Home

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε από τον σοβιετικό νομικό Εβγκένι Πασουκάνις το 1925. Αποτελούσε το λήμμα του «διεθνούς δικαίου» της Εγκυκλοπαίδειας του Κράτους και του Δικαίου της Κομμουνιστικής Ακαδημίας της Μόσχας. Στα αγγλικά (απ’ όπου έγινε κι η παρούσα μετάφραση) εκδόθηκε στο Εβγκένι Πασουκάνις, Selected Writings on Marxism and Law, υπό την επιμέλεια των P. Beirne και R. Sharlet.

Κεντρική θέση της θεωρίας του Πασουκάνις ήταν πως το δίκαιο δεν αποτελεί απλώς μια ιδεολογία που εκφράζει τη θέληση της αστικής τάξης αλλά αποτελεί και μια πραγματική σχέση, μια πραγματική μεσολάβηση των παραγωγικών σχέσεων: «Ο δούλος είναι ολοκληρωτικά εξαρτημένος από τον κύριό του και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο η σχέση τούτη εκμετάλλευσης δεν έχει ανάγκη από κάποια ιδιαίτερη νομική επεξεργασία. Αντίθετα, ο μισθωτός εργάτης εμφανίζεται στην αγορά σαν ελεύθερος πωλητής της εργασιακής του δύναμης και γι’ αυτό η σχέση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης δεσμεύεται από τη νομική μορφή της σύμβασης».

Με την μεγάλη καμπή του 1929 και την εδραίωση του σταλινισμού, το ζήτημα της ενδυνάμωσης του κράτους μπαίνει στην ημερήσια διάταξη της ΕΣΣΔ κι όσοι στηρίζαν την άποψη της απονέκρωσης του κράτους και του δικαίου δέχονται πολιτικές επιθέσεις και χαρακτηρίζονται ως αντεπαναστάτες. Έτσι, ο σταλινικός Στάλγκεβιτς έγραψε: «Η θεωρία του Ε. Πασουκάνις, οικοδομημένη βασικά πάνω στις αρχές της οπορτουνιστικής και δεξιάς μεθοδολογίας του Μπουχάριν, δεν πρέπει να μείνει κατά μέρος, έξω από το πεδίο της παρατήρησής μας και της προσοχής μας, και να απαλλαγεί από μια αποφασιστική και σκληρή μπολσεβίκικη αυτοκριτική». Ως αποτέλεσμα, ο Πασουκάνις προέβησε σε μια αυτοκριτική διάφορων σημείων των αναλύσεών του. Ένα εξ αυτών αφορά και το παρακάτω κείμενο, καθώς στην αυτοκριτική του τελικά δήλωσε πως ήταν λαθεμένη η θεώρησή του του διεθνούς δικαίου ως υπερταξικού και διαιτητικού. Το αν η αυτοκριτική του ήταν ειλικρινής ή αν προσπαθούσε απλώς μέσω κάποιων υποχωρήσεων να προστατευτεί από τους σταλινικούς είναι κάτι για το οποίο δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Το σίγουρο πάντως είναι ότι μαζί με την αυτοκριτική άσκησε και κριτική στους επικριτές τους σε διάφορα σημεία. Παρόλη την προσπάθειά του να ευθυγραμμιστεί με τη σταλινική γραμμή, τελικά τον Ιανουάριο του 1937 ανακηρύχτηκε σε «εχθρό του λαού» και συνελήφθει. Εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Όσον αφορά τώρα το παρακάτω κείμενο, αφήνοντας στην άκρη την αρχή του κειμένου στην οποία προσπαθεί να ορίσει τη σχέση της ΕΣΣΔ με το διεθνές δίκαιο, ο Πασουκάνις καταλήγει στο συμπέρασμα πως το διεθνές δίκαιο δεν είναι δίκαιο με την αυστηρή έννοια του όρου καθώς δεν υπάρχει κάποιο μορφώμα το οποίο θα μπορούσε να το επιβάλλει στα κράτη, κι αν δημιουργούνταν ένας τέτοιος οργανισμός θα σήμαινε την κατάργηση της μορφής του κράτους όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

Το διεθνές δίκαιο (ius gentium, droit des gens, Völkerrecht) συνήθως ορίζεται ως η ολότητα των κανόνων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των κρατών. Ιδού ένας τυπικός ορισμός: «Διεθνές δίκαιο είναι η ολότητα των κανόνων που ορίζουν τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των κρατών στις αμοιβαίες τους σχέσεις αναμεταξύ τους»[1]. Συναντάμε τον ίδιο ορισμό στους Γερμανούς Hareis, Holtsendorf, Bulmering, Liszt και Ulman· στον Βέλγο Rivie· στους Άγγλους Westlake και Oppenheim· στον Αμερικάνο Lawrence, κλπ.

Απούσα από αυτόν τον τυπικό, τεχνικό ορισμό, φυσικά, είναι οποιαδήποτε ένδειξη του ιστορικού, δηλαδή του ταξικού, χαρακτήρα του διεθνές δικαίου. Είναι εξαιρετικά σαφές ότι η αστική νομολογία, συνειδητά ή ασυνείδητα, πασχίζει να αποκρύψει αυτό το ταξικό στοιχείο. Τα ιστορικά παραδείγματα που παρατίθενται σε οποιοδήποτε βιβλίο περί του διεθνούς δικαίου διακηρύσσουν φωναχτά ότι το σύγχρονο διεθνές δίκαιο αποτελεί τη νομική μορφή της πάλης των καπιταλιστικών κρατών αναμεταξύ τους για την κυριαρχία επί του υπόλοιπου κόσμου. Ωστόσο, οι αστοί νομικοί προσπαθούν, όσο το δυνατόν περισσότερο, να αποσιωπήσουν αυτό το βασικό γεγονός της εντεινόμενης ανταγωνιστικής πάλης, και να επιβεβαιώσουν ότι το καθήκον του διεθνούς δικαίου είναι «να καταστήσει εφικτό για το κάθε κράτος, μέσω της συνεργασίας μεταξύ πολλών κρατών, αυτό που κανένα κράτος δεν θα μπορούσε να επιτύχει όντας απομονωμένο»[2].

Ακόμη κι οι θεωρητικοί της Β’ Διεθνούς δεν πήγαν αρκετά πέρα από αυτούς τους αστούς νομικούς. Εγκαταλείποντας τη ταξική αντίληψη του κράτους, ήταν φυσικά υποχρεωμένοι να ανακαλύψουν στο διεθνές δίκαιο ένα όργανο, που στέκεται πέρα και πάνω από τις τάξεις, για τον συντονισμό των συμφερόντων των μεμονωμένων κρατών και για την επίτευξη της ειρήνης.

Ήταν από αυτή την οπτική που ο σε όλους μας γνωστός Μπερνστάιν[3], κι ο εξίσου διάσημος Renner[4], προσέγγισαν το διεθνές δίκαιο. Κι οι δύο αυτοί κύριοι, με μεγάλη προσοχή, υπογράμμισαν τις «ειρηνικές λειτουργίες του διεθνούς δικαίου», άλλα κάνοντας αυτό ξέχασαν ότι το μεγαλύτερο μέρος των κανόνων του διεθνούς δικαίου αναφέρεται στον πόλεμο στη ξηρά και τη θάλασσα, δηλαδή ότι υποθέτει άμεσα μια συνθήκη ανοιχτής κι ένοπλης πάλης. Αλλά ακόμη και τα υπόλοιπα τμήματα του διεθνούς δικαίου περιέχουν ένα βαρυσήμαντο μερίδιο κανόνων και θεσμών οι οποίοι, παρότι αναφέρονται σε συνθήκη ειρήνης, στην πραγματικότητα ρυθμίζουν την ίδια πάλη, μολονότι σε μια άλλη, συγκαλυμμένη μορφή. Κάθε πάλη, συμπεριλαμβανομένης της πάλης μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κρατών, πρέπει να περιλαμβάνει την ανταλλαγή ως ένα εκ των συστατικών της στοιχείων. Κι αν η ανταλλαγή ολοκληρωθεί, πρέπει να υπάρχουν επίσης μορφές για τη λήξη της.

