Home

17Παραθέτουμε μετάφρασή μας του κειμένου «Colonisation and Housewifisation» της Maria Mies. Το κείμενο αυτό αποτελεί το τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου της Patriarchy and Accumulation on a World Scale: Women in the International Division of Labour [Πατριαρχία και Συσσώρευση σε Παγκόσμια Κλίμακα: Οι Γυναίκες στον Διεθνή Καταμερισμό της Εργασίας]. Η Mies είναι Γερμανίδα κοινωνιολόγος και οικοφεμινιστρία που συμμετέχει ενεργά σε γυναικεία και οικολογικά κινήματα καθώς και σε κινήματα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.

Η αλήθεια είναι πως έχουμε αρκετές διαφωνίες με την ανάλυση της Mies – όπως ο νατουραλισμός της (πχ οι αναφορές στην «Μητέρη Γη» κι η θεώρηση της για την επιστήμη ως βία προς τη «Φύση» καθεαυτή), ή η  άποψή της για την ανάπτυξη του εμπορικού κεφαλαίου, κι όχι του βιομηχανικού, ως το σημείο εδραίωσης του καπιταλισμού (ορίζοντας οπότε το κεφάλαιο στη διαδικασία τη κυκλοφορίας ως απλή συσσώρευση πλούτου μέσω εμπορίου ή λεηλασιών κι όχι στην παραγωγική διαδικασία ως αυτοαξιοποιούμενη αξία), μετατρέποντας τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση από προϊστορία του κεφαλαίου σε μια μόνιμη διαδικασία που αποτελεί το παρόν του καπιταλισμού (ορίζοντας οπότε την κεφαλαιακή σχέση όχι ως μια σχέση εκμετάλλευσης, δηλαδή ιδιοποίησης της υπεραξίας, αλλά ωμής επιβολής κι απολλοτρίωσης, άνισης ανάπτυξης, με τον πόλεμο και την κατάκτηση ως τους «πιο “παραγωγικούς” τρόπους παραγωγής»).

Μολαταύτα, το κείμενο της Mies είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον, κι αυτό δεν προκύπτει μόνο από τον όγκο των ιστορικών δεδομένων τα οποία παραθέτει. Μέσα από την ιστορική αυτή αφήγησή της, από τα τέλη του Ώριμου Μεσαίωνα έως και την περίοδο της Α’ Διεθνούς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διαδικασίες της προλεταριοποίησης, της αποικιοποίησης και της μετατροπής των γυναικών σε νοικοκυρές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες. Οι γυναίκες, καθώς κι οι αυτόχθονες των αποικιών, αποκλείστηκαν από την κοινωνία των πολιτών, οπότε κι από την ανθρωπότητα. Ο μόνος τρόπος για να ενταχθούν ήταν να εκπολιτιστούν: οι αυτόχθονες έπρεπε να γίνουν δούλοι για να συνεισφέρουν με την εργασία τους στην ανάπτυξη των εθνών, και οι γυναίκες να αποκλειστούν από τη δημόσια σφαίρα κι οι όποιες δραστηριότητές τους να περιοριστούν στην οικιακή. Έτσι, οι Ευρωπαίοι άντρες προλετάριοι ανήλθαν στη θέση του πολίτη κι αναγνωρίστηκαν από το έθνος-κράτος ως υποκείμενα της πολιτικής του κοινότητας. Και μέσα από αυτό προέκυψε ένας «προλεταριακός αντιφεμινισμός», καθώς το παραδοσιακό εργατικό κίνημα κι οι οργανώσεις του (συνδικάτα και πολιτικά κόμματα) αντιστάθηκαν στην είσοδο των γυναικών στην παραγωγή ώστε να γίνουν νοικοκυρές εξαρτημένες από τον μισθό ενός άντρα «βιοπαλαιστή».

ΥΓ.
Η πρώτη φράση του κειμένου είναι: «Στη βάση της προηγούμενης ανάλυσης, μπορεί να διατυπωθεί μια δοκιμαστική θέση η οποία θα καθοδηγήσει την περαιτέρω ανάλυσή μου». Όντας απλώς μια συνδετική πρόταση με το προηγούμενο κεφάλαιο του βιβλίου, και με το κείμενο αποκομμένο από το υπόλοιπο βιβλίο, μόνο σύγχυση μπορούσε να προκαλέσει, γι’ αυτό και αφαιρέθηκε από την παρακάτω μετάφραση. Πέρα από την αφαίρεση της πρότασης αυτής δεν έχει υπάρξει κάποια άλλη παραποίηση του κειμένου.

Τέλος, λόγω του μεγέθους του κειμένου, και καθώς για πολλούς ανθρώπους δεν είναι βολική η ανάγνωση πολυσέλιδων κειμένων από την οθόνη ενός υπολογιστή, μπορεί κανείς να κατεβάσει το κείμενο σε pdf για να το εκτυπώσει πατώντας εδώ.

Η διαλεκτική της «προόδου και της οπισθοδρόμησης»

Η ιστορική ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας γενικά, και του έμφυλου καταμερισμού της εργασίας ειδικά, δεν ήταν/είναι μια εξελικτική κι ειρηνική διαδικασία, βασισμένη στην εσαεί ανοδική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (κυρίως της τεχνολογίας) και της εξειδίκευσης, αλλά μια βίαιη διαδικασία με την οποία, αρχικά συγκεκριμένες κατηγορίες αντρών κι αργότερα συγκεκριμένοι λαοί, υπήρξαν ικανοί, κυρίως μέσω της δύναμης των όπλων και του πολέμου, να εγκαθιδρύσουν μια εκμεταλλευτική σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς και τις γυναίκες, και ανάμεσα σ’ αυτούς και άλλους λαούς και τάξεις.

Εντός ενός τέτοιου ληστρικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος είναι εγγενώς πατριαρχικός, ο πόλεμος κι η κατάκτηση έγιναν οι πιο «παραγωγικοί» τρόποι παραγωγής. Η ταχεία συσσώρευση υλικού πλούτου -βασισμένη όχι σε κανονική εργασία για την επιβίωση στην ίδια την κοινότητα κάποιου, αλλά σε απαλλοτριώσεις και ληστείες- διευκολύνει τη ταχύτερη ανάπτυξη της τεχνολογίας σε εκείνες τις κοινωνίες που βασίζονται στην κατάκτηση και τον πόλεμο. Η τεχνολογική αυτή εξέλιξη, ωστόσο, πάλι δεν είναι προσανατολισμένη κυρίως προς την ικανοποίηση των αναγκών διαβίωσης της κοινότητας στο σύνολό της, αλλά προς περαιτέρω πόλεμο, κατάκτηση και συσσώρευση. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας των όπλων και των μεταφορών υπήρξε μια κινητήριος δύναμη για τεχνολογική καινοτομία σε όλες τις πατριαρχικές κοινωνίες, αλλά ιδιαιτέρως στη σύγχρονη καπιταλιστική ευρωπαϊκή κοινωνία η οποία έχει κατακτήσει κι υποτάξει ολόκληρο τον κόσμο από τον 15ο αιώνα. Η έννοια της «προόδου» που αναδύθηκε σε αυτόν τον συγκεκριμένο πατριαρχικό πολιτισμό είναι ιστορικά αδιανόητη χωρίς την μονομερή ανάπτυξη της τεχνολογίας του πολέμου και της κατάκτησης. Όλη η τεχνολογία διαβίωσης (για τη συντήρηση και παραγωγή τροφίμων, ρούχων και στέγασης κλπ) εφεξής εμφανίζεται να είναι «υπανάπτυκτη» σε σύγκριση με τα «θαύματα» της σύγχρονης τεχνολογίας του πολέμου και της κατάκτησης (πλοήγηση, πυξίδα, πυρίτιδα κλπ).

Ο ληστρικός πατριαρχικός καταμερισμός της εργασίας βασίζεται, εξαρχής, σ’ έναν δομικό διαχωρισμό και μια δομική καθυπόταξη των ανθρώπινων όντων: οι άντρες διαχωρίζονται από τις γυναίκες, τις οποίες έχουν υποτάξει, ο «δικός μου» λαός διαχωρίζεται από τους «ξένους» ή «αλλόθρησκους». Ενώ στις παλιές πατριαρχίες αυτός ο διαχωρισμός δεν μπορούσε ποτέ να είναι απόλυτος, στη σύγχρονη «δυτική» πατριαρχία ο διαχωρισμός αυτός έχει επεκταθεί σε έναν διαχωρισμό μεταξύ ΑΝΤΡΟΣ και ΦΥΣΗΣ. Στις παλιές πατριαρχίες (Κίνα, Ινδία, Αραβική χερσόνησος), οι άντρες δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τους εαυτούς τους ως απόλυτα ανεξάρτητους από την Μητέρα Γη. Ακόμη κι οι κατεκτημένοι κι οι υποταγμένοι λαοί, οι δούλοι, οι παρίες κλπ, ήταν ακόμη εμφανώς παρόντες και δεν νοούνταν ως ευρισκόμενοι εντελώς εκτός του οίκου ή της «οικονομίας» (το ιεραρχικώς δομημένο κοινωνικό σύμπαν το οποίο βλεπόταν ως ένας ζωντανός οργανισμός)[1]. Κι οι γυναίκες, παρότι αποτελούσαν αντικείμενο εκμετάλλευσης και καθυπόταξης, θεωρούνταν ζωτικής σημασίας ως μητέρες των υιών σε όλες τις πατριαρχικές κοινωνίες. Οπότε, πιστεύω ότι ορθώς η Βarbara Ehrenreich και η Deirdre English αποκαλούν αυτές τις προ-μοντέρνες πατριαρχίες ως γυναικοκεντρικές. Χωρίς την άνθρωπο-μητέρα και τη Μητέρα Γη δεν μπορεί να υπάρξει καμιά πατριαρχία[2]. Με την άνοδο του καπιταλισμού ως παγκόσμιο σύστημα, βασισμένο σε μεγάλης κλίμακας κατακτήσεις κι αποικιακές λεηλασίες, και την ανάδυση της παγκόσμιας αγοράς[3], γίνεται εφικτό να εξωτερικοποιηθούν ή αποεδαφικοποιηθούν εκείνοι οι οποίοι οι νέοι πατριάρχες ήθελαν να εκμεταλλευτούν. Οι αποικίες δεν βλέπονταν πια ως κομμάτι της οικονομίας ή της κοινωνίας, κείτονταν εκτός της «πολιτισμένης κοινωνίας». Στο ίδιο μέτρο που οι Ευρωπαίοι κατακτητές κι εισβολείς «διείσδυσαν» σε εκείνα τα «παρθένα εδάφη», τα εδάφη αυτά κι οι κάτοικοί τους «φυσικοποιήθηκαν», ανακηρύχθηκαν σε άγρια, βάναυση φύση που περιμένει να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης και να εξημερωθεί από τους άντρες εκπολιτιστές.

Παρομοίως, η σχέση μεταξύ των ανθρώπινων όντων και της εξωτερικής φύσης ή της γης άλλαξε ριζικώς. Όπως έχει δείξει πειστικά η Carolyn Merchant, η άνοδος της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας βασίστηκε στη βίαιη επίθεση και βιασμό της Μητέρας Γης – έως τώρα νοούμενης ως ένας ζωντανός οργανισμός. Ο Φράνσις Μπέικον, ο πατέρας της σύγχρονης επιστήμης, υπήρξε ένας εξ αυτών που συνηγορούσαν στη χρήση των ίδιων βίαιων μέσων για την καταλήστευση των μυστικών της Μητέρας Φύσης -ονομαστικά, βασανιστήρια κι ανακρίσεις- με εκείνων που χρησιμοποίησαν η Εκκλησία και το Κράτος για να αποσπάσουν τα μυστικά των μαγισσών. Τα ταμπού ενάντια στις εξορύξεις, στο σκάψιμο οπών στην μήτρα της Μητέρας Γης, διερρήχθησαν με τη βία, επειδή οι νέοι πατριάρχες ήθελαν να αποσπάσουν τα πολύτιμα μέταλλα κι άλλες «πρώτες ύλες» που βρίσκονταν κρυμμένες στην «μήτρα της γης». Η άνοδος της σύγχρονης επιστήμης, μια μηχανιστική και φυσική [physical] κοσμοαντίληψη, βασίστηκε στη δολοφονία της φύσης ως ζωντανός οργανισμός και του μετασχηματισμού της σε μια τεράστια δεξαμενή «φυσικών πόρων» ή «ύλης», η οποία μπορούσε να αναλυθεί και να συντεθεί από τον Άντρα στις νέες μηχανές του με τις οποίες θα μπορούσε να ανεξαρτοποιηθεί από την Μητέρα Φύση.

Μόνο τώρα ο δυϊσμός, ή μάλλον η πόλωση, μεταξύ των πατριαρχών και της φύσης, και μεταξύ των αντρών και των γυναικών, μπορούσε να αναπτύξει την πλήρη και διαρκή καταστροφική της δυνατότητα. Από εδώ και στο εξής, η επιστήμη κι η τεχνολογία έγιναν οι κύριες «παραγωγικές δυνάμεις» μέσω των οποίων οι άντρες μπορούσαν να «χειραφετηθούν» από τη φύση, καθώς κι από τις γυναίκες.

Η Carolyn Merchant έχει δείξει ότι η καταστροφή της φύσης ως ένας ζωντανός οργανισμός -κι η άνοδος της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας, μαζί με την άνοδο του άντρα επιστήμονα ως του νέου αρχιερέα- παραλληλίζεται στενώς με τη βίαιη επίθεση στις γυναίκες κατά τη διάρκεια του κυνηγιού των μαγισσών, το οποίο μαινόταν σε όλη την Ευρώπη για τέσσερις περίπου αιώνες.

Η Merchant δεν επεκτείνει την ανάλυσή της στη σχέση των Νέων Αντρών με τις αποικίες τους. Ωστόσο, μια κατανόηση αυτής της σχέσης είναι απολύτως απαραίτητη, διότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις σύγχρονες εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων των σημερινών μας προβλημάτων, αν δεν συμπεριλάβουμε όλα εκείνα που «ορίστηκαν εντός της φύσης» από τους σύγχρονους καπιταλιστές πατριάρχες: η Μητέρα Γη, οι Γυναίκες κι οι Αποικίες.

Οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι πατριάρχες ανεξαρτοποιήθηκαν από την ευρωπαϊκή Μητέρα Γη κατακτώντας αρχικά ολόκληρη την Αμερική, αργότερα την Ασία και την Αφρική, και εξορύσσοντας χρυσό κι ασήμι απ’ τα ορυχεία της Βολιβίας, του Μεξικού και του Περού, και άλλες «πρώτες ύλες» κι είδη πολυτελείας από άλλες χώρες. «Χειραφετήθηκαν», αφενός, από την εξάρτησή τους στις Ευρωπαίες γυναίκες για την παραγωγή εργατών καταστρέφοντας τις μάγισσες, καθώς και τις γνώσεις τους περί αντισύλληψης κι ελέγχου των γεννήσεων. Αφετέρου, καθυποτάσσοντας ενήλικους Αφρικανούς, άντρες και γυναίκες, στη δουλεία, απέκτησαν την απαραίτητη εργασιακή δύναμη για τις φυτείες τους στην Αμερική και την Καραϊβική.

Έτσι, η πρόοδος των Ευρωπαίων Μεγάλων Αντρών βασίζεται στην καθυπόταξη κι εκμετάλλευση των δικών τους γυναικών, στην εκμετάλλευση και δολοφονία της Φύσης, στην εκμετάλλευση και καθυπόταξη άλλων λαών και των γαιών τους. Ως εκ τούτου, ο νόμος αυτής της «προόδου» είναι πάντα αντιφατικός κι όχι εξελικτικός: η πρόοδος της μιας πλευράς σημαίνει οπισθοδρόμηση για την άλλη· η «εξέλιξη» της μιας πλευράς σημαίνει «εκχώρηση εξουσίας» για την άλλη· ο «εξανθρωπισμός» της μιας πλευράς σημαίνει «αποκτήνωση» για την άλλη· η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τη μιας πλευράς σημαίνει υπανάπτυξη κι οπισθοδρόμηση για την άλλη. Η άνοδος μερικών σημαίνει την πτώση των άλλων. Ο πλούτος της μιας πλευράς σημαίνει φτώχεια για την άλλη. Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να υπάρξει γραμμική πρόοδος είναι το γεγονός ότι, όπως ειπώθηκε νωρίτερα, ο ληστρικός, πατριαρχικός τρόπος παραγωγής αποτελεί μια μη-αμοιβαία, εκμεταλλευτική σχέση. Εντός μιας τέτοιας σχέσης δεν καθίσταται εφικτή καμία γενική πρόοδος για όλους, καμία «διάχυση του πλούτου προς τα κάτω μέσω των μηχανισμών της αγοράς», καμία ανάπτυξη για όλους.

Ο Ένγκελς είχε αποδώσει αυτή την ανταγωνιστική σχέση μεταξύ της προόδου και της οπισθοδρόμησης στην ανάδυση της ατομικής ιδιοκτησίας και την εκμετάλλευση της μιας τάξης από την άλλη. Έτσι, το 1884 έγραψε:

Μια και η βάση του πολιτισμού είναι η εκμετάλλευση μιας τάξης από μια άλλη, όλη η εξέλιξή του κινείται μέσα σε μια αδιάκοπη αντίφαση. Κάθε πρόοδος της παραγωγής είναι ταυτόχρονα μια πισωδρόμηση στην κατάσταση της καταπιεζόμενης τάξης, δηλαδή της μεγάλης πλειοψηφίας. Κάθε καλό για τους μεν είναι αναγκαστικά κακό για τους άλλους, κάθε καινούργια απελευθέρωση της μιας τάξης είναι μια νέα καταπίεση για κάποια άλλη τάξη[4].

Ο Ένγκελς μιλάει μόνο για τη σχέση μεταξύ της εκμεταλλεύτριας και της εκμεταλλευόμενης τάξης, δεν συμπεριλαμβάνει τη σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών, αυτή μεταξύ των αποικιοκρατών αρχόντων και των αποικιών τους ή του Πολιτισμένου Άντρα γενικά με τη Φύση. Αλλά αυτές οι σχέσεις στην πραγματικότητα συγκροτούν το κρυφό θεμέλιο της πολιτισμένης κοινωνίας. Ο Ένγκελς ελπίζει να αλλάξει αυτή την αναγκαστικά πολωμένη σχέση επεκτείνοντας αυτό που είναι καλό για την άρχουσα τάξη, σε όλες τις τάξεις: «Εκείνο που είναι καλό για την κυρίαρχη τάξη πρέπει να είναι καλό για ολόκληρη την κοινωνία, με την οποία ταυτίζεται η κυρίαρχη τάξη»[5].

Αλλά αυτό επακριβώς είναι το λογικό σφάλμα αυτής της στρατηγικής: σε μια αντιφατική κι εκμεταλλευτική σχέση, τα προνόμια των εκμεταλλευτών ποτέ δεν μπορούν να γίνουν προνόμια όλων. Αν ο πλούτος των μητροπόλεων βασίζεται στην εκμετάλλευση των αποικιών, τότε οι αποικίες δεν μπορούν να αποκτήσουν πλούτο εκτός κι αν αποκτήσουν δικές τους αποικίες. Αν η χειραφέτηση των αντρών βασίζεται στην καθυπόταξη των γυναικών, τότε οι γυναίκες δεν μπορούν να επιτύχουν «ίσα δικαιώματα» με τους άντρες, τα οποία αναγκαία θα περιλάμβαναν το δικαίωμα να εκμεταλλεύονται τρίτους[6].

Ως εκ τούτου, μια φεμινιστική απελευθερωτική στρατηγική δεν μπορεί παρά να στοχεύει στη συνολική κατάργηση όλων αυτών των σχέσεων της οπισθοδρομικής προόδου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να στοχεύει σε μια λήξη όλων των μορφών εκμετάλλευσης των γυναικών από τους άντρες, της φύσης από τους άντρες, των αποικιών από τους αποικιοκράτες, της μιας τάξης από την άλλη. Όσο η εκμετάλλευση ενός εξ αυτών παραμένει η προϋπόθεση για την άνοδο (ανάπτυξη, εξέλιξη, πρόοδο, εξανθρωπισμό κλπ) μιας μερίδας ανθρώπων, οι φεμινίστριες δεν μπορούμε να μιλάμε για απελευθέρωση ή «σοσιαλισμό».

Η καθυπόταξη των γυναικών, της φύσης και των αποικιών: το υπέδαφος της καπιταλιστικής πατριαρχίας ή πολιτισμένης κοινωνίας

Στη συνέχεια, θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω την αντιφατική διαδικασία, που σύντομα περιγράφτηκε παραπάνω, με την οποία, κατά την πάροδο των τελευταίων τεσσάρων ή πέντε αιώνων, οι γυναίκες, η φύση κι οι αποικίες εξωτερικοποιήθηκαν, ανακηρύχτηκαν εκτός της πολιτισμένης κοινωνίας, κρατήθηκαν κάτω, κι έγιναν έτσι αόρατες, με τον ίδιο τρόπο που το υποθαλάσσιο τμήμα ενός παγόβουνου είναι αόρατο, αλλά παρόλα αυτά συγκροτεί τη βάση του συνόλου.

Μεθοδολογικά, θα προσπαθήσω όσο το δυνατόν περισσότερο να αναιρέσω τη διαίρεση αυτών των πόλων των εκμεταλλευτικών σχέσεων οι οποίοι συνήθως αναλύονται ως διακριτές οντότητες. Η κατανόησή μας του ακαδημαϊκού έργου κι έρευνας ακολουθεί ακριβώς την ίδια λογική με αυτή των αποικιοκρατών κι επιστημόνων: αποκόβουν και διαχωρίζουν τμήματα τα οποία συγκροτούν μια ολότητα, απομονώνουν τα τμήματα αυτά, τα αναλύουν υπό εργαστηριακές συνθήκες και τα ανασυνθέτουν σε ένα νέο, κατασκευασμένο, τεχνητό μοντέλο.

Δεν θα ακολουθήσω αυτή τη λογική. Ανταυτού, θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω τις «υπόγειες διασυνδέσεις» που συνδέουν τις διαδικασίες εκείνες με τις οποίες η φύση έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης και τέθηκε υπό την κυριαρχία του αντρός στις διαδικασίες εκείνες με τις οποίες οι γυναίκες της Ευρώπης καθυποτάχτηκαν, και θα εξετάσω τις διαδικασίες με τις οποίες αυτές οι δύο συνδέθηκαν με την κατάκτηση κι αποικιοποίηση άλλων περιοχών και λαών. Επομένως, η ιστορική ανάδυση της ευρωπαϊκής επιστήμης και τεχνολογίας κι η επιβολή τους επί της φύσης πρέπει να συνδέεται με τη δίωξη των Ευρωπαίων μαγισσών. Τόσο η δίωξη των μαγισσών όσο κι η άνοδος της σύγχρονης επιστήμης πρέπει επίσης να συνδέονται με το δουλεμπόριο και την καταστροφή των οικονομιών διαβίωσης στις αποικίες.

Το παρών κείμενο δεν μπορεί να αποτελέσει μια περιεκτική ιστορία όλης αυτής της περιόδου, όσο επιθυμητό κι αν θα μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο. Θα επισημάνω κυρίως ορισμένες σημαντικές διασυνδέσεις οι οποίες υπήρξαν ζωτικής σημασίας για την ανοικοδόμηση των καπιταλιστικών πατριαρχικών σχέσεων παραγωγής. Η μία είναι η σύνδεση μεταξύ της δίωξης των μαγισσών στην Ευρώπη και της ανόδου της νέας αστικής τάξης και της σύγχρονης επιστήμης, κι η καθυπόταξη της φύσης. Αυτό έχει ήδη επιτευχθεί από αρκετούς ερευνητές[7]. Η ανάλυση που ακολουθεί βασίζεται στο έργο τους.

Οι ιστορικές συνδέσεις μεταξύ αυτών των διαδικασιών και της καθυπόταξης κι εκμετάλλευσης των αποικιοκρατούμενων λαών γενικά, και των γυναικών στις αποικίες ειδικά, δεν έχει ακόμη μελετηθεί επαρκώς. Επομένως, θα ασχοληθώ εκτενέστερα με αυτή την πτυχή της ιστορίας.

Η δίωξη των μαγισσών κι η άνοδος της σύγχρονης κοινωνίας: το παραγωγικό μητρώο των γυναικών στα τέλη του Μεσαίωνα

Μεταξύ των γερμανικών φυλών που εγκαταστάθηκαν στην Ευρώπη, ο οικογενειάρχης-ιδιοκτήτης (pater familias) είχε εξουσία επί των πάντων, αντικειμένων τε ανθρώπων, στο σπίτι. Αυτή η εξουσία, που ονομάζεται munt (στα Παλιά Υψηλά Γερμανικά) (mundium = manus = χείρα), σήμαινε ότι μπορούσε να πουλήσει, χρεώσει κλπ τη σύζυγο, τα παιδιά, τους δούλους κλπ. Η munt του άντρα επί της γυναικός καθιερωνόταν μέσω του γάμου. Η σχέση αυτή ήταν μια σχέση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί πραγμάτων, η οποία θεμελιωνόταν μέσω της κυρίευσης (απαγωγή των γυναικών) ή της αγοράς (πώληση των γυναικών). Σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, ο γάμος ήταν ένα συμβόλαιο πωλήσεως μεταξύ των δύο οικογενειών. Η γυναίκα ήταν μόνο το αντικείμενο αυτής της συναλλαγής. Με την απόκτηση της εξουσίας munt, ο σύζυγος αποκτούσε τα ιδιοκτησιακά δικαίωματα επί των υπάρχοντων της συζύγου, καθώς αυτή αποτελούσε ιδιοκτησία του. Οι γυναίκες τίθονταν δια βίου υπό την munt των αντρών τους – συζύγου, πατέραυ, υιού. Ο λόγος ύπαρξης αυτής της munt υπήρξε η επίτευξη του αποκλεισμού των γυναικών από τη χρήση όπλων. Με την άνοδο των πόλεων από τον 13ο αιώνα και την ανάδυση της αστικής τάξης των πόλεων, το «ολοκληρωμένο σπίτι» -η πρώιμη γερμανική μορφή της εκτενής οικογένειας και συγγένειας- άρχισε να διαλύεται. Η παλιά potestas patriae [πατρική εξουσία], η εξουσία του πατέρα πάνω στους γιους και τις κόρες, έληγε όταν τα παιδιά έφευγαν από το σπίτι. Οι γυναίκες-σύζυγοι τίθονταν υπό την munt ή την κηδεμονία του συζύγου. Ωστόσο, αν ανύπαντρες γυναίκες κατείχαν δική τους ιδιοκτησία, θεωρούνταν μερικές φορές mündig (ώριμες/ενήλικες/υπεύθυνες) ενώπιον του νόμου. Στην Κολωνία το 1291, οι ανύπαντρες γυναίκες που ακολουθούσαν κάποια τέχνη [craft] αποκαλούνταν selbstmündig [κατέχοντες εξουσία επί του εαυτού τους][8]. Οι νόμοι που επικρατούσαν στις πόλεις, καθώς κι ορισμένοι νόμοι για την επαρχία, απελευθέρωσαν από την munt, ή την εξάρτηση από τον πατέρα ή σύζυγο, τις γυναίκες που εξασκούσαν κάποια τέχνη.

Ο λόγος γι’ αυτή τη φιλελευθεροποίηση της έμφυλης δουλείας πρέπει να ειδωθεί στην ανάγκη να επιτραπεί στις γυναίκες των πόλεων να συνεχίσουν αυτόνομα τα επαγγέλματα και τις επιχειρήσεις τους. Αυτό οφείλεται σε διάφορους παράγοντες:

1. Με την επέκταση της τέχνης και του εμπορίου αυξήθηκε η ζήτηση για μεταποιημένα προϊόντα, ιδιαίτερα για ρούχα κι άλλα καταναλωτικά αγαθά. Τα αγαθά αυτά παράγονταν σχεδόν αποκλειστικά στο νοικοκυριό των τεχνιτών και γυναικών. Με την ανάπτυξη της προσφοράς χρήματος στα χέρια των πατρικίων, αυξήθηκε επίσης η κατανάλωσή τους αγαθών πολυτελείας. Τα ακριβά ρούχα από βελούδο και μετάξι, τα δαντελωτά κολάρα, οι κορσέδες κλπ, έγιναν της μόδας. Σε πολλές από αυτές τις τέχνες, οι γυναίκες ήταν οι κυρίαρχες.

