απελευθερώνει την παραγωγή όλο και περισσότερο κάθαρα από την υλική της βάση και να μεταφέρει τους όρους της παραγωγής (και τους συγκεκριμένους και τους γενικούς) στο γενικό πλαίσιο της κοινωνικής παραγωγής η οποία μεσολαβείται από την ανταλλακτική αξία» (Dieter Lapple, Staat und allgemeine Produktionsbedingungen, 1973, σελ. 170). Αυτό σημαίνει αυξανόμενο κατακερματισμό της εργασίας και κοινωνικοποίηση της παραγωγής, καταναγκασμό για τη σε μεγαλύτερη έκταση κοινωνική παραγωγή των υλικών όρων της παραγωγής, την εξάντληση της δυνατότητας καταφυγής σε φυσικές «ελεύθερες παραγωγικές δυνάμεις» που κείτονται εκτός της καπιταλιστικής παραγωγής κι αναπαράγονται από τη φύση (αναγκαιότητα για συστηματική έρευνα στις φυσικές επιστήμες κι εξειδίκευση της εργασιακής δύναμης, εξάντληση ή μη προσαρμοστικότητα παραδοσιακών πηγών πρώτων υλών, κλπ)· αλλά σημαίνει επίσης τη σταδιακή καταστροφή των βασικών φυσικών όρων της παραγωγικής κι αναπαραγωγικής διαδικασίας ως μια «αρνητική», «εξωτερική» συνέπεια της τεχνολογίας της παραγωγής, η οποία προωθείται άναρχα από τα συμφέροντα της αξιοποίησης των μεμονωμένων κεφαλαίων – μια συνέπεια η οποία αντισταθμίζεται από την κρατική παρέμβαση.

Η αυξανόμενη σημασία -η οποία αυξάνεται με την κοινωνικοποίηση της παραγωγής- των γενικών υλικών όρων της παραγωγικής κι αναπαραγωγικής διαδικασίας οι οποίοι πρέπει να παραχθούν ή αναπληρωθούν κοινωνικά (δεδομένου ότι λόγω των ειδικών τεχνολογικών ιδιαιτεροτήτων τους και του χαρακτήρα της αξίας χρήσης τους δεν μπορούν -ή μπορούν μόνο σε περιορισμένη έκταση ή με ανεπαρκή τρόπο- να παραχθούν ακόμη κι από άκρως μονοπωλημένα μεμονωμένα κεφάλαια) σχηματίζει τη βάση, υπό την επίδραση του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, μιας ποιοτικής και ποσοτικής διεύρυνσης της διαδικασίας της κεφαλαιακής ιστορικής ανάπτυξης των «υπηρεσιών των υποδομών» που παρέχονται από το κράτος. Η πτώση του ποσοστού κέρδους οδηγεί όλο και περισσότερα μεμονωμένα κεφάλαια στο να αποσυρθούν από την παραγωγή των «γενικών υλικών όρων της παραγωγής» για άλλα κεφάλαια όταν αυτή γίνεται ανεπαρκώς επικερδής ή επιφέρει ζημίες για τα μεμονωμένα αυτά κεφάλαια, εξωθώντας έτσι τον κρατικό μηχανισμό να λάβει υπό τη διεύθυνσή του (εθνικοποίηση ή οιονεί εθνικοποίηση) αυτούς τους τομείς της παραγωγής με σκοπό τη διαφύλαξη της αναπαραγωγικής διαδικασίας στο σύνολό της. Την ίδια στιγμή, ο κρατικός μηχανισμός βρίσκεται υπό την αυξανόμενη πίεση, η οποία επιβάλλεται επί αυτού μέσω του εντεινόμενου ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, του να λάβει μέτρα για την κινητοποίηση των «αντίρροπων τάσεων» προς την πτώση του ποσοστού κέρδους ώστε να διαφυλάξει τη συνεχή συσσώρευση κεφαλαίου, δηλαδή να φέρει εις πέρας μια «αναπτυξιακή πολιτική» η οποία θα αναδιοργανώσει τους γενικούς κοινωνικούς όρους της παραγωγής. Υπό καπιταλιστικές συνθήκες, αυτό μπορεί μόνο να σημαίνει: δημιουργία γενικών εξωτερικών, κυρίως υλικών όρων της παραγωγής προσανατολισμένη προς την εργασιακή διαδικασία και τη διαδικασία αξιοποίησης των μεμονωμένων κεφαλαίων, όρων παραγωγής οι οποίοι αποτελούν τη βάση και την προϋπόθεση τεχνολογικών αλλαγών στην εργασιακή διαδικασία οι οποίες αλλαγές αυξάνουν την παραγωγικότητας της εργασίας και τη ταχύτητα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου[48]. Η κρατική «αναπτυξιακή πολιτική» είναι οπότε κατ’ ανάγκη πρωτίστως «πολιτική των υποδομών». Συνεπώς, σε μια αναφορά που συντάχθηκε για την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, ο Σρέντερ ορίζει ως τα κεντρικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας πολιτικής, πέρα από την προώθηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και τη στήριξη της επέκτασης του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά (νομισματικές κι ενταξιακές πολιτικές), πάνω απ’ όλα τις «δραστηριότητες» των υποδομών: εκπαίδευση, επέκταση των υπηρεσιών πληροφοριών, έρευνα, υγεία, μεταφορές, την οικοδόμηση πόλεων και την παροχή ενέργειας – η προώθηση της οικοδόμησης στις πόλεις βλέπεται κυρίως υπό το πρίσμα μιας αναδιοργάνωσης της καταρρέουσας συγκοινωνίας στο εσωτερικό των πόλεων, κι η επέκταση των υπηρεσιών υγείας σημαίνει ουσιαστικά συντήρηση της ζωντανής εργασιακής δύναμης για το κεφάλαιο: «Για να το θέσουμε πολύ απλά, αποτελεί ένα ζήτημα πρόληψης, μέσω μέτρων υγειονομικής περίθαλψης, των απωλειών εργασίας, είτε προσωρινές (ασθένεια) είτε μόνιμες (θανάτους). Δεν γνωρίζουμε σε ποια έκταση η σχετικές ιατρικές δαπάνες είναι “οικονομικές”, δηλαδή σε ποια έκταση “αντισταθμίζονται” από την μείωση του χαμένου εργάσιμου χρόνου, αλλά υποθέτουμε ότι η “οικονομική” φύση της προληπτικής ιατρικής αυξάνεται σταθερά» (Ντίτερ Σρέντερ, Wachstum und Gesellschaftspolitik, 1971, σελ. 383). Αυτός ο κυνικός υπολογισμός κάνει ιδιαίτερα ξεκάθαρο ότι με την πρόοδο της τεχνολογικής ανάπτυξης και την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, ακόμη κι η ζωντανή εργασιακή δύναμη έχει γίνει για το κεφάλαιο ένας όρος της παραγωγής που πρέπει να παραχθεί κοινωνικά, ένας όρος που δεν μπορεί πλέον να αφεθεί στις διαδικασίες της αυθόρμητης αναπαραγωγής και της άναρχης καταστροφής.

Εντός του πλαισίου των υλικών όρων της παραγωγικής διαδικασίας που παρέχονται από το κράτος για τη διαφύλαξη της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, η κρατικά οργανωμένη και κρατικά επιδοτούμενη ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας αποκτά αυξανόμενη σημασία καθώς προχωράει η διαδικασία της συσσώρευσης. Η εγγενής τάση της διαδικασίας συσσώρευσης προς την κρίση, βασισμένη στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, εκδηλώνεται στα κεφάλαια των βιομηχανικών μητροπόλεων ως μια αυξημένη πίεση για καινοτομία, καθορισμένη από τον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά[49]. Την ίδια στιγμή, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες της παγκόσμιας πολιτικής, τα διοικητικώς μεσολαβημένα μέτρα για την καταστροφή αξίας -και την εγγύηση των κερδών της βιομηχανίας παραγωγής πολεμικού εξοπλισμού- συνδέονται με τη συνεχή πρόοδο της τεχνολογίας του πολεμικού εξοπλισμού και τη σχετική «ηθική απαξίωση» των όπλων και των οργάνων του πολέμου. Δηλαδή, η ιμπεριαλιστική δυναμική των όπλων παράγει τεχνολογικές καινοτομίες ως τη βάση παραγωγικών διαδικασιών οι οποίες, λόγω του μη-αναπαραγωγικού τους χαρακτήρα, πρέπει να τείνουν να εντείνουν τη γενική κρίση συσσώρευσης κι έτσι, από την πλευρά τους, να ασκούν πίεση στις «πολιτικές [civil] τεχνολογικές» καινοτομίες του αναπαραγωγικού τομέα[50]. Καθοριστικής σημασίας εδώ είναι το γεγονός ότι στην παραγωγή των τεχνολογικά ανεπτυγμένων προϊόντων και την εισαγωγή νέων μεθόδων παραγωγής, τα κεφάλαια μπορούν να στηρίζονται όλο και λιγότερο στη γενική εμπειρία και την υπάρχουσα γνώση όσο περισσότερο προχωράει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και το γεγονός ότι αυτά πρέπει να παραχθούν κοινωνικά σε έναν αυξανόμενο βαθμό.

Αλλά αυτό έρχεται σε σύγκρουση με τα εγγενή όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με δύο τρόπους: πρώτον, γνώση και τεχνολογίες οι οποίες δεν μπορούν να μονοπωληθούν, κι οπότε δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διεύρυνση του ιδιωτικού κεφαλαίου, τείνουν να παράγονται σε ανεπαρκή ποσότητα από το ίδιο το κεφάλαιο[51]· δεύτερον, οι αναγκαίοι οργανωτικοί κι οικονομικοί πόροι, με την πρόοδο της τεχνικής ανάπτυξης, καταλήγουν να ξεπεράσουν σε κάποιον βαθμό ακόμη και τις δυνατότητες των μεγάλων εταιρειών (για παράδειγμα, στους τομείς της πυρηνικής ενέργειας ή των διαστημικών ταξιδιών). Όχι μόνο αυξάνεται η απαίτηση του κεφαλαίου για την πραγματοποίηση ολοκληρωμένης έρευνας κι ανάπτυξης, αλλά ο κίνδυνος κέρδους για τα μεμονωμένα κεφάλαια αυξάνεται σημαντικά καθώς επιταχύνεται η «ηθική απαξίωση» του πάγιου κεφαλαίου. Έτσι, η συστηματική παραγωγή επιστήμης και τεχνολογίας -σχετικά διαχωρισμένη από τους όρους του ανταγωνισμού και της αξιοποίησης των μεμονωμένων κεφαλαίων- γίνεται ένας σημαντικός τομέας των λειτουργιών της κρατικής διοίκησης, εγγυάμενη «τους γενικούς εξωτερικούς όρους της αναπαραγωγικής διαδικασίας», έχει δηλαδή επιτευχθεί ένα στάδιο στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο οποίο η κοινωνικοποίηση της παραγωγής πρέπει να τείνει να ξεπεράσει ακόμη και τα όρια του ιδιωτικού μονοπωλίου. Αυτό γίνεται απαραίτητο αν ο ρυθμός καινοτομίας αναγκαίος για τη συσσώρευση πρέπει να διαφυλαχτεί μέσω του κρατικού μηχανισμού, αν πρέπει να δομήσει και να μεγενθύνει ένα ολοκληρωμένο σύστημα γενικής παραγωγής επιστήμης, τεχνολογίας κι εξιδείκευσης, και να εξασφαλίσει άμεσα μέσω κρατικών επιχορηγήσεων τη τεχνολογική ανάπτυξη των διευρυνόμενων μονοπωλίων[52]. Τα μεμονωμένα ιδιωτικά κεφάλαια βρίσκονται όλο και περισσότερο σε μια κατάσταση στην οποία η υπεραξία η οποία έχει συσσωρευτεί σ’ αυτά δεν είναι πλέον επαρκής για την επίτευξη της αναδιοργάνωσης των τεχνολογικών συνθηκών της παραγωγής αναγκαία για τη στήριξη της διαδικασίας συσσώρευσης.

Αυτό οδηγεί σε ειδικά νέες μορφές κρατικής «κινητοποίησης κεφαλαίων» στη σφαίρα της τεχνολογίας, στην οποία διαδικασία φυσικά η ιδιαίτερη μορφή και έκταση της κρατικής παρέμβασης καθορίζεται από το σχετικό μέγεθος και τις συνθήκες ανταγωνισμού των ενδιαφερόμενων κεφαλαίων στην κλίμακα της παγκόσμιας αγοράς. Σε κάθε περίπτωση, είναι χαρακτηριστικό ότι οι κρατικές επιχορηγήσεις στον τομέα της διεύρυνσης των μονοπωλίων («αναπτυξιακές βιομηχανίες», ιδιαιτέρως η ηλεκτροτεχνική βιομηχανία κι οι βιομηχανίες αέρος και διαστήματος) έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια εν συγκρίσει με τους φθίνοντες κλάδους (εξόρυξη, γεωργία). Σε κάποιον βαθμό, αντιτιθέμενη σε αυτή τη τάση, υπάρχει μια αυξανόμενη αναγκαιότητα, καθώς προχωράει η καπιταλιστικά ωθούμενη «επιστημονικοποίηση» της παραγωγής, να μειωθεί διοικητικά η επίδραση της συνεχής καταστροφής των φυσικών βάσεων της κοινωνικής παραγωγής και του πολιτισμού. Η κρατική κινητοποίηση κοινωνικών πόρων για το κεφάλαιο πηγαίνει οπότε χέρι-χέρι με τη διοικητική αποζημίωση για την καταστροφή των φυσικών πόρων από το κεφάλαιο (προστασία του περιβάλλοντος, καθαριότητα των πόλεων, αστικός σχεδιασμός και σχεδιασμός της υπαίθρου). Το ειδικό χαρακτηριστικό αυτής της εξέλιξης πρέπει να ειδωθεί στο γεγονός ότι η παροχή ερευνητικών αποτελεσμάτων και τεχνολογικών εννοιών δεν έχει πλέον τον χαρακτήρα ενός «γενικού» όρου της παραγωγής σχετικά ακαθόριστου για τα μεμονωμένα κεφάλαια, όπως ίσως να συμβαίνει με την κατασκευή δρόμων ή τη λειτουργία των σιδηροδρόμων. Μάλλον, ιδίως στον τομέα της λεγόμενης «εφαρμοσμένης» έρευνας κι ανάπτυξης, οι κρατικά οργανωμένες εργασιακές διαδικασίες πρέπει να προσαρμοστούν άμεσα στο πρότυπο της δομής της τεχνολογίας της παραγωγής στα υψηλής συγκέντρωσης μονοπώλια των «βιομηχανιών βασισμένων στην επιστήμη». Με την αναπτυσσόμενη μονοπώληση του κεφαλαίου, η ερευνητική και τεχνολογική πολιτική παρουσιάζεται εν μέρει ως ο κρατικός εγγυητής των όρων της παραγωγής οι οποίοι στην μορφή με την οποία παρέχονται είναι πράγματι «γενικοί» και «εξωτερικοί», αλλά στην πράξη και στο συγκεκριμένο τους περιεχόμενο πρέπει να κατευθυνθούν προς τις ανάγκες συγκεκριμένων κεφαλαίων ή συγκεκριμένων ομάδων κεφαλαίων. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων έχει φτάσει ένα στάδιο όπου, υπό τις δεδομένες σχέσεις παραγωγής, ο κρατικός μηχανισμός παρουσιάζεται ως μια στιγμή για την οργάνωση της κοινωνικής εργασίας και την κινητοποίηση μαζών αξίας για το κεφάλαιο, άμεσα στη διαδικασία (ωθούμενη προς τα εμπρός από τα μεμονωμένα κεφάλαια) της επαναστατικοποίησης της τεχνικής της παραγωγής.

