Home

califat-et-barbarie-en-attendant-raqqa-02

 

Αυτό το κείμενο αποτελεί συνέχεια και επεκτείνει το Χαλιφάτο & Βαρβαρότητα, κείμενο που δημοσιεύτηκε στο ddt21.noblogs.org σε δυο μέρη τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2015, αυτή τη φορά εξετάζοντας λιγότερο το ίδιο το ισλαμικό Κράτος και περισσότερο την κατάσταση των άμεσων γειτόνων του, των εξεγερμένων Σύριων, των κουρδικών δυνάμεων ή των κατοίκων που αναζητούν διαφυγή από αυτή τη ζώνη του χάους.

 

 «Θα είμαστε ηττημένοι, κι εσείς νικητές, αν πάρετε τη Μοσούλη, τη Ράκκα ή τη Σύρτη; Σίγουρα όχι. Ήττα σημαίνει να χάνεις την όρεξη για μάχη»

Abou Mohammed al-Adnani, εκπρόσωπος του Ισλαμικού Κράτους, Μάιος 2016-11-02

 «Χρειάζομαι να μισθώσω προλετάριους, αλλά δεν ξέρω πού να τους βρω»

Nikolaï Erdman, 1925

 

Το ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) υποχωρούσε σε όλα τα μέτωπα και η Ράκκα, η πολιτική πρωτεύουσά του, έμοιαζε να βρίσκεται στο σημείο να πέσει στα χέρια των ένοπλων ενωμένων δυνάμεων της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της λαϊκότητας, ίσως ακόμα και του φεμινισμού. Αυτά συνέβαιναν στα τέλη του 2015, αλλά οκτώ μήνες αργότερα το ΙΚ είναι ακόμα εκεί. Αλλά αν το Χαλιφάτο δεν πεθαίνει επιτέλους, η κατάσταση έχει εξελιχθεί και μια σελίδα γυρίζει.

1 / Si vis pacem…

Πάντα ήταν θέμα βούλησης. Των κρατών που εμπλέκονται στην ιρακο-συριακή κρίση να τελειώνουν με το ΙΚ ή όχι. Αυτό είναι σήμερα το ζήτημα· περάσαμε από μια πολιτική containment σε μια πολιτική rollback. Καθένα βρήκε σοβαρούς λόγους για να ανάγει το ΙΚ σε κύριο εχθρό: βάζοντας τέλος σε κινήσεις που είχαν γίνει πολύ ενοχλητικές· αντιδρώντας στις επιθέσεις (Λίβανος, Σινά, Γαλλία) λόγω πολιτικής αναγκαιότητας[1]· μην αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο σε άλλες δυνάμεις κλπ. Η κατάσταση των τοπικών πληθυσμών, θα έχει γίνει κατανοητό, ενδιαφέρει εδώ αρκετά λίγο.

Ο Bachar El Assad ελπίζει να επωφεληθεί της περίστασης. Ο στρατός του, ο Συριακός Αραβικός Στρατός (AAS), αντεπιτέθηκε και ανέκτησε τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της «χρήσιμης» Συρίας. Επωφελείται της στήριξης των διάφορων θρησκευτικών και πολιτικών πολιτοφυλακών, της λιβανέζικης Hezbollah και σίγουρα της μαζικής και άμεσης στήριξης της Ρωσίας. Το Ιράν, ένας άλλος σημαντικός σύμμαχος, επέστρεψε επισήμως στην κοινότητα των εθνών ως περιφερειακή δύναμη μετά την άρση των κυρώσεων τον Ιανουάριο του 2016 (μετά τη συμφωνία πάνω στο πυρηνικό πρόγραμμά του τον Ιούλιο του 2015).

Οι ΗΠΑ, αν και οπωσδήποτε διεξάγουν έναν πόλεμο μέσω proxy με τη βοήθεια των YPG και των σιιτικών πολιτοφυλακών, αναπτύσσονται στο Ιράκ όπως και στη Συρία ολοένα περισσότερο με όρους στρατού ξηράς· ανάπτυξη που δεν τυγχάνει πάντοτε εκτίμησης από τους τοπικούς πληθυσμούς.