Ωστόσο, στη Γερμανία δεν επιτρεπόταν στις παντρεμένες γυναίκες να εξασκούν τις δραστηριότητές τους, ή οποιαδήποτε συναλλαγή ιδιοκτησίας, χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου τους, ο οποίος συνέχιζε να είναι ο κηδεμόνας και αφέντης τους. Ωστόσο, οι τεχνίτριες κι οι γυναίκες επιχειρηματίες μπορούσαν να παρουσιαστούν ενώπιον του δικαστηρίου ως μάρτυρες ή καταγγέλλοντες, χωρίς κηδεμόνα. Σε κάποιες πόλεις, δόθηκαν στις γυναίκες επιχειρηματίες κι εμπόρους ίσα δικαιώματα με τους άντρες. Στο Μόναχο διακυρήχθηκε ότι «μια γυναίκα που βρίσκεται στην αγορά, που αγοράζει και πουλάει, έχει όλα τα δικαιώματα που έχει κι ο σύζυγός της». Όμως, δεν μπορούσε να πουλήσει τη δική του περιουσία.

Η ανεξαρτησία των μεσαιωνικών τεχνίτριων και γυναικών εμπόρων δεν ήταν απεριόριστη· ήταν μια παραχώρηση που τους δόθηκε επειδή η εγειρόμενη αστική τάξη τις χρειαζόταν. Αλλά ο σύζυγος διατηρούσε τον ρόλο του αφέντη εντός της οικογένειας.

2. Ο δεύτερος λόγος γι’ αυτή τη σχετική ελευθερία των γυναικών στο εμπόριο και τις τέχνες ήταν η έλλειψη αντρών στα τέλη του Μεσαίωνα. Στη Φρανκφούρτη, σύμφωνα με μια απογραφή του 13ου αιώνα, η αναλογία των δύο φύλων ήταν 1.100 γυναίκες για κάθε 1.000 άντρες· στη Νυρεμβέργη (15ος αιώνας), η αναλογία ήταν 1.000 άντρες για κάθε 1.207 γυναίκες. Ο αριθμός των αντρών είχε συρρικνωθεί λόγω των σταυροφοριών και των συνεχών πολέμων μεταξύ των φεουδαρχικών κρατών. Επιπλέον, η αντρική θνησιμότητα φαίνεται να ήταν υψηλότερη από αυτή των γυναικών «λόγω της έλλειψης εγκράτειας των αντρών σε όλων των ειδών τα γλέντια»[9].

Μεταξύ των αγροτών της Νότιας Γερμανίας, ο γάμος επιτρεπόταν μόνο στον μεγαλύτερο γιο της οικογένειας επειδή διαφορετικά η γη θα διαιρούταν σε υπερβολικά μικρά χωράφια τα οποία δεν θα ήταν βιώσιμα. Οι υπάλληλοι τεχνίτες δεν είχαν το δικαίωμα να παντρευτούν πριν γίνουν μάστορες. Οι δουλοπάροικοι των φεουδαρχών αρχόντων δεν μπορούσαν να παντρευτούν χωρίς τη συγκατάθεση των αρχόντων τους. Όταν οι πόλεις άνοιξαν τις πόρτες τους, πολλοί δουλοπάροικοι, άντρες και γυναίκες, έτρεξαν προς αυτές· το σύνθημα ήταν «ο αέρας της πόλης κάνει τους άντρες ελεύθερους». Οι φτωχοί άνθρωποι της επαρχίας έπρεπε να διώξουν τις κόρες τους μακρυά για να φροντίσουν μόνες τον εαυτό τους εργαζόμενες ως υπηρέτριες, επειδή δεν μπορούσαν να τις θρέφουν μέχρι να παντρευτούν.

Όλα αυτά επιφέραν μια αύξηση του αριθμού των αδέσμευτων, ελεύθερων ή χήρων γυναικών που έπρεπε να είναι οικονομικά ενεργές. Οι πόλεις, τον 12ο και 13ο αιώνα, δεν απέκλειαν τις γυναίκες από οποιαδήποτε τέχνη ή δραστηριότητα στην οποία ήθελαν να επιδωθούν. Αυτό υπήρξε αναγκαίο καθώς, χωρίς τη συνεισφορά τους, οι τέχνες και το εμπόριο δεν θα μπορούσαν να επεκταθούν. Αλλά η στάση προς τις οικονομικά ανεξάρτητες γυναίκες υπήρξε πάντα αντιφατική. Στην αρχή, οι συντεχνίες των διάφορων τεχνών ήταν ενώσεις αποκλειστικά για άντρες. Φαίνεται ότι αργότερα αναγκάστηκαν να επιτρέψουν την είσοδο σε κάποιες τεχνίτριες. Στη Γερμανία, αυτό δεν συνέβει πριν από τον 14ο αιώνα. Η συμμετοχή στις συντεχνίες επιτράπηκε κυρίως σε υφάντρες, κλώστριες και γυναίκες που ασχολούνταν σε άλλους κλάδους της κλωστοϋφαντουργίας. Η ύφανση βρισκόταν στα χέρια των αντρών από τον 12ο αιώνα, αλλά οι γυναίκες έκαναν μια σειρά από βοηθητικές δουλειές, κι αργότερα υπάρχουν επίσης αναφορές για μαστόρισσες υφάντρες σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως η ύφανση πέπλων, λινών, μεταξιού, χρυσού κλπ, η οποία διεξαγόταν μόνο από γυναίκες. Στην Κολωνία υπήρχαν ακόμη και γυναικείες συντεχνίες από τον 14ο αιώνα.

Πέρα από τις τέχνες, οι γυναίκες ασχολούνταν κυρίως με το μικρεμπόριο φρούτων, κοτόπουλων, αυγών, ρεγγών, λουλουδιών, τυριών, γάλατος, αλατιού, λαδιού, πούπουλων, μαρμελάδων κλπ. Υπήρξαν πολύ επιτυχημένες ως γυρολόγοι και πλανόδιες πωλήτριες, και σίγουρα αποτελούσαν πρόκληση για τους άντρες εμπόρους. Αλλά οι γυναίκες δεν ασχολούνταν με το εξωτερικό εμπόριο, παρότι προκαταβάλαν χρήματα σε εμπόρους οι οποίοι συναλλάσονταν με τις αγορές του εξωτερικού.

Οι κλώστριες μεταξιού της Κολωνίας ήταν συχνά παντρεμένες με πλούσιους εμπόρους, οι οποίοι πωλούσαν τα πολύτιμα προϊόντα των συζύγων τους σε μακρινές αγορές στη Φλάνδρα, την Αγγλία, τη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική Θάλασσα, στα μεγάλα πανηγύρια της Λειψίας και της Φρανκφούρτης[10].

Μνημονεύεται μόλις μία γυναίκα έμπορος που ταξίδεψε η ίδια στην Αγγλία τον 15ο αιώνα: η Katherine Ysenmengerde από το Γκντανσκ[11].

Ωστόσο, τον 15ο και 16ο αιώνα, η παλιά ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων κατέρρευσε και «κατέφτασε μια ευρωπαϊκή παγκόσμια οικονομία βασισμένη στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής»[12]. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από μια τεράστια επέκταση και διείσδυση της ανερχόμενης αστικής τάξης στους «Νέους Κόσμους», αλλά κι από φτώχεια, πολέμους, επιδημίες κι αναταράξεις εντός των παλιών κρατών του πυρήνα.

Σύμφωνα με τον Βάλλερσταϊν, αυτή η παγκόσμια οικονομία περιλάμβανε, μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα, τη Βορειοδυτική Ευρώπη, τη Χριστιανική Μεσόγειο, την Κεντρική Ευρώπη, την περιοχή της Βαλτικής, ορισμένες περιοχές της Αμερικής, τη Νέα Ισπανία, τις Αντίλλες, το Περού, τη Χιλή και τη Βραζιλία. Εκείνη την εποχή δεν περιλαμβάνονταν η Ινδία, η Άπω Ανατολή, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Ρωσία κι η Κίνα.

Μεταξύ του 1535 και 1540, η Ισπανία πέτυχε τον έλεγχο περισσότερου από το ήμισυ του πληθυσμού του Δυτικού Ημισφαιρίου. Μεταξύ 1670-1680, η περιοχή που βρισκόταν υπό ευρωπαϊκό έλεγχο αυξήθηκε από περίπου τρία εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα σε περίπου επτά εκατομμύρια[13]. Η επέκταση κατέστησε δυνατή την μεγάλης κλίμακας συσσώρευση ιδιωτικού κεφαλαίου «το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη χρηματοδότηση του εξορθολογισμού της γεωργικής παραγωγής»[14]. «Ένα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά αυτής της Ευρωπαϊκής Παγκόσμιας Οικονομίας του 16ου αιώνα υπήρξε ο κοσμικός πληθωρισμός, η λεγόμενη επανάσταση των τιμών»[15]. Αυτός ο πληθωρισμός έχει αποδοθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην εισροή πολύτιμων μετάλλων σε ράβδους χρυσού κι αργυρού από την Ισπανική Αμερική. Η επίδρασή της έγινε κυρίως αισθητή στην προσφορά σιτηρών διαθέσιμων σε φτηνότερες τιμές. «Στις χώρες όπου επεκτάθηκε η βιομηχανία, υπήρξε αναγκαίο να στρέψουν ένα μεγαλύτερο ποσοστό της γης προς τις ανάγκες των αλόγων». Οπότε, έπρεπε να αγοραστούν σιτηρά από τη Βαλτική σε υψηλότερες τιμές. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παρέμειναν σταθεροί στην Αγγλία και τη Γαλλία λόγω θεσμικών ακαμψιών, κι έλαβε χώρα ακόμη και μια μείωση των πραγματικών μισθών. Αυτό σήμαινε μεγαλύτερη φτώχεια για τις μάζες.

Σύμφωνα με τον Βάλλερσταϊν, η Ευρώπη του 16ου αιώνα είχε αρκετές περιοχές-πυρήνα: τη Βόρεια Ευρώπη (Ολλανδία, Αγγλία, Γαλλία) όπου το εμπόριο ανθούσε, κι όπου η γη χρησιμοποιούταν κυρίως για ποιμαντικούς σκοπούς κι όχι για σιτηρά. Η αγροτική μισθωτή εργασία έγινε η κυρίαρχη μορφή εργασιακού ελέγχου. Σιτηρά εισάγονταν από την Ανατολική Ευρώπη και τις χώρες της Βαλτικής -την περιφέρεια- όπου η «δευτερεύουσα δουλοπαροικία» ή «φεουδαρχία» αναδύθηκε ως ο κύριος εργασιακός έλεγχος. Στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, η διαδικασία αυτή οδήγησε σε μεγάλη φτωχοποίηση των αγροτών. Τον 16ο αιώνα φαίνεται να υπήρξε αύξηση του πληθυσμού κι η πίεση στις πόλεις αυξήθηκε. Ο Βάλλερσταϊν βλέπει αυτή τη δημογραφική πίεση ως την αιτία της αποδημίας. «Στη Δυτική Ευρώπη υπήρξε μετανάστευση προς τις πόλεις και μια αυξανόμενη περιπλάνηση [απουσία μόνιμης στέγης] η οποία υπήρξε “ενδημική”»[16]. Δεν υπήρξε μόνο η έξοδος των αγροτών προς τις πόλεις λόγω εξώσεων, και το σύστημα των περιφράξεων (των μικροκτηματιών στην Αγγλία), αλλά «υπήρχε επίσης κι η περιπλάνηση “που προκλήθηκε από την μειώση του φεουδαρχικού σώματος των υπηρετών και τη διάλυση των υπέρογκων στρατών οι οποίοι είχαν συρρεύσει για να υπηρετήσουν τους βασιλιάδες ενάντια στους υποτελείς τους”»[17].

Αυτοί οι περιπλανόμενοι -πριν στρατολογηθούν ως εργάτες στις νέες βιομηχανίες- επιβίωναν καλύπτοντας μόνο τις βασικές τους ανάγκες. Ήταν οι εξαθλιωμένες μάζες που συνέρρεαν γύρω από τους διάφορους προφήτες και τις αιρετικές σέκτες. Οι περισσότερες από τις ριζοσπαστικές κι ουτοπικές ιδέες της εποχής απασχολούνται με αυτές τις φτωχές μάζες. Μεταξύ αυτών των περιπλανώμενων υπήρχαν πολλές φτωχές γυναίκες. Έβγαζαν τα προς το ζην ως χορεύτριες, απατεώνισσες, τραγουδίστριες κι ιερόδουλες. Συνέρρεαν στα ετήσια πανηγύρια, τα εκκλησιαστικά συμβούλια κλπ. Στο Συμβούλιο της Φρανκφούρτης το 1394 πήγαν 800 γυναίκες· στο Συμβούλιο της Κωνσταντίας και της Βασιλείας πήγαν 1500 γυναίκες[18]. Οι γυναίκες αυτές ακολουθούσαν επίσης τους στρατούς. Δεν ήταν μόνο ιερόδουλες για τους στρατιώτες, αλλά έπρεπε επίσης να σκάβουν χαρακώματα, να περιποιούνται τους αρρώστους και τους τραυματίες, και να πωλούν εμπορεύματα.

Αυτές οι γυναίκες αρχικά δεν περιφρονούνταν, αποτελούσαν μέρος της μεσαιωνικής κοινωνίας. Οι μεγαλύτερες πόλεις τις έβαζαν σε ειδικά «σπίτια γυναικών» [οίκοι ανοχής]. Η εκκλησία προσπάθησε να ελέγξει την αυξανόμενη πορνεία, αλλά η φτώχεια οδήγησε πάρα πολλές φτωχές γυναίκες στα «σπίτια των γυναικών». Σε πολλές πόλεις, οι ιερόδουλες αυτές είχαν τους δικούς τους συλλόγους. Στις εκκλησιαστικές λιτανείες και δημόσιες γιορτές είχαν τα δικά τους λάβαρα και χώρους – είχαν ακόμη και αγία προστάτιδα, την Αγία Μαγδαληνή. Αυτό δείχνει ότι έως τον 14ο αιώνα η πορνεία δεν θεωρούνταν κάτι κακό. Αλλά στα τέλη του 14ου αιώνα, η Νομοθεσία του Μεράνου όριζε ότι οι ιερόδουλες θα έπρεπε να παραμένουν μακρυά από τις δημόσιες γιορτές και χοροεσπερίδες όπου «παρευρίσκονται γυναίκες δημότες των μεσαίων τάξεων, και άλλες αξιότιμες γυναίκες». Θα έπρεπε να φορούν μια κίτρινη κορδέλα στα παπούτσια τους ώστε ο καθένας να μπορούσε να τις διακρίνει από τις «κόσμιες γυναίκες»[19].

Το κυνήγι μαγισσών το οποίο μαινόταν σε όλη την Ευρώπη από τον 12ο έως τον 17ο αιώνα, υπήρξε ένας εκ των μηχανισμών για τον έλεγχο και την καθυπόταξη των γυναικών, των αγροτριών και τεχνίτριων, των γυναικών που η οικονομική και σεξουαλική ανεξαρτησία τους συνιστούσε απειλή για την αναδυόμενη αστική τάξη πραγμάτων.

Η πρόσφατη φεμινιστική βιβλιογραφία σχετικά με τις μάγισσες και τις διώξεις τους έφερε στο φως ότι οι γυναίκες δεν εγκατέλειπαν παθητικά την οικονομική και σεξουαλική ανεξαρτησία τους, αλλά ότι αντιστάθηκαν με πολλούς τρόπους στην επίθεση της εκκλησίας, του κράτους και του κεφαλαίου. Μια μορφή αντίστασης υπήρξαν οι πολλές ετερόδοξες αιρέσεις στις οποίες είτε οι γυναίκες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο, είτε στην ιδεολογία τους αναπαραγόταν η ελευθερία κι η ισότητα των γυναικών και η αποδοκιμασία της σεξουαλικής καταπίεσης, της ιδιοκτησίας και της μονογαμίας. Έτσι, οι «Αδερφοί του Ελεύθερου Πνεύματος»[20], μια αίρεση που υπήρχε για περισσότερα από αρκετά εκατοντάδες χρόνια, καθιέρωσε την κοινοτική ζωή, κατήργησε τον γάμο κι απέρριψε την εξουσία της εκκλησίας. Πολλές γυναίκες, ορισμένες εκ των οποίων ιδιαίτερα λόγιες, ανήκαν σε αυτή τη σέχτα. Αρκετές εξ αυτών κάηκαν ως αιρετικές[21].

Φαίνεται πιθανό πως η όλη μανία του κυνηγιού μαγισσών δεν υπήρξε απλώς ένα αποτέλεσμα της αποσύνθεσης της παλιάς τάξης πραγμάτων στην αντιπαράθεσή της με τις νέες καπιταλιστικές δυνάμεις, ή ακόμη και μια εκδήλωση ενός διαχρονικού αρσενικού σαδισμού, αλλά μια αντίδραση των νέων ανδροκρατούμενων τάξεων ενάντια στην ανταρσία των γυναικών. Οι φτωχές γυναίκες που «απελευθερώθηκαν», δηλαδή που τα μέσα διαβίωσής τους κι οι δεξιότητές τους απαλλοτριώθηκαν, αγωνίστηκαν ενάντια στους απαλλοτριωτές τους. Μερικοί ισχυρίζονται ότι οι μάγισσες υπήρξαν μια οργανωμένη αίρεση η οποία συνεδρίαζε τακτικά στα «Sabbath των μαγισσών»[22], όπου όλοι οι φτωχοί άνθρωποι συγκεντρώνονταν και εξασκούσαν έμπρακτα τη νέα ελεύθερη κοινωνία χωρίς αφέντες και δουλοπάροικους. Όταν μια γυναίκα αρνούνταν ότι είναι μάγισσα κι ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τις κατηγορίες που της απήγγειλαν, γινόταν αντικείμενο βασανισμών και τελικά καιγόταν στην πυρά. Η δίκη των μαγισσών, ωστόσο, ακολούθησε μια σχολαστικά μελετημένη νομική διαδικασία. Στις προτεσταντικές χώρες βρίσκει κανείς εξειδικευμένες κοσμικές επιτροπές κι επίτροπους σχετικά με ζήτημα των μαγισσών. Οι ιερείς βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία με τα δικαστήρια κι επηρεάζαν τους δικαστές.

Ένας εισαγγελέας, ο Benedikt Carpzov, αρχικά δικηγόρος στη Σαξονία και μετέπειτα καθηγητής στη Λειψία, υπέγραψε 20.000 θανατικές ποινές μαγισσών. Υπήρξε πιστός υιός της προτεσταντικής εκκλησίας[23].

Αν κάποιος κατήγγειλε μια γυναίκα ως μάγισσα, στελνόταν εκεί μια επιτροπή για να συλλέξει αποδείξεις. Τα πάντα αποτελούσαν αποδεικτικά στοιχεία: ο καλός ή κακός καιρός, το εάν η γυναίκα εργαζόταν σκληρά ή ήταν τεμπέλα, οι ασθένειες ή οι θεραπευτικές τις δυνάμεις. Αν υπό τα βασανιστήρια η μάγισσα κατονόμαζε κάποιο άλλο πρόσωπο, τότε το πρόσωπο αυτό συλλαμβάνοταν αμέσως.

Η καθυπόταξη κι η αποκρυπτογράφηση του γυναικείου σώματος: τα βασανιστήρια

Το παρακάτω παράθεμα αποτελεί τα πρακτικά των βασανιστηρίων της Katherine Lips από το Betzlesdorf το 1672:

Μετά από αυτό, της διαβάστηκε ξανά η δικαστική απόφαση και την προειδοποίησαν να πει την αλήθεια. Αλλά εκείνη συνέχισε να αρνείται [τις κατηγορίες]. Στη συνέχεια γδύθηκε με τη θέλησή της. Ο δήμιος της έδεσε τα χέρια και την ύψωσε από τα δεσμά της στον αέρα, και μετά την άφησε να πέσει και πάλι κάτω. Εκείνη κραύγασε: αλίμονο, αλίμονο. Και πάλι την ύψωσε στον αέρα, και πάλι εκείνη κραύγασε αλίμονο, αλίμονο, βασιλέα των ουρανών βοήθησέ με. Τα δάχτυλα των ποδιών της ήταν δεσμευμένα […] είχαν βάλει τα πόδια της σε ισπανικές μπότες[24] – πρώτα πιέστηκε το αριστερό πόδι και στη συνέχεια το δεξί […] κραύγασε, «Κύριε Ιησού, έλα να με βοηθήσεις» […] Είπε ότι δεν γνώριζε τίποτα, ακόμη κι αν τη σκοτώναν. Την υψώσαν ακόμη πιο ψηλά. Σταμάτησε να μιλάει, στη συνέχεια είπε ότι δεν ήταν μάγισσα. Ύστερα της έβαλαν και πάλι τα πόδια στις ισπανικές μπότες. Εκείνη πάλι ούρλιαζε και έκλαιγε […] και σώπασε […] συνέχιζε να λέει ότι δεν ήξερε τίποτα […] Φώναξε ότι η μητέρα της θα έπρεπε να βγει από τον τάφο και να τη βοηθήσει […]

Στη συνέχεια την οδήγησαν έξω από το δωμάτιο και της ξυρίσαν το κεφάλι για να βρουν το στίγμα. Ο ειδικός επέστρεψε κι είπε ότι το στίγμα βρέθηκε. Το τρύπησε με μια βελόνα κι αυτή δεν το ένιωσε. Επίσης, δεν υπήρξε αιμορραγία. Της έδεσαν ξανά τα χέρια και τα πόδια και την υψώσαν στον αέρα, και πάλι εκείνη ούρλιαζε και φώναζε ότι δεν ήξερε τίποτα. Θα έπρεπε να τη θέσουν στο έδαφος και να τη σκοτώσουν, κλπ, κλπ, κλπ[25].

Το 1631, ο Friedrich von Spee τόλμησε να γράψει ένα ανώνυμο δοκίμιο κατά των βασανιστηρίων και του κυνηγιού των μαγισσών. Αποκάλυψε τον σαδιστικό χαρακτήρα των βασανιστηρίων και τη χρήση από πλευράς των αρχών, των εκκλησιαστικών και κοσμικών αρχών, της υστερίας κατά των μαγισσών για να βρουν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για όλα τα προβλήματα, τις αναταραχές και τις ανησυχίες των φτωχών ανθρώπων, ώστε να εκτρέψουν την οργή των ανθρώπων από τους ίδιους προς ορισμένες φτωχές γυναίκες.

31 Οκτωβρίου 1724: Βασανισμός της Enneke Fristenares από το Κόσφελντ (Μύνστερ)
Αφότου ζητήθηκε εις μάτην από την κατηγορούμενη να ομολογήσει, ο Δρ Gogravius διέταξε βασανιστήρια […] Της ζήτησε να πει την αλήθεια, επειδή η επώδυνη ανάκριση θα την έκανε να ομολογήσει ούτως ή άλλως, οπότε θα διπλασιαζόταν η τιμωρία της […] ύστερα απ’ αυτό ξεκίνησε ο πρώτος βαθμός βασανισμού της.

Στη συνέχεια ο δικαστής προχώρησε στον δεύτερο βαθμό των βασανιστηρίων. Την οδήγησαν στον θάλαμο βασανιστηρίων, την έγδυσαν, την έδεσαν και την ανέκριναν. Εκείνη αρνήθηκε τις όποιες πράξεις της […] Καθώς παρέμενε ανένδοτη προχώρησαν στον τρίτο βαθμό, και οι αντίχειρές της τέθηκαν στον πιεστήρα. Επειδή ούρλιαζε φρικτά της έβαλαν ένα αντικείμενο στο στόμα της, και συνέχισαν να ασκούν πίεση στους αντίχειρές της. Αυτό συνεχίστηκε για πενήντα λεπτά, εναλλάσοντας την πίεση με τη χαλάρωση. Αλλά επικαλούταν ότι ήταν αθώα. Επίσης δεν έκλαιγε, μόνο φώναζε «Δεν είμαι ένοχη, ω Ιησού έλα να με βοηθήσεις». Έπειτα, «Κύριέ μου, πάρε με και σκότωσέ με». Ύστερα προχώρησαν στον τέταρτο βαθμό, τις ισπανικές μπότες […] Δεδομένου ότι δεν έκλαιγε, ο Δρ Gogravius ανησύχησε ότι η κατηγορούμενη ίσως να είχε γίνει ανθεκτική στον πόνο χρησιμοποιώντας ξόρκια. Ως εκ τούτου, ζήτησε και πάλι από τον δήμιο να τη γδύσει και να ψάξει αν υπήρχε κάτι ύποπτο στο σώμα της. Ο δήμιος ανέφερε ότι εξέτασε τα πάντα σχολαστικά αλλά δεν βρήκε τίποτα. Διατάχτηκε ξανά να της φορέσει τις ισπανικές μπότες. Η κατηγορούμενη ωστόσο συνέχισε να διαβεβαιώνει την αθωότητά της κι ούρλιαζε «Ω Ιησού, δεν το έκανα εγώ, δεν το έκανα εγώ, κύριέ μου, σκότωσέ με, δεν είμαι ένοχη, δεν είμαι ένοχη!» […]

Ο βασανισμός συνεχίστηκε για 30 λεπτά χωρίς αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια ο Δρ Gogravius διέταξε τον πέμπτο βαθμό βασανιστηρίων:

Η κατηγορούμενη κρεμάστηκε στον αέρα από τα άκρα της και ξυλοκοπήθηκε με δύο ράβδους – έως και 30 χτυπήματα. Ήταν τόσο εξαντλημένη που είπε ότι θα ομολογήσει, αλλά όσον αφορά τις συγκεκριμένες κατηγορίες συνέχισε να απαρνείται ότι είχε διαπράξει κάποιο από τα εγκλήματα. Ο δήμιος έπρεπε να τη τραβήξει μέχρι τα χέρια της να βγουν από τις αρθρώσεις τους. Αυτό το βασανιστήριο διήρκησε έξι λεπτά. Ύστερα ξυλοκοπήθηκε ξανά, και οι αντίχειρές της τέθηκαν ξανά στον πιεστήρα και τα πόδια της στις ισπανικές μπότες. Αλλά η κατηγορούμενη συνέχισε να αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τον διάβολο.

Καθώς ο Δρ Gogravius κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα βασανιστήρια είχαν πραγματοποιηθεί σωστά, σύμφωνα με τους κανόνες, κι αφότου ο δήμιος δήλωσε ότι η κατηγορούμενη δεν θα επιβίωνε περαιτέρω βασανιστήρια, ο Δρ Gogravius διέταξε να ξεκρεμάσουν και να λύσουν την κατηγορούμενη. Διέταξε τον δήμιο να θέσει τα άκρα της ξανά στις αρθρώσεις τους και να την φροντίσει[26].

Το κάψιμο μαγισσών, η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου κι η άνοδος της σύγχρονης επιστήμης

Η δίωξη κι η καύση των μαιών ως μάγισσες υπήρξε άμεσα συνδεδεμένη με την ανάδυση της σύγχρονης κοινωνίας: την επαγγελματοποίηση της ιατρικής, την άνοδο της ιατρικής ως «φυσικής επιστήμης», την άνοδο της επιστήμης και της σύγχρονης οικονομίας. Οι θάλαμοι βασανιστηρίων των κυνηγών των μαγισσών υπήρξαν τα εργαστήρια όπου μελετήθηκε η υφή, η ανατομία, η αντίσταση του ανθρώπινου σώματος – κυρίως του γυναικείου σώματος. Μπορεί κανείς να πει ότι η σύγχρονη ιατρική κι η ανδρική ηγεμονία επί αυτού του ζωτικής σημασίας τομέα καθιερώθηκε στη βάση εκατομμυρίων συνθλιμμένων, ακρωτηριασμένων, ξεσκισμένων, παραμορφωμένων κι εν τέλει αποτεφρωμένων, γυναικείων σωμάτων[27].