Αυτό έχει επιπτώσεις στη λεπτομερή οργανωτική δομή και τον τρόπο λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Αυτή η εξέλιξη οδηγεί πρώτα στη διεύρυνση των μορφών οργάνωσης του «κρατικού μονοπωλίου» πέρα από τη στενή σφαίρα του λεγόμενου «στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος». Ο κρατικός μηχανισμός όχι μόνο παρέχει το γενικό επιστημονικό δυναμικό αναγκαίο για την αναπαραγωγή (βασική έρευνα, επιστημονική εξειδίκευση της εργασιακής δύναμης), αλλά επίσης χρηματοδοτεί τεχνολογικές εξελίξεις σε μεμονωμένες βιομηχανίες και στηρίζει ιδιαίτερες μορφές «ενδιάμεσης παραγωγής», δηλαδή την παραγωγή εκτός της άμεσης οργανωτικής σφαίρας των μεμονωμένων κεφαλαίων ενδιαφερόμενων για «φόρμουλες» που είναι σημαντικές για τη τεχνολογία της παραγωγής στη σφαίρα της «μεγάλης επιστήμης» και της «μεγάλης τεχνολογίας». Αυτό φαίνεται να ισχύει πάνω απ’ όλα όπου οι επιστημονικοτεχνικές εξελίξεις αλληλοεπικαλυπτόμενης φύσης προωθούνται στα σημεία που εφάπτονται υπάρχουσες σφαίρες παραγωγής ή μονοπωλιακοί όμιλοι, ή όπου η απαιτούμενη κλίμακα του εγχειρήματος ξεπερνά τις δυνατότητες των μεμονωμένων ομάδων κεφαλαίου, ή όπου η απαιτούμενη κλίμακα του εγχειρήματος πράγματι θέτει τη «διεθνή συνεργασία» εν μέρει αναγκαία[53].

Η σημασία του κράτους ως μια «οργανωτική δύναμη» αυξάνεται με την όξυνση του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά και την εντατικοποίηση των ιμπεριαλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης σε διεθνή κλίμακα. Στη διαδικασία αυτή, η έκταση και το πεδίο της ανάπτυξης των μορφών οργάνωσης του κρατικού μονοπωλίου εξαρτώνται σε ορισμένο βαθμό στην ιδιαίτερη ισχύ κι ανταγωνιστική θέση των μονοπωλίων στην παγκόσμια αγορά. Οπότε, για παράδειγμα, η σημαντική τεχνολογική καθυστέρηση (εξαρτώμενη από τον σχετικό βαθμό συγκέντρωσης και άλλους παρόμοιους παραγόντες) μπορεί να οδηγήσει τον κρατικό μηχανισμό στο να προωθήσει ενεργά τη τεχνολογική ανάπτυξη όταν αυτή είναι θεμελιώδους σημασίας για την αναπαραγωγή του συνολικού κεφαλαίου, ακόμη και χωρίς να του έχει υποβληθεί πίεση από τα ανάλογα μονοπώλια, και πιθανώς ακόμη κι ενάντια στα συμφέροντα μερικών μονοπωλιακών ομίλων[54]. Αντιστρόφως, τα μεμονωμένα μονοπώλια μπορούν να εξαναγκάσουν το κράτος να λάβει μέτρα για την προώθηση της τεχνολογίας η οποία εξυπηρετεί τα δικά τους ειδικά συμφέροντα αξιοποίησης, καθορισμένα από τον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά, αλλά τα οποία αντιτίθονται στις αναπαραγωγικές απαιτήσεις του ιδιαίτερου «εθνικού» συνολικού κεφαλαίου. Η κρατική τεχνολογική πολιτική μπορεί οπότε να μην ερμηνευτεί ως η ομαλή αντίδραση στις αντικειμενικές απαιτήσεις της αναπαραγωγής· διαμορφώνεται μάλλον με έναν ιδιαίτερο τρόπο από τη σύγκρουση μεταξύ των μερικών συμφερόντων των μονοπωλίων και των γενικών αναπαραγωγικών απαιτήσεων του κεφαλαίου στο σύνολό του[55].

Εκεί εκφράζεται μια σχέση η οποία καθορίζει θεμελιακά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το αστικό κράτος – ακόμη κι αν λαμβάνει διαφορετικές μορφές ως αποτέλεσμα των διαφορών στην οικονομική ανάπτυξη: η δραστηριότητα του κρατικού μηχανισμού κι η σχέση του με τα μεμονωμένα κεφάλαια επηρεάζεται καθοριστικά από την ισχύ των κεφαλαίων αυτών και τη θέση τους στην παγκόσμια αγορά και στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Η άναπτυξη της αντίφασης μεταξύ της αναγκαίας «ιδιαιτεροποίησης» του κράτους σε σχέση με τα κεφάλαια, και η κρατικομονοπωλιακή «διαπλοκή» του κράτους και του μονοπωλίου ως αποτέλεσμα του καταναγκασμού της σταδιακής κοινωνικοποίησης της παραγωγής πρέπει να εξεταστεί, αν μη τι άλλο, από αυτή την οπτική.

Με την ανάπτυξη αυτού του κρατικού μονοπωλίου του «επιστημονικού-τεχνολογικού συμπλέγματος», ο κρατικός μηχανισμός οργανώνει, εν όψει του εντεινόμενου κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, μορφές «ενδιάμεσης» παραγωγής στον επιστημονικό-τεχνολογικό τομέα, παραγωγή δηλαδή εκτός των μεμονωμένων κεφαλαίων αλλά προσανατολισμένη στις δικές τους παραγωγικές διαδικασίες – το οποίο σημαίνει ότι εγείρεται ένας περαιτέρω τομέας στον οποίο ο καταμερισμός της κοινωνικής εργασίας δεν επιτυγχάνεται πλέον άμεσα από την κίνηση των μεμονωμένων κεφαλαίων καθορισμένη από τον ανταγωνισμό και μεσολαβημένη μέσω της αγοράς, αλλά μάλλον με έναν τρόπο που εξάγεται από αυτή, με τη βοήθεια [του κράτους ως] «αίθουσα ελέγχου της κοινωνίας». Οι συνέπειες που έχει αυτό για την έννοια του «συλλογικού κοινωνικού εργάτη» και για τη σημασία των κατηγοριών της «παραγωγικής» και «μη-παραγωγικής» εργασίας θα πρέπει να προσδιοριστούν επακριβέστερα σε σχέση με τη ταξική θέση όσων απασχολούνται στον κρατικό επιστημονικό τομέα.

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, συνοψίζουμε μερικά σημαντικά αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας και σκιαγραφούμε υποθέσεις κι ερωτήματα τα οποία μας φαίνονται σημαντικά για περαιτέρω διερεύνηση στον τομέα της θεωρίας του κράτους και της ανάλυσης του κρατικού παρεμβατισμού. Το γεγονός ότι κινούμαστε σε αυτό το ακόμη πολύ πρόχειρο επίπεδο έχει τη βάση του στο γεγονός ότι δεν έχει ακόμα εκπονηθεί μια ολοκληρωμένη, αυστηρή και μεγάλης εμπειρικής αξίας θεωρία του ύστερου καπιταλισμού (δηλαδή, μια θεωρία η οποία μεσολαβεί οριστικά τις γενικές δομές και τους νόμους με τις πολλαπλές «εμφανίσεις στην επιφάνεια»). Μια θεωρία του αστικού κράτους η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση των πολιτικών στρατηγικών μπορεί να αναπτυχθεί μόνο εντός του πλαισίου μιας τέτοιας ολοκληρωμένης θεωρίας της ιστορικής μορφής της κοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν μπορεί κανείς να αναπτύξει σε ένα περισσότερο γενικό και πρόχειρο επίπεδο τα στοιχεία μιας θεωρίας και τις αναλυτικές προσεγγίσεις οι οποίες μπορούν να υποστούν περαιτέρω επεξεργασία και να γίνουν περισσότερο ακριβείς στο πλαίσιο των πρακτικών ερευνών.

Το βασικό σημείο που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι το αστικό κράτος, λόγω του ουσιαστικού του χαρακτήρα, δεν μπορεί να δράσει ως ρυθμιστής της κοινωνικής διαδικασίας της ανάπτυξης, αλλά πρέπει να κατανοηθεί στον καθορισμό των συγκεκριμένων του λειτουργιών ως μια αντίδραση στη θεμελιακά κρισιακή πορεία της οικονομικής και κοινωνικής αναπαραγωγικής διαδικασίας. Ο αναπτυσσόμενος κρατικός παρεμβατισμός αναπαριστά μια μορφή εντός της οποίας οι αντιφάσεις του κεφαλαίου μπορούν προσωρινά να κινηθούν· αλλά η κίνηση του κεφαλαίου παραμένει ιστορικά καθορισμένη. Η τάση της ποιοτικής και ποσοτικής επέκτασης των κρατικών παρεμβάσεων αποτελεί μια έκφραση της σταδιακής διείσδυσης της κεφαλαιακής σχέσης, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ηγούμενη από το κεφάλαιο και των κοινωνικών αντιφάσεων οι οποίες αντικειμενικά γίνονται περισσότερο οξείες καθώς αυξάνεται η κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Αυτό μπορεί να συμπυκνωθεί με τους όρους της αξιακής θεωρίας στον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, το οποίο σημαίνει επίσης ότι ο νόμος αυτός πρέπει να αποτελεί το εννοιολογικό σημείο αναχώρησης για μια ανάλυση των κρατικών λειτουργιών, η οποία πρέπει να αναπτυχθεί από τη συγκεκριμένη πορεία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και των ταξικών συγκρούσεων.