Αλλά η παρουσία αυτών των μορφών, φυσικά, δεν αλλάζει το πραγματικό ιστορικό περιεχόμενο που κρύβεται από πίσω. Σε ένα δεδομένο στάδιο κοινωνικής ανάπτυξης, αυτό το περιεχόμενο παραμένει η πάλη αναμεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Υπό τους όρους αυτής της πάλης, κάθε ανταλλαγή αποτελεί τη συνέχιση μιας ένοπλης σύγκρουσης και το πρελούδιο της επόμενης. Εδώ κείτεται το βασικό χαρακτηριστικό του ιμπεριαλισμού.

Οι καπιταλιστές [έγραφε ο Λένιν] μοιράζουν τον κόσμο όχι από κάποια ιδιαίτερη κακία τους, αλλά γιατί ο βαθμός συγκέντρωσης που επιτεύχθηκε τους αναγκάζει να πάρουν αυτό τον δρόμο για να βγάζουν κέρδος. Συγκεκριμένα, τον μοιράζουν «ανάλογα με τα κεφάλαιά τους», «ανάλογα με τη δύναμή τους» – άλλος τρόπος μοιράσματος δεν μπορεί να υπάρχει μέσα στο σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής και του καπιταλισμού. Η δύναμη όμως αλλάζει ανάλογα με την οικονομική και πολιτική ανάπτυξη. Για να καταλάβουμε αυτό που γίνεται, πρέπει να ξέρουμε ποια προβλήματα λύνονται με τις αλλαγές στο συσχετισμό των δυνάμεων, ενώ το ζήτημα, αν αυτές οι αλλαγές είναι «καθαρά» οικονομικές ή εξωοικονομικές (λχ πολεμικές), είναι δευτερεύον […]. Όταν υποκαθιστά κανείς το ζήτημα του περιεχομένου της πάλης και των συναλλαγών ανάμεσα στις ενώσεις των καπιταλιστών με το ζήτημα της μορφής της πάλης και των συναλλαγών (σήμερα ειρηνικής, αύριο όχι ειρηνικής, μεθαύριο πάλι όχι ειρηνικής), σημαίνει ότι ξεπέφτει στον ρόλο του σοφιστή[5].

Όταν ο Renner απεικονίζει την ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου ως την ανάπτυξη των θεσμών οι οποίοι διαφυλάττουν το γενικό συμφέρον όλων των κρατών, και όταν προσπαθεί να δείξει ότι η ανάπτυξη αυτή έχει επιβραδυνθεί από τη ληστρική κι εγωιστική πολιτική ενός μόνου εκ των κρατών, την Μεγάλη Βρετανία, τότε κι αυτός ξεπέφτει στη σοφιστεία. Πρέπει, επιπλέον, να βρίσκεται υπό την υπηρεσία του αυστρογερμανικού ιμπεριαλισμού (το βιβλίο του Renner εκδόθηκε πριν οι Κεντρικές Δυνάμεις ηττηθούν από την Αντάντ). Αντιθέτως, μπορούμε να δούμε ότι ακόμη κι αυτές οι συμφωνίες μεταξύ καπιταλιστικών κρατών οι οποίες εμφανίζονται να κατευθύνονται προς το γενικό συμφέρον αποτελούν, στην πραγματικότητα, για τον καθένα εκ των συμμετεχόντων κρατών ένα μέσο για τη φθονερή προστασία των δικών τους ιδιαίτερων συμφερόντων, αποτρέποντας τη διεύρυνση της επιρροής των αντιπάλων τους, παρεμποδίζοντας τις μονομερείς κατακτήσεις, δηλαδή συνεχίζοντας με μια άλλη μορφή την ίδια πάλη η οποία θα υπάρχει για όσο υπάρχει ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός. Κάποια συμφωνία ίσως να σχηματίσει κάποιον διεθνή οργανισμό, ακόμη και τις διεθνείς επιτροπές για την επίβλεψη της ναυτιλίας των πρότερων «συνθηκολογημένων ποταμών» (τον Ρήνο, τον Δούναβη κι ύστερα από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, τον Έλβα και τον Όντερ). Ας αρχίσουμε με το γεγονός ότι η ίδια η σύνθεση αυτών των επιτροπών αντανακλά με τον καλύτερο τρόπο τις συγκεκριμένες σχέσεις ισχύος, κι αποτελεί συνήθως την απόρροια ενός πολέμου. Μετά τον [Α’] Παγκόσμιο Πόλεμο, συνεπώς, η Γερμανία κι η Ρωσία εκδιώχθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον Δούναβη. Την ίδια στιγμή, η Επιτροπή στον Ρήνο μεταφέρθηκε στο Στρασβούργο κι έπεσε σε γαλλικά χέρια. Υπό τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, ο ίδιος ο μετασχηματισμός των γερμανικών ποταμών σε συνθηκολογημένα ποτάμια, τα οποία ελέγχονται από διεθνείς επιτροπές, υπήρξε μια πράξη η οποία μοίρασε τα λάφυρα μεταξύ των νικητών. Η Διεθνής Διοίκηση της Ταγγέρης, ένα λιμάνι στο Μαρόκο όπου διατέμνονται τα συμφέροντα της Γαλλίας, της Αγγλίας και της Ισπανίας, αποτελεί τον ίδιο τύπο οργάνωσης για την από κοινού εκμετάλλευση κι εποπτεία. Ένα τελευταίο και τυπικό παράδειγμα είναι ο Διεθνής Οργανισμός για τον Εκβιασμό των Αποζημιώσεων από τη Γερμανία: η επιτροπή των αποζημιώσεων κι όλοι αυτού του είδους οι εποπτικοί φορείς που επινοήθηκαν από το σχέδιο των ειδημόνων. Από τη στιγμή που κάποια δύναμη νιώθει αρκετά ισχυρή να λάβει τη λεηλασία υπό την αποκλειστική κατοχή της, αρχίζει να αντιμάχεται τη διεθνοποίηση. Έτσι, στη Διάσκεψη του Λονδίνου το 1883, η τσαρική Ρωσία κατάφερε να θέσει τον παραπόταμο Kiliisky του Δούναβη πέρα από τον έλεγχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προετοιμάζοντας τη διεθνή συνθήκη του 1889. Η Επιτροπή Εποπτείας της Εξουδετέρωσης της Διώρυγας του Σουέζ δεν μπόρεσε καν να συγκροτηθεί: εκμηδενίστηκε από μια χωριστή συμφωνία μεταξύ της Αγγλίας και της Γαλλίας, όπου η πρώτη αγόρασε ελευθερία δράσης στην Αίγυπτο σε αντάλλαγμα του να λάβει η τελευταία το Μαρόκο (Αγγλογαλλική Σύμβαση της 8ης Απριλίου 1904). Η πάλη μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών για την κυριαρχία επί του υπόλοιπου κόσμου αποτελεί επομένως έναν βασικό παράγοντα στον προσδιορισμό της φύσης και της μοίρας των αντίστοιχων διεθνών οργανισμών.

Μένουν ακόμη οι συγκριτικά λίγες κι εξειδικευμένες διακρατικές συμφωνίες. Αυτές έχουν έναν τεχνικό χαρακτήρα κι ανταποκρίνονται σε στοχευμένες κοινοπραξίες ή τις λεγόμενες διεθνείς διοικητικές ενώσεις, για παράδειγμα την Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση. Αυτοί οι οργανισμοί δεν χρησιμεύουν πρωτίστως ως μια αρένα για την πάλη μεταξύ διοικητικών ομάδων, αλλά καταλαμβάνουν μια δευτερεύουσα κι υποδεέστερη θέση. Η προέλευση των περισσότερων εξ αυτών των οργανισμών βρίσκεται στις δεκαετίες του 1870 και 1880, δηλαδή στην περίοδο που ο καπιταλισμός δεν είχε ακόμη αναπτύξει πλήρως τα μονοπωλιακά κι ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του. Η εντεινόμενη πάλη για τη διαίρεση του κόσμου έχει κινηθεί προς τα εμπρός σε τέτοιο βαθμό από εκείνη την περίοδο που η πραγματική ικανότητα των καπιταλιστικών κρατών να εξυπηρετούν τις γενικές οικονομικές και πολιτιστικές ανάγκες έχει συρρικνωθεί αντί να διευρυνθεί. Από αυτή την άποψη, σηματοδοτήθηκε μια πολύ ξεκάθαρη οπισθοδρόμηση με τον Παγκόσμιο Πόλεμο, στο ότι προκάλεσε την κατάρρευση μιας ολόκληρης σειράς πολιτιστικών (προπαντός) και, για παράδειγμα, επιστημονικών δεσμών.