Υπήρξε ένας μελετημένος καταμερισμός εργασίας μεταξύ Εκκλησίας και Κράτους στην οργάνωση των σφαγών και της τρομοκρατίας εναντίον των μαγισσών. Στον καταμερισμό αυτό, οι εκπρόσωποι της εκκλησίας ταυτοποιούσαν τις μάγισσες, παρείχαν τη θεολογική αιτιολόγηση κι ηγούνταν των ανακρίσεων. Ο «κοσμικός βραχίονας» του κράτους χρησιμοποιούνταν για την πραγματοποίηση των βασανιστήριων και τελικά την εκτέλεση των μαγισσών στην πυρά.

Η δίωξη των μαγισσών υπήρξε μια εκδήλωση της εγειρόμενης σύγχρονης κοινωνίας και όχι, όπως θεωρείται συνήθως, ένα απομεινάρι του ανορθολογικού «σκοτεινού» Μεσαίωνα. Αυτό φαίνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο από τον Ζαν Μποντέν, τον Γάλλο θεωρητικό του νέου μερκαντιλιστικού οικονομικού δόγματος. Ο Ζαν Μποντέν υπήρξε ο ιδρυτής της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος, της σύγχρονης έννοιας της κυριαρχίας και του μερκαντιλιστικού ελέγχου του μεγέθους του πληθυσμού. Ήταν πιστός υπερασπιστής του σύγχρονου ορθολογισμού, και ταυτόχρονα ένας από τους πιο δυναμικούς υποστηρικτές των κρατικά εντεταλμένων βασανισμών και σφαγών των μαγισσών. Κατείχε την άποψη ότι, για την ανάπτυξη νέου πλούτου μετά την μεσαιωνική αγροτική κρίση, το σύγχρονο κράτος έπρεπε να επενδυθεί με την απόλυτη κυριαρχία. Αυτό το κράτος είχε, επιπλέον, το καθήκον να παρέχει αρκετούς εργάτες για τη νέα οικονομία. Για να το κάνει αυτό, ο Ζαν Μποντέν απαίτησε μια ισχυρή αστυνομία η οποία πρωτίστως θα μαχόταν εναντίον των μαγισσών και των μαιών οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν υπεύθυνες για τόσες πολλές αμβλώσεις, για την υπογονιμότητα των ζευγαριών και τη σεξουαλική επαφή χωρίς σύλληψη. Όποιος εμπόδιζε τη σύλληψη ή τη γέννηση παιδιών θεωρούνταν δολοφόνος ο οποίος θα έπρεπε να διωχθεί από το κράτος. Ο Μποντέν εργάστηκε ως σύμβουλος της γαλλικής κυβέρνησης στον διωγμό των μαγισσών, και στήριζε τους βασανισμούς και την πυρά για την εξάλειψη των μαγισσών. Η πραγματεία του σχετικά με την μαγεία υπήρξε ένα από τα πιο βάναυσα και σαδιστικά κείμενα που είχαν γραφτεί ενάντια στις μάγισσες εκείνη την εποχή. Όπως κι οι Institoris [Χάινριχ Κράμερ] και Σπρένγκερ στη Γερμανία, ο Μποντέν επέλεξε τις γυναίκες για την επίθεσή του. Έθεσε μια αναλογία 50 γυναικών για κάθε άντρα στις διώξεις μαγισσών[28]. Αυτός ο συνδυασμός του σύγχρονου ορθολογισμού, της εξάπλωσης του νέου κράτους και της άμεσης βίαιης επίθεσης στις μάγισσες, εντοπίζεται επίσης και σ’ έναν άλλο μεγάλο δάσκαλο της νέας εποχής του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ονομαστικά στον Φράνσις Μπέικον[29].

Παρομοίως, υπάρχει μια άμεση σύνδεση μεταξύ των πογκρόμ κατά των μαγισσών και της ανάδυσης της επαγγελματοποίησης του δικαίου. Πριν από αυτή την περίοδο, το γερμανικό δίκαιο ακολουθούσε την παλιά γερμανική παράδοση· ήταν λαϊκό δίκαιο ή εθιμικό δίκαιο, αλλά όχι ένας κλάδος προς μελέτη. Τώρα, όμως, εισήχθει το ρωμαϊκό δίκαιο, τα περισσότερα πανεπιστήμια καθιέρωσαν μια νομική σχολή και διάφορα πανεπιστήμια, όπως αυτό της Φρανκφούρτης, αποτελούνται στην πραγματικότητα μόνο από νομικές σχολές. Μερικά σύγχρονα παράπονα για τα πανεπιστήμια:

Δεν αξίζουν σε τίποτα κι εκπαιδεύουν μόνο παράσιτα τα οποία μαθαίνουν το πως να μπερδεύουν τους ανθρώπους, πως να κάνουν τα καλά πράγματα κακά και τα κακά πράγματα καλά, οι οποίοι παρακρατούν ό, τι είναι δίκαιο απ’ τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους εκείνο που δεν είναι δικό τους[30].

Ο λόγος για τον οποίο οι υιοί της εγειρόμενης αστικής τάξης συνέρρεαν στις νομικές σχολές ήταν ο εξής: «Στην εποχή μας η νομοθεσία χαμόγελα σε όλους, έτσι ώστε ο καθένας θέλει να γίνει διδάκτορας του νόμου. Οι περισσότεροι έλκονται απ’ αυτό το ερευνητικό πεδίο λόγω μιας απληστίας για χρήμα και φιλοδοξίες»[31].

Οι δίκες των μαγισσών παρείχαν απασχόληση και χρήματα σε μια σειρά από δικηγόρους, συνήγορους, δικαστές, συμβούλια κλπ. Βρίσκονταν σε θέση, μέσω των πολύπλοκων και περισπούδαστων ερμηνειών τους των επίσημων κειμένων, να παρατείνουν τις δίκες ώστε το κόστος τους ν’ αυξηθεί. Υπήρχε μια στενή σχέση μεταξύ των κοσμικών αρχών, της εκκλησίας, των αρχόντων των μικρών φεουδαρχικών κρατών και των δικηγόρων. Οι τελευταίοι ήταν υπεύθυνοι για έναν πληθωρισμό των τελών, και γέμιζαν τα σεντούκια τους στίβοντας χρήματα απ’ τα φτωχά θύματα του κυνηγιού μαγισσών. Η αφαίμαξη του λαού υπήρξε τόσο ανεξέλεγκτη που ακόμη κι ένας άντρας σαν τον Εκλέκτορα της Τριρ (ο Αρχιεπίσκοπος της Τρίρ ήταν ένας από τους επτά πρίγκιπες που εξέλεγαν τον Γερμανό Αυτοκράτορα), ο Johann von Schoenburg, ο οποίος είχε ο ίδιος εκτελέσει αρκετές εκατοντάδες ανθρώπους ως μάγισσες και μάγους, έπρεπε να ελέγξει την καταλήστευση των χηρών κι ορφανών από τους σπουδαγμένους νομικούς, κι όλους όσους συνδέονταν με τις δίκες μαγισσών. Μερικοί απ’ τους κυβερνήτες έθεσαν λογιστές να ελέγχουν τι είχαν κάνει οι διάφοροι αξιωματούχοι με τα χρήματα που είχαν αποσπάσει και τα τέλη που είχαν απαιτήσει. Μεταξύ των εξόδων μιας δίκης ήταν τα εξής:

  • το αλκοόλ που καταναλώναν οι στρατιώτες που καταδίωκαν μια μάγισσα·
  • η επίσκεψη που διετελούσε ο ιερέας στην μάγισσα στη φυλακή·
  • η συντήρηση της ιδιωτικής φρουράς του δήμιου[32].

Σύμφωνα με το Εκκλησιαστικό Δίκαιο, η περιουσία της μάγισσας ήταν προς κατάσχεση, ανεξαρτήτως του αν υπήρχαν κληρονόμοι ή όχι. Το μεγαλύτερο μέρος της κατασχεθείσας περιουσίας, ποτέ λιγότερο από το 50%, ιδιοποιούνταν από την κυβέρνηση. Σε πολλές περιπτώσεις, ό, τι απέμενε μετά την παρακράτηση των εξόδων για τη δίκη πήγαινε στο κρατικό ταμείο. Αυτή η δήμευση ήταν παράνομη σύμφωνα με το «Constitutio Criminalis» [Ποινικό Δίκαιο] του 1532 του αυτοκράτορα Καρόλου Κουίντου. Αλλά ο νόμος αυτός υπήρχε μόνο στα χαρτιά.

Το γεγονός ότι το κυνήγι μαγισσών υπήρξε μια τόσο κερδοφόρα πηγή χρήματος και πλούτου οδήγησε, σε ορισμένα μέρη, στη σύσταση ειδικών επιτροπών οι οποίες εκτελούσαν το έργο της καταγγελλίας, ως εξασκώντων μαγείας, όλο και περισσότερων ανθρώπων. Όταν ο κατηγορούμενοι κρίνονταν ένοχοι, αυτοί κι οι οικογένειές τους έπρεπε να αναλάβουν όλα τα έξοδα της δίκης, ξεκινώντας με τους λογαριασμούς αλκοόλ και φαγητού της επιτροπής μαγισσών (καθ’ ημέραν), και τελειώνοντας με τις δαπάνες για τα καυσόξυλα της πυράς. Μια άλλη πηγή χρημάτων ήταν τα ποσά που καταβάλλονταν από τις πλουσιότερες οικογένειες στους σπουδαγμένους δικαστές και δικηγόρους, προκειμένου να παύσουν τη δίωξη του μέλους των που κατηγορούνταν για εξάσκηση μαγείας. Αυτός υπήρξε επίσης ένας απ’ τους λόγους για τους οποίους συναντάμε περισσότερους φτωχούς μεταξύ των εκτελεσθέντων.

Ο Manfred Hammes έφερε στο φως μια ακόμη διάσταση της «πολιτικής οικονομίας» του κυνηγιού μαγισσών, ήτοι, την άντληση κεφαλαίων από τους αντιμαχόμενους Ευρωπαίους πρίγκιπες για τη χρηματοδότηση των πολέμων τους, ιδιαιτέρως για τον Τριακονταετή Πόλεμο του 1618-1648. Απ’ το 1618 κι ύστερα, το Δίκαιο του Καρόλου Κουίντου, το οποίο απαγόρευε τη δήμευση της περιουσίας των μαγισσών και μάγων, ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε, και το κυνήγι μαγισσών διοργανώθηκε ή ενθαρρύνθηκε συγκεκριμένα από ορισμένους πρίγκιπες, προκειμένου να αποκτήσουν τη δυνατότητα να κατάσχουν την περιουσία των υπηκόων τους.

Ο Hammes μας δίνει το παράδειγμα της πόλης της Κολωνίας και της διένεξης που προέκυψε μεταξύ των αρχόντων της πόλης και του Εκλέκτορα Φερδινάνδου της Βαυαρίας – άρχοντα της επισκοπής. Η πόλη της Κολωνίας, ένα πλούσιο κέντρο εμπορίου και βιοτεχνιών, είχε παραμείνει ουδέτερη για μεγάλο χρονικό διάστημα κατά τη διάρκεια του Τριακονταετή Πολέμου. (Στις αρχές του 17ου αιώνα, η πόλη είχε δει ένα ανθηρό εμπόριο – κυρίως μεταξιού κι υφασμάτων)[33]. Μολαταύτα, η πόλη είχε πληρώσει μεγάλα ποσά για το πολεμικό ταμείο του Αυτοκράτορα. Αυτό κατέστη εφικτό μέσω μιας αύξησης της φορολογίας. Όταν οι ξένοι στρατοί διέπρατταν επιδρομές και λεηλασίες στα χωριά, πολλοί αγροτές κατέφυγαν προς την ελεύθερη κι ουδέτερη πόλη. Το αποτέλεσμα ήταν μια έλλειψη προμηθειών τροφίμων η οποία οδήγησε σε εντάσεις μεταξύ του λαού, ακόμη και σε ανοιχτές ταραχές. Την ίδια στιγμή ξεκίνησε η δίκη της μάγισσας Catherine Hernot[34], της οποίας δίκης επακολούθησε ένα δριμύ κυνήγι μαγισσών. Όταν ανακοινώθηκαν οι πρώτες δικαστικές αποφάσεις, ο Εκλέκτορας Φερδινάνδος της Βαυαρίας, ο οποίος έπρεπε να πληρώσει τα στρατεύματά του, παρουσίασε ένα νομοσχέδιο στις αρχές της πόλης. Σε αυτό το νομοσχέδιο υποστήριζε ότι όλη η περιουσία των εκτελεσθέντων μαγισσών θα έπρεπε να κατάσχεται και να πηγαίνει στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο. Το δημοτικό συμβούλιο προσπάθησε να αποτρέψει με όλα τα μέσα την εφαρμογή αυτού του διατάγματος. Ζήτησαν απ’ τους δικηγόρους τους να κάνουν μια εμπεριστατωμένη μελέτη της νομοθεσίας. Αλλά ο Εκλέκτορας κι οι δικηγόροι του τελικά ανακοίνωσαν ότι το νομοσχέδιο ήταν ένα μέτρο έκτακτης ανάγκης. Αφού το κακό της μαγείας είχε λάβει τέτοιες διαστάσεις τον τελευταίο καιρό, δεν θα ήταν πολιτικά συνετό να ακολουθηθεί το γράμμα του νόμου (ήτοι, το Constitutio Criminalis του Καρόλου Κουίντου που απαγόρευε τις δημεύσεις) κατά λέξη. Ωστόσο, οι δικηγόροι της πόλης δεν πείστηκαν και πρότειναν έναν συμβιβασμό. Είπαν ότι ήταν δίκαιο και πρέπων τα άτομα τα οποία είχαν εμπλακεί στη δίκη της μάγισσας, οι δικηγόροι, οι εκτελεστές κλπ, να λάβουν μια αμοιβή ως αποζημίωση «για τη σκληρή δουλειά τους και τον χρόνο που ξόδεψαν για τη δίκη». Ο Εκλέκτορας, καθώς δεν μπορούσε να αντλήσει χρήματα από το κυνήγι μαγισσών στην πόλη, δήμευσε όλη την περιουσία των μαγισσών που εκτελούνταν στις αγροτικές περιοχές της επισκοπής.

Αλλά δεν ήταν μόνο η φεουδαρχική τάξη (ιδιαίτερα οι μικρότεροι πρίγκιπες που δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν την εγειρόμενη αστική τάξη των πόλεων, ή τους μεγαλύτερους άρχοντες), αλλά επίσης κι οι ιδιοκτήτριες τάξεις των πόλεων εκείνες οι οποίες χρησιμοποιούσαν τη δήμευση της περιουσίας των μαγισσών ως μέσο για τη συσσώρευση κεφαλαίου.

Έτσι, στην ίδια την Κολωνία το 1628, δέκα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, οι αρχές της πόλης εισήγαγαν τη δήμευση της περιουσίας των μαγισσών. Μία απ’ τις αιτιολογήσεις που προωθήθηκαν από τους δικηγόρους της Κολωνίας ήταν ότι οι μάγισσες είχαν λάβει πολλά χρήματα από τον διάβολο και ήταν απόλυτα ορθό τα χρήματα αυτά του διαβόλου να κατασχεθούν από τις αρχές για να καθιστούν ικανές να εξαλείψουν το σατανικό γένος των μάγων και μαγισσών. Στην πραγματικότητα, φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι πόλεις κι οι πρίγκηπες χρησιμοποίησαν τα πογκρόμ κατά των μαγισσών και τις δημεύσεις ως ενός είδους αναπτυξιακής βοήθειας για τις κατεστραμμένες τους οικονομίες. Οι άρχοντες της πόλης του Μάιντς [γνωστή κι ως Μαγεντία] δεν έκαναν και πολύ σαματά σχετικά με τη νομική ακριβολογία, κι απλά ζήτησαν απ’ τους αξιωματούχους τους να δημεύσουν όλη την περιουσία των μαγισσών. Το 1618, η Μονή της Αγίας Κλάρας στη Hochheim τους δώρισε 2.000 φιορίνια για την «εξάλειψη των μαγισσών».

Υπάρχει μια έκθεση του δικαστικού επιμελητή Geiss που έγραψε στον Λόρδο του Lindheim ζητώντας να του επιτρέψει να ξεκινήσει τη δίωξη επειδή χρειαζόταν χρήματα για την αποκατάσταση μιας γέφυρας και της εκκλησίας. Σημείωσε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν ενοχληθεί με την εξάπλωση του κακού της μαγείας:

Εάν μόνο η Εξοχότητά σας ήταν πρόθυμη να ξεκινήσει τις καύσεις, θα παρέσχουμε ευχαρίστως τα καυσόξυλα και θα αναλάβουμε όλα τα υπόλοιπα έξοδα, κι η Εξοχότητά σας θα κέρδιζε τόσα πολλά που η γέφυρα, κι επίσης η Εκκλησία, θα μπορούσαν να επισκευαστούν καλά.

Επιπλέον, θα κερδίζατε τόσα πολλά που θα μπορούσατε να πληρώνετε τους υπηρέτες σας με καλύτερο μισθό στο μέλλον, επειδή θα μπορούσε κανείς να κατασχέσει ολόκληρα σπίτια κι ιδίως τα καλύτερα εξ αυτών[35].

Εκτός από τα μεγάλα παράσιτα -τις θρησκευτικές αρχές, τις κοσμικές κυβερνήσεις, τη φεουδαρχική τάξη, τις αρχές των πόλεων, την αδελφότητα των νομικών, τους δήμιους- αναπτύχθηκε εκεί και μια ολόκληρη στρατιά από μικρότερα ψάρια τα οποία βιοπορίζονταν από το κάψιμο των μαγισσών. Επαίτες μοναχοί περιφέρονταν τριγύρω και πωλούσαν εικόνες αγίων οι οποίες, αν οι αγοραστές τις κατάπιναν, θα τους προφυλάγαν από την μαγεία. Υπήρχαν πολλοί αυτόκλητοι επίτροποι μαγισσών. Δεδομένου ότι οι αρχές κατέβαλαν αμοιβές για την ανακάλυψη, τη σύλληψη και την ανάκριση των μαγισσών, αυτοί συσσωρεύαν χρήματα περιπλανώμενοι από τόπο σε τόπο, υποκινώντας τους φτωχούς ανθρώπους να αναγνωρίσουν τα έργα των μαγισσών ως την αιτία όλων των δυστυχιών τους. Στη συνέχεια, όταν όλοι βρίσκονταν στο έλεος της μαζικής ψύχωσης, ο επίτροπος έλεγε ότι θα ερχόταν για να εξαλείψει το ζιζάνιο. Αρχικά, ο επίτροπος θα έστελνε τον εισπράκτορά του, ο οποίος θα πήγαινε από σπίτι σε σπίτι για να συλλέξει δωρεές, ώστε να αποδείξει ότι τον είχαν προσκαλέσει οι ίδιοι οι χωρικοί. Στη συνέχεια, θα ερχόταν ο επίτροπος και θα οργάνωνε δύο ή τρεις καύσεις στην πυρά. Αν κάποιος δεν ήταν έτοιμος να πληρώσει, θεωρούνταν ύποπτος για μαγεία, ή συμπαθών των μαγισσών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα χωριά καταβάλαν ένα ποσό στον επίτροπο εκ των προτέρων, ώστε να μην επισκεφτεί το χωριό τους. Αυτό συνέβει στο χωριό Άιφελ της Ράινμπαχ. Όμως, πέντε χρόνια αργότερα, ο ίδιος επίτροπος επέστρεψε και, δεδομένου ότι οι αγρότες δεν ήταν έτοιμοι να ενδώσουν δεύτερη φορά σ’ αυτό τον εκβιασμό, πρόσθεσε περισσότερες θανατικές ποινές στο ρεκόρ των 800 που είχε ήδη επιτεύξει.

Η ελπίδα για οικονομικά οφέλη μπορεί να ειδωθεί ως ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους η υστερία κατά των μαγισσών εξαπλώθηκε και γιατί σχεδόν κανείς εκ των κατηγορουμένων δεν αθωωνόταν. Το κυνήγι μαγισσών ήταν επιχείρηση. Αυτό διατυπώθηκε με σαφήνεια από τον Friedrich von Spee ο οποίος, το 1633, απέκτησε επιτέλους το θάρρος να γράψει ένα βιβλίο κατά αυτής της αχρείας πρακτικής. Ο ίδιος σημειώνει:

  • οι δικηγόροι, ιεροεξεταστές κλπ, χρησιμοποιούν βασανιστήρια επειδή θέλουν να δείξουν ότι δεν είναι επιφανειακοί αλλά υπεύθυνοι δικηγόροι·
  • χρειάζονται πολλές μάγισσες, προκειμένου να αποδείξουν ότι η δουλειά τους είναι αναγκαία·
  • δεν θέλουν να χάσουν την αμοιβή που οι πρίγκιπες έχουν υποσχεθεί για κάθε μάγισσα.

Για να συνοψίσουμε, μπορούμε να παραθέσουμε τον Cornelius Loos, ο οποίος είπε ότι οι δίκες των μαγισσών «ήταν μια νέα αλχημεία η οποία μετέτρεπε το ανθρώπινο αίμα σε χρυσάφι»[36]. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, το γυναικείο αίμα. Το κεφάλαιο που συσσωρεύτηκε κατά τη διαδικασία του κυνηγιού των μαγισσών από τις παλιές άρχουσες τάξεις καθώς κι από τη νέα εγειρόμενη αστική τάξη, δεν αναφέρεται πουθενά στις εκτιμήσεις και τους υπολογισμούς των οικονομικών ιστορικών εκείνης της εποχής. Τα βουτηγμένα στο αίμα χρήματα του κυνηγιού μαγισσών χρησιμοποιήθηκαν για τον ιδιωτικό πλουτισμό των πτωχευμένων πρίγκιπων, δικηγόρων, γιατρών, δικαστών και καθηγητών, αλλά επίσης και για τέτοιες δημόσιες υποθέσεις όπως η χρηματοδότηση πολέμων, οικοδομώντας μια γραφειοκρατία, μέτρα υποδομών, και τελικά το νέο απολυταρχικό κράτος. Αυτό το ματωμένο χρήμα τροφοδότησε την αρχική διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου, πιθανώς όχι στον ίδιο βαθμό με τη λεηλασία και καταλήστευση των αποικιών, αλλά σίγουρα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ότι είναι γνωστό σήμερα.

Αλλά η δίωξη κι ο βασανισμός των μαγισσών δεν παρακινούνταν μόνο από οικονομικούς παράγοντες. Η ανάκριση των μαγισσών παρείχε επίσης το μοντέλο για την ανάπτυξη της νέας επιστημονικής μεθόδου εξαγωγής μυστικών από την Μητέρα Φύση. Η Carolyn Merchant έχει δείξει ότι ο Φράνσις Μπέικον, ο «πατέρας» της σύγχρονης επιστήμης, ιδρυτής της επαγωγικής μεθόδου, χρησιμοποιούσε τις ίδιες μεθόδους, την ίδια ιδεολογία για να εξετάσει τη φύση, με εκείνη που χρησιμοποιούσαν οι διώκτες των μαγισσών για να εξαγάγουν απ’ αυτές τα μυστικά τους, δηλαδή βασανιστήρια, καταστροφή, βία. Ο Μπέικον χρησιμοποίησε σκοπίμως τις εικόνες του κυνηγιού των μαγισσών για να περιγράψει τη νέα επιστημονική του μέθοδο: αντιμετώπιζε τη «φύση ως μια γυναίκα, προς βασανισμό μέσω μηχανικών εφευρέσεων»[37], όπως οι μάγισσες βασανίζονταν από τις νέες μηχανές. Δήλωνε ότι η μέθοδος με την οποία θα μπορούσαν να ανακαλυφθούν τα μυστικά της φύσης συνίστατο στη διερεύνηση των μυστικών της μαγείας από την ιερά εξέταση: «Δεν έχεις παρά να ακολουθήσεις και να κηνυγήσεις τη φύση στις περιπλανήσεις της, και θα μπορέσεις όποτε το θελήσεις να ηγηθείς και να την οδηγήσεις αργότερα ξανά στο ίδιο μέρος […]»[38]. Υποστήριζε με σθένος το σπάσιμο όλων των ταμπού τα οποία, στην μεσαιωνική κοινωνία, απαγορεύαν το σκάψιμο οπών στην Μητέρα Γη ή την καταπάτησή της: «Ούτε θα έπρεπε ένας άνθρωπος να έχει αναστολές σχετικά με την είσοδο και τη διείσδυση σ’ αυτές τις τρύπες και γωνίες, όταν η διερεύνηση της αλήθειας αποτελεί το σύνολο του αντικειμένου του […]»[39]. Ο ίδιος συνέκρινε τη διερεύνηση της φύσης τόσο με την ανάκριση των μαγισσών όσο και μ’ αυτή των μαρτύρων στην αίθουσα του δικαστηρίου:

Εννοώ (σύμφωνα με την πρακτική των πολιτικών [civil] υποθέσεων) αυτή την μεγάλη έκκληση ή παράκληση που χορηγείται από τη θεία χάρη και πρόνοια (δια της οποίας η ανθρώπινη φυλή επιδιώκει να ανακτήσει το δικαίωμά της επί της φύσης) να εξετάσουμε την ίδια τη φύση και τις τέχνες μέσω ανακρίσεων […][40]

Η φύση δεν θα παράδιδε τα μυστικά της εκτός κι αν καταπατούνταν δια της βίας από τις νέες μηχανικές συσκευές:

Όπως η φύση ενός ανθρώπου δεν είναι ποτέ ιδιαίτερα γνωστή ή αποδεδειγμένη μέχρι να τον συναντήσεις, κι ούτε ο Πρωτέας άλλαξε ποτέ μορφές έως ότου περιορίστηκε και δέθηκε, έτσι κι η φύση παρουσιάζει τον εαυτό της πιο καθαρά υπό τις δοκιμασίες κι ενοχλήσεις της τέχνης (μηχανικές συσκευές) απ’ ότι όταν αφήνεται ήσυχη στον εαυτό της[41].

Σύμφωνα με τον Μπέικον, η φύση πρέπει να «δεσμευτεί στην υπηρεσία μας», να γίνει μια «δούλα», να τεθεί «υπό περιορισμό», πρέπει να «διαμελιστεί για να αναλυθεί»· όπως «η μήτρα της γυναίκας έχει υποκύψει συμβολικώς σε ιατρικές λαβίδες, έτσι κι η μήτρα της φύσης υποκρύπτει μυστικά που μέσω της τεχνολογίας μπορούν να αποσπαστούν βιαίως από τον έλεγχό της και να χρησιμοποιηθούν προς τη βελτίωση της ανθρώπινης συνθήκης»[42].

Η επιστημονική μέθοδος του Μπέικον, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί το θεμέλιο της σύγχρονης επιστήμης, ενοποίησε τη γνώση με την υλική ισχύ. Πολλές απ’ τις τεχνολογικές εφευρέσεις στην πραγματικότητα σχετίζονταν με τον πόλεμο και την κατάκτηση, όπως η πυρίτιδα, η πλοήγηση, ο μαγνήτης. Αυτές οι «τέχνες του πολέμου» συνδυάστηκαν με τη γνώση – όπως τη τυπογραφία. Η βία, οπότε, υπήρξε η λέξη-κλειδί κι η μέθοδος-κλειδί με την οποία ο Νέος Άντρας εγκαθίδρυσε την κυριαρχία του επί των γυναικών και της φύσης. Αυτά τα μέσα καταναγκασμού, «δεν ασκούν, όπως τα παλιά, απλώς μια ήπια καθοδήγηση επί της πορείας της φύσης· έχουν τη δύναμη να την κατακτήσουν και να την υποτάξουν, να ταράξουν τα θεμέλιά της»[43].