Οι χώρες που κάποια στιγμή προσπάθησαν να εργαλειοποιήσουν το ΙΚ (η Τουρκία και οι χώρες του Κόλπου) εδώ και καιρό ποντάρουν σε άλλες ομάδες και η συριακή αντιπολίτευση, ας μην το ξεχνάμε, παρακαλέστηκε να μην απαιτεί πλέον την αποχώρηση του Assad ως προαπαιτούμενο των διαπραγματεύσεων.

Είναι η ώρα που διαγράφεται η πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική επίλυση της συρο-ιρακινής κρίσης. Αλλά ο κοινός στόχος, να τελειώνουμε με το Χαλιφάτο, δεν συνιστά στρατηγική ούτε, ακόμα λιγότερο, μεταπολεμικό σχεδιασμό. Εδώ τα συμφέροντα διαφέρουν ή αντιτίθενται και η ρύθμιση ενός προβλήματος διακινδυνεύει την ανάδυση άλλων. Ήδη, επί του πεδίου, όσο απωθείται το ΙΚ, οι εντάσεις μεταξύ αυτόκλητων εκπροσώπων των κοινοτήτων γίνονται αισθητές. Όσον αφορά τις βιαιότητες απέναντι στους σουνιτικούς αραβικούς πληθυσμούς, αυτές θεωρούνται σχεδόν δευτερεύουσες μέσα στο χάος αν δεν αποτελούν προάγγελους μιας ζοφερής επόμενης ημέρας. Δεν θα λείψουν επομένως οι στάχτες κάτω από τους κέδρους.

Το Ιράκ οδεύει προς την επιστροφή στο statu quo ante, δηλαδή στη σιιτική και κουρδική πολιτικο-στρατιωτική κυριαρχία της χώρας και τον εξευτελισμό των σουνιτικών πληθυσμών.

Στη Συρία, παίρνει μορφή ο τελικός γύρος των διαπραγματεύσεων, ενδεχομένως στο τέλος μαζί με μια πλήρη κατάπαυση του πυρός, μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας και, σε μερικά χρόνια, μετά τις εκλογές, με τον Assad να αποσύρεται ως συνταξιούχος στη Ρωσία. Όλοι λοιπόν κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να φτάσουν με τη βία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπου η χώρα θα τεμαχιστεί σε ζώνες επιρροής. Επιζητούνται ιδιαίτερα η γεωγραφική συνοχή των υπό έλεγχο ζωνών, με άλλα λόγια η τελική σύμπτωση μεταξύ στρατιωτικής συνθήκης και πολιτικών σχεδιασμών· για παράδειγμα, δημιουργώντας μια αυτόνομη περιοχή υπό τουρκική επιρροή στα βόρεια της χώρας, εξ ου και οι συγκρούσεις για τον έλεγχο του Χαλεπιού που θα μπορούσε να αποτελέσει την πρωτεύουσά της. Ο χάρτης των συγκρούσεων, που μέχρι τώρα έμοιαζε με το δέρμα της λεοπάρδαλης, τείνει να απλοποιηθεί.

Η ανακωχή μεταξύ καθεστώτος και ανταρτών, που τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2016, γίνεται εν μέρει σεβαστή και επιτρέπει στα στρατεύματα που είναι πιστά στο καθεστώς να επικεντρωθούν στη μάχη ενάντια στο ΙΚ και τους πιο ριζοσπάστες ισλαμιστές όπως η Al-Nosrah (το συριακό παρακλάδι της Al Qaida). Το καθεστώς, ευρισκόμενο σε θέση ισχύος, κίνησε εκ νέου μια διαδικασία «συμφιλίωσης» περνώντας από την υπογραφή τοπικών συμφωνιών με μικρές αντάρτικες ζώνες που ήταν περικυκλωμένες εδώ και μήνες, ακόμα και χρόνια, και σε κατάσταση ασφυξίας: κατάπαυση του πυρός, παράδοση του οπλισμού, κατόπιν αμνηστία στους αντάρτες· επιστροφή στη μπααθική κανονικότητα υπό την επιτήρηση του ΟΗΕ και της Ρωσίας.