Οι αστοί νομικοί δεν είναι τελείως λανθασμένοι, ωστόσο, στη θεώρησή τους του διεθνούς δικαίου ως μιας λειτουργίας μιας κάποιας ιδεατής πολιτιστικής κοινότητας η οποία συνδέει αμοιβαία τα μεμονωμένα κράτη. Αλλά δεν βλέπουν, ή δεν θέλουν να δουν, ότι αυτή η κοινότητα αντανακλά (υπό όρους και σχετικώς, βέβαια) τα κοινά συμφέροντα των διοικητικών κι αρχουσών τάξεων των διαφορετικών κρατών τα οποία έχουν ταυτόσημες ταξικές δομές. Η εξάπλωση και ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου συνέβη στη βάση της εξάπλωσης και ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ωστόσο, κατά τη φεουδαρχική περίοδο, οι ιππότες της κάθε ευρωπαϊκής χώρας είχαν τους κώδικες της στρατιωτικής τους τιμής και, αντιστοίχως, το ταξικό τους δίκαιο, το οποίο εφάρμοζαν στους αναμεταξύ τους πολέμους· δεν τα εφάρμοζαν, όμως, στους διαταξικούς πολέμους, για παράδειγμα στην καταστολή των αστών και των αγροτών. Η νίκη της αστικής τάξης, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, έπρεπε να οδηγήσει στην εδραίωση νέων κανόνων και νέων θεσμών του διεθνούς δικαίου οι οποίοι προστάτευαν τα γενικά και βασικά συμφέροντα της αστικής τάξης, ήτοι την αστική ιδιοκτησία. Εδώ βρίσκεται το κλειδί του σύγχρονου πολεμικού δικαίου.

Ενώ στη φεουδαρχική Ευρώπη η ταξική δομή αντανακλάτο στη θρησκευτική ιδέα της κοινότητας όλων των χριστιανών, ο καπιταλιστικός κόσμος δημιούργησε για τους ίδιους σκοπούς την έννοια του «πολιτισμού». Ο διαχωρισμός των κρατών σε πολιτισμένα και «ημι-πολιτισμένα», αφομοιωμένα και «ημι-αφομοιωμένα» στη διεθνή κοινότητα, αποκαλύπτει ρητά τη δεύτερη ιδιαιτερότητα του σύγχρονου διεθνούς δικαίου ως το ταξικό δίκαιο της αστικής τάξης. Εμφανίζεται σ’ εμάς ως η ολότητα των μορφών τις οποίες εφαρμόζουν τα αστικά κράτη στις αναμεταξύ τους σχέσεις, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος θεωρείται απλό αντικείμενο των ολοκληρωμένων τους συναλλαγών. Ο Liszt, για παράδειγμα, διδάσκει ότι «η πάλη με τα κράτη και τους λαούς που βρίσκονται εκτός της διεθνούς κοινότητας δεν πρέπει να κρίνεται σύμφωνα με το πολεμικό δίκαιο, αλλά σύμφωνα με τις βάσεις της αγάπης για την ανθρωπότητα και τον χριστιανισμό». Για να αποτιμήσουμε την αψύτητα αυτού του ισχυρισμού ας θυμηθούμε ότι, την περίοδο των αποικιακών πολέμων, οι αντιπρόσωποι αυτών των ευγενών αρχών, πχ οι Γάλλοι στην Μαδαγασκάρη κι οι Γερμανοί στη Νοτιοδυτική Αφρική, εξολόθρευσαν τους τοπικούς πληθυσμούς ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου.

Το πραγματικό ιστορικό περιεχόμενο του διεθνούς δικαίου, οπότε, είναι η πάλη μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Το διεθνές δίκαιο οφείλει την ύπαρξή του στο γεγονός ότι η αστική τάξη εξασκεί την κυριαρχία της επί του προλεταριάτου κι επί των αποικιακών χωρών. Οι τελευταίες είναι οργανωμένες σε έναν αριθμό από χωριστά κρατικοπολιτικά τραστ τα οποία βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Με την ανάδυση των σοβιετικών κρατών στην ιστορική αρένα, το διεθνές δίκαιο αποκτά μια διαφορετική σημασία. Γίνεται η μορφή ενός προσωρινού συμβιβασμού δύο ανταγωνιστικών ταξικών συστημάτων. Αυτός ο συμβιβασμός ισχύει για την περίοδο που το ένα σύστημα (το αστικό) είναι ήδη ανίκανο να εξασφαλίσει την αποκλειστική του κυριαρχία, και το άλλο (προλεταριακό και σοσιαλιστικό) δεν έχει ακόμη νικήσει ενάντια σε αυτή την κυριαρχία. Είναι με αυτή την έννοια που μας φαίνεται εφικτό να μιλάμε για διεθνές δίκαιο στην μεταβατική περίοδο. Η σημασία αυτής της μεταβατικής περιόδου συνίσταται στο γεγονός ότι η ανοιχτή πάλη για καταστροφή (παρεμβάσεις, αποκλεισμοί, μη αναγνωρίσεις) αντικαθίσταται από την πάλη εντός των ορίων των συνηθισμένων διπλωματικών σχέσεων και της ανταλλαγής βάσει συμβάσεων. Το διεθνές δίκαιο γίνεται διαταξικό δίκαιο, και η προσαρμογή του σε αυτή τη νέα λειτουργία αναπόφευκτα συμβαίνει με την μορφή μιας σειράς συγκρούσεων και κρίσεων. Η έννοια του διεθνούς δικαίου κατά την μεταβατική περίοδο διατυπώθηκε αρχικά, στη σοβιετική βιβλιογραφία, από τον E. Korovin.

Τέλος, το διεθνές δίκαιο λαμβάνει μια εντελώς διαφορετική έννοια ως το διακρατικό δίκαιο των σοβιετικών κρατών. Παύει τώρα να αποτελεί μια μορφή προσωρινού συμβιβασμού πίσω από τον οποίο αποκρύπτεται μια εντεινόμενη πάλη για επιβίωση. Λόγω αυτού, η ίδια η αντίθεση μεταξύ του διεθνούς δικαίου και του κράτους, τόσο χαρακτηριστική της προηγούμενης περιόδου, εξαφανίζεται. Τα προλεταριακά κράτη, μη έχοντας συγχωνευτεί επισήμως σε μια ομοσπονδία ή ένωση, πρέπει να παρουσιάζουν στις αμοιβαίες τους σχέσεις την εικόνα μιας τέτοιας στενής οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ενότητας, που το μέτρο του «σύγχρονου» διεθνούς δικαίου δεν μπορεί να εφαρμοστεί σ’ αυτά.

Όσον αφορά τώρα τη νομική μορφή του διεθνούς δικαίου, να σημειώσουμε πρώτα ότι η ορθόδοξη θεωρία θεωρεί ως υποκείμενο των διεθνών νομικών σχέσεων το κράτος στο σύνολό του, και μόνο το κράτος. «Μόνο τα κράτη αποτελούν υποκείμενα του διεθνούς δικαίου, φορείς των διεθνών νομικών υποχρεώσεων κι εξουσιών»[7]. Η πραγματική ιστορική προϋπόθεση για αυτή την οπτική είναι ο σχηματισμός ενός συστήματος ανεξάρτητων κρατών τα οποία έχουν, εντός των συνόρων τους, μια επαρκώς ισχυρή κεντρική εξουσία ώστε να καθιστά ικανό το καθένα εξ αυτών να δρα ως ενιαίο σύνολο. «Η κυριαρχία του κράτους, δηλαδή η ανεξαρτησία του από οποιαδήποτε αρχή βρίσκεται πάνω απ’ αυτό – αυτή είναι η βάση του διεθνούς δικαίου»[8].

