Home

Το κείμενο «M. Le Pen et la disparition de l’ identité ouvrière» γράφτηκε από τον R.S. και δημοσιεύτηκε διαδικτυακά στις 4 Ιουλίου 2002. Ύστερα κυκλοφόρησε σε έντυπη μορφή στο 18ο τεύχος του περιοδικού Théorie Communiste τον Φεβρουάριο του 2003. Στα ελληνικά μεταφράστηκε κι εκδόθηκε το 2014 στην Αθήνα. Διακινήθηκε σε 1.000 αντίτυπα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Για την μπροσούρα σε pdf, πατήστε εδώ.

Αντί προλόγου

«Εξαιτίας των κοινωνικών εντάσεων που αναπτύχθηκαν στον τόπο αυτό ειδικά το 2011, αλλά και στη βάση των αναγκαιοτήτων της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της διαχείρισης του πληθυσμού, το κράτος μεταλλάχθηκε βίαια ακολουθώντας (και προκαλώντας) τη βίαιη μετάλλαξη του ευρύτερου κοινωνικού σχηματισμού. Για την περιγραφή αυτού του μετασχηματισμού χρησιμοποιήθηκαν διάφορες έννοιες όπως χούντα (που δεν τελείωσε το ’73), κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός, αυταρχικό κράτος, φασιστικό ολοκληρωτικό καθεστώς, (απροκάλυπτη) δικτατορία, κράτος δημοσιονομικής κρίσης, νέο εμφυλιοπολεμικό κράτος, αστυνομικό κράτος, (νέο)φιλελεύθερος (μετα)φασισμός. Οι έννοιες όμως δεν είναι αθώες και ουδέτερες και το πρόβλημα δεν είναι να επιδιώκει κανείς τη μέγιστη θεωρητική σαφήνεια· το πρόβλημα είναι να χρησιμοποιεί κανείς αυτούς τους όρους απαράλλακτα. Και αυτό υποδηλώνει μια θεωρητική σύγχυση. Το βασικό ζήτημα για εμάς, το οποίο δε θα θίξουμε επί μακρόν στην εισήγηση αυτή, είναι ότι πρέπει να μιλάμε για κρίση του καπιταλιστικού κράτους και να έχουμε στο μυαλό μας σε γενικές γραμμές πότε εγκαινιάστηκε η μετάλλαξη του κράτους και πώς· και φυσικά τον ουσιαστικό ρόλο που έπαιξε η ΧΑ όλο αυτό το διάστημα ως στήριγμα της υποτίμησης της εργασίας και της ζωής των προλετάριων, ντόπιων και μεταναστών. Έτσι θα φωτιστούν κάποια πράγματα καλύτερα και θα φανεί η αξία της έννοιας του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης».

Αν υπάρχει ένας βασικός λόγος που μεταφράστηκε το συγκεκριμένο κείμενο της Théorie Communiste, είναι γιατί έρχεται, κατά τη γνώμη μου, να καλύψει την ανάγκη θεωρητικής κατανόησης σήμερα και με μη αντιφασιστικά εργαλεία του τρόπου με τον οποίο η αντίληψη για το τι είναι το Κράτος και ο τρόπος που αυτό εισήλθε σε κρίση συνδέονται με την άνοδο της άκρας δεξιάς ως κινηματικής διαδικασίας που εντάσσεται στον τρέχοντα κύκλο αγώνων. Δεν πρόκειται για έργο ούτε πρόχειρο ούτε άνευ σημασίας, το αντίθετο μάλιστα. Υπό αυτή την έννοια, η εκτενής ανάλυση της ψήφου στον Λεπέν δώδεκα χρόνια μετά διατηρεί την αξία της μιας και γίνεται η αφορμή να εκτεθεί μια συνολικότερη προσέγγιση για την τότε συγκυρία· από την οποία, από ό,τι δείχνουν και τα πρόσφατα αποτελέσματα των ευρωεκλογών στη Γαλλία, δεν έχουμε εξέλθει παρά τις ταραχές, τις συγκρούσεις και τις εξεγέρσεις σε πλανητικό επίπεδο που ξέσπασαν από τότε. Οι οποίες παρόλα αυτά συνεχίζουν το έργο τους.

Αυτές οι τέσσερις έννοιες (Κράτος, κρίση του Κράτους, τρέχων κύκλος αγώνων, κίνημα της άκρας δεξιάς) δε χαρακτηρίζονται από καμία στεγανωτική αυτοτέλεια που θα υπονοούσε την τοποθέτησή τους εκτός της ιστορίας και της πάλης των τάξεων. Κι όμως, αυτή είναι η πιο συνηθισμένη θεωρητική και πρακτική προσέγγιση, ειδικά όταν φετιχοποιείται «η ανεξαρτησία της συλλογικής ζωής, που είναι εγγενής στο Κράτος, και εμφανίζεται η ίδια τώρα σαν αποκομμένη από αυτό που την παράγει και τη δικαιολογεί, σαν να πηγαίνει μόνη της». Αυτή η προσέγγιση είναι στην πραγματικότητα επηρεασμένη, πέρα από τις όποιες ιδεολογικές αγκυλώσεις που έτσι κι αλλιώς δεν αφορούν όλους, από το γεγονός ότι όταν το Κράτος βρίσκεται σε κρίση, τότε είναι που η ανύψωσή του πάνω από την κοινωνία πολιτών γίνεται εντονότερη από ποτέ. Επιπλέον, τα έκτακτα μέτρα που λαμβάνει για την υπεράσπιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και τον έλεγχο του πληθυσμού δίνουν την αίσθηση πώς δεν πρόκειται απλά για μια ιδιαίτερη λειτουργία του ίδιου του ιστορικά καθορισμένου καπιταλιστικού κράτους, αλλά για κάποια νέα φάση στην εξέλιξη της μορφής Κράτος· για κάποιο νέο Κράτος. Το αν όμως η κρατική κυριαρχία πρόκειται να μετασχηματιστεί κατά την τρέχουσα κρίση είναι πάντως κάτι που δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα με τον ιδεολογικό αντιφασισμό δεν είναι ότι δημιουργεί ψευδαισθήσεις και κάνει κάποιον να αισθάνεται εν έτει 2014 απόγονος όσων πολέμησαν στη μάχη του Στάλινγκραντ το 1943. Είναι ότι φέρει μέσα του εγγενώς την υποτίμηση της ταξικής πάλης του ίδιου του προλεταριάτου, την οποία κατά τα άλλα επικαλείται. Το γεγονός ότι «η εξαφάνιση της επιβεβαίωσης της εργατικής ταυτότητας στο εσωτερικό της αναπαραγωγής του κεφαλαίου αποσταθεροποίησε πλήρως το σύνολο της πολιτικής λειτουργίας του δημοκρατικού Κράτους» παραμένει μια διατύπωση άνευ σημασίας· η ΧΑ είναι ένα μάτσο παρακρατικοί, μπράβοι και μαχαιροβγάλτες, τελεία. Η σύνδεση όμως με τη διάλυση του λαϊκού ΠΑΣΟΚ και τη σταδιακή κατάρρευση του ΚΚΕ δε γίνεται ποτέ…

Αθήνα, αρχές Σεπτέμβρη 2014
Α.

Αν είστε πολύ ευαίσθητες ψυχές για να πειστείτε βαθιά μέσα σας ότι το προλεταριάτο δεν είναι παρά μια τάξη της καπιταλιστικής κοινωνίας, συνιστάται η εγκατάλειψη της ανάγνωσης όσων ακολουθούν.

Οι τελευταίες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία[1] θέτουν ένα μόνο θεωρητικό ζήτημα: το Εθνικό Μέτωπο βγαίνει πρώτο κόμμα μεταξύ εργατών-άνεργων-προσωρινών στις εκλογές. Αυτό δε συνιστά κάτι πραγματικά καινούργιο· το πράγμα ήταν ορατό εδώ και κάποιο καιρό, έγινε αναπόφευκτο.

Αντικείμενο αυτού του κειμένου δεν είναι να ερμηνεύσει την ψήφο όλων των εργατών, να γίνει εξαντλητικό, αλλά να εξηγήσει γιατί και πώς η μαζική ψήφος υπέρ του Εθνικού Μετώπου αγκυρώνεται στην εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας, η οποία επιβεβαιωνόταν και νομιμοποιείτο εντός της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Αυτή η ψήφος είναι που αποτελεί το αντικείμενό μας, κάτι που δεν προϋποθέτει ότι η εξαφάνιση αυτής της ταυτότητας οδηγεί μηχανικά σε αυτή την ψήφο. Υπήρξε εξίσου η ψήφος στην άκρα αριστερά και οπωσδήποτε η αποχή. Αν ενδιαφερόμαστε ειδικά για την ψήφο υπέρ του Λεπέν, είναι επειδή προσφέρει ρητά το κλειδί για την κατανόηση των δύο άλλων εκλογικών συμπεριφορών, οι οποίες εμπίπτουν στον ίδιο θεμελιώδη καθορισμό: την εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας. Η αναγωγή αυτών των τριών εκλογικών συμπεριφορών στον ίδιο καθορισμό δε συνεπάγεται τη σύγχυση μεταξύ τους, αλλά αν η μια από αυτές είναι η ψήφος υπέρ του Λεπέν, τότε νομιμοποιούνται τα ερωτήματα πάνω στις άλλες δυο. Η αντιμετώπιση της ψήφου υπέρ του Λεπέν ως μορφή εκδήλωσης της εξαφάνισης της εργατικής ταυτότητας σημαίνει άρνηση των αυταπατών σχετικά με τις δυο άλλες εκλογικές συμπεριφορές. Και οπωσδήποτε σχετικά με αυτή που είναι περισσότερο ευάλωτη σε ψευδαισθήσεις, επειδή είναι περισσότερο ευάλωτη σε ερμηνείες όσον αφορά τις ίδιες τις επιθυμίες της: την αποχή.

«Οι προλεταριοποιημένοι δεν εκφράζονται ως τάξη, αλλά ως εκλογείς ή ως απέχοντες… Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να θεωρηθεί η αποχή ως έκφραση μιας προλεταριακής κριτικής στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Πρέπει να είμαστε καχύποπτοι απέναντι στη διπλή γλώσσα, από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε και η πιο καλοπροαίρετη κριτική. Πράγματι, δεν μπορούμε, από τη μια, να λέμε πως οι εκλογές έχουν μικρή σημασία, ότι δε σημαίνουν και πολλά πράγματα, ότι είναι ο αγώνας βάσης που μετράει και που οι προλετάριοι θα είναι αναγκασμένοι να κάνουν και, από την άλλη, να ισχυριζόμαστε ότι ο αριθμός των ατόμων που δεν εγγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους ή απέχουν από τις εκλογές αποκαλύπτει ένα επίπεδο συνείδησης και έναν συσχετισμό δυνάμεων»[2].

Ενώ η OCL[3] προχωράει σε τολμηρές δηλώσεις για την αποχή, παραμένουμε σε ένα επίπεδο διακηρύξεων χωρίς να επιχειρείται ακόμα και η ελάχιστη ανάλυση:

«Για μια φορά η αποχή είχε νόημα και μπορούσε κάποιος να την επικαλεστεί».

Ομοίως, το σύντομο κείμενο της L’ Oiseau Tempête[4] με τίτλο Fascisme de la misère, misère de l’antifascisme [Ο φασισμός της μιζέριας, η μιζέρια του αντιφασισμού] παρουσιάζει την αποχή ως το «πρώτο αναγκαίο αλλά όχι επαρκές στάδιο» προς την «αυτόνομη και διαρκή αντικαπιταλιστική μάχη»:

«Πολλοί δε χρησιμοποιούν ακόμα[5] παρά μόνο την αποχή για να πετάξουν στα σκουπίδια τους πολιτικούς (συμπεριλαμβανομένου και του Λεπέν)».

Η αποχή παραμένει πάντα λογιστική, καθώς σχετίζεται με μια εκλογική διαδικασία, και ο αριθμός των ατόμων που αθροίζονται ως απέχοντες δεν μπορεί παρά να αναφέρεται στο ίδιο είδος ατόμου με αυτά που ψηφίζουν· στην ίδια την ύπαρξη του ατόμου. Μπορούμε να ερμηνεύσουμε με όλους τους τρόπους τα ποσοστά και τους απόλυτους αριθμούς μιας εκλογικής διαδικασίας, άσκηση με την οποία καταπιάνεται το Courant Alternatif, ποτέ όμως δε θα βρούμε εκεί τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ των τάξεων. Η απόδειξη της ριζοσπαστικότητας της αποχής παρέχεται μέσω ενός περίεργου συλλογισμού, μέσω του παραλόγου: εφόσον γίνεται προσπάθεια ενοχοποίησης των απεχόντων από το καθεστώς, αυτό συμβαίνει επειδή υπήρξαν ένοχοι ενάντια στη δημοκρατία, άρα ήταν ανατρεπτικοί[6]. Αν και είναι ακριβές πως ο δημόσιος λόγος μεταξύ των δυο γύρων ενοχοποιούσε την αποχή, το συμπέρασμα του συλλογισμού δεν έχει μια μεταβατική σχέση με την προϋπόθεση του συλλογισμού. Η OCL αποτελεί ένα καλό παράδειγμα της κλίσης προς μια τέτοια αξιολόγηση της αποχής, για την οποία διεκδικείται ένα νόημα αν όχι επαναστατικό, τουλάχιστον ανατρεπτικό. Αυτή η κλίση αποτελεί ένα παιχνίδι στο οποίο γίνεται προσπάθεια να προσδιοριστεί αυτή η χίμαιρα με το όνομα «ταξική» ψήφος. Το Courant Alternatif μας παρέχει τα αποτελέσματα της λίστας του Κομμουνιστικού Κόμματος και της άκρας αριστεράς κοινότητα προς κοινότητα στην περιφέρεια του Longwy συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των προεδρικών με αυτά των βουλευτικών εκλογών. Η ανάλυση αποκαλύπτει μια ορισμένη μετακίνηση ψηφοφόρων μεταξύ των δυο λιστών και με σεμνότητα καταλήγει:

«Αυτή η μετακίνηση ψηφοφόρων είναι ένδειξη πως ένα σχετικά σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος[7] δεν έχει χάσει τις “ταξικές”[8] αναφορές του».

«Ας παραμείνουμε αισιόδοξοι», όπως μας προτρέπει το Courant Alternatif, το οποίο βγάζει θετικά συμπεράσματα από το οτιδήποτε, όταν υποστηρίζει πως, πέρα από όσους απείχαν, υπήρχε κι ένα «ρέον ταξικό εκλογικό σώμα». Ιδού ένα συμπέρασμα που δεν μπορεί παρά να προμηνύει την «ανύψωση του επιπέδου της ταξικής πάλης», η οποία, μολονότι δε λαμβάνει χώρα ακόμα, δε θα ήταν δυνατό να αργήσει να μεταφραστεί σε «κινήματα εθνικής εμβέλειας»· η απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι η αστική τάξη κάνει «μια εκπληκτική προσπάθεια να οικοδομήσει την εθνική ενότητα». Προσπάθεια, την οποία αποφύγαμε… μέσα στις κάλπες. Σε πολλές χώρες η αποχή είναι μαζική εδώ και πολλά χρόνια και, μολονότι αυτό δεν είναι άνευ σημασίας, είναι παράτολμο να εξάγεται από αυτή ένα άμεσο νόημα για το επίπεδο της ταξικής πάλης.

Η αποχή συνιστά κρίση και μετασχηματισμό της πολιτικής που συνδέονται περισσότερο με το αδύνατο της εργατικής αντιπροσώπευσης το οποίο έχει γίνει έκδηλο, παρά ένδειξη του επιπέδου της ταξικής πάλης. Η σύνδεση, και ακόμα περισσότερο η σύγχυση, μεταξύ των δυο φαινομένων προϋποθέτει οπωσδήποτε μια προβληματική, η οποία εκφράζεται ξεκάθαρα στο Lettre [Γράμμα] Μαΐου 2012 του Mouvement Communiste[9]: Η δημοκρατία επανορθώνει και αποκαθιστά την ακραία διάλυση της κοινωνίας των πολιτών· η διάλυση κάθε κοινωνικού δεσμού αντικαθίσταται από μια απατηλή κοινότητα· αυτή η απατηλή κοινότητα συνιστά μια μασκαράτα που αποκρύπτει τους πραγματικούς ανταγωνισμούς. Το γεγονός ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μαζί με τις αναγκαίες πολιτικές μορφές του καθορίζει τις παραγωγικές σχέσεις –οι οποίες, μακράν του να είναι η διάλυση που εμφανίζονται να είναι, καθορίζουν ένα δυστυχώς πάρα πολύ στέρεο ανήκειν στην υπάρχουσα κοινότητα– διαφεύγει εντελώς από αυτού του τύπου τις αναλύσεις· αναλύσεις, οι οποίες δεν μπορούν παρά να καταλήγουν στην ανάγκη ύπαρξης μιας συνείδησης που θα διαπεράσει αυτό που δεν είναι παρά ένα πέπλο, μια απόκρυψη[10]. Η αποχή γίνεται επομένως η πρώτη στιγμή, σε μεγάλο βαθμό ανεπαρκής αλλά ενθαρρυντική, αυτής της συνειδητοποίησης. Η μαζικότητα της εργατικής αποχής, πέρα από από αυτή την προβληματική που επιδιώκει να διαφωτίσει τον εργάτη, δε μας δηλώνει τίποτα περισσότερο από την εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας, την οποία αναλύουμε παρακάτω. Ταυτότητα που περιελάμβανε, για να υπάρξει, την πολιτική της αναπαράσταση. Υπό αυτή την έννοια, μολονότι δεν μπορούμε να την ταυτίσουμε με την ψήφο στον Λεπέν, η αποχή δε μας δηλώνει παρά το βάθος και την έκταση αυτής της εξαφάνισης· εκτός κι αν υποβάλλει κανείς τον εαυτό του σε τεράστιες ψευδαισθήσεις όσον αφορά τη σημασία της απόρριψης όλων των πολιτικών (συμπεριλαμβανομένου του Λεπέν) ή διαβάζει κανείς το φλιτζάνι του καφέ. Η αποχή δηλώνει επίσης ότι, αν και έχει την ίδια βάση με την ψήφο στον Λεπέν, η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας δεν οδηγεί μηχανικά στην ψήφο στον Λεπέν. Αυτή η διαπίστωση είναι σημαντική αλλά δε λέει κάτι παραπάνω. Η ανάλυση της ψήφου στον Λεπέν παρουσιάζει το πλεονέκτημα της ενασχόλησης με μια ρητή μορφή που να καθορίζεται από αυτή την εξαφάνιση, εκτός κι αν ψάξει κανείς στα σώψυχα των προλετάριων που απέχουν. Όσον αφορά την ψήφο στην άκρα αριστερά, της οποίας ο καλύτερος εκπρόσωπος είναι η Lutte Ouvrière, θα σημειώσουμε μόνο (ακολουθώντας την Temps Critiques) πως όσο περισσότερο η Lutte Ouvrière γίνεται αναπόφευκτη ως ψήφος, τόσο λιγότερο πρόκειται για τον μετασχηματισμό των ψηφοφόρων της σε αγωνιστές.

Η εξαφάνιση της επιβεβαίωσης της εργατικής ταυτότητας στο εσωτερικό της αναπαραγωγής του κεφαλαίου αποσταθεροποίησε πλήρως το σύνολο της πολιτικής λειτουργίας του δημοκρατικού Κράτους, η οποία ήταν ομοούσια με την αναγνώριση ενός πραγματικού κοινωνικού ρήγματος και τον κατευνασμό του, καθώς αυτό το ρήγμα αναπαρίστατο αναγκαστικά ως κοινωνία πολιτών και πολιτική κοινωνία. Η πολιτική και το Κράτος, που αποτελούσαν την έκφραση και τη μορφοποίηση της ανεξαρτησίας της κοινότητας ως κοινότητα του κεφαλαίου, βρίσκονται υπό αμφισβήτηση από τον ίδιο τον λόγο ύπαρξής τους: τη διαίρεση αυτής της κοινότητας σε τάξεις. Η τρέχουσα μορφή και το περιεχόμενο της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, οι τροπικότητες της εκμετάλλευσης, θέτουν σε αμφισβήτηση την πολιτική αναπαράσταση εντός του Κράτους της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις. Αυτή η ανεξαρτησία της συλλογικής ζωής, που είναι εγγενής στο Κράτος, εμφανίζεται η ίδια τώρα σαν αποκομμένη από αυτό που την παράγει και τη δικαιολογεί, σαν να πηγαίνει μόνη της.

Ορισμένες γενικές παρατηρήσεις για το Κράτος, τη δημοκρατία και τις τάξεις

Το Κράτος, ως οργανισμός εξωτερικός της κοινωνίας, που γίνεται τότε κοινωνία πολιτών, δεν αναπτύσσεται πλήρως παρά με την αστική τάξη και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπου η κοινωνική δραστηριότητα των ατόμων γίνεται ανεξάρτητη από αυτά και είναι η ίδια η εκδήλωση του εαυτού τους ως κοινωνικά άτομα που τίθεται απέναντί τους. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία διαιρείται σε τάξεις και άρα το Κράτος, ως «εξωτερική» αναπαράσταση της κοινότητας, είναι το Κράτος της κυρίαρχης τάξης. Όχι μόνο ως όργανο κυριαρχίας, αλλά οπωσδήποτε ως εξωτερικότητα, ως αναπαράσταση της κοινωνίας, είναι ένα ταξικό Κράτος. Θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε πως η πρώτη διάσταση δεν είναι παρά ένας καθορισμός της δεύτερης. Το ταξικό Κράτος αποτελεί τον τόπο όπου οι αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας αναπαρίστανται σε αυτή σαν να μην είχαν νόημα παρά μόνο στο εσωτερικό του κεφαλαίου, του πόλου που υπάγει ολόκληρη την κοινωνία. Η φύση αυτής της διαδικασίας εξωτερικοποίησης έγκειται στην ίδια τη φύση του κεφαλαίου. Καταρχήν, γιατί το κεφάλαιο απελευθερώνει το Κράτος από όλους τους περιορισμούς: θρησκείες, προνόμια… Αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε εκεί· κάτι τέτοιο δε θα ήταν παρά έκθεση των συνθηκών εξωτερικοποίησης και όχι της ίδιας της κίνησης που την παράγει.

Η ίδια η κίνηση έγκειται στο γεγονός ότι το κεφάλαιο αναδιπλασιάζει ασταμάτητα τα άτομα και τις ίδιες τις τάξεις. Τα άτομα σε ιδιαίτερα άτομα, μέλη μιας τάξης, από τη μια και πολίτες από την άλλη.

«Η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής εμπορευμάτων, που μέσα στα πλαίσιά της κινείται η αγορά και η πώληση της εργατικής δύναμης, ήταν στην πραγματικότητα αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχούν μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοκτησία και ο Μπένθαμ. Ελευθερία! Επειδή ο αγοραστής και ο πωλητής ενός εμπορεύματος, λ.χ. της εργασιακής δύναμης, υποτάσσονται μόνο στην ελεύθερη θέλησή τους. Συμβάλλονται σαν ελεύθερα, νομικώς ισότιμα πρόσωπα. Το συμβόλαιο είναι το τελικό αποτέλεσμα στο οποίο οι θελήσεις τους βρίσκουν μια κοινή νομική έκφραση. Ισότητα! Επειδή σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σαν κάτοχοι εμπορευμάτων και ανταλλάσσουν ισοδύναμο με ισοδύναμο. Ιδιοκτησία! Επειδή ο καθένας εξουσιάζει μόνο αυτό που είναι δικό του. Μπένθαμ! Επειδή ο καθένας νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του. Η μόνη δύναμη που τους συνδέει και τους σχετίζει είναι η δύναμη της ιδιοτέλειάς τους, του προσωπικού κέρδους, των ατομικών τους συμφερόντων. Και ακριβώς επειδή έτσι ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κανένας για τον άλλο, επιτελούν όλοι εξαιτίας μιας προκαθορισμένης αρμονίας των πραγμάτων ή κάτω από τα κελεύσματα μιας παμπόνηρης πρόνοιας, μόνο το έργο του αμοιβαίου τους οφέλους, της κοινής ωφέλειας, του γενικού συμφέροντος»[11].

Αλλά η κίνηση δε σταματάει σε αυτό το σημείο, το οποίο μοιάζει να περιορίζει όλες τις μαρξιστικές κριτικές της δημοκρατίας.

Η αφηρημένη γενίκευση του πολίτη ξεπερνιέται σε επίπεδο μορφής και επαναφέρεται εκ νέου στον ειδικό φετιχισμό του κεφαλαίου.

«Στους τύπους: κεφάλαιο – κέρδος, ή ακόμα καλύτερα: κεφάλαιο – τόκος, γη – γαιοπρόσοδος, εργασία – μισθός εργασίας, σε αυτή την οικονομική τριάδα, σαν τη συνάρτηση των συστατικών μερών της αξίας και του πλούτου γενικά με τις πηγές του, ολοκληρώνεται η μυστικοποίηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, η πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, η άμεση σύμφυση των υλικών παραγωγικών σχέσεων με τον κοινωνικο-ιστορικό καθορισμό τους· πρόκειται για τον στοιχειωμένο και ανεστραμμένο κόσμο, έναν κόσμο ανάποδα, όπου ο monsieur le Capital και η madame la Terre χορεύουν τον φαντασματικό χορό τους»[12].