Συνεπώς, η Carolyn Merchant συμπεραίνει:

Η ανάκριση των μαγισσών ως σύμβολο της ανάκρισης της φύσης, η αίθουσα του δικαστηρίου ως μοντέλο για την εξέτασή της, κι ο βασανισμός μέσω μηχανικών συσκευών ως εργαλείο για την καθυπόταξη της αταξίας, υπήρξαν θεμελιώδη για την επιστημονική μέθοδο ως εξουσία[44].

Η τάξη η οποία επωφελήθηκε απ’ αυτή τη νέα επιστημονική πατριαρχική κυριαρχία επί των γυναικών και της φύσης ήταν η εγειρόμενη προτεσταντική, καπιταλιστική τάξη των εμπόρων, βιομηχάνων εξόρυξης, και καπιταλιστών κατασκευής ενδυμάτων. Για τη τάξη αυτή, ήταν αναγκαίο η παλιά αυτονομία των γυναικών επί της σεξουαλικότητάς τους και των αναπαραγωγικών τους ικανοτήτων να καταστραφεί. Ήταν αναγκαίο οι γυναίκες βιαίως να εξαναγκαστούν να αναθρέψουν περισσότερους εργάτες. Παρομοίως, η φύση έπρεπε να μετασχηματιστεί σε μια τεράστια δεξαμενή υλικών πόρων προς εκμετάλλευση και κερδοφορία απ’ αυτή τη τάξη.

Ως εκ τούτου η εκκλησία, το κράτος, η νέα καπιταλιστική τάξη κι οι σύγχρονοι επιστήμονες συνεργάστηκαν στη βίαιη καθυπόταξη των γυναικών και της φύσης. Οι αδύναμες Βικτωριανές γυναίκες του 19ου αιώνα υπήρξαν τα προϊόντα των μεθόδων τρομοκρατίας με τις οποίες μεθόδους η τάξη αυτή έπλασε και διαμόρφωσε τη «γυναικεία φύση» σύμφωνα με τα συμφέροντά της[45].

Η αποικιοποίηση κι η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου

Η περίοδος αυτή στην οποία αναφερόμουν έως τώρα έχει ονομαστεί περίοδος της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου. Πριν μπορέσει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής να εγκαθιδρυθεί και διατηρηθεί ως μια διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου -κατευθυνόμενη από την κινητήριο δύναμη της παραγωγής υπεραξίας- έπρεπε να συσσωρευτεί αρκετό κεφάλαιο για να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία. Το κεφάλαιο συσσωρευόταν σε μεγάλο βαθμό στις αποικίες μεταξύ του 16ου και 17ου αιώνα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του κεφαλαίου δεν συσσωρεύτηκε μέσω «έντιμου» εμπορίου από εμπόρους καπιταλιστές, αλλά σε μεγάλο βαθμό μέσω ληστειών, πειρατείας, καταναγκαστικής εργασίας και δουλείας.

Πορτογάλοι, Ισπανοί, Ολλανδοί κι Άγγλοι έμποροι προσπάθησαν να ανακόψουν το ενετικό μονοπώλιο του εμπορίου μπαχαρικών με την Ανατολή. Οι περισσότερες απ’ τις Ισπανο-πορτογαλικές ανακαλύψεις είχαν ως κίνητρο την εξεύρεση μιας ανεξάρτητης θαλάσσιας διαδρομής προς την Ανατολή. Στην Ευρώπη, το αποτέλεσμα ήταν μια επανάσταση ή πληθωρισμός των τιμών λόγω 1) της τεχνικής εφεύρεσης του διαχωρισμού του χαλκού από το ασήμι· 2) της λεηλασίας της πόλης Κούσκο και της χρήσης της εργασίας των δούλων. Η τιμή των πολύτιμων μετάλλων μειώθηκε. Αυτό οδήγησε στην καταστροφή της ήδη εξαντλημένης φεουδαρχικής τάξης και των μισθωτών τεχνιτών. Ο Mandel συμπεραίνει:

Η πτώση των πραγματικών μισθών -ιδιαίτερα σημαδεμένη με την αντικατάσταση των φτηνών πατατών από το ψωμί ως τη βασική τροφή των ανθρώπων- έγινε μια από τις κύριες πηγές της πρωταρχικής συσσώρευσης του βιομηχανικού κεφαλαίου μεταξύ του 16ου και 18ου αιώνα[46].

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η πρώτη φάση της Πρωταρχικής Συσσώρευσης ήταν εκείνη όπου το εμπορικό κι εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο λεηλάτησε κι εκμεταλλεύτηκε ανελέητα τον ανθρώπινο και φυσικό πλούτο των αποικιών. Έτσι, είχε υπάρξει «μια αξιοσημείωτη έλλειψη κεφαλαίου στην Αγγλία» περίπου το 1550:

Μέσα σε λίγα χρόνια, οι πειρατικές εκστρατείες εναντίον του ισπανικού στόλου, το σύνολο των οποίων διοργανώθηκε από συμμετοχικές εταιρείες, άλλαξαν την κατάσταση […] Η πρώτη πειρατική εκστρατεία του Ντρέικ κατά τα έτη 1577-1580 ξεκίνησε με ένα κεφάλαιο £5.000 […] επέφερε κέρδος ύψους περίπου £600.000, εκ του οποίου το μισό πήγε στη Βασίλισσα. Ο Beard εκτιμά ότι οι πειρατές εισήγαγαν περίπου 12 εκατομμύρια στερλίνες στην Αγγλία κατά τη διάρκεια της βασιλείας της Ελισάβετ[47].

Η ιστορία των Ισπανών Κονκισταδόρων, οι οποίοι ερήμωσαν τελείως περιοχές όπως την Αϊτή, την Κούβα, τη Νικαράγουα, κι εξόντωσαν περίπου 15 εκατομμύρια Ινδιάνων, είναι καλά γνωστή. Επίσης, η δεύτερη άφιξη του Βάσκο ντα Γκάμα στην Ινδία το 1502-1503 σηματοδοτήθηκε από την ίδια δοκιμασία αίματος.

Ήταν ένα είδος σταυροφορίας […] από εμπόρους πιπεριού, γαρίφαλου και κανέλας. Χαρακτηρίστηκε από φρικτές κτηνωδίες· όλα φαίνονταν επιτρεπτά ενάντια των μισητών μουσουλμάνων τους οποίους οι Πορτογάλοι προς έκπληξή τους συνάντησαν και πάλι στην άλλη άκρη του κόσμου […][48].

Η εμπορική επέκταση βασίστηκε απ’ την αρχή στο μονοπώλιο. Οι Ολλανδοί έδιωξαν τους Πορτογάλους, τους Άγγλους, τους [άλλους] Ολλανδούς.

Δεν πρέπει, οπότε, να απορεί κανείς που οι Ολλανδοί έμποροι, τα κέρδη των οποίων εξαρτούνταν από το μονοπώλιό τους επί των μπαχαρικών που αποκτούσαν μέσω κατακτήσεων στο Ινδονησιακό αρχιπέλαγος, έφτασαν έως την μαζική καταστροφή των δέντρων κανέλας στα μικρά νησιά Μολούκες μόλις οι τιμές άρχισαν να πέφτουν στην Ευρώπη. Τα «Ταξίδια Hongi»[49] για την καταστροφή αυτών των δέντρων και τη σφαγή του πληθυσμού που για αιώνες αντλούσε τα προς το ζην από την καλλιέργεια τους, έθεσε ένα ολέθριο ορόσημο στην ιστορία της ολλανδικής αποικιοκρατίας, η οποία είχε, πράγματι, ξεκινήσει με το ίδιο ύφος. Ο ναύαρχος J. P. Coen δεν δείλιασε μπροστά στην εξόντωση όλων των άρρενων κατοίκων των νησιών Μπάντα[50].

Οι εμπορικές εταιρείες -η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, η Αγγλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, η αγγλική Εταιρεία του Κόλπου Χάντσον κι η Γαλλική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών- όλες τους συνδυάζαν το εμπόριο μπαχαρικών με το δουλεμπόριο:

Μεταξύ του 1636 και 1645, η Ολλανδική Εταιρεία Δυτικών Ινδιών πούλησε 23.000 νέγρους για, συνολικά, 6,7 εκατομμύρια φιορίνια, ή περίπου 300 φιορίνια το κεφάλι, ενώ τα αγαθά που δίνονταν σε αντάλλαγμα για τον κάθε δούλο δεν άξιζαν περισσότερο από 50 φιορίνια. Μεταξύ του 1728 και 1760, τα καράβια που έπλεαν από την Χάβρη μετέφεραν στις Αντίλλες 203.000 δούλους αγορασμένους από τη Σενεγάλη, τη Χρυσή Ακτή, το Loango κλπ. Η πώληση αυτών των δούλων έφεραν κέρδος 203 εκατομμυρίων γαλλικών λιρών. Από το 1783 έως το 1793 οι δουλέμποροι του Λίβερπουλ πούλησαν 300.000 δούλους για 15 εκατομμύρια, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στην ίδρυση βιομηχανικών επιχειρήσεων[51].

Ο Mandel, καθώς και άλλοι που έχουν αναλύσει αυτή την περίοδο, δεν λένε πολλά για το πώς η διαδικασία αποικισμού επηρέασε τις γυναίκες στις νεοσύστατες πορτογαλικές, ολλανδικές, αγγλικές και γαλλικές αποικίες στην Αφρική, την Ασία και τη Λατινική και Κεντρική Αμερική. Καθώς οι έμποροι καπιταλιστές στηρίζονταν κυρίως στην ωμή βία, την άμεση καταλήστευση και τη λεηλασία, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι γυναίκες έπεσαν επίσης θύματα αυτής της διαδικασίας.

Το πρόσφατο έργο φεμινιστριών ακαδημαϊκών έχει ρίξει περισσότερο φως σ’ αυτές τις κρυφές πλευρές της «εκπολιτιστικής διαδικασίας». Το έργο της Rhoda Reddock σχετικά με τις γυναίκες και τη δουλεία στην Καραϊβική δείχνει ξεκάθαρα ότι οι αποικιοκράτες χρησιμοποίησαν ένα διαμετρικά αντίθετο σύστημα αξιών στις γυναίκες των υπόδουλων λαών σε σχέση με εκείνο των «δικών» τους γυναικών. Στις δούλες της Καραϊβικής για μεγάλες περιόδους δεν επιτρεπόταν να παντρευτούν ή να κάνουν παιδιά· για τους αποικιοκράτες ήταν φθηνότερο το να εισάγουν δούλους από το να πληρώσουν για την αναπαραγωγή της εργασίας των δούλων. Την ίδια στιγμή, η αστική τάξη εξημερώσε τις «δικές» της γυναίκες σε αμιγείς, μονογαμικές εκτροφείς των κληρονόμων τους, αποκλείοντάς τες από την εξωοικιακή εργασία κι από την κατοχή ιδιοκτησίας.

Το σύνολο της βάναυσης επίθεσης στους λαούς της Αφρικής, της Ασίας και της Αμερικής από τους Ευρωπαίους εμπόρους καπιταλιστές αιτιολογήθηκε ως μια εκπολιτιστική αποστολή των χριστιανικών εθνών. Εδώ βλέπουμε τη σύνδεση μεταξύ της «εκπολιτιστικής» διαδικασίας, με την οποία διώχθηκαν φτωχές γυναίκες στην Ευρώπη και «πειθαρχήθηκαν» κατά τη διάρκεια του κυνηγιού μαγισσών, και τον «εκπολιτισμό» των «βάρβαρων» λαών στις αποικίες. Κι οι δύο ορίζονται ως ανεξέλεγκτη, επικίνδυνη, άγρια «φύση», και πρέπει κι οι δύο να υποταχθούν με τη βία και να βασανιστούν για να καμφθεί η αντίστασή τους στην καταλήστευση, την απαλλοτρίωση και την εκμετάλλευση.

Οι γυναίκες υπό την αποικιοκρατία

Όπως έχει δείξει η Rhoda Reddock[52], η στάση των αποικιοκρατών προς τη δουλεία και τις δούλες στην Καραϊβική ήταν βασισμένη ξεκάθαρα σε καπιταλιστικούς υπολογισμούς κόστους-οφέλους. Αυτό ίσχυε ιδίως αναφορικά με το ζήτημα του εάν οι δούλες θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να «αναθρέφουν» ή όχι περισσότερους δούλους. Κατά τη διάρκεια των αιώνων του σύγχρονου δουλεμπορίου και της οικονομίας της δουλείας (1655-1838), το ερώτημα αυτό δεν απαντήθηκε σύμφωνα με τις αρχές της χριστιανικής ηθικής -η οποία θεωρητικά ίσχυε στην «Πατρίδα»- αλλά αναλογικά με τις ανάγκες της συσσώρευσης των καπιταλιστών γαιοκτημόνων. Έτσι, κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου, από το 1655 έως τις αρχές του 18ου αιώνα, όταν τα περισσότερα κτήματα ήταν μικρά αγροκτήματα με λίγους δούλους, αυτοί οι γαιοκτήμονες εξακολουθούσαν να εξαρτώνται, ακολουθώντας το αγροτικό μοντέλο αναπαραγωγής, στη φυσική αναπαραγωγή του πληθυσμού των δούλων. Η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από τη λεγόμενη επανάσταση της ζάχαρης, την εισαγωγή της σε μεγάλη κλίμακα παραγωγής ζάχαρης στις μεγάλες φυτείες. Σε αυτή την περίοδο, που αρχίζει περίπου το 1760 και διαρκεί μέχρι περίπου το 1800, οι δούλες αποθαρρύνονταν ενεργά από το να φέρουν παιδιά ή να σχηματίσουν οικογένειες. Οι γαιοκτήμονες, σαν καλοί καπιταλιστές, θεωρούσαν ότι «ήταν φτηνότερο να τους αγοράσουν από το να τους αναθρέψουν». Αυτή ήταν η κατάσταση σε όλες τις αποικίες ζάχαρης, είτε βρίσκονταν υπό καθολική (γαλλική) είτε υπό προτεσταντική (βρετανική, ολλανδική) κυριαρχία. Στην πραγματικότητα, οι δούλες που έμεναν έγκυες δέχονταν εξυβρίσεις και κακομεταχείριση. Επιπλέον, η κοπιαστική εργασία στις φυτείες ζάχαρης δεν επέτρεπε στις δούλες να φροντίσουν μικρά μωρά. Ο λόγος πίσω από αυτή τη αντιναταλιστική πολιτική των γαιοκτημόνων εκφράζεται στη δήλωση κάποιου κυρίου G. M. Hall σχετικά με τους γαιοκτήμονες στην Κούβα:

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς κι ύστερα απ’ αυτή, η δούλα είναι άχρηστη για αρκετούς μήνες, και η διατροφή της θα πρέπει να είναι πλουσιότερη και καλύτερα επιλεγμένη. Αυτή η απώλεια εργασίας κι η προστιθέμενη δαπάνη επιβαρύνει τη τσέπη του αφέντη. Ο αφέντης είναι εκείνος που πρέπει να πληρώσει για τη συχνά μακρά φροντίδα του νεογέννητου. Η δαπάνη αυτή είναι τόσο σημαντική ώστε ο νέγρος που γεννιέται στις φυτείες κοστίζει περισσότερο μέχρι να γίνει ικανός για εργασία, απ’ ότι θα κόστιζε ένας άλλος της ίδιας ηλικίας αγορασμένος στη δημόσια αγορά[53].

Στη γαλλική αποικία του Αγίου Δομίνικου, οι γαιοκτήμονες υπολόγισαν ότι 18 μήνες εργασίας μιας δούλας άξιζε 600 γαλλικές λίρες. Οι 18 μήνες ήταν ο εκτιμώμενος χρόνος για την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περίοδου, η δούλα θα μπορεί να κανει μόνο τις μισές δουλειές απ’ ότι συνήθως. Έτσι, ο αφέντης της θα χάσει 300 γαλλικές λίρες. «Ένας δούλος ηλικίας δεκαπέντε μηνών δεν αξίζει αυτό το ποσό»[54]. Όπως έχουν διαπιστώσει πολλοί παρατηρητές, το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν η «γονιμότητα» των δούλων γυναικών υπήρξε εξαιρετικά χαμηλή κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, κι ως περίπου τα μέσα του 19ου αιώνα[55].

Προς το τέλος του 18ου αιώνα, έγινε εμφανές ότι η Δυτική Αφρική δεν μπορούσε πλέον να υπολογίζεται ως γόνιμο έδαφος κυνηγιού για δούλους. Επιπλέον, οι Βρετανοί αποικιοκράτες είδαν ως περισσότερο επικερδές το να ενσωματώσουν την Αφρική καθεαυτή στην αυτοκρατορία τους, ως μια πηγή πρώτων υλών και ορυκτών. Οπότε, τα πιο «προοδευτικά» τμήματα της βρετανικής αστικής τάξης υποστήριξαν την κατάργηση του δουλεμπορίου -το οποίο συνέβη το 1807- και την ενθάρρυνση της «τοπικής ανατροφής [δούλων]». Η αποικιακή κυβέρνηση προέβλεψε μια σειρά από κίνητρα στους νομικούς κώδικες περί δουλείας του 18ου και 19ου αιώνα ώστε να ενθαρρύνει τη τοπική ανατροφή δούλων από τις δούλες των φυτειών. Αυτή η ξαφνική αλλαγή πολιτικής, ωστόσο, φαίνεται να είχε μικρή επίδραση στις δούλες. Όπως επισημαίνει η Rhoda Reddock, στα μακρά χρόνια της δουλείας οι δούλες είχαν εσωτερικεύσει τη στάση ενάντια στην μητρότητα ως μια μορφή αντίστασης στο σύστημα της δουλείας· συνέχισαν ένα είδος απεργίας γεννήσεων μέχρι περίπου τα μέσα του 19ου αιώνα. Όταν έμεναν έγκυες, χρησιμοποιούσαν πικρά βότανα για αποβάλλουν ή, όταν τα παιδιά γεννιόντουσαν, «πολλά αφήνονταν να πεθάνουν λόγω της φυσικής δυσαρέσκειας των γυναικών να τα αναθρέψουν μόνο και μόνο για να τα δουν να γίνονται δούλοι, προορισμένοι να μοχθούν όλη τους τη ζωή για τον πλουτισμό του αφέντη τους»[56]. Η Rhoda Reddock βλέπει σε αυτή τη στάση αντιμητρότητας των δούλων γυναικών ένα παράδειγμα «του τρόπου με τον οποίο η ιδεολογία της άρχουσας τάξης μπορεί, για διαφορετικούς αν και συνδεόμενους υλικούς λόγους, να γίνει η αποδεκτή ιδεολογία των καταπιεσμένων»[57].

Οι αποικιοκράτες αφέντες τώρα θερίζαν τους καρπούς -ή μάλλον τις αποτυχίες- της μεταχείρισης των Αφρικανών γυναικών ως απλές συνθήκες παραγωγής για τη συσσώρευση κεφαλαίου. Το πρόβλημα της έλλειψης εργασίας στις φυτείες της Καραϊβικής έγινε τόσο οξύ, λόγω της απεργίας γεννήσεων των δούλων γυναικών, που στην Κούβα ιδρύθηκαν εικονικά «εκτροφεία», κι η εκτροφή δούλων έγινε μια συνηθισμένη επιχείρηση[58]. Η Rhoda Reddock συνοψίζει την αλλαγή της πολιτικής των αποικιοκρατών σχετικά με τις αναπαραγωγικές ικανότητες των δούλων γυναικών με τον ακόλουθο τρόπο:

Στον βαθμό που η Αφρική ενσωματωνόταν στην καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία μόνο ως παραγωγός ανθρώπινης εργασίας, δεν υπήρχε ανάγκη για την παραγωγή εργασίας σε τοπικό επίπεδο. Μέσα από τη χρήση της ανάλυσης κόστους-οφέλους, οι γαιοκτήμονες είχαν λάβει την πιο κερδοφόρα γραμμή δράσης. Όταν αυτή δεν ήταν πλέον κερδοφόρα, έμειναν έκπληκτοι από την αντίσταση που έδειξαν οι δούλες οι οποίες […] αναγνώριζαν ξεκάθαρα τη θέση τους ως ιδιοκτησία των γαιοκτημόνων. Είναι γεγονός πως για περισσότερα από 100 χρόνια, η πλειοψηφία των δούλων γυναικών στην Καραϊβική δεν ήταν ούτε σύζυγοι ούτε μητέρες, και ασκώντας έλεγχο επί των αναπαραγωγικών τους ικανοτήτων βρίσκονταν σε θέση να επηρεάσουν βαθιά την οικονομία των φυτειών[59].

Αυτά τα περισσότερα από εκατό χρόνια που «οι δούλες στην Καραϊβική δεν ήταν ούτε σύζυγοι ούτε μητέρες» ήταν ακριβώς η ίδια περίοδος που οι γυναίκες της ευρωπαϊκής αστικής τάξης εξημερώθηκαν και χειραγωγήθηκαν ιδεολογικώς καταλήγοντας στη θέση της συζύγου και στην μητρότητα ως τη «φυσική» τους αποστολή[60]. Ενώ μια ομάδα γυναικών μεταχειρίζοταν ως καθαρά εργατικό δυναμικό, ως πηγή ενέργειας, η άλλη ομάδα γυναικών μεταχειρίζοταν μόνο ως «μη παραγωγική» εκτροφέας [παιδιών].

Αποτελεί, πράγματι, μια ειρωνεία της ιστορίας ότι αργότερα, τον 19ο αιώνα, οι αποικιοκράτες προσπάθησαν απεγνωσμένα να εισάγουν τη νόρμα της πυρηνικής οικογένειας και του μονογαμικού γάμου στον πληθυσμό των πρώην δούλων της Καραϊβικής. Αλλά τόσο οι γυναίκες όσο κι άνδρες δεν βρήκαν κανένα όφελος για τους ίδιους στην υιοθέτηση αυτών των προτύπων κι απέρριψαν τον γάμο. Τώρα, η ίδια η διπρόσωπη πολιτική των αποικιοκρατών τους γύρισε μπούμερανγκ. Για να βρίσκονται σε θέση να εκμεταλλεύονται ελεύθερα τους δούλους, επί αιώνες τους είχαν ορίσει εκτός της ανθρωπότητας και του χριστιανισμού. Σε αυτό βρήκαν στήριξη στους εθνολόγους, οι οποίοι είπαν ότι οι νέγροι δεν ανήκουν στο ίδιο «είδος» με τους Ευρωπαίους[61]. Ως εκ τούτου, οι δούλοι δεν μπορούσαν να γίνουν χριστιανοί επειδή, σύμφωνα με την Εκκλησία της Αγγλίας, κάνενας χριστιανός δεν μπορούσε να είναι δούλος.

Όταν, περί του 1780, οι νέοι Κώδικες Περί Δουλείας άρχισαν να ενθαρρύνουν τον γάμο μεταξύ των δούλων ως ένα μέσο για την ενθάρρυνση της τοπικής εκτροφής δούλων, οι δούλοι τον γελοιοποίησαν θεωρώντας τον ως κάτι της «υψηλής κάστας», και συνέχισαν με τους δεσμούς του «εθιμικού δικαίου» τους. Αυτό σήμαινε ότι κάθε γυναίκα μπορούσε να ζήσει με έναν άντρα για όσο καιρό ήθελε· το ίδιο επίσης ισχύε και για τον άντρα. Οι δούλες είδαν τον δεσμό του γάμου ως κάτι που θα τις υπέβαλε στον έλεγχο ενός άντρα, ο οποίος θα μπορούσε ακόμη και να τις χτυπάει. Οι άντρες ήθελαν περισσότερες από μία συζύγους κι ως εκ τούτου απέρριψαν τον γάμο. Οι ιεραπόστολοι κι οι γαιοκτήμονες, οι οποίοι προσπάθησαν να εισάγουν το ευρωπαϊκό, τύπου μεσαίας-τάξης, μοντέλο της σχέσης αντρός-γυναικός, εξοργίστηκαν. Ένας εκκλησιαστικός ιστορικός, ο Caldecott, τελικά βρήκε μια εξήγηση γι’ αυτή την αντίσταση προς τα οφέλη του πολιτισμού στο γεγονός ότι οι νέγροι δεν ήταν ικανοί να «ελέγξουν τις ορέξεις τους» (τις σεξουαλικές τους επιθυμίες), κι ως εκ τούτου απέφευγαν τη σταθερότητα: «Σ’ αυτούς, είναι τόσο οι γυναίκες όσο κι οι άντρες που έτσι συγκροτούνται· στην μαύρη φυλή υπάρχει μια πλησιέστερη προσέγγιση της ισότητας των φύλων απ’ ότι στις ευρωπαϊκές φυλές […]»[62]. «Η ισότητα των φύλων», ωστόσο, θεωρήθηκε ως ένδειξη μιας πρωτόγονης, οπισθοδρομικής φυλής, μια ιδέα η οποία ήταν σύνηθης μεταξύ των αποικιοκρατών και των εθνολόγων του 19ου αιώνα.

Αυτή η ισότητα αντρών και γυναικών αποτελεί μια ένδειξη οπισθοδρομικότητας κι είναι κομμάτι της «εκπολιτιστικής αποστολής» των Βρετανών αποικιοκρατών να καταστρέψουν την ανεξαρτησία των αποικιοποιημένων γυναικών, και να διδάξουν στους αποικιοποιημένους άντρες τις «αρετές» του σεξισμού και του μιλιταρισμού, όπως επίσης με σαφήνεια διευκρινίζεται από κάποιον κύριο Fielding Hall στο βιβλίο του A People at School[63]. Ο κύριος Hall ήταν Πολιτικός Σύμβουλος στη βρετανική αποικιακή διοίκηση της Βιρμανίας μεταξύ του 1887-1891. Δίνει μια γλαφυρή περιγραφή της ανεξαρτησίας της Βιρμανών γυναικών, της ισότητας μεταξύ των φύλων και της φιλειρηνικής φύσης του βιρμανικού λαού, τα οποία ο ίδιος αποδίδει στον βουδισμό. Όμως, αντί να προσπαθήσει να διατηρήσει μια τέτοια ευτυχισμένη κοινωνία, ο κύριος Hall καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Βιρμανία πρέπει να υποβληθεί με τη βία στην οδό της προόδου: «Σήμερα όμως οι νόμοι, η δύναμη κι η εξουσία είναι δικά μας. Κυβερνούμε για τους δικούς μας υπηκόους και κυβερνούμε με τον δικό μας τρόπο. Η όλη παρουσία μας εδώ είναι ενάντια στις επιθυμίες [των Βιρμανών]». Ο ίδιος προτείνει τα ακόλουθα μέτρα για τον εκπολιτισμό του βιρμανικού λαού:

  1. Οι άνδρες πρέπει να διδαχθούν να σκοτώνουν και να μάχονται για τους Βρετανούς αποικιοκράτες: «Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτα άλλο που θα μπορούσε να κανει στους Βιρμανούς τόσο κάλο όσο το να έχουν ένα δικό τους καθεστώς που να τους επιφέρει διακρίσεις στους πολέμους μας. Θα τους άνοιγε τα μάτια σε νέες οπτικές για τη ζωή»[64].
  2. Οι γυναίκες πρέπει να παραδώσουν την ελευθερία τους στα συμφέροντα των αντρών.