Αυτές οι προϋποθέσεις πραγματοποιήθηκαν ιστορικά στην Ευρώπη μόνο στα τέλη του Μεσαίωνα, την περίοδο του σχηματισμού των απόλυτων μοναρχιών οι οποίες εδραίωσαν την ανεξαρτησία τους, σε σχέση με την παπική εξουσία, και οι οποίες διαμέλισαν την εσωτερική αντίσταση των φεουδαρχικών αρχόντων. Η οικονομική βάση αυτού υπήρξε η ανάπτυξη του εμπορικού κεφαλαίου. Η ανάδυση των μόνιμων στρατών, η απαγόρευση των πολέμων μεταξύ ιδιωτών, η υποκίνηση κρατικών επιχειρήσεων, δασμών κι αποικιακών πολιτικών – αυτά αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα τα οποία βρίσκονται στην καρδιά της θεωρίας του κράτους ως το αποκλειστικό υποκείμενο της διεθνούς νομικής κοινότητας. Η Καθολική Εκκλησία, η οποία είχε διεκδικήσει τη θέση του ανώτατου ηγέτη όλων των χριστιανικών κρατών, έλαβε ένα αποφασιστικό χτύπημα από τη Μεταρρύθμιση. Η Συνθήκη της Βεστφαλίας, η οποία το 1648 ανακήρυξε τη βάση της ισότητας μεταξύ των Καθολικών και των «αιρετικών» (Προτεσταντικών) κρατών, θεωρείται το βασικό γεγονός της ιστορικής ανάπτυξης του σύγχρονου (δηλαδή, αστικού) διεθνούς δικαίου.

Οι επαναστάσεις του 17ου και 18ου αιώνα σημείωσαν περαιτέρω βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ολοκλήρωσαν τη διαδικασία του διαχωρισμού του κρατικού κανόνα από τον ιδιωτικό, και μετασχηματίσαν την πολιτική ισχύς σε μια ειδική εξουσία και το κράτος σε ένα ειδικό υποκείμενο. Οι νομικές σχέσεις του κράτους έρρεαν ανεξάρτητα, και δεν πρέπει να συγχέονται με τα άτομα τα οποία ανά πάσα στιγμή ήταν οι φορείς της κρατικής αρχής. Έχοντας υποταχθεί στην κρατική μηχανή, η αστική τάξη έφερε την αρχή [principle] της δημόσιας φύσης της αρχής [authority] στην καθαρότερή της έκφραση. Μπορεί να ειπωθεί ότι το κράτος γίνεται πλήρως το υποκείμενο του διεθνούς δικαίου μόνο ως αστικό κράτος. Η νίκη της αστικής επί της φεουδαρχικής-πατρογονικής οπτικής εκφράστηκε, μεταξύ άλλων, στην απόρριψη της δεσμευτικής ισχύος των δυναστικών κρατικών συνθηκών. Έτσι, το 1790 η Εθνοσυνέλευση της Γαλλίας απέρριψε τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την οικογενειακή συνθήκη του οίκου των Βουρβόνων, στη βάση ότι ο Λουδοβίκος ΙΕ’ έπραττε ως αντιπρόσωπος της δυναστείας του και όχι της Γαλλίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την ίδια περίοδο που οι Γάλλοι συγγραφείς (ο Bonfils για παράδειγμα) θεωρούν πρέπουσα αυτή την απόρριψη, οι Γερμανοί μοναρχοαντιδραστικοί καθηγητές (Heffken) βρίσκουν ότι η Εθνοσυνέλευση παραβίασε με αυτή της την πράξη το διεθνές δίκαιο.

Ο Ρωμαϊκός Παπισμός αποτελεί ένα αλλόκοτο απομεινάρι του Μεσαίωνα. Αφότου η Εκκλησία εισήλθε στην εκλογική περιφέρεια της Ιταλίας το 1870, ο Πάπας συνέχισε εκτός της περιφέρειας να απολαμβάνει το δικαίωμα του να αποστέλλει και να λαμβάνει πρέσβεις, δηλαδή είχε ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά κυρίαρχης αρχής. Όταν οι αστοί νομικοί εξαναγκάζονται να ερμηνεύσουν ένα φαινόμενο το οποίο αντιφάσκει με το δόγμα τους, συνήθως ισχυρίζονται ότι ο παπικός θρόνος καταλαμβάνει ένα οιονεί διεθνές στάτους και ότι δεν αποτελεί υποκείμενο του διεθνούς δικαίου με την αυστηρή έννοια του όρου.

Στην πραγματικότητα, φυσικά, η επιρροή του ηγέτη της Καθολικής Εκκλησίας δεν είναι μικρότερη στις διεθνείς υποθέσεις από αυτή της Κοινωνίας των Εθνών. Όλοι οι συγγραφείς ταξινομούν τη τελευταία ως μια εξαίρεση των ανεξάρτητων υποκειμένων του διεθνούς δικαίου μαζί με τα μεμονωμένα κράτη. Ως μια χωριστή εξουσία η οποία διαχωρίζεται από την κοινωνία, το κράτος αναδύθηκε τελικά μόνο στη σύγχρονη αστική καπιταλιστική περίοδο. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει απ’ αυτό ότι οι σύγχρονες μορφές της διεθνούς νομικής αλληλεπίδρασης, και οι μεμονωμένοι θεσμοί του διεθνούς δικαίου, εμφανίστηκαν μόνο στους σύγχρονους καιρούς. Αντιθέτως, ανιχνεύουμε την ιστορία τους στις αρχαιότερες περιόδους της ταξικής κοινωνίας, ακόμη και σε προ-ταξικές κοινωνίες. Στον βαθμό που η ανταλλαγή δεν γινόταν αρχικά μεταξύ ατόμων, αλλά μεταξύ φυλών [tribes] και κοινοτήτων, μπορεί ίσως να επιβεβαιωθεί ότι οι θεσμοί του διεθνούς δικαίου είναι οι αρχαιότεροι νομικοί θεσμοί εν γένει. Συγκρούσεις μεταξύ φυλών, εδαφικές φιλονικίες, συνοριακές έριδες -και συμφωνίες ως ένα εκ των στοιχείων των διενέξεων-, βρίσκονται έως και στα πιο πρώιμα στάδια της ανθρώπινης ιστορίας. Η φυλετική προ-κρατική ζωή των Ιροκουά, και των αρχαίων Γερμανών, γνώρισε τη σύναψη συμμαχιών μεταξύ των διαφορετικών φυλών. Η ανάπτυξη της ταξικής κοινωνίας κι η εμφάνιση της κρατικής αρχής καθιστούν εφικτές τις συμβάσεις και τις συμφωνίες μεταξύ των αρχών. Η συνθήκη μεταξύ του φαραώ Ραμσή Β’ και του βασιλιά των Χετταίων αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα διασωθέντα τεκμήρια αυτού του είδους. Άλλες μορφές σχέσεων είναι εξίσου καθολικές: η ασυλία των πρέσβεων· η συνήθεια της ανταλλαγής ομήρων· μπορεί κανείς να υποδείξει επίσης την απολύτρωση κρατουμένων, την ουδετερότητα συγκεκριμένων περιοχών και το δικαίωμα στο άσυλο. Όλες αυτές οι πρακτικές ήταν γνωστές και χρησιμοποιούνταν από τους λαούς του μακρινού παρελθόντος. Η Αρχαία Ρώμη βίωσε διάφορες μορφές κήρυξης πολέμου (ius fetiale), σύναψε συνθήκες, έλαβε κι έστειλε πρέσβεις. Οι πρέσβεις των ξένων χωρών απολάμβαναν ασυλία, κλπ. Στη Ρώμη ασχολείτο με αυτούς τους κανόνες ένα ειδικό σώμα κήρυκων-ιερέων, και η πλειοψηφία των νομικών κανόνων προστατεύονταν από τους θεούς εκείνη την εποχή. Η θρησκευτική επικύρωση, ωστόσο, δεν απέτρεπε το γεγονός της παραβίασης, μερικές φορές, των νομικών αυτών κανόνων με τον πιο εξόφθαλμο τρόπο.

Αφετέρου, σχηματίστηκε μια σειρά από κανόνες οι οποίοι σχετίζονταν με τη διεθνή αλληλεπίδραση. Οι κανόνες αυτοί υπήρξαν αναγκαίοι τόσο για τη ρύθμιση των συγκρούσεων μεταξύ των φυλών και των λαών όσο, επίσης, και για τη διασφάλιση της εμπορευματικής ανταλλαγής μεταξύ ατόμων τα οποία ανήκαν σε διαφορετικές πατριές και φυλές. Αργότερα, αυτοί οι κανόνες επεκτάθηκαν για να συμπεριλάβουν κρατικούς οργανισμούς. Με αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκε το λεγόμενο ιδιωτικό διεθνές δίκαιο.