Με τον ειδικό φετιχισμό του κεφαλαίου, η ιδιότητα του πολίτη εκφράζει τις πραγμοποιημένες μορφές των παραγωγικών σχέσεων. Όχι μόνο τα άτομα αναδιπλασιάζονται, αλλά επιπλέον αναδιπλασιάζονται ως μέλη μιας τάξης. Και η ταξική σύγκρουσή τους θα «ρυθμιστεί» εντός της ζωής τους ως πολίτες, δηλαδή στο πλαίσιο της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου. Ο φετιχισμός του κεφαλαίου εμπεριέχει και ξεπερνάει τον φετιχισμό του εμπορεύματος, πάνω στον οποίο πάρα πολύ συχνά περιοριζόμαστε να θεμελιώνουμε τη φιγούρα του πολίτη.

Ο ειδικός φετιχισμός του κεφαλαίου είναι ο φετιχισμός των στοιχείων μιας παραγωγικής διαδικασίας, η οποία στην πραγματικότητα συγκροτεί μια ολότητα. Πρόκειται για φετιχισμό που αποτελεί εξατομίκευση· εξατομίκευση όμως ατόμων που προσδιορίζονται εντός ταξικών σχέσεων (πρώτο επίπεδο της ολότητας, το οποίο δε χάνεται ποτέ, αλλά μετασχηματίζεται/ξεπερνιέται: η κοινωνία πολιτών) και επιπλέον εξατομίκευση τάξεων που δεν υπάρχουν παρά εντός της εσωτερικής τους σύνδεσης (δεύτερο επίπεδο: το Κράτος). Η κοινωνία πολιτών είναι η κίνηση της επιστροφής του Κράτους στις ταξικές σχέσεις που το απαιτούν. Η πολιτική είναι η ενότητα, η ενότητα αυτής της εξατομίκευσης. Επειδή αυτή η εξατομίκευση είναι η ίδια αναγκαία για τις ταξικές σχέσεις που συγκροτούν την ολότητα, η πολιτική είναι επομένως αναγκαστικά η κοινωνία πολιτών και η ενότητα της κοινωνίας πολιτών απέναντί στον εαυτό της: το Κράτος. Η πολιτική είναι διπλή και η ίδια αποτελεί τη σχέση των δυο όρων αυτής της δυαδικότητας (Κράτος και κοινωνία πολιτών), ως προς αυτό συνιστά την εργασία της αναπαράστασης του ενός όρου στον άλλο[13]. Ο φετιχισμός του κεφαλαίου, που έχει τις ρίζες του στην αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου, παράγει την πολιτική ως δυαδικότητα, ως εσωτερική σχέση δύο πόλων: του Κράτους και της κοινωνίας πολιτών.

Μολονότι το Κράτος είναι όργανο, είναι το γεγονός ότι αποτελεί την ενότητα μιας ταξικής σχέσης που καλεί στην ίδια την αναπαραγωγή του (αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου). Από αυτό προκύπτει πως αυτή η ενότητα υπάρχει όχι ως ενότητα των τάξεων ως τέτοιων, αλλά ως ενότητα της ίδιας της ύπαρξής τους που είναι πραγμοποιημένη με τη διπλή μορφή του απομονωμένου ανεξάρτητου ατόμου και του ανήκειν του στην κοινότητα. Αυτό το ανήκειν περνάει για την κυριαρχούμενη τάξη από τον ορισμό της εντός του πόλου αυτής της κοινότητας που υπάγει τον άλλο και εντός του οποίου τίθενται οι ίδιες οι συνθήκες της ανανέωσης αυτής της κοινότητας: του κεφαλαίου. Κατά τη διάρκεια αυτής της κίνησης, το κεφάλαιο επιβεβαιώνεται ως η ουσία της ολότητας· πρόκειται για την ολοκλήρωση του φετιχισμού του κεφαλαίου. Και, θεμελιωδώς, είναι η συνοχή του Κράτους αυτή που διατηρείται εξαιτίας της συνοχής της κοινωνίας πολιτών και όχι το αντίστροφο.

Ο ειδικός φετιχισμός του κεφαλαίου, ο οποίος είναι ο φετιχισμός της αυτονόμησης και της προσωποποίησης των στοιχείων της παραγωγικής διαδικασίας (γη, εργασία, μέσα παραγωγής), συνίσταται στη σύνδεση με φυσικό και αυτόνομο τρόπο καθενός από αυτά τα στοιχεία με ένα εισόδημα, το άθροισμα των οποίων αποτελεί την παραγόμενη αξία (πρόσοδος + μισθός + κέρδος ή τόκος). Με την τρέχουσα αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η αντίφαση μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου τίθεται στο επίπεδο της αναπαραγωγής της μεταξύ τους σχέσης. Επομένως, και σε σχέση με αυτό, για κάθε τάξη η αντίφασή της με την άλλη δεν μπορεί να εμπεριέχει την επιβεβαίωση της ίδιας για τον εαυτό της[14].

Οι καθορισμοί της τρέχουσας αναδιάρθρωσης δεν επιβεβαιώνουν πλέον διαμεσολαβητικές ταυτότητες που θα εξέφραζαν συλλογικά τα αυτονομημένα στοιχεία. Είναι το απομονωμένο άτομο της εμπορευματικής ανταλλαγής που επιστρέφει ως στήριγμα του ειδικού φετιχισμού του κεφαλαίου. Το απομονωμένο άτομο επενδύεται άμεσα από το κεφάλαιο και καλείται να αξιοποιήσει τον εαυτό του, μέσα στην ατομικότητά του, ως κοινωνικό εκπρόσωπο των φετιχοποιημένων στοιχείων του κεφαλαίου· εξ’ ου και η κρίση εκπροσώπησης και ο «λαϊκισμός» (στον οποίο θα επιστρέψουμε παρακάτω). Το άθροισμα των ατόμων ως κοινωνία εμφανίζεται ως τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής και αναπαραγωγής. Εντός του φετιχισμού της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου, τα μόνα που εμφανίζονται ως στέρεα είναι τα απομονωμένα άτομα και οι σχέσεις που ως τέτοια καθορίζουν μεταξύ τους. Η αναπαραγωγή των στοιχείων της παραγωγικής διαδικασίας, κατά την αναγκαία εσωτερική σύνδεσή τους, γίνεται η ίδια η δραστηριότητά τους, η κίνηση της θέλησής τους και τα «συμβόλαια» που συνάπτουν μεταξύ τους.

Η κοινωνία ως τελικό αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής είναι τώρα αυτό το άθροισμα ατόμων που κινούνται «με άνεση» εντός των πραγμοποιημένων μορφών[15]. Η αναπαραγωγή των παραγωγικών σχέσεων ως ταξικών σχέσεων στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής πρέπει να περάσει μέσα από τη δραστηριότητα αυτών των ατόμων. Και αυτό γιατί είναι ταξικές σχέσεις. Με την εκκωφαντική κατάρρευση των συλλογικών διαμεσολαβήσεων (κόμματα, συνδικάτα), η αναπαραγωγή της κοινωνίας γίνεται δραστηριότητα, ατομικές συμμετοχές, εμφανίζεται ως αναβίωση της δημοκρατίας, ως κοινωνική αξιοποίηση του απομονωμένου ατόμου, το οποίο όσο εμπλέκεται στις παραγωγικές σχέσεις τόσο αποτελεί δρων παράγοντα της κοινωνίας πολιτών. Δεν είναι οι τάξεις, αλλά το άτομο όπως είναι που ανέρχεται στο επίπεδο του Κράτους, ως μέλος της κοινωνίας πολιτών, και αυτό το γεγονός δίνει στο άτομο που εμπλέκεται στις ταξικές παραγωγικές σχέσεις την ουσία και τη μορφή της δραστηριότητάς του.

Αυτά τα απομονωμένα άτομα μπορούν να ομαδοποιηθούν σύμφωνα με τις πιο διαφορετικές πολωτικές δυνάμεις. Αλλά, εγκαλούμενα ατομικά και άμεσα ως πολιτικά υποκείμενα, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην έγκληση, αν η κατάστασή τους εντός των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων δεν επιβεβαιώνεται πλέον ως αντιπροσωπεύσιμη κοινωνική ταυτότητα εντός της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου[16]. Η ψήφος στον «Λεπέν» αποτελεί μια εργατική «μη-απάντηση», μαζί φυσικά με τη μη-απάντηση της αποχής, στην κλήση του αθροίσματος των εργατών ως πολιτικά υποκείμενα· μια «μη-απάντηση» η οποία μετατρέπει, με τρόπο επιφανειακά θετικό[17], σε εθνική ταυτότητα και ρατσισμό την υποχώρηση και την εξαφάνιση της επιβεβαίωσης της εργατικής ταυτότητας εντός της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η συγγένεια με την αποχή, την οποία πρέπει να σταματήσουμε να την έχουμε ως καραμέλα στο στόμα, υπογραμμίστηκε στον δεύτερο γύρο:

«Αντίθετα με ό,τι συνέβη στις δημοτικές εκλογές του 2001, στον δεύτερο γύρο των βουλευτικών εκλογών στις 16 Ιουνίου, οι ψηφοφόροι της άκρας δεξιάς δεν ψήφισαν τους ψηφοφόρους της δεξιάς και σε μεγάλο βαθμό απείχαν. Κάτι που καταγράφτηκε σε πολύ μικρότερο βαθμό. Σε αυτές τις βουλευτικές εκλογές είδαμε μια θορυβώδη διαμαρτυρία να γίνεται σιωπηλή»[18].

Η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας

Η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας αποτελεί κεντρικό σημείο της τρέχουσας φάσης της ταξικής πάλης. Συνοψίζει το τέλος όλης της προγραμματικής περιόδου της ταξικής πάλης· της περιόδου αύξησης της ισχύος του προλεταριάτου στο εσωτερικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και της επαναστατικής επιβεβαίωσής του, στη βάση αυτού που ήταν εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ως αποκάλυψη της αληθινής του φύσης και του επαναστατικού του είναι. Με δυο λόγια, η τάξη της παραγωγικής εργασίας ήταν ως τέτοια, με θετικό τρόπο, η επαναστατική τάξη.

Εντούτοις, αν, ορθώς, συμπεριλάβουμε στο προλεταριάτο το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνικής κατηγορίας των υπαλλήλων, τότε το προλεταριάτο ποτέ δεν ήταν τόσο μαζικό όσο σήμερα, η αποκοπή του από την υπόλοιπη κοινωνία ποτέ δεν ήταν τόσο έντονη, ενώ ταυτόχρονα οι συνθήκες ζωής και εργασίας του συγκλίνουν με αυτές του 19ου αιώνα. Σε πρώτο επίπεδο, η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας εμφανίζεται ως ένα παράδοξο φαινόμενο απέναντι στη μαζικότητα και την καθαρότητα της ύπαρξης του προλεταριάτου.

Η υποχώρηση του ποσοστού των εργατών από τη δεκαετία του ’50 οφείλεται περισσότερο στην αύξηση του ενεργού πληθυσμού παρά στη μείωσή τους σε απόλυτους αριθμούς[19]. Η αναλογία των μισθωτών με πολύ χαμηλούς μισθούς πέρασε, την περίοδο 1983-1997, από το 5% στο 10%· οι ανισότητες δε σταμάτησαν να συσσωρεύονται στη Γαλλία από τα μέσα της δεκαετίας του ’80.

«Κατατρεχόμασταν από τη ρομποτοποίηση και τις νέες τεχνολογίες. Από την άλλη, εδώ και λίγο καιρό, ο διευθυντής του εργοστασίου της Toyota στα Βόρεια έλεγε στο ραδιόφωνο ότι υπερεκτιμήσαμε σημαντικά αυτή τη ρομποτοποίηση και ότι η εργασία επρόκειτο να παραμείνει επί της ουσίας χειρωνακτική. Στην πραγματικότητα, αν και υπάρχει επέκταση του just-in-time, ο ταιηλορισμός υποβοηθούμενος από υπολογιστή επεκτείνεται και το τμήμα των εργατών που εργάζεται σε ορισμένο πόστο αυξάνεται, ενώ τη δεκαετία του ’80 πιστεύαμε ότι θα εξαφανιστούν. Στατιστικά, ο αριθμός των θέσεων απασχόλησης για εργάτες αυξήθηκε από 5,8 σε 6,3 εκατομμύρια εδώ και τρία ή τέσσερα χρόνια… Οι εργάτες που έπαψαν να είναι εργάτες έγιναν, τις περισσότερες φορές, υπάλληλοι με ένα κοινωνικό status σχετικά κοντινό»[20].

Επιπλέον,

«Μολονότι, εδώ και είκοσι χρόνια, στη Γαλλία, ο αριθμός των θέσεων εργασίας για εργάτες μειώθηκε, παραμένει ένας σημαντικός αριθμός εργατών στη σύνταξη και λίγο πριν τη σύνταξη, για τους οποίους δε μιλάει κανένας. Συνεισφέρουν σε αυτό που πρέπει σωστά να αποκαλέσουμε μονιμότητα ενός τεράστιου εργατικού πληθυσμού (ακόμα κι αν αυτό δεν αλλάζει τίποτα επί της ουσίας, δεν είμαστε ικανοί να γνωρίζουμε αν η διαφορά στο τελικό ποσοστό για παραπλήσια δεδομένα είναι πραγματική ή προέρχεται από την ποικιλία των στατιστικών πηγών και μεθόδων). Ένα ολόκληρο κομμάτι του πληθυσμού, το οποίο δε θέλουμε πλέον να αντιλαμβανόμαστε ως εργατικό, καταλαμβάνει παρά όλα αυτά μια χαρά εργατικές ή παραπλήσιες θέσεις εργασίας. Μιλάμε π.χ. για νέους μετανάστες με όρους κοινωνιολογίας της\ πόλης ξεχνώντας πως συχνά απασχολούνται σαν εργάτες»[21].

Μια «κεντρική ομάδα» συγκροτήθηκε εντός της γαλλικής κοινωνίας και εντός της κοινωνίας των ανεπτυγμένων χωρών, αλλά όχι αυτή που πίστευαν οι πολιτικοί και η πλειοψηφία των κοινωνιολόγων, δηλαδή η ομάδα των μεσαίων τάξεων. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, η οικονομική κρίση και, κατά τη συνεπαγόμενη αναδιάρθρωση, η «επιστροφή σε ισχύ του νεοφιλελευθερισμού», η ενσωμάτωση της Γαλλίας στον διεθνή ανταγωνισμό, η πίεση της ελαστικότητας της εργασίας, «τράβηξαν προς τα κάτω τον μέσο Γάλλο»[22]. Καθώς οι εργάτες τριτογενοποιούνταν, χωρίς να εξαφανίζονται, οι υπάλληλοι αυξάνονταν και προλεταριοποιούνταν. Ο μέσος μισθός των εργατών και των υπαλλήλων είναι σήμερα πρακτικά ίδιος, ένδειξη πως αυτές οι δυο ομάδες συναντήθηκαν μέσα σε πολύ γειτονικές καθημερινές πραγματικότητες.

Το 2000, υπάρχουν στη Γαλλία μεταξύ 6,5 και 7 εκατομμύρια εργάτες, 27% της απασχόλησης· κι όμως ο «κόσμος της εργασίας» έχει, όπως λέγεται, «απωθηθεί» από τον δημόσιο πολιτικό χώρο, από τη γνώμη των media (κάτι που δεν ήταν πάντα έτσι). Αν κάποιος περιορίζεται στο να κατηγορεί την κυρίαρχη ιδεολογία ότι επιδιώκει να «αποκρύψει την επαναστατική τάξη», σημαίνει ότι ικανοποιείται με πολύ λίγα. Η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας είναι η έκφραση που συνθέτει μέσα στην εξέλιξη της ταξικής πάλης τρία επίπεδα: το επίπεδο των εμπειρικά διαπιστώσιμων κοινωνικο-οικονομικών μετασχηματισμών· το επίπεδο των κοινωνικών και πολιτικών συμπεριφορών που αποτελούν ταυτόχρονα αποτέλεσμα και μορφοποίηση αυτών των μετασχηματισμών· το επίπεδο της αναδιάρθρωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή της σχέσης εκμετάλλευσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου (αυτής που ορίζει εκ νέου το ξεπέρασμά της: την κομμουνιστική επανάσταση). Αυτή η εξαφάνιση αποτελεί τη σχέση, μέσα στην οποία τα επίπεδα παραπέμπουν το ένα στο άλλο και όχι την έννοια που προκύπτει από τη διαδοχική συμπερίληψη των επιπέδων ανάλυσης.

α) Οι οικονομικοί μετασχηματισμοί

*αλλαγές στη σύνθεση του προλεταριάτου

«Ο τρόπος παραγωγής άλλαξε εκ βάθρων, τα μεγάλα βιομηχανικά προπύργια όπως η μεταλλουργία της Λωρραίνης, τα ορυχεία του Βορρά, τα εργοστάσια κατά μήκος του ποταμού La Loire, κατέρρευσαν· κάθε φορά ήταν τα εργατικά και συνδικαλιστικά οχυρά που αποσυντίθεντο. Από την άλλη, προφανώς, ο συνεχής φόβος της ανεργίας και η φρενήρης πορεία προς τον εκσυγχρονισμό άλλαξαν πλήρως τον συσχετισμό δύναμης: στη Γαλλία, υπήρχε εργατική εξουσία, αμφισβητήθηκε με άγριο τρόπο και αυτό ήταν ένα σκληρό χτύπημα. Την ίδια στιγμή, η κρίση του ταιηλορισμού έφερε τα πάνω κάτω στον βιομηχανικό κόσμο. Αυτή η εξέλιξη ήταν θεαματική στην αυτοκινητοβιομηχανία ή την αεροναυπηγική, όπου η αναδιοργάνωση της παραγωγής σε just-in-time επέβαλε την εντατικοποίηση της εργασίας που βιώθηκε από τους εργάτες με πολύ άσχημο τρόπο. Ένα άλλο σημαντικό φαινόμενο των τελευταίων είκοσι χρόνων ήταν η γήρανση του εργατικού πληθυσμού: οι προσλήψεις σταμάτησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και, αν και συνεχίστηκαν αργότερα, αυτό έγινε κυρίως με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης. Παράλληλα, η μερίδα των εργατών στη συναρμολόγηση, που σήμερα αποκαλούμε χειριστές, αυξήθηκε σημαντικά ταυτόχρονα με αυτή των τεχνικών: ανάμεσά τους, η ομάδα των ειδικευμένων εργατών, οι οποίοι αποτελούσαν τη σπονδυλική στήλη του εργατικού κινήματος, την αριστοκρατία του, συρρικνώθηκε»[23].

«Αυτό είναι πολύ σημαντικό, επειδή αυτοί οι επαγγελματίες εργάτες ήταν οι πιο μαχητικοί, ήταν αυτοί που μίλαγαν δυνατά και καθαρά μπροστά στους υπεύθυνους ή μπροστά στην εργοστασιακή επιτροπή, αυτοί που ενσάρκωναν την εργατική λαλιά και ήταν περήφανοι για τις γνώσεις και την ιστορία τους. Υπήρξαν οι φυσικοί εκπρόσωποι της εργατικής ομάδας για μισό αιώνα»[24].

«Οι επαγγελματίες εργάτες του Sochaux, για παράδειγμα, αποτελούσαν αναντίρρητα μια ελίτ. Τη δεκαετία ’65-’75, το επίπεδο του μισθού τους ανέβηκε και, στο επίπεδο της κατανάλωσης, συναγωνίζονταν με ευκολία τους υπαλλήλους και τους μικρούς δημόσιους υπαλλήλους. Από την άλλη, ο μισθός των εργατών έμεινε στάσιμος αυτά τα τελευταία είκοσι χρόνια, ενώ ο μισθός πολλών άλλων κοινωνικών κατηγοριών αυξήθηκε»[25].

Η γενικευμένη υπεργολαβία συνεισέφερε εξίσου στην αποδόμηση του εργατικού κόσμου. Εδώ και τριάντα χρόνια, το 20% των τμημάτων ενός αυτοκινήτου κατασκευαζόταν από υπεργολάβους, σήμερα είναι το 80%. Από την άλλη, αυτές οι υπεργολαβικές επιχειρήσεις προσέλαβαν νέους και μαζικά προσωρινά απασχολούμενους, ενώ οι παλιοί επαγγελματίες εργάτες παρέμειναν στα εργοστάσια συναρμολόγησης.

«Πάνω από τους μισούς εργάτες δε βρίσκονται πλέον στη βιομηχανία. Κι εκεί, μόνο ένα μικρό μέρος εργάζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις»[26].

«Η εργασία κατατεμαχίστηκε, η συλλογικότητα εξερράγη»[27].

Πέρα από αυτά, στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, η ομάδα των επαγγελματιών εργατών αποδομήθηκε και αποδυναμώθηκε από την άνοδο των τεχνικών. Το επαγγελματικό απολυτήριο στη Γαλλία, σε αντίθεση με τη Γερμανία, έγινε αντιληπτό ως ρήξη με τον παλιό εργατικό κόσμο και οι δυο κατηγορίες αντιμετωπίζουν η μια την άλλη με αντιπαλότητα[28].

«Η έξοδος από το παραδοσιακό ταιηλορικό εργαστήριο, όπου μορφές εργατικής αντιεξουσίας εμφανίστηκαν γύρω από τους εργατικούς αντιπροσώπους, συνοδεύτηκε από μια ορισμένη ιαπωνοποίηση των εργαστηρίων –στη δεκαετία του ’80 γίνονται παντού αναφορές στην Ιαπωνία– σε μια προσπάθεια να σπάσει η παλιά αλληλεγγύη προς όφελος των νέων ιεραρχιών, των κύκλων ποιότητας, των οποίων η ιδιαιτερότητα έγκειται στην επιδίωξη της προσήλωσης των εργαζόμενων. Αλλά η επιτάχυνση των ρυθμών, η εντατικοποίηση της εργασίας, η μείωση των παύσεων, η αύξηση της κοπιαστικότητας της εργασίας και το κλείσιμο των παλιών οδών κοινωνικής ανόδου –μπορούσες να εξελιχθείς μέσα από τη δουλειά– προκάλεσαν την αποτυχία του συμμετοχικού λόγου τόσο ευκολότερα όσο οι καθημερινοί εξευτελισμοί και οι προσβολές επιβάρυναν την ατμόσφαιρα στη δουλειά. Αυτό που εντούτοις απέμεινε είναι ότι ο αγώνας δρόμου για τα πριμ, ακόμα και μικρά, και ο ανταγωνισμός που αναπτύσσεται γύρω από αυτές τις ειδικές αποζημιώσεις ευνοούν την υποβάθμιση της παραδοσιακής αλληλεγγύης»[29].

Τέλος, η αλληλοδιείσδυση μεταξύ της εργατικής τάξης και της κοινωνικής κατηγορίας των υπαλλήλων, τόσο μέσα στις εργασιακές συλλογικότητες όσο και μέσα στις ατομικές και οικογενειακές διαδρομές, ενισχύει αυτή την έκρηξη της εργατικής ταυτότητας. Οι υπάλληλοι συγκροτούν ένα πολύ ετερογενές σύνολο. Παρόλα αυτά, σε αυτό τον κόσμο του τριτογενή, οι αγώνες πληθαίνουν συνεχώς και σκληραίνουν στο μέτρο που αυτός προλεταριοποιείται[30]. Αυτή η αλληλοδιείσδυση μπορεί να γίνει μια από τις ιδιαίτερα θετικές όψεις της εξαφάνισης της εργατικής ταυτότητας.

*κοινωνική ευθραυστότητα, εξατομίκευση

«Τα κοινωνικά προγράμματα, οι διαδικασίες της αναδιάρθρωσης, οι μειώσεις προσωπικού στη μεταλλουργία, στην αυτοκινητοβιομηχανία και, πιο πρόσφατα, στη βιομηχανία ηλεκτρονικών, έπληξαν τη συνείδηση των εργατών. Οι διαμάχες για το τέλος της εργασίας όπως ακριβώς και η έννοια της επιχείρησης χωρίς εργοστάσιο συνεισέφεραν στην ανάπτυξη μιας λανθάνουσας αναστάτωσης που αποκρυσταλλώθηκε σε μια μορφή περιθωριοποίησης της εργασίας του εργάτη. Η δημόσια εικόνα των εργατών που διαχέουν τα μήντια είναι εικόνα συγκρούσεων που συνδέονται με απολύσεις. Περισσότερο από άλλες κοινωνικές κατηγορίες, οι εργάτες έχουν την αίσθηση μιας συνολικής απουσίας προοπτικής με όρους καριέρας ή μισθού. Ο κοινωνικός ανελκυστήρας εμφανίζεται μπλοκαρισμένος για τους ίδιους όπως και για τα παιδιά τους»[31].

Η εξέλιξη του σχολικού συστήματος, η ενίσχυση του κύρους της γενικής εκπαίδευσης σε βάρος της επαγγελματικής εκπαίδευσης που θεωρείτο συνώνυμη της αποτυχίας, η ψευδαίσθηση που συντήρησαν γενιές νέων και οι οικογένειές τους ότι το απολυτήριο λυκείου επρόκειτο να τους επιτρέψει να ξεφύγουν από την εργατική συνθήκη· όλα αυτά ερμηνεύουν επίσης αυτή την εξαφάνιση της προοπτικής που συνδέεται εξ̕ ορισμού με μια ταυτότητα. Αυτός ο μετασχηματισμός του σχολικού συστήματος, όπως και οι μετασχηματισμοί της κατοικίας και των αστικών διαχωρισμών, είναι τόσο σημαντικός όσο και οι αλλαγές μέσα στο εργοστάσιο. Μια τάξη ορίζεται μέσα στις τρεις στιγμές της εκμετάλλευσης: τη συνάντηση της καθαρά υποκειμενικής εργασιακής δύναμης και του κεφαλαίου καθεαυτού· την υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο· τον μετασχηματισμό της υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο[32]. Το προλεταριάτο περιλαμβάνει πάντα ως εσωτερική τη σχέση ανάμεσα στον συλλογικό εργάτη και τον αυστηρά παραγωγικό εργάτη όχι ως ατομικές ετικέτες, αλλά ως στιγμές του ορισμού του μέσα στην εκμετάλλευση.