Θεωρώντας την ισότητα των φύλων ως ένδειξη οπισθοδρομικότητας, αυτός ο αποικιακός διοικητής προειδοποίησε: «Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο πολιτισμός τους βρίσκεται σχετικά χίλια χρόνια πίσω από τον δικό μας». Για να ξεπεραστεί αυτή η οπισθοδρομικότητα, οι Βιρμανοί άντρες πρέπει να μάθουν να σκοτώνουν, να πολεμούν και να καταπιέζουν τις γυναίκες τους. Με τα λόγια του κύριου Hall: «Ότι είναι το νυστέρι του χειρούργου για το άρρωστο σώμα, είναι το ξίφος του στρατιώτη για τα άρρωστα έθνη». Και ξανά:

[…] το ευαγγέλιο της προόδου, της γνώσης, της ευτυχίας […] δεν διδάσκεται με βιβλία και κηρύγματα, αλλά με το δόρυ και το ξίφος … Το να διακηρύξουμε, όπως κάνει ο Βουδισμός, ότι ανδρεία δεν έχει καμία αξία· το να τους πούμε, όπως τους είπαν οι γυναίκες, ότι δεν είναι καλύτεροι και τίποτα περισσότερο από εκείνες, κι ότι θα πρέπει να έχουν τον ίδιο κώδικα ζωής [μ’ εκείνες]· υπάρχει τίποτα χειρότερο [απ’ αυτό];

Αναζητά επίσης τη βοήθεια των εθνολόγων για να υπερασπιστεί αυτή του την ιδεολογία του Άντρα Κυνηγού: «Οι άντρες κι οι γυναίκες δεν είναι ακόμα επαρκώς διαφοροποιημένοι στη Βιρμανία. Αυτό αποτελεί ένδειξη μιας νεαρής φυλής. Μας το λένε οι εθνολόγοι αυτό. Στους πρώιμους λαούς η διαφορά [μεταξύ αντρών και γυναικών] ήταν πολύ μικρή. Καθώς μια φυλή ωριμάζει η διαφορά αυξάνεται». Ύστερα, ο κύριος Hall περιγράφει το πως οι Βιρμανές γυναίκες τελικά «ρίπτονται» στη θέση της πολιτισμένης, εξαρτημένης νοικοκυράς. Τοπικές οικοτεχνίες, οι οποίες παλαιότερα βρίσκονταν στα χέρια των γυναικών, καταστρέφονται από την εισαγωγή εμπορευμάτων από την Αγγλία. Οι γυναίκες επίσης εκδιώχνονται από το εμπόριο: «Στο Ρανγκούν, τα μεγάλα αγγλικά καταστήματα υπονομεύουν τα Παζάρια όπου οι γυναίκες συνήθιζαν να εξασφαλίζουν μια ανεξάρτητη διαβίωση».

Ύστερα από την απώλεια της οικονομικής τους ανεξαρτησίας, ο κύριος Hall θεωρεί υψιστής σημασίας την αλλαγή των νόμων περί γάμου και κληρονομιάς, ώστε η Βιρμανία, επίσης, να μπορέσει να γίνει μια «προοδευτική» χώρα όπου κυβερνούν οι άντρες. Η γυναίκα πρέπει να καταλάβει ότι η ανεξαρτησία της στέκεται εμπόδιο στην πρόοδο:

Μαζί με τη δύναμη της ανεξαρτησίας της θα εξαφανιστεί η ελεύθερή της βούληση κι η επιρροή της. Όταν εξαρτάται από το σύζυγό της δεν μπορεί πλέον να του υπαγορεύεται. Όταν την θρέφει, εκείνη δεν μπορεί πλέον να κάνει τη φωνή της τόσο δυνατή όσο τη δική του. Είναι αναπόφευκτο ότι θα παραιτηθεί […] Τα επιτυχημένα έθνη δεν είναι τα θηλυκά έθνη αλλά τα αρσενικά. Η επιρροή της γυναίκας είναι καλή όσο δεν πηγαίνει πολύ μακρυά. Ωστόσο, αυτό είναι που έχει γίνει εδώ. Κι έχει υπάρξει κακό τόσο για τον άντρα όσο επίσης και για τη γυναίκα. Δεν ήταν ποτέ καλό για τις γυναίκες να είναι πολύ ανεξάρτητες, [η ανεξαρτησία] τους έχει στερήσει πολλές αρετές. Έναν άντρα τον βελτιώνει το να πρέπει να δουλέψει για τη σύζυγό του και την οικογένειά του, αυτό είναι που τον κάνει άντρα. Είναι αποθαρρυντικό και για τους δύο το να μπορεί η γυναίκα να συντηρήσει τον εαυτό της, κι αν είναι απαραίτητο, και τον σύζυγός της επίσης[65].

Το γεγονός ότι οι Αφρικανές που οδηγήθηκαν στην Καραϊβική ως δούλες δεν έγιναν δούλες επειδή ήταν «οπισθοδρομικές» ή λιγότερο «πολιτισμένες» από τους αποικιοκράτες, αλλά αντίθετως έγιναν «άγριες» από την ίδια τη δουλεία κι απ’ τους αποικιοκράτες, έρχεται σήμερα στο φως από την ιστορική έρευνα σχετικά με τις γυναίκες στη Δυτική Αφρική. Ο George Brooks, για παράδειγμα, δείχνει στο έργο του σχετικά με τις signares -τις γυναίκες εμπόρους της Σενεγάλης του 18ου αιώνα- ότι οι γυναίκες αυτές, ιδίως της φυλής Wolof, κατείχαν μια υψηλή θέση στις προαποικιακές κοινωνίες της Δυτικής Αφρικής. Επιπροσθέτως, οι πρώτοι Πορτογάλοι και Γάλλοι έμποροι που ήρθαν στη Σενεγάλη σε αναζήτηση εμπορευμάτων ήταν απολύτως εξαρτημένοι στη συνεργασία και την καλή θέληση αυτών των ισχυρών γυναικών, οι οποίες ανέπτυξαν σεξουαλικές κι εμπορικές συμμαχίες με αυτούς τους Ευρωπαίους. Οι signares, όχι μόνο κατείχαν μεγάλο πλούτο, συσσωρευμένο μέσω εμπορίου με τα κατώτερα τμήματα των περιφερειών τους, αλλά είχαν αναπτύξει επίσης έναν τέτοιο εκλεπτυσμένο τρόπο ζωής, μια τέτοια αίσθηση για την ομορφιά και την κομψότητα, που οι Ευρωπαίοι τυχοδιώκτες οι οποίοι ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή μαζί τους αισθάνθηκαν εμβρόντητοι. Ο Brooks παραθέτει κάποιον αιδεσιμότατο John Lindsay, εφημέριο σε κάποιο βρετανικό πλοίο, να είχε γράψει:

Όσον αφορά τις γυναίκες τους, και ιδίως τις κυρίες (επειδή έτσι χρειάζεται να αποκαλέσω πολλές από αυτές στη Σενεγάλη), είναι γοητευτικές σε εκπληκτικό βαθμό, έχουν πολύ εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά, είναι εξαιρετικά προσιτές, αξιοσημείωτα ευγενικές τόσο στην ομιλία τους όσο και στους τρόπους τους· και στο ζήτημα της προσωπικής περιποίησης κι υγιεινής (για το οποίο ζήτημα έχουμε γενικά παράξενες ιδέες, σχηματισμένες από τη θηριώδη τεμπελιά των δούλων) ξεπερνούν κατά πολύ τους Ευρωπαίους από κάθε άποψη. Πλένονται δύο φορές την ημέρα […] και σε αυτό [το ζήτημα] συγκεκριμένα τρέφουν μια θερμή περιφρόνηση για όλους τους λευκούς ανθρώπους, τους οποίους φαντάζονται ότι πρέπει να είναι δυσάρεστοι, ιδιαίτερα για τις γυναίκες μας. Ούτε μπορούν ακόμη κι οι άντρες τους από αυτή την ίδια την ιδέα να βρεθούν στη θέση να κοιτάξουν τις ομορφότερες από τις γυναίκες μας, παρά μόνο με την πιο παγερή αδιαφορία, παρότι μερικές εκ των οποίων που βρίσκονται εδώ, σύζυγοι αξιωματούχων, ντύνονται πολύ φανταχτερά, και ακόμη και στην Αγγλία θα θεωρούνταν γοητευτικές[66].

Οι Ευρωπαίοι -οι Πορτογάλοι κι οι Γάλλοι που ήρθαν στη Δυτική Αφρική αρχικά ως έμποροι ή στρατιώτες- ερχόντουσταν συνήθως μόνοι τους, χωρίς συζύγους ή οικογένεια. Οι συμμαχίες τους με τις «κυρίες» ή signares (από τις πορτογαλική λέξη senhoras) [που σημαίνει κυριολεκτικά κυρίες] ήταν τόσο ελκυστικές σ’ αυτούς που τις παντρεύτηκαν σύμφωνα με τις παραδόσεις των Wolof, και συχνά απλώς υιοθέτησαν τον αφρικανικό τρόπο ζωής. Τα παιδιά τους, οι Ευρωαφρικανοί, συχνά ανήλθαν σε υψηλές θέσεις της αποικιακής κοινωνίας, με τις κόρες συνήθως να γίνονται με τη σειρά τους signares. Προφανώς, οι Πορτογάλοι κι οι Γάλλοι αποικιοκράτες δεν είχαν ακόμη ισχυρές ρατσιστικές προκαταλήψεις κατά των σεξουαλικών και έγγαμων σχέσεων με τις γυναίκες της Δυτικής Αφρικής, και βρήκαν τις συμμαχίες αυτές όχι μόνο επικερδείς, αλλά και ανθρωπίνως ικανοποιητικές.

Ωστόσο, με την έλευση των Βρετανών στη Δυτική Αφρική, αυτή η χαλαρή, καθολική [catholic] στάση προς τις Αφρικανές άλλαξε. Οι Βρετανοί στρατιώτες, έμποροι κι αξιωματούχοι έπαψαν να εισέρχονται σε έγγαμες συμμαχίες με τις signares και μετέτρεψαν τις Αφρικανές σε ιερόδουλες. Αυτό, οπότε, φαίνεται να είναι το σημείο της ιστορίας που ο ρατσισμός εισέρχεται κατάλληλα στην εικόνα: η Αφρικανή γυναίκα υποβιβάζεται και γίνεται ιερόδουλη για τους Άγγλους αποικιοκράτες, και τότε διαδίδονται οι θεωρίες περί της φυλετικής ανωτερότητας των λευκών αρσενικών και της «βαρβαρότητας» των Αφρικανών γυναικών. Προφανώς, η βρετανική αποικιακή ιστορία είναι τόσο διακριτική γι’ αυτά τα θέματα όσο κι η ολλανδική. Ωστόσο, ο Brooks λέει ότι ο θεσμός της «signareship» [του να είσαι signare] δεν ρίζωσε στην Γκάμπια, επειδή:

ασφυκτιώντας από την εισροή νέων αφίξεων από τη Βρετανία, μερικοί εκ των οποίων, είτε έμποροι είτε κυβερνητικοί αξιωματούχοι είτε αξιωματικοί του στρατού – παρέκκλιναν από την «πρέπουσα» βρετανική συμπεριφορά και συμβίωναν φανερά με Ευρωαφρικανές ή Αφρικανές, κάτι που θα μπορούσαν να κάνουν στα κρυφά. Οι Βρετανοί συγγραφείς είναι διακριτικοί με τέτοια ζητήματα, αλλά μπορεί να παρατηρηθεί ότι σε αντίθεση με τις οικογενειακές ζωές των εμπόρων και των signares τους, εκεί αναπτύχθηκε […] μια άστατη εργένικη κοινότητα ενός τύπου που εντοπιζόταν αλλού σε βρετανικές περιοχές της Δυτικής Αφρικής. Ο ανοιχτός κι αμετανόητος ρατσισμός αποτελούσε ένα χαρακτηριστικό αυτής της κοινότητας· δύο άλλα ήταν το απερίσκεπτο τζογάρισμα κι ο αλκοολισμός[67].

Αυτές οι μαρτυρίες επιβεβαιώνουν όχι μόνο τη γενική θέση του Walter Rodney ότι «η Ευρώπη έκανε την Αφρική υπανάπτυκτη», αλλά επίσης και τον κύριό μας ισχυρισμό ότι η αποικιακή διαδικασία, καθώς εξελισσόταν, έριξε σταδιακά τις γυναίκες των αποικιοποιημένων λαών από μια προηγουμένως υψηλή θέση σχετικής εξουσίας κι ανεξαρτησίας σε αυτή της «κτηνώδης» κι υποβαθμισμένης «φύσης». Αυτή η «φυσικοποίηση» των αποικιοποιημένων γυναικών αποτελεί το ισοδύναμο του «εκπολιτισμού» των Ευρωπαίων γυναικών.

Ο «ορισμός πίσω στη φύση», ή η «φυσικοποίηση» των Αφρικανών γυναικών που μεταφέρθηκαν ως δούλες στην Καραϊβική, αποτελεί πιθανόν την πιο ξεκάθαρη απόδειξη της διπρόσωπης, υποκριτικής διαδικασίας της ευρωπαϊκής αποικιοποίησης: ενώ οι Αφρικανές αντιμετωπίζονταν ως «άγριες», οι γυναίκες των λευκών αποικιοκρατών στις πατρίδες τους «ανήλθαν» στη θέση των «κυριών» [«ladies»]. Αυτές οι δύο διαδικασίες δεν συνέβησαν πλάι-πλάι, δεν είναι απλώς ιστορικά παράλληλες, αλλά είναι άρρηκτα και αιτιακά συνδεδεμένες εντός αυτού του πατριαρχικού-καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτή η δημιουργία «άγριων» και «πολιτισμένων» γυναικών, κι η πόλωση μεταξύ των δύο ήταν, κι εξακολουθεί να είναι, η οργανωτική δομική αρχή επίσης και σε άλλα μέρη του κόσμου υποταγμένα από τον καπιταλιστικό αποικισμό. Δεν υπάρχει ακόμα αρκετή ιστορική έρευνα για τις επιπτώσεις της αποικιακής διαδικασίας στις γυναίκες, αλλά τα λίγα στοιχεία που έχουμε επιβεβαιώνουν αυτή την παρατήρηση. Αυτό εξηγεί επίσης τις μετατοπίσεις στην αποικιακή πολιτική προς τις γυναίκες -ακολουθώντας τις διακυμάνσεις της διαδικασίας συσσώρευσης- που παρατήρησε η Rhoda Reddock.

Έτσι, η Annie Stoler[68] διαπίστωσε ότι στην άλλη άκρη του πλανήτη, στη Σουμάτρα στις αρχές του 20ού αιώνα, οι Ολλανδοί ακολούθησαν μια παρόμοια διπρόσωπη πολιτική όσον αφορά τις γυναίκες:

Σε ορισμένες περιστάσεις της επέκτασης των φυτειών, για παράδειγμα, γυναίκες από την Ιάβα που φαινομενικά στρατολογήθηκαν ως coolies[69] για τις φυτείες, σε μεγάλο βαθμό στάλθηκαν στη Σουμάτρα για την εξυπηρέτηση των οικιακών, συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών, αναγκών των ανύπαντρων αντρών εργατών και των διoικητικών αξιωματούχων. Η πορνεία όχι μόνο εγκρινόταν, αλλά ενθαρρυνόταν […][70].

Το κίνητρο γι’ αυτούς τους γαιοκτήμονες, όπως και στην περίπτωση των Γάλλων και των Άγγλων στην Καραϊβική, ήταν η κερδοφορία, κι αυτό το κίνητρο, όπως σημειώνει η Annie Stoler, επεξηγεί τις διακυμάνσεις της ολλανδικής αποικιακής πολιτικής σχετικά με τις γυναίκες. Στα αποικιακά αρχεία, τα «θέματα γαμήλιων συμβολαίων, ασθένειας, πορνείας κι εργατικής αναταραχής εμφανίζονται στη σχέση τους με το κέρδος· oι παντρεμένοι εργάτες κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα θεωρούνταν υπερβολικά ακριβοί, κι επομένως ήταν δύσκολο να αποκτηθούν γαμήλια συμβόλαια γάμου»[71].

Προφανώς, ήταν φτηνότερο το να κάνουν τις γυναίκες ιερόδουλες αλλά στη συνέχεια, όταν σχεδόν το ήμισυ των εργατριών στη Βόρεια Σουμάτρα ταλαιπωρούνταν από αφροδίσια νοσήματα κι έπρεπε να νοσηλευτούν με έξοδα της εταιρείας, έγινε πιο κερδοφόρα η ενθάρρυνση του γάμου μεταξύ των εργατών στις φυτείες. Αυτό συνέβει μεταξύ του 1920 και του 1930. Ενώ στην πρώτη φάση, οι μετανάστριες ήταν αρκετά καλές για να κάνουν όλη τη σκληρή δουλειά στις φυτείες, τώρα έλαβε χώρα μια διαδικασία μετατροπής των γυναικών σε νοικοκυρές ώστε οι γυναίκες που διαμένουν στην περιοχή να αποκλειστούν από τη μισθωτή εργασία στις φυτείες. Η Annie Stoler γράφει:

Σε διαφορετικές οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες της ιστορίας των φυτειών, οι γαιοκτήμονες υποστήριξαν ότι (1) οι μόνιμες εργάτριες ήταν υπερβολικά ακριβές για να να διατηρηθούν, λόγω του χρόνου που δεν εργάζονταν λόγω τοκετού κι έμμηνου ρύσης, (2) οι γυναίκες δεν πρέπει και δεν μπορούν να κάνουν «σκληρές» εργασίες και (3) οι γυναίκες ήταν καταλληλότερες για περιστασιακές κι εύκολες εργασίες[72].

Το γεγονός ότι αυτή η εισαγωγή της εικόνας της «αδύναμης γυναίκας» αποτελούσε μια καθαρά ιδεολογική κίνηση η οποία εξυπηρετούσε τον οικονομικό σκοπό της μείωσης των μισθών των γυναικών και τη δημιουργία ενός περιστασιακού γυναικείου εργατικού δυναμικού, γίνεται εμφανές από τις στατιστικές. Έτσι, στην Έκθεση Προϋπολογισμού για τους Coolies του 1903, αναφέρεται ότι μόνο το 1% των συνολικών διαθέσιμων εργάσιμων ημερών χάθηκε λόγω εγκυμοσύνης[73].

Επίσης, η Rhoda Reddock, στα τελευταία τμήματα της μελέτης της, δίνει επαρκείς αποδείξεις αυτής της διαδικασίας -περίπου για την ίδια περίοδο, στην Αποικία του Βρετανικού Στέμματος του Τρινιδάδ- αποκλεισμού των γυναικών από την τυπική μισθωτή εργασία και του ορισμού τους ως «εξαρτημένες»[74].

Επίσης, στην περίπτωση των Ολλανδών αποικιοκρατών, η κερδοφορία υπήρξε ο γενικός στόχος, κι οι αντιφατικές αξίες και πολιτικές σε σχέση με τις δικές τους «πολιτισμένες» γυναίκες πίσω στην πατρίδα και τις «άγριες» γυναίκες στη Σουμάτρα συγκροτούσαν τον καλύτερο μηχανισμό για την διασφάλισή αυτής της κερδοφορίας. Το γεγονός ότι χρησιμοποίησαν δύο διαμετρικά αντίθετα σύνολα αξιών στα δύο σύνολα γυναικών, προφανώς δεν τους προξένησε κάποιες τύψεις στη συνείδησή τους. Η πορνεία έγινε δημόσιο θέμα μόνο όταν η στρατολόγηση γυναικών ως ιερόδουλες δεν ήταν πλέον επικερδής. Ξανά, πρέπει εδώ να υπογραμμίσουμε ότι η ανάδυση της Ολλανδής νοικοκυράς, η έμφαση στην οικογένεια και το νοικοκυριό «πίσω στην πατρίδα», δεν αποτελούσε απλώς μια χρονική σύμπτωση, αλλά ήταν αιτιακώς συνδεδεμένη με την αποδιοργάνωση των οικογενειών και των νοικοκυριών των εργατών στις φυτείες των ολλανδικών αποικιών.

Οι γυναίκες υπό την γερμανική αποικιοκρατία

Ενώ τα παραπάνω παραδείγματα των βρετανικών κι ολλανδικών αποικιακών πολιτικών αναφορικά με τις γυναίκες επικεντρώνονται κυρίως στην αποικιακή πλευρά της εικόνας, το ακόλουθο παράδειγμα, βασισμένο στην μελέτη της Martha Mamozai σχετικά με την επίδραση της γερμανικής αποικιοκρατίας στις γυναίκες, περιλαμβάνει επίσης την επίδραση αυτής της διαδικασίας στις Γερμανίδες «πίσω στην πατρίδα». Αυτή η αναφορά, οπότε, θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε πληρέστερα τη διπρόσωπη διαδικασία της αποικιοποίησης και της μετατροπής των γυναικών σε νοικοκυρές.

Η Γερμανία εισήλθε στον αγώνα δρόμου για τη λεηλασία και την αποδιοργάνωση του κόσμου σχετικά καθυστερημένα. Η Γερμανική Αποικιακή Κοινωνία[75] ιδρύθηκε το 1884, κι από τότε μέχρι και την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου -ένα άμεσο αποτέλεσμα των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών για ηγεμονία μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών- η κυβέρνηση του γερμανικού Ράιχ ενθάρρυνε την ίδρυση γερμανικών αποικιών, ιδιαίτερα στην Αφρική.

Η μελέτη της Mamozai δείχνει ότι η αποικιοποίηση δεν επηρέασε τους άνδρες και τις γυναίκες με τον ίδιο τρόπο, αλλά χρησιμοποίησε τον ιδιαίτερο καπιταλιστικό έμφυλο καταμερισμό της εργασίας για να θέσει την εργασιακή δύναμη των Αφρικανών υπό τη διαταγή του κεφαλαίου και του Λευκού Άντρα. Όπως συμβαίνει συνήθως με τους κατακτητές, εισβολείς κι αποικιοκράτες, οι Γερμανοί που ήρθαν για πρώτη φορά στη Δυτική Αφρική ως γαιοκτήμονες γύρω στη δεκαετία του 1880, ήρθαν ως επί το πλείστον ως εργένηδες. Όπως είχε συμβεί και με τους Πορτογάλους και Γάλλους στη Δυτική Αφρική, ανέπτυξαν σεξουαλικές και συζυγικές σχέσεις με Αφρικανές. Πολλοί σχημάτισαν κανονικές οικογένειες μ’ αυτές τις γυναίκες. Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα, έγινε εμφανές ότι αυτοί οι γάμοι θα οδηγούσαν τελικά σε μια νέα γενιά «μιγάδων» Ευρωαφρικανών οι οποίοι, σύμφωνα με τους πατριαρχικούς κι αστικούς οικογενειακούς νόμους της Γερμανίας, θα ήταν Γερμανοί με πλήρη οικονομικά και πολιτικά δικαιώματα. Υπήρξαν έντονες διαβουλεύσεις σχετικά με το «αποικιακό ζήτημα» ή το «ζήτημα της ιθαγένειας» στο γερμανικό Ράιχσταγκ [το γερμανικό κοινοβούλιο] οι οποίες επικεντρωνόταν, αφενός, στο ζήτημα των «μικτών γάμων» και των «μπάσταρδων» -και επομένως, στην υπόθεση για τα προνόμια της λευκής φυλής- κι αφετέρου, στην παραγωγή, καθυπόταξη και πειθάρχηση επαρκούς αφρικανικής εργασιακής δύναμης για τις γερμανικές φυτείες κι εργασίες.

Ο κυβερνήτης Friedrich von Lindquist διατύπωσε το «ζήτημα των μπάσταρδων στη Νοτιοδυτική Αφρική» με τον ακόλουθο τρόπο:

Η σημαντική [αριθμητική] υπεροχή του λευκού αντρικού πληθυσμού επί του λευκού γυναικείου αποτελεί μια θλιβερή κατάσταση, η οποία, θα υπάρξει υψίστης σημασίας για τη ζωή και το μέλλον της χώρας. Αυτό έχει οδηγήσει σε έναν σημαντικό αριθμό μικτών σχέσεων, οι οποίες είναι ιδιαίτερα λυπηρές διότι, πέρα από τις παρενέργειες της ανάμιξης των φυλών, η λευκή μειονότητα στη Νότια Αφρική μπορεί να διατηρήσει την κυριαρχία της επί των έγχρωμων μόνο διατηρώντας τη φυλή της καθαρή[76].

Ως εκ τούτου, το 1905 ψηφίστηκε ένας νόμος που απαγόρευε τους γάμους μεταξύ Ευρωπαίων αντρών κι Αφρικανών γυναικών. Το 1907, ακόμη κι οι γάμοι που είχαν συναφθεί πριν απ’ αυτό το νόμο κρίθηκαν ως άκυροι. Όσοι ζούσαν σε τέτοιους δεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των «μπάσταρδών» τους, το 1908 έχασαν τα δικαιώματά τους ως πολιτές, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ψήφου. Ο στόχος αυτού του νόμου υπήρξε ξεκάθαρα η διατήρηση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στα χέρια της λευκής μειονότητας. Αν οι Αφρογερμανοί κατείχαν τα δικαιώματα των Γερμανών πολιτών και το δικαίωμα ψήφου, θα μπορούσαν, με την πάροδο του χρόνου, να υπερέχουν αριθμητικά επί των «καθαρών» λευκών στις εκλογές. Οι νόμοι, ωστόσο, που απαγορεύαν τους γάμους μεταξύ Ευρωπαίων αντρών και μαύρων γυναικών δεν σήμαιναν ότι το Ράιχσταγκ ήθελε να θέσει περιορισμούς στη σεξουαλική ελευθερία των αντρών αποικιοκρατών. Αντιθέτως, οι Γερμανοί ενθαρρύνονταν ακόμη κι απ’ τους γιατρούς να στρατολογούν Αφρικανές ως παλλακίδες ή ιερόδουλες. Έτσι, κάποιος δρ Max Bucher, αντιπρόσωπος του γερμανικού Ράιχ έγραψε:

Όσον αφορά την ελεύθερη συνουσία με τις κόρες της χώρας – αυτή πρέπει να ειδωθεί ως συμφέρουσα κι όχι ως επιζήμια για την υγεία. Ακόμη και κάτω από το σκούρο δέρμα, το «Αιώνιο Θηλυκό» αποτελεί ένα εξαίσιο φετίχ κατά της συναισθηματικής στέρησης η οποία τόσο εύκολα εμφανίζεται στην αφρικανική μοναξιά. Πέρα από αυτά τα ψυχολογικά οφέλη υπάρχουν επίσης και πρακτικά πλεονεκτήματα προσωπικής ασφάλειας. Το να έχεις μια οικεία μαύρη φιλενάδα σημαίνει προστασία από πολλούς κινδύνους[77].

Αυτό σημαίνει ότι οι μαύρες γυναίκες κρίνονταν ως αρκετά καλές για να εξυπηρετήσουν τους λευκούς άντρες ως ιερόδουλες και παλλακίδες, αλλά δεν θα έπρεπε να γίνουν κανονικές «σύζυγοι» διότι κάτι τέτοιο, μακροπρόθεσμα, θα άλλαζε τις σχέσεις ιδιοκτησίας στην Αφρική. Αυτό γίνεται αρκετά σαφές σε μια δήλωση ενός δρ Karl Oetker ο οποίος ήταν Σύμβουλος Υγείας κατά τη διάρκεια της κατασκευής του σιδηρόδρομου μεταξύ των Dar-es-Salaam και Morogoro:

Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, αλλά ας τονιστεί ξανά, ότι κάθε Ευρωπαίος που συνουσιάζεται με μαύρες γυναίκες πρέπει να φροντίζει ένας τέτοιος δεσμός να παραμείνει άτεκνος προκειμένου να αποφευχθεί μια μίξη των φυλών, καθώς μια τέτοια μίξη θα επέφερε το χειρότερο αποτέλεσμα για τις αποικίες μας, όπως αυτό έχει επαρκώς αποδειχθεί στις Δυτικές Ινδίες, τη Βραζιλία και την Μαδαγασκάρη. Τέτοιες σχέσεις μπορούν και πρέπει να θεωρούνται μόνο ως υποκατάστατα του γάμου. Η κρατική αναγνώριση και προστασία την οποία απολαμβάνουν οι γάμοι μεταξύ των λευκών, πρέπει να παρακρατηθεί από τέτοιους δεσμούς[78].

Εδώ τα δύο μέτρα και δύο σταθμά είναι πασιφανή: ο γάμος κι η οικογένεια ήταν αγαθά τα οποία φυλάσσονταν για τους λευκούς, τους «Άντρες Αφέντες» (Κυρίαρχοι Άντρες). Οι αφρικανικές οικογένειες μπορούσαν να διαρρηγνύονται, οι άνδρες κι οι γυναίκες μπορούσαν να εξαναγκάζονται σε συνεργεία εργασίας, οι γυναίκες μπορούσαν να εξαναγκάζονται να γίνονται ιερόδουλες.