Για παράδειγμα, κατά την περίοδο άνθησης της Αθήνας, υπήρχαν σε αυτή περισσότεροι από 45.000 ξένοι κάτοικοι [μέτοικοι]. Απολάμβαναν όλα τα πολιτικά [civil] δικαιώματα και προστατεύονταν από έναν αντιπρόσωπο που εκλεγόταν από τους ίδιους (προξενική εκπροσώπηση σε εμβρυακή μορφή). Η προστασία των ξένων εφαρμοζόταν συνεπώς στους εμπόρους οι οποίοι γίνονταν προσωρινοί κάτοικοι. Παρατηρούμε το ίδιο φαινόμενο στην αρχαία Ρώμη όπου θεσπίστηκε το ειδικό γραφείο praetor peregrinus για την ακρόαση των δικαστικών υποθέσεων των ξένων. Επιπλέον, οι λεγόμενες actiones fictitiae βοήθησαν να ξεπεραστούν οι αυστηρές απαιτήσεις της ρωμαϊκής διαδικασίας οι οποίες εμπόδιζαν τους ξένους να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους.

Για τους Ρωμαίους νομικούς, το δίκαιο των εθνών (ius gentium) περιλάμβανε εξίσου αυτό που σήμερα αποκαλείται δημόσιο διεθνές δίκαιο, και επίσης εκείνο το οποίο λανθασμένα αποκαλείται ιδιωτικό διεθνές δίκαιο. Διαβάζουμε, λοιπόν, για παράδειγμα στη Digest[9]: «Σύμφωνα με τον νόμο αυτό των εθνών (ius gentium), πόλεμοι διεξάγονται, έθνη διαιρούνται, βασίλεια ιδρύονται, ιδιοκτησία κατανέμεται, χωράφια περιφράσσονται, κτήρια εγείρονται, εμπόριο, αγοραπωλησίες, δάνεια κι υποχρεώσεις εδραιώνονται – με εξαίρεση ορισμένες συναλλαγές οι οποίες διευθύνονται σύμφωνα με το αστικό δίκαιο»[10]. Από αυτή τη λίστα φαίνεται ότι το βασικό χαρακτηριστικό του διεθνούς δικαίου δεν θεωρείτο απλώς η ρύθμιση σχέσεων (σύνορα, πόλεμος, ειρήνη κλπ) μεταξύ των κρατών αλλά, και σε αντίθεση με το αστικό δίκαιο (ius civile), επίσης η καθιέρωση της βάσης μιας νομικής κοινότητας αποστερούμενης τοπικών ιδιαιτεροτήτων κι ελεύθερη από φυλετικούς κι εθνικούς χρωματισμούς. Αυτοί οι καθολικοί κανόνες δεν μπορούσαν να αποτελούν κάτι άλλο πέρα από μια αντανάκλαση των γενικών όρων των συναλλαγών, δηλαδή ανάγονταν στις βάσεις των ίσων δικαιωμάτων των ιδιοκτητών, το απαραβίαστο της ιδιοκτησίας και των επακόλουθων αποζημιώσεων για ζημίες, καθώς και της ελευθερίας των συμβάσεων. Ο δεσμός μεταξύ του δικαίου των εθνών (ius gentium) -με την έννοια των νόμων εγγενών σε όλα τα έθνη- και των κανόνων που ρυθμίζουν τις αμοιβαίες σχέσεις των κρατών, ενισχύθηκε συνειδητά από τον πρώτο θεωρητικό του διεθνούς δικαίου, τον Ούγκο Γκρότιους (1583-1684). Το σύνολο του συστήματός του βασίζεται στο γεγονός ότι θεωρεί τις σχέσεις μεταξύ των κρατών ως σχέσεις μεταξύ κατόχων ατομικής ιδιοκτησίας· διακηρύττει ότι οι αναγκαίοι όροι για την εκτέλεση της ανταλλαγής, δηλαδή της ισότιμης ανταλλαγής μεταξύ των ιδιωτών ιδιοκτητών, είναι οι όροι για τη νομική αλληλεπίδραση μεταξύ των κρατών. Τα κυρίαρχα κράτη συνυπάρχουν κι αντιπαρατίθενται αναμεταξύ τους ακριβώς με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο συνυπάρχουν κι αντιπαρατίθενται αναμεταξύ τους οι μεμονωμένοι κάτοχοι ιδιοκτησίας με ίσα δικαιώματα. Το κάθε κράτος μπορεί «ελεύθερα» να διαθέσει τη δική του ιδιοκτησία, αλλά μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στην ιδιοκτησία ενός άλλου κράτους μόνο μέσω μιας σύμβασης στη βάση της αποζημίωσης: do ut des [δούναι και λαβείν].

Η φεουδαρχική-πατρογονική δομή βοήθησε ιδιαίτερα τη θεωρία της εδαφικής κυριαρχίας να αποκτήσει μια ξεκάθαρα πολιτική απόχρωση. Οι Επικυρίαρχοι ή «Landesherren» [Κυβερνήτες][11] θεωρούσαν τους εαυτούς τους ιδιοκτήτες των εκτάσεων επί των οποίων εκτεινόταν η εξουσία τους· οι εκτάσεις θεωρούνταν το ιδιωτικό τους δικαίωμα, ένα υποκείμενο αποξένωσης από τον ιδιοκτήτη. Εισερχόμενοι σε σχέσεις αναμεταξύ τους, διέθεταν τις εκτάσεις τους όπως οι ιδιοκτήτες διαθέτουν τα αντικείμενά τους, και τα αποστερούνταν σύμφωνα με το σύστημα του ιδιωτικού (ρωμαϊκού) δικαίου. Από την αρχή, οπότε, πολλοί από τους θεσμούς του διεθνούς δικαίου είχαν ως θεμέλιο το ιδιωτικό δίκαιο – συμπεριλαμβανομένης της θεωρίας modi aecuirendi dominii [τρόπων κτήσεως κυριότητας] στις διεθνείς σχέσεις. Άλλες μέθοδοι αναγνωρίζονταν επίσης: κληρονομιά, προίκα, δώρο, αγοραπωλησία, ανταλλαγή, κατοχή, χρησικτησία.

Στη βάση του δόγματος του φυσικού δικαίου, οι ιδέες του Γκρότιους συνέχισαν να αναπτύσσονται από τους μεταγενέστερους θεωρητικούς: Puffendorf (1632-1694), Tomasius (1655-1728), Wolff (1679-1754), Vattel (1714-1767) και Burlamaki (1694-1748). Αυτοί οι θεωρητικοί έθεσαν τα θεμέλια για μια αφηρημένη ή φιλοσοφική θεωρία του δικαίου. Σε αντίθεση με αυτή τη σχολή, η οποία έχει ιδιαίτερη προτίμηση στις αφηρημένες έννοιες, ξεκίνησε μια συλλογή και συστηματοποίηση των πραγματικών διεθνών άγραφων νόμων και συνθηκών κι η μελέτη της διεθνούς πρακτικής. Ο προπάτωρ αυτής της θετικιστικής, ιστορικοπραγματιστικής σχολής θεωρείται ο Zouch (1590-1669), ένας καθηγητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης και ναύαρχος δικαστικός· ο Ολλανδός Binkerskuch (1673-1743) κι ο [Γερμανός] Martens (1756-1821) υπήρξαν μεταγενέστεροι εκπρόσωποι. Το δόγμα του φυσικού δικαίου έπαψε να απολαμβάνει την αναγνώριση των περισσότερων νομικών στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ωστόσο, ακόμη και στις μέρες μας, οι διατυπώσεις του Γκρότιους συνεχίζουν να υπάρχουν στα βιβλία του διεθνούς δικαίου υπό την αμφίεση των λεγόμενων «βασικών ή απόλυτων δικαιωμάτων» του κράτους. Για παράδειγμα, ο Hareis στο Institutionen des Völkerrechts [Θεσμοί του Διεθνούς Δικαίου] (1888), απαριθμεί τέσσερα τέτοια «βασικά δικαιώματα»: το δικαίωμα της αυτοσυντήρησης· το δικαίωμα της ανεξαρτησίας· το δικαίωμα της διεθνής ανταλλαγής· και το δικαίωμα του σεβασμού.