Οι εργάτες, από 40% των θέσεων απασχόλησης τη δεκαετία του ’50, δεν εκπροσωπούν σήμερα παρά το 27%. Λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη από την αύξηση της παραγωγικότητας, η υποχώρηση ήταν ιδιαίτερα έντονη στους μη ειδικευμένους εργαζόμενους της βιομηχανίας, κατά μέσο όρο -3,3% κατά έτος από το 1975. Η αναλογία των ξένων ανάμεσα στους εργάτες αυξήθηκε ελαφρά από το 1975 φτάνοντας το 11%. Αλλά οι ξένοι εκπροσωπούν πάντα ένα αυξημένο τμήμα των μη ειδικευμένων κοινωνικών κατηγοριών φτάνοντας το 17,2% στη βιοτεχνία σύμφωνα με μια μελέτη του Insee[33]. Το ποσοστό των γυναικών έχει μειωθεί λίγο από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, 19,5% σήμερα αντί 22,5% το 1962, αλλά απασχολούνται ολοένα και συχνότερα σε τομείς δραστηριότητας που δεν απαιτείται ειδίκευση. Εξάλλου, ο ένας μη ειδικευμένος εργάτης στους δύο είναι κάτω από 35 ετών, ενώ η μείωση των προσλήψεων και η αδυναμία επαγγελματικής κινητικότητας είχαν ως αποτέλεσμα, στη βιομηχανία, την άνοδο της μέσης ηλικίας των ειδικευμένων εργατών. Το Insee δε διστάζει να επιβεβαιώσει πως η εργατική τάξη αποτελεί στο εξής έναν χώρο σε πορεία στεγανοποίησης. Οι γιοι των αγροτών, άλλες φορές ελκυόμενοι από μια τέτοιου είδους απασχόληση, δεν πλησιάζουν σήμερα και οι προσλήψεις εργατών γίνονται ολοένα και περισσότερο με κλειστό τρόπο: το 1993, το 56% των ανδρών εργατών μεταξύ 40 και 59 ετών ήταν και οι ίδιοι γιοι εργατών. Η κατάσταση είναι ακόμα πιο ξεκάθαρη όσον αφορά τους μετανάστες και τα παιδιά τους. Από τη χρυσή τριακονταετία[34] και μετά, οι μετανάστες μισθωτοί δε γνωρίζουν ανοδική και περισσότερο εξειδικευμένη επαγγελματική διαδρομή που να συγκρίνεται με αυτή των γάλλων συναδέλφων τους. Μετά από είκοσι ή εικοσιπέντε χρόνια καριέρας, σχεδόν το 75% των μεταναστών εργαζόμενων είναι πάντα εργάτες, εκ των οποίων το ένα τρίτο χωρίς ειδίκευση, ενώ για την ομάδα αναφοράς –τους άνδρες εργάτες που γεννήθηκαν στη Γαλλία– το ποσοστό των εργατών πέφτει στο 30%. Αυτή η μειονεκτική θέση στην αγορά εργασίας πλήττει εξίσου και τη δεύτερη γενιά.

Συνολικά, οι εργάτες είναι εκτεθειμένοι στην ανεργία περισσότερο από άλλους. Πριν το 1975, η ανεργία των εργατών ήταν ήδη μεγαλύτερη από αυτή άλλων κοινωνικών κατηγοριών. Με την κρίση και την αυξανόμενη επισφάλεια των συμβάσεων εργασίας τους, αυτή η απόκλιση εντάθηκε, ιδιαίτερα για τους μη ειδικευμένους εργάτες. Σήμερα, το ένα τέταρτο των μη ειδικευμένων εργατών έχουν μια σύμβαση ορισμένου χρόνου με τη μορφή interim, μαθητείας, προσωρινής απασχόλησης, stage. Στο επίπεδο του μισθού, η κατάστασή τους βελτιώθηκε μεταξύ 1968 και των μέσων της δεκαετίας του ’80 υπό τη διπλή επίδραση της αύξησης των προσόντων τους και οπωσδήποτε της σταθερής αύξησης του βασικού μισθού. Από την άλλη, η επίδραση των αυξήσεων του βασικού μισθού μειώθηκε από το 1986 και μετά και έκτοτε οι σχετικοί μισθοί των εργατριών, καθώς είναι περισσότερες αυτές που πληρώνονται με τον βασικό μισθό σε σχέση με τους εργάτες, δε βελτιώνονται πλέον[35].

Σύμφωνα με μια πιο πρόσφατη έρευνα του Insee για την απασχόληση που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2001, το ένα τρίτο των μη ειδικευμένων εργατών και το 14% των υπαλλήλων στο εμπόριο είχε μια επισφαλή θέση εργασίας έναντι 9% του συνόλου του ενεργού πληθυσμού· ομοίως, το 31% των απασχολούμενων και το 34% των μη ειδικευμένων στη βιοτεχνία, έναντι 7% στη βιομηχανία, εργάζονται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, έναντι 16% του συνόλου του ενεργού πληθυσμού, ενώ 47% του συνόλου των εργαζομένων με μερική απασχόληση είναι μη ειδικευμένοι εργάτες. Εξάλλου, πάντα σύμφωνα με το Insee, το ποσοστό ανεργίας έφτανε το 11% στους υπαλλήλους και 14% στο εμπόριο, 11% στους εργάτες, 17% για τους μη ειδικευμένους εργάτες έναντι 8% του μέσου ποσοστού ανεργίας. Από τα 2,3 εκατομμύρια ανέργων που απογράφηκαν από το Insee, οι 780.000 ήταν αρχικά εργάτες και οι 854.000 ήταν υπάλληλοι, δηλαδή το 71% του συνόλου.

Είναι εξίσου η αντικατάσταση της συλλογικής εφαρμογής του νόμου από τις ατομικές συμβάσεις που
αποδομεί και υπονομεύει την εργατική ταυτότητα:

«Διεθνείς θεσμοί –των οποίων το οικονομικό δόγμα διασφαλίζει την ταυτότητα και την αποστολή όπως ο ΠΟΕ, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή– έχουν αποκτήσει τη βάση της υλικής εξουσίας (χορήγηση πιστώσεων) και της πνευματικής εξουσίας (διάδοση της πίστης στις αρετές της ελεύθερης ανταλλαγής). Υπό την αιγίδα τους, η σύμβαση θα είχε την αποστολή να υποκαταστήσει τον νόμο. Αυτό επιβεβαιώνεται για παράδειγμα στα μέτρα της συνθήκης του Άμστερνταμ που υιοθετήθηκαν από την κοινωνική συμφωνία του Μάαστριχτ, τα οποία δημιουργούν από τη συλλογική διαπραγμάτευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων μια εναλλακτική στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες… Η δυναμική της συμβασιοποίησης επιτρέπει να γίνει αντιληπτό αυτό που ο Pierre Legendre μπόρεσε να υποδείξει από μια άλλη πλευρά ως την επαναφεουδαλιστικοποίηση του κοινωνικού δεσμού»[36].

«Οι διαδρομές των εργατών έχουν αλλάξει εντελώς. Πιθανότητες προαγωγής δεν υπάρχουν πλέον και το χάσμα μεταξύ των γενεών είναι εμφανές. Παλιότερα, οι νέοι εισέρχονταν στο εργοστάσιο με μια CAP[37] και προσπαθούσαν να “ανέβουν”, να γίνουν ειδικευμένοι εργάτες, ακόμα και εργοδηγοί ή στελέχη. Έκτοτε, ένας νέος ξέρει πως εισέρχεται με τον βασικό μισθό, τις περισσότερες φορές με σύμβαση ορισμένου χρόνου, και πως δεν υφίσταται επαγγελματικό μέλλον. Η μόνη πρόοδος συνίσταται στην έξοδο από το status της προσωρινής απασχόλησης και στην πρόσληψη αορίστου χρόνου, αλλά τις περισσότερες φορές πρόκειται για ψευδαίσθηση…»[38].

«Πέρα από αυτό, σε αυτό το νέο σύμπαν, οι συμπεριφορές ατομικού ανταγωνισμού είναι πάρα πολύ ισχυρές, στον αντίποδα της συλλογικής κινητοποίησης και των παλιότερων μηχανισμών εργατικής άμυνας. […] Σε αυτές τις συνθήκες, η συνδικαλιστικοποίηση υποχώρησε από κάθε άποψη, τόσο γρηγορότερα όσο βιαιότερες ήταν οι αντισυνδικαλιστικές διώξεις· κάτι που ξεχνιέται συχνά. […] Η οικονομική ανάκαμψη και οι 900.000 θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν σε πέντε χρόνια έριξαν ένα πέπλο σε αυτή την πραγματικότητα, την προσωρινή απασχόληση, η οποία βιώθηκε πολύ άσχημα από τον εργατικό κόσμο»[39].

*επίπεδο ζωής

Ενώ οι χαμηλοί μισθοί, κάτω των 1.300 ευρώ το μήνα, παραμένουν πρακτικά σταθεροί από το 1985, οι συνθήκες ζωής έχουν χειροτερέψει: οι εργάτες και οι προλεταριοποιημένοι υπάλληλοι έχουν γίνει τα αντικειμενικά θύματα αυτού που θα δεχτούμε να αποκαλέσουμε εδώ «φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση».

«Μια από τις συνθήκες ενσωμάτωσης στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι […] η αποσύνδεση μεταξύ του έθνους και της οικονομίας του, μεταξύ κοινωνίας και επιχείρησης, οι οποίες δεν έχουν πλέον τα ίδια συμφέροντα»[40].

Οι εργάτες υφίστανται σε όλη τους την έκταση τις συνέπειες αυτής της ρήξης: πρώτοι αυτοί πλήττονται από τις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων, την αύξηση της προσωρινότητας και της κοινωνικής ανασφάλειας, από την αύξηση της μικρής καθημερινής παραβατικότητας και γενικώς την επισφάλεια –χωρίς να λάβουμε υπόψη τη χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας, αντιληπτής από το σύνολο των μισθωτών αλλά προφανώς σκληρότερης για αυτούς που βρίσκονται χαμηλά στην κλίμακα. Οι μισθωτοί που παίρνουν τον βασικό μισθό εκπροσωπούν το 14% των μισθωτών το 2002 έναντι 8% το 1996. Η χειροτέρευση της κατάστασης της εργατικής τάξης εμφανίζεται όχι μόνο στο επίπεδο των μισθών, αλλά επιπλέον στο επίπεδο του συστήματος «κοινωνικής προστασίας», του οποίου η λειτουργία στρέφεται εναντίον της.

«Οι Γάλλοι, εφοδιασμένοι με ένα γενναιόδωρο σύστημα κοινωνικής προστασίας, έχουν πειστεί εδώ και καιρό πως επωφελούνται του καλύτερου Κράτους-πρόνοιας μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, η εμφάνιση ενός νέου λούμπεν προλεταριάτου, αποτελούμενο από ανέργους και φτωχούς εργαζόμενους έβαλε φωτιά σε αυτή την ωραία ομοφωνία…[…] Το γαλλικό σύστημα φορολογικών και κοινωνικών κρατήσεων είναι ένα από τα λιγότερο προοδευτικά –και γι’ αυτό από τα λιγότερο δίκαια– της Ευρώπης, μιας και οι κρατήσεις ευνοούν, στην πραγματικότητα, τις κοινωνικές κατηγορίες που έχουν οικονομική άνεση: η προσφυγή σε περίθαλψη χρηματοδοτούμενη από την κοινωνική ασφάλιση αυξάνεται με το εισόδημα προς όφελος των νοικοκυριών με οικονομική άνεση· το συνταξιοδοτικό σύστημα ωφελεί περισσότερο τα ανώτερα στελέχη από τους χειρώνακτες, με τους πρώτους να έχουν ένα προσδόκιμο ζωής κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερο από τους δεύτερους· η ασφάλιση των ανέργων αποκλείει αυτούς που –ολοένα αυξανόμενοι με την ελαστικότητα της εργασίας– έχουν περιορισμένο αριθμό ενσήμων· το 35ωρο, εν μέρει χρηματοδοτούμενο από το Κράτος, ωφελεί περισσότερο τα στελέχη που έχουν τα μέσα να προσφέρουν στους εαυτούς τους ελεύθερο χρόνο. (…) Η Γαλλία μια χαρά θυσίασε το 30% του ΑΕΠ της στην κοινωνική ασφάλιση –το ένα τρίτο των εισοδημάτων των νοικοκυριών προέρχεται από κοινωνικές παροχές, όπως συντάξεις ή διάφορα επιδόματα– η φτώχεια όμως δεν υποχώρησε κατά τη διάρκεια των δυο τελευταίων δεκαετιών»[41].

β) Η κοινωνική και πολιτική επίδραση

«Οι σιδηροδρομικοί είναι το τελευταίο οχυρό. Είναι το προπύργιο. Πριν, υπήρχαν οι μεταλλουργοί και μεταλλωρύχοι. Τους έσπασαν. Δεν απομένουμε παρά μόνο εμείς»[42].

Σύντομη επίσημη ιστορία:

«Εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του ’70, οι εργαζόμενοι δεν αισθάνονται προσβεβλημένοι, αν κάποιος τους μετρήσει σε σχέση με μια ισοπεδωτική προλεταριακή ταυτότητα. Για να κάνετε τη σύγκριση, το αλησμόνητο εργαζόμενοι, εργαζόμενες της Arlette Laguiller είναι αισθητά περισσότερο ατομικιστικό. Απευθύνεται σε κάθε έναν από τους καταδικασμένους της γης χωρίς να τους πνίγει στο άμορφο μάγμα της κοινωνικής συνθήκης τους. Αλλά εκείνη την εποχή της αύξησης της εξουσίας της ένωσης της αριστεράς, οι λαϊκές μάζες μοιάζουν να είναι περήφανες που είναι τέτοιες. Η έκφραση συμβολίζει την ισχύ τους. Και το κομμουνιστικό κόμμα κατανοεί καλά πως είναι το προνομιακό όργανό τους, για να μην πούμε ο οδηγός τους. […] Ο γενικός γραμματέας (Georges Marchais) κοροϊδεύει τον Valéry Giscard d’ Estaing, ο οποίος βάζει στόχο στον εαυτό του την εξαφάνιση της εργατικής τάξης και την ενσωμάτωσή της στις μεσαίες τάξεις. Εντελώς αντίθετα, ο Marchais επιβεβαιώνει ως επιστημονικό δεδομένο το γεγονός ότι ένας αυξανόμενος αριθμός μισθωτών προσεγγίζει την εργατική συνθήκη, κάτι που δεν μπορεί παρά να ενισχύει τον επαναστατικό ρόλο αυτής της τάξης. […] Η κοινωνική τάξη είναι εκείνα τα χρόνια ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής δραστηριότητας άξιας του ονόματός της. […] Όλοι αυτοί οι περήφανοι λόγοι, αυτές οι τετραγωνισμένες έννοιες και αυτές οι αυταρχικές διαβεβαιώσεις κατέρρευσαν εντούτοις ως χάρτινα κάστρα. Και στην αρχή της χιλιετίας, η αριστερά δεν απευθύνεται πλέον καθόλου στην εργατική τάξη. […]

Όλοι οι Γάλλοι πρέπει να χρήζουν της ίδιας προσοχής” υπογραμμίζει ο Lionel Jospin στο τηλεοπτικό κανάλι TF1 στις 3 Μαρτίου 2002 καλώντας “αυτούς που δημιουργούν και καινοτομούν και τους φτωχούς που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στην παγκοσμιοποίηση να συμφιλιωθούν”. Αυτή η συμμετρική τοποθέτηση αποκρύπτει με χοντροκομμένο τρόπο την υποτίμηση των λαϊκών κοινωνικών κατηγοριών με τον υπαινιγμό ότι αυτές παραμένουν στο περιθώριο της σύγχρονης ζωής. […] To PCF[43] είναι ελάχιστα περισσότερο συγκεκριμένο. Στην απόφαση για το κομμουνιστικό Σχέδιο της 29ης Οκτωβρίου 2001, η εργατική τάξη δε χαιρετίζεται παρά μόνο στο παρελθόν: “Το κομμουνιστικό Κόμμα ταυτίστηκε για πολύ καιρό με το κόμμα μόνο της εργατικής τάξης. Η οπτική μας έχει διευρυνθεί από τότε. Ο κομμουνισμός ταυτίζεται με την απαίτηση για τη χειραφέτηση όλων, ανδρών και γυναικών”. Αντίθετα με τους σοσιαλιστές, οι κομμουνιστές προσθέτουν ότι υιοθετούν εξίσου την “αποφασιστική συμμετοχή των πιο φτωχών, των πιο στερημένων, των πιο εκμεταλλευόμενων και των πιο καταφρονεμένων”. Επισημαίνεται η αρνητική νοηματοδότηση αυτής της αναπαράστασης, ακόμα κι αν το κείμενο βιάζεται να προσθέσει στα προηγούμενα: “του κόσμου της εργασίας και της δημιουργίας”. Στην πράξη, οι κομμουνιστές απέκτησαν τη συνήθεια να χρησιμοποιούν έναν όρο απόλυτης ασάφειας: στο εξής, απευθύνονται στον “κόσμο [gens]”. Όλη η αριστερά δυσκολεύεται να περιγράψει τα κοινωνικά στρώματα στα οποία στηρίζεται. Αυτή η δυσκολία παραπέμπει καταρχήν στην εντυπωσιακή συμβολική εξαφάνιση του “προλεταριάτου”. […] Στον ρόλο του στερημένου, ο μετανάστης πήρε τη θέση του εργάτη τόσο ευκολότερα όσο μια μεγάλη μερίδα του εργατικού πληθυσμού έχει τώρα ξένη καταγωγή. Ο φτωχός έχει γίνει επιπλέον ένας αποκλεισμένος. […]

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, αναφέρουμε εν τέλει ολοένα και περισσότερο τους από κάτω που είναι εγκαταλειμμένοι από τους από πάνω. Κι εκεί ακόμα η λαϊκή αναπαράσταση είναι κάπως υποτιμητική. Τη θέση της περηφάνιας του να ανήκεις σε μια κοινωνική τάξη που έχει εκλεγεί για να σώσει την ανθρωπότητα πήρε η ντροπή του να ζεις στην πλευρά των χαμένων της νεωτερικότητας και της παγκοσμιοποίησης. […]

Αλλά, μολονότι η αριστερά δεν ήξερε πώς να επεξεργαστεί έναν λόγο που να απευθύνεται στη φυσική κοινωνική της βάση, αυτό συνέβη οπωσδήποτε και γιατί αυτή η κοινωνική βάση γνώρισε έναν βαθύ μετασχηματισμό. Οι εργάτες και οι υπάλληλοι αντιπροσωπεύουν πάντα το 56% του ενεργού πληθυσμού το 2000, σύμφωνα με το Insee. Η Γαλλία των μεσαίων τάξεων αποτελεί μύθο. Αλλά η πλειοψηφική ομάδα των “εκτελεστικών μισθωτών” δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ένα ομοιογενές μπλοκ. Η αίσθηση του να ανήκεις στις λαϊκές τάξεις συνεχίζει να υποχωρεί. […] Ο κατακερματισμός και η εξατομίκευση του κόσμου της μισθωτής εργασίας αντιτίθενται στην παλιά “ταξική συνείδηση”, η οποία συνέδεε πολιτικά τα άτομα που διαφοροποιούνταν κοινωνικά. Οι υπάλληλοι, οι οποίοι δεν έχουν την ίδια παράδοση συλλογικής δράσης, είναι από τούδε και στο εξής αριθμητικά περισσότεροι από τους εργάτες. Εν τέλει, η γενίκευση ενός τρόπου μαζικής κατανάλωσης σκέπασε ό,τι απέμεινε από την εργατική κουλτούρα. […] Η παραδοσιακή εργατική τάξη όμως –με τις άθλιες συνθήκες εργασίας και την εκμετάλλευσή της σε μεγάλες παραγωγικές μονάδες– δεν εξαφανίστηκε. Σε μεγάλο βαθμό μετανάστευσε από τις βιομηχανικές χώρες προς τις αναδυόμενες χώρες του παλιού τρίτου κόσμου. Η εργατική τάξη έχει αντικειμενικά παγκοσμιοποιηθεί. Αλλά η αορατότητά της στηρίζεται στο ότι καμία πολιτική δύναμη δε μιλάει πλέον στο όνομά της»[44].

Και στη συνέχεια, ο Stéphane Beaud προσθέτει:

«Η απόρριψη του σταλινισμού ευνόησε τη συνολική απόρριψη του κόσμου της εργασίας, της ιστορίας του, των αξιών του».

Ξεκινώντας από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, ένας ορισμένος αριθμός «νέων» κοινωνικών θεματικών έρχονται να καλύψουν και να υποκαταστήσουν το «εργατικό ζήτημα». Η προβληματική του εκσυγχρονισμού και του αποκλεισμού αντικαθιστά στον κυρίαρχο λόγο την προβληματική της εργατικής τάξης, ακόμα κι αν από καιρό σε καιρό κάποιος θυμάται ότι ένα μέρος των αποκλεισμένων προέρχεται από τον εργατικό κόσμο. Η θεματική της «νέας φτώχειας» αποκρυσταλλώνεται την ίδια περίοδο που η αριστερά φτάνει στην εξουσία.

«Εδώ και είκοσι χρόνια, εμφανίστηκαν πολλές νέες θεματικές. Από τη μια πλευρά, τη δεκαετία ’85-’95, η θεματική των αποκλεισμένων ή των νέων φτωχών, στην οποία η αριστερά προσπαθεί να ανταποκριθεί με μέτρα όπως το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα του Rocard, την ολοκληρωμένη κάλυψη υγείας από τον Jospin στη συνέχεια. Παράλληλα, η θεματική των μεταναστών επανεμφανίζεται στα πλαίσια της προβληματικής των νέων που προέρχονται από τη μετανάστευση και είναι παιδιά εργατών. Αυτό ο διπλός διαχωρισμός –αποκλεισμός και μετανάστευση– δημιουργεί έναν ιδεολογικό χώρο που κάνει, κατά κάποιον τρόπο, τον κόσμο της εργασίας να εξαφανίζεται: οι εργάτες έχουν ένα status και μια απασχόληση· ξαφνικά, δεν έχουν προτεραιότητα στην κούρσα συμπάθειας και δεν εμφανίζονται ως τα κύρια θύματα των οικονομικών και κοινωνικών ανατροπών εκείνης της περιόδου»[45].

Η πραγματική εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας επιτρέπει την ιδεολογική απόρριψή της εργατικής τάξης ως τάξη που υπάρχει στην πραγματικότητα. Το δυναμικό πλαίσιο αυτής της απόρριψης ήταν οι σταρ των μήντια, του πολιτικού λόγου και των ερευνών κατανάλωσης της δεκαετίας του ’70. Η δεκαετία του ’80 ήταν ακόμα πιο θεαματική: λίγο ακόμα και η Γαλλία θα περνούσε για μια χώρα golden boys και ιδρυτών επιχειρήσεων. Αυτό που είναι καινούργιο είναι το εύρος της δυσφήμισης της εργατικής συνθήκης, οπωσδήποτε μεταξύ των νεαρών εργατών: αρνούνται να τους αποκαλεί κανείς εργάτες με θετικό τρόπο και να θεωρούν τους εαυτούς τους ως τέτοιους. Το εύρος του εκσυγχρονισμού, η σημασία των τεχνιτών, η άνοδος του επιπέδου συμμετοχής στην εκπαίδευση –ακόμα κι αν αυτή αποτελεί συχνά αδιέξοδο για τους νεαρούς εργάτες– συνεισέφεραν στην παγίωση της ιδέας ότι οι εργατικές κοινωνικές κατηγορίες εξαφανίζονται σταδιακά από τον εργατικό κόσμο. Οι επίσημες πολιτικές, αλλά και πολυάριθμα κοινωνικά κινήματα που προσποιούνται ότι αμφισβητούν ριζικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, έθεσαν τους άνεργους και τους νέους των προαστίων στο κέντρο του «κοινωνικού ζητήματος», δίνοντας ταυτόχρονα την αίσθηση ότι το κοινωνικό ζήτημα δεν προερχόταν πλέον από τον εργατικό κόσμο.

Η «πολιτική της πόλης» αποτελεί εξαιρετική σύνοψη αυτής της ιδεολογικής «απόκρυψης» της εργατικής τάξης. Η πολιτική της πόλης, με την κυριολεκτική σημασία του όρου, χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 μετά τη συναισθηματική ένταση που προκλήθηκε από τα βίαια γεγονότα στη Minguettes[46]. Όλα τα προάστια ανήκουν στο ίδιο τοπίο. Η αποχώρηση των μεσαίων τάξεων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, ενθαρρυμένη από τη διευκόλυνση της πρόσβασης στην ιδιοκτησία, ενίσχυσε την κοινωνική ομοιογένεια: πολύ συχνά μένουν πίσω αυτοί που δεν μπορούν να πάνε αλλού. Αυτοί οι αιχμάλωτοι πληθυσμοί, παρόλα αυτά, διαφέρουν έντονα μεταξύ τους: άνθρωποι προερχόμενοι από την επαρχία χωρίς ρίζες εκεί, Γάλλοι αλλοδαπής καταγωγής και μετανάστες, οικογένειες κυνηγημένες από τις επιχειρήσεις ανάπλασης του κέντρου των πόλεων και την εξαφάνιση ενός εκ των πραγμάτων φτηνού αποθέματος κατοικιών –παλιά σπίτια, ανθυγιεινά κτίρια, επιπλωμένα ξενοδοχεία. Η υπερεκπροσώπηση των νέων είναι ένα άλλο στοιχείο που διακρίνει τα προάστια. Αλλά το ουσιώδες έγκειται στην κοινωνική κατάσταση. Τα ποσοστά ανεργίας μπορεί να φτάνουν το 30%. Η προσωρινότητα και η μισθωτή φτώχεια – προσωρινή απασχόληση, μαθητεία, εργασίες χαμηλών προσόντων– είναι εκεί πιο έντονες από ό,τι οπουδήποτε αλλού. Τα κοινωνικά επιδόματα δύσκολα σταθεροποιούν τους «αποκλεισμένους» πληθυσμούς. Η απουσία, επί τόπου, κάθε οικονομικής δραστηριότητας ενισχύει κι άλλο αυτόν τον αποκλεισμό. Η πολιτική της πόλης υποβιβάζει, στιγματίζει και «αποκοινωνικοποιεί» την εργατική συνθήκη χωροθετώντας τη. Δημιουργεί από την εργατική συνθήκη ένα ζήτημα αποκλεισμού, διαχωρισμού, περιθωριοποίησης, ενώ ακόμα και στο πιο χοντροκομμένο επίπεδο αυτή η πολιτική –ως απλό ζήτημα θεωρίας, σύμφωνα με το οποίο επιδιωκόταν εκείνη την εποχή η σύνδεση των προαστίων με την «εγκληματογένεια»– είναι ξεπερασμένη.