Το αστικό κράτος αποτελεί, στην ειδική ιστορική του μορφή, μια κοινωνική μορφή την οποία το κεφάλαιο πρέπει αναγκαστικά να δημιουργήσει για την ίδια του την αναπαραγωγή, και, εξίσου αναγκαία, ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να λάβει και να διατηρήσει μια ύπαρξη τυπικά διαχωρισμένη από την άρχουσα τάξη, την αστική. Αυτό σημαίνει ότι οι συγκεκριμένες κρατικές δραστηριότητες αναπτύσσονται πάντα από τις ταξικές συγκρούσεις και τους πολιτικούς αγώνες που μεσολαβούνται από το βασικό κοινωνικό πλαίσιο της καπιταλιστικής κρίσης, και είναι επίσης μέσω αυτών των συγκρούσεων και αγώνων που διατηρείται αυτή η κοινωνική μορφή του κράτους. Αν κανείς αποτύχει να αναπτύξει αυτές τις στιγμές της συγκρότησης του αστικού κράτους σε ένα αυστηρό θεωρητικό πλαίσιο υιοθετώντας την ιστορικά συγκεκριμένη πορεία της καπιταλιστικής αναπτυξιακής διαδικασίας, δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε ειδικές παρακάμψεις και λαθεμένα συμπεράσματα στους ισχυρισμούς του σχετικά με το κράτος, τον συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας του και της σχέσης του με τις τάξεις.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, το πρώτο πρόβλημα προς διερεύνηση είναι το ζήτημα της ικανότητας του κρατικού μηχανισμού να «διαχειριστεί» τις οικονομικές και κοινωνικές αναπαραγωγικές διαδικασίες – ένα ζήτημα που στέκεται σήμερα στο κέντρο όχι μόνο του αστικού κράτους και της διοικητικής επιστήμης, αλλά επίσης και της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους. Και για τις δύο θεωρίες, αυτό το ζήτημα είναι κεντρικό: για την αστική θεωρία λόγω του ενδιαφέροντός της για την κοινωνικοτεχνική τεχνογνωσία και την ιδεολογική αιτιολόγηση των υπάρχοντων κοινωνικών σχέσεων, για την μαρξιστική θεωρία λόγω του τρόπου με τον οποίο η πορεία των οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων μπορεί πραγματικά να τροποποιηθεί μέσω κρατικών παρεμβάσεων. Έχουμε ήδη ασκήσει κριτική στη λαθεμένη άποψη της αστικής θεωρίας, η οποία νομίζει ότι μπορεί να αναλύσει τις διοικητικές διαδικασίες της ρύθμισης και «διαχείρισης» χωρίς να διερωτηθεί σχετικά με τους βασικούς κοινωνικούς καθορισμούς της μορφής και της λειτουργίας τους, μια άποψη η οποία οπότε ανακηρύττει το κράτος ως μια φυσική μορφή και τον μηχανισμό του ως ένα ιστορικά τυχαίο προϊόν. Μπορεί να δειχθεί, ωστόσο, ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη έλλειψη διορατικότητας ακόμα και στο έργο εκείνων των θεωρητικών οι οποίοι εκκινούν από μια βασικά σωστή αξιολόγηση του χαρακτήρα του αστικού κράτους. Χαρακτηριστική είναι, για παράδειγμα, η μελέτη των Ronge και Schmieg, Restrictions on Political Planning [Περιορισμοί στον Πολιτικό Σχεδιασμό] (1973), η οποία καταπιάνεται πάνω απ’ όλα με την πραγματική «επιτυχία» των κρατικών μέτρων στη σφαίρα των υποδομών σχεδιασμένων για τη διαφύλαξη της αναπαραγωγής. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι αυτή η πολιτική έχει αποτύχει σε μεγάλο βαθμό -τουλάχιστον με γνώμονα το επίπεδο των ισχυρισμών της- αλλά πρέπει να παρατηρήσουν την ίδια στιγμή ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν έχει μολαταύτα καταρρεύσει. Το λογικό συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να υπάρχουν «λειτουργικά ισοδύναμα» για τα κρατικά διοικητικά μέτρα στη σφαίρα των υποδομών, τα οποία διαφυλάτουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου ακόμη και στην περίπτωση μιας σχετικής ανεπάρκειας ή καθυστέρησης του κρατικού παρεμβατισμού, ή ότι υπάρχει εκ μέρους της διοίκησης μια λαθεμένη αντίληψη για τους όρους της αναπαραγωγής. Αφήνοντας εδώ εκτός συζήτησης το ζήτημα της καθοριστικότητας της εμπειρικής μελέτης, ήδη από την τοποθέτηση του ερωτήματος οι συγγραφείς κάνουν το λάθος -κι αυτό είναι καθοριστικής σημασίας εδώ- να υιοθετήσουν μια «περιοριστική-αναλυτική» προσέγγιση η οποία παραβλέπει τον προσδιορισμό της μορφής του κράτους: η διερεύνηση ξεκινά από τη θεώρηση ότι η αναπαραγωγή του κεφαλαίου εξασφαλίζεται από τον κρατικό μηχανισμό ως μια στιγμή αποκομμένη από την κίνηση του κεφαλαίου, λες και το κεφάλαιο έχει έναν άξονα περιστροφής εκτός του εαυτού του, εν απουσία του οποίου (ως αποτέλεσμα ειδικών «περιορισμών») θα έπρεπε να επέλθουν σε λειτουργία τα «λειτουργικά ισοδύναμα» – τα οποία δεν μπορούν αρχικά να οριστούν θεωρητικά με μεγαλύτερη ακρίβεια. Ο κρατικός μηχανισμός και το κεφάλαιο εμφανίζονται να βρίσκονται σε μια αντιθετική μεταξύ τους μηχανική σχέση. Το γεγονός ότι ο κρατικός μηχανισμός αποτελεί ο ίδιος μια στιγμή της κίνησης του κεφαλαίου και της πάλης των τάξεων παρεβλέπεται. Ο θεμελιακός όρος της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας ως διαδικασία εκμετάλλευσης είναι η παραγωγή κι ιδιοποίηση μιας επαρκής μάζας υπεραξίας – επαρκής σε σχέση με το επιτευγμένο στάδιο συσσώρευσης: η ουσία αυτού του βασικού όρου δεν μπορεί να επηρεαστεί από τον κρατικό μηχανισμό, αλλά μόνο να τροποποιηθεί απ’ αυτόν. Στον καπιταλισμό, δεν υπάρχει ισοδύναμο της εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασιακής δύναμης – συμπεριλαμβανομένης της κρατικής παρέμβασης. Οι πράξεις του κρατικού μηχανισμού, όπως η διεύρυνση των λειτουργικών υποδομών-βάσεων της παραγωγής, είναι, ως μορφή της κίνησης της καπιταλιστικής αντίφασης, σημαντικές για τις συνθήκες -περισσότερο ή λιγότερο πολιτισμένες- υπό τις οποίες διεξάγεται η εκμετάλλευση, αλλά δεν την υποκαθιστούν. Αυτό σημαίνει ότι το ζήτημα της ικανότητας του κεφαλαίου να αναπαραχθεί δεν μπορεί βασικά ποτέ να υπάρξει ζήτημα διοικητικής αποδοτικότητας, αλλά πάντα εξαρτάται σε συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις και στον χαρακτήρα των ταξικών αγώνων. Η ανεπαρκής διοικητική παροχή υποδομών μπορεί πάντα να αντισταθμιστεί από την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, και το εάν αυτό θα επιτύχει δεν εξαρτάται από τη τεχνική επάρκεια του κρατικού μηχανισμού, αλλά από την οικονομική και πολιτική ισχύ και μαχητικότητα της εργατικής τάξης. Τα κρατικά μέτρα «για τη διαχείριση της οικονομίας» κι η επιτυχία τους μπορούν να αξιολογηθούν πραγματικά μόνο εντός ενός τέτοιου πλαισίου κι όχι ως αποκομμένες στρατηγικές μιας πολιτικής στιγμής, εννοημένες τελικά ως να είναι πράγματι «αυτόνομες», δηλαδή ως να υπακούουν σε ανεξάρτητους νόμους κίνησης, κι οπότε σαν να υπόκεινται σε ειδικούς καπιταλιστικούς «περιορισμούς». Αυτό γενικά σημαίνει ότι από διερεύνηση των κλαδικών τομέων της κρατικής παρέμβασης από μόνη της δεν μπορεί να παράξει κανένα γενικό συμπέρασμα σχετικά με την κρισιακή ανάπτυξη του κεφαλαίου και της ικανότητάς του να αναπαράγεται. Το επιχείρημα ενάντια στους Ronge και Schmieg επί της ουσίας κατευθύνεται επίσης και ενάντια στην αξίωσή τους ότι η θεωρία πρέπει πάνω απ’ όλα να εξακριβώσει τα «σκληρά όρια» της διοικητικής πολιτικής σταθεροποίησης. Κι εδώ επίσης το λάθος βρίσκεται ήδη στον τρόπο με τον οποίο τίθεται το ζήτημα: το να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε με οικονομικά δεδομένα τα όρια της ικανότητας της καπιταλιστικής μορφής της κοινωνίας να αναπαραχθεί, δηλαδή να προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε κάτι σαν ένα μαθηματικό μοντέλο της κρίσης, περιέχει ένα χυδαίο οικονομίστικο λάθος στην προσέγγισή του, το οποίο επακριβώς εξαλείφει την καθοριστική βάση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Τα «σκληρά όρια» της αναπαραγωγής του κεφαλαίου δεν πρέπει να αναζητηθούν σε αστερισμούς οικονομικών δεδομένων αλλά σε συγκεκριμένους ταξικούς αγώνες, οι οποίοι ομολογουμένως δεν είναι ανοιχτοί σε οικονομετρικές ποσοτικοποιήσεις. Αυτό σημαίνει ότι εκείνο που θα έπρεπε να αποτελεί το επίκεντρο της ανάλυσης υποβιβάζεται στο χείλος των δεδομένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς να οδεύσει χωρίς μια εμπειρική, ποσοτικοποιητική διερεύνηση σαν αυτή με την οποία καταπιάστηκαν οι Ronge και Schmieg. Οι πολλαπλές κρατικές παρεμβάσεις κι οι αντίστοιχές τους επιτυχίες είναι πράγματι σημαντικές για την εξέλιξη και την πορεία των ταξικών αγώνων και τη σχετική μορφή της διαφύλαξης της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης. Εκείνο που πρέπει να έχουμε κατά νου, ωστόσο, -κι αυτό επίσης αναγνωρίζεται εμμέσως από τους Ronge και Schmieg- είναι ότι η κρατική ρύθμιση της οικονομικής αναπαραγωγικής διαδικασίας αποτελεί μόνο μια μορφή (παρότι σημαντική) με την οποία το κεφάλαιο καθίσταται προσωρινά ικανό να ξεπεράσει τα όρια που θέτει το ίδιο στην αξιοποίησή του, κι ότι η χρήση του κρατικού μηχανισμού ως ενός μηχανισμού ιδεολογικής και φυσικής βίας στη ταξική πάλη αντιπροσωπεύει ένα αρκετά σημαντικό «λειτουργικό ισοδύναμο» αυτής.

Ένα άλλο πρόβλημα που συχνά παραμελείται στο πλαίσιο των αναλύσεων του κρατικού παρεμβατισμού, κείτεται στο γεγονός ότι ο κρατικός μηχανισμός με τη λειτουργική έννοια (δηλαδή, συμπεριλαμβανομένων κομμάτων, αφομοιωμένων μαζικών οργανώσεων και ιδεολογικών μηχανισμών) αλλά επίσης κι η πραγματική διοίκηση, δεν μπορούν να κατανοηθούν ως ένας κλειστός σχηματισμός, αλλά αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα ένα ετερογενές συνονθύλευμα χαλαρά συνδεδεμένων μερικών [partial] μηχανισμών. Υπό αυτές τις συνθήκες, κι εν όψει του γεγονότος ότι η ανάπτυξη του σύγχρονου παρεμβατικού κράτους συνοδεύεται από μια σταδιακή διαποικίληση των διοικητικών και πολιτικών μηχανισμών, το να μιλήσουμε για τη «διαχειριστική ικανότητα» του κρατικού μηχανισμού σημαίνει να διαπράξουμε ένα λάθος από καθεαυτή την αφετηρία. Η ετερογενής κι αυξανόμενα χαοτική δομή του αστικού κρατικού μηχανισμού αποτελεί μια προϋπόθεση της ικανότητάς του να διατηρεί περίπλοκες σχέσεις με τις διάφορες τάξεις και φραξιές των τάξεων, σχέσεις οι οποίες αποτελούν τους όρους της ικανότητάς του να λειτουργεί ως εγγυητής της κυριαρχίας της αστικής τάξης[56]. Ο κρατικός μηχανισμός πρέπει να μένει ανοιχτός στα αποκλίνοντα συμφέροντα και τις επιρροές των μεμονωμένων κεφαλαίων κι ομάδων κεφαλαίων, τα οποία πάντα απαντώνται αναμεταξύ τους στον ανταγωνισμό σαν «εχθρικά αδέρφια», και προκειμένου να διαφυλάξει την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης και να διατηρήσει την ταξική σύγκρουση λανθάνουσα, πρέπει να συντηρήσει δεσμούς τόσο με το προλεταριάτο όσο και με άλλες τάξεις και στρώματα τα οποία δεν μπορούν να υπολογιστούν ως τμήμα της αστικής τάξης. Η εναλλακτική σε αυτό θα ήταν ο απόλυτος πολιτικός κανόνας του καταναγκασμού, ο οποίος -παρότι δεν αποκλείεται ως μια ιστορική δυνατότητα της καπιταλιστικής εξέλιξης- αντιφάσκει με τους θεμελιακούς όρους της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Οι εγγενείς αντιφάσεις και συγκρούσεις αυτής της κοινωνικής σχέσης δεν μπορούν να τιθασευτούν από έναν ενοποιημένο και κλειστό μηχανισμό· απαιτείται ένας πλουραλισμός μηχανισμών των οποίων το συγκεκριμένο επίτευγμα ως ένα συνεκτικό σύστημα κείτεται -όπως δείχθηκε παραπάνω- στην «υποβάθμιση», μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών επιλογής, της πραγματικής «πολυπλοκότητας» των ταξικών σχέσεων, με έναν επιπλέον απόλυτα αντιφατικό και συγκρουσιακό τρόπο, στο αντικειμενικό ταξικό συμφέρον της αστικής τάξης. Το αστικό κράτος μπορεί και πρέπει να δρα με έναν σχετικά κλειστό και καθοριστικό τρόπο όταν ο κατασταλτικός πυρήνας του (αστυνομία, στρατός, δικαστήρια) -αν χρειαστεί, καταργώντας ή πραγματώνοντας μεμονωμένους μερικούς μηχανισμούς (κόμματα, συνδικάτα, ιδεολογικούς μηχανισμούς)- στέκεται απέναντι στο προλεταριάτο ως μια φυσική κατασταλτική βία, κι οπότε εκφράζει το πραγματικά κοινό ταξικό συμφέρον της αστικής τάξης. Ωστόσο, όταν λαμβάνει ρυθμιστικά κι οργανωτικά μέτρα και μέτρα επιδοτήσεων τα οποία σχετίζονται με την οικονομική αναπαραγωγική διαδικασία, αναγκαστικά καταρρέει σε ένα συνονθύλευμα μερικών γραφειοκρατιών σχετικά ασύνδετων μεταξύ τους, επειδή πρέπει, με έναν αντιφατικό τρόπο, να συσχετιστεί με, και να στηριχτεί σε, ανταγωνιζώμενα μεμονωμένα κεφάλαια τα οποία έχουν, υπό τους όρους του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, εξαιρετικά διαφορετικά συμφέροντα αξιοποίησης, και πρέπει επίσης να συσχετιστεί με, και να στηριχτεί σε, αντιτιθέμενες τάξεις και ταξικές φραξιές – αν μη τι άλλο επειδή συγκεκριμένα μέτρα τα οποία διαφυλάττουν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου μακροπρόθεσμα μπορούν συχνά να εφαρμοστούν μόνο υπό την πίεση μη καπιταλιστικών τάξεων κι ενάντια στην αντίσταση μεμονωμένων κεφαλαίων κι ομάδων κεφαλαίων. Ήδη απ’ αυτό έπεται ότι υπό καπιταλιστικές συνθήκες δεν μπορεί να υπάρξει καμία ενοποιημένη παρεμβατική στρατηγική, πόσο μάλλον κάποιος συνεκτικός πολιτικός σχεδιασμός, και ο κρατικός παρεμβατισμός αποτελείται αναγκαία από ένα ετερογενές συνονθύλευμα μεμονωμένων δεσμίδων μέτρων (το οποίο φυσικά δεν αποκλείει κάποιον σχετικά αυστηρό, ακόμη κι επιτυχημένο, μερικό σχεδιασμό). Το πρόγραμμα της άνευ αρχών λογικής του «τα κουτσοκαταφέραμε» δεν πρέπει οπότε επίσης να ερμηνευτεί ως η ιδιαιτερότητα ενός συγκεκριμένου πολιτικού κόμματος, αλλά ως ένα εγγενές χαρακτηριστικό του συστήματος. Ωστόσο, αυτή η δομή αποκτά μια ιδιαίτερη ποιότητα μέσω του γεγονότος ότι το σύστημα των ανταγωνιζώμενων μεμονωμένων κεφαλαίων έχει προ πολλού λάβει μια ακραίως μονοπωλιακή μορφή, και τα μονοπώλια κι οι ομάδες μονοπωλίων καθοριστικής σημασίας -όπως στον τομέα της επιστημονικής και τεχνολογικής πολιτικής- έχουν πρακτικά καταλάβει σταθερά συγκεκριμένους τομείς του κρατικού μηχανισμού[57].