Διαβάζουμε την ίδια ακριβώς λίστα στον Liszt: «Από αυτή τη βασική ιδέα (διεθνή νομική αλληλεπίδραση) άμεσα ακολουθεί μια ολόκληρη σειρά νομικών κανόνων, από τους οποίους ορίζονται τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των κρατών και δεν απαιτούν καμία ειδική αναγνώριση μέσω κάποιας συνθήκης ώστε να έχουν υποχρεωτική ισχύ. Συνιστούν μια σταθερή (!) βάση για όλους τους άγραφους νομικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου κι αποτελούν το παλαιότερο, σημαντικότερο και ιερότερό του περιεχόμενο»[12]. Είναι πασιφανές ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με ιδέες που αντλούνται από τη σφαίρα των σχέσεων του αστικού δικαίου με βάση την ισότητα μεταξύ των μερών.

Σε έναν ορισμένο βαθμό, η αναλογία αυτή μπορεί να επεκταθεί. Το αστικό ιδιωτικό δίκαιο υποθέτει ότι τα υποκείμενα είναι τυπικά ίσα αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει πραγματική ανισότητα στην ιδιοκτησία, ενώ το αστικό διεθνές δίκαιο κατ’ αρχήν αναγνωρίζει ότι τα κράτη έχουν ίσα δικαιώματα αλλά στην πραγματικότητα είναι άνισα όσον αφορά τη σημαντικότητά τους και τη δύναμή τους. Για παράδειγμα, το κάθε κράτος είναι τυπικά ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα τα οποία θεωρεί αναγκαία να εφαρμόσει στην περίπτωση της καταπάτησης των δικαιωμάτων του: «ωστόσο, όταν ένα μεγάλο κράτος του αφήσει να εννοηθεί ότι θα το χτυπήσει με την απειλή ή την άμεση χρήση βίας, ένα μικρό κράτος απλώς αντιπαρατάσσει παθητική αντίσταση ή υποχρεώνεται να υποκύψει»[13]. Αυτά τα αμφίβολα οφέλη της τυπικής ισότητας δεν τα απολαμβάνουν καθόλου τα έθνη εκείνα τα οποία δεν έχουν αναπτύξει καπιταλιστικό πολιτισμό και τα οποία εμπλέκονται στη διεθνή αλληλεπίδραση όχι ως υποκείμενα, αλλά ως αντικείμενα της αποικιακής πολιτικής των ιμπεριαλιστικών κρατών.

Στις συναλλαγές του αστικού δικαίου, ωστόσο, οι σχέσεις μεταξύ των μερών λαμβάνουν νομική μορφή όχι μόνο επειδή απορρέουν από τη λογική των αντικειμένων (πιο συγκεκριμένα, από τη λογική της πράξης της ανταλλαγής), αλλά επίσης επειδή αυτή η μορφή βρίσκει πραγματική στήριξη και προστασία στον μηχανισμό της δικαστικής και κρατικής εξουσίας. Η νομική υπόσταση υλοποιείται σε μια ειδική σφαίρα, αποκομμένη από την εισβολή της απογυμνωμένης πραγματικότητας. Ο δικηγόρος το εκφράζει αυτό στη γλώσσα του ισχυριζόμενος ότι κάθε υποκειμενικό δικαίωμα εξαρτάται από έναν αντικειμενικό κανόνα, κι ότι οι ιδιωτικές νομικές σχέσεις εμφανίστηκαν λόγω της δημόσιας έννομης τάξης. Επιπλέον, στο διεθνές δίκαιο τα υποκείμενα των νομικών σχέσεων είναι τα ίδια τα κράτη ως οι φορείς της κυρίαρχης αρχής. Μια σειρά λογικών αντιφάσεων έπεται αυτού. Για την ύπαρξη του διεθνούς δικαίου είναι αναγκαίο τα κράτη να είναι κυρίαρχα (επειδή η κυριαρχία σε κάθε δεδομένη περίπτωση ισούται με τη δικαιοπρακτική ικανότητα). Αν δεν υπάρχουν κυρίαρχα κράτη τότε δεν υπάρχουν υποκείμενα της σχέσης του διεθνούς δικαίου, και συνεπώς δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο. Αλλά, αφετέρου, αν υπάρχουν κυρίαρχα κράτη, σημαίνει τότε ότι οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν είναι νομικοί κανόνες; Επειδή σε αντίθετη περίπτωση, [οι κανόνες του διεθνούς δικαίου] πρέπει να κατέχουν μια εξωτερική εξουσία η οποία περιορίζει το κράτος, τουτέστιν περιορίζει την κυριαρχία του. Συμπέρασμα: για να υπάρχει διεθνές δίκαιο είναι αναγκαίο τα κράτη να μην είναι κυρίαρχα. Η αστική νομική επιστήμη έχει αφιερώσει πολλές άκαρπες προσπάθειες στην επίλυση αυτής της αντίφασης. Για παράδειγμα, ο Pruess -συγγραφέας του σημερινού Γερμανικού (Βαϊμαρικού) Συντάγματος- έκλινε προς τη άποψη του να θυσιάσει την έννοια της κυριαρχίας για χάρη του διεθνούς δικαίου. Αντιθέτως, συγγραφείς όπως ο Zorn και, πιο πρόσφατα, ο Wendel, είναι πιο πρόθυμοι να εγκαταλείψουν το υπερκρατικό διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, αυτές οι δογματικές αντιπαραθέσεις δεν αλλάζουν στην πραγματικότητα τίποτα. Όσο εύγλωττα και να αποδειχτεί η ύπαρξη του διεθνούς δικαίου, το γεγονός της απουσίας μιας οργανωτικής εξουσίας, η οποία θα μπορούσε να επιβληθεί επί των κρατών με την ίδια ευκολία που το κράτος επιβάλλεται επί των μεμονωμένων ατόμων, παραμένει πραγματικότητα. Η μόνη πραγματική εγγύηση ότι οι σχέσεις μεταξύ των αστικών κρατών (και κατά την μεταβατική περίοδο και με τα κράτη άλλου ταξικού χαρακτήρα) θα παραμείνει στη βάση της ανταλλαγής ισοδύναμων, δηλαδή σε μια νομική βάση (στη βάση της αμοιβαίας αναγνώρισης των υποκειμένων), είναι η πραγματική ισορροπία δυνάμεων. Εντός των ορίων που τίθενται από μια δεδομένη ισορροπία δυνάμεων, διαφορετικά ζητήματα μπορούν να καθορίζονται με συμβιβασμούς και ανταλλαγή, δηλαδή στη βάση του δικαίου. Ακόμη και τότε υφίσταται η προϋπόθεση ότι η κάθε κυβέρνηση επικαλείται το δίκαιο όταν το απαιτούν τα συμφέροντά της, και προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποφύγει να εκπληρώσει κάποιον κανόνα του αν αυτό της είναι επικερδές[14]. Σε κρίσιμες περιόδους, όταν η ισορροπία δυνάμεων έχει διαταραχθεί σημαντικά, όταν «ζωτικά συμφέροντα» ή ακόμη κι η ίδια η ύπαρξη του κράτους βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, η μοίρα των κανόνων του διεθνούς δικαίου γίνεται εξαιρετικά προβληματική.

Αυτό αφορά ιδιαίτερα την ιμπεριαλιστική περίοδο, με την άνευ προηγουμένου εντατικοποίηση της ανταγωνιστικής πάλης η οποία προέρχεται από τις μονοπωλιακές τάσεις του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, καθώς κι από το γεγονός ότι αφότου ολόκληρη η υδρόγειος έχει ήδη κατανεμηθεί, τότε περαιτέρω επέκταση μπορεί να συμβεί μόνο «ληστεύοντας» τον γείτονά σου.