Είναι αναμφίβολα ο καιρός να διαλέξει κανείς, για μια τελευταία φορά, το σωστό στρατόπεδο: εξ ου και οι διαρρήξεις των συμμαχιών, οι μεταστροφές και οι αλλαγές ετικέτας, ονόματος και σημαίας για πολλές ένοπλες ομάδες· στη Συρία, τα εμπλεκόμενα μέρη επιδίδονται σε ένα χαοτικό κυνήγι για το δέρμα του Χαλιφάτου.

2 / Προβλήματα στο Χαλιφάτο

 Πιστοί στη φήμη τους: οι Ρώσοι βομβαρδίζουν με τέτοια αγριότητα (sic) που καταλήγουμε να πιστέψουμε ότι δεν σημαδεύουν παρά νοσοκομεία και αρτοποιεία· οι Δυτικοί δεν εκπροσωπούν παρά τη σύνεση, την ακρίβεια και τη λεπτότητα[2]. Εδώ και πολλούς μήνες, υπό τις βόμβες της αμερικάνικης και ρωσικής αεροπορίας τα στρατεύματα του ΙΚ έρχονται αντιμέτωπα με μια εντελώς παράδοξη συμμαχία που περιλαμβάνει: τον AAS (και τους συμμάχους του), τις YPG-FDS, την Al-Nosra (και άλλες ισλαμικές ομάδες), τον ιρακινό στρατό (υπό ανοικοδόμηση), διάφορες σιιτικές πολιτοφυλακές και τις ειδικές δυνάμεις 10 ή 15 διαφορετικών χωρών! Το Χαλιφάτο, έχοντας ηττηθεί από στρατιωτικής πλευράς, επέλεξε να κάνει την ήττα του να διαρκέσει. Εγκατέλειψε τις αραιοκατοικημένες αγροτικές ζώνες και υποχώρησε εκεί που η αντίσταση είναι ευκολότερη (στις μεγάλες οροσειρές) ή πραγματικά στρατηγικής σημασίας, δηλαδή σε ορισμένες πόλεις των οποίων την κατάληψη θα κάνει να κοστίσει ακριβά. Μέχρι σήμερα, οι στρατιωτικές δυνατότητές του του επιτρέπουν ακόμα να διεξάγει μη αναμενόμενες αντεπιθέσεις και να εντατικοποιεί επιχειρήσεις τρομοκρατικού τύπου.

Στο Ιράκ, η ανακατάληψη των σουνιτικών πόλεων ακολουθεί πάντα το ίδιο σχήμα: βομβαρδισμοί, περικύκλωση, πολιορκία κατά κανόνα (ακόμα κι αν αυτό σημαίνει λιμοκτονία του πληθυσμού)[3], απόπειρα να στραφούν οι φυλές ενάντια στο ΙΚ, συνετή επίθεση με τη μαζική χρήση ειδικών δυνάμεων (στρατός, αστυνομία) και σιιτικών πολιτοφυλακών και, τέλος, ευρεία αστυνομική επιχείρηση. Το Ramadi καταλήφθηκε έτσι τον Φεβρουάριο του 2016 μετά από δυο μήνες οδομαχιών, η Falouja τον Ιούνιο μετά από ένα μήνα. Αυτό το σχήμα δύσκολα εφαρμόζεται στη Μοσούλη, μια πόλη με πάνω από δυο εκατομμύρια κατοίκους, η οποία υποδέχτηκε τα στρατεύματα του ΙΚ ως απελευθερωτές πριν από δυο χρόνια. Οι αξιωματούχοι και οι αρχηγοί των φυλών, αντί να παραδώσουν την πόλη (και το εμπόριο) τους στην καταστροφή, είναι πιθανόν να ζητήσουν στους στρατιώτες του ΙΚ να αποσυρθούν – όπως το έκαναν το 2014 με τα σιιτικά στρατεύματα – … και αυτοί θα αρνηθούν μην έχοντας σχεδόν καθόλου χώρο να υποχωρήσουν.