Για το τέλος, ένα περιστατικό που τα συνθέτει όλα:

«Σάββατο, 23 Μαρτίου 2002, στο Θέατρο της Chelles, λαμβάνει χώρα μια συζήτηση για την τύχη των μισθωτών απέναντι στην αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων, πριν την παρουσίαση του έργου 501 blues το οποίο θα εκτελέσουν πέντε εργάτες από το εργοστάσιο της Levi’s της πόλης Bassée στα βόρεια της χώρας· οι εργάτες απολύθηκαν, όπως οι περισσότεροι από τους πεντακόσιους συναδέλφους τους, όταν έκλεισε το εργοστάσιο. […] Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, είδαμε να εμφανίζονται και να αντιπαρατίθενται τρεις γενιές εργατών. Η πρώτη είναι αυτή των συνδικαλισμένων εργατών, πολιτικοποιημένοι, σήμερα στην πλειοψηφία τους συνταξιούχοι. Αγωνίστηκαν, κατέκτησαν κοινωνικά προνόμια και συνταξιοδοτήθηκαν με την περηφάνια της μάχης, η οποία θεωρείτο συνέχεια της μάχης των προηγούμενων γενεών. Η δεύτερη είναι αυτή των εργατών της Levi’s, που απολύθηκαν μετά από περισσότερο από είκοσι χρόνια δουλειάς, εκθρονισμένοι, αλλά έχοντας κρατήσει την περηφάνια του να έχεις δουλέψει σκληρά, να έχεις αγωνιστεί, να ξέρεις ότι μετέδωσες αξίες, έχοντας διατηρήσει παρόλα όσα συνέβησαν το όφελος της κοινωνικοποίησης μέσα σε ένα ισχυρά δομημένο πνευματικά και πολιτικά εργατικό σύμπαν. Τέλος, η τρίτη γενιά ενσαρκώνεται από τους μελλοντικούς χειριστές, σχεδόν όλοι τους προερχόμενοι από τα φτωχοποιημένα προάστια της δεκαετίας του ’90 και τη μετανάστευση. Αρνούνται κάθε κληρονομιά του κόσμου της εργασίας και ονειρεύονται την ατομική επιτυχία του μικρού αφεντικού. Είναι άμεσα θύματα της δυναμικής του κοινωνικού και χωρικού διαχωρισμού, η οποία εδώ και δεκαπέντε χρόνια δημιουργεί φανερά ρήγματα στο σύμπαν των λαϊκών τάξεων»[47].

γ) Η αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής

Όταν μιλάμε για εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας, πρόκειται, μεταξύ άλλων, για όλα όσα μόλις περιγράψαμε. Αυτή η εξαφάνιση δεν αποτελεί απλή επίδραση μιας αντεπανάστασης, μετά την οποία τα πράγματα εμφανίζονται εκ νέου έστω και με διαφορετική μορφή· η αντεπανάσταση ορίζεται ως ο δομικός μετασχηματισμός της σχέσης εκμετάλλευσης. Η ταξική πάλη μπορεί να επεκταθεί, να βαθύνει, η εργατική ταυτότητα δε θα επιστρέψει· ακριβώς το αντίθετο.

Μετά την πρώτη περίοδο ανάπτυξης της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, η ανοιχτή κρίση στις αρχές της δεκαετίας του ’70 οδήγησε στην αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής σχέσης εκμετάλλευσης. Σε αυτή την αναδιάρθρωση καταργήθηκε και ξεπεράστηκε η αντίφαση που στήριξε τον προηγούμενο κύκλο αγώνων ανάμεσα, από τη μια, στη δημιουργία και την ανάπτυξη μιας εργασιακής δύναμης (η οποία δημιουργήθηκε, χρησιμοποιήθηκε και αναπαράχθηκε από το κεφάλαιο με συλλογικό και κοινωνικό τρόπο) και, από την άλλη, τις μορφές οικειοποίησης από το κεφάλαιο αυτής εργασιακής δύναμης είτε στην άμεση διαδικασία παραγωγής (εργασία στην αλυσίδα παραγωγής, σύστημα του «μεγάλου εργοστασίου») είτε στη διαδικασία αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης (το welfare) είτε στη σχέση των κεφαλαίων μεταξύ τους εντός των εθνικών περιοχών εξίσωσης του ποσοστού κέρδους. Εκεί εντοπιζόταν η συγκρουσιακή κατάσταση, η οποία στον προηγούμενο κύκλο αγώνων εκδηλώθηκε ως εργατική ταυτότητα, η οποία επιβεβαιωνόταν εντός της αναπαραγωγής του ίδιου του κεφαλαίου και την οποία κατάργησε η αναδιάρθρωση.

Η απόσπαση σχετικής υπεραξίας δημιούργησε μια διαδικασία αναπαραγωγής της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας που να της είναι επαρκής· που σημαίνει να μην περιέχει κανένα στοιχείο και κανένα σημείο αποκρυστάλλωσης, καμία παγίωση που θα μπορούσε να αποτελεί εμπόδιο στην απαραίτητη ρευστότητα και στη συνεχή ανατροπή που απαιτεί. Ενάντια στον προηγούμενο κύκλο αγώνων, η αναδιάρθρωση έχει καταργήσει κάθε ιδιαιτερότητα, κάθε status, κάθε «welfare», κάθε «φορντικό συμβιβασμό», κάθε διαίρεση του παγκόσμιου κύκλου αξιοποίησης του κεφαλαίου σε εθνικές περιφέρειες συσσώρευσης, σε σταθερές σχέσεις μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, σε ζώνες εσωτερικής συσσώρευσης (Ανατολή/Δύση). Η απόσπαση σχετικής υπεραξίας πρέπει καθημερινά να ανατρέπει και να καταργεί κάθε εμπόδιο που αφορά την άμεση διαδικασία παραγωγής, την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, τη σχέση των κεφαλαίων μεταξύ τους κατά την εξίσωση του ποσοστού κέρδους.

Στο πρώτο σημείο έχουμε να κάνουμε με όλα τα χαρακτηριστικά της άμεσης διαδικασίας παραγωγής: εργασία στην αλυσίδα, συνεργασία, σχέση μεταξύ παραγωγής και συντήρησης, ορισμός του συλλογικού εργάτη, συνέχεια της παραγωγικής διαδικασίας, υπεργολαβίες, διαχωρισμός της εργασιακής δύναμης. Στο δεύτερο: εργασία/ανεργία/κατάρτιση/ελαστικότητα/επισφαλειοποίηση· κύκλος συντήρησης του εργάτη. Στο τρίτο, οι τροπικότητες της συσσώρευσης και της κυκλοφορίας: σχέση μεταξύ παραγωγής και αγοράς, εθνική συσσώρευση, διαφοροποίηση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, παγκόσμια διαίρεση σε δυο περιφέρειες συσσώρευσης, «αποϋλοποίηση» του χρήματος, χρηματοπιστωτική αποδέσμευση. Αυτό που ξεπεράστηκε, ταυτόχρονα με τους άξονες που προκαλούσαν την πτώση του ποσοστού κέρδους, είναι η συγκρουσιακή κατάσταση που αναπτυσσόταν ως εργατική ταυτότητα, η οποία έβρισκε τα σημάδια και τους άμεσους τρόπους αναγνώρισής της, την επιβεβαίωση της, στο «μεγάλο εργοστάσιο», στη διχοτόμηση μεταξύ απασχόλησης και ανεργίας, στη διχοτόμηση μεταξύ εργασίας και κατάρτισης, στην υποταγή της εργασιακής διαδικασίας στο σύνολο των εργατών, στις σχέσεις μεταξύ μισθών, ανάπτυξης και παραγωγικότητας στο εσωτερικό μιας εθνικής περιφέρειας συσσώρευσης, στις θεσμικές αναπαραστάσεις που όλα αυτά υπονοούν τόσο στο μέσα στο εργοστάσιο όσο και στο επίπεδο του Κράτους. Η αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου ήταν σίγουρα υπαρκτή, συμμορφούμενη με την έννοια του κεφαλαίου, αλλά η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σε αυτό το επίπεδο μιας και υπήρχε παραγωγή και επιβεβαίωση στο εσωτερικό αυτής της αυτοπροϋπόθεσης μιας εργατικής ταυτότητας, μέσω της οποίας δομείτο, ως εργατικό κίνημα, η ταξική πάλη.

Η παγκοσμιοποίηση του κύκλου αξιοποίησης του κεφαλαίου είναι η γενική μορφή της αναδιάρθρωσης· δεν αποτελεί τη δυναμική της, η οποία παραμένει η σχετική υπεραξία, αλλά τη σύνθεση όλων των χαρακτηριστικών, ένα είδος ενδιάμεσης αφαίρεσης. Με αυτή την έννοια, η παγκοσμιοποίηση δε συνιστά πλανητική επέκταση, αλλά μια ειδική δομή εκμετάλλευσης και αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης. Είναι το περιεχόμενο ως μορφή της αναδιάρθρωσης της σχέσης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου. Ο διαχωρισμός, η ελαστικότητα, ο υποβιβασμός της αξίας της εργασιακής δύναμης μέσα στους κοινωνικούς συνδυασμούς της αναπαραγωγής και της συντήρησής της έγιναν τα ίδια απεριόριστες διαδικασίες διάχυσης κοινωνικών σχέσεων κατασκευάζοντας έναν μη ομογενή χώρο, όπως ακριβώς προϋποθέτει ο μετασχηματισμός της υπεραξίας σε πρόσθετο κεφάλαιο ή η οικειοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων της εργασίας.

Μαζί με την εργατική ταυτότητα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ξεπερνάει –ενάντια στον προηγούμενο κύκλου αγώνων και σε όλο το εύρος της αποτυχίας του– όλα εκείνα στα οποία βασιζόταν το προλεταριάτο για να ποζάρει ως εχθρός του κεφαλαίου στο εσωτερικό της αναπαραγωγής του.

Ο προγραμματισμός (άνοδος στην εξουσία και επιβεβαίωση του προλεταριάτου ως κυρίαρχης τάξης) συνδεδεμένος ουσιαστικά με την τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, «αποσυντίθεται» στην πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, από το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Είναι σε αυτή την κατάσταση που θέτει τέλος η αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 και είναι μια νέα δομή και ένα νέο περιεχόμενο της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου, της εκμετάλλευσης, που ορίζουν τώρα ένα νέο κύκλο αγώνων: «πέρα από την επιβεβαίωση του προλεταριάτου».

Δεν υφίσταται αναδιάρθρωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής χωρίς εργατική ήττα. Αυτή η ήττα είναι η ήττα της εργατικής ταυτότητας, των κομμουνιστικών κομμάτων, του συνδικαλισμού, της αυτοδιαχείρισης, της αυτοοργάνωσης. Είναι ένας ολόκληρος κύκλος αγώνων που ηττήθηκε, από όλες τις πλευρές του, η αναδιάρθρωση είναι επί της ουσίας αντεπανάσταση και αυτή η τελευταία δε μετριέται με τον αριθμό των νεκρών.

Σε αυτή την πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής, το προλεταριάτο, στη μάχη του με το κεφάλαιο για τη διαχείριση του τρόπου παραγωγής, βασιζόταν στις συνθήκες της πραγματικής υπαγωγής με τους τρόπους εκείνους που θα του αντιστοιχούσαν αν κατάφερνε να επικρατήσει. Επιπλέον, και διαφορετικά από ό,τι στην τυπική υπαγωγή, το προλεταριάτο νομιμοποιείτο για αυτό από το ίδιο το κεφάλαιο. Το γεγονός ότι αυτό ήταν μη πραγματοποιήσιμο, αδύνατο –όχι τυπικά αλλά σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους, τις ίδιες τις δραστηριότητες και τις συνθήκες αυτού του «σχεδίου», και αυτό από την πλευρά τόσο της εργατικής όσο και της καπιταλιστικής τάξης– δεν αλλάζει κάτι στην υπόθεση· αυτό ήταν πάντα το ζήτημα στην ιστορία του προγραμματισμού. Η πορεία της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο, επιβεβαιώνοντας στο ίδιο το εσωτερικό της μια εργατική ταυτότητα, ενσωματώνοντας την αναπαραγωγή του προλεταριάτου στον ίδιο τον κύκλο της, όντας η ίδια η δυναμική του εαυτού της, δίνει το δικαίωμα στο προλεταριάτο να διακηρύξει: «η αντίφαση δεν έχει πλέον χώρο να υπάρξει». Αυτή η διακήρυξη αποτελεί ένα σχέδιο ξεπεράσματος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Ήταν αυτό το σχέδιο που προσέδιδε στην εργατική τάξη την ενότητά της παρά της κοινωνιολογικές ποικιλομορφίες της, πάντοτε εύκολα εντοπίσιμες σε οποιαδήποτε φάση του καπιταλισμού. Το κεφάλαιο δημιούργησε από την εργασία τον κατάλληλο αντίπαλο στο εσωτερικό του εαυτού του. Αυτό το κίνημα διαλύθηκε, υπήρξε εργατική ήττα. Η ήττα δεν έχει το εύρος της ήττας της περιόδου ’17-’39, αλλά και η αναδιάρθρωση που διακυβεύεται δεν έχει το ίδιο εύρος με εκείνη· παραμένουμε εντός του ίδιου τρόπου υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Υπάρχει ήττα και αντεπανάσταση. Η καπιταλιστική τάξη διαλύει κάθε τι που ενδυνάμωνε αυτή την εργατική ταυτότητα και νομιμοποιούσε το προλεταριάτο ως εχθρό του κεφαλαίου. Η καταστροφή αυτής της εργατικής ταυτότητας δεν αποτελεί μια απλή «βλαβερή» και «αντικειμενική» συνέπεια της κρίσης, δεν αποτελεί απλή αντανάκλαση μιας βιομηχανικής ανάπτυξης που ξεθυμαίνει.

Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο εκδηλώνεται τώρα στο επίπεδο της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό μας παρέχει την αφηρημένη βάση του νέου κύκλου: υπάρχει συνένωση μεταξύ της αντίφασης προλεταριάτου και κεφαλαίου και της διαδικασίας που συγκροτεί τις τάξεις. Αυτή η συνένωση είναι η ρευστότητα του μάγγανου της καπιταλιστικής αναπαραγωγής[48]. Είναι αυτή η συνένωση που διαφοροποιεί ριζικά τον νέο κύκλο αγώνων από όλες τις προηγούμενες περιόδους που η επανάσταση και ο κομμουνισμός παρουσιάζονταν ως απελευθέρωση και επιβεβαίωση του προλεταριάτου. Αυτή η νέα δομή και αυτό το νέο περιεχόμενο της αντίφασης ανάμεσα στο προλεταριάτο και το κεφάλαιο δεν αποτελούν απλή αλλαγή μορφής ή περιεχομένου, αλλά μετασχηματισμό της σύνθεσης της εργατικής τάξης και επομένως της πρακτικής της· πρόκειται για την ύπαρξη της εργατικής τάξης ως ιστορικά προσδιορισμένης. Ο νέος κύκλος αγώνων δεν αποτελεί στρουκτουραλιστικό θαύμα, αλλά δράση μιας ανασυντεθειμένης εργατικής τάξης. Πρόκειται, το έχουμε ήδη αναφέρει, για την εξάλειψη των μεγάλων εργατικών προπυργίων και για την προλεταριοποίηση των υπαλλήλων, για την τριτογενοποίηση της εργατικής απασχόλησης[49] και της εργασίας στις πιο μικρές επιχειρήσεις, για τη νέα διαίρεση της εργασίας και της εργατικής τάξης με την ανάθεση των εργασιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας σε εξωτερικούς συνεργάτες[50], για τη γενίκευση του just-in-time, για την παρουσία νέων εργατών για τους οποίους η είσοδος στην εκπαίδευση διέρρηξε το νήμα μεταξύ των γενεών και οι οποίοι αρνούνται μαζικά την εργασία στο εργοστάσιο και την εργατική συνθήκη γενικά, για τις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων. Η πιθανότητα «κοινωνικής υποβάθμισης» είναι πάντοτε παρούσα, παρά το γεγονός ότι η εργατική συνθήκη εξαφανίζεται προς όφελος των «in» και των «out» και της διαίρεσης μεταξύ «Γάλλων» και «μεταναστών»· με τους τελευταίους να εκπροσωπούν τις ακαθόριστες παρυφες μεταξύ των «in» και των «out». Όμως αυτή η τελευταία διαίρεση πρέπει να οικοδομηθεί στη βάση μιας σχέσης με την εργασία και τα επιδόματα. Το παράδοξο αυτής της νέας ταξικής σύνθεσης είναι ότι προκαλεί την εξαφάνιση της ύπαρξης της εργατικής τάξης την ίδια στιγμή που η εργατική συνθήκη επεκτείνεται και την ίδια στιγμή που ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης εντείνεται τροφοδοτώντας εκ νέου αυτή την «εξαφάνιση». Η εργατική τάξη είναι περισσότερο παρούσα παρά ποτέ και η ταξική πάλη είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο γυρίζει η ιστορία, αλλά, από τη μια, η εργατική τάξη δεν επιβεβαιώνεται πλέον μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και, από την άλλη, το προλεταριάτο δε βρίσκεται σε αντίφαση με το κεφάλαιο παρά αμφισβητώντας τον ίδιο τον εαυτό του.

Όταν η αντιφατική σχέση μεταξύ προλεταριάτου και κεφαλαίου δεν ορίζεται πλέον παρά μέσα στη ρευστότητα του μάγγανου της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, το προλεταριάτο δεν αντιτίθεται στο κεφάλαιο παρά ερχόμενο αντιμέτωπο με την κίνηση, εντός της οποίας αναπαράγεται το ίδιο ως τάξη. Αυτή η αντιπαράθεση του προλεταριάτου με την ίδια του τη συγκρότηση ως τάξη αποτελεί σήμερα το περιεχόμενο της ταξικής πάλης και το διακύβευμα αυτής είναι η αμφισβήτηση από το προλεταριάτο της ίδιας του της ύπαρξης ως τάξης και όλων των τάξεων. Είναι το περιεχόμενο και το διακύβευμα των δραστηριοτήτων της σύγχρονης εργατικής τάξης. Αλλά ταυτόχρονα, για το προλεταριάτο, το να δρα ως τάξη έχει γίνει το όριο του ίδιου του αναγκαίου αγώνα του ως τάξη. H ύπαρξή του ως τάξη, ορισμένη εντός των κατηγοριών του κεφαλαίου –συμπεριλαμβανομένης και της αναγκαίας πολιτικής αναπαράστασης αυτών των κατηγοριών– γίνεται για το προλεταριάτο το όριο του ίδιου του αγώνα του ως τάξη. Πρόκειται για ένα εσωτερικό όριο που ορίζει το προλεταριάτο και το ριζώνει μέσα στις κατηγορίες που γεννιούνται από την κοινωνική και εργοστασιακή διαίρεση της εργασίας, από τον κατακερματισμό της εργασιακής δύναμης, από τον τρόπο ζωής και κατανάλωσης, από την ποικιλομορφία των σχεδίων κοινωνικής ανόδου· ορισμός εντός των κατηγοριών του κεφαλαίου που δε συνοδεύεται πλέον από μια ταυτότητα, η οποία να επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και να περιλαμβάνει ένα συγκεκριμένο σχέδιο αναδιοργάνωσης της κοινωνίας. Το προλεταριάτο είναι μια τάξη αυτής της κοινωνίας και, από την Ιερή Συμμαχία του 1914 μέχρι την ψήφο στον Λεπέν το 2002, αυτή η διαπίστωση δεν είναι χωρίς καταστροφικές συνέπειες.

Σε αυτόν τον κύκλο αγώνων, όπου η αντίφαση ανάμεσα στις τάξεις τοποθετείται στο επίπεδο της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου, δηλαδή στο επίπεδο της αμοιβαίας[51] αναπαραγωγής τους ως τάξεις, το να δρας ως τάξη γίνεται το εσωτερικό όριο της ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Αυτό αφορά πολύ έντονα την πολιτική αναπαράσταση της ύπαρξής προλεταριάτου ως τάξη, η οποία δε συνδέεται πλέον με τον φετιχισμό της εργατικής ταυτότητας και την ιδιαιτερότητά της, την «εργατική πολιτική». Στη σημερινή εποχή της κυριαρχίας του δημοκρατικού ριζοσπαστισμού, αυτή η πολιτική αναπαράσταση γίνεται τυχαία και αναγκαστικά ανεπαρκής.

Η παραγωγή από το προλεταριάτο όλης του της ύπαρξης μέσα στο κεφαλαίου, η σύμφυση ανάμεσα στην ύπαρξή της τάξης και στην αντίφασή της με το κεφάλαιο, έχει ως συνέπεια η αναπαραγωγή του κεφαλαίου να γίνεται ως τέτοια το όριο όλων των αγώνων. Αλλά αυτό το γενικό όριο της σύγχρονης περιόδου της ταξικής πάλης παίρνει στις περιφερειακές επικράτειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής την ιδιαίτερη μορφή της εθνικοποίησης της εργατικής τάξης. Και αυτό εξαιτίας της απουσίας τοπικής ανάπτυξης καθορισμών που να προσιδιάζουν στην πραγματική υπαγωγή και να ενσωματώνουν την αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης στον ίδιο τον κύκλο αξιοποίησης του κεφαλαίου[52]. Στις κεντρικές επικράτειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, το γενικό όριο μορφοποιείται γύρω από τον τρόπο που ο πολίτης ανήκει στην εθνική κοινότητα συμπεριλαμβανομένης και της θεματικής της «εθνικής προτίμησης». Παρά την τρέχουσα επιβλητικότητα και βιαιότητά του, οφείλουμε να μην κάνουμε λάθος: αυτό το όριο είναι πολύ εύθραυστο στο μέτρο που δεν εμπεριέχει καμία επιβεβαίωση της εργατικής τάξης εντός της αναπαραγωγής του κεφαλαίου (εντελώς το αντίθετο), ούτε παράγει κάποια ταυτότητα υποκατάστασης όπως ο πατριωτισμός, ούτε, οπωσδήποτε, κανένα σχέδιο που να αντιστοιχεί σε αυτό του προλεταριάτου.

Αν και ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός, καθώς σχετίζεται με την ιδιότητα του πολίτη, είναι η πιο ορατή, η κοινωνικά πιο αξιοδοτημένη και νομιμοποιημένη μορφή της εξαφάνισης κάθε εργατικής ταυτότητας και της ανάδειξης του κεφαλαίου ως αξεπέραστου ορίζοντα της ύπαρξης της εργατικής τάξης, υπάρχουν κι άλλες ολοένα και λιγότερο «επονείδιστες» μορφές…

Από την εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας στην ψήφο στον Λεπέν: ρατσισμός και εθνική προτίμηση

«Δεν πρόκειται για τη γνώση του σκοπού που ο τάδε ή ο δείνα προλετάριος, ή ακόμα και ολόκληρο το προλεταριάτο, εκπροσωπεί σε μια δεδομένη στιγμή. Πρόκειται για τη γνώση αυτού που είναι το προλεταριάτο και αυτού που θα υποχρεωθεί να κάνει σε συμφωνία με αυτό το είναι»[53].

Στην προγραμματική προβληματική του «επαναστατικού είναι» της τάξης, οι παραπάνω φράσεις αποτελούν τον ορισμό αυτού του είναι, είναι επαρκείς ως προς τον εαυτό τους. Οπότε, περνάμε σε κάτι άλλο και μπορούμε με κάθε νηφαλιότητα πνεύματος, κάθε αθωότητα να σκύψουμε στην ανάλυση της πορείας της ιστορίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της εμπειρικής πορείας των ταξικών αγώνων και του επαναστατικού τους γίγνεσθαι που είναι ήδη γνωστό. Έλα όμως που το επαναστατικό ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι ένα ξεπέρασμα που παράγεται, ένα είδος άγνωστου ιστορικού σημείου και το ζήτημα δεν εμφανίζεται πλέον ως ζήτημα «ασυμφωνίας» ή συγκυριακής «δυσαρμονίας» κάθε ιδιαίτερης ανάλυσης με αυτό το επαναστατικό είναι, δεν εμφανίζεται πλέον χωρίς μεγάλο θεωρητικό ενδιαφέρον και χωρίς μείζονες συνέπειες, δεν εμφανίζεται πλέον ως η αναπόφευκτη κατάληξη στον ήδη γνωστό ορισμό του.