Το καλύτερο παράδειγμα αυτού μας παρέχεται από τον περασμένο πόλεμο του 1914-1918, κατά τον οποίο κι οι δυο πλευρές παραβίαζαν συνεχώς το διεθνές δίκαιο. Με το διεθνές δίκαιο σε μια τέτοια αξιοθρήνητη κατάσταση, οι αστοί νομικοί μπορούσαν να παρηγορηθούν μόνο με την ελπίδα ότι, όσο βαθιά και να είχε διαταραχθεί η ισορροπία, θα επανεδραιωνόταν μολαταύτα: κι οι βιαιότεροι πόλεμοι χρειάζεται μερικές φορές να λήξουν με ειρήνη, τα πολιτικά πάθη που εγέρθηκαν από τον πόλεμο χρειάζεται σταδιακά να συμφιλιωθούν, οι κυβερνήσεις θα επιστρέψουν στην αντικειμενικότητα και τον συμβιβασμό, και οι κανόνες του διεθνούς δικαίου θα ξαναβρούν για άλλη μια φορά την ισχύ τους. Ωστόσο, επιπρόσθετα σε αυτή την ελπίδα παρατίθεται το γεγονός, ως επιχείρημα υπέρ της θετικιστικής φύσης του διεθνούς δικαίου, ότι κάθε κράτος που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο προσπαθεί επίσης να παραστήσει το γεγονός σαν να μην υπήρξε καμία παραβίαση. Βρίσκουμε στον Ulman, για παράδειγμα, αυτή την περίεργη αναφορά της κρατικής υποκρισίας ως απόδειξη της θετικιστικής φύσης του διεθνούς δικαίου. Μια άλλη ομάδα νομικών απλώς αρνείται την ίδια την ύπαρξη του διεθνούς δικαίου. Μεταξύ αυτών βρίσκεται ο θεμελιωτής της αγγλικής σχολής της θετικιστικής νομικής επιστήμης, ο Austin. Ορίζοντας «το δίκαιο με την ορθή έννοια του όρου» ως μια τάξη πραγμάτων που προέρχεται από μια καθορισμένη αρχή [authority] κι ενισχύεται από την απειλή σε περίπτωση ανυπακοής, βρίσκει αντιφατικό να μπορεί ένα δίκαιο να υπάρξει διεθνές. «Στον βαθμό που είναι δίκαιο, δεν είναι διεθνές· στον βαθμό που είναι αληθινά διεθνές, δεν είναι δίκαιο». Ο Gumplowicz έχει την ίδια άποψη: «Υπό μια καθορισμένη έννοια, το διεθνές δίκαιο δεν είναι δίκαιο στον βαθμό που ο νόμος του κράτους επίσης δεν είναι δίκαιο»[15]. Ο Lasson λέει: «Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου δεν είναι παρά κανόνες κρατικής σοφίας την οποία ακολουθεί το κράτος έχοντας στο μυαλό του τη δική του ευημερία, και από την οποία μπορεί να παρεκκλίνει μόλις το απαιτήσουν τα ζωτικά του συμφέροντα»[16].

Αλλά η πλειοψηφία των αστών νομικών δεν μοιράζονται την άποψη των Austin, Lasson, Gumplowicz και άλλων. Η ανοιχτή απόρριψη του διεθνούς δικαίου είναι πολιτικά ασύμφορη για την αστική τάξη επειδή την εκθέτει στις μάζες κι έτσι παρεμποδίζει την προετοιμασία για νέους πολέμους. Είναι πολύ πιο επικερδές για τους ιμπεριαλιστές να δρουν υπό φιλειρηνική αμφίεση ως υπερασπιστές του διεθνούς δικαίου.

Επομένως, για παράδειγμα, ο Άγγλος συγγραφέας Walker[17] κατακρίνει τις ορολογικές λεπτολογίες του Austin, ο οποίος δεν θέλει να ορίσει το διεθνές δίκαιο ως δίκαιο με την ορθή έννοια του όρου, κι έτσι ο Walker αναφωνεί πως «είναι καλύτερο να επιτρέψουμε να κυριαρχήσει η ειρήνη κι η παθητικότητα χωρίς να κάνουμε χρήση ορθής ορολογίας, παρά να επιτρέψουμε την ύπαρξη του πνεύματος της ανομίας για χάρη της γλωσσικής ακρίβειας!».

Οι νομικοί που κηρύττουν τη λατρεία της εξουσίας στις διεθνείς σχέσεις είναι αφενός άχρηστοι για την αστική τάξη (δεν χρειάζεται κηρύγματα, αλλά πραγματική εξουσία), και αφετέρου επικίνδυνοι επειδή αποκρύπτουν το ασυμβίβαστο των αντιφάσεων της καπιταλιστικής κοινωνίας, κι επειδή ισχυρίζονται ότι χρειάζεται ειρήνη κι ηρεμία ακόμη και για έναν κλέφτη όταν αυτός έχει χορτάσει και χωνεύει τα λάφυρά του.

Από μαρξιστική σκοπιά, αυτή η μηδενιστική επίκριση του διεθνούς δικαίου είναι λαθεμένη καθώς, ενώ μεν εκθέτει τον φετιχισμό του ενός τομέα, το κάνει εδραιώνοντας τον φετιχισμό στους υπόλοιπους. Η επισφαλής, ασταθής και σχετική φύση του διεθνούς δικαίου απεικονίζεται πλάι στη σε μεγάλο βαθμό σταθερή, ακλόνητη κι απόλυτη φύση των άλλων ειδών δικαίου. Στην πραγματικότητα, έχουμε εδώ μια διαφορά στον βαθμό. Επειδή μόνο στη φαντασία των νομικών το σύνολο των νομικών σχέσεων εντός ενός κράτους κυριαρχούνται εκατό τοις εκατό από μια μοναδική κρατική «θέληση». Στην πραγματικότητα, μια μεγάλη μερίδα των σχέσεων του αστικού δικαίου ασκούνται υπό την επιρροή πιέσεων περιορισμένων στις δραστηριότητες των ίδιων των υποκειμένων. Περαιτέρω, μόνο υιοθετώντας την οπτική του νομικού φετιχισμού είναι εφικτό να σκεφτούμε ότι η νομική μορφή μιας σχέσης αλλάζει ή καταστρέφει την πραγματική κι υλική της ουσία. Αυτή η ουσία, αντιθέτως, είναι πάντα καθοριστική. Η σχηματισμός της σχέσης μας με τα αστικά κράτη, μέσω σύναψης συνθηκών, αποτελεί τμήμα της εξωτερικής μας πολιτικής κι αποτελεί τη συνέχισή της με μια ειδική μορφή. Μια υποχρέωση που πηγάζει από μια συνθήκη δεν είναι τίποτα άλλο από μια ειδική μορφή της συμπύκνωσης των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων. Αλλά αφότου επιτευχθεί ο κατάλληλος βαθμός συμπύκνωσης, μπορεί να ληφθεί υπόψη και, εντός ορισμένων ορίων, να μελετηθεί ως ένα ειδικό ζήτημα. Η πραγματικότητα αυτού του αντικειμένου δεν είναι μικρότερη από εκείνη ενός οποιουδήποτε συντάγματος – και τα δύο μπορούν να ανατραπούν από την εισβολή μιας επαναστατικής θύελλας.

Αποτελεί κοινοτοπία να διακρίνουμε ένα γενικό κι ένα ειδικό συστατικό μέρος σε σχέση με τη συστηματοποίηση του διεθνούς δικαίου. Το πρώτο περιέχει τη θεωρία του κράτους ως το υποκείμενο του διεθνούς δικαίου. Εδώ κείνται η θεωρία της κυριαρχίας, οι διάφορες μορφές περιορισμού της, η θεωρία του διεθνούς δικαίου και της δικαιοπρακτικής ικανότητας κλπ. Εκκινώντας από την παραδοσιακή διαίρεση του κράτους σε τρία στοιχεία -εξουσία, έδαφος και πληθυσμός- οι περισσότερες πραγματείες περιλαμβάνουν στο γενικό συστατικό μέρος τη ρύθμιση των εδαφικών ζητημάτων (σύνορα, χωρικά ύδατα, μεθόδους εδαφικής απόκτησης, κλπ), και πληθυσμιακά ζητήματα (πολιτειότητα, προτίμηση, κλπ). Το ειδικό συστατικό μέρος αφορά την οργάνωση και τις μορφές των διεθνών νομικών σχέσεων – η διπλωματική και προξενική εκπροσώπηση, τα διεθνή δικαστήρια κι άλλοι διεθνείς οργανισμοί, η θεωρία των διεθνών συνθηκών, κλπ. Περαιτέρω εννοιολογικοί τομείς συνήθως ορίζονται ως ρυθμιστικές διεθνείς νομικές συμφωνίες (μετακίνηση, εμπόριο, ναυσιπλοΐα, ταχυδρομεία και τηλέγραφος, η μάχη με τις επιδημίες, η προστασία της ιδιοκτησίας, κλπ). Τελευταίο έρχεται το τμήμα αφιερωμένο στο πολεμικό δίκαιο. Αυτό συνήθως προλογίζεται με μια εξέταση ειρηνικών μέσων για την επίλυση των συγκρούσεων (διαιτητικές αποφάσεις). Το πολεμικό δίκαιο μπορεί να διαιρεθεί σε δίκαιο του στρατιωτικού πολέμου, δίκαιο των ναυτικών εχθροπραξιών και θεωρία των δικαιωμάτων κι υποχρεώσεων των ουδέτερων κρατών.