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι, εν πάση περιπτώσει, ανεπίτρεπτο να αποδώσουμε αφηρημένα στον κρατικό μηχανισμό, ως ένα προϋποτιθέμενο όλον, τη λειτουργία της «εγγύησης των γενικών εξωτερικών όρων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου». Πάντα έπρεπε, κι αυξανόμενα πρέπει, να διαφυλάττει τα αρκετά ιδιαίτερα κερδοσκοπικά συμφέροντα των κυρίαρχων μονοπωλίων και μονοπωλιακών ομάδων, κι αυτό φέρνει τον κρατικό μηχανισμό σε σοβαρές δυσκολίες και συγκρούσεις σχετικά με την εκτέλεση της λειτουργίας του για την εξασφάλιση των ελάχιστων όρων για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου στο σύνολό του και τη διατήρηση της ταξικής πάλης λανθάνουσας[58]. Από αυτή τη διπλή αντίφαση -το να πρέπει υπό μονοπωλιακές συνθήκες να λάβει υπόψη τα συμφέροντα ανταγωνιζόμενων μεμονωμένων κεφαλαίων, και την ίδια στιγμή να πρέπει να διαφυλάξει την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης ως τάξη κι οπότε να εφαρμόσει μέτρα για να εγγυηθεί την αναπαραγωγή του κεφαλαίου στο σύνολό του- απορρέει η κομματιασμένη και κατακερματισμένη οργανωτική δομή του πολιτικού-διοικητικού μηχανισμού, οι μόνιμες προσπάθειες για την ανάπτυξη μιας συντονισμένης «συστημικής πολιτικής» κι η συνήθης τους αποτυχία. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ζήτημα της «διαχειριστικής ικανότητας» του κρατικού μηχανισμού ή της ικανότητας των διοικητικών παρεμβάσεων να επιτύχουν τους στόχους τους μπορεί, αυστηρά μιλώντας, να συσχετιστεί μόνο με μεμονωμένα τμήματα του συνολικού μηχανισμού ή με μεμονωμένους λειτουργικούς τομείς παρέμβασης, το οποίο επίσης σημαίνει ότι ακόμη κι από την οπτική των θεσμικών προϋποθέσεων, δεν μπορεί κανείς να μιλάει για μια βέβαιη διοικητική εγγύηση των γενικών εξωτερικών όρων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Συνεπώς, η διερεύνησή μας για την επιστημονική και τεχνολογική πολιτική της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας έχει δείξει ότι, υπό τους όρους της κοινωνικοποίησης της παραγωγής που προωθούνται από το κεφάλαιο, η ανάπτυξη της τεχνολογίας στους σχετικούς τομείς μετατοπίζεται προς ένα κρατικομονοπωλιακό σύμπλεγμα το οποίο χαρακτηρίζεται από τη στενή διάπλεξη μεταξύ των τομέων της κρατικής διοίκησης και των βιομηχανικών επιχειρήσεων· αλλά δεν μπορεί κανείς να συμπεράνει απ’ αυτό ότι έχει υπάρξει μια ποιοτική αλλαγή είτε στις προγραμματικές αρμοδιότητες της διοίκησης είτε στον χαρακτήρα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ακόμη κι εν πλήρης απουσίας ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού της επιστημονικής-τεχνικής ανάπτυξης, υπάρχει πράγματι ένας περισσότερο ή λιγότερο αυστηρός, κι εν μέρει ακόμη κι επιτυχής, τομεακός σχεδιασμός, αλλά ακόμη κι υπό τους όρους του ανεπτυγμένου κρατικού παρεμβατισμού τα περιεχόμενα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σχηματίζονται αποφασιστικά από τις επενδυτικές κι ανταγωνιστικές στρατηγικές των μεμονωμένων κεφαλαίων, καθορισμένες από την παγκόσμια αγορά. Η κρατική αποδοχή της ευθύνης των γενικών υλικών όρων της παραγωγής δεν υπόκειται οπότε σε πολιτικό προγραμματισμό ακόμη και σε αυτό τον τομέα, αλλά επιβάλλεται στην καλύτερη περίπτωση αναρχικά στη σύγκρουση των αποκλίνοντων μονοπωλιακών συμφερόντων και τον μετασχηματισμό τους σε ένα «πολιτικό σύστημα» το οποίο υπόκειται σε συγκεκριμένες επιταγές για τη διαφύλαξη της αστικής κυριαρχίας. Έπεται, επίσης, ότι δεν μπορεί κανείς να προχωρήσει στην παραδοχή ότι η παρατηρούμενη ανάπτυξη της κρατικής εμπλοκής στον τομέα της επιστήμης και της τεχνολογίας αναπαριστά μια γραμμική ιστορική τάση του «ύστερου καπιταλισμού». Η αντικειμενική αναγκαιότητα αυτής της μορφής του κρατικού παρεμβατισμού μπορεί πράγματι να εξαχθεί από τους νόμους της αναπαραγωγής του κεφαλαίου· η υλοποίησή του, ωστόσο, καθορίζεται από συγκεκριμένες ιστορικές σχέσεις οι οποίες καθορίζονται από τη δομή και την ανάπτυξη του ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου συστήματος και τον χαρακτήρα των ταξικών συγκρούσεων που προκύπτουν.

Σε αυτό το γενικό επίπεδο διερεύνησης, ωστόσο, δηλαδή χωρίς να λάβουμε υπόψη τις συγκεκριμένες ταξικές σχέσεις, την υπάρχουσα οργάνωση του κράτους, την μορφή του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και την κίνηση του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, είναι εφικτοί μόνο τέτοιοι γενικοί δομικοί προσδιορισμοί. Δηλαδή, χωρίς περαιτέρω λογική κι ιστορική συγκεκριμενοποίηση της ανάλυσης, δεν μπορεί να γίνει κανένας αυστηρά μεθοδικά παρηγμένος και καθορισμένος ισχυρισμός σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο, και την επιτυχία με την οποία, ο κρατικός μηχανισμός σύρεται σε κάθε περίπτωση προς τη διασφάλιση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, και σχετικά με το πως πρέπει να προβλεφθεί η περαιτέρω ανάπτυξη του κρατικού παρεμβατισμού – το αν θα είναι είτε προς την κατεύθυνση μιας ποσοτικής και ποιοτικής επέκτασης των ρυθμιστικών μέτρων των υποδομών για την «εγγύηση της ανάπτυξης», είτε προς την κατεύθυνση της βίαιης καταπίεσης του προλεταριάτου είτε, ακριβέστερα, ποιος συγκεκριμένος συνδυασμός αυτών των δύο. Μια ανάλυση των βασικών νόμων της κίνησης της συσσώρευσης του κεφαλαίου δείχνει, ωστόσο, ότι, αποδεχόμενοι ότι η πτώση του ποσοστού κέρδους δεν μπορεί να αποφευχθεί μακροπρόθεσμα κι οπότε ότι η διαδικασία συσσώρευσης πρέπει να τείνει προς τη στασιμότητα, γίνεται περισσότερο πιθανή η βίαιη διασφάλιση των «όρων της αναπαραγωγής». Τόσο η ιστορία του καπιταλισμού όσο κι οι παρούσες πολιτικές τάσεις στα περισσότερο ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη στηρίζουν αυτή την υπόθεση.

Είναι εγγενές στην ιστορική λογική της καπιταλιστικής διαδικασίας συσσώρευσης ότι το πρόβλημα του διοικητικού σχεδιασμού και της διαχείρισης έρχεται όλο και πιο έντονα στο προσκήνιο. Ως αποτέλεσμα του τεχνολογικού μετασχηματισμού της εργασιακής διαδικασίας, ο οποίος προχωράει προοδευτικά από τη συσσώρευση του κεφαλαίου, η υλική πλευρά της παραγωγικής διαδικασίας, με την μορφή των εξωτερικών υλικών όρων της παραγωγής που πρέπει να χορηγηθούν διοικητικά, γίνεται ένα αυξανόμενα σημαντικά στοιχείο της παρεμβατικής δραστηριότητας του κράτους[59]. Καθώς η κοινωνικοποίηση της παραγωγής αυξάνεται αντικειμενικά, οι αντιφάσεις που εμπεριέχονται στην μορφή καθορισμού του αστικού κράτους εμφανίζονται ακόμη πιο καθαρά σ’ αυτή τη δραστηριότητα: στην αναγκαιότητα για συστηματικό σχεδιασμό της αναπαραγωγικής διαδικασίας ενώ ταυτοχρόνως υπάρχουν δομικά ελλείμματα πληροφόρησης σχετικά με τον σχεδιασμό, καθώς και ελλείψεις οργανωτικών δομών που θα είχαν νόημα με όρους τεχνικής σχεδιασμού, και αναγκαίων υλικών πόρων (πρβλ Ronge & Schmieg, Restriktionen politischer Planung, 1973). Θα ήταν, ωστόσο, ανεπαρκές να δούμε στην απούσα προγραμματική και διαχειριστική ικανότητα του κρατικού μηχανισμού μια στιγμή της κρίσης. Ενώ αληθεύει ότι, καθώς ο κρατικός μηχανισμός σύρεται όλο και περισσότερο στην οικονομική αναπαραγωγική διαδικασία, οι κοινωνικές αντιφάσεις αναπαράγονται σε έναν εξίσου αυξανόμενο βαθμό εντός του κρατικού μηχανισμού, μπορεί κανείς να μιλήσει αυστηρά για «πολιτική κρίση» μόνο όταν η ταξική σύγκρουση, η οποία είναι πολιτικά σχετικά λανθάνουσα, επιβάλλεται αποφασιστικά. Έτσι, παραμένει το σημαντικό ζήτημα του πως πρέπει κανείς να ορίσει τον ρόλο του παρεμβατικού κρατικού μηχανισμού (όπως υπόκειται σε ειδικούς, αντικειμενικούς καθοριστικούς λειτουργικούς παράγοντες) σε σχέση με τους ταξικούς αγώνες που ξεσπούν κι αναπτύσσονται[60].

Θεμελιώδη σημασία για τη σχέση αυτή πρέπει να έχει το γεγονός ότι ο κρατικός μηχανισμός, σύμφωνα με τη λογική των ίδιων του των λειτουργιών, σύρεται άμεσα όλο και εντονότερα στους ολοένα και σφοδρότερους οικονομικούς αγώνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο κρατικός μηχανισμός να εξωθείται στο να στέκεται απέναντι στο προλεταριάτο ως ένας ελάχιστα συγκαλυμμένος κατασταλτικός μηχανισμός. Θεωρώντας ως δεδομένη την αποτελεσματικότητα του νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, μπορεί κανείς πράγματι να οραματιστεί ένα σημείο στο οποίο η διατήρηση της διαδικασίας συσσώρευσης στο ήδη επιτευγμένο επίπεδο είναι εφικτή μόνο εάν δεν υπάρχει μια μόνο σχετική αλλά επίσης και μια απόλυτη πτώση του πραγματικού εισοδήματος των μαζών – παρηγμένη αν χρειαστεί από τον πληθωρισμό. Ο κρατικός μηχανισμός εμπλέκεται διπλά σε αυτή τη διαδικασία. Αφενός, είναι αναγκασμένος να υπερασπιστεί το κέρδος του κεφαλαίου ως τη βάση της ομαλής οικονομικής αναπαραγωγής ενάντια στις υλικές διεκδικήσεις του προλεταριάτου, και συνεπώς παρεμβαίνει στους μισθολογικούς αγώνες ακόμη πιο καθαρά υπέρ του κεφαλαίου – με τη συμμετοχή (με κανέναν τρόπο χωρίς σύγκρουση) του γραφειοκρατικού συνδικαλιστικού μηχανισμού. Αφετέρου, οι βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες κρατικές παρεμβάσεις για τη διασφάλιση της αξιοποίησης του κεφαλαίου (συγκυριακή κι αναπτυξιακή πολιτική με την ευρεία έννοια) απαιτούν, ακριβώς όταν η συσσώρευση χαλαρώνει, μια αυξημένη ένεση κρατικών εσόδων υπέρ του κεφαλαίου, εσόδων τα οποία μπορούν να συλλεχθούν, εάν μπορούν, μόνο μέσω προοδευτικού πληθωρισμού ή φορολογικής εκμετάλλευσης, σε κάθε περίπτωση μόνο μέσω της χειραγωγημένης από το κράτος μείωσης της πραγματικής μάζας των εισοδημάτων. Ακόμη και μια ελάχιστη εντατικοποίηση της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού εξωθεί τον κρατικό μηχανισμό να λάβει ανοιχτά την πλευρά του κεφαλαίου, ενώ ταυτοχρόνως, η μόνιμη, δομική κι εντεινόμενη έλλειψη κρατικών οικονομικών πόρων μειώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό την έκταση των μεταρρυθμίσεων τύπου «προνοιακού κράτους»[61]. Αυτό σημαίνει ότι, αφενός, η ειρηνευτική ικανότητα του κράτους πρόνοιας εξανεμίζεται μπροστά στις συνθήκες μιας δυνητικά στάσιμης συσσώρευσης, ενώ ταυτοχρόνως δύσκολα μπορεί πλέον να αποκρυφτεί ότι ακόμη κι οι οικονομικοί αγώνες για τη διατήρηση των συνθηκών διαβίωσης των μαζών πρέπει να κατευθυνθούν άμεσα ενάντια τόσο στο κεφάλαιο όσο και στο κράτος του.

Οπότε, στη βάση της οικονομικής ανάπτυξης, ακόμη κι οι προσπάθειες για τη συλλογική διατύπωση και προστασία των ελάχιστων και θεμελιώδων -δηλαδή, μετρημένων από το στάδιο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων- συμφερόντων της καθημερινής ζωής τόσο στη σφαίρα της παραγωγής όσο και σ’ αυτή της αναπαραγωγής, έχουν τη τάση να καταστρέφουν μια από τις βάσεις της αστικής κυριαρχίας, ονομαστικά τη ψευδαίσθηση της κρατικής «ουδετερότητας» και «αφοσίωσης στο κοινό όφελος», και να θέτουν υπό αμφισβήτηση την ικανότητα του κράτους να εγγυάται τους υλικούς κι ιδεολογικούς όρους της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Σε αυτό τον βαθμό, η ενίσχυση κι η ταυτόχρονη διεύρυνση των ενεργών αγώνων για την υλοποίηση ακόμη και περιορισμένων συμφερόντων (μισθολογικοί αγώνες, αγώνες σχετικά με τις εργασιακές συνθήκες, ενεργή προστασία των συμφερόντων στη σφαίρα της αναπαραγωγής, δημοκρατικοποίηση των κοινωνικών θέσμων) αποκτά μια υπολογίσιμη σημασία στο πλαίσιο μιας στρατηγικής, πρώτος στόχος της οποίας πρέπει να είναι το να κάνει τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους ζήτημα συγκεκριμένης εμπειρίας. Αυτό ισχύει ακόμη (ή επακριβώς) κι αν αποδεχτεί εφικτή η σχετική σταθεροποίηση της οικονομικής αναπαραγωγικής διαδικασίας υπό τους όρους που τίθενται από το κεφάλαιο, δηλαδή αν η περιοδική κατάρρευση αντικασταθεί από τον «στασιμοπληθωρισμό» ως η νέα μεταβλητή της κρίσης στον κρατικό παρεμβατικό καπιταλισμό.