Με δυο λόγια, η εξέταση της πορείας των πραγμάτων σε αυτή τη βάση δε θα μπορούσε παρά να μας καθησυχάζει μέσα σε έναν εντελώς γαλήνιο νορματιβισμό: η κατάσταση είναι έτσι, αλλά γνωρίζουμε πως δεν πρόκειται παρά για μια “ασυμφωνία”, μια στιγμιαία «δυσαρμονία» γιατί το μέλλον μας ανήκει. Οπωσδήποτε όμως και επειδή, από τώρα και στο εξής, αυτό που συμβαίνει, δηλαδή αυτό που κάνει το προλεταριάτο, δεν αντιστοιχεί στο είναι που εμείς (η θεωρία) γνωρίζουμε, κατά κάποιο τρόπο δεν είναι «ορθολογικό». Όσον αφορά την εργατική ψήφο στο Εθνικό Μέτωπο, μια τέτοια οπτική μας δίνει τα εξίσου καθησυχαστικά όσο και διακηρυκτικά συμπεράσματα του Mouvement Communiste[54]:

«Πρέπει αντίθετα να συνειδητοποιήσεις[55] ότι η μόνη ρεαλιστική λύση για τους εργάτες είναι να καταστρέψουν το Κράτος…».

Η συμμετοχή στις εκλογές αποτελεί εδώ αποτέλεσμα

«της εγχάραξης του εκλογικού κρετινισμού στα κεφάλια των προλετάριων από τους αντιπάλους μας».

Πρέπει κατά συνέπεια η τάξη

«να συνειδητοποιήσει τη δύναμή της ως τάξη»

Αυτή η δύναμη είναι

«η θέση της μέσα στην παραγωγή»[56]

Αυτό που διαφεύγει από το Mouvement Communiste είναι πως αυτή η «θέση» είναι ταυτόχρονα αυτή που κάνει το προλεταριάτο να συμμετέχει στο κεφάλαιο και στο Κράτος. Η ψήφος στον Λεπέν αξιολογείται επομένως ως αντιδραστική χωρίς ποτέ να είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί τι εννοείται με αυτό[57]. Μια ολόκληρη σειρά απροσδιόριστων εκφράσεων έρχεται να υποκαταστήσει τις λέξεις που δεν επιθυμεί κανείς να χρησιμοποιήσει: εργατική τάξη. Το γράμμα του Mouvement Communiste, Μάιος 2002, χρησιμοποιεί τους όρους

«λαϊκή ψήφος», «καταπιεσμένες τάξεις», «κατώτερες τάξεις»

και η προκήρυξη τον όρο:

«αποπροσανατολισμένοι προλετάριοι που υποφέρουν»

Πρόκειται για αξιοσημείωτη προσπάθεια άρνησης. Με τον ίδιο τρόπο, το Oiseau tempête, στο κείμενο που προαναφέρθηκε, απέναντι στα «αδιέξοδα της καπιταλιστικής κοινωνίας» μας διαβεβαιώνει πως η μόνη προοπτική είναι

«η διαρκής και αυτόνομη αντικαπιταλιστική μάχη»

Ενάντια

«στις πολεμικές σφαγές μεταξύ των προλετάριων»

αλλά αυτό που θα μας ενδιέφερε περισσότερο από τις διακηρύξεις είναι να μας εξηγήσει την εργατική ψήφο στο Εθνικό Μέτωπο και τις «πολεμικές σφαγές μεταξύ των προλετάριων» πέρα από την «προσαρμογή στις συνθήκες» ή τις «ψευδαισθήσεις της δημοκρατίας».

Από τη στιγμή που «η ιδιαίτερη κατάστασή του προλεταριάτου», όπως το λέει ο Μαρξ, δε συνιστά ένα είναι αλλά πραγματικά μια «κατάσταση», δηλαδή μια σχέση και επομένως μια ιστορία, δεν μπορούμε πλέον να περιοριστούμε στη νορματιβιστική νηφαλιότητα και αθωότητα. Δεν μπορούμε πλέον να θέτουμε, από τη μια, αυτό που συμβαίνει και, από την άλλη, να αντιμετωπίζουμε τις ασυμφωνίες και τις δυσαρμονίες με όρους απώλειας και κέρδους εν αναμονή της «συνειδητοποίησης». Δεν μπορούμε πλέον να λέμε «λίγο ενδιαφέρει αν»…, γιατί ακριβώς αυτό είναι που ενδιαφέρει. Η δυσαρμονία και η ασυμφωνία δεν μπορούν πλέον να αποβάλλονται εκτός του αντικειμένου όπως αυτό εμφανίζεται σε μια νορματιβιστική θεωρία, επειδή η μεταβλητότητα των «σκοπών» που οι εργάτες «εκπροσωπούν» δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως δυσαρμονία σε σχέση με την τελική νόρμα του «πραγματικού στόχου». Στην πραγματικότητα, είναι ολόκληρο το περιεχόμενο της έννοιας του ορίου των αγώνων που συναντάμε ξανά· έννοια, είναι αλήθεια, ευαίσθητη στη μεταχείριση.

Η ψήφος στον Λεπέν συνιστά μια διαμαρτυρία, μια εργατική διαμαρτυρία[58] όχι της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά ενάντια στην εξαφάνιση της δυνατότητας της κοινωνικής και πολιτικής της αναπαράστασης[59]. Αυτή η διαμαρτυρία επιβεβαιώνει την ύπαρξη της εργατικής τάξης, όπως το έκανε και η ψήφος ενάντια στο Μάαστριχτ η οποία πρόσφερε μεγάλη ικανοποίηση σε πολλούς «ριζοσπάστες», αν και αυτή η επιβεβαίωση στηρίζεται στη νοσταλγία ενός μακρινού και σε μεγάλο βαθμό φανταστικού παρελθόντος· αυτή η επιβεβαίωση είναι, πριν από όλα, σύγχρονη, γιατί δεν αποτελεί επιβεβαίωση της εργατικής ταυτότητας, ακόμα και φετιχοποιημένης, μέσα στην πολιτική αναπαράσταση. Πρόκειται για μια εργατική επιβεβαίωση, η οποία το μόνο που κάνει είναι να επιβεβαιώνει όλες τις σύγχρονες κατηγορίες των τροπικοτήτων της εκμετάλλευσης. Διακρίνεται από την επιβεβαίωση της εργατικής ταυτότητας στο ότι δεν επιβεβαιώνει παρά το κεφάλαιο όπως αυτό υπάρχει· αλλά εδώ είναι που υπάρχει και η εργατική τάξη.

Η αναπαραγωγή του κεφαλαίου αποτελεί το όριο αυτής της επιβεβαίωσης. Η διαμαρτυρία, ως μορφή που παίρνει αυτή η επιβεβαίωση, εκτυλίσσεται στο εσωτερικό αυτής της αναπαραγωγής και συμμορφώνεται με όλα τα χαρακτηριστικά του ανταγωνισμού μεταξύ των προλετάριων, του καταμερισμού εργασίας, της εξατομίκευσης των εργασιακών σχέσεων κλπ. Πρόκειται για διαμαρτυρία, επειδή εμπεριέχεται πλήρως στη λειτουργία του τρόπου παραγωγής και είναι πλήρως “απαγορευμένη” από την αναδιάρθρωσή του ως επιβεβαίωση της εργατικής ταυτότητας μιας και αυτή έχει εξαφανιστεί. Δε βρισκόμαστε σε μια φασιστική ιστορική περίοδο. Αντίθετα με αυτό που έλαβε χώρα κατά την πορεία της ταξικής πάλης στο παρελθόν, δεν υπάρχει τίποτα σε αυτόν τον κύκλο αγώνων που να αποτελεί επιβεβαίωση της ίδιας του της δυναμικής. Η ψήφος στον Λεπέν δεν μπορεί εντούτοις να απορριφθεί σαν να βρίσκεται πέρα και μακριά από τον σύγχρονο κύκλο αγώνων, γιατί μόνο η κατανόησή του αυτού
κύκλου μπορεί να την εξηγήσει.

Καθώς εξελίσσονται οι άμεσοι αγώνες, η δυναμική αυτού του κύκλου παράγεται σε σχέση με τα όριά τους, ακόμα και κατά μήκος τους· η δυναμική της ταξικής πάλης δεν μπορεί να αυτονομηθεί, χωρίς να χαθεί ως τέτοια, όπως επιδιώκει το Κίνημα της Άμεσης Δράσης. Εμπειρικά[60], το τάδε ή το δείνα χαρακτηριστικό του αγώνα –που μπορεί να είναι η χρήση μιας δημόσιας υπηρεσίας, το αίτημα για εργασία, η υπεράσπιση ενός εργαλείου εργασίας, η άρνηση μετεγκατάστασης της επιχείρησης, η χρηματοοικονομική διαχείριση κλπ– εμφανίζεται, στην πορεία του ίδιου του αγώνα, ως όριο. Καθώς το κίνημα βρίσκει πάνω σε αυτό το όριο, η εργατική τάξη καταλήγει πάντα να εμφανίζεται ως τάξη αυτού του τρόπου παραγωγής[61] και αναδεικνύεται ακόμα πιο καθαρά η αμοιβαία σύνδεση της ύπαρξής της με το κεφάλαιο. Είναι με αυτόν τον τρόπο που η δυναμική του σύγχρονου κύκλου αγώνων υπάρχει πραγματικά. Στην περίπτωση της ψήφου υπέρ του Λεπέν, είναι η επιβεβαίωση της τάξης που προτείνεται –σε συμφωνία με όλα τα χαρακτηριστικά της λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και χωρίς αυτή η επιβεβαίωση να αποτελεί διαμεσολάβηση ενός άλλου είναι της τάξης– ως διαμαρτυρία ενάντια σε αυτή την ίδια λειτουργία, η οποία της απαγορεύει την πολιτικη αναπαράσταση.

«Αν οι σοσιαλιστές συγγραφείς αποδίδουν στο προλεταριάτο αυτόν τον ιστορικό ρόλο, δεν είναι καθόλου επειδή θεωρούν τους προλετάριους ως θεούς. Συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Μέσα στο πλήρως ανεπτυγμένο προλεταριάτο βρίσκεται πρακτικά ολοκληρωμένη η αφαίρεση όλης της ανθρωπότητας, ακόμα και της εμφάνισης της ανθρωπότητας· στις συνθήκες ζωής του προλεταριάτου βρίσκονται συμπυκνωμένες όλες οι συνθήκες ζωής της σύγχρονης κοινωνίας σε ό,τι λιγότερο ανθρώπινο μπορούν να έχουν»[62].

Για να παραφράσουμε χωρίς πιστότητα τη συνέχεια του αποσπάσματος: αν στο προλεταριάτο, «ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του», δεν αποκτά την ίδια στιγμή τη «θεωρητική συνείδηση» αυτής της απώλειας παρά στο θέαμα αυτών που εντός του προλεταριάτου απειλούνται περισσότερο από «την αθλιότητα που επιβάλλεται αναπόφευκτα»[63]. Αυτή την «αθλιότητα», την οποία το προλεταριάτο δεν μπορεί πλέον να «αποφύγει», είναι δυνατόν επιπλέον να την «μεταμφιέσει» με τον καθρέφτη του. Η εξέγερση του και η άρνηση εκ μέρους του της «όμοιας απανθρωπιάς» αποβάλλονται από τον εαυτό του και γίνονται η άρνηση της ίδιας της εικόνας του, την οποία του επαναφέρει ο μετανάστης εργαζόμενος. Αν «κάθε σχέση με τον εαυτό είναι σχέση με τον άλλο», η άρνηση και η εξέγερση ενάντια στον εαυτό μπορούν να είναι άρνηση και εξέγερση ενάντια στον άλλο, ο οποίος αποτελεί την πραγματικότητα της σχέσης με τον εαυτό.

«Αν και αυτή η ψήφος[64] προσλαμβάνει χωρίς καμία αμφιβολία μια ισχυρή διάσταση διαμαρτυρίας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το δομικό υπόβαθρο, από το οποίο αποσπώνται οι σχέσεις γάλλων εργατών–μεταναστών εργατών σήμερα, δηλαδή το πλαίσιο μαζικής ευαλωτότητας (για να δανειστούμε την έκφραση του Robert Castel) […]: η χειροτέρευση των κοινωνικών συνθηκών ύπαρξης (επίπεδο ζωής, ανασφάλεια, άγχος για το μέλλον), ο ανταγωνισμός στην εργασία, η μείωση των ελπίδων κοινωνικής ανόδου (για τον ίδιο και για τα παιδιά του), ο τρόμος του κοινωνικού υποβιβασμού, η ελπίδα και η εξαπάτηση που συνδέονται με τη συνέχιση των σπουδών. Είναι σε αυτό το υπόβαθρο που μπορεί να γίνει κατανοητή η έλξη που ασκείται από τις θεματικές του Εθνικού Μετώπου, κυρίως αυτή της εθνικής προτίμησης, στα λαϊκά στρώματα»[65].

Από την έρευνα των Beaud και Pialoux προκύπτει ότι η «ρατσιστική αποκρυστάλλωση» επηρεάζει λιγότερο τη συμπεριφορά των γονιών μεταναστών στο εργοστάσιο[66] από τη συμπεριφορά των παιδιών τους έξω. Δεν είναι ο μετανάστης εργάτης, ο οποίος έχει εικοσιπέντε χρόνια εργασίας στην πλάτη του, ο καθρέφτης της γενικής κοινωνικής ευαλωτότητας του προλεταριάτου και του «υποβιβασμού», αλλά οι νέοι της δεύτερης και της τρίτης γενιάς, εκ των οποίων ορισμένοι καταλήγουν να αναλαμβάνουν και να διεκδικούν τον ρόλο της «αποκρουστικής ομάδας».

«Ο δραματικός τερματισμός του μέλλοντος προκαλεί έντονη πικρία και ερμηνεύει επίσης τη ριζοσπαστικοποίηση της στάσης τους σε ένα είδος ανεξέλεγκτου σπιράλ: η μόνιμη βία που υφίστανται –οικονομική βία, βία της υλικής φτώχειας, βία του ρατσισμού– μετασχηματίζεται σε βία που επιστρέφει, μερικές φορές ενάντια στον εαυτό και συχνά ενάντια στους “άλλους”, αυτούς τους γελοίους “Γάλλους”. Απέναντι στον διάχυτο ρατσισμό που στοχεύει τους “Άραβες”, οι απαντήσεις τους ακολουθούν τη λογική της αντιστροφής: στιγματισμένοι ως “Άραβες”, καταφεύγουν στη μεγέθυνση της “αραβικότητάς” τους»[67].

Το ρήγμα δεν μπορεί πλέον να γίνει αντιληπτό ως εσωτερική υπόθεση της εργατικής τάξης, αλλά με όρους ολοένα και περισσότερο εθνικοποιημένους. Συμπεριφερόμενοι έτσι, αυτοί οι νέοι επιβαρύνουν τα άλλα παιδιά και τις οικογένειές τους με το μεγαλύτερο ρίσκο, το οποίο συνίσταται στο μπλοκάρισμα των στρατηγικών κοινωνικής ανόδου μέσα από την εργασία, το σχολείο ή το προάστιο που κατοικούν.

Κάτω από τον τίτλο «Η εργατική υπόληψη, πραγματικό διακύβευμα των ρατσιστικών εντάσεων», οι Beaud και Pialoux αναπτύσσουν την ακόλουθη ανάλυση:

«Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν το πέρασμα στο Εθνικό Μέτωπο ενός αυξανόμενου αριθμού εργατών δε θα μπορούσε να ερμηνευτεί ακριβέστερα ως μια πικρή μορφή διαμαρτυρίας, ακόμα και απεγνωσμένης, ενάντια στον “ηθικισμό της αριστεράς”. […] Μας φαίνεται σημαντικό να επιμείνουμε στη διάσταση της αντίδρασης που έχει η ψήφος στον Λεπέν: υπάρχει εκεί ένας διαισθητικός τρόπος να διακρίνει κανείς το κοινωνικό μίσος που εδραιώνεται ολοένα και περισσότερο στους εργάτες, […]. Αυτό που διακυβεύεται με την εργατική ψήφο στον Λεπέν είναι σίγουρα η υπόληψη των ατόμων που δούλεψαν μια ολόκληρη ζωή για να αποκτήσουν το σπίτι τους, να αναθρέψουν τα παιδιά τους, να οικοδομήσουν μια καλή φήμη, κ.α. Αυτή την υπόληψη, η οποία μπορεί πράγματι να εμφανίζεται ως αυταπάτη σε αυτούς που βρίσκονται μακριά από τα λαϊκά στρώματα, μπορεί σήμερα οι εργάτες να τη χάνουν απότομα. Με διάφορους τρόπους: από την ανεργία που πλήττει το νοικοκυριό· από την υποβάθμιση του τόπου κατοικίας τους –όπως αυτοί που, εδώ και είκοσι ή τριάντα χρόνια, έχτισαν σπίτι σε μια περιοχή που σήμερα απειλείται από την κοινωνική υποτίμηση ή αγόρασαν σπίτι σε ένα προάστιο “όπου να ’ναι”· αλλά και από τη διάχυτη αμφισβήτηση του συστήματος αξιών τους είτε πρόκειται για τον τοπικισμό ή για την ιδιότητα του να είσαι ντόπιος που απαξιώνονται προς όφελος του κοσμοπολιτισμού ή της “μείξης”· ή ακόμα από την αμφισβήτηση του καταμερισμού εργασίας μεταξύ των φύλων. Από την άλλη, αυτή η εργατική υπόληψη, […] είναι σήμερα λιγότερο καλά υποστηριγμένη και εμφανίζεται έντονα απειλούμενη. […] Αυτό που για παράδειγμα τρέφει τον εκνευρισμό των γάλλων εργατών[68], που μένουν στις εργατικές πόλεις της περιοχής, είναι η αντίθεση ανάμεσα στον δημόσιο λόγο των πολιτικών ανδρών για τη μετανάστευση –διακοπή της νόμιμης μετανάστευσης και προτεραιότητα στον αγώνα ενάντια στην παράνομη μετανάστευση– και τις τοπικές πραγματικότητες. […] Απέναντι σε αυτούς τους καινούργιους μετανάστες, που φτάνουν στην πιο συχνή περίπτωση στο πλαίσιο της οικογενειακής επανασύνδεσης, υπάρχει η υποψία ότι κατέφυγαν σε άλλες οδούς, παράνομες ή παρα-νόμιμες, κυρίως μέσω του γάμου με Γάλλους ή Γαλλίδες μετανάστ(ρι)ες στην καταγωγή. Μολονότι αυτή η καινούργια μετανάστευση συναντά δυσπιστία, αυτό δε συμβαίνει απαραίτητα λόγω “ρατσιστικού αντανακλαστικού”, αλλά επειδή αυτό που θα προκαλέσει, στα μάτια των κατοίκων αυτών των συνοικιών, δε θα είναι παρά η όξυνση των δομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν το σχολείο και η συνοικία. […] Είναι ως αντίδραση στις υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν και στον ηθικοπλαστικό λόγο των “ελίτ” που αναπτύσσεται ένα είδος εργατικού κυνισμού ενάντια στις καθολικές και δημοκρατικές αξίες, αυτές που υπερασπίζονται οι “διανοούμενοι” (με την καθημερινή έννοια), οι οποίοι κατηγορούνται πως ξέχασαν ή αρνούνται τις πιο συγκεκριμένες μορφές του κοινωνικού ανταγωνισμού, με τις οποίες οι εργάτες –οι “μικροί”– έρχονται αντιμέτωποι κάθε μέρα»[69].

Εδώ και πάνω από δεκαπέντε χρόνια –με την ανεργία μακράς διαρκείας, τον υποβιβασμό που συνδέεται με την απώλεια μιας θέσης απασχόλησης, τη φυλάκιση μέσα σε υποβαθμισμένες εργατικές κατοικίες, τη συμπίεση των εισοδημάτων, τη σχολική αποτυχία των παιδιών– οι συνθήκες ζωής του πρώην σκληρού πυρήνα της εργατικής τάξης προσεγγίζουν τις συνθήκες ζωής ομάδων, από τις οποίες πίστευε ότι απείχε ή τις οποίες φανταζόταν ότι ήταν λιγότερο καλά προετοιμασμένες από αυτόν.

«Το ψηφοδέλτιο Λεπέν γίνεται η έκφραση του φόβου ότι ξαναπέφτεις στην κατάσταση από την οποία θεωρούσες ότι είχες ξεφύγει, ένας τρόπος να αποκατασταθεί μια ταυτότητα, να αποτραπεί η υποβάθμιση. Και αυτό φτάνει μέχρι τον συνήθη ρατσισμό, ο οποίος δεν είναι παρά ένας τρόπος να υπογραμμιστεί η απόσταση, την οποία οι εργάτες δε θέλουν να δουν να καταργείται σε σχέση με αυτούς που έχουν ακόμα κάτι λιγότερο από τους ίδιους. […] Από δω και στο εξής, ένα περιθωριακό τμήμα του κόσμου της εργασίας, το οποίο βρίσκεται στην ανεργία, διακυβεύει την ταυτότητά του αντιπαρατιθέμενο με αυτούς που καταλάμβαναν προηγουμένως τις πιο υποτιμημένες θέσεις εργασίας»[70].

Αυτή η ταυτότητα δεν μπορεί πλέον να είναι η επαγγελματική ταυτότητα, η ταυτότητα της αλληλεγγύης μέσα στον αγώνα[71], ούτε η γενική ταυτότητα της εργατικής συνθήκης, η οποία έχει γίνει τόσο ασταθής. Η εργασιακή διαδικασία εξατομικεύει τους εργάτες και τους βάζει να ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο ακόμα και εντός της υλικής της οργάνωσης: ατομική ευθύνη όσον αφορά την ποιότητα, τις καθυστερήσεις· φυσική απομάκρυνση των θέσεων εργασίας· ξεχείλωμα των ωραρίων· προσωπική αξιολόγηση και άμεση επαφή με τον ανώτερο. Η εξατομίκευση είναι τόσο έντονη και η απώλεια της εργατικής ταυτότητας, η οποία επιβεβαιωνόταν από την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και εντός αυτής, τόσο άτεγκτη που το Κράτος και το Έθνος γίνονται οι μόνες κοινότητες που μπορούν να ενοποιήσουν αυτή την εξατομίκευση ακριβώς επειδή είναι οι πιο αφηρημένες[72]. Αυτή η ταυτότητα σφυρηλατείται με την περιχαράκωση και τη διαφοροποίηση από τους αποκλεισμένους της εθνικής ζωής, μετανάστες μέχρι και «ομοεθνείς» άνεργοι, οι οποίοι θα κατηγορηθούν για «προνόμια», τα οποία τους χορηγούνται από τις «ελίτ που συνδέονται με τον κοσμοπολιτισμό». Όλα αναμειγνύονται εδώ: εθνική ταυτότητα και παλιά περηφάνια της εργασίας. Η διεκδικούμενη εθνική ταυτότητα είναι πάνω από όλα καχυποψία απέναντι στους «αποκλεισμένους», η οποία καχυποψία βασίζεται στον φόβο μη γίνεις ένας από αυτούς, στην άρνηση του να βλέπεις τα προβλήματά σου να αντιμετωπίζονται με τον βασικό μισθό, τη RTT[73], τη CMU[74].

Δε συμφωνούμε με τον Michel Samson για τον οποίο:

«Η λέξη διαμαρτυρία χρησιμεύει στη συγκάλυψη του ουσιώδους: αυτό το εκλογικό σώμα, περισσότερο μαζικό στις 21 Απριλίου από το PS[75], είναι ρατσιστικό και ξενοφοβικό, με το συνηθισμένο νόημα αυτών των λέξεων»[76].

Οπωσδήποτε η χρήση της λέξης «διαμαρτυρία» από τους πολιτικούς χρησιμεύει στην παραπομπή αυτής της εκλογικής συμπεριφοράς στο πεδίο της ασυνείδητης λύτρωσης [défoulement], αλλά αυτό δεν εμποδίζει παρόλα αυτά να διαμαρτύρεται κανείς ως ρατσιστής και ξενοφοβικός και έχοντας πλήρη συνείδηση.

«Η διαφύλαξη επιδομάτων, συντάξεων και άλλων παροχών μόνο για τους ντόπιους καταλήγει να αποτελεί κλοπή από τους άλλους ενός μέρους από αυτά που τους ανήκουν: οι μετανάστες εργαζόμενοι που εργάζονται στη Γαλλία συνεισφέρουν στην κοινωνική ασφάλιση, στα συνταξιοδοτικά ταμεία, στην ασφάλιση των ανέργων, πληρώνουν τους φόρους τους. Επιπλέον, καταναλώνοντας τρόφιμα, βενζίνη, τσιγάρα ή κινηματογραφικές ταινίες, πληρώνουν έμμεσους φόρους, ΦΠΑ και άλλες κρατήσεις· κάτι που τους δίνει δικαίωμα στη νοσοκομειακή περίθαλψη, στα προγράμματα της τηλεόρασης, στους αυτοκινητόδρομους, στα σχολεία, στην αστυνομική προστασία, κ.α. που πληρώνονται με αυτά τα χρήματα»[77].

Είναι ακριβές ότι «οι πολιτικοί παράγοντες» πολύ σπάνια απαντούν σε αυτό το κεντρικό σημείο του προγράμματος του Εθνικού Μετώπου προτιμώντας, όπως οι διαδηλωτές μεταξύ των δυο γύρων των προεδρικών εκλογών, να κάνουν τη σύνδεση με τον φασισμό και τη δεκαετία του ’30. Αλλά το ίδιο το εργατικό εκλογικό σώμα του Λεπέν γνωρίζει σχετικά και το σημείο αυτό αποτελεί κομμάτι της διαμαρτυρίας προς υπεράσπιση της «εργατικής υπόληψης». Αυτή η διαμαρτυρία περνάει μέσα από τη διατήρηση του Welfare, για το οποίο υπάρχει η αίσθηση ότι απειλείται από τη μετανάστευση, και μέσα από τη σταθεροποίηση ενός τείχους και μιας διαφοράς απέναντι σε αυτούς που εμφανίζονται ως οι πιο εκτεθειμένοι στον κοινωνικό υποβιβασμό. Και είναι κρίμα/τόσο το καλύτερο, αν αυτό είναι άδικο.