Η προέλευση του διεθνούς δικαίου

Στον βαθμό που δεν υπάρχει καμία εξωτερική αρχή πάνω από τα κράτη η οποία θα μπορούσε να καθιερώσει τα πρότυπα συμπεριφοράς τους, τότε με την τεχνική νομική έννοια η προέλευση του διεθνούς δικαίου βρίσκεται στη συνήθεια και τις συμφωνίες. Κατά την άποψη του Liszt, οι δύο αυτές πηγές προέλευσης μπορούν να αναχθούν σε μία – αυτή είναι η «γενική νομική ιδεολογία των κρατών», η οποία εκφράζεται εν μέρει στην μορφή της νομικής πρακτικής, και εν μέρει στην μορφή της άμεσης και ανοιχτής εγκαθίδρυσης του δικαίου μέσω συμφωνιών. Αλλά από τη στιγμή που α) δεν είναι πάντα εύκολο να οριστεί ποια ιδεολογία είναι γενική και ποια «νομική» και β) η πρακτική των διαφορετικών κρατών ανά πάσα στιγμή, και η πρακτική οποιουδήποτε κράτους σε διαφορετικές στιγμές, διαφέρουν, η προέλευση, οπότε, των κανόνων ακόμη και του εθιμικού διεθνές δικαίου στην πραγματικότητα προέρχεται από τις απόψεις των «συγγραφέων», ή λόγιων, οι οποίοι συνήθως διαφέρουν αποφασιστικά μεταξύ τους στο κάθε ζήτημα. Είναι συνεπώς συχνές οι αναφορές στην «πλειοψηφία» ή τη «συντριπτική» πλειοψηφία των αρχών. Αν κανείς επισημάνει περαιτέρω ότι η καθεμία απ’ αυτές τις αρχές συνειδητά ή ασυνείδητα υπερασπίζεται τις θέσεις εκείνες οι οποίες είναι, ή φαίνονται να είναι, ευεργετικές για το δικό τους κράτος, τότε μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο ανέλπιδη θα υπάρξει η εφαρμογή του εθιμικού διεθνούς δικαίου στην απόφαση για οποιαδήποτε σοβαρή διαμάχη.

Οι κανόνες του γραπτού διεθνούς δικαίου, οι οποίοι καθορίζονται στις συνθήκες και τις συμφωνίες, διακρίνονται βέβαια από μια συγκριτικά μεγαλύτερη ακρίβεια. Αλλά υπάρχουν σχετικά λίγες τέτοιες συνθήκες οι οποίες θα μπορούσαν να καθιερώσουν γενικούς κανόνες ή, σε τεχνική γλώσσα, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα αντικειμενικό διεθνές δίκαιο. Οι σημαντικότερες εξ αυτών είναι: οι πράξεις του Συνεδρίου της Βιέννης (1815)· η Παρισινή Διακήρυξη του Δικαίου των Ναυτικών Εχθροπραξιών (1909)· η Συνθήκη της Κοινωνίας των Εθνών (1919)· και ορισμένες διακηρύξεις της Διάσκεψης της Ουάσιγκτον (1921), κλπ. Ωστόσο, τμήματα των συνθηκών αυτών δεν συμφωνήθηκαν απ’ όλα τα κράτη -μόνο από κάποια εξ αυτών- κι οπότε οι απορρέοντες κανόνες από αυτές τις συμφωνίες ίσως, μιλώντας αυστηρά, να μην απολάβουν την ίδια σημασία με τους κανόνες του γενικού διεθνούς δικαίου. Υπάρχουν μόνο ορισμένοι ενεργοί διεθνείς νόμοι μεταξύ του κύκλου των κρατών που τους υπέγραψαν ή που αργότερα τους αποδέχτηκαν. Υπάρχουν, επομένως, λίγοι γενικώς αναγνωρισμένοι γραπτοί κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Τέλος, οι αποφάσεις των διεθνών δικαστηρίων, των ειδικών επιτροπών διαιτησίας κι άλλων διεθνών οργανισμών παρατίθενται συνήθως ως πηγές προέλευσης του διεθνούς δικαίου. Οι Αγγλοσάξονες νομικοί προσθέτουν τη δικαστική πρακτική των εθνικών δικαστηρίων, ιδίως όσον αφορά υποθέσεις έπαθλων [prize cases] [18] και την εσωτερική νομοθεσία η οποία ασχολείται με ζητήματα διεθνούς σημασίας.

Σημειώσεις:

1. H. Bonfils, Traite de droit international public (1894), Rousseau, Paris, σελ.1.

2. J. Louter, Le droit international public positif (1920), Oxford, σελ.17.

3. E. Bernstein, Völkerrecht und Völkerpolitik (1919).

4. K. Renner, Marxismus, Krieg und Internationale (1918), Vienna.

5. Β. Ι. Λένιν, «Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού» στο Λένιν: Άπαντα, τόμος 27, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1988, σελ. 378-379.

6. E. Korovin, International Law of the Transitional Period (1924), Moscow.

7. F. Liszt, Das Volkerrecht (1925), Fleischmann, Berlin, σελ.5.

8. Loening, Die Gerichtsbarkeit über fremde Souveräne (1903), σελ.83.

9. [Σ.τ.Μ.]: Η Digest [Σύνοψη], γνωστή κι ως Πανδέκτης, ήταν επιτομή του ρωμαϊκού δικαίου που συντάχθηκε ύστερα από εντολή του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ τον 6ο αιώνα. Αριθμούσε 50 τόμους κι αποτελούσε μια σύνοψη και κωδικοποίηση του συνόλου των ρωμαϊκών νόμων έως και εκείνη την εποχή.

10. 1, 5 Digests, 1, 1.

11. [Σ.τ.Μ.]: Η επικυριαρχία ήταν η κατάσταση όπου ένα ισχυρό κράτος έλεγχε την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις ενός άλλου κράτους υποτελές προς το ίδιο, ενώ παράλληλα του επέτρεπε εσωτερική αυτονομία. Το σύστημα αυτό της επικυριαρχίας ίσχυε και στο εσωτερικό των μεσαιωνικών αυτοκρατοριών και βασιλείων. Οι ανώτεροι φεουδάρχες άρχοντες κατείχαν επικυριαρχία επί των περιφερειών των χαμηλότερων αρχόντων, και η σχέση αυτή διέτρεχε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχικής πυραμίδας της τάξης των φεουδαρχών αρχόντων.

12. F. Liszt, International Law (1913), ρώσικη μετάφραση από την 6η έκδοση, επιμελημένη από τον V. E. Grabar, σελ.81.

13. V. E. Grabar, The Basis of Equality between States in Modern International Law (1912), Publishing House of the Ministry of Foreign Affairs, τόμος 1.

14. L. Oppenheim, International Law: A Treatise (1905), Longmans, Green & Co., τόμος 1, σελ.65.

15. L. Gumplowicz, Allgemeines Staatsrecht (1907), σελ.415.

16. G. Lasson, Prinzip und Zukunft des Völkerrechts (1871), σελ.. 49.

17. T. A. Walker, A History of the Law of Nations, σελ.19.

18. [Σ.τ.Μ.]: Σύμφωνα με το ναυτικό δίκαιο, αν κατά την περίοδο πολέμου η μία εκ των αντιμαχόμενων πλευρών καταλάβει ένα πλοίο της αντίπαλης πλευράς, μπορεί να το κρατήσει ως έπαθλο. Αντιθέτως, σε καιρό ειρήνης μια τέτοια πράξη θεωρείται πειρατεία. Από τις γνωστότερες εκδικάσεις τέτοιων υποθέσεων έλαβε χώρα κατά τον Αμερικάνικο Εμφύλιο Πόλεμο όταν ο Λίνκολν διέταξε το μπλοκάρισμα των λιμανιών των Νότιων χωρίς όμως να ζητήσει από το Κογκρέσο να κηρύξει επίσημα πόλεμο – καθώς φοβόταν πως κάτι τέτοιο θα σήμαινε να τους αναγνωρίσει ως έθνος, κάτι το οποίο σύμφωνα με την αρχή των εθνοτήτων θα σήμαινε να τους αναγνωρίσει το δικαίωμα να αποσχιστούν και να ιδρύσουν δικό τους κράτος.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s