Μια αναγκαία συνέπεια αυτής της εξέλιξης είναι η εμφάνιση συγκεκριμένων συγκρούσεων εντός του κρατικού μηχανισμού -πολυετείς διαμάχες μεταξύ των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών και της βάσης τους, διαμάχες μεταξύ συνδικάτων και κυβερνητικών μηχανισμών, διαμάχες που διεξάγονται με πικρία μεταξύ διαφορετικών πτερύγων ενός κόμματος (ιδίως στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, εκ φύσεως)- συγκρούσεις οι οποίες αναπαράγονται στους διάφορους τομείς του διοικητικού μηχανισμού και βρίσκουν τη τελική τους δημοσιογραφική έκφραση στις διαρκείς διενέξεις εντός των υπουργικών συμβουλίων ή στον προπαγανδιστικά υπερόπτη μπαμπούλα επικεφαλή της κυβέρνησης που υποτιθέμενα «εκλείπεται ηγετικών ικανοτήτων». Αλλά αυτό ακριβώς κάνει ξεκάθαρο ότι οι «κρίσεις» εντός του πολιτικού μηχανισμού πρέπει να ερμηνευτούν ουσιαστικά ως η συνέπεια των πραγματικών ταξικών αγώνων κι αποκτούν έμπρακτη σημασία για επιστημονική διερεύνηση μόνο εντός αυτού του πλαισίου.

Η ιδεολογική κρίση της αστικής διακυβέρνησης μπορεί να κατανοηθεί και να αξιολογηθεί επαρκώς μόνο στη βάση της οικονομικής διαδικασίας της κρίσης που μεσολαβείται με αυτόν τον τρόπο από τον κρατικό μηχανισμό[62]. Βασίζεται σημαντικά στη -για να το πούμε όπως ο Offe- διατάραξη ειδικών «δομών επιλεκτικότητας» του πολιτικού συστήματος που κατευθύνονται σε συστηματικές «μη-αποφάσεις», δηλαδή σε μια εκδήλωση του ταξικού χαρακτήρα του αστικού κράτους η οποία φυσικά δεν μπορεί να ερμηνευτεί χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τους νόμους της οικονομικής αναπτυξιακής διαδικασίας.

Ο καταναγκασμός που επιβάλλεται επί του κράτους να παρέχει, σε μια αυξανόμενη κλίμακα καθώς αυξάνεται η κοινωνικοποίηση της παραγωγής, τις καθοριστικές υλικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για τη διαδικασία της κοινωνικής παραγωγής κι αναπαραγωγής (η οποία καθορίζεται από την κίνηση του κεφαλαίου) αποτελεί σίγουρα μια ουσιαστική βάση για τις μεταρρυθμιστικές «αυταπάτες περί προνοιακού κράτους». Αλλά αυτή η τάση είναι παντελώς αμφιλεγόμενη πολιτικά. Όταν εκδηλώνεται η πτώση του ποσοστού κέρδους και του ρυθμού της συσσώρευσης, αυτό πρέπει να οδηγήσει σε μια εντατικοποιημένη εκμετάλλευση της εργασιακής διαδικασίας μεσολαβημένη από τον κρατικό μηχανισμό, ενώ ταυτόχρονα περιορίζονται δραστικά οι δυνητικοί κρατικοί πόροι για τα «περιττά» μέτρα ειρήνευσης και μεταρρύθμισης – «περιττά», δηλαδή, για τα άμεσα κερδοσκοπικά συμφέροντα των κεφαλαίων. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου οι «συνέπειες» της οικονομικής ανάπτυξης -αποσύνθεση των πόλεων, χαοτική κατάσταση της οδικής κυκλοφορίας, κατάρρευση της οικολογικής ισορροπίας, κλπ- γίνονται πολιτικά εκρηκτικές: όχι επειδή η «διαχειριστική ικανότητα» του κράτους είναι υπερβολικά μικρή από τεχνική άποψη ή επειδή πράγματι περιορίζεται από μια ξεπερασμένη «κοσμοθεωρία», αλλά επειδή το κεφάλαιο έρχεται αντιμέτωπο με τα αυτοπαραγώμενα όρια της αξιοποίησής του, τα οποία μπορούν να ξεπεραστούν μόνο με μια εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης και της ταξικής πάλης. Η αυξανόμενη συμμετοχή του κρατικού μηχανισμού στη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής και η συσχετιζόμενη αναγκαιότητα για ανάπτυξη διοικητικών προγραμμάτων κι υπολογισμών προσανατολισμένων προς την παραγωγή αξιών χρήσης, αποκτούν υπό αυτές τις συνθήκες μια πολιτικοποιητική επίδραση που δεν είναι πλέον απλώς λανθάνουσα: η υπερφόρτωση του πολιτικού μηχανισμού με μεταρρυθμίσεις, τις οποίες ο πολιτικός μηχανισμός πρέπει διαρκώς να παράγει ο ίδιος ώστε να διαφυλάξει τις υπάρχουσες σχέσεις κυριαρχίας, εξοστρακίζεται στον κρατικό μηχανισμό όταν σημαντικές μεταρρυθμίσεις αποδεικνύονται μη πραγματοποιήσιμες, και οδηγεί επίσης, από αυτή την άποψη, σε μια αποσύνθεση των ψευδαισθήσεων για το κράτος πρόνοιας. Αυτό σημαίνει, ωστόσο, ότι οι προωθημένες παρεμβατικές τάσεις του κοινοβουλευτισμού κι η αυξημένη ιμπεριαλιστική επιθετικότητα των μητροπόλεων τώρα όχι μόνο έρχονται σε μια ανοιχτή αντίφαση με τους αξιωματικούς κανόνες της αστικής δημοκρατίας -αυτό ωστόσο υπήρξε μια σημαντική βάση του ξεσηκωμού των φοιτητών- αλλά και ότι ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους γίνεται ρητός με έναν πολύ πιο άμεσο τρόπο, ο οποίος αγγίζει τα άμεσα συμφέροντα της καθημερινής ζωής των μαζών. Στην εξέλιξη του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) σε κυβερνητικό κόμμα μπορεί να ειδωθεί καθαρά ότι ο «δεσμός μεταξύ των αντιπροσώπων και των αντιπροσωπούμενων» (Πουλαντζάς) αρχίζει αναγκαστικά να καταρρέει όταν οι διαχειριστές του αστικού κράτους αναγκάζονται να εγκαταλλείψουν ανοιχτά και κυνικά τα θεμελιώδη συμφέροντα των μαζών και να εισέλθουν οι ίδιοι ενεργά στην πάλη ενάντια στο προλεταριάτο. Αλλά αυτό σημαίνει ότι, τουλάχιστον σε αυτό το σημείο, δυνητικά υπονομεύεται μια καθοριστική στιγμή της διατήρησης της κυραρχίας της αστικής τάξης, ονομαστικά ο δεσμός του κρατικού μηχανισμού με την εργατική τάξη.

Ωστόσο, η ένδειξη των δομικών κι εντεινόμενων «προβλημάτων νομιμοποίησης», στα οποία εκτίθεται η κυριαρχία της αστικής τάξης εν όψει των νόμων της οικονομικής ανάπτυξης, δεν μας λέει ακόμη τίποτα καθοριστικό σχετικά με τον τρόπο και την κατεύθυνση που αυτά τα προβλήματα γίνονται χρήσιμα πολιτικά. Αυτό αποτελεί ουσιαστικά ένα ζήτημα της ίδιας της πολιτικής οργάνωσης του προλεταριάτου. Μια καθοριστική «κρίση του πολιτικού συστήματος» δεν προκύπτει απλώς επειδή η άρχουσα τάξη υποφέρει μια απώλεια νομιμοποίησης κι επειδή ο αποσυντεθειμένος κρατικός μηχανισμός, υποκείμενος σε πολλαπλούς «περιορισμούς», έχει να εκθέσει σοβαρά «διαχειριστικά προβλήματα». Αυτά αποτελούν μόνο τους όρους για μια πολιτική εξέλιξη στην οποία η ταξική πάλη δεν θα διεξάγεται πλέον μόνο από τα πάνω: μόνο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει μια πραγματική «πολιτική κρίση» του αστικού κράτους. Η διαδικασία πολιτικοποίησης στην οποία βασίζεται [το προλεταριάτο] πράγματι μεσολαβείται από τη συνεχή νομιμοποίηση και τα δομικά ελλείμματα του κρατικού μηχανισμού, αλλά αποκτά αυτή του την προοπτική μόνο όταν οργανώνεται και κατευθύνεται πρακτικά ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις οι οποίες αποτελούν τη βάση του αστικού κράτους και του ιδιαίτερα ελλειμματικού τρόπου λειτουργίας του[63].

Πρέπει να ληφθεί υπόψη σ’ αυτό, ότι οι στιγμές αποσύνθεσης και σύγκρουσης εντός του πολιτικού-διοικητικού μηχανισμού, οι οποίες έρχονται στο προσκήνιο καθώς οι δυσκολίες της αξιοποίησης του κεφαλαίου αυξάνονται κι η ταξική πάλη συνεπώς εντείνεται, συνδέονται με μια ισχυρότερη και αμεσότερη ανάδυση του κρατικού μηχανισμού ως ενός μηχανισμού βίας και καταστολής. Η ισχυρή ιδεολογική καταστολή των μισθολογικών διενέξεων που ασκείται πάνω απ’ όλα με τη βοήθεια του κρατικού μηχανισμού, η παρανομοποίηση και βίαιη καταστολή των μη-επιτρεπόμενων εργασιακών αγώνων, η κατασταλτική χρήση του νόμου περί αλλοδαπών, οι περιορισμοί στην ελευθερία της διαμαρτυρίας και της απόψεως και -χαρακτηριστικό του παρόντος σταδίου της πολιτικής εξέλιξης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας- η οξεία καταστολή εντός των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους» (πανεπιστήμια, σχολεία, συνδικάτα, κόμματα): όλα αυτά δείχνουν πολύ καθαρά αυτή τη τάση της εξέλιξης. Όσο λιγότερο είναι ικανός ο πολιτικός μηχανισμός, λόγω της οικονομικής εξέλιξης, να διατηρήσει τον καπιταλιστικό ταξικό ανταγωνισμό λανθάνοντα με έναν «ρεφορμιστικό τρόπο», δηλαδή μέσω μερικών αντισταθμιστικών κι ειρηνευτικών μέτρων, τόσο περισσότερο πρέπει -εάν κι εφόσον η ύπαρξη ενός φασιστικού μαζικού κινήματος δεν παράγει αρκετά διαφορετικούς σχηματισμούς- να περικόψει τις αυξανόμενα δυσλειτουργικές σχέσεις του με τις μάζες. Αυτό φαίνεται στην αποσύνδεση των κομματικών μηχανισμών από τη «βάση» τους (αυξημένη ιεράρχηση και γραφειοκρατικοποίηση των μηχανισμών, πάλη ενάντια στη λεγόμενη «επιτακτική εντολή» και υπέρ της «ελευθερίας της συνείδησης» των στελεχών), την οργανωτική απομάκρυνση από την εξουσία ή την αποπομπή πλέον όχι μόνο των μειοψηφούντων ατόμων αλλά κι ολόκληρων τμημάτων της οργάνωσης, τις «οριοθετικές αποφάσεις» που σκοπεύουν στον αποκλεισμό της αριστεράς και τις απαγορεύσεις των αριστερών οργανώσεων οι οποίες ήδη εφαρμόζονται ή που υπάρχουν εξελίξεις που υποδεικνύουν προς αυτή την κατεύθυνση – όπως επίσης η απειλούμενη και με αυτή την έννοια λογική αναδημιουργία της «κοινότητας της αναγκαιότητας» των κομματικών γραφειοκρατιών με την μορφή μιας εθνικής κυβέρνησης ή ενός «μεγάλου συνασπισμού». Αυτό εκφράζει μια αυξανόμενη ανικανότητα για τη διασφάλιση της κυριαρχίας της αστικής τάξης μέσω της ενσωμάτωσης των μαζών, η οποία πρέπει τελικά να οδηγήσει σε μια ισχυρότερη ανάδυση του κράτους ως καταναγκαστικού μηχανισμού.

Το ενδεχόμενο της εμφάνισης ενός νέου φασισμού σίγουρα δεν μπορεί να απαλειφθεί κάνοντας την παρατήρηση ότι η κατάργηση των αστικοδημοκρατικών μορφών επικοινωνίας «στην τελική θα επιφέρει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα έλυνε κι οπότε δεν μπορεί να συμβεί» (Claus Offe, Strukturprobleme des kapitalistischen Staates, 1972, σελ. 103). Αυτός ο ισχυρισμός παραβλέπει το γεγονός ότι το κεφάλαιο αναπτύσσει τις αντιφάσεις του σύμφωνα με τη δική του λογική και ποτέ δεν έχει ενδιαφερθεί για την ιστορική λογική, [παραβλέπει το γεγονός] ότι το εμπόδιο του κεφαλαίου είναι το ίδιο κεφάλαιο και ότι το ενδεχόμενο της ανάδυσης του φασισμού δεν μπορεί να αναλυθεί με όρους ενός βάσιμου ταξικού συμφέροντος, όταν η τάξη η οποία ίσως να έχει ένα τέτοιο συμφέρον δεν υπάρχει πουθενά για να ειδωθεί. Ωστόσο, το ζήτημα του φασισμού πρέπει να αντιμετωπιστεί με μια σχετική οξυδέρκεια: πρέπει να ξεκινήσει κανείς από το γεγονός ότι η τελοιοποίηση των οργάνων χειραγώγησης και καταστολής που επιτεύχθηκε εν τω μεταξύ, κάνει σχετικά απίθανη την εμφάνιση μια ωμής νέας εκδοχής ενός χιτλερικού φασισμού, και ότι το ανοιχτά αυταρχικό κράτος, το οποίο πάντα αναπαριστούσε τη λογική συνέπεια των εσωτερικών αντιφάσεων της αστικοδημοκρατικής διακυβέρνησης, έχει λάβει ιστορικά, και θα λάβει και στο μέλλον, πολλές διαφορετικές μορφές.

Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η ενίσχυση της κατασταλτικής λειτουργίας του κράτους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αλλάζει θεμελιακά η θεσμική του δομή· σύμφωνα με τον βασικό του χαρακτήρα, το αστικό κράτος είναι ευδιάκριτα κι ουσιαστικά δομημένο ως ένας μηχανισμός βίας. Αποτελεί περισσότερο ένα ζήτημα μιας διαδικασίας η οποία χαρακτηρίζεται από μετατοπίσεις της σχετικής βαρύτητας μεταξύ των κατασταλτικών, ιδεολογικών και ρυθμιστικών κρατικών μηχανισμών, και συγκεκριμένων αλλαγών της κοινωνικής τους βάσης[64]. Οπότε, είναι ζωτικής σημασίας για τη θεωρία του κράτους το να μην εξάγει τον κρατικό μηχανισμό πάντα μόνο σε ένα γενικό επίπεδο ως μια αφηρημένη μορφή, αλλά να τον κατανοήσει ως το συγκεκριμένο κοινωνικό οργανωτικό πλέγμα το οποίο αναπαριστά στην πράξη. Τουλάχιστον για τη σημερινή εκδοχή της υλιστικής θεωρίας του κράτους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, μπορεί να ειπωθεί ότι πρέπει, ιδίως για αρχή, να αποϊδεολογικοποιήσει και να απομυστικοποιήσει την ίδια της την έννοια για το κράτος, ώστε να μπορέσει να γίνει πρακτική πολιτικά. Αν αρχίσει κανείς από το γεγονός ότι ο αστικός κρατικός μηχανισμός εμφανίζεται ως ένα σχετικά ετερογενές συνονθύλευμα γραφειοκρατιών, κυβερνητικών κλικών, κομματικών μηχανισμών και γραφειοκρατικών μαζικών οργανώσεων, και ότι είναι θεμελιακά απαραίτητο να αναγνωρίσει την περίπλοκη λειτουργική συνοχή με την οποία αυτοί οι κρατικοί μηχανισμοί σχετίζονται αναμεταξύ τους και με τις τάξεις, τότε τα παρόντα θεωρητικά ελλείμματα γίνονται αρκετά ξεκάθαρα. Για την οργάνωση της πολιτικής πάλης, έχει κεντρική σημασία το ζήτημα ότι το αστικό κράτος -με την επιφύλαξη του δομικού αστικού του χαρακτήρα- βρίσκεται, λόγω της μεσολάβησης των επιμέρους του μηχανισμών, σε μια μεταβαλλόμενη σχέση με τις κοινωνικές τάξεις και ταξικές φραξιές, μια σχέση προσδιορισμένη από τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες και τις ιστορικές ταξικές σχέσεις. Αυτό σημαίνει ότι μια πραγματική υλιστική θεωρία του αστικού κράτους προϋποθέτει μια οξυδερκή και εμπειρικά ουσιώδη ανάλυση όχι μόνο της διαδικασίας της συσσώρευσης και της ανάπτυξης του κεφαλαίου και των κινήσεων του ανταγωνισμού, αλλά επίσης και των συγκεκριμένων αναπτυσσόμενων ταξικών δομών και των αλλαγών τους. Πρέπει να διευκρινίσουμε -επίσης εμπειρικά- το ποιες τάξεις και ταξικές φραξιές -μεμονωμένα μονοπώλια και ομάδες μονοπωλίων, τα διαφορετικά τμήματα της μεσοαστικής τάξης, οι «νέες» και «παλιές» μεσαίες τάξεις κι οι υποδιαιρέσεις του προλεταριάτου- εμπλέκονται σε ποιες σχέσεις με τα διάφορα τμήματα του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια: ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους πρέπει να επεξεργαστεί στη συγκεκριμένη ιστορική του πραγματικότητα. Αυτό αποτελεί επίσης μια καθοριστική, και μέχρι στιγμής ανεκπλήρωτη, προϋπόθεση για την αξιολόγηση, με έναν στρατηγικά ουσιώδη τρόπο, της πολιτικής διαδικασίας, ιδιαίτερα σε μια εποχή που αυξάνεται η χρήση της βίας από τον κρατικό μηχανισμό.

Σημειώσεις:

1. Για μια λεπτομερή εξέταση των θεωριών αυτών, βλέπε Hirsch, Staatsapparat und Reproduktion des Kapitals, 1974, μέρη 2 και 3.

2. Από την οπτική αυτής της προσέγγισης, μερικές από τις αναλύσεις για την «μεθοδική παραγωγή» του αστικού κράτους οι οποίες ισχυρίζονται πως είναι μαρξιστικές, θα πρέπει να επικριθούν ως «ιδεαλιστικές» με την αυστηρή έννοια. Παραμελούν αυτή τη στιγμή της αντικειμενικής ανάδυσης της πολιτικής μορφής από τους όρους της υλικής διαδικασίας της κοινωνικής αναπαραγωγής, και αντ’ αυτού -εκκινώντας από την επιφάνεια της αστικής κοινωνίας- κατασκευάζουν ανοιχτά ή σιωπηλά μια «γενική θέληση» των υποκειμένων της κοινωνίας η οποία συγκροτεί την ιδιαίτερη μορφή του κράτους – με τα υποκείμενα αυτά να είναι είτε οι καθολικοί κάτοχοι ατομικής ιδιοκτησίας, είτε οι ιδιώτες εμπορευματοπαραγωγοί είτε τα ανταγωνιζόμενα μεμονωμένα κεφάλαια (πρβλ Flatow & Huisken, «Zum Problem der Ableitung des bürgerlichen Staates», Prokla 7, 1973· Altvater, «Zu einigen Problemen des Staatsinterventionismus», Prokla 3, 1972· Projekt Klassenanalyse, Materialien zur Klassenstruktur der BRD, 1973). Σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις, η μορφή του κράτους πρέπει να εξαχθεί από συγκεκριμένες γενικευμένες λειτουργίες – αυτό απορρέει αναγκαστικά από την παραδοχή μιας «γενικής θέλησης» η οποία αναδύεται από την αντεστραμμένη μορφή της επιφάνειας της αστικής κοινωνίας. Αυτό σημαίνει, ωστόσο, ότι η εκπλήρωση των λειτουργιών που αποδίδονται αφηρημένα στο κράτος (παροχή των γενικών εξωτερικών όρων της παραγωγής, προστασία των πηγών εσόδων, κλπ) προϋποτίθεται ήδη ταυτολογικά, το οποίο σημαίνει ότι το κεντρικό πρόβλημα της ανάλυσης του κράτους, ονομαστικά το ερώτημα εάν ο κρατικός μηχανισμός βρίσκεται σε θέση -κι αν ναι, υπό ποιες συνθήκες- να εκτελέσει συγκεκριμένες λειτουργίες και τι συνέπειες έχει αυτό, απαλείφεται εις τα εξ ων συνετέθη. Μια κριτική των μεμονωμένων αυτών προαναφερθέντων προσεγγίσεων δεν περιλαμβάνεται, ωστόσο, σε αυτή τη πραγματεία.

3. [Σ.τ.Μ.]: Στο παρόν απόσπασμα, υπάρχει ένα λάθος στην ελληνική έκδοση. Η φράση «ειδικά κοινωνικός χαρακτήρας» έχει μεταφραστεί ως «ειδικά καπιταλιστικός χαρακτήρας». Παραθέτοντας το απόσπασμα, κάναμε εδώ την απαραίτητη αυτή διόρθωση.

4. Βλέπε επίσης Franz Neumann, «The Change in the Function of Law in Modern Society» στο Marcuse, The Democratic and the Authoritarian State.

5. Γι’ αυτό, βλέπε Heide Gerstenberger, «Zur Theorie der historischen Konstitution des burgerlichen Staates», Prokla 8-9, 208- , – παρότι παραμελεί τις πτυχές της συγκρότησης του αστικού κράτους οι οποίες απορρέουν από τον χαρακτήρα της ίδιας της αναπαραγωγικής διαδικασίας· βλέπε επίσης Braunmühl, «On the Analysis of the Bourgeois Nation State within the World Market Context» στο Holloway & Picciotto, State and Capital: A Marxist Debate, 1978, σελ. 160.

6. [Σ.τ.Μ.]: Το δεύτερο τμήμα του αποσπάσματος προέρχεται από μια υποσημείωση η οποία έχει παραληφθεί στην ελληνική έκδοση. Η μετάφραση δική μας.

7. Αυτά τα μορφολογικά στοχεία είχαν ήδη επεξεργαστεί από τον Μαξ Βέμπερ (πρβλ Βέμπερ, Wirtschaft und Gesellschaft, 1964, σελ. 1034). Βλέπε επίσης (με τις βιβλιογραφικές αναφορές) Blank, «Verwaltung und Verwaltungswissenschaft» στο Kress & Senghaas, Politikwissenschaft, 1969.

8. Αυτό το έχει προσπαθήσει ο Riehle στο βιβλίο του Probleme und Elemente einer dialektisch materialistischen Theorie des bürgerlichen Staates (1974). Είναι ξεκάθαρο ότι η απουσία αυτής της μεθοδικής παραγωγής σε αυτή την πραγματεία οδηγεί σε ορισμένες παρακάμψεις, οι οποίες θα πρέπει να αναπτυχθούν σε μια πιο ανεπτυγμένη θεωρία του αστικού κράτους.

9. Μια σχολαστική μεθοδική παραγωγή αυτής της σχέσης έχει αναληφθεί από τον Riehle, ό.π.

10. Πρέπει να δωθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διατύπωση του Ένγκελς. Υπάρχει μια διαφορά μεταξύ των πράξεων του κράτους ενάντια στους εργάτες ως τάξη και την επικύρωση της παρέμβασης ενάντια σε μεμονωμένους καπιταλιστές. Το αστικό κράτος δεν μπορεί να παρέμβει ενάντια στους αστούς ως τάξη.

11. Οπότε, δεν βγάζει επίσης κανένα νόημα το να περάσουμε άμεσα από έναν γενικό χαρακτηρισμό της μορφής του αστικού κράτους στο να συντάξουμε μια λίστα με τα καθήκοντά του. Αυτά οπότε μπορούν μόνο να είναι η εμπειρική γενίκευση των υπάρχοντων κρατικών λειτουργιών στο πιο γενικό επίπεδο, οι οποίες αναγκαία πρέπει να βρίσκονται σε μια καθαρά αφηρημένη σχέση με την «μεθοδική παραγωγή» του κράτους.

12. [Σ.τ.Μ.]: Εδώ ο Hirsch έχει απομονώσει και συμπτύξει από το παράθεμα το συγκεκριμένο σημείο που τον ενδιαφέρει στο παρόν στάδιο της ανάλυσής του. Το ακριβές παράθεμα είναι: «Αυτός [ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους] είναι από κάθε άποψη ο σπουδαιότερος νόμος της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας κι ο πιο ουσιαστικός για την κατανόηση των δυσκολότερων σχέσεων. Είναι από ιστορική άποψη ο σπουδαιότερος νόμος. Είναι ένας νόμος που παρόλη την απλότητά του δεν κατανοήθηκε ποτέ ως τώρα, κι ακόμα λιγότερο διατυπώθηκε συνειδητά. Γιατί αυτή η μείωση του ποσοστού του κέρδους σημαίνει πως: 1) με την ήδη παραγμένη παραγωγική δύναμη και την υλική βάση που αυτή αποτελεί για νέα παραγωγή· αυτό προϋποθέτει ταυτόχρονα τεράστια ανάπτυξη των επιστημονικών δυνάμεων· 2) με τη μείωση του μέρους του ήδη παραγμένου κεφαλαίου που πρέπει να ανταλλαγεί με άμεση εργασία, δηλαδή με τη μείωση της άμεσης εργασίας που απαιτείται για την αναπαραγωγή μιας τεράστιας αξίας, που εκφράζεται σε μεγάλη μάζα προϊόντων, μεγάλη μάζα προϊόντων με χαμηλές τιμές, γιατί το συνολικό άθροισμα των τιμών είναι = με το αναπαραγόμενο κεφάλαιο + το κέρδος· 3) με τις διαστάσεις του κεφαλαίου γενικά, μαζί με και του μέρους του που δεν είναι πάγιο κεφάλαιο· άρα με την έκταση μιας υπέροχα ανεπτυγμένης συναλλαγής, τον μεγάλο συνολικό όγκο των ανταλλακτικών ενεργειών, το μέγεθος της αγοράς και τον ολόπλευρο χαρακτήρα της ταυτόχρονης εργασίας· με την έκταση των μέσων επικοινωνίας κλπ, την ύπαρξη των αναγκαίων κονδυλίων κατανάλωσης για να αναληφθεί αυτή η τεράστια διαδικασία (οι εργάτες τρώνε, κατοικούν κλπ), τότε φαίνεται καθαρά πως η ήδη υπαρκτή, ήδη επεξεργασμένη υλική παραγωγική δύναμη που υπάρχει με τη μορφή του πάγιου κεφαλαίου, όπως κι η επιστημονική δύναμη, όπως κι ο πληθυσμός κλπ, μ’ ένα λόγο όλοι οι όροι του πλούτου, πως οι σημαντικότεροι όροι για την αναπαραγωγή του πλούτου, δηλαδή την πλούσια ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου – πως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που προκάλεσε το ίδιο το κεφάλαιο στην ιστορική του εξέλιξη, φτάνοντας σ’ ένα ορισμένοι σημείο αίρει -αντί να τοποθετεί- την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου» (Grundrisse, τόμος Β, σελ. 574).

13. Γι’ αυτό, πρβλ επίσης Robinson, The Accumulation of Capital, 1956.

14. «Αν κανείς κοιτάξει την οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων εκατό ετών, τη τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, τη τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου καθώς και την εσαεί αύξηση της οργανικής σύνθεσης, τότε, εν όψει του νόμου των τάσεων της ανάπτυξης της συσσώρευσης κεφαλαίου, το πρόβλημα δεν κείτεται στο ερώτημα εάν ο καπιταλισμός μια μέρα θα καταρρεύσει, αλλά, αντιθέτως, πρέπει κανείς να αναρωτηθεί γιατί δεν έχει ήδη καταρρεύσει» (Grossmann, Das Akkumulations- und Zusammenbruch Gesetz Des kapitalistischen Systems, 1970, σελ. 289). Το έργο του Grossmann εμφανίστηκε αρχικά το 1929, λίγο πριν το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην οποία αυτή η κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος σχεδόν έγινε πραγματικότητα για πρώτη φορά. [Σ.τ.Ε.]: Για μια σύγχρονη κριτική που εκδόθηκε πρόσφατα στα αγγλικά, βλέπε Άντον Πάνεκουκ, Η Θεωρία της Κατάρρευσης του Καπιταλισμού, 1977. [Σ.τ.Μ.]: Το κείμενο του Πάνεκουκ μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:
https://coghnorti.wordpress.com/texts/pannekoek-zusammenbruchstheorie/

15. Πρβλ Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, σελ. 293 [το κεφάλαιο με τίτλο αιτίες που αντιδρούνGrundrisse, τόμος Β, σελ. 571 [η ενότητα με τίτλο το κεφάλαιο σαν καρποφόρο]· Grossmann, ό.π., σελ. 287· Μάτικ, Marx and Keynes, l969, σελ.57· Μάτικ, «Value theory and capital accumulation» στο Science & Society τ. XXIII, no. 1, 1959· Gillman, Das Gesetz des tendenziellen Falls der Profitrate, 1969· Wygodski, Der gegenwärtige Kapitalismus, 1972, σελ. 232.