Ένα Κράτος δεν μπορεί να κρατηθεί αποκλειστικά με την καταστολή. Όπως έχουμε γράψει, αν το ΙΚ κατάφερε να αποκτήσει την υποστήριξη ενός μέρους του πληθυσμού, των αρχηγών των φυλών και των τοπικών αξιωματούχων, αυτό συνέβη επειδή παρείχε την απαραίτητη τάξη και ασφάλεια για την επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας και βελτίωσε την παροχή τροφίμων[4]. Οι βομβαρδισμοί έχουν στόχο την καταστροφή των οικονομικών και διαχειριστικών ικανοτήτων του (λογιστικές υποδομές, κεντρικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις κ.α.) αποκόπτοντάς ένα τμήμα της λαϊκής στήριξής του και συνεισφέροντας στην επιτάχυνση της πτώσης του. Από αυτή την οπτική γωνία, η κρατική δομή του ΙΚ είναι αναμφίβολα σε πλήρη παρακμή. «Το Ισλαμικό Κράτοςέχασε έδαφος στη Συρία και το Ιράκ και επομένως ελέγχει μικρότερους πληθυσμούς. Η καταβολή φόρου” αποδίδει πολύ λιγότερο γιατί υπάρχουν λιγότεροι “καταβάλλοντες”. Όσον αφορά στα κολοσσιαία ποσά που κατασχέθηκαν από τις χρηματοοικονομικές εγκαταστάσεις κατά τη διάρκεια των διάφορων κατακτήσεων, ιδιαίτερα στο Ιράκ, αυτά είναι όπως οι κληρονομιές: φθίνουν σιγά-σιγά. Πρέπει να ειπωθεί πως η διαχείριση ενός “Κράτους” κοστίζει ακριβά”[5].  Οι μισθοί των δημόσιων υπαλλήλων και τα επιδόματα μειώθηκαν, οι φόροι αυξήθηκαν. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για μια πολεμική «οικονομία» της αρπαγής. Το ΙΚ, αποκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, πρέπει να διαχειριστεί στο εσωτερικό του τις ροές μεταναστών που διαφεύγουν των μαχών, των βομβαρδισμών και της έλλειψης τροφίμων την ίδια στιγμή που παρέχει τρόφιμα κατά προτεραιότητα στους μαχητές του. Η επαναφορά της υποχρεωτικής κατάταξης σε ορισμένες περιοχές συνεισφέρει εξίσου στη δυσανασχέτηση του πληθυσμού, ενώ οι εκτελέσεις λιποτακτών (συμπεριλαμβανομένων των ξένων εθελοντών) πολλαπλασιάζονται.

Το Χαλιφάτο γεννήθηκε και γνώρισε ευημερία πάνω στην κατάρρευση δυο Κρατών, αλλά σήμερα είναι το ίδιο, ως κρατική οντότητα με τα δυο πόδια εκατέρωθεν των συρο-ιρακινών συνόρων, που βρίσκεται σε διαδικασία εξαφάνισης. Έχοντας ατονήσει η βασική ελκτική του δύναμη, η ισχύς, θα απομείνει μόνο ο μύθος: αυτόν που επεδίωξε να σφυρηλατήσει με την προπαγάνδα και τον εσχατολογικό λόγο του (επιβεβαιωμένο από τη δημιουργία μιας πλανητικής συμμαχίας εναντίον του). Θα παραμείνει η πικρία επίσης σε όσους πίστεψαν ή ωφελήθηκαν από αυτό το καθεστώς, κυρίως μεταξύ των ιρακινών σουνιτών, την οποία το ΙΚ θα συνεχίσει να εκμεταλλεύεται, ακόμα και περιοριζόμενο σε ένα τοπικό και διεθνές αντάρτικο δίκτυο[6].

Αναζητώντας να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί το Χαλιφάτο, πώς ζούσαν εκεί καθημερινά 8 με 10 εκατομμύρια κάτοικοι, δεν αναφερθήκαμε μέχρι τώρα στις «εξωτερικές» wilayas (επαρχίες) της Λιβύης, της Υεμένης, της Αιγύπτου ή του Αφγανιστάν. Πρόκειται για στρατιωτικά σώματα που έχουν δηλώσει πίστη στο ΙΚ και ασκούν έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο έλεγχο σε κάποιες ζώνες ή περιοχές με τον παραδοσιακό τρόπο του αντάρτικου, αλλά δεν είναι σε θέση να εγκαταστήσουν μια σταθερή διοίκηση.

Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί η Λιβύη και η τάση να μεταφερθεί εκεί το κοινωνικό μοντέλο του ΙΚ. Τον Οκτώβριο του 2014, μετά από τρία χρόνια εμφύλιου πολέμου, μια ομάδα εγκατεστημένη γύρω από τη Σύρτη, παλιό προπύργιο της φυλής του Kadhafi, δηλώνει πίστη στον Χαλίφη Al-Baghdadi. Επωφελούμενη της περιθωριοποίησης που υφίσταται η πόλη μετά από την «επανάσταση», χτίζει συμμαχίες με διάφορες τοπικές φυλές και ένοπλες πολιτοφυλακές και σταδιακά επεκτείνει τον έλεγχό της σε μια παραλιακή ζώνη μήκους 200 χλμ, καθώς και, για σύντομο χρονικό διάστημα, στην πόλη της Derna στην Κυρηναϊκή. Θεσμοθετείται ισλαμικό δικαστήριο και αστυνομία ηθών, ενώ καθιερώνονται οι αυστηροί κανόνες διαβίωσης που επικρατούν στη Ράκκα. Αλλά η φυγή ενός μεγάλου μέρους των 120.000 κατοίκων αποδιοργανώνει εντελώς την καθημερινή ζωή. Καθώς ο δρόμος προς τη Συρία γίνεται ολοένα και πιο δύσκολος, στην πόλη αρχίζουν να συγκεντρώνονται χιλιάδες ξένοι μαχητές, εκ των οποίων πολλοί Τυνήσιοι. Ο αντιρατσιστικός λόγος του ΙΚ εντούτοις δεν αποδίδει, μιας και οι τζιχαντιστές που προέρχονται από χώρες της υποσαχάριας Αφρικής (Σομαλοί, Σενεγαλέζοι, Σουδανοί κ.α.), πολλοί σε αριθμό, δεν γίνονται αποδεκτοί από τον τοπικό πληθυσμό.

Καθώς οι δυτικές χώρες απεύχονται την επανεμφάνιση της χαλιφικής κρατικής εμπειρίας στη Βόρεια Αφρική και την επέκτασή της στην Τυνησία ή την Αλγερία, είχε εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας νέας διεθνούς στρατιωτικής επέμβασης. Μια τέτοια επέμβαση θα επέτρεπε παρεμπιπτόντως (δυνητικά) και την επίλυση ζητημάτων που προϋπάρχουν της εμφάνισης του ΙΚ όπως η ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών (υπήρχαν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με τον Kadhafi επί του θέματος από το 2008) ή η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου. Αλλά η λύση που βρέθηκε, φτηνότερη και απλούστερη καθώς δεν απαιτεί μια πραγματική μακροπρόθεσμη στρατηγική, είναι η υποστήριξη – με ειδικές δυνάμεις και βομβαρδισμούς – των τοπικών ισλαμικών πολιτοφυλακών που είναι αντίπαλοι του ΙΚ. Τη στιγμή που γράφουμε αυτές οι γραμμές, και μετά από δυο μήνες συγκρούσεων, οι τελευταίοι υπερασπιστές της Σύρτης πολεμάνε ακόμα, αν και χωρίς ελπίδα, σε μερικές συνοικίες στο κέντρο της πόλης. Άλλοι θα συνεχίσουν πιθανόν να πολεμούν στο όνομα του Χαλιφάτου περισσότερο στον Νότο, μέσα στην έρημο.

3 / «Rojava»?

 Πριν τον πόλεμο, η Συρία περιελάμβανε πολλές ασυνεχείς ζώνες με κουρδικό πληθυσμό κατά μήκος των τουρκικών συνόρων: Jazira, Kobane και Afrin, τρία «καντόνια» μιας επικράτειας στην οποία πολλοί δίνουν το όνομα «Rojava», «δύση» στα κουρδικά, «δυτικό Κουρδιστάν» κατ’ επέκταση. Ο κουρδικός πληθυσμός υπολογίστηκε τότε μεταξύ 1,5 και 3 εκατομμυρίων ατόμων, αλλά πολλοί από αυτούς, ίσως η πλειοψηφία, ζούσαν στο Χαλέπι και τη Δαμασκό. Ένας πληθυσμός ο οποίος υφίστατο διακρίσεις από τους Assad, αλλά στον οποίο η συμμαχία μεταξύ ΡΚΚ και συριακού καθεστώτος (από το 1979 μέχρι το 1998 με στόχο την αποσταθεροποίηση της Τουρκίας) επέτρεπε να ζει ήρεμα. Θα έπρεπε να περιμένουμε το 2003 για να δημιουργήσει το ΡΚΚ ένα συριακό παρακλάδι, το ΡΥD, χωρίς μεγάλη απήχηση. Σε αυτή την επικράτεια θα λάβει χώρα μια σημαντική λαϊκή εξέγερση ενάντια στις διακρίσεις.