Είναι σημαντικό να μην εξετάσουμε αυτή την υποκριτική αποικιακή πολιτική προς τις γυναίκες μόνο από μια ηθικολογική οπτική. Είναι αναγκαίο να καταλάβουμε ότι η άνοδος κι η γενίκευση του «αξιοπρεπούς» αστικού γάμου κι οικογενείας ως προστατευόμενοι θεσμοί είναι αιτιακά συνδεδεμένη με τη διάρρηξη των φατριακών κι οικογενειακών σχέσεων των «ιθαγενών». Η ανάδυση των μαζών των γερμανικών οικογενειών από την «προλεταριακή εξαθλίωση», όπως το έθεσε ένας αποικιακός αξιωματούχος, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την εκμετάλλευση των αποικιών και την καθυπόταξη της αποικιακής εργασιακής δύναμης. Η ανάπτυξη της Γερμανίας σε ένα ηγετικό βιομηχανικό έθνος εξαρτιόταν, όπως πολλοί το είδαν εκείνα τα χρόνια, στην κατοχή αποικιών. Έτσι, ο Πάουλ φον Χίντενμπουργκ, μέλλοντας καγκελάριος, έγραψε: «Χωρίς αποικίες δεν υπάρχει καμία εξασφάλιση όσον αφορά την απόκτηση πρώτων υλών, χωρίς πρώτες ύλες δεν υπάρχει βιομηχανία, χωρίς βιομηχανία δεν υπάρχει ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο και πλούτος. Ως εκ τούτου, οι Γερμανοί, πράγματι χρειαζόμαστε αποικίες»[79].

Η αιτιολόγηση γι’ αυτή τη λογική εκμετάλλευσης δώθηκε από τη θεωρία ότι οι «ιθαγενείς» «δεν είχαν ακόμα» εξελιχθεί στο επίπεδο της λευκής ανώτερης φυλής, κι ότι η αποικιοκρατία ήταν το μέσο για την ανάπτυξη των, σε λήθαργο, δυνάμεων παραγωγής των περιοχών αυτών και συνεπώς το μέσο για να τους κάνουν να συμβάλλουν στην καλυτέρευση της ανθρωπότητας. Ένας αποικιακός αξιωματούχος από τη Νοτιοδυτική Αφρική έγραψε:

Δεν υπάρχει δικαίωμα των ιθαγενών το οποίο να μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να επιβαρύνει την ανάπτυξη της λευκής φυλής. Είναι παράλογο ότι οι Bantus, οι νέγροι του Σουδάν κι οι Hottentots στην Αφρική έχουν το δικαίωμα να ζουν και να πεθαίνουν όπως το επιθυμούν, ακόμη κι όταν από τις πράξεις τους αυτές αμέτρητοι άνθρωποι μεταξύ των πολιτισμένων λαών της Ευρώπης εξωθούνται να παραμείνουν προσδεμένοι σε μια άθλια προλεταριακή ύπαρξη αντί να βρίσκονται σε θέση, με την πλήρη χρήση των παραγωγικών δυνατοτήτων των αποικιακών μας κτήσεων, να ανέλθουν κι οι ίδιοι σ’ ένα πλουσιότερο επίπεδο ύπαρξης και να βοηθήσουν επίσης στην ανοικοδόμηση της ευημερίας του συνόλου του σώματος της ανθρωπότητας και του έθνους[80].

Την πεποίθηση ότι οι λευκοί άντρες αφέντες είχαν τη θεόσταλτη αποστολή να «αναπτύξουν» τις παραγωγικές δυνατότητες στις αποικίες κι ως εκ τούτου να θέσουν τους «άγριους» στη τροχιά του πολιτισμού, την μοιράζονταν επίσης, όπως θα δούμε παρακάτω, κι οι σοσιαλδημοκράτες οι οποίοι παρομοίως πιστεύαν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μέσω της αποικιοποίησης.

Η άρνηση των «ιθαγενών» γυναικών της Νοτιοδυτικής Αφρικής να παράγουν παιδιά για τους μισητούς αποικιακούς αφέντες τους θεωρήθηκε, επομένως, ως μια επίθεση σε αυτή την πολιτική της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αφότου η εξέγερση του λαού των Χερέρο συνθλίφθηκε βιαίως από τον Γερμανό στρατηγό von Trotha, οι γυναίκες των Χερέρο προχώρησαν σε μια εικονική απεργία γεννήσεων. Όπως κι οι δούλες στην Καραϊβική, αρνήθηκαν να παράγουν καταναγκαστική εργασιακή δύναμη για τους γαιοκτήμονες. Μεταξύ του 1892 και 1909, ο πληθυσμός των Χερέρο μειώθηκε από 80.000 σε μόλις 19.962. Για τους Γερμανούς αγρότες αυτό υπήρξε ένα σοβαρό πρόβλημα. Ένας απ’ αυτούς έγραψε:

Μετά την εξέγερση, οι ιθαγενείς, ιδίως οι Χερέρο, συχνά αποστατούν σταματώντας να παράγουν παιδιά. Ο ίδιος θεωρεί εαυτό φυλακισμένο, και στο επισημαίνει σε κάθε δουλειά που δεν του αρέσει. Δεν του αρέσει να παράγει νέο εργατικό δυναμικό για τον δυνάστη του, ο οποίος του έχει στερήσει τη χρυσή του τεμπελιά […] Παράλληλα, οι Γερμανοί αγρότες προσπαθούν εδώ και χρόνια να εξυγιάνουν αυτή τη θλιβερή κατάσταση προσφέροντας επιβραβεύσεις, πχ μια θηλυκή κατσίκα, για κάθε παιδί που θα γεννηθεί στη φάρμα. Αλλά συνήθως εις μάτην. Μια μερίδα των σημερινών ιθαγενών γυναικών έχει εμπλακεί στην πορνεία για πάρα πολύ καιρό και δεν είναι πλέον κατάλληλες ως μητέρες. Μια άλλη μερίδα γυναικών δεν θέλει παιδιά και τα ξεφορτώνεται, όσο είναι έγκυες, μέσω άμβλωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι αρχές θα πρέπει να παρεμβαίνουν με πλήρη αυστηρότητα. Η κάθε περίπτωση πρέπει να διερευνάται εις βάθος και να τιμωρείται αυστηρά με φυλάκιση, κι αν αυτό δεν είναι αρκετό τότε να τίθεται η ένοχος στις αλυσίδες [να μετατραπέται σε δούλα][81].

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αγρότες πήραν το νόμο στα χέρια τους και τιμώρησαν βάναυσα τις απείθαρχες γυναίκες. Στη στάση των γυναικών των Χερέρο βλέπουμε ξανά, όπως και στην περίπτωση των δούλων γυναικών, ότι οι Αφρικανές δεν υπήρξαν απλώς αβοήθητα θύματα σε αυτή την αποκιακή διαδικασία, αλλά κατανοούσαν επακριβώς τη σχετική τους εξουσία εντός των αποικιακών σχέσεων παραγωγής, και χρησιμοποίησαν αυτή τη δύναμη αναλόγως. Αυτό που πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, σε σχέση με τα σχόλια του Γερμανού αγρότη που παραθέσαμε παραπάνω, είναι πως παρότι ήταν οι γυναίκες της φυλής Χερέρο εκείνες που προχώρησαν σε απεργία γεννήσεων, εκείνος αναφέρεται μόνο στον (άντρα) Χερέρο. Ακόμα και στις εκθέσεις τους, οι άντρες άποικοι αρνήθηκαν στις καθυποταγμένες γυναίκες την όποια υποκειμενικότητα και πρωτοβουλία. Όλοι οι «ιθαγενείς» ήταν «άγριοι», άγρια φύση, αλλά οι πιο άγριες απ’ όλες ήταν οι «ιθαγενείς» γυναίκες.

Οι λευκές γυναίκες στην Αφρική

Η Martha Mamozai μας παρέχει, επίσης, ενδιαφέρον υλικό για την «άλλη πλευρά» της αποικιακής διαδικασίας, ήτοι, τον αντίκτυπο που είχε η υποταγή των Αφρικανών, και των Αφρικανών γυναικών ειδικότερα, στις Γερμανίδες «πίσω στην πατρίδα» και σ’ εκείνες που είχαν ακολουθήσει τους έποικους πιονιέρους στην Αφρική.

Όπως ειπώθηκε προηγουμένως, ένα απ’ τα προβλήματα των λευκών αποικιοκρατών υπήρξε η καθεαυτή αναπαραγωγή της λευκής ανώτερης φυλής στις αποικίες. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο εάν οι λευκές γυναίκες της «πατρίδας» ήταν έτοιμες να πάνε στις αποικίες για να παντρευτούν «τα αγόρια μας εκεί κάτω» και να παράξουν λευκά παιδιά. Καθώς οι περισσότεροι γαιοκτήμονες ανήκαν στην κατηγορία των «εργένηδων τυχοδιωκτών», χρειαζόταν να γίνει μια ιδιαίτερη προσπάθεια για να κινητοποιηθούν οι γυναίκες και να πάνε στις αποικίες ως νύφες. Οι Γερμανοί υπερασπιστές της λευκής υπεροχής είδαν ως ειδικό καθήκον των Γερμανίδων το να σώσουν τους Γερμανούς στις αποικίες από τη σατανική επιρροή των «θηλυκών Κάφρων»[82] οι οποίες μακροπρόθεσμα θα αλλοτριώναν τους άντρες αυτούς απ’ την ευρωπαϊκή κουλτούρα και τον πολιτισμό.

Η πρόσκληση ακούστηκε από την κυρία Adda von Liliencron, η οποία ίδρυσε τον «Σύνδεσμο Γυναικών της Γερμανικής Αποικιακής Κοινωνίας». Ο στόχος του συνδέσμου αυτού ήταν να παρέχει στις κοπέλες μια ειδική εκπαίδευση περί του αποικιακού νοικοκυριού και να τις στείλει ως νύφες στην Αφρική. Στρατολογούσαν κυρίως κοπέλες της αγροτικής ή εργατικής τάξης, πολλές εκ των οποίων είχαν εργαστεί ως οικιακές υπηρέτριες στις πόλεις. Το 1898, για πρώτη φορά 25 ανύπαντρες γυναίκες στάλθηκαν στη Νοτιοδυτική Αφρική ως «δώρο Χριστουγέννων» για «τα αγόρια μας εκεί κάτω». Η Martha Mamozai αναφέρει το πως πολλές απ’ αυτές τις γυναίκες «ανήλθαν» στο επίπεδο των λευκών memsahib[83], της αστής κυρίας που είδε ως αποστολή της να διδάξει στις Αφρικανές τις αρετές του πολιτισμού: την καθαριότητα, τη τυπικότητα, την υπακοή και την εργατικότητα. Είναι καταπληκτικό το να παρατηρείς το πόσο σύντομα αυτές οι γυναίκες, οι οποίες μέχρι πρότινος ακόμη βρίσκονταν οι ίδιες ανάμεσα στους καταπιεσμένους, μοιράστηκαν τις προκαταλήψεις ενάντια στους «βρώμικους και τεμπέληδες ιθαγενείς», αντιλήψεις οι οποίες ήταν συνήθεις στην αποικιακή κοινωνία.

Αλλά όχι μόνο οι λίγες Ευρωπαίες που πήγαν στις αποικίες ως νύφες και «εκτροφείς παιδιών για τη φυλή και το έθνος» ανήλθαν στο επιπέδο των κανονικών νοικοκυρών μέσω της υποβολής και της καθυπόταξης των αποικιοποιημένων γυναικών, αλλά το ίδιο συνέβει και με τις γυναίκες «πίσω στην πατρίδα»· πρώτα εκείνες της αστικής τάξης, κι αργότερα επίσης κι οι γυναίκες του προλεταριάτου, σταδιακά εξημερώθηκαν κι εκπολιτίστηκαν σε κανονικές νοικοκυρές. Η ίδια περίοδος που είδε την επέκταση της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, είδε επίσης την άνοδο της νοικοκυράς στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Παρακάτω θα ασχοληθώ μ’ αυτή την πλευρά της ιστορίας.

Μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές

Στάδιο 1 – πολυτέλειες για τις «Κυρίες»

Η «άλλη πλευρά της ιστορίας» τόσο της βίαιης καθυπόταξης των Ευρωπαίων γυναικών κατά τη διάρκεια της δίωξης των μαγισσών, όσο και των Αφρικανών, Ασιάτισων και Λατινοαμερικάνων γυναικών κατά την αποικιακή διαδικασία, είναι αρχικά η μετατροπή των γυναικών των τάξεων της συσσώρευσης κεφαλαίου, πρώτα στην Ευρώπη κι ύστερα στις ΗΠΑ, σε καταναλωτές και σε μέσο επίδειξης πολυτέλειας και πλούτου, και σε ένα μεταγενέστερο στάδιο σε νοικοκυρές. Ας μην ξεχνάμε ότι σχεδόν όλα τα αντικείμενα που εκλάπησαν, λεηλατήθηκαν ή εμπορεύθηκαν απ’ τις αποικίες δεν ήταν αντικείμενα αναγκαία για την καθημερινή επιβίωση των μαζών, αλλά είδη πολυτελείας. Αρχικά, αυτά τα αντικείμενα καταναλώνονταν μόνο από τους λίγους προνομιούχους που είχαν χρήματα για να τ’ αγοράσουν: μπαχαρικά από τα νησιά Μολούκες· πολύτιμοι λίθοι, υφάσματα, μετάξι και μουσελίνα από την Ινδία· ζάχαρη, κακάο και μπαχαρικά απ’ την Καραϊβική· πολύτιμα μέταλλα απ’ την Ισπανική Αμερική. Ο Werner Sombart, στην πραγματεία του Luxury and Capitalism [Πολυτέλεια και Καπιταλισμός] (1922), έχει αναπτύξει αυτή τη θέση ισχυριζόμενος ότι η αγορά για τα περισσότερα απ’ αυτά τα σπάνια αποικιακά αγαθά πολυτελείας είχε δημιουργηθεί από μια τάξη γυναικών οι οποίες ανήλθαν ως ερωμένες των απολυταρχικών πρίγκιπων και βασιλιάδων της Γαλλίας και της Αγγλίας τον 17ο και 18ο αιώνα. Σύμφωνα με τον Sombart, οι μεγάλες κοκότες κι ερωμένες ήταν εκείνες που δημιουργούσαν νέες μόδες για τα γυναικεία φορέματα, τα καλλυντικά, τις διατροφικές συνήθειες, κι ιδίως για την επίπλωση των σπιτιών των ευγενών. Ούτε οι πολεμοχαρείς άντρες της αριστοκρατίας, ούτε οι άντρες της εμπορικής τάξης, αν είχαν αφεθεί μόνοι τους, θα είχαν τη φαντασία, τη φινέτσα και την κουλτούρα για να εφεύρουν τέτοιες πολυτέλειες, σχεδόν όλα επικεντρώθηκαν γύρω απ’ τις γυναίκες ως πλάσματα που αναζητούν την πολυτέλεια. Ήταν αυτή η τάξη γυναικών, σύμφωνα με τον Sombart, η οποία δημιούργησε τις νέες πολυτελείς «ανάγκες» που έδωσαν την αποφασιστική ώθηση στον καπιταλισμό διότι, με την πρόσβασή τους στα χρήματα που είχαν συσσωρευτεί από το ολοκληρωτικό κράτος, δημιούργησαν την αγορά για τον πρώιμο καπιταλισμό.

Ο Sombart μας δίνει μια λεπτομερή περιγραφή της ανάπτυξης της πολυτελής κατανάλωσης στα ιταλικά, γαλλικά κι αγγλικά δικαστήρια του 16ου και 17ου αιώνα. Αναγνωρίζει σαφέστατα μια τάση προς τις πολυτελείς δαπάνες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΔ’. Ενώ τα έξοδα πολυτελείας του βασιλιά της Γαλλίας τo 1542 ήταν 2.995.000 γαλλικές λίρες, αυτά αυξήθηκαν σταθερά κι έφτασαν το 1680 τις 28.813.955. Ο Sombart αποδίδει αυτή τη τεράστια επίδειξη πολυτέλειας και μεγαλοπρέπειας στην αγάπη αυτών των φεουδαρχών προς τις εταίρες κι ερωμένες τους. Έτσι, το καπρίτσιο του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ’ για τη Δούκισσα ντε λα Βαλλιέρ τον ώθησε να χτίσει τις Βερσαλλίες. Ο Sombart είναι επίσης της άποψης ότι η Μαντάμ ντε Πομπαντούρ, η εκπρόσωπος του πολιτισμού του Παλαιού Καθεστώτος[84], διέθετε μεγαλύτερο προϋπολογισμό από οποιαδήποτε Ευρωπαία βασίλισσα στην ιστορία. Στα 19 χρόνια της ηγεμονίας της ξόδεψε 36.327.268 γαλλικές λίρες. Παρομοίως η Μαντάμ ντυ Μπαρί, κατά την περίοδο της ηγεμονίας της μεταξύ 1769-1774, ξόδεψε 12.481.803 γαλλικές λίρες σε είδη πολυτελείας[85].

Οι φεμινίστριες δεν θα συμφωνήσουν με τον Sombart ο οποίος αποδίδει αυτή την ανάπτυξη της πολυτέλειας, η οποία πρώτα εστιάστηκε γύρω απ’ τα ευρωπαϊκά δικαστήρια κι αργότερα την μιμήθηκαν οι νεόπλουτοι της ευρωπαϊκής αστικής τάξης, στις μεγάλες εταίρες με την «μεγάλη τους ματαιοδοξία, τον εθισμό τους στα πολυτελή ρούχα, σπίτια, έπιπλα, τρόφιμα και καλλυντικά». Ακόμη κι αν οι άντρες αυτών των τάξεων προτιμούσαν να επιδείξουν τον πλούτο τους δαπανώντας τον για τις γυναίκες τους και μετατρέποντάς τες σε εκθέματα του συσσωρευμένου πλούτου τους, αυτό και πάλι θα σήμαινε να κάνουμε τις γυναίκες τους κακούς της υπόθεσης. Δεν θα ισοδυναμούσε αυτό με το να πούμε ότι δεν ήταν οι άντρες -οι οποίοι κατείχαν την οικονομική και πολιτική δύναμη- εκείνοι που ήταν τα ιστορικά «υποκείμενα» (με τη μαρξιστική έννοια του όρου) αλλά οι γυναίκες, ως η πραγματική δύναμη που κινούσε τα νήματα απ’ το παρασκήνιο και έδινε τον ρυθμό σύμφωνα με τον οποία χορεύαν οι ισχυροί άντρες; Αλλά, πέρα απ’ αυτό, η θέση του Sombart ότι ο καπιταλισμός γεννήθηκε από την κατανάλωση πολυτέλειας κι όχι για την ικανοποίηση των αυξανόμενων αναγκών διαβίωσης των μαζών έχει μεγάλη σημασία για τη συζήτησή μας για τη σχέση μεταξύ της αποικιοποίησης με την μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές. Ο ίδιος δείχνει σαφέστατα ότι ο πρώιμος εμπορικός καπιταλισμός βασίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου στο εμπόριο ειδών πολυτελείας από τις αποικίες τα οποία καταναλώνονταν απ’ τις ευρωπαϊκές ελίτ. Τα αντικείμενα που εμφανίζονται σε μια εμπορική λίστα του εμπορίου στο Λεβάντε περιλαμβάνουν: ανατολίτικα φάρμακα (πχ αλόη, βάλσαμο, τζίντζερ, καμφορά, κάρδαμο, μυροβάλανο, σαφράν κλπ)· μπαχαρικά (πιπέρι, γαρύφαλο, ζάχαρη, κανέλα, μοσχοκάρυδο)· αρώματα (βενζόη, μόσχος, σανδαλόξυλο, θυμίαμα, κεχριμπάρι)· βαφές για υφάσματα (πχ λουλακί, λάκη, μωβ, χέννα)· πρώτες ύλες για κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα (μετάξι, αιγυπτιακό λινάρι)· πολύτιμα μέταλλα, λίθους και κοσμήματα (κοράλλια, μαργαριτάρια, φίλντισι, πορσελάνη, γυαλί, χρυσό και ασήμι)· υφάσματα (μετάξι, μπροκάρ, βελούδο, έξοχα υλικά από λινό, μουσελίνα και μαλλί).

Τον 18ο και 19ο αιώνα, πολλά περισσότερα αντικείμενα προστέθηκαν σε αυτόν τον κατάλογο, ιδίως αντικείμενα που παράγονται συστηματικά στις νέες αποικιακές φυτείες όπως ζάχαρη, καφές, κακάο και τσάι. Ο Sombart μας δίνει μια έκθεση για την αυξανόμενη κατανάλωση τσαγιού στην Αγγλία. Η μέση κατανάλωση τσαγιού μιας αγγλικής οικογένειας ήταν περίπου 3 κιλά το 1906. Ο αριθμός οικογενειών που είχε την οικονομική δυνατότητα γι’ αυτό το επίπεδο κατανάλωσης ήταν[86]:

3 οικογένειες το 1668
2.000 οικογένειες το 1710
12.000 οικογένειες το 1730
40.000 οικογένειες το 1760
140.000 οικογένειες το 1780

Τι σήμαινε για τις Ευρωπαίες αυτή η τεράστια ανάπτυξη της πολυτέλειας μεταξύ των πλούσιων Ευρωπαίων, με βάση την εκμετάλλευση των λαών της Αφρικής, της Ασίας και της Αμερικής; Ο Sombart αναγνωρίζει ορισμένες τάσεις στην παραγωγή της πολυτέλειας, την οποία, όπως είδαμε, αποδίδει στα πάθη μιας ορισμένης κατηγορίας γυναικών. Αυτές οι τάσεις είναι οι ακόλουθες:

1. μια τάση προς την οικιακή σφαίρα: Ενώ η μεσαιωνική πολυτελεία ήταν δημόσια, τώρα έγινε ιδιωτική. Η επίδειξη της πολυτέλειας δεν λαμβάνει πλέον χώρα στην αγορά ή κατά τη διάρκεια δημόσιων εορτών, αλλά στο εσωτερικό των απομονωμένων παλατιών και σπιτιών των πλουσίων.

2. μια τάση προς την αντικειμενοποίηση: Τον Μεσαίωνα, ο πλούτος εκφραζόταν στον αριθμό των υποτελών ή αντρών στους οποίους ένα πρίγκιπας μπορούσε να υπολογίζει. Τώρα ο πλούτος εκφράζεται σε αγαθά και υλικά αντικείμενα, σε εμπορεύματα αγορασμένα με χρήμα. Ο Άνταμ Σμιθ θα έλεγε: «κινείται κανείς από την “μη παραγωγική” στην “παραγωγική” πολυτέλεια, επειδή η παλαιότερη προσωπική πολυτέλεια θέτει “μη παραγωγικά” χέρια να εργαστούν, ενώ η αντικειμενοποιημένη πολυτέλεια θέτει “παραγωγικά” χέρια να εργαστούν» (με μια καπιταλιστική έννοια, αυτό σημαίνει μισθωτούς εργάτες σε μια καπιταλιστική επιχείρηση)[87]. Ο Sombart είναι της άποψης ότι οι γυναίκες της πλούσιας τάξης είχαν ένα συμφέρον στην ανάπτυξη της αντικειμενοποιημένης πολυτελείας (περισσότερα αντικείμενα κι εμπορεύματα), επειδή δεν είχαν καμία χρήση για περισσότερους στρατιώτες κι υποτελείς.Παρόμοιες τάσεις μπορούν να παρατηρηθούν όσον αφορά τη ζάχαρη και τον καφέ. Για τους περισσότερους Ευρωπαίους του 18ου αιώνα, η ζάχαρη δεν είχε ακόμη αντικαταστήσει το μέλι. Η ζάχαρη παρέμενε ένα τυπικό είδος πολυτελείας για τους πλούσιους Ευρωπαίους μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα[88].

Το εξωτερικό εμπόριο μεταξύ Ευρώπης, Αμερικής, Αφρικής κι Ανατολής ήταν, μέχρι και τα μέσα του 19ου αιώνα, κυρίως εμπόριο των προαναφερόμενων ειδών πολυτελείας. Οι εισαγωγές από τις Ανατολικές Ινδίες στη Γαλλία το 1776 είχαν συνολική αξία 36.241.000 φράγκων, και κατανέμονταν ως εξής[89]:

πιπέρι και κανέλλα: 2.449.000 φράγκα
νιτρικό κάλιο: 3.380.000 φράγκα
ινδικό λινό: 10.000.000 φράγκα
μουσελίνα: 12.000.000 φράγκα
πορσελάνη: 200.000 φράγκα
καφές: 3.248.000 φράγκα
μετάξι: 1.382.000 φράγκα
τσάι: 3.399.000 φράγκα
Σύνολο: 36.241.000 φράγκα

Ο Sombart περιλαμβάνει επίσης τα κέρδη από το δουλεμπόριο στα στοιχεία της παραγωγής και κατανάλωσης πολυτέλειας[90]. Το δουλεμπόριο ήταν απολύτως οργανωμένο κατά μήκος καπιταλιστικών γραμμών.Η ανάπτυξη των αγορών χονδρικής και λιανικής στην Αγγλία ακολούθησε την ίδια λογική από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα. Τα πρώτα μεγάλα καταστήματα των πόλεων, τα οποία ήρθαν να αντικαταστήσουν τις τοπικές αγορές, ήταν καταστήματα αγαθών πολυτελείας.

3. μια τάση προς τη συστολή του χρόνου: Ενώ στο παρελθόν η κατανάλωση πολυτέλειας περιοριζόταν σε ορισμένες εποχές, επειδή η εγχώρια παραγωγή πλεονάσματος χρειαζόταν ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, τώρα οι πολυτέλειες μπορούσαν να καταναλωθούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια του έτους, αλλά κι εντός της διάρκειας μας μεμονωμένης ζωής.

Ο Sombart πάλι αποδίδει αυτή την τάση -κατά τη γνώμη μου, λανθασμένα- στον ατομικισμό και την ανυπομονησία των γυναικών της πλούσιας τάξης οι οποίες απαιτούσαν την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών τους, ως ένδειξη αγάπης από τους εραστές τους.

Από τις παραπάνω τάσεις, η τάση προς την οικιακή σφαίρα και την ιδιωτικοποίηση είχε σίγουρα μια τεράστια επίδραση στην κατασκευή της νέας εικόνας της «καλής γυναίκας» στα κέντρα του καπιταλισμού του 19ου και 20ού αιώνα, δηλαδή της γυναίκας ως μητέρας και νοικοκυράς, και την οικογένεια ως το πεδίο της, το ιδιωτικοποιημένο πεδίο της κατανάλωσης κι «αγάπης», αποκλεισμένη και προφυλαγμένη από το πεδίο της παραγωγής και της συσσώρευσης, όπου βασιλεύουν οι άντρες. Στη συνέχεια, θα ιχνογραφήσω το πως γενικεύτηκε το ιδανικό της εξημερωμένης εξατομικευμένης γυναίκας, που ασχολείται με την «αγάπη» και την κατανάλωση και εξαρτάται σε έναν άντρα «βιοπαλαιστή», αρχικά στην κανονική αστική τάξη, ύστερα μεταξύ της λεγόμενης μικροαστικής τάξης, κι εν τέλει στην εργατική τάξη ή το προλεταριάτο.