16. Συγγραφείς όπως ο Gillman ή οι Baran και Sweezy, οι οποίοι προσπαθούν να εξάγουν την κρίση του καπιταλισμού από τη δυσκολία της πραγματοποίησης μιας αυξανόμενης υπεραξίας, υιοθετούν μια προσέγγιση η οποία περιορίζεται στις μορφές εμφάνισης κι είναι οπότε αντεστραμμένη, μια προσέγγιση η οποία δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε τη βασική δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης ούτε τον μηχανισμο και τη λειτουργία της κρίσης. Πάνω απ’ όλα, είναι ανίκανοι να δείξουν τη βάση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και τη πορεία της τεχνικής προόδου. Αυτά πρέπει να παρουσιαστούν -ακριβώς όπως στην αστική οικονομική θεωρία- ως θετικά δεδομένα. Πρβλ Gillman ό.π.· Baran & Sweezy, Monopoly Capital, 1966.

17. Πρβλ επίσης Grossmann, ό.π., σελ. 294 & 307.

18. Grossmann ό.π., σελ. 290· Μάτικ, Marx and Keynes, σελ. 70.

19. Εδώ δεν θα μπούμε στο ζήτημα του πόσο οι ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές της κρατικής δραστηριότητας στον «ύστερο καπιταλισμό» έχουν θέσει σε κίνηση μια διαδικασία η οποία δημιουργεί τουλάχιστον μερικώς την μακροπρόθεσμη αναδιοργάνωση των όρων της παραγωγής μέσω της διοικητικής μεσολάβησης, τροποποιώντας οπότε την «κλασική» πορεία της περιοδικής κρίσης.

20. Βλέπε Μάτικ, ό.π., σελ. 100.

21. Αυτή είναι η γενική ένσταση σε όλες τις προσπάθειες απόδειξης της αποτελεσματικότητας ή ανεποτελεσματικότητας του νόμου μέσω άμεσης εμπειρικής απόδειξης, με τη χρήση πραγματικών ποσοτήτων τιμών. Βλέπε για παράδειγμα Gillman, ό.π.· Wygodski, ό.π., σελ. 239 & 269.

22. Πρβλ Maurice Dobb, Political Economy and Capitalism, 1937, σελ. 97· Dobb, «The falling rate of profit» στο Science & Society τ. XXIV, no. 2, 1959.

23. Σ’ αυτό τον βαθμό, ο Μάτικ κάνει λάθος όταν λέει: «Για να μιλήσουμε για μια “δυνητική πτώση του ποσοστού κέρδους” και για “αντίρροπες τάσεις” προς αυτή την πτώση, σημαίνει να μιλήσουμε ταυτοχρόνως με όρους της αξιακής ανάλυσης και της απτής πραγματικότητας. Αυτό είναι επιτρεπτό όταν κανείς έχει κατά νου ότι μόνο οι “αντίρροπες τάσεις” είναι πραγματικά φαινόμενα κι αποκαλύπτουν με την ύπαρξή τους την μη-παρατηρίσημη δυνητική πτώση του ποσοστού κέρδους» (Μάτικ, «Value theory and capital accumulation» στο Science & Society τ. XXIII, no. 1, σελ. 35). Οι καπιταλιστές πράγματι βιώνουν κατά καιρούς την «πραγματικότητα» της πτώσης του ποσοστού του κέρδους.

24. Πρβλ Gillman, ό.π., σελ. 83· RKW Forschungsprojekt, Wirtschaftliche und soziale Aspekte des technischen Wandels in der BRD, τ. 1, 1970, σελ. 72 & 120.

25. «Η τάση να δημιουργεί την παγκόσμια αγορά βρίσκεται άμεσα στην ίδια την έννοια του κεφαλαίου. Κάθε όριο εμφανίζεται σαν φραγμός που πρέπει να ξεπεραστεί, Πρώτα-πρώτα, προσπαθεί να υποτάξει κάθε συνθετικό στοιχείο της ίδιας της παραγωγής στην ανταλλαγή και να καταργήσει την παραγωγή άμεσων αξιώς χρήσης που δεν εντάσσονται στην ανταλλαγή· δηλαδή να τοποθετήσει ακριβώς την παραγωγή που βασίζεται στο κεφάλαιο στη θέση των προηγούμενων -από την σκοπιά του κεφαλαίου πρωτόγονων- τρόπων παραγωγής» (Grundrisse, τόμος Β, σελ. 307· πρβλ επίσης ό.π., σελ. 408 την ενότητα με τίτλο επίδραση της κυκλοφορίας στον καθορισμό της αξίας· και Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, 15ο κεφάλαιο).

26. Γι’ αυτό, βλέπε ιδίως Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού· Hilferding, Das Finanzkapital, 1968, σελ. 321 & 421· Grossmann, ό.π., σελ. 297.

27. Πρβλ Λένιν, ό.π.· Grossmann, ό.π., σελ. 269.

28. Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, κεφάλαιο 17· βλέπε επίσης Grossmann, ό.π., σελ. 505· Ερνέστ Μαντέλ, Marxist Economic Theory, 1962, σελ. 477· Νικολάι Μπουχάριν, Imperialism and World Economy, 1972, σελ. 82· Grundrisse, τόμος Β, σελ. 674 [η ενότητα με τίτλο δύο έθνη μπορούν να ανταλλάζουν σύμφωνα με τον νόμο του κέρδους έτσι ώστε και τα δύο να κερδίζουν αλλά το ένα πάντοτε ωφελείται σε βάρος του άλλου].

29. «…Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία είναι σε τελευταία ανάλυση η παραγωγή και η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής. Ούτε ο Μαρξ, ούτε εγώ ισχυριστήκαμε ποτέ τίποτα παραπάνω. Αν κάποιος τώρα το διαστρεβλώνει αυτό έτσι που να βγαίνει πως ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μοναδικά καθοριστικός, τότε μετατρέπει εκείνη τη θέση σε αφηρημένη, παράλογη φράση, που δεν λέει τίποτα. – Η οικονομική κατάσταση είναι η βάση, αλλά τα διάφορα στοιχεία του εποικοδομήματος: οι πολιτικές μορφές της ταξικής πάλης και τα αποτελέσματά της – τα Συντάγματα, που τα καθορίζει η νικήτρια τάξη ύστερα από την μάχη που κέρδισε, κλπ – οι νομικές μορφές, κι ακόμα περισσότερο οι αντανακλάσεις όλων αυτών των πραγματικών αγώνων στον εγκέφαλο αυτών που συμμετέχουν στην πάλη, οι πολιτικές, νομικές, φιλοσοφικές θεωρίες, οι θρησκευτικές αντιλήψεις και η παραπέρα ανάπτυξή τους σε συστήματα δογμάτων, ασκούν κι αυτά την επίδρασή τους πάνω στην πορεία των ιστορικών αγώνων και σε πολλές περιπτώσεις αυτά κυρίως καθορίζουν την μορφή τους. Είναι μια αλληλεπίδραση όλων αυτών των στοιχείων, μέσα στην οποία επιβάλλεται σε τελευταία ανάλυση, σαν αναγκαιότητα, η οικονομική κίνηση μέσα από το ατέλειωτο πλήθος των συμπτώσεων (δηλαδή, των πραγμάτων και γεγονότων που η μεταξύ τους εσωτερική συνάφεια είναι τόσο μακρυνή ή τόσο αναπόδειχτη, που μπορούμε να τη θεωρήσουμε σαν ανύπαρκτη και να μην τη λογαριάζουμε). Διαφορετικά, η εφαρμογή της θεωρίας σε μια οποιαδήποτε περίοδο της ιστορίας θα ήταν, μα την αλήθεια, ευκολότερη από τη λύση μιας απλής πρωτοβάθμιας εξίσωσης» (Ένγκελς, Επιστολή στον Μπλοχ, 21 Σεπτεμβρίου 1890, στο Μαρξ & Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τόμος δεύτερος, σελ. 572).

30. Η αδυναμία της προσέγγισης των Flatow και Huisken κείτεται πάνω απ’ όλα στο γεγονός ότι δεν επιτυγχάνουν να διαπιστώσουν την μεσολάβηση μεταξύ των «αναπαριστάσεων στην επιφάνεια» και των αντιφάσεων της καπιταλιστικής αναπαραγωγικής διαδικασίας. Από τη στιγμή που κάποιος καθορίζει την «ιδιαιτεροποίηση» του κράτους και των τρόπων εμφάνισής του απλώς από την υποστασιοποίηση και την οντολογικοποίηση της ψευδούς συνείδησης κι όχι από τους ιστορικούς υλιστικούς όρους της παραγωγής κι αναπαραγωγής, δύσκολα μπορεί να καταλήξει σε μια «υλιστική» μεθοδική παραγωγή του κράτους. Πρβλ Flatow & Huisken, ό.π.

31. Ο Μαρξ όρισε την ανάπτυξη του εμπορεύματος ως μια παρόμοια μορφή «συμφιλίωσης» των αντιφάσεων: «Είδαμε ότι το προτσές ανταλλαγής των εμπορευμάτων κλείνει μέσα του αντιφατικές και αλληλοαποκλειόμενες σχέσεις. Η εξέλιξη του εμπορεύματος δεν αναιρεί αυτές τις αντιφάσεις, δημιουργεί όμως την μορφή μέσα στην οποία μπορούν να κινούνται. Αυτή είναι γενικά η μέθοδος με την οποία λύνονται πραγματικές αντιφάσεις. Αποτελεί, λχ μια αντίφαση ότι το ένα σώμα πέφτει διαρκώς σ’ ένα άλλο σώμα και εξίσου διαρκώς απομακρύνεται απ’ αυτό. Η έλλειψη [ελλειπτική κίνηση] είναι μια από τις μορφές κίνησης μέσα στην οποία η αντίφαση αυτή ταυτόχρονα και πραγματοποιείται και λύνεται» (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, σελ. 116).

32. Πρβλ Maitan, Notwendigkeit des revolutionären Bruchs, 1970.

33. Γι’ αυτό, πρβλ Katzenstein, «Zur Theorie des staatsmonopolistischen Kapitalismus», Prokla 8-9, 1- , 1973· Wygodski, ό.π.

34. Με αυτή την έννοια: Neusüss, Imperialismus und Weltmarktbewegung des Kapitals, 1972.

35. Για περισσότερα επ’ αυτού, βλέπε Braunmühl, ό.π.

36. Πρβλ Wygodski, ό.π., σελ. 79· Zieschang, «Zu einigen theoretischen Problemen des staatsmonopolistischen Kapitalismus», Wirtschaftswissenschaft 5, 702- , 1956· Zieschang, «Zu den Entwicklungstendenzen des kapitalistischen Grundwiderspruchs unter den Bedingungen der wissenschaftlich-technischen Revolution», Wirtschaftswissenschaft 6, 872- , 1969· Magri, Für einen neuen Realismus, 1970· Boccara, Etudes sur le capitalisme monopoliste d’état, 1973.

37. Αυτό σημαίνει την αναδιανομή του εισοδήματος (από το κράτος ή μεσολαβημένη από το κράτος) με στόχο την αύξηση του ρυθμού συσσώρευσης των μεγάλων κεφαλαίων, σε αντίθεση με την απλώς επιδοτούμενη εξισσορόπηση των ποσοστών κέρδους.

38. Φυσικά, στην πράξη, ακόμη κι η πληροφοριακή βάση της κρατικής δραστηριότητας προβλέψεων και προγραμματισμού είναι αρκετά περιορισμένη – αρκετά πέρα από την αποτελεσματικότητα των «οργάνων της οικονομικής πολιτικής». Πρβλ Ronge & Schmieg, Restriktionen politischer Planung, 1973, σελ. 53.

39. Πρβλ Kidron, Western Capitalism since the War, 1968· Μαντέλ, Die deutsche Wirtschaftskrise, 1969· Shonfield, Modern Capitalism, 1965· Galbraith, The New Industrial State, 1967· Huffschmid, Die Politik des Kapitals, 1969.

40. Βλέπε ιδιαίτερα τις Ετήσιες Εκθέσεις του 1972-1973 και 1973-1974, και την Ειδική Έκθεση της Άνοιξης του 1974, όπου το (Ομοσπονδιακό Γερμανικό) Συμβούλιο των Ειδικών (μια επιτροπή «ουδέτερων» οικονομικών συμβούλων), σε συμφωνία με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση και τους εργοδότες και καλώντας πρόθυμα σε βοήθεια για τη λεγόμενη πετρελαϊκή κρίση, προτείνει στους εργάτες και τα συνδικάτα μια μισθολογική πολιτική για τη διατήρηση της «σταθερότητας», η οποία πρακτικά σημαίνει μια μείωση του πραγματικού καθαρού εισοδήματος. Για πρώτη φορά, ακόμη κι η Συνομοσπονδία Γερμανικών Συνδικάτων (DGB) [η αντίστοιχη ΓΣΕΕ] ένιωσε ότι έπρεπε να επιτεθεί στον πολιτικό ρόλο των «Ειδικών».

41. Γι’ αυτό, βλέπε Cogoy, Werttheorie und Staatsaufgaben, 1973· Ronge & Schmieg, ό.π.· και για το ζήτημα των δαπανών για οπλικό εξοπλισμό, βλέπε Kidron, ό.π.

42. Για το φορολογικό σύστημα και τον ταξικό του χαρακτήρα, βλέπε Ronge & Schmieg, ό.π.

43. Αν μη τι άλλο, επειδή η διαχείριση του οικονομικού κύκλου πρέπει αναγκαία να ξεκινά με την υπάρχουσα δομή του πάγιου κεφαλαίου κι ως εκ τούτου τείνει να ενισχύει τις δυσαναλογίες στην παραγωγή. Πρλβ Katzenstein, Die Investitionen und ihre Bewegung im staatsmonopolistischen Kapitalismus, 1967, σελ. 187.