Η «εθνική προτίμηση» δεν αποτελεί πατριωτική προσήλωση σε μια ταυτότητα υποκατάστασης όπως το «Έθνος» και ακόμα λιγότερο η «φυλή» ή ο «χριστιανικός πολιτισμός». Η χάραξη διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα σε «μας» και τους «άλλους» είναι πάνω από όλα μια κίνηση εσωτερική στη σχέση μεταξύ εργασίας, welfare και δημοσίων υπηρεσιών (κατοικιών, σχολείων, νοσοκομείων, ταχυδρομείου…)· είναι η διεκδίκηση ενός Κράτους «που να δουλεύει». Το κριτήριο της χάραξης είναι η τάξη [l’ ordre], η οποία υπερκαθορίζει την «καλή λειτουργία» της πρόσβασης στην εργασία, το welfare, τις δημόσιες υπηρεσίες. Αυτή η τάξη είναι η αποκλειστική νομιμότητα της μισθωτής εργασίας[78], την οποία απειλούν ο «επαγγελματίας άνεργος» (πάντα ο άλλος), ο «παράνομος», ο «dealer», αυτός που ζει από τα οικογενειακά επιδόματα, όλοι αυτοί, των οποίων η ιδιαίτερη ταυτότητα μπορεί να είναι πραγματικά ή φανταστικά πηγή ενός «προνομίου/πλεονεκτήματος», μιας εξαίρεσης από αυτόν τον κοινό κανόνα. Αυτή η τάξη υπονοεί άμεσα την «ασφάλεια»[79], η οποία παρουσιάζεται ως εγγύηση της υποχρέωσης στην εργασία και στον κοινό κανόνα. Οι διαχωριστικές γραμμές πρόκειται να χαραχτούν ανάμεσα σε αυτή την τάξη και σε αυτό που την απειλεί, του οποίου παραδειγματική φιγούρα αποτελεί o «νεαρός άραβας» και, όπως ο ναζισμός είχε επινοήσει τους «εβραιοποιημένους», αυτοί των οποίων η καθημερινή συμπεριφορά ενσωματώνεται σε αυτή τη φιγούρα. Η «εθνική προτίμηση» αποτελεί κατασκευή μιας «φυλετικής» ομάδας με βάση κριτήρια που δεν είναι φυλετικά· πρόκειται για αντίσταση στην κοινωνική υποβάθμιση ενάντια σε αυτούς που έχουν καταδειχτεί ως σύμβολα και προάγγελοι αυτής της υποβάθμισης. Είναι μόνο με αυτή την έννοια που η υπεράσπιση της «εργατικής υπόληψης» γίνεται «εθνική προτίμηση», η οποία οικοδομείται με αφετηρία τα κριτήρια της εργατικής υπόληψης ως οριοθέτηση μιας «φυλετικής» ομάδας που πρέπει να πολεμηθεί και όχι ως επιβεβαίωση ενός «εμείς», «της Γαλλίας», «της πατρίδας», της «χριστιανοσύνης». H «εθνική ταυτότητα» δεν υποκαθιστά την εργατική ταυτότητα, είναι η εργατική ταυτότητα που «αντιστέκεται» με τη μορφή της εθνικής ταυτότητας, η οποία πάντοτε αποτελούσε έναν από τους καθορισμούς της. «Αντίσταση»· αλλά δεν πρόκειται για αναχρονισμό, η αντίσταση έχει αλλάξει εντελώς περιεχόμενο επεξεργαζόμενη εκ νέου ορισμένους από τους καθορισμούς της· από θέληση απελευθέρωσης της εργασίας από τη μισθωτή εργασία, έγινε θέληση επιβεβαίωσης της μισθωτής εργασίας απειλούμενης ως κοινωνική τάξη [ordre].

Όπως πάντα, η «φυλετική» ομάδα αποτελεί πλήρη ιστορική κατασκευή που συμβαδίζει με τα χαρακτηριστικά των ιδιαίτερων ιστορικών συνθηκών: ο νεαρός «γαλάτης» μπορεί να είναι «άραβας» και ο αλγερινός που έχει 25 χρόνια εργασίας στην αλυσίδα παραγωγής να είναι «γάλλος». Στην μπροσούρα της που αναφέρθηκε νωρίτερα, η Temps Critique σημειώνει σωστά ότι

«“η απέχθεια για την εργασία” είναι προϊόν ενός μεγάλου κομματιού της νεολαίας που προέρχεται από τα λαϊκά στρώματα. “Η κριτική της εργασίας” εκδηλώνεται στις συνοικίες που κυριαρχούν οι νέοι που κατάγονται από την πρόσφατη μετανάστευση και πέρα από κάθε συλλογική προοπτική».

Προσθέτει:

«Τα άτομα προλετάριοι, όταν υποχρεώνονται να ψηφίσουν, υποστηρίζουν τα κόμματα που τολμούν ακόμα να αναφέρονται στην εργασία, κυρίως το Εθνικό Μέτωπο και τη Lutte Ouvrière»[80].

Η ψήφος στον Λεπέν προκύπτει από μια πρώτη απονομιμοποίηση της κοινωνικής αναγνώρισης της εργατικής τάξης: την εξαφάνιση της ως τάξη που επιβεβαιώνεται μέσα στην αναπαραγωγή του κεφαλαίου και που φέρει, με αφετηρία την άμεση κατάστασή της εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, την επιβεβαίωση της αναδιοργάνωσης της κοινωνίας. Ανάμεσα στους δυο γύρους των προεδρικών εκλογών, αυτή η πρώτη απονομιμοποίηση διπλασιάστηκε, καθώς εκδηλώθηκε και με άλλο τρόπο. Οι διαδηλώσεις, μετά τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, με βάση τις θεματικές της Γαλλίας, της Δημοκρατίας και της ηθικής καταδίκης του ρατσισμού υπήρξαν η άρνηση της ίδιας λογικής αυτής της ψήφου· η εργατική ψήφος αποστερήθηκε από τα πραγματικά της κίνητρα. Η εργατική τάξη απονομιμοποιήθηκε για δεύτερη φορά.

Δεν υπήρξε φασισμός, ούτε αντιφασισμός, ούτε και διαδήλωση υπέρ της «εθνικής ενότητας»[81]. Από την πλευρά αυτών που ήταν στον δρόμο δεν υπήρξε παρά η κραυγή του απειλούμενου πλάσματος: δεν είμαστε όπως «αυτοί», δεν είμαστε «απαίσιοι, αισχροί και μοχθηροί». Επρόκειτο για την ελπίδα αποστασιοποίησης από αυτούς τους «φτωχούς», για τη διαβεβαιωτική αυτοεξαγγελία: «είμαστε ακόμα εδώ». Επρόκειτο για την επιβεβαίωση του ανήκειν σε αυτή την κοινωνία και για την εκδήλωση της αφοσίωσης προς αυτή με την αμοιβαία αναγνώριση του ότι είσαι ακόμα «in». Οι εξαγγελίες ήταν ξεκάθαρες: επιβεβαίωση του εαυτού ως πολίτη και ως δημοκράτη σημαίνει αποπομπή του φόβου επιστροφής στην ανησυχία ενός επισφαλούς μέλλοντος και επιβεβαίωση του επαπειλούμενου «δικαιώματος» στην κοινωνική άνοδο ως εγγενές στη «συνθήκη» του πολίτη. Σε ηλικία σαράντα χρονών, το 18% της γενιάς που γεννήθηκε τις δεκαετίες του ’20 και του ’30 ανήλθε στην ιεραρχία· αυτό το ποσοστό αναρριχήθηκε στο 28% για τη γενιά που γεννήθηκε μεταξύ 1945 και 1950, και από τότε έχει μείνει στάσιμο. Αντίθετα, οι προοπτικές κοινωνικής υποβάθμισης, δηλαδή να βρεθείς στο τέλος της διαδρομής σε μια κοινωνική κατηγορία κατώτερη από αυτή του πατέρα σου, είναι δυο φορές ισχυρότερες για τη γενιά που γεννήθηκε το 1975 από ό,τι ήταν για τους γονείς της[82]. Όπως οι παλιές μεσαίες τάξεις είχαν το κατάστημα ή τη μικρή επιχείρηση ως κληρονομιά, για τις σύγχρονες «μεσαίες τάξεις» κληρονομιά έχει γίνει «το να είσαι πολίτης», η οποία αξιοποιείται με την προβολή των διπλωμάτων και των δεξιοτήτων. Ο Fausto Bertinotti[83] γράφει σε σχέση με αυτές τις διαδηλώσεις:

«Είδα σε αυτές μια νέα συνειδητοποίηση του κοινωνικού κόστους που προκαλείται από αυτό το σύστημα, μια τάση εκ βάθρων επανοικειοποίησης της πολιτικής, μια τάση επανατοποθέτησής της στο κέντρο της κοινωνίας· συνολικά, την αυγή μιας νέας θέλησης για αλλαγή, έναν ακόμα από τους καρπούς του κινήματος των κινημάτων του λαού του Σηάτλ».

Ο Bertinotti αυταπατάται μέσα στις ίδιες τις ριζοσπαστικές δημοκρατικές ψευδαισθήσεις του: αυτές οι διαδηλώσεις δεν εντάσσονται στον ριζοσπαστικό δημοκρατισμό με την έννοια ότι δεν αποτελούν αναγνώριση της εργατικής συνθήκης μέσα στον αξεπέραστο ορίζοντα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά άρνηση της εργατικής συνθήκης. O Bertinotti θα έπρεπε να διαβάσει το editorial του περιοδικού Elle της 29ης Απριλίου 2002: είμαστε ωραίοι, είμαστε νέοι, είμαστε ευγενικοί… δεν είμαστε εργάτες.

Η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας, και επομένως της πολιτικής της αναπαράστασης, θέτει σε αμφισβήτηση στο εσωτερικό της δημοκρατίας τη δημοκρατική νομιμοποίηση της ταξικής πάλης.

Ο λαϊκισμός

Ο λαϊκισμός ορίζεται κατ’ ουσίαν ως η θέληση κατάργησης, εντός της πολιτικής, της διάκρισης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Ενάντια στη δημοκρατία, ο λαϊκισμός αρνείται να αναγνωρίσει τις αντιφάσεις και τις ρωγμές της κοινωνίας ως αναπόσπαστες από αυτή και να δεχτεί τον κατευνασμό τους μέσα στο Κράτος με την πολιτική διαμεσολάβηση. Για τον λαϊκισμό, η κοινωνία αποτελεί μια κοινότητα άμεσα μεταφερμένη και εκπροσωπημένη ως τέτοια μέσα στο Κράτος. Η κοινότητα είναι ο λαός ενάντια στις κοινωνικές τάξεις από τη μία και τον πολίτη από την άλλη. Εντούτοις, ο λαός ως κοινότητα δε συνιστά κράτος, δεν είναι κάτι δεδομένο το οποίο θα έπρεπε να οικοδομηθεί με την επανένωση και τη συμφιλίωση αυτού που ήταν προηγουμένως διαιρεμένο: κοινωνίας και θρησκείας, δημόσιου και ιδιωτικού, οικονομίας και ηθικής, τεχνικής και πολιτιστικού, μαζών και ελίτ, εργασίας με το κεφάλαιο και το έθνος κ.α. Ο λαϊκισμός, ως πολιτικό και κοινωνικό κίνημα, συγκροτείται στα όρια των αγώνων του προλεταριάτου και στρέφεται εναντίον του. Είναι η δράση του προλεταριάτου μέσα στους διεκδικητικούς αγώνες και την πίεση προς το Κράτος –όπως επίσης στην παρούσα φάση η αδυνατότητα αυτής της δραστηριότητας να υπάρξει σύμφωνα με τις ανάγκες και τα συμφέροντά της– που παράγει τον λαό. Και ο λαός, ο οποίος δεν αποδέχεται τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις και τα ρήγματα στο εσωτερικό του, στρέφεται ενάντια στο προλεταριάτο. Θα ήταν εντελώς αφελές να μη σημειωθεί πως, μετά την εξαφάνιση της πλαισίωσης από την εργατική κοινότητα, το Εθνικό Μέτωπο πετυχαίνει πολύ καλά αποτελέσματα ακριβώς σε αυτές τις περιφέρειες, όπου κάποιες φορές οι προλετάριοι αγωνίστηκαν με πολύ βίαιο τρόπο ενάντια στο κλείσιμο επιχειρήσεων, ενάντια στις απολύσεις και για τη διεκδίκηση μεγαλύτερων αποζημιώσεων.

Αλλά αυτός ο λαός, όπως ειπώθηκε, δεν είναι κάτι δεδομένο, δεν είναι κοινωνική τάξη, ούτε φυσικά μια κοινωνιολογική ομάδα· ο λαός είναι προς κατασκευή και προς εκπροσώπηση. Γι’ αυτόν τον λόγο, γίνεται αποκλειστικό δικαίωμα της μόνης τάξης που είναι ικανή να συγχωνεύει τις κοινωνικές αντιφάσεις και να τις αναπαράγει, γιατί κρατάει τα κλειδιά της αυτοπροϋπόθεσης του κεφαλαίου: της αστικής τάξης. Αυτή μπορεί να αναθέσει, με συγκρουσιακό τρόπο μερικές φορές, τη διεύθυνση του κινήματος στις μεσαίες τάξεις ή σε κοινωνικές κατηγορίες περισσότερο ικανές να το εκπροσωπήσουν (επειδή είναι επαρκείς ως προς το περιεχόμενό του) όπως η Εκκλησία, ο στρατός ή το συνδικάτο ανάλογα με τις περιστάσεις. Είναι αυτή η ανάθεση στα μικρά αφεντικά και τους βιοτέχνες που λείπει σήμερα, και θα λείπει για πάντα, από το Εθνικό Μέτωπο –όπως οι γαλλικές συνθήκες του επιβάλλουν να είναι– και η οποία έλλειψη το κάνει να είναι μια οργάνωση τόσο μαζική εκλογικά όσο και εκτοπλασματική κοινωνικά. Ο λαϊκισμός, όπως και ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός με το οποίο μοιράζεται πολλά χαρακτηριστικά[84], τρέφεται από τα όρια των αγώνων του προλεταριάτου, καθώς το τελευταίο δεν μπορεί να απεμπλακεί από τη σταθεροποίηση της αντίφασης του με το κεφαλαίου στο επίπεδο της αναπαραγωγής εντός του πλαισίου μιας καπιταλιστικής οικονομίας ολοένα και περισσότερο κατακερματισμένης και μιας μισθωτής κοινωνίας που διαρρηγνύεται[85].

Τα μικρά αφεντικά εκπροσωπούν ιδεατά τη συμφιλίωση της ευυπόληπτης εργασίας και του ενάρετου κεφαλαίου που ανθίζει στα κοινωνικά και οικογενειακά πλαίσια του έθνους. Δυστυχώς, αν και αυτό είναι κάτι ιδεατό, αποτελεί επίσης μια πραγματικότητα: οι μισοί εργάτες εργάζονται στο πλαίσιο μιας μικρής, ακόμα και πολύ μικρής επιχείρησης. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι δεν είναι ο αριθμός που έχει σημασία, αλλά η θέση στη σύνθεση της εργατικής δύναμης σε σχέση με τις τρέχουσες καπιταλιστικές δυναμικές. Ακόμα με αυτή την οπτική, όμως, δεν απομένει άλλη επιλογή από το να δεχτούμε ότι αυτή η κατάσταση δεν αποτελεί αρχαϊσμό. Αυτοί οι εργάτες, όπως και το αφεντικό τους, είναι συχνά υποταγμένοι στην άμεση πίεση της πελατείας είτε πρόκειται για ιδιώτες είτε για πιο σημαντικές επιχειρήσεις· αυτό που εμφανίζεται να χειροτερεύει τις συνθήκες εργασίας πιέζοντας για συγκράτηση των μισθών είναι τόσο το αφεντικό όσο και ο αυτοκράτορας πελάτης.

«Από πολλές πλευρές, η οπτική γωνία του εργάτη πολύ συχνά συγχωνεύεται με αυτή του αφεντικού: καταγγέλλουν μαζί τις δυσβάσταχτες κοινωνικές κρατήσεις, τις περιοριστικές ρυθμίσεις… Η συμμαχία μεταξύ εργατών και μικρών αφεντικών του εμπορίου και της βιομηχανίας είναι εφικτή»[86].

Απέναντι στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, όχι μόνο το μικρό αφεντικό δίνει μορφή στο λαϊκιστικό κίνημα, αλλά επιπλέον τα μικρά αφεντικά τίθενται ειδικά σε κίνηση ως κοινωνική κατηγορία, της οποίας η οικονομική και πολιτική εξουσία δέχεται επίθεση. Οι τρέχουσες αντιφάσεις επεξεργάζονται εκ νέου την παράδοση της άκρας δεξιάς –εργασία, οικογένεια, πατρίδα, ρατσισμός– για να παράγουν τις θεματικές του λαϊκισμού: οικονομική δικαιοσύνη, εθνική κοινότητα, υπόληψη της εργασίας, επιστροφή της δημοκρατίας και της κυριαρχίας στον λαό. Αλλά, ο λαϊκισμός της ευυπόληπτης εργασίας και του ενάρετου κεφαλαίου πρέπει συνεχώς να αποδεικνύεται ως η δρώσα εκπροσώπηση της κοινότητας του λαού ενάντια στην όξυνση των αντιφάσεων μεταξύ των τάξεων παράγοντας τον λαό ενάντια στο «μη λαϊκό», το μη πατριωτικό: τον χρηματοπιστωτισμό, τις πολιτικές ελίτ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τους «κοσμοπολίτες διανοούμενους και καλλιτέχνες» και τους μεγάλους κυβερνήτες της βιομηχανίας από τη μια· τους «επωφελούμενους του Welfare» και την «αποκρουστική ομάδα» των παιδιών των μεταναστών από την άλλη.

Ο Bertinotti, στο κείμενο που αναφέρθηκε προηγουμένως, έχει δίκιο να υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται για «παλιομοδίτικο λαϊκισμό» και ότι «δεν αντιμετωπίζουμε την επιστροφή των φασιστών». Αν και το μικρό αφεντικό αντιπροσωπεύει την ιδεατή φιγούρα αυτού του λαϊκισμού, ο τελευταίος είναι εντελώς «σύγχρονος». Χωρίς να το συνειδητοποιεί, ο Bertinotti μπορεί να ξεπεράσει την πουζαντιστική[87] οπτική, η οποία είναι ακόμα υπαρκτή στη Γαλλία αν και ξεπερασμένη, επειδή είναι βουτηγμένος στα ιταλικά χαρακτηριστικά της μικρής επιχείρησης. Αλλά, μην έχοντας ανάγκη τη φιγούρα του «μικρού αφεντικού» και των εργατών του, ο Bertinotti αφήνει στην άκρη ακριβώς τη λαϊκή προϋπόθεση επιτυχίας αυτού του λαϊκισμού, για να την κάνει μόνο μια έκφραση της καπιταλιστικής τάξης, χάνοντας έτσι την ιδιαιτερότητά της[88].

Το μικρό αφεντικό είναι εντελώς σύγχρονο. Η κυβέρνηση Berlusconi περιλαμβάνει δώδεκα «μικρά» αφεντικά σε σύνολο εικοσιέξι υπουργών. Στη δεκαετία του ’70, ξεκινώντας από πολύ δυναμικές μικρές επιχειρήσεις αναδύονται αυτοί που ο Pierro Musso στη Le Monde Diplomatique Απριλίου 2002 αποκαλεί «μεταφορντιστές νέο-condotierri» όπως ο Gilberto Benetton και ο Silvio Berlusconi. Το καλοκαίρι του 2001, στην αναμέτρηση για τη διοίκηση του συνδέσμου των αφεντικών Confidustria επικράτησε ο Antonio d’ Amato, ο οποίος υποστηριζόταν από τις μικρές επιχειρήσεις στα βορειοανατολικά της χώρας, αντί του Carlo Callieri, ο οποίος υποστηριζόταν από τον Agnelli και τον De Benedetti. Μολονότι όλα αυτά τα στοιχεία αποτελούν στην πραγματικότητα ένα σύστημα και μολονότι ο ιταλικός καπιταλισμός κυριαρχείται από έναν μικρό αριθμό μετόχων στις εταιρείες του χρηματοπιστωτικού κλάδου[89], παραμένει το γεγονός ότι οι ιστορικές οικογένειες του ιταλικού φορντικού καπιταλισμού οφείλουν να μοιραστούν την εξουσία τους με αυτούς τους «νέο-condottieri»· οι οποίοι, αν και μεγάλωσαν σε μέγεθος, διατήρησαν τον τρόπο λειτουργίας μιας μικρής επιχείρησης και των οποίων η επιτυχία εξαρτάται από τους τρόπους εκμετάλλευσης μιας εργασιακής δύναμης που χρησιμοποιείται μέσα σε μικρές επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 μισθωτούς[90]. Αυτού του είδους οι επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 50% των τεσσάρων εκατομμυρίων ιταλικών επιχειρήσεων, χωρίς να ξεχνάμε το 22,6% της συνολικής εργασιακής δύναμης που απασχολείται «σε μη σταθερή βάση». Αυτή η λαϊκιστική άκρα δεξιά με τον αυταρχισμό και την ξενοφοβία της[91] ριζώνει στους σύγχρονους μετασχηματισμούς του καπιταλισμού: στην αναδιάρθρωσή του. Η σύγχρονη φιγούρα του «μικρού αφεντικού» είναι αυτή της «τυφλής και απόλυτης υπακοής στους νόμους της αγοράς» και «σε έναν οικονομικό φιλελευθερισμό που δε διαταράσσεται από κανέναν ενδοιασμό σε σχέση με τις συνθήκες ζωής των εργατών». Ο Bertinotti συνεχίζει:

«Αν δεν κατανοήσουμε αυτόν τον μηχανισμό, δεν κατανοούμε γιατί αυτή η δεξιά, προσδιορισμένη ως μη νορμάλ ή γερασμένη, επιβεβαιώνεται στο εσωτερικό των σύγχρονων οικονομικών διαδικασιών».

Στη Γαλλία, το Εθνικό Μέτωπο κατορθώνει με δυσκολία να τοποθετηθεί μέσα σε αυτόν τον μηχανισμό, αντίθετα με πολλούς άλλους ευρωπαϊκούς λαϊκισμούς· είναι θύμα, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, της παραγωγικής δομής του γαλλικού καπιταλισμού και, από την άλλη, της πολύ μεγάλης εργατικής επιτυχίας του, η οποία το αποκόβει από ένα μεγάλο τμήμα των «μεσαίων τάξεων»[92]. Όλα αυτά στηρίζονται στην εξέλιξη της αναδιάρθρωσης στη Γαλλία, κυρίως στο γεγονός ότι οι παραγωγικές δομές δε διαρρήχθηκαν πολύ κατά τη διάρκεια των βιομηχανικών αναδιαρθρώσεων.

Η αποστασιοποίηση του Ζαν-Μαρί Λεπέν από τον ηδονισμό ενός Pim Fortuyn[93] δεν αποτελεί «λεπτομέρεια» ενώ, από την άλλη, ο Pia Kjaersgaard, αρχηγός του δανικού Κόμματος του Λαού, χαρακτηρίζει τον Λεπέν ως «φιγούρα του παρελθόντος». Το διακύβευμα είναι το βάθος της αποδοχής του φιλελευθερισμο, ο οποίος δεν ορίζει μόνο μια σειρά οικονομικών αρχών, αλλά ταυτόχρονα μια αντίληψη και μια πρακτική για τη λειτουργία της οικονομίας και την έννοια του ατόμου.

«Στις περισσότερες από τις άλλες χώρες, οι περιφερειακές, θρησκευτικές, κορπορατιστικές διαιρέσεις διατηρήθηκαν μέχρι τον 20ο αιώνα[94]. Μπόρεσαν επομένως να κινητοποιηθούν από τους πολίτες[95] που αγωνίζονταν για την υπεράσπιση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους. Στη γαλλική περίπτωση, το «υλικό» που υπήρχε στη διάθεση των ατόμων για να κατονομάσουν τις διαφορές τους και να θρέψουν το αίσθημα του συλλογικού ανήκειν ήταν περιορισμένο από πολύ νωρίς σε δυο μεγάλες κατηγορίες: την ταξική πάλη (αφεντικά/εργάτες) και τη διαίρεση ντόπιος/ξένος»[96].

Η εργατική ταυτότητα συγκροτήθηκε πολιτικά στη Γαλλία εντός αυτής της διπλής διαίρεσης: ενάντια στα αφεντικά, σίγουρα, και σε διάκριση με τον ξένο. Από την τρίτη Δημοκρατία στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του ’70, η συγκρότηση και η αναγνώριση της εργατικής ταυτότητας από τη μια και, από την άλλη, ο αποκλεισμός των ξένων εργατών αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από την τρίτη Δημοκρατία μέχρι τη σύγχρονη κρίση/αναδιάρθρωση, το Κράτος και ο νόμος αποτελούν τους κεντρικούς παράγοντες της διαίρεσης εντός αυτής της δυαδικότητας. Η ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στο Κράτος-έθνος ήταν πολιτική· σταδιακά το απλό γεγονός του να ανήκεις στο Κράτος επέτρεψε να αποκτηθούν κοινωνικά δικαιώματα και επομένως η ανάπτυξη της μετανάστευσης υπήρξε συνέπεια αυτού του εκδημοκρατισμού.