Στάδιο 2 – νοικοκυρά και πυρηνική οικογένεια: η «αποικία» των Μικρών Λευκών Αντρών

Ενώ οι Μεγάλοι Λευκοί Άντρες -οι «Κυρίαρχοι Άντρες» (Mamozai)- ιδιοποιήθηκαν γαίες, φυσικούς πόρους κι ανθρώπους στην Αφρική, την Ασία και την Κεντρική και Νότια Αμερική προκειμένου να βρεθούν σε θέση να εξαγάγουν πρώτες ύλες, προϊόντα κι εργασιακή δύναμη που δεν είχαν παράξει οι ίδιοι, ενώ διερρήγνυαν όλες τις δημιουργημένες από τους ντόπιους κοινωνικές σχέσεις, άρχισαν να δομούν στις πατρίδες τους την πατριαρχική πυρηνική οικογένεια, δηλαδή την μονογαμική πυρηνική οικογένεια όπως την γνωρίζουμε και σήμερα. Αυτή η οικογένεια, η οποία τέθηκε υπό την ειδική προστασία του κράτους, συγκροτείται από τον καταναγκαστικό συνδυασμό των αρχών της συγγένειας και της συμβίωσης, και τον ορισμό του άντρα ως «επικεφαλή» του νοικοκυριού και «βιοπαλαιστή προστάτη της οικογένειας» για τη χωρίς εισόδημα νόμιμη σύζυγο και τα παιδιά τους. Ενώ τον 18ο αιώνα, καθώς και στις αρχές του 19ου, αυτή η μορφή γάμου κι οικογένειας ήταν εφικτή μόνο μεταξύ των ιδιοκτητριών τάξεων της μπουρζουαζίας -μεταξύ των αγροτών, τεχνίτων κι εργατών, οι γυναίκες πάντα έπρεπε να μοιράζονται όλες τις εργασίες- αυτή η μορφή έγινε η νόρμα για όλους μέσω ενός αριθμού νομικών μεταρρυθμίσεων που προωθήθηκαν απ’ το κράτος, από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κι ύστερα. Στη Γερμανία -καθώς και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες- υπήρχε μια σειρά περιορισμών για τους γάμους των ανθρώπων που δεν κατείχαν ιδιοκτησία. Αυτοί οι περιορισμοί καταργήθηκαν μόλις στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, όταν το κράτος παρενέβη για να προωθήσει μια φιλοναταλιστική πολιτική για την ακτήμονη εργατική τάξη[91].

Η πρόσφατη ιστορία της οικογένειας έχει αποκαλύψει ότι ακόμη κι η έννοια «οικογένεια» έγινε δημοφιλής μόλις προς τα τέλη του 18ου αιώνα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γαλλία και την Αγγλία, και δεν ήταν πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα που η έννοια αυτή υιοθετήθηκε επίσης για τα νοικοκυριά των εργατών και των αγροτών επειδή, σε αντίθεση με την κοινή γνώμη, η «οικογένεια» είχε μια ρητή ταξική χροιά. Μόνο οι ιδιοκτήτριες τάξεις μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά το να έχουν μια «οικογένεια». Οι ακτήμονες άνθρωποι -όπως οι υπηρέτες στα αγρόκτημα κι οι φτωχοί των πόλεων- δεν αναμένοταν να έχουν «οικογένεια»[92]. Όμως, η «οικογένεια» με την έννοια με την οποία την αντιλαμβανόμαστε σήμερα -δηλαδή, ως συνδυασμός συγκατοίκησης και σχέσης αίματος βασισμένος στην πατριαρχική αρχή- δεν απαντούνταν ούτε μεταξύ της αριστοκρατίας. Η αριστοκρατική «οικογένεια» δεν συνεπαγόταν τη συγκατοίκηση όλων των μελών της οικογενείας. Η συγκατοίκηση, ιδιαίτερα του ανδρόγυνου και των τέκνων τους, έγινε το καθοριστικό κριτήριο της οικογένειας της αστικής τάξης. Ως εκ τούτου, η παρούσα μας αντίληψη της οικογένειας είναι αστική[93].

Η αστική τάξη υπήρξε εκείνη που καθιέρωσε τον κοινωνικό κι έμφυλο καταμερισμό της εργασίας, χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. Η αστική τάξη ανακήρυξε την «οικογένεια» σε ιδιωτική επικράτεια εν αντιθέσει με τη «δημόσια» σφαίρα της οικονομικής και πολιτικής δραστηριότητας. Η αστική τάξη απέσυρε πρώτη τις γυναίκες «της» από αυτή τη δημόσια σφαίρα και τις έκλεισε στα ζεστά «σπίτια» τους, από όπου δεν μπορούσαν να παρεμβαίνουν στην παρακίνηση πολέμων, την αποκόμιση χρήματος και την πολιτικολογία των αντρών. Ακόμη κι η Γαλλική Επανάσταση, παρόλο που αγωνίστηκαν σε αυτή χιλιάδες γυναίκες, κατέληξε στον αποκλεισμό των γυναικών από την πολιτική. Η αστική τάξη, ιδιαίτερα η πουριτανική αγγλική αστική τάξη, δημιούργησε την ιδεολογία του ρομαντικου έρωτα ως αντιστάθμισμα για τη σεξουαλική κι οικονομική ανεξαρτησία, καθώς και μετουσίωσή της, που είχαν οι γυναίκες πριν την άνοδο της αστικής τάξης. Ο Μάλθους, ένας από τους σημαντικούς θεωρητικούς της εγειρόμενης αστικής τάξης, είδε ξεκάθαρα ότι ο καπιταλισμός χρειαζόταν έναν διαφορετικό τύπο γυναίκας. Οι φτωχοί θα πρέπει να χαλιναγωγήσουν τα σεξουαλικά τους «ένστικτα», αλλιώς διαφορετικά θα εκτρέφονταν υπερβολικά πολλοί φτωχοί για την ελλιπή προσφορά τροφίμων. Αφετέρου, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν μεθόδους αντισύλληψης, κάτι που συνιστάται από τον Κοντορσέ στη Γαλλία, διότι αυτό θα τους έκανε τεμπέληδες, καθώς [ο Μάλθους] παρατήρησε μια στενή σχέση μεταξύ της σεξουαλικής αποχής και της προθυμίας για εργασία. Στη συνέχεια, ο Μάλθους σκιαγραφεί μια ρόδινη εικόνα ενός αξιοπρεπούς αστικού σπιτιού στο οποίο ο «έρωτας» δεν εκφράζεται σε σεξουαλική δραστηριότητα, αλλά στο οποίο σπίτι η εξημερωμένη σύζυγος εξαγνίζει το σεξουαλικό της «ένστικτο» προκειμένου να δημιουργήσει ένα ζεστό σπίτι για τον σκληρά εργαζόμενο βιοπαλαιστή που πρέπει να αγωνίζεται για χρήμα σ’ έναν ανταγωνιστικό κι εχθρικό κόσμο «εκεί έξω»[94]. Όπως οι Heinsohn, Knieper και Steiger επισημαίνουν, ο καπιταλισμός δεν κατέστρεψε την οικογένεια όπως πιστεύουν ο Ένγκελς κι ο Μαρξ· αντιθέτως, με τη βοήθεια του κράτους και της αστυνομίας του, ο καπιταλισμός δημιούργησε την οικογένεια πρώτα μεταξύ των ιδιοκτητριών τάξεων κι αργότερα της εργατικής τάξης, και μαζί με την οικογένεια δημιούργησε τη νοικοκυρά ως κοινωνική κατηγορία. Επίσης, σύμφωνα με τις εκθέσεις για τη σύνθεση και την κατάσταση του πρώιμου βιομηχανικού προλεταριάτου, φαίνεται ότι η οικογένεια, όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, ήταν πολύ λιγότερο ο κανόνας απ’ ότι συνήθως πιστεύεται.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, οι γυναίκες και τα παιδιά αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του πρώιμου βιομηχανικού προλεταριάτου. Ήταν το φτηνότερο και πιο εύχρηστο εργατικό δυναμικό και μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν όπως κανέναν άλλον εργάτη. Οι καπιταλιστές γνώριζαν καλά ότι μια γυναίκα με παιδιά έπρεπε να αποδεχτεί τον οποιονδήποτε μισθό αν ήθελε να επιβιώσει. Αφετέρου, οι γυναίκες ήταν μικρότερο πρόβλημα για τους καπιταλιστές από τους άντρες. Η εργασία τους ήταν επίσης φτηνή επειδή δεν ήταν πια οργανωμένες, σε αντίθεση με τους ειδικευμένους άντρες που είχαν τους συλλόγους τους ως τεχνίτες και μια παράδοση οργάνωσης από τις συντεχνίες. Οι γυναίκες είχαν εκδιωχτεί απ’ αυτές τις οργανώσεις εδώ και πολύ καιρό, δεν είχαν καινούριες οργανώσεις, και ως εκ τούτου καμία διαπραγματευτική ισχύ. Για τους καπιταλιστές ήταν, οπότε, περισσότερο επικερδές και λιγότερο επικίνδυνο ν’ απασχολούν γυναίκες. Με την άνοδο του βιομηχανικού καπιταλισμού και την παρακμή του εμπορικού καπιταλισμού (γύρω στο 1830), η ακραία εκμετάλλευση της γυναικείας και παιδικής εργασίας έγινε προβληματική. Οι γυναίκες, των οποίων η υγεία είχε καταστραφεί από την υπερκόπωση και τις φρικτές συνθήκες εργασίας, δεν μπορούσαν να παράγουν υγιή παιδιά τα οποία θα γινόντουσταν δυνατοί εργάτες και στρατιώτες – όπως έγινε αντιληπτό ύστερα από αρκετούς πολέμους αργότερα μες τον αιώνα.

Πολλές απ’ αυτές τις γυναίκες δεν ζούσαν σε κανονικές «οικογένειες» αλλά ήταν είτε ανύπαντρες είτε τις είχαν εγκαταλείψει, και ζούσαν, εργάζονταν και τριγυρνούσαν με παιδιά και νεαρούς σε συμμορίες[95]. Οι γυναίκες αυτές δεν είχαν κανένα ιδιαίτερο υλικό συμφέρον στο να παράξουν την επόμενη γενιά εξαθλιωμένων εργατών για τα εργοστάσια. Αλλά αποτελούσαν απειλή για την αστική ηθική η οποία είχε ως ιδανικό την οικόσιτη γυναίκα. Ως εκ τούτου, ήταν επίσης αναγκαίο [για τους καπιταλιστές] να εξημερώσουν την προλετάρια γυναίκα. Έπρεπε να την εξαναγκάσουν να εκτρέφει περισσότερους εργάτες.

Σε αντίθεση με τις θεωρήσεις του Μαρξ, η παραγωγή παιδιών δεν θα μπορούσε να αφεθεί στα «ένστικτα» του προλεταριάτου επειδή, όπως οι Heinsohn και Knieper υποδεικνύουν, το ακτήμονο προλεταριάτο δεν είχε κανένα υλικό συμφέρον στην παραγωγή παιδιών καθώς τα παιδιά δεν αποτελούσαν κάποια εξασφάλιση για τη τρίτη ηλικία, σε αντίθεση με τους γιους της αστικής τάξης. Ως εκ τούτου, το κράτος έπρεπε να παρέμβει στην παραγωγή ανθρώπων και, μέσω νομοθεσίας, αστυνομικών μέτρων κι εκκλησιαστικής ιδεολογικής εκστρατείας, οι σεξουαλικές ενέργειες του προλεταριάτου έπρεπε να διοχετευθούν εντός των περιορισμών της αστικής οικογένειας. Η προλετάρια γυναίκα έπρεπε κι αυτή να μετατραπεί σε νοικοκυρά, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά το να κάθεται στο σπίτι και να περιμένει τον σύζυγό της να θρέψει αυτή και τα παιδιά της. Οι Heinsohn και Knieper (1976) αναλύουν αυτή τη διαδικασία στη Γερμανία του 19ου αιώνα. Η κύρια θέση τους είναι ότι η «οικογένεια» έπρεπε να επιβληθεί στο προλεταριάτο μέσω αστυνομικών μέτρων, αλλιώς διαφορετικά οι ακτήμονες προλετάριοι δεν θα παρήγαγαν αρκετά παιδιά για την επόμενη γενιά εργατών. Ένα από τα σημαντικότερα μέτρα -μετά την ποινικοποίηση της βρεφοκτονίας που είχε ήδη λάβει χώρα- υπήρξε οπότε ο νόμος που κατήργησε την απαγόρευση του γάμου μεταξύ ακτήμονων ανθρώπων. Ο νόμος αυτός ψηφίστηκε από τη Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία το 1868. Τώρα επιτρεπόταν στους προλετάριους να παντρεύονται και να έχουν «οικογένεια» όπως κι οι αστοί. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό. Η σεξουαλικότητα έπρεπε να χαλιναγωγηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να λαμβάνει χώρα εντός των ορίων αυτής της οικογένειας. Οπότε, η προγαμιαία κι εξωγαμιαία σεξουαλική επαφή ποινικοποιήθηκε. Στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής δόθηκε η απαραίτητη αστυνομική δύναμη για να επιτηρήσουν την ηθική των εργατών τους. Μετά τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-1871, ψηφίστηκε ένας νόμος ο οποίος ποινικοποίησε τις αμβλώσεις – ένας νόμος ενάντια στον οποίο πάλεψε το νέο γυναικείο κίνημα, αλλά με μικρή μόνο επιτυχία. Οι εκκλησίες, συνεργαζόμενες με το κράτος, εργάζονταν στις ψυχές των ανθρώπων. Εκείνο που το κοσμικό κράτος ονόμαζε έγκλημα, η εκκλησία το ονόμασε αμαρτία. Οι εκκλησίες είχαν μια ευρύτερη επιρροή από το κράτος, επειδή ακούγονταν από περισσότερους ανθρώπους, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο[96].

Με αυτό τον τρόπο, η μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές επιβλήθηκε επίσης και στην εργατική τάξη. Σύμφωνα με τους Heinsohn και Knieper (1976), αλλά και άλλους, δεν είχε υπάρξει ποτέ οικογένεια μεταξύ των ακτήμονων υπηρετών στα αγρόκτηματα ή των προλετάριων· έπρεπε να δημιουργηθεί με τη βία. Η στρατηγική αυτή λειτούργησε επειδή, έως εκείνη την εποχή, οι γυναίκες είχαν χάσει το μεγαλύτερο μέρος της γνώσης τους περί αντισύλληψης, και επειδή το κράτος κι η εκκλησία είχαν περιορίσει δραστικά την αυτονομία των γυναικών επί των σωμάτων τους.

Ωστόσο, η μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές δεν είχε μόνο της στόχο την εξασφάλιση της ύπαρξης αρκετών εργατών και στρατιωτών για το κεφάλαιο και το κράτος. Η δημιουργία της οικιακής εργασίας και της νοικοκυράς ως φορέα κατανάλωσης έγινε μια πολύ σημαντική στρατηγική στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Μέχρι τότε, όχι μόνο το νοικοκυριό είχε ανακαλυφθεί ως μια σημαντική αγορά ενός ολόκληρου φάσματος νέων συσκευών κι αντικειμένων, αλλά επίσης η επιστημονική οικιακή οικονομία είχε γίνει μια νέα ιδεολογία για την περαιτέρω εξημέρωση των γυναικών. Η νοικοκυρά όχι μόνο καλείται να μειώσει το κόστος της εργασιακής δύναμης, αλλά επίσης κινητοποιείται στο να χρησιμοποιήσει τις ενέργειές της στη δημιουργία νέων αναγκών. Ένας εικονικός πόλεμος για καθαριότητα κι υγιεινή -ένας πόλεμος ενάντια στη βρωμιά, τα μικρόβια, τα βακτήρια κι ούτω καθεξής- ξεκίνησε με σκοπό τη δημιουργία μιας αγοράς για τα νέα προϊόντα της χημικής βιομηχανίας. Η επιστημονική οικιακή οικονομία υποστηρίχτηκε επίσης ως μέσο για την μείωση των μισθών των αντρών, επειδή ο μισθός θα διαρκέσει περισσότερο αν η νοικοκυρά τον χρησιμοποιήσει οικονομικώς[97].

Η διαδικασία της μετατροπής των γυναικών σε νοικοκυρές, ωστόσο, δεν προωθούνταν μόνο από την αστική τάξη και το κράτος. Το κίνημα της εργατικής τάξης κατά τον 19ο και 20ό αιώνα επίσης συνέβαλε σε αυτή τη διαδικασία. Η οργανωμένη εργατική τάξη χαιρέτισε την κατάργηση της εξαναγκαστικής αγαμίας και των περιορισμών σχετικά με τον γάμο για τους ακτήμονες εργάτες. Ένα από τα αιτήματα της γερμανικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο της Διεθνούς Ένωσης Εργατών το 1863 ήταν η «ελευθερία των εργατών να σχηματίσουν οικογένεια». Οι Heinsohn και Knieper (1976) επισημαίνουν ότι οι γερμανικές οργανώσεις της εργατικής τάξης, με επικεφαλή εκείνη την εποχή τον Λασσάλ, αγωνίστηκαν για το δικαίωμα να αποκτήσουν οικογένεια αντί ενάντια στην εξαναγκαστική σεξουαλική αποχή των ακτήμονων ανθρώπων. Έτσι, η απελευθέρωση από την εξαναγκαστική σεξουαλική αποχή επιτεύχθηκε ιστορικά μόνο μέσω της υπαγωγής του συνόλου της τάξης των ακτήμονων στον αστικό γάμο και τους νόμους περί οικογένειας. Καθώς ο αστικός γάμος κι η οικογένεια θεωρήθηκαν «προοδευτικά», η ένταξη της εργατικής τάξης σε αυτά τα πρότυπα θεωρήθηκε από τους περισσότερους ηγέτες της εργατικής τάξης ως μια προοδευτική κίνηση. Οι αγώνες του εργατικού κινήματος για υψηλότερους μισθούς συχνά αιτιολογήθηκαν, ιδίως από τους ειδικευμένους εργάτες οι οποίοι συγκροτούσαν τα «πιο προηγμένα τμήματα» της εργατικής τάξης, με το επιχείρημα ότι ο μισθός του άντρα θα πρέπει να είναι επαρκής για τη διατήρηση της οικογένειας, ώστε η σύζυγός του να μπορεί να μείνει στο σπίτι και να φροντίζει τα παιδιά και το νοικοκυριό.

Από το 1830-1840 κι ύστερα -και πρακτικά ως το τέλος του 19ου αιώνα- η στάση των Γερμανών αντρών εργατών, καθώς κι όσων ήταν οργανωμένοι στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, χαρακτηρίστηκε απ’ αυτό που ο Thönnessen αποκάλεσε «προλεταριακό αντιφεμινισμό»[98]. Ο προλεταριακός τους αντιφεμινισμός αφορούσε κυρίως την απειλή επί των μισθών και της απασχόλησης των αντρών που θα έθετε η είσοδος των γυναικών στη βιομηχανική παραγωγή. Επανειλημμένως, σε διάφορα συνέδρια εργατικών ενώσεων και κομμάτων, εγέρθηκε ένα αίτημα για την απαγόρευση της γυναικείας εργασίας στα εργοστάσια. Το ζήτημα της εργασίας των γυναικών στα εργοστάσια συζητήθηκε επίσης στο Συνέδριο της Πρώτης Διεθνούς στη Γενεύη το 1866. Ο Μαρξ, ο οποίος είχε συντάξει τις οδηγίες για τους εκπροσώπους του Γενικού Συμβουλίου του Συνέδριου της Γενεύης, είχε ισχυριστεί ότι η τάση της σύγχρονης βιομηχανίας να εισάγει τις γυναίκες και τα παιδιά στην παραγωγή έπρεπε να θεωρηθεί προοδευτική. Ωστόσο, το γαλλικό τμήμα, αλλά και μερικοί από τους Γερμανούς, ήταν κατηγορηματικά αντίθετοι με την εργασία των γυναικών εκτός του σπιτιού. Το γερμανικό τμήμα είχε μάλιστα υποβάλει το ακόλουθο υπόμνημα:

Να δημιουργήσουμε συνθήκες υπό τις οποίες κάθε ενήλικας άντρας να μπορεί να πάρει μια γυναίκα για σύζυγο, να μπορεί ιδρύσει μια οικογένεια, εξασφαλισμένη από την εργασία του, κι υπό την οποία οικογένεια δεν θα υπάρχει πια κανένα από τα εξαθλιωμένα πλάσματα τα οποία, στην απομόνωση και την απελπισία, γίνονται θύματα, αμαρτάνουν ενάντια στους εαυτούς τους και τη φύση, κι αμαυρώνουν τον πολιτισμό μέσω της πορνείας και του εμπορίου ανθρώπινης σαρκός […] Στις συζύγους και τις μητέρες ανήκει η εργασία εντός της οικογένειας και του νοικοκυριού. Ενώ ο άντρας είναι ο εκπρόσωπος των σοβαρών δημόσιων κι οικογενειακών υποχρεώσεων, η σύζυγος κι η μητέρα θα πρέπει να εκπροσωπεί την ανακούφιση και την ποίηση της οικογενειακής ζωής, θα πρέπει να φέρει τη χάρη και την ομορφιά στα κοινωνικά ήθη και να εγείρει την ανθρώπινη απόλαυση σε ένα ευγενέστερο και ανώτερο επίπεδο[99].

Σ’ αυτή τη δήλωση βρίσκουμε όλη την υποκρισία και τον αστικό συναισθηματισμό που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς είχαν στηλιτεύσει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αυτή τη φορά, ωστόσο, παρουσιαζόμενος από άντρες προλετάριους οι οποίοι θέλουν να κρατήσουν τις γυναίκες στην «κανονική» τους θέση. Αλλά ούτε κι ο Καρλ Μαρξ πήρε μια ξεκάθαρη κι αδιαμφισβήτη θέση σχετικά με το ζήτημα της εργασίας των γυναικών. Παρότι στις οδηγίες του προς την Πρώτη Διεθνή είχε ισχυριστεί ότι η εργασία των γυναικών και των παιδιών στα εργοστάσια πρέπει να θεωρηθεί ως μια προοδευτική τάση, ταυτόχρονα διακήρυξε ότι η νυχτερινή εργασία, ή η εργασία η οποία θα βλάψει τη «λεπτεπίλεπτη σωματική διάπλαση» των γυναικών, πρέπει να μειωθεί. Φυσικά, θεωρούσε τη νυχτερινή εργασία βλαβερή επίσης και για τους άντρες, αλλά στις γυναίκες πρέπει να δωθεί ιδιαίτερη προστασία. Οι τάσεις του «προλεταριακού αντιφεμινισμού» υπήρξαν πιο σαφείς μεταξύ της παράταξης των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών με επικεφαλή τον Λασσάλ. Σε ένα κομματικό συνέδριο της Γενικής Ένωσης Γερμανών Εργατών (ADAV) το 1866, αναφέρεται:

Η απασχόληση των γυναικών στις βιοτεχνίες και τη σύγχρονη βιομηχανία αποτελεί μία από τις πιο εξωφρενικές κακοποιήσεις της εποχής μας. Εξωφρενική, επειδή οι υλικές συνθήκες της εργατικής τάξης δεν βελτιώνονται αλλά επιδεινώνονται με αυτόν τον τρόπο. Ιδίως λόγω της καταστροφής της οικογένειας, ο εργαζόμενος πληθυσμός καταλήγει σε μια τέτοια άθλια κατάσταση που χάνει ακόμα και το τελευταίο ίχνος των πολιτιστικών και ιδεατών αξιών που είχε έως τώρα. Ως εκ τούτου, η τάση προς την περαιτέρω διεύρυνση της αγοράς εργασίας για τις γυναίκες πρέπει να καταδικαστεί. Μόνο η κατάργηση της κυριαρχίας του κεφαλαίου θα θεραπεύσει την κατάσταση, όταν η μισθωτή σχέση θα καταργηθεί μέσω των θετικών κι οργανικών θεσμών και κάθε εργάτης θα λαμβάνει τους πλήρεις καρπούς της εργασίας του[100].

Αλλά δεν ήταν μόνο οι «ρεφορμιστές» του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος οι οποίοι κατείχαν την άποψη ότι οι προλετάριοι χρειάζονταν μια κανονική οικογένεια. Οι ριζοσπάστες που ακολούθησαν την επαναστατική στρατηγική του Μαρξ δεν είχαν διαφορετική αντίληψη για τις γυναίκες και την οικογένεια. Ο Αυγούστος Μπέμπελ κι η Κλάρα Τσέτκιν, οι οποίοι ανήκαν σ’ αυτή την πτέρυγα κι οι οποίοι, έως τότε, μαζί με τον Ένγκελς, θεωρούνταν οι σημαντικότεροι συντελεστές προς μια σοσιαλιστική θεωρία της χειραφέτησης των γυναικών, υποστήριξαν τη διατήρηση εντός της εργατικής τάξης της κανονικής οικογένειας με μια κανονική νοικοκυρά και μητέρα. Επίσης, ο Μπέμπελ ήθελε να μειώσει την απασχόληση των γυναικών ώστε οι μητέρες να έχουν περισσότερο χρόνο για την μόρφωση των παιδιών τους. Εξέφραζε τη λύπη του για την καταστροφή της προλεταριακής οικογένειας:

Η σύζυγος του εργάτη η οποία έρχεται το βράδυ στο σπίτι, κουρασμένη κι εξαντλημένη, έχει και πάλι τα χέρια της γεμάτα με εργασία. Πρέπει να τρέξει για να καλύψει τις περισσότερο αναγκαίες εργασίες. Ο άντρας πηγαίνει στο καπηλειό και βρίσκει εκεί την άνεση που δεν μπορεί να βρει στο σπίτι, πίνει, […] ίσως εκπίπτει στην αμαρτία του τζόγου και χάνει έτσι ακόμη περισσότερα από ότι πίνοντας. Εν τω μεταξύ, η γυναίκα κάθεται στο σπίτι, γκρινιάζει, πρέπει να δουλέψει σαν κτήνος […] έτσι είναι που ξεκινά η δυσαρμονία. Αλλά αν η γυναίκα είναι κι αυτή λιγότερο υπεύθυνη, αφότου επιστρέψει στο σπίτι κουρασμένη, βγαίνει έξω για να διασκεδάσει κι έτσι το νοικοκυριό καταστρέφεται κι η εξαθλίωση διπλασιάζεται[101].

Ο Μπέμπελ δεν διαννοείτε μια αλλαγή του έμφυλου καταμερισμού της εργασίας, ούτε μια ισότιμη κατανομή των οικιακών εργασιών μεταξύ του αντρόγυνου. Έβλεπε τη γυναίκα κυρίως ως μητέρα, και δεν οραματιζόταν μια αλλαγή του ρόλου της στο μέλλον.

Αυτή είναι επίσης κι η κύρια άποψη που κατέχει η Κλάρα Τσέτκιν. Παρά τους αγώνες της ενάντια στον «προλεταριακό αντιφεμινισμό», έβλεπε την προλετάρια ως σύζυγο και μητέρα, όχι ως εργάτρια. Το 1896 έδωσε μια ομιλία στο συνέδριο του κόμματος στη Γκότα, όπου διατύπωσε τα ακόλουθα κύρια σημεία της θεωρίας της:

  1. ο αγώνας για τη χειραφέτηση των γυναικών είναι ταυτόσημος με την πάλη του προλεταριάτου ενάντια στον καπιταλισμό.
  2. μολαταύτα, οι εργαζόμενες γυναίκες χρειάζονται ειδική προστασία στον χώρο εργασίας τους.
  3. βελτιώσεις στις συνθήκες των εργαζόμενων γυναικών θα τις καθιστούσε ικανές να συμμετάσχουν πιο ενεργά στην επαναστατική πάλη του συνόλου της τάξης.

Μαζί με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ήταν της άποψης ότι ο καπιταλισμός είχε δημιουργήσει την ισότητα της εκμετάλλευσης μεταξύ αντρών και γυναικών. Ως εκ τούτου, οι προλετάριες δεν μπορούν να αγωνιστούν εναντίον των αντρών, όπως ίσως κάνουν οι αστές φεμινίστριες, αλλά πρέπει να αγωνιστούν μαζί με τους άντρες ενάντια στην κεφαλαιοκρατική τάξη:

Οπότε, ο απελευθερωτικός αγώνας της γυναίκας προλετάριας δεν μπορεί να είναι ένας αγώνας όπως εκείνος της αστής γυναίκας ενάντια στον άντρα της τάξης της· αντιθέτως, είναι ένας αγώνας μαζί με τον άντρα της τάξης της ενάντια στην τάξη των καπιταλιστών. Δεν χρειάζεται να πολεμήσει ενάντια στους άντρες της τάξης της προκειμένου να καταστρέψει τα εμπόδια τα οποία περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Η ανάγκη του κεφαλαίου για εκμετάλλευση και η ανάπτυξη του σύγχρονου τρόπου παραγωγής το έχει κάνει αυτό για εκείνη. Αντιθέτως, αυτό που χρειάζεται είναι να εγερθούν νέα εμπόδια ενάντια στην εκμετάλλευση της προλετάριας γυναίκας. Αυτό που χρειάζεται είναι να της επιστραφούν τα δικαιώματά της ως σύζυγος, ως μητέρα, και να τα προστατεύσει. Ο τελικός στόχος του αγώνα της δεν είναι ο ελεύθερος ανταγωνισμός με τον άντρα αλλά η εγκαθίδρυση της πολιτικής κυριαρχίας του προλεταριάτου[102].