44. Στην «μεθοδική παραγωγή» του κράτους του Altvater, η οποία έχει ως αφετηρία τις εξωτερικές προϋποθέσεις της παραγωγής των ανταγωνιζόμενων μεμονωμένων κεφαλαίων κι εμμέσως προϋποθέτει μια θυγατρική σχέση μεταξύ των μεμονωμένων κεφαλαίων και του κράτους, αυτό το ζήτημα δεν έχει καμία θέση -ακόμη κι αν κάποιος δεν θέλει να ερμηνεύσει την ανάλυση τον Altvater ως απλώς να θεωρεί δεδομένη την εσαεί «αρμονική» εκπλήρωση από το κράτος των «αντικειμενικά» αναγκαίων απαιτήσεων των υποδομών- η οποία μολαταύτα κείτεται στη λογική αυτής της προσέγγισης. Βλέπε Alvater, «Some Problems of State Interventionism» στο Holloway & Picciotto, ό.π., και Alvater, «Zu einigen Problemen des ‘Krisenmanagements’ in der kapitalistischen Gesellschaft» στο Janickè, Herrschaft und Krise, 1973.

45. Αυτό το πολυσυζητημένο οδοποιό απόσπασμα των Grundrisse (σελ. 396) [η ενότητα με τίτλο κόστος κυκλοφορίας] πρέπει να ερμηνευτεί εντός αυτού του πλαισίου. Γι’ αυτό, βλέπε Läpple, Staat und allgemeine Produktionsbedingungen, 1973, σελ. 180.

46. Βλέπε Altvater, ό.π., σελ. 117· Lapple, ό.π., σελ. 148. Ο πίνακας με τα κριτήρια που συνέταξε ο Stohler μπορεί επίσης να ερμηνευτεί με την έννοια των αναφερθέντων παραγόντων – παρότι ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κάνει κάτι τέτοιο· πρβλ Stohler, «Zur rationalen Planung der Infrastruktur», Konjunkturpolitik 11, 279- , 1965, σελ. 238. Να σημειώσουμε ότι σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να είναι η τεχνικώς εξαρτημένη μονοπωλιακή θέση των εγκαταστάσεων των «υποδομών» κι η επακόλουθη δυνατότητα απόκτησης υπέρμετρων μονοπωλιακών κερδών εκείνα τα οποία κάνουν την κρατική εξαγορά να είναι προς το συμφέρον των άλλων κεφαλαίων. Αυτός ο παράγοντας έπαιξε έναν ρόλο, για παράδειγμα, στην εθνικοποίηση του σιδηρόδρομου στην Πρωσία τη δεκαετία του 1880, και αποτελεί μια από τις αιτίες για τη συχνά απαντώμενη κρατική ή κρατικά ελεγχόμενη διαχείριση των επιχειρήσεων που παρέχουν ενέργεια.

47. Προς το παρόν δεν κάνουμε καμία διάκριση μεταξύ των «γενικών υλικών» όρων της παραγωγής με τη στενή έννοια, πχ δρόμοι, διώρυγες, και των «γενικών» όρων της παραγωγής οι οποίοι για το κεφάλαιο βρίσκονται ενσωματωμένοι στην εργασιακή δύναμη κι οι οποίοι αναφέρονται σε αυτή την ενσωμάτωση: συντήρηση της εργασιακής δύναμης (πχ υπηρεσίες υγείας), εκπαίδευση, επίσης έρευνα με την ευρύτερη έννοια. Περιλαμβάνουμε και τις δύο εντός της έννοιας των υλικών-ουσιαστικών όρων της παραγωγής, στον βαθμό που η ζωντανή εργασιακή δύναμη μιας συγκεκριμένης ποιότητας που σχετίζεται με τη τεχνολογική διαδικασία της παραγωγής αποτελεί επίσης έναν «ουσιαστικό» όρο της παραγωγής, δηλαδή, έναν όρο που η αξία χρήσης του έχει έναν ειδικό χαρακτήρα. Ο Läpple συγκεκριμένα έχει καταδείξει ότι η παραπάνω διάκριση [των όρων της παραγωγής] δεν πρέπει να παραμελείται· αλλά μόνο αργότερα θα ασχοληθούμε με αυτά τα ειδικά χαρακτηριστικά.

48. Πρβλ την Ετήσια Έκθεση του Συμβουλίου των Ειδικών για το 1967-1968 όπου, ως μέτρο για την αύξηση των επενδυτικών προθέσεων των επιχειρηματιών, πέρα από την υποχρεωτική «εισοδηματική πολιτική», προτείνεται πάνω απ’ όλα η ραγδαία διεύρυνση των «υποδομών».

49. Πρβλ ΟΟΣΑ, Gaps in Technology: Analytical Report, 1970· ΟΟΣΑ, The growth of output 1960-1970, 1970· ΟΟΣΑ, The conditions of success in technological innovation, 1971.

50. Πρβλ Rodel, Forschungsprioritäten und technologische Entwicklung, 1972· Cogoy, ό.π.

51. Leontief, «The economic problem of organised invention», Rivista di politica economica 51(12), 2167-2171, 1961· Nelson, Peck & Kalachek, Technology, economic growth and public policy, 1968.

52. Πρβλ ΟΟΣΑ, Gaps in Technology: Analytical Report, 1970· ΟΟΣΑ, The conditions of success in technological innovation, 1971.

53. Πρβλ Klein, «Über die inneren Widersprüche des modernen Imperialismus», Wirtschaftswissenschaft 6, 975- , 1967· Nikolajew, Forschung und Entwicklung im Imperialismus, 1972· Cartellieri, Die Grossforschung und der Staat, 1967.

54. Πρβλ τη διερεύνηση του Μαρξ για τους αγώνες σχετικά με την εργοστασιακή νομοθεσία και την κανονική εργάσιμη ημέρα στην Αγγλία, η οποία δείχνει πολύ καθαρά τον μεσολαβημένο κι αντιφατικό τρόπο με τον οποίο επιβάλλονται οι αντικειμενικές ανάγκες της καπιταλιστικής αναπαραγωγής επί της πολιτικής διαδικασίας (Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, κεφάλαιο 8ο).

55. Πρβλ ιδίως Luhmann, «Soziologie des politischen Systems», Kölner Zeitschrift Für Soziologie und Sozialpsychologie 20, 722- ,1968 και Luhmann, «Komplexität und Demokratie», Politische Vierteljahresschrift 10, 1969· Naschold, «Demokratie und Komplexität», Politische Vierteljahresschrift 9, 484- , 1968 και Naschold, «Vernachlässigte Aspekte der Regierungs und Verwaltungsreform in der BRD», Kommunikation 4, 1969. Για μια ανάλυση αυτών των προσπαθειών για την αναδιατύπωση της πολιτικής θεωρίας, βλέπε Hirsch & Leibfried, Materialien zur Wissenschafts-und Bildungspolitik, 1971.

56. Πρβλ ιδίως Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία, εκδόσεις Θεμέλιο και Πουλαντζάς, Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, εκδόσεις Θεμέλιο.

57. Σε αυτόν τον βαθμό, οι θεωρίες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού όντως έχουν ένα ορθό καθώς κι ένα αναμφίβολα λαθεμένα παραμελημένο στοιχείο. Εκείνο που τους λείπει είναι μια ορθή θεωρητική έννοια του κράτους και της τάξης, με τη βοήθεια των οποίων τα φαινόμενα της συγχώνευσης, τα οποία μπορούμε πράγματι να παρατηρήσουμε, ίσως να μπορέσουν να ερμηνευτούν κι αξιολογηθούν πολιτικά. Οι αιτίες αυτών των ελλείψεων έχουν αναλυθεί εκτενώς και δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε εδώ.

58. Η λεγόμενη «πετρελαϊκή κρίση» του χειμώνα του 1973-1974 θα αποτελούσε μια αξιόλογη εξεταζόμενη περίπτωση γι’ αυτή τη σχέση και τον τρόπο με τον οποίο οι επικεφαλείς του αστικού κράτους εξαπατήθηκαν ντροπιαστικά από τα μονοπώλια.

59. Πρβλ ιδίως Läpple, ό.π. Εκείνο με το οποίο δεν έχουμε ασχοληθεί εντός αυτού του πλαισίου είναι το ζήτημα της επίδρασης της ταξικής θέσης εκείνου που αποκαλείται επιστημονικοτεχνική ιντελιγκέντσια του ολοένα και αυστηρότερης, και εν μέρει μεσολαβημένης από το κράτος, λειτουργικοποίησης της επιστημονικής παραγωγής για τους σκοπούς της αξιοποίησης του κεφαλαίου και την «διαφύλαξη του συστήματος». Σίγουρα, οι συνθήκες διαβίωσης κι εργασίας αυτής της ομάδας επηρεάζονται σημαντικά από την αυξανόμενη εκβιομηχάνιση και λειτουργικοποίηση της έρευνας για σκοπούς που θέτονται απ’ έξω και δεν υπόκεινται σε έλεγχο (ενσωμάτωση σε σύμπλοκα παραγωγής που χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλό καταμερισμό της εργασίας, αυξανόμενη εργασιακή ανασφάλεια, κλπ). Ωστόσο, οι επιδράσεις αυτών των γενικών αλλαγών στη δομή πρέπει να εξεταστούν λεπτομερώς και με συγκεκριμένο τρόπο για τις διαφορετικές ομάδες που επηρεάζονται, προτού μπορέσουμε να προβούμε σε ικανοποιητικούς ισχυρισμούς σχετικά με τις πιθανές πολιτικές τους επιδράσεις.

60. Σε αυτό τον βαθμό, οι «θεωρίες των πολιτικών κρίσεων» που εστιάζουν στην «έλλειψη νομιμοποίησης», έχουν πράγματι μια ορθή πτυχή. Όταν, ωστόσο, αρνούνται θεωρητικά τη δυνατότητα των ταξικών αγώνων, το όλο ζήτημα μπορεί να εμφανιστεί σε αυτές μόνο υπό το πρίσμα της προβληματικής νομιμοποιητικής ικανότητας του κρατικού μηχανισμού. Πρβλ ιδίως Χάμπερμας, Legitimation Crisis, 1976 και Offe, Strukturprobleme des kapitalistischen Staates, 1972.

61. Η πτώση του Μπραντ και το τέλος της εποχής της μεταρρύθμισης που ανακηρύχτηκε ανοιχτά από την κυβέρνηση Σμιτ-Γκένσερ, πρέπει να ερμηνευτεί με αυτή την έννοια.

62. Μη έχοντας αναπτύξει μια έστω και περιγραφική θεωρία για τη διαδικασία της ανάπτυξης της κοινωνίας στο σύνολό της, ούτε ο Χάμπερμας ούτε ο Offe μπορούν να εξάγουν με κάποια συνέπεια τις θέσεις τους για την μείωση της νομιμοποίησης των μορφών της κοινωνικοποίησης και των αμετάβλητων «κοσμοθεωριακών δομών» που εδραιώνονται μέσω του κρατικού μηχανισμού, και είναι σε αυτό τον βαθμό «δυσλειτουργικές» σε σχέση με την καπιταλιστική ανταλλακτική σχέση. Όταν ο Χάμπερμας γράφει ότι «η κρατική δραστηριότητα θα μπορούσε να βρει ένα καταναγκαστικό όριο μόνο στη νομιμοποίηση που έχει στη διάθεσή της, εκτός κι αν θέλουμε να προσφύγουμε σε οικονομικές θεωρίες των κρίσεων», δεν μπορεί -αν αφήσουμε στην άκρη τη συγκαλυμμένη ταυτολογική δομή τέτοιων προτάσεων- να εδραιώσει μια βάση για αυτό του το «εκτός κι αν». Τόσο αυτός όσο κι ο Offe μπορούν να κατηγορηθούν για το γεγονός πως η κριτική που ασκούν στις θεωρίες της οικονομικής κρίσης που αναπτύχθηκαν στη βάση της μαρξικής θεωρίας δεν είναι του ίδιου θεωρητικού επιπέδου με αυτό των θεωριών που επικρίνουν, αλλά -πχ όσον αφορά την εγκυρότητα της αξιακής θεωρίας- μολαταύτα ισχυρίζονται ότι λειτουργούν αποδέχοντάς τες. Αυτή η στενόμυαλη συμπεριφορά έχει, ωστόσο, τις σαφής της συνέπειες όσον αφορά τις πολιτικές προεκτάσεις της θεωρίας της κοινωνικής επιστήμης: η προσπάθεια της θεωρητικής άρνησης των ταξικών αγώνων σε μια περίοδο εμφανής εντατικοποίησής τους, μένει ανοιχτή τουλάχιστον στην κατηγορία του πολιτικού οπορτουνισμού.

63. Ο Χάμπερμας, πράγματι, ορθώς υποδεικνύει ότι ο συστηματικός περιορισμός της επικοινωνίας κι η καταστολή των συμφερόντων ικανών να γενικευτούν αποτελεί το καθοριστικό κατασταλτικό επίτευγμα της αστικής ιδεολογίας. Όμως, αποτελεί καθαρή αυταπάτη το να θέλει να το αντιμετωπίσει αυτό με τη θεσμοποίηση μιας ενός είδους δικηγορίστικης συζήτησης μεταξύ θεωρητικολόγων διανοούμενων (Χάμπερμας, ό.π., σελ. 111). Η δημιουργία των προϋποθέσεων για μια έμπρακτη αποτελεσματική διευθέτηση που αφορά καταπιεσμένες ανάγκες και συμφέροντα πρέπει να αναληφθεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, από τις ίδιες τις μάζες, μέσω της πολιτικής τους οργάνωσης. Γι’ αυτό το ζήτημα, βλέπε Negt & Kluge, Öffentlichkeit und Erfahrung: Zur Organisationsanalyse von bürgerlicher und proletarischer Öffentlichkeit [Δημόσια Σφαίρα και Εμπειρία: Μια Ανάλυση της Αστικής και της Προλεταριακής Δημόσιας Σφαίρας], 1972. [Σ.τ.Μ.]: Επιλεγμένα αποσπάσματα του βιβλίου αυτού έχουν μεταφραστεί κι εκδοθεί από την ομάδα Αντίθεση στο βιβλίο Η Προλεταριακή Δημόσια Σφαίρα. Ο πρόλογος, γραμμένος από την Αντίθεση, της μπροσούρας αυτής μπορεί να βρεθεί στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://antithesi.gr/?p=141

64. Πρβλ ιδίως την ανάλυση του Πουλαντζά για το κράτος εξαίρεσης: Πουλαντζάς, Φασισμός και Δικτατορία, εκδόσεις Θεμέλιο.

2 thoughts on “Ο κρατικός μηχανισμός και η κοινωνική αναπαραγωγή: στοιχεία μιας θεωρίας του αστικού κράτους

  1. Pingback: Ο κρατικός μηχανισμός και η κοινωνική αναπαραγωγή: στοιχεία μιας θεωρίας του αστικού κράτους | de te fabula narratur

  2. Pingback: Η ταξική σύγκρουση, ο ανταγωνισμός και οι κρατικές λειτουργίες | From 2008 to 2012

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s