«Μέχρι το τέλος της δεύτερης Αυτοκρατορίας, η θεμελιώδης ρήξη ήταν κοινωνιολογικής τάξης αντιπαραθέτοντας των κόσμο των ευγενών στις εργαζόμενες και επικίνδυνες τάξεις. Αυτές οι τελευταίες δεν είχαν πρακτικά κανένα δικαίωμα· το γεγονός ότι τα μέλη τους ήταν “γάλλοι” ή “ξένοι” ήταν επομένως άνευ σημασίας. Αλλά από τη στιγμή που ο λαός διαθέτει κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, γίνεται απαραίτητο να εδραιωθεί η ριζική διάκριση μεταξύ αυτών που ανήκουν στο γαλλικό Κράτος και στους άλλους. Ο ξένος ορίζεται επομένως με αρνητικό τρόπο. Είναι αυτός που δεν έχει τα δικαιώματα που έχουν παραχωρηθεί στους ντόπιους. […] Από τα τέλη του 19ου αιώνα, η μαζική μετανάστευση πρόκειται να επιτρέψει την εκμετάλλευση όλων των δυνατοτήτων που προσφέρει αυτή η διαίρεση. Εξαιτίας των δυνατοτήτων αντίστασης που παραχωρούνται στις λαϊκές τάξεις από την τρίτη Δημοκρατία, και μην επιτρέποντας έτσι στη μεγάλη βιομηχανία να βρει επί τόπου όλο το απαραίτητο εργατικό δυναμικό που θα επιθυμούσε, έπρεπε –για να συγκροτηθεί το προλεταριάτο των μεταλλεργατών, των χειρωνακτών, των αγροτικών εργατών και των ικανών να κάνουν όλα όσα είχε ανάγκη η χώρα– να “κατασκευαστεί” ένας πληθυσμός χωρίς τα κοινωνικά δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί στους ντόπιους και χωρίς τη δυνατότητα να διαμαρτυρηθεί συλλογικά ενάντια σε όσα υφίσταται. Από τα αμπελοχώραφα του Roussillon μέχρι τους υψικαμίνους του Moselle, τα αφεντικά πρόκειται να αναζητήσουν εργατικό δυναμικό στην Ιταλία, την Πολωνία και στις αποικίες. […] Απαγορεύοντας στους ξένους να εργαστούν στη Γαλλία χωρίς επίσημη εξουσιοδότηση, το δημοκρατικό Κράτος έδωσε στον εαυτό του τα μέσα για να ρυθμίσει τις μεταναστευτικές ροές, να απαγορεύσει την είσοδο μεταναστών στην επικράτειά του σε περίοδο ύφεσης, να καναλιζάρει τις ροές προς τους ελλειμματικούς τομείς, να περιορίσει τον ανταγωνισμό στους τομείς που βρίσκονταν ψηλά στην εκτίμηση των ντόπιων. Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, αυτό το σχέδιο ενισχύθηκε από μια πολλαπλότητα μέτρων προορισμένων να διευρύνουν τη “λειτουργία του δημοσίου”, με τέτοιο τρόπο ώστε να πολλαπλασιαστεί ο αριθμός των θέσεων εργασίας που προορίζονται για τους ντόπιους»[97].

Αν και η ανάλυση του Noiriel είναι συναρπαστική, αφήνει εντούτοις στην άκρη το γεγονός ότι αυτό που αποκαλεί «ενσωμάτωση των λαϊκών τάξεων» δε συνιστά αποκλειστικά θεσμικό φαινόμενο, αλλά πολιτικό (με μια έννοια ευρύτερη του θεσμικού), κοινωνικό και οικονομικό. Αυτή η ενσωμάτωση είναι στην πραγματικότητα μια ταξική σχέση ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, η οποία επιβάλλεται πέρα από τις θεσμικές διαιρέσεις· είναι ο σχηματισμός και η επιβεβαίωση μιας εργατικής ταυτότητας στο εσωτερικό της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η πολιτική και συνδικαλιστική δράση και πολύ απλά οι καθημερινοί αγώνες τακτικά ανέτρεπαν αυτή τη διαίρεση (όχι χωρίς συγκρούσεις) με την εργατική ταυτότητα να επιτρέπει αυτή την ανατροπή. Η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας αφήνει αντίθετα αυτή τη θεσμική διαίρεση γυμνή, από αυτή μόνο εξαρτάται η «ενσωμάτωση» και η «αναγνώριση»[98]. Ο μεγάλος κυρίαρχος αυτής της διαίρεσης είναι το Κράτος. Είναι αυτό στο οποίο απευθύνεται κανείς, είναι από αυτό που τα περιμένει κανείς όλα, ειδικά καθώς, όπως είδαμε, κάθε ενδιάμεση αναφορά έχει εξαφανιστεί εδώ και καιρό από τους κοινωνικούς αγώνες στη Γαλλία, σε απογοήτευση των Βρετόνων, των Βάσκων και των Κορσικανών. Είναι όλη αυτή η μακρά ιστορία που οικοδόμησε στη Γαλλία την εργατική ταυτότητα πάνω στο θεμέλιο λίθο της διαίρεσης ντόπιος/ξένος –και της οποίας διαίρεσης το Κράτος αποτέλεσε τον κυρίαρχο παίκτη και τον έσχατο εγγυητή– που θέτει σε κίνδυνο τον «φιλελευθερισμό» του Εθνικού Μετώπου και τον τοποθετεί σε ιδιαίτερη συνομοταξία μέσα στην οικογένεια των ευρωπαϊκών λαϊκισμών· μολονότι, όπως τα αδέλφια του, είναι αποτέλεσμα της εξαφάνισης της εργατικής ταυτότητας. Ενάντια σε αυτή την εξαφάνιση, στη Γαλλία, δεν υπάρχει παρά μόνο ένας θεσμός: το Κράτος. Εν συντομία, το Εθνικό Μέτωπο ισορροπεί ακόμα ανάμεσα, από τη μια, στην παράδοση και τον νόμο, και, από την άλλη, στη σύμβαση.

Η άκρα δεξιά, μάρτυρες της επιτυχίας της οποίας γινόμαστε στην Ευρώπη, είναι αυτή που ο Jean-Yves Camus[99] χαρακτηρίζει ως «ατυπική», καθώς εγκαταλείπει τη λατρεία του Κράτους προς όφελος του ακραίου φιλελευθερισμού, τον κορπορατισμό προς όφελος της «λειτουργίας της αγοράς» και μερικές φορές ακόμα και «το πλαίσιο του Κράτους-έθνους προς όφελος των περιφερειακών ή καθαρά τοπικών ιδιαιτεροτήτων». Στην Ιταλία, κατά την εξέλιξή της, η Alleanza Nazionale, απέβαλλε τα καθαρά και σκληρά νεοφασιστικά γκρουπούσκουλα· παντού, τα κόμματα που επικαλούνται την άμεση κληρονομιά του φασισμού, του σαλαζαρισμού, του φαλαγκισμού ή της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Ελλάδα είναι εντελώς περιθωριοποιημένα[100]. Ομοίως, στο Βέλγιο, αν και το Vlaams Blok (Φλαμανδικό Μπλοκ) έχει πάντα αναφορές στον «αλληλέγγυο εθνικισμό» και στον «φλαμανδικό εθνικισμό» του Henri De Man, το φιλελεύθερο ρεύμα στο εσωτερικό του γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό και δίνει τον γενικό τόνο του προγράμματος αναφερόμενο στη Margaret Thatcher που «απελευθέρωσε τη χώρα της από τη δικτατορία των συνδικάτων»[101]. Από το σύνολο της άκρας δεξιάς, τα κόμματα που έχουν τις καλύτερες προοπτικές, αυτά της σκανδιναβικής Ευρώπης, έλκουν εκλογικά μια ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα εργατών, ακόμα κι αν θεμέλιό τους παραμένουν οι «μεσαίες τάξεις» και τα ανεξάρτητα αφεντικά. Στη Νορβηγία, όπου η ανεργία είναι σχεδόν ανύπαρκτη και όπου τα εισοδήματα από το πετρέλαιο εξασφαλίζουν προς το παρόν ένα μέλλον χωρίς σύννεφα για το Κράτος πρόνοιας, η επιτυχία του Fremskridtspartiet (Κόμμα της προόδου) στους εργατικούς χώρους μοιάζει μυστηριώδης· ειδικά από τη στιγμή που υπερασπίζεται την ιδέα μια πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, κάτι που υπονοεί και την εξαφάνιση του βασικού μισθού. Στην κατάσταση ευημερίας της Νορβηγίας, μια τέτοια απορρύθμιση δεν εμφανίζεται ως απειλή, αλλά περισσότερο ως άνοιγμα ευκαιριών σε σχέση με τον μισθό (ανταγωνισμός, πριμ, εξατομίκευση…) και μη θεσμοθέτηση βασικού μισθού εμφανίζεται ως ένας υποβιβασμός, εκτός του κοινού μισθωτού χώρου, του μη ντόπιου εργατικού δυναμικού. Η ευημερία εμφανίζεται στη Νορβηγία ως διατήρηση της εθνικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής ομοιογένειας. Παντού, αυτό που κυριαρχεί είναι η προσήλωση αυτής της άκρας δεξιάς στον φιλελευθερισμό· κάτι που τη διαφοροποιεί ριζικά και την αποκόπτει από τον ιστορικό φασισμό.

Εντούτοις, η εκλογική επιτυχία της άκρας δεξιάς στηρίζεται στο γεγονός ότι ο φιλελευθερισμός της είναι ασταθής: φιλελευθερισμός χωρίς παγκοσμιοποίηση και, σε επίπεδο διακηρύξεων ακόμα και, ενάντια σε αυτή. Το κοινό σημείο όλων αυτών των κινημάτων, συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του Εθνικού Μετώπου, είναι να εγείρουν την «εθνική προτίμηση» ως προστασία αυτού που απομένει από το Κράτος πρόνοιας[102]. Από τη στιγμή που επιβεβαιώνεται αυτό το σκληρό προγραμματικό σημείο, η κριτική στην παγκοσμιοποίηση είναι κατ’ ουσίαν πιο θεαματική, πιο συμβολική και ρητορική παρά πραγματική. Γι̕ αυτό και, πέρα από την άμεση συμμετοχή τους στην εξουσία και τις διακυμάνσεις των εκλογικών επιτυχιών τους, τα κόμματα της άκρας δεξιάς διατηρούν ένα «σύγχρονο στοιχείο» που αποδεικνύεται πριν από όλα από το γεγονός ότι οι θεματικές τους είναι παντού παρούσες στα λεγόμενα κόμματα «της εξουσίας»[103] ενώ την ίδια στιγμή οι κριτικές που τους απευθύνονται κατά το «πολιτικό debate» δεν ξεπερνούν ποτέ το σατανικό στιγματισμό του «φασισμού» τους· κάτι που αφήνει εντελώς κατά μέρος την πραγματικότητά τους. Ακόμα κι αν δεν έχει σημασία, δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τον εαυτό μας να αναρωτηθεί αν αυτό δεν είναι εσκεμμένο.

Παντού, είναι η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας, και μαζί με αυτή της σοσιαλδημοκρατικής ή/και κομμουνιστικής πολιτικής εκπροσώπησής της, που αποσταθεροποιεί το πολιτικό θεμέλιο του δημοκρατικού Κράτους. Το δημοκρατικό Κράτος συνιστά κατευνασμό ενός κοινωνικού ρήγματος, το οποίο η δημοκρατία αναγνωρίζει ως πραγματικό τη στιγμή που η ίδια αποτελεί την αναπαράστασή του ως σύγκρουση μεταξύ πολιτών. Σε αντίθεση με τον λαϊκισμό, η δημοκρατία είναι η αναγνώριση του αξεπέραστα συγκρουσιακού χαρακτήρα της «εθνικής κοινότητας». Από αυτή την οπτική γωνία, η αναγνώριση της εργατικής τάξης εντοπίζεται ιστορικά στην καρδιά της οικοδόμησης της δημοκρατίας, ήταν ο ίδιος ο κινητήρας και το κριτήριό της. Είναι άχρηστο να επιστρέψουμε επί μακρόν στην παρακμή της σοσιαλδημοκρατίας, με την οποία ασχοληθήκαμε στο μέρος του κειμένου που ήταν ειδικά αφιερωμένο στην εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας. Η σοσιαλδημοκρατία και τα κομμουνιστικά κόμματα, αδελφοί εχθροί, συγκροτούσαν την κυρίαρχη μορφή της πολιτικής εκπροσώπησης που ήταν εγγενής στην εργατική ταυτότητα. Αυτή είχε συγκροτηθεί στην πρώτη φάση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο εντός του παγκόσμιου πλαισίου του φορντισμού και, σε συσχέτιση μαζί του, εντός του εθνικού πλαισίου οριοθέτησης της συσσώρευσης. Η σοσιαλδημοκρατία, ως πολιτική έκφραση, χαρακτηριζόταν από τρία σημεία: τη συγκρότηση ενός μαζικού κόμματος, ενός είδους αντι-κοινωνίας[104]· το σχέδιο μεταρρύθμισης της ιδιοκτησίας σε «κοινωνική ιδιοκτησία»· την κοινωνική προστασία. Το πρώτο σημείο κατέστη παρωχημένο στον μεσοπόλεμο, το δεύτερο περιορίστηκε στην όποια ρητορική επίδραση κατά την παρουσίαση των προγραμμάτων τους πριν αυτά εγκαταλειφθούν επίσημα· δεν απέμενε παρά το τρίτο. Ο εσωτερικός κεϋνσιανισμός, στη δυνατή κατάσταση συμβιβασμού του με έναν ολοένα και περισσότερο εξωτερικό φιλελευθερισμό, κατέστη η φυσική πολιτική της εργατικής ταυτότητας μέχρι η σύγχρονη αναδιάρθρωση να προκαλέσει την εξαφάνιση της δυνατότητας ύπαρξής της: περικοπές στον προϋπολογισμό των κοινωνικών προγραμμάτων, άνοδος της ανεργίας, επισφαλειοποίηση της εργασιακής δύναμης, αποκέντρωση των επαγγελματικών σχέσεων, αυτονόμηση των χρηματοπιστωτικών αγορών, διεθνής ανταγωνισμός. Δηλαδή, θεμελιωδώς, πρόκειται για τον μετασχηματισμό της σχέσης εκμετάλλευσης. Δε θα επιστρέψουμε στην ανάλυση των διαφορετικών πιθανοτήτων επανοικοδόμησης της σοσιαλδημοκρατίας· μια από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι οπωσδήποτε αυτή που προτάθηκε από την ιταλική CGIL, η οποία επανέρχεται στην κοινωνικοπολιτική στρατηγική που είχε εγκαινιάσει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 (εγκαταλείποντάς τη γρήγορα μετά από λίγο εκείνη την εποχή). Όποια και να είναι η νέα «σοσιαλδημοκρατική» διαμόρφωση, δε θα αποτελεί πλέον εκπροσώπηση της εργατικής ταυτότητας, αλλά νομική ή συμβατική συνοδεία της αναδιάρθρωσης και η γενική αποσταθεροποίηση της λειτουργίας του δημοκρατικού Κράτους, την οποία υπονοεί αυτή η εξαφάνιση, θα διαρκέσει.

Πράγματι, η δημοκρατική κριτική του λαϊκισμού δεν είναι εύκολο πράγμα. Ο Pierre Rosanvallon σημείωνε, ήδη εδώ και κάποια χρόνια, ότι βλέπουμε σήμερα να χρησιμοποιούνται, για να ασκηθεί κριτική στην ιδέα του δημοψηφίσματος πάνω στα προβλήματα της κοινωνίας, τα ίδια επιχειρήματα περί έλλειψης εκπαίδευσης του πληθυσμού που είχαν χρησιμοποιηθεί τον 19ο αιώνα ενάντια στο καθολικό δικαίωμα ψήφου. Ο Rosanvallon συνεχίζει:

«Έχουμε ανάγκη να μπορούμε από φιλοσοφική άποψη να κάνουμε μια δημοκρατική κριτική του λαϊκισμού. Αυτό που διακυβεύεται, εν συντομία, στη λαϊκιστική προοπτική είναι μια άκρως φτωχή οπτική της δημοκρατίας, μια πρωτόγονη οπτική της γενικής θέλησης. Ο λαϊκισμός θεωρεί πως η κοινωνική ενέργεια μονίμως ασφυκτιά λόγω των ελίτ, λόγω των μηχανισμών, λόγω των κομμάτων, λόγω των θεσμών. Είναι μια πολύ συζητήσιμη οπτική της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν είναι απλά η παθητική καταγραφή των θελήσεων, είναι η οικοδόμηση του να μένεις μαζί. Η κοινή θέληση δεν είναι δεδομένη αφετηριακά. Οικοδομείται μέσα στη διαμάχη και τη στάθμιση των διαφορετικών απόψεων. Είναι σε αυτή τη βάση που μπορεί να γίνει η μεθοδολογική, φιλοσοφική κριτική του λαϊκισμού. Δεν υπάρχει ένα “ήδη εδώ” της γενικής θέλησης, ένα “ήδη εδώ” της κοινωνικής ενέργειας. […] Αν κάποιος έχει μια ντεσιζιονιστική\ οπτική της δημοκρατίας, δεν μπορεί να κάνει τη διάκριση μεταξύ λαϊκισμού και δημοκρατίας»[105].

Δε θα συζητήσουμε εδώ τις έννοιες της «κοινής θέλησης», του «πολίτη» ή του «ταξικού Κράτους»· μας ενδιαφέρει το πρόβλημα που έχει η δημοκρατία με τον λαϊκισμό. Λέμε μόνο πως η «γενική θέληση» είναι μια πραγματικότητα, είναι πάντοτε τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης που αξιολογούνται ως γενικά συμφέροντα. Η δημοκρατία, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, είναι η επαρκέστερη διαδικασία για να παρουσιαστούν ως τέτοια· και αυτό για τους ίδιους λόγους που διατυπώνει ο Rosanvallon.

Πολιτική αναπαράσταση μιας κοινωνίας αναγνωρισμένης ως αναγκαστικά συγκρουσιακής και ειρηνοποιημένης με τη μορφή της «γενικής θέλησης»: εδώ έγκειται όλη η δύναμη της δημοκρατίας. Αυτή η πολιτική αναπαράσταση αποτελεί εργασία και όχι αντανάκλαση. Δηλαδή, κατά τη δημοκρατική λειτουργία του Κράτους, η πραγμοποίηση και ο φετιχισμός αποτελούν δραστηριότητες· είναι η πολιτική ως κόμματα, διαμάχες, στάθμιση διαφορετικών απόψεων, συσχετισμοί δύναμης στην ιδιαίτερη σφαίρα της κοινωνίας πολιτών, αποφάσεις[106]. Το να περιορίζεται κανείς να κοροϊδεύει τους δημοκράτες που δεν αποδέχονται το αποτέλεσμα μιας ψηφοφορίας είναι κάπως ελαφρύ και σημαίνει πως δεν έχει καταλάβει τίποτα από τη δημοκρατία ως πολιτική αναπαράσταση. Η ριζοσπαστική πλακίτσα παραμένει υποδεέστερη μιας σοβαρής δημοκρατικής ανάλυσης της δημοκρατίας.

Η δημοκρατία μοιάζει άτεγκτα να γίνεται λαϊκιστική, γιατί είναι η εργασία πολιτικής αναπαράστασης που βρίσκεται σε κρίση. Ας γίνουμε ακριβείς: οι τάξεις υπάρχουν, το Κράτος υπάρχει, η καπιταλιστική τάξη είναι η κυρίαρχη τάξη, ο φετιχισμός του εμπορεύματος μαζί με τον ιδιαίτερο φετιχισμό του κεφαλαίου φέρνουν σε πέρας πάντα το έργο τους. Στο μέτρο που το ιδιαίτερο συμφέρον της κυρίαρχης τάξης περνάει μέσα από το Κράτος, πρέπει να παίρνει τη μορφή ενός καθολικού συμφέροντος, μιας γενικής θέλησης. Όταν λέμε πως κάθε κυρίαρχη τάξη οφείλει να «αναπαριστά το ιδιαίτερο συμφέρον της σαν να είναι καθολικό συμφέρον»[107], δεν πρόκειται για απάτη, για μια παγίδα που προσφέρεται στις κυριαρχούμενες τάξεις, για έναν χειρισμό που θα μπορούσε να είναι σαν να μην είναι. Το συλλογικό συμφέρον –εκφράζοντας την πραγματική αμοιβαία εξάρτηση των τάξεων– το οποίο σε μια ταξική κοινωνία είναι το ιδιαίτερο συμφέρον της κυρίαρχης τάξης, παίρνει, με την ιδιότητά του ως Κράτος, μια μορφή, πρώτον, ανεξάρτητη από το ιδιαίτερο συμφέρον της ίδιας της κυρίαρχης τάξης, επειδή δεν είναι άμεσα παρά ένα ιδιαίτερο συμφέρον απέναντι στα άλλα· και, δεύτερον, μια μορφή ανεξάρτητη από την απλή πραγματική εξάρτηση μεταξύ των τάξεων, επειδή αυτή η μεσολάβηση του συλλογικού αρνείται την ιδιαιτερότητά της μορφής και γίνεται καθολικό συμφέρον. Το ιδιαίτερο συμφέρον της κυρίαρχης τάξης δεν μπορεί να πραγματωθεί ως ιδιαίτερο συμφέρον παρά μόνο ως καθολικό συμφέρον, με την ιδιότητα του Κράτους. Το ιδιαίτερο συμφέρον οφείλει να βγει από τη μερικότητά του, το Κράτος οφείλει να είναι διαχωρισμένο από την πάλη των τάξεων για να είναι με τον καλύτερο τρόπο το Κράτος της κυρίαρχης τάξης· οι θεωρούμενοι μεγάλοι πολιτικοί άνδρες της αστικής τάξης είναι αυτοί που συχνά της προκαλούσαν πονοκεφάλους. Η πολιτική εργασία της αναπαράστασης είναι αυτή η έξοδος από τη μερικότητα, αυτό που ο Rosanvallon αποκαλεί «οικοδόμηση του να ζούμε μαζί», «διαμάχη», «στάθμιση των απόψεων». Από αναγκαιότητα, μια τέτοια εργασία δεν είναι δυνατή παρά μόνο στο μέτρο που πολλά ιδιαίτερα συμφέροντα επιδέχονται αναγνώριση μέσα στη σφαίρα του καθολικού – μια ιδιαίτερη μερικότητα, σε σχέση μόνο με τον εαυτό της, δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό της, δεν είναι τίποτα. Ακόμα κι αν ο νικητής είναι αναπόφευκτα γνωστός εκ των προτέρων, είναι στη φύση των μερικών συμφερόντων να ανεξαρτητοποιούνται από τον εαυτό τους και να ανταγωνίζονται· η ίδια η επιδίωξη του μερικού συμφέροντος υπονοεί αναγκαστικά την εμφάνισή του ως «καθολικό» ακριβώς επειδή βρίσκεται απέναντι σε άλλα μερικά συμφέροντα.

Το πρόβλημα της δημοκρατίας στην παρούσα φάση είναι ότι δεν μπορεί πλέον να αναγνωρίσει παρά μόνο μία από αυτές τις μερικότητες που είναι σε θέση να ανταγωνιστούν· η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας και της πολιτικής αναπαράστασής της έσυρε μαζί και όλες τις άλλες στο ναυάγιό της. Από την άλλη, μόνη της, αυτή η μερικότητα που απομένει δεν είναι τίποτα, δεν μπορεί να εμφανιστεί ως καθολική. Με την εξαφάνιση της δημοκρατίας, η αστική τάξη διακυβεύει την καθολικότητά της. Πιο πεζά: κανείς δεν πιστεύει στη δημοκρατία. Ενώ τα «σκάνδαλα», κατά την περίοδο από την τρίτη Δημοκρατία μέχρι τον μεσοπόλεμο, μπόρεσαν να πυρπολήσουν τη δημοκρατική λειτουργία του Κράτους, σήμερα «είναι σε όλους αδιάφορο» και δεν αποτελούν παρά ένα χιλιοφορεμένο και επαναλαμβανόμενο κωμικό θέμα. Αυτό είναι βαρύ για την αστική τάξη, όχι μόνο γιατί η απάτη δε θα λειτουργούσε πια, κάτι που δεν είναι αμελητέο, αλλά οπωσδήποτε γιατί όσο η απάτη λειτουργεί, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι τέτοια. Και άρα η αστική τάξη μπορεί να εμφανίζεται στην πραγματικότητα ως η τάξη του καθολικού, ότι το ιδιαίτερο συμφέρον της οικοδομείται πραγματικά στην αντίθεση μεταξύ των τάξεων και από την ίδια ως γενικό συμφέρον, ως Κράτος· κάτι που μας επαναφέρει στο ζήτημα του τρέχοντος status της κυριαρχίας και της καταπίεσης μέσα στην εκμετάλλευση και την αυτοπροϋπόθεση του κεφαλαίου. Επιπλέον, αυτό που συναντιέται στο επίπεδο των Κρατών-εθνών εμφανίζεται ξανά, στο επίπεδο του συστήματος των Κρατών, στην αμερικανική πολιτική. Η κυριαρχία των μερικών συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης δεν οικοδομείται πλέον ως «γενική θέληση», οι συνθήκες της «διαμάχης» και της «στάθμισης των απόψεων» έχουν εξαφανιστεί. Η δημοκρατική λειτουργία διαιρείται επομένως σε μια θεσμική υπετροφία ανεξάρτητη από κάθε εργασία πολιτικής εκπροσώπησης (συνταγματικό δικαστήριο, γενικό λογιστήριο, συμβούλιο του Κράτους, κεντρικές τράπεζες, όλες οι ανεξάρτητες αρχές οικονομικής ρύθμισης σε εθνικό, ευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο) και μια βιταλιστική λαϊκιστική «εκπροσώπηση» που υπόκειται στις διακυμάνσεις των μερικών συμφερόντων. Ο λαϊκιστικός βιταλισμός είναι η εχθρότητα προς όλους αυτούς που μπορούν να μπαίνουν ανάμεσα στον λαό και σε αυτούς που θεωρούνται ότι τον ενσαρκώνουν στην εξουσία. Η τυχαιότητα της «εκπροσώπησης» έγκειται στο γεγονός ότι η εκπροσώπηση, καθώς «αποκοινωνιολογικοποιείται» δίνει μορφή σε εγκάρσιες θεματικές (ασφάλεια, «κοινωνικά» ζητήματα, περιβάλλον, μετανάστευση, «ποιότητα» του πολιτικού προσωπικού…) πολώνοντας τις ψήφους με τρόπο απρόβλεπτο και οπωσδήποτε τυχαίο.