Το εντυπωσιακό σ’ αυτή τη δήλωση είναι η έμφαση στα δικαιώματα της γυναίκας ως μητέρα και σύζυγος. Το έκανε αυτό ακόμη πιο σαφές αργότερα στην ίδια ομιλία:

Με κανένα τρόπο δεν θα πρέπει το έργο της σοσιαλιστικής αγκιτάτσιας των γυναικών να αποξενώνει τις γυναίκες από τα καθήκοντά τους ως μητέρες και σύζυγοι. Αντιθέτως, πρέπει καμιά να δει σ’ αυτό ότι μπορεί να εκπληρώσει τα καθήκοντα αυτά καλύτερα απ’ ότι έως τώρα, προς το συμφέρον του προλεταριάτου. Όσο καλύτερες είναι οι συνθήκες στην οικογένεια κι η αποτελεσματικότητά της στο σπίτι, σε τόση καλύτερη θέση θα βρίσκεται για να αγωνιστεί. […] Τόσες πολλές μητέρες, τόσες πολλές σύζυγοι οι οποίες εμπνέουν στους συζύγους τους και τα παιδιά τους τη ταξική συνείδηση, κάνουν τόσα πολλά όσα κι οι συντρόφισσες τις οποίες βλέπουμε στις συναντήσεις μας[103].

Οι ιδέες αυτές συνάντησαν μια πολύ θετική ανταπόκριση στο κόμμα το οποίο είχε, σε κάθε περίπτωση, όπως έχουμε δει, μια μάλλον αστική αντίληψη του ρόλου της γυναίκας ως μητέρας και συζύγου. Αυτή η διαδικασία της δημιουργίας της αστικής πυρηνικής οικογένειας εντός της εργατικής τάξης και της μετατροπής των προλετάριων γυναικών σε νοικοκυρές, δεν περιορίστηκε επίσης στη Γερμανία, αλλά μπορεί να εντοπιστεί σε όλες τις εκβιομηχανισμένες και «πολιτισμένες» χώρες. Δεν προωθούνταν μόνο από την αστική τάξη και το κράτος, αλλά επίσης κι από τα «πιο προηγμένα τμήματα» της εργατικής τάξης, ονομαστικά την αντρική εξειδικευμένη εργατική αριστοκρατία των ευρωπαϊκών χωρών. Ιδιαίτερα για τους σοσιαλιστές, αυτή η διαδικασία οδηγεί σε μια βασική αντίφαση η οποία ακόμη δεν έχει λυθεί, ούτε καν στις σοσιαλιστικές χώρες:

Αν η είσοδος στην κοινωνική παραγωγή θεωρείται ως προϋπόθεση για τη χειραφέτηση ή απελευθέρωση των γυναικών, όπως πιστεύουν όλοι οι ορθόδοξοι σοσιαλιστές, τότε είναι αντιφατική η ταυτόχρονη υποστήριξη της αντίληψης του άντρα ως προστάτη, βιοπαλαιστή και κεφαλή της οικογένειας, της γυναίκας ως εξαρτώμενη νοικοκυρά και μητέρα, και της πυρηνικής οικογένειας ως «προοδευτική».

Αυτή η αντίφαση αποτελεί, ωστόσο, το αποτέλεσμα μιας πραγματικής ταξικής διαίρεσης μεταξύ των αντρών και των γυναικών της εργατικής τάξης. Διαφωνώ με τους Heinsohn και Knieper (1976) όταν λένε ότι η εργατική τάξη στο σύνολό της δεν είχε κανένα υλικό συμφέρον στη δημιουργία της πυρηνικής οικογένειας και την μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές. Ίσως οι γυναίκες της εργατικής τάξης να μην είχαν τίποτα να κερδίσουν, αλλά οι άντρες της εργατικής τάξης είχαν.

Οι άντρες προλετάριοι έχουν πράγματι υλικό συμφέρον στην εξημέρωση των γυναικών ταξικών συντρόφων [companions] τους. Αυτό το υλικό συμφέρον συνίσταται, αφενός, στην αξίωση του άντρα να μονοπωλήσει τη διαθέσιμη μισθωτή εργασία, κι αφετέρου, στην αξίωση να κατέχει τον έλεγχο όλων των χρηματικών εισοδημάτων της οικογένειας. Δεδομένου ότι το χρήμα έχει γίνει η κύρια πηγή κι ενσάρκωση της εξουσίας υπό τον καπιταλισμό, οι άντρες προλετάριοι παλεύουν για χρήματα όχι μόνο με τους καπιταλιστές, αλλά και με τις συζύγους τους. Το αίτημά τους για οικογενειακό μισθό αποτελεί μια έκφραση αυτού τους του αγώνα. Το ζήτημα εδώ δεν είναι αν ένας κανονικός οικογενειακός μισθός καταβλήθηκε ποτέ ή όχι[104], αλλά ότι η ιδεολογική και θεωρητική συνέπεια αυτής της αντίληψης οδήγησε στην εκ των πραγμάτων αποδοχή από το προλεταριάτο της αστικής θεώρησης για την οικογένεια και τις γυναίκες.

Η ανάλυση του Μαρξ για την αξία της εργασιακής δύναμης βασίζεται επίσης σε αυτή την αντίληψη, ήτοι, ότι ο εργάτης έχει μια «μη εργαζόμενη» νοικοκυρά[105]. Μετά απ’ αυτό, όλη η γυναικεία εργασία απαξιώνεται, είτε πρόκειται για μισθωτή εργασία είτε για οικιακή εργασία.

Η λειτουργία της οικιακής εργασίας για τη διαδικασία της συσσώρευσης κεφαλαίου έχει συζητηθεί εκτενώς από τις φεμινίστριες τα τελευταία χρόνια. Θα παρακάμψω εδώ αυτή την πτυχή. Θα ήθελα όμως να επισημάνω ότι η μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές σημαίνει την εξωτερικοποίηση, ή αποεδαφικοποίηση, των δαπανών που διαφορετικά θα έπρεπε να καλύπτονται από τους καπιταλιστές. Αυτό σημαίνει ότι η γυναικεία εργασία θεωρείται ένας φυσικός πόρος, ελεύθερα προσβάσιμος όπως ο αέρας και το νερό.

Η μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές σημαίνει ταυτόχρονα τον απόλυτο κατακερματισμό κι αποδιοργάνωση των εν λόγω κρυμμένων εργαζομένων. Αυτό δεν αποτελεί μόνο την αιτία για την έλλειψη γυναικείας πολιτικής δύναμης, αλλά επίσης και για την έλλειψη γυνακείας διαπραγματευτικής ισχύος. Καθώς η νοικοκυρά είναι συνδεδεμένη στον μισθωτό βιοπαλαιστή-προστάτη, στον «ελεύθερο» προλετάριο ως ανελεύθερη εργάτρια, η «ελευθερία» του προλετάριου να πουλάει την εργασιακή του δύναμη βασίζεται στην ανελευθερία της νοικοκυράς. Η προλεταριοποίηση των αντρών βασίζεται στην μετατροπή των γυναικών σε νοικοκυρές.

Έτσι, ο Μικρός Λευκός Άντρας έλαβε επίσης τη δική του «αποικία», ονομαστικά, την οικογένεια και την οικόσιτη νοικοκυρά. Αυτό ήταν ένα σημάδι ότι, επιτέλους, ο ακτήμονας προλετάριος είχε ανέλθει στην «πολιτισμένη» θέση του πολίτη, ότι είχε γίνει πλήρες μέλος μιας «κουλτούρας-έθνους». Η άνοδος αυτή, ωστόσο, πραγματοποιήθηκε στη βάση της καθυπόταξης των γυναικών της τάξης του και της μετατροπής τους σε νοικοκυρές. Η επέκταση της αστικής νομοθεσίας στην εργατική τάξη σήμαινε ότι εντός της οικογένειας, ο ακτήμονας άντρας ήταν επίσης άρχοντας κι αφέντης.

Η θέση μου είναι ότι αυτές οι δύο διαδικασίες της αποικιοποίησης και της μετατροπής των γυναικών σε νοικοκυρές είναι στενά κι αιτιολογικά αλληλένδετες. Χωρίς τη συνεχή εκμετάλλευση των εξωτερικών αποικιών -παλαιότερα ως άμεσες αποικίες, σήμερα εντός του νέου διεθνή καταμερισμού της εργασίας- δεν θα ήταν εφικτή η εγκαθίδρυση της «εσωτερικής αποικίας», δηλαδή μιας πυρηνικής οικογένειας και μιας γυναίκας που συντηρείται από έναν άντρα «βιοπαλαιστή».

Σημειώσεις:

1. Βλέπε Carolyn Merchant, The Death of Nature: Women, Ecology and the Scientific Revolution, εκδόσεις Harper & Row, 1983.

2. Barbara Ehrenreich & Deirdre English, For Her Own Good: 150 Years of the Experts’ Advice to Women, εκδόσεις Pluto Press, 1979, σελ. 7-8.

3. Βλέπε Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν, The Modern World-System, vol. I: Capitalist Agriculture and the Origins of the European World-Economy in the Sixteenth Century, εκδόσεις Academic Press, 1974.

4. Φρίντριχ Ένγκελς, Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ατομικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 1997, σελ. 219.

5. Ό.π.

6. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την αποικιακή σχέση. Αν οι αποικίες θέλουν να ακολουθήσουν αυτό το μοντέλο ανάπτυξης των μητροπόλεων, μπορούν να επιτύχουν μόνο με την εκμετάλλευση κάποιων άλλων αποικιών. Αυτό έχει, πράγματι, οδηγήσει στη δημιουργία εσωτερικών αποικιών σε πολλά από τα πρώην αποικιακά κράτη.

7. Βλέπε Merchant, ό.π.· G. Heinsohn, R. Knieper & O. Steiger, Menschenproduktion: Allgemeine Bevolkerungslehre der Neuzeit, εκδόσεις Suhrkamp, 1979· Ehrenreich & English, ό.π.· B. Becker, S. Bovenschen, H. Brackert και άλλοι, Aus der Zeit der Verzweiflung: Zur Genese und Aktualitat des Hexenbildes, 1977.

8. B. Becker, S. Bovenschen, H. Brackert και άλλοι, ό.π., σελ. 41.

9. Bücher, παρατίθεται στο B. Becker, S. Bovenschen, H. Brackert και άλλοι, ό.π., σελ. 63.

10. B. Becker, S. Bovenschen, H. Brackert και άλλοι, ό.π., σελ. 66-67.

11. Ό.π.

12. Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν, ό.π., σελ. 67.

13. Ό.π., σελ. 68.

14. Ό.π., σελ. 69.

15. Ό.π. [Σ.τ.Μ.]: Η «επανάσταση των τιμών» αποτελείται από μια σειρά οικονομικών γεγονότων που έλαβαν χώρα από το δεύτερο μισό το 15ου αιώνα έως και το πρώτο μισό του 17ου. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται στο υψηλό ποσοστό του πληθωρισμού εκείνης της περιόδου στη Δυτική Ευρώπη. Μέσα σε 150 χρόνια οι τιμές εξαπλασιάστηκαν. Για τα δεδομένα της σύγχρονης οικονομίας αυτός ο πληθωρισμός μπορεί να φαίνεται χαμηλός, όμως για εκείνα του Μεσαίωνα ήταν εξωφρενικός. Ως κυριότερες αιτίες της επανάστασης των τιμών συνήθως αναφέρονται η μεγάλη εισροή χρυσού και αργυρού από τις αποικίες, η αύξηση του ευρωπαϊκού πληθυσμού ύστερα από την πανδημία της μαύρης πανώλης κι η ανάπτυξη των μεσαιωνικών πόλεων.

16. Ό.π., σελ. 117.

17. Μαρξ, παρατίθεται στο Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν, ό.π., σελ. 117.

18. B. Becker, S. Bovenschen, H. Brackert και άλλοι, ό.π., 76.

19. Ό.π., σελ. 79.

20. [Σ.τ.Μ.]: Λαϊκή χριστιανική αίρεση που άνθησε στη Βόρεια Ευρώπη, σε περιοχές της Γαλλίας, Γερμανίας, Ολλανδίας και Βελγίου. Απέρριψαν την Εκκλησία, τον κλήρο, την κοσμική εξουσία, τους έμφυλους διαχωρισμούς κι οποιαδήποτε μορφή ιεραρχίας, γι’ αυτό και κυνηγήθηκαν από την Ιερά Εξέταση.

21. Βλέπε N. Cohn, The Pursuit of the Millenium, εκδόσεις Paladin, 1970.

22. [Σ.τ.Μ.]: Sabbath λέγεται στα εβραϊκά η «ημέρα αναπαύσεως». Από αυτή προέρχεται η λέξη Σάββατο, καθώς θεωρούταν η έβδομη μέρα της κοσμογονίας της Γένεσης, όπου ο θεός αναπαύθηκε. Έτσι, η έβδομη ημέρα της εβδομάδας κηρύχθηκε ως ημέρα ανάπαυσης κι αφιερωμένη στη λατρεία του θεού. Οι χριστιανοί αργότερα μεταφέραν αυτή την ημέρα λατρείας κι ανάπαυσης στην Κυριακή [ημέρα του Κυρίου]. Καθώς η Εκκλησία προσπαθούσε να καταπολεμήσει όσους παρρεκλίναν από το δόγμα της και δεν αναγνωρίζαν την εξουσία της, κατηγόρησε τους εβραίους και τους ιουδαΐζοντες χριστιανούς (δηλαδή, τους χριστιανούς που υιοθετούσαν τον Μωσαϊκό Νόμο κι όχι τον Νόμο του Χριστού) ως μάγους. Έτσι, οι συγκεντρώσεις λατρείας των αιρετικών αυτών ονομάστηκαν σε «Sabbath των μαγισσών», ως συγκεντρώσεις που λάτρευαν τον σατανά κι εξασκούσαν μαγεία.

23. A. Dross, Die erste Walpurgisnacht: Hexenverfolgung in Deutschland, εκδόσεις Verlag Roter Stern, 1978, σελ. 204.

24. [Σ.τ.Μ.]: Οι ισπανικές μπότες ήταν μορφή βασανιστηρίου. Τα πόδια του βασανιζόμενου τοποθετούνταν εντός σιδερένιων περιβλημάτων, και ξύλινες ή σιδερένιες σφήνες σφυροκοπούνταν ανάμεσα στο πόδι και το περίβλημα, με αποτέλεσμα την εξάρθρωση και το σπάσιμο των οστών.

25. Παρατίθεται στο B. Becker, S. Bovenschen, H. Brackert και άλλοι, ό.π., σελ. 426.

26. Παρατίθεται ό.π., σελ. 433-435.

27. Ο αριθμός των μαγισσών που σκοτώθηκαν κυμαίνεται από αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες έως και δέκα εκατομμύρια. Είναι σημαντικό ότι οι Ευρωπαίοι ιστορικοί δεν έχουν μέχρι στιγμής μπει στον κόπο να μετρήσουν τον αριθμό των γυναικών κι αντρών που κάηκαν στην πυρά κατά τη διάρκεια αυτών των αιώνων, παρά το γεγονός ότι οι εκτελέσεις αυτές ήταν γραφειοκρατικά καταγεγραμμένες. Δυτικογερμανίδες φεμινίστριες εκτιμούν ότι ο αριθμός των μαγισσών που κάηκαν ισούται μ’ εκείνον των Εβραίων που σκοτώθηκαν στη ναζιστική Γερμανία, δηλαδή έξι εκατομμύρια. Ο ιστορικός Gerhard Schormann δήλωσε ότι η δολοφονία των μαγισσών ήταν η «μεγαλύτερη μαζική δολοφονία ανθρώπινων όντων από άλλα ανθρώπινα όντα η οποία δεν προκλήθηκε από πόλεμο» (Der Spiegel, αρ. 43, 1984).

28. Carolyn Merchant, ό.π., σελ. 138.

29. Ό.π., σελ. 164-177.

30. Jansen, 1903, παρατίθεται στο M. Hammes, Hexenwahn und Hexenprozesse, εκδόσεις Taschenbuch, σελ. 243.

31. Ό.π.

32. Ό.π., σελ. 243-257.

33. Οι κλώστριες κι υφάντρες μεταξιού στην Κολωνία ήταν κυρίως οι γυναίκες των πλούσιων εμπόρων μεταξιού, οι οποίοι εμπορεύονταν με την Αγγλία και την Ολλανδία.

34. Η Catherine Hernon υπήρξε διευθύντρια του ταχυδρομείου της Κολωνίας. Το ταχυδρομείο είχε υπάρξει στήριγμα της οικογένειάς της για πολλές γενιές. Όταν η οικογένεια των Thurn και Taxis διεκδίκησε το μονοπώλιο όλων των ταχυδρομικών υπηρεσιών, η Catherine Hernot κατηγορήθηκε για μαγεία και τελικά κάηκε στην πυρά.

35. Παρατίθεται στο Hammes, ό.π., σελ. 254.

36. Ό.π., σελ. 257.

37. Carolyn Merchant, ό.π., σελ. 168.

38. Παρατίθεται στο ό.π.

39. Ό.π.

40. Ό.π., σελ. 169.

41. Παρατίθεται στο ό.π.

42. Ό.π.

43. Ό.π., σελ. 172.

44. Ό.π. Η έμφαση της Mies.

45. Barbara Ehrenreich & Deirdre English, ό.π.

46. E. Mandel, Marxist Economic Theory, εκδόσεις Merlin Press, 1971, σελ. 107.

47. Ό.π., σελ. 108.

48. Παράθεμα από Hauser στο E. Mandel, ό.π.

49. [Σ.τ.Μ.]: Hongi είναι ο παραδοσιακός χαιρετισμός των Μαορί. Αρκετά ειρωνική η ονομασία των ταξιδιών αυτών, καθώς ο «χαιρετισμός» της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών προς τους Μαορί ήταν η καταστροφή των γαριφαλόδενδρων ώστε να μπορέσει να αποκτήσει μονοπώλιο στο εμπόριο γαρίφαλου. Η πρώτη τέτοια εκστρατεία έγινε το 1607.

50. Ό.π.

51. Ό.π., σελ. 110.

52. Rhoda Reddock, Women, Labour and Struggle in 20th Century Trinidad and Tobago: 1898-1960, έκδοση του Ινστιτούτου Κοινωνικών Σπουδών της Χάγης, 1984.

53. G. M. Hall, παρατίθεται στο R. Reddock, ό.π., σελ. 16.

54. Hall, παρατίθεται στο ό.π.

55. Ό.π.

56. Moreno-Fraginals, 1976, παρατίθεται στο Reddock, ό.π., σελ. 17.

57. Ό.π.

58. Moreno-Fraginals, παρατίθεται στο Reddock, ό.π., σελ. 18.

59. Ό.π.

60. E. Badinter, L’ amour en plus, εκδόσεις Flammarion, 1980.

61. Alfred Caldecott, Church of the West Indies, 1970, σελ. 67. [Σ.τ.Μ.]: Το βιβλίο πλέον έχει αλλάξει εκδοτικό οίκο: Alfred Caldecott, The Church in the West Indies, εκδόσεις Forgotten Books, 2015.

62. Caldecott, παρατίθεται στο Reddock, ό.π., σελ. 47.

63. Βρήκα τα εκπληκτικά αποσπάσματα από το βιβλίο του κυρίου Hall σε ένα κείμενο με τίτλο Militarism versus Feminism, το οποίο εκδόθηκε ανώνυμα στο Λονδίνο το 1915 από τον George Allen και την Unwin Ltd. Οι συγγραφείς, πιθανότατα Βρετανίδες φεμινίστριες, είχαν γράψει αυτή την πιο αξιόλογη ανάλυση του ιστορικού ανταγωνισμού μεταξύ μιλιταρισμού και φεμινισμού ως μια συμβολή στο Γυναικείο Κίνημα, ιδιαίτερα στο κίνημα Διεθνής Ειρήνης Γυναικών το οποίο προσπάθησε, μαζί με τη Διεθνή Συμμαχία για το Δικαίωμα Ψήφου, να φέρει τις Ευρωπαίες κι Αμερικάνες γυναίκες από κοινού σε μια αντιπολεμική προσπάθεια. Λόγω της εμπόλεμης κατάστασης, οι συγγραφείς δημοσιεύσαν την έρευνά τους ανώνυμα. Δεν δίνουν πλήρη στοιχεία των βιβλίων που παραθέτουν. Έτσι, το βιβλίο του κυρίου Fielding Hall, A People at School, αναφέρεται μόνο με τον τίτλο του και τον αριθμό των σελίδων. Ολόκληρο το κειμένο Militarism versus Feminism βρίσκεται διαθέσιμο στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. [Σ.τ.Μ.]: Μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://digital.library.upenn.edu/women/florence/feminism/feminism.html

64. Fielding Hall, A People at School, σελ. 264.

65. Ό.π., σελ. 266.

66. G. E. Brooks, «The Signares of Saint-Louis and Goree: Women Entrepreneurs in Eighteenth Century Senegal» στο N. J. Hafkin & E. B. Bay, Women in Africa, εκδόσεις Stanford University Press, 1976, σελ. 24.

67. Ό.π., σελ. 43.

68. Annie Stoler, «Social History and Labour Control: A Feminist Perspective on Facts and Fiction», μπορεί να βρεθεί στο Maria Mies, Fighting on Two Fronts: Women’s Struggles and Research, έκδοση του Ινστιτούτου Κοινωνικών Σπουδών της Χάγης, 1982.

69. [Σ.τ.Μ.]: Οι coolies ήταν χαμάληδες, και γενικότερα ανιδείκευτοι χειρονάκτες εργάτες, συνήθως από τη Νότια Κίνα ή την Ινδική υποήπειρο (Ινδία, Πακιστάν, Μπανγκλαντές, Σρι Λάνκα, Νεπάλ, Μπουτάν).

70. Ό.π., σελ. 90.

71. Ό.π., σελ. 97.

72. Ό.π., σελ. 98.

73. Ό.π.

74. Reddock, ό.π.

75. [Σ.τ.Μ.]: Η Γερμανική Αποικιακή Κοινωνία ήταν οργάνωση που σχηματίστηκε με τη συγχώνευση δύο προηγούμενων οργανώσεων, της Γερμανικής Αποικιακής Ένωσης και της Κοινωνίας για την Γερμανική Αποικιοκρατία. Ασκούσε μεγάλη επιρροή στη Γερμανική Αυτοκρατορία κι αρκετά μέλη της υπήρξαν βουλευτές. Την εποχή της ίδρυσής της αριθμούσε περί τα 15.000 μέλη, ενώ έως το 1914 είχε φτάσει στα 42.000. Στόχος της ήταν η επέκταση της γερμανική αποικιακής πολιτικής.

76. Παρατίθεται στο Martha Mamozai, Herrenmenschen: Frauen im deutschen Kolonialismus, εκδόσεις rororo Frauen aktuell, 1982, σελ. 125.

77. Παρατίθεται στο ό.π., σελ. 129.

78. Παρατίθεται στο ό.π., σελ. 130.

79. Παρατίθεται στο ό.π., σελ. 27.

80. Παρατίθεται στο ό.π., σελ. 58.

81. Παρατίθεται στο ό.π., σελ. 52.

82. [Σ.τ.Μ.]: Κάφρος (ή ορθότερα, καφρός) είναι υποτιμητικός όρος για τους μαύρους που χρησιμοποιούσαν οι λευκοί στη Βόρεια Αφρική. Προέρχεται από την αραβική λέξη kafir, που σημαίνει άπιστος. Ο όρος αρχικά υιοθετήθηκε από τους Πορτογάλους έποικους που ενεπλάκησαν στο αραβικό δουλεμπόριο, κι αναφερόταν στους μη μουσουλμάνους Αφρικανούς δούλους. Ύστερα, ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται κι από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, αναφερόμενος γενικά στους Αφρικανούς.

83. [Σ.τ.Μ.]: Τίτλος ευγενείας που χρησιμοποιούταν από τους μη λευκούς για τις λευκές παντρεμένες γυναίκες των ανώτερων τάξεων.

84. [Σ.τ.Μ.]: Παλαίο Καθεστώς αποκαλείτε το μοναρχικό Βασίλειο της Γαλλίας της περιόδου περίπου από τον 15ο αιώνα έως και τη Γαλλική Επανάσταση το 1789.

85. Werner Sombart, Liebe, Luxus und Kapitalismus: liber die Entstehung der modemen Welt aus dem Geist der Verschwendung. Επανέκδοση του 1922, Luxus und Kapitalismus, σελ. 98-99.

86. Ό.π., σελ. 146.

87. Ό.π., σελ. 119.

88. Ό.π., σελ. 147

89. Ό.π., σελ. 148

90. Αυτό είναι αρκετά λογικό, καθώς οι δούλοι παρήγαγαν είδη πολυτελείας όπως ζάχαρη, κακάο και καφέ.

91. Gunnar Heinsohn & Rolf Knieper, Theorie des Familienrechts, Geschlechtsrollenaufhebung, Kindesvernachlassigung, Geburtenruckgang, εκδόσεις Suhrkamp, 1976.

92. Ό.π.· J. L. Flandrin, Families in Former Times: Kinship, Household and Sexuality, εκδόσεις Cambridge University Press, 1980.

93. Ό.π.· Luz Tanganqco, «The Family in Western Science and Ideology: A Critique from the Periphery», στο Master’s Thesis (Women and Development), έκδοση του Ινστιτούτου Κοινωνικών Σπουδών της Χάγης, 1982.

94. Μάλθους, παρατίθεται στο Gunnar Heinsohn, Rolf Knieper & Otto Steiger, Menschenproduktion: Allgemeine Bevdlkerungslehre der Neuzeit, εκδόσεις Suhrkamp, 1979.

95. Βλέπε Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

96. Heinsohn & Knieper, ό.π.

97. Barbara Ehrenreich & Deirdre English, «The Manufacture of Housework», Socialist Revolution #26, 1975.

98. Werner Thönnessen, Frauenemanzipation, Politik und Literatur der deutschen Sozialdemokratie zur Frauenbewegung 1863-1933, εκδόσεις Europäische Verlagsanstalt, 1969, σελ. 14.

99. Ό.π., σελ. 19.

100. Social Democrat #139, 29 Νοεμβρίου 1867, τ. 3, πρτμ. 1· παρατίθεται στο Heinz Niggemann, Emanzipation zwischen Sozialismus und Feminismus Die Sozialdemokratische Frauenbewegung im Kaiserreich, εκδόσεις Peter Hammer Verlag, 1981, σελ. 40.

101. Αυγούστος Μπέμπελ, Die Frau und der Sozialismus, εκδόσεις Dietz Verlag, 1964, σελ. 157-158.

102. Παρατίθεται στο R. J. Evans, Sozialdemokratie und Frauenemanzipation im deutschen Kaiserreich, εκδόσεις Dietz Verlag, 1978, σελ. 114.

103. Παρατίθεται στο ό.π., σελ. 114-115.

104. Βλέπε H. Land, «The Family Wage», Feminist Review #6, 1980, σελ. 55-78· M. Barret & M. McIntosh, «The “Family Wage”: Some Problems for Socialists and Feminists», Capital and Class #11, καλοκαίρι του 1980.

105. Maria Mies, «Marxist Socialism and Women’s Emancipation: The Proletarian Women’s Movement in Germany», στο Mies & Jayawardena, Feminism in Europe: Liberal and Socialist Strategies 1789-1919, έκδοση του Ινστιτούτου Κοινωνικών Σπουδών της Χάγης, 1981.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s