Η μορφολογική ανάλυση των διαδηλώσεων στον δρόμο μας επιβεβαιώνει κατά την κατάρρευση της δημοκρατίας ως πολιτικής αναπαράστασης. Καταρχήν, κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, ο αριθμός των διαδηλώσεων έχει αυξηθεί σημαντικά, αντίθετα το εύρος τους συρρικνώνεται έντονα: μικροκινητοποιήσεις που δε μαζεύουν παρά καμιά εκατοστή άτομα· οργανωτές είναι ολοένα και λιγότερο πολιτικά κόμματα, ακόμα και συνδικάτα, και ολοένα και περισσότερο ενώσεις [associations]· οι θεματικές δεν αφορούν πλέον πολιτικές υποθέσεις όπως στη δεκαετία του ’70, αλλά κοντινές και «περιορισμένες» επιδιώξεις: εισοδήματα, θέσεις εργασίας, ανεργία· οι επαγγελματίες πολιτικοί, των οποίων η δραστηριότητα θεωρείται αφηρημένη και αμφίβολη, κρατούνται σε απόσταση. Αλλά,

«μολονότι οι κοινωνικές κατηγορίες του πληθυσμού που συμμετέχουν λιγότερο στις εκλογές είναι αυτές που πλήττονται περισσότερο από την οικονομική κρίση, δεν ισχύει το ίδιο για τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις. Στην πραγματικότητα, αυτοί που πιο συχνά καταφεύγουν στον δρόμο είναι οι εργάτες και οι υπάλληλοι και, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, οι άνεργοι. […] Ενώ οι ηλικίες 18-24, από όπου προέρχονται κλασσικά οι περισσότεροι από αυτούς που δεν ψηφίζουν, εμπλέκονται μαζικά στις διαδηλώσεις στον δρόμο»[108].

Ο λαϊκισμός δεν εξαντλεί την κατάρρευση της δημοκρατίας ως πολιτική αναπαράσταση και η εξαφάνιση της εργατικής ταυτότητας απέχει πολύ από το να αποτελεί το τέλος της εργατικής τάξης και της ταξικής πάλης.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Ο συγγραφέας αναφέρεται στις προεδρικές εκλογές που έλαβαν χώρα στη Γαλλία σε δυο γύρους στις 21 Απριλίου και 5 Μαΐου 2002. Σε εκείνες τις εκλογές, ο τότε πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου Ζαν-Μαρί Λεπέν είχε κατορθώσει να περάσει στον δεύτερο γύρο επικρατώντας, μεταξύ άλλων, και του τότε πρωθυπουργού και υποψηφίου των Σοσιαλιστών Λιονέλ Ζοσπέν. Αυτή η εξέλιξη πυροδότησε έντονες αντιδράσεις: Στο χρονικό διάστημα μεταξύ των δυο γύρων, όλο σχεδόν το «δημοκρατικό μπλοκ», και κυρίως η αριστερή έκφρασή του, με συνεχείς δηλώσεις στα μήντια και με μαζική καμπάνια καλούσε σε ψήφο υπέρ του τότε προέδρου και υποψηφίου της δεξιάς Ζακ Σιράκ προκειμένου να καταψηφιστεί η «απειλή για το δημοκρατικό πολίτευμα», την οποία θεωρείτο ότι ενσάρκωνε ο Λεπέν.

2. Chronique d’une excretion [Χρονικό μιας απέκκρισης], μπροσούρα εκτός σειράς της Temps Critiques, Μάιος 2002, BP 2005, 34024 Montpellier cedex 01.

3. Courant Alternatif, καλοκαίρι 2002 [πρόκειται για το περιοδικό που εκδίδει η Organisation Communiste Libertaire, OCL].

4. Για επικοινωνία: Ab Irato, BP 328, 75525, Paris cedex 11.

5. Έμφαση δική μας.

6. Εδώ χρειάζεται να υπενθυμίσουμε την έντονη προπαγάνδα από την πλευρά του επίσημου κράτους, των ΜΜΕ και όλου σχεδόν του «δημοκρατικού μπλοκ» για τη σημασία που έχει η ψήφος «υπέρ της δημοκρατίας» στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών για την «ανάσχεση του φασίστα Λεπέν».

7. Έμφαση δική μας.

8. Η μαγεία των εισαγωγικών.

9. Lettre de mai 2002, B.P. 1666, centre Monnaie, Bruxelles.

10. Στο ίδιο Γράμμα, θα επιστρέψουμε παρακάτω σε αυτό το κείμενο.

11. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ.1, σελ. 188-189.

12. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ.3, σελ. 1019. [Σ.τ.Μ.]: Με χρήση και της γαλλικής μετάφρασης.

13. Για αυτή την εργασία θα μιλήσουμε στο τελευταίο μέρος αυτού του κειμένου.

14. Εντούτοις, μεταξύ προλεταριάτου και καπιταλιστικής τάξης, η σχέση είναι αμοιβαία αλλά όχι συμμετρική.

15. Οι πραγμοποιημένες μορφές μπορούν να εμφανίζονται σε αυτό το άτομο ως μοχλοί ή ως εμπόδια.

16. Πρόκειται για την τρέχουσα κατάσταση της εργατικής τάξης.

17. Εδώ εντοπίζεται η διαφορά της από την αποχή.

18. Από άρθρο του Pascal Perrineau στην εφημερίδα Le Monde, 19 Ιουνίου 2002.

19. 7,5 εκατ. το 1962 αντί 7,1 εκατ. στην απογραφή του 1999, για έναν ενεργό πληθυσμό απασχολούμενων και ανέργων που αριθμεί 26, 451 εκατ. άτομα στη μητροπολιτική Γαλλία.

20. Από άρθρο του Michel Pialoux στην εφημερίδα Le Monde, 6 Μαρτίου 2001.

21. Olivier Schwartz, o.π.

22. Ο.π.

23. Από άρθρο του Michel Pialoux στην εφημερίδα Le Monde, 2 Ιουνίου 2002.

24. Stéphan Beaud, ο.π.

25. Από άρθρο του Stéphan Beaud στην εφημερίδα Le Monde, 6 Μαρτίου 2001.

26. Jean-Cristophe Le Duigou, ομοσπονδιακός γραμματέας της CGT, υπεύθυνος για οικονομικά ζητήματα.

27. Jacqueline Eyraud, γενική γραμματέας περιφερειακού συνδικάτου της CFDT σε δηλώσεις της στην εφημερίδα Le Monde, 30 Απριλίου 2002.

28. Δες και το βιβλίο με τίτλο Retour sur la condition ouvrière [Επιστροφή στην εργατική συνθήκη] από τις εκδόσεις Fayard.

29. Michel Pialoux, ο.π.

30. Μπορούμε να αποκαλέσουμε κίνημα προλεταριοποίησης τη σχέση ανάμεσα στη συγκρότηση του συλλογικού εργάτη και την ιδιαιτερότητα της παραγωγικής εργασίας.

31. Ο.π.

32. Αυτή η τρίτη συνθήκη δεν αποτελεί επιστροφή στην αφετηριακή κατάσταση, αλλά μετασχηματισμό των συνθηκών.

33. [Σ.τ.Μ.]: Institut national de la statistique et des études économiques [Εθνικό ινστιτούτο στατιστικής και οικονομικών μελετών].

34. [Σ.τ.Μ.]: Ο συγγραφέας αναφέρεται στα τριάντα περίπου χρόνια που μεσολαβούν από τη διακυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία στα μέσα της δεκαετίας του ’30 μέχρι το Μάη του ’68.

35. Όσον αφορά τις δυο προηγούμενες παραγράφους, δες και την παρουσίαση μιας έρευνας του Insee στην εφημερίδα Le Monde, 24 Μαΐου 1996.

36. Από άρθρο του Alain Supiot στην εφημερίδα Le Monde, 7 Μαρτίου 2000.

37. [Σ.τ.Μ.]: Certificat d’ aptitude professionnelle [βεβαίωση επαγγελματικών προσόντων].

38. Από άρθρο του Stéphane Beaud στην εφημερίδα Le Monde, 2 Ιουνίου 2002.

39. Michel Pialoux, ο.π.

40. Olivier Marchand, οικονομολόγος του Insee, από το βιβλίο Plein emploi, l’ improbable retour [Πλήρης απασχόληση, η αδύνατη επιστροφή], εκδόσεις Le Monde-Gallimard, 2002.

41. Από άρθρο του Jean-Michel Bezat στην εφημερίδα Le Monde, 2 Ιουνίου 2002.

42. Ένας σιδηροδρομικός, σχετικά με την απεργία του Δεκεμβρίου 1995, Le Monde, 17 Δεκεμβρίου 1996.

43. Parti Communiste Français [Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα].

44. Από άρθρο του Eric Dupin στην εφημερίδα Le Monde, 2 Ιουνίου 2002.

45. Από άρθρο του Stéphane Beaud στην εφημερίδα Le Monde, 2 Ιουνίου 2002.

46. [Σ.τ.Μ.]: Το 1979 καταγράφονται οι πρώτες ταραχές στα γαλλικά προάστια με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Είναι όμως το 1981, όταν λαμβάνουν χώρα οι συγκρούσεις στο συγκρότημα κατοικιών Minguettes του προαστίoυ Vénissieux της Λυών, που θεωρείται η χρονική αφετηρία της νέας μορφής αντιπαράθεσης λόγω του αριθμού των καμμένων αυτοκινήτων (περίπου 200), της βίας των συγκρούσεων μεταξύ των νεαρών μαγκρεμπίνων προλετάριων και των δυνάμεων καταστολής, αλλά και της πρεμιέρας της απευθείας μετάδοσης της εξέγερσης στα τηλεοπτικά δελτία των οκτώ. Σημειώνεται ότι λίγους μήνες νωρίτερα έχουν συμβεί τα βίαια γεγονότα στο Brixton του Λονδίνου.

47. Από άρθρο των Stéphane Beaud και Michel Pialoux στην εφημερίδα Le Monde diplomatique, Ιούνιος 2002.

48. Επανατοποθέτηση του εργάτη ως πωλητή της εργασιακής του δύναμης και μετασχηματισμός του προϊόντος σε μέσο αγοράς των μέσων παραγωγής, ένα εκ των οποίων είναι η εργασιακή δύναμη, δες και Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο τ.1, σελ.598.

49. Ειδικοί της συντήρησης, οδηγοί μηχανών, οδηγοί μεταφορικών μέσων, διανομείς, αποθηκάριοι, κλπ· αυτός ο τύπος απασχόλησης είναι σήμερα πλειοψηφικός μεταξύ των εργατών.

50. Όπου απασχολούνται νέοι εργάτες, με τον βασικό μισθό, συχνά με μερική απασχόληση, χωρίς επαγγελματική προοπτική.

51. Αμοιβαίας, αλλά όχι ίσης ή συμμετρικής: το κεφάλαιο υπάγει την εργασία, κάτι που έχει ως καθοριστική συνέπεια ότι η ταξική πάλη αποδυναμώνεται και παίρνει τη μορφή της οικονομίας και ότι η επαναστατική κρίση της αναπαραγωγής των τάξεων είναι, καταρχήν, χρονολογικά και όχι θεωρητικά, μια οικονομική κρίση.

52. Εξαιτίας της απουσίας, με άλλα λόγια, ενός «φορντικού συμβιβασμού».

53. Καρλ Μαρξ-Φρήντριχ Ένγκελς, Η Άγια Οικογένεια.

54. Από την προκήρυξή του με τίτλο «L̕ épouvantail Le Pen a réussi à recréer l̕ union nationale pour la Répoublique, la lutte de classe se chargera de la défaire» [Το σκιάχτρο Λεπέν κατόρθωσε να δημιουργήσει ξανά την εθνική ενότητα για τη Δημοκρατία, η ταξική πάλη θα αναλάβει να τη διαλύσει].

55. Εδώ τo Mouvement Communiste απευθύνεται στον εργάτη, η υπογράμμιση δικη μας.

56. Θα τείναμε να προσδιορίσουμε αυτή τη δύναμη μέσα στις παραγωγικές σχέσεις.

57. Θέληση επιστροφής; Εμπόδιο με την έννοια της ιστορίας;

58. Όχι μόνο και αυτό θα πρέπει να εξηγηθεί.

59. Εξετάσαμε στο πρώτο μέρος τι ήταν αυτή η αναπαράσταση και στο δεύτερο τη διαδικασία εξαφάνισής της.

60. Αναφερόμαστε εδώ στο κίνημα του Δεκεμβρίου ’95, το κίνημα των χωρίς χαρτιά, των ανέργων, των dockers στο Λίβερπουλ, στους αγώνες στη Cellatex, την Alstom, τη Lu, τη Marks and Spencer κλπ.

61. Αυτό μπορεί, σε αντίδραση, να προκαλέσει την αυτονόμηση της ατομικής άρνησης του να ανήκεις σε μια τάξη σε σχέση με αυτόν τον ταξικό αγώνα: το κίνημα της άμεσης δράσης. Σαν συνέπεια, συχνά το κίνημα διαιρείται στα δύο.

62. Καρλ Μαρξ-Φρήντριχ Ένγκελς, Η Άγια Οικογένεια.

63. Πρόκειται για την πρακτική έκφραση της αναγκαιότητας.

64. Αναφέρονται στην ψήφο στο Εθνικό Μέτωπο.

65. Stéphane Beaud et Michel Pialoux, Retour sur la condition ouvrière [Επιστροφή στην εργατική συνθήκη], εκδόσεις Fayard, 1999, σελ. 376.

66. Πρόκειται για μια έρευνα στα εργοστάσια της Peugeot και στην περιφέρεια του Sochaux-Montbéliard.

67. Ο.π. σελ. 393.

68. Και συχνά των μεγάλων σε ηλικία μεταναστών.

69. Ό.π. σελ. 398-400.

70. Από κείμενο μελών της Fondation Copernic στην εφημερίδα Le Monde, 14 Ιουνίου 2002.

71. Αν και αυτή υπάρχει στιγμιαία, σε καθημερινή βάση είναι μια κατάσταση ατομικού ανταγωνισμού που κυριαρχεί.

72. Όπως παλιότερα η θρησκεία, όταν κατέρρεαν οι παραδοσιακές κοινότητες.

73. [Σ.τ.Μ.]: Réduction du Temps de Travail [Μείωση του χρόνου εργασίας]: Πρόκειται για νομοθεσία του 1998 με βάση την οποία ο χρόνος εργασίας υπολογίζεται πλέον σε ετήσια βάση και ο αριθμός των υπερωριών αντισταθμίζεται με επιπλέον μέρες άδειας.

74. [Σ.τ.Μ.]: Couverture Maladie Universelle [Καθολική Κάλυψη Ασθενείας]: Πρόκειται για ένα από τα δημόσια συστήματα υγειονομικής κάλυψης στη Γαλλία, το οποίο προορίζεται να καλύψει όσους δεν είναι ασφαλισμένοι μέσω της εργασίας τους.

75. Parti Socialiste [Σοσιαλιστικό Κόμμα].

76. Από άρθρο στην εφημερίδα Le Monde, 9 Μαΐου 2002.

77. Ο.π.

78. Πρόκειται εδώ για την εργατική ψήφο στον Λεπέν και όχι για το σύνολο της ψήφου υπέρ του Εθνικού Μετώπου. Στα «μικρά αφεντικά» θα αναφερθούμε παρακάτω.

79. Με τη σαρκοζική έννοια: δεν εκπαιδευόμαστε μέσα στους διαδρόμους των κτιρίων.

80. Είναι ίσως άχρηστο να επαναλάβουμε εδώ ότι, αν και μπορούμε να μοιραζόμαστε ορισμένες αναλύσεις της Temps Critiques, απορρίπτουμε όλη τη βασική προβληματική που εκφράζεται σε αυτό το περιοδικό. Είναι ομοίως αξιοσημείωτο ότι σε αυτήν έκδοση εκτός σειράς αυτή η προβληματική της «αξίας χωρίς εργασία», της «εξαφάνισης των τάξεων», της «εξαφάνισης της αντίφασής τους ως εκμετάλλευση» δεν αποτελούν παρά μνείες που παρεμβαίνουν λίγο στην ανάλυση. Συχνά ακόμα και οι αναφορές σε «άτομα προλετάριους» νομιμοποιούν τον συγγραφέα να κάνει μια ανάλυση της κατάστασης των τάξεων χωρίς να πρέπει να προφέρει τη λέξη ταμπού. Πέρα από αυτό, η συστηματική χρήση των εννοιών του «κύκλου αγώνων», του «προλεταριακού προγράμματος», της «αναδιάρθρωσης» οδηγούν συχνά αυτό το κείμενο εκεί όπου, σύμφωνα με την εκτιθέμενη προβληματική του, δε θα έπρεπε να καταλήξει.

81. Η πανεθνική διαδήλωση μεταξύ των δυο γύρων ήταν ένα φιάσκο.

82. Δες και το αφιέρωμα στις μεσαίες τάξεις στην εφημερίδα Le Monde, 23 Δεκεμβρίου 1997.

83. Γενικός γραμματέας του ιταλικού ακροαριστερού κόμματος Rifondazione Comunista, από άρθρο του στην εφημερίδα Le Monde, 11 Μαΐου 2002.

84. Όπως το όνειρο της άμεσης δημοκρατίας, τη λατρεία του κοινωνικού Κράτους, την κριτική της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

85. Δες τους κινδύνους της τρέχουσας κατάστασης στην Αργεντινή.

86. Αυτά σημειώνει ο Daniel Cohen σε άρθρο του στην εφημερίδα Le Monde, 3 Μαΐου 2002. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τη στάση ενάντια στις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων, στην παγκοσμιοποίηση του ανταγωνισμού και στην απότομη αύξηση των εισοδημάτων που «απορρέουν» από το κεφάλαιο.

87. [Σ.τ.Μ.]: Στις 23 Ιουλίου 1953, ο Pierre Poujade, ιδιοκτήτης ενός χαρτοπωλείου, μαζί με ακόμα 20 άτομα, εμποδίζουν τον φορολογικό έλεγχο ενός διπλανού καταστήματος. Αυτό το γεγονός θα αποτελέσει την αφετηρία για ένα κίνημα φορολογικής διαμαρτυρίας εκ μέρους των καταστηματαρχών αρχικά στη Lot, μετά στην Aveyron και στη συνέχεια σε πολλές νότιες πόλεις της χώρας. Μερικούς μήνες μετά, ο Poujade ιδρύει την Union de Defense Commerçants et Artisans [Αμυντική Ένωση Εμπόρων και Βιοτεχνών] προκειμένου να οργανωθεί το λαϊκιστικό πλέον κίνημα διαμαρτυρίας που πήρε το όνομα «πουζαντισμός». Πέρα από την εναντίωση στη φορολογία εισοδήματος και τον έλεγχο των τιμών που νομοθετούνται εκείνη την εποχή για τη συγκράτηση του πληθωρισμού, το πουζαντιστικό κίνημα αντιτίθεται στην εκβιομηχάνιση, την αστικοποίηση, τον αμερικάνικο εκσυγχρονισμό, ενώ καλεί τα μέλη του να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις κρατικές τράπεζες. Πέρα από την εναντίωση στο Κράτος ως «απάνθρωπο», η υπεράσπιση του «απλού ανθρώπου» γίνεται στη βάση του αντικοινοβουλευτισμού (ο Poujade χαρακτήριζε το κοινοβούλιο ως «το μεγαλύτερο μπουρδέλο στο Παρίσι» και τους βουλευτές ως «σκουπίδια» και «παιδεραστές»), του αντιδιανοουμενισμού (o Poujade κατήγγειλε τους απόφοιτους της École Polytechnique ως τους κύριους ενόχους για τα δεινά της χώρας τη δεκαετία του ̕50 και καυχιόταν ότι για την προσωπική του εκπαίδευση δεν είχε χρησιμοποιήσει βιβλία), της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού. Το 1955 η Ένωση αριθμεί 400.000 μέλη, ενώ φτάνει μέχρι και την έκδοση εφημερίδας. Στις εκλογές του 1956, η UDCA εκλέγει 52 βουλευτές, νεώτερος εκ των οποίων είναι ο Ζαν Μαρί Λεπέν, αρχηγός της νεολαίας της UDCA. Με την άνοδο του Ντε Γκωλ στην εξουσία το 1958, το πουζαντιστικό κίνημα αρχίζει να φθίνει. Περισσότερα για αυτό το μπουμπούκι, το οποίο το 1984 διορίζεται σύμβουλος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής από τον σοσιαλιστή Μιτεράν και μπροστά στο οποίο ο Κορκίδης της ΕΣΕΕ φαντάζει χαμομήλι της υπαίθρου, στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Pierre_Poujade.

88. Είναι αλήθεια πως για έναν σκληρό υποστηρικτή του προγραμματισμού, αυτό είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό.

89. Παρά την παρακμή της Mediobanca και τον θάνατο του Enrico Cuccia.

90. Κατασκευάζουμε επειδή έχουμε ήδη πουλήσει, κάτι που αφήνει να υποτεθούν οι συνθήκες εργασίας και το status των εργαζομένων.

91. Όχι της απόρριψης, αλλά της αστυνομικής εγγύησης ότι ο εργάτης θα παραμείνει στη θέση του· δες την πρόσφατη μαζική νομιμοποίηση των παράνομων εργατών υπό τον έλεγχο των αφεντικών.

92. Καθώς προωθεί την ομοφοβία, εναντιώνεται στη φεμινιστική συνθήκη, το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης και την έκτρωση, ενώ υποστηρίζει τη θανατική ποινή.

93. [Σ.τ.Μ.]: Ολλανδός πολιτικός, ο οποίος έχτισε την πολιτική του καριέρα υιοθετώντας έναν σκληρά αντιμουσουλμανικό λόγο αρνούμενος παράλληλα ότι το κόμμα του είναι λαϊκιστικό και ακροδεξιό. Έχοντας παραδεχτεί δημόσια ότι είναι ομοφυλόφιλος, αποτελεί σύμβολο της νέας δεξιάς εκείνης της περιόδου. Εκτελείται τον Μάιο του 2002 στην Ολλανδία με την πολιτική δολοφονία του να αποτελεί την πρώτη στην ιστορία της χώρας μετά το 1672. Αργότερα, ο εκτελεστής του θα δηλώσει, μεταξύ άλλων, στο δικαστήριο ότι προέβη σε αυτή την κίνηση για να σταματήσει ο Fortuyn να χρησιμοποιεί τους μουσουλμάνους ως «αποδιοπομπαίους τράγους» και να στοχεύει «τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας» προκειμένου να αποκτήσει πολιτική εξουσία. Το κόμμα του, στις εκλογές που ήταν προγραμματισμένες λίγες μέρες μετά τη δολοφονία, μετά κερδίζει 26 από τις 150 έδρες του ολλανδικού κοινοβουλίου. Περισσότερα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://en.wikipedia.org/wiki/Pim_Fortuyn.

94. Αντίθετα με τη γαλλική περίπτωση, όπου όλα αυτά κατεδαφίστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

95. Υπογράμμιση δική μας.

96. Από άρθρο του Gérard Noiriel στην εφημερίδα Le Monde Diplomatique, Ιανουάριος 2002.

97. Ο.π.

98. Οι χωρίς χαρτιά δεν είχαν καμία στήριξη εκ μέρους του εργατικού κινήματος παρά μια ενθάρρυνση στα κλεφτά και μερικές φορές την εχθρότητα εκ μέρους των παλιών μεταναστών.

99. Συγγραφέας των βιβλίων Extrémismes en Europe [Εξτρεμισμοί στην Ευρώπη], εκδόσεις de l’ Aube, 1998 και Front National [Εθνικό Μέτωπο], εκδόσεις Milan, 2001. Οι παραπομπές εδώ αφορούν το άρθρο του στην εφημερίδα Le Monde Diplomatique, Μάιος 2002.

100. [Σ.τ.Μ.]: Την εποχή που γράφεται το κείμενο, όλα τα ακροδεξιά κόμματα στην ελλάδα σημειώνουν πολύ χαμηλά ποσοστά.

101. Σε τέτοιο βαθμό που η μάχη για την ανεξαρτησία της Φλάνδρας να αφήνεται στην άκρη για την κυριακάτικη κουβεντούλα.

102. Ακόμα κι αν αυτό, όπως στη Νορβηγία δεν εμφανίζεται άμεσα απειλούμενο: αξίζει περισσότερο να σε ζηλεύουν
παρά να σε λυπούνται.

103. Χωρίς να μιλήσουμε για τις πολυάριθμες τοπικές ή/και εθνικές συνεννοήσεις, καθώς και για τις «προσωπικές»
αλλαγές ταμπέλας.

104. Αυτό το σημείο δεν υπήρξε ποτέ ενεργό στη Γαλλία.

105. Από άρθρο του Pierre Rosanvallon στην εφημερίδα Le Monde, 14 Δεκεμβρίου 1993.

106. Δες το πρώτο μέρος αυτού του κειμένου.

107. Καρλ Μαρξ-Φρήντριχ Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία.

108. Olivier Fillieule, συγγραφέας του βιβλίου Stratégie de la rue. Les manifestation en France [Στρατηγική του δρόμου. Οι διαδηλώσεις στη Γαλλία], εκδόσεις Presses de Sciences Po, 1997· το παρόν απόσπασμα προέρχεται από άρθρο του στη Le Monde, 1 Ιουλίου 1999.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s