Το 2011, οι διαδηλώσεις ενάντια στο καθεστώς είναι μαζικές στην περιοχή και τα ζητήματα που αφορούν την κουρδική εθνότητα, σε αντίθεση με το 2004, τίθενται σε δεύτερο πλάνο. Τον Απρίλιο, το καθεστώς, παίζοντας το χαρτί της εθνικοποίησης, δίνει τη συριακή υπηκοότητα σε 150.000 Κούρδους – οι οποίοι την είχαν στερηθεί από το 1962 και μετά – και απελευθερώνει φυλακισμένους αγωνιστές του PYD. Το κόμμα κάνει την εμφάνισή του τότε στα βόρεια της Συρίας, κυρίως με την επιστροφή του εξόριστου διοικητή του Salih Muslim Muhammad, ο οποίος παίρνει χάρη από τη Δαμασκό[7]. Τον Ιούλιο, το καθεστώς αποσύρει στρατιώτες και αστυνομικούς από τα τρία καντόνια και τους επανατοποθετεί σε άλλα μέρη της χώρας όπου συμμετέχουν στην καταστολή. Το κουρδικό κόμμα καταλαμβάνει, χωρίς βία, τοπικά κτίρια και εκτάσεις που έχουν εγκαταλειφθεί. Σε αυτές τις ζώνες, σταματούν άμεσα οι διαμαρτυρίες εναντίον του Assad και υπέρ της δημοκρατίας[8] και το PYD αρχίζει να εφαρμόζει το πρόγραμμά του, τον «δημοκρατικό συνομοσπονδισμό»[9].

Τρία χρόνια αργότερα, χάρις στη μηντιακή μάχη του Kobane, ένα τμήμα της άκρας αριστεράς και των αναρχικών της Γαλλίας ανακαλύπτει τη Rojava. Σύμφωνα με μια αγωνιστική λογική που έχουμε ξαναδεί (Αλγερία, Νικαράγουα ή Τσιάπας), ανακαλύπτουν εκεί μια πραγματική ή δυνητική επανάσταση και ρίχνονται στην εξύμνησή της. Αυτή η διαδικασία δεν συνιστά παρόλα αυτά παρά τη μεταμοντέρνα εκδοχή ενός παρωχημένου εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, με τις αναπόφευκτες ατέλειές του, το οποίο όμως αποσκοπεί στην καθιέρωση μιας δημοκρατίας δυτικού τύπου συνδυασμένης με τη συμμετοχή των πολιτών. Το PYD δεν κάνει λάθος και αναζητεί τη στήριξη των σοσιαλδημοκρατών (Σοσιαλιστικό Κόμμα, Κομμουνιστικό Κόμμα, Πράσινοι για τη Γαλλία). Μια από τις ιδιαιτερότητές του ήταν να παίξει με τις φεμινιστικές διαθέσεις των Δυτικών θέτοντας συστηματικά στο προσκήνιο, για τους δημοσιογράφους, γυναίκες μαχητές (οι οποίες, θα σημειώσει ένα προσεκτικό μάτι, σπανίως στην πραγματικότητα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή).

Δεν θα επιστρέψουμε εδώ στον ελάχιστα ελευθεριακό χαρακτήρα αυτού του κόμματος και του καθεστώτος στη Rojava, ούτε στην υποτιθέμενη επαναστατική διαδικασία του, οι κριτικές είναι πολυάριθμες[10]. Η μόδα της Rojava υποχώρησε αλλά έκανε ζημιά στον χώρο των αγωνιστών[11]. Είναι για παράδειγμα δύσκολο να καταγγέλλεις σήμερα τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό όταν χθες καλούσες το ΝΑΤΟ να υποστηρίξει τις YPG… Σήμερα, αφήνοντας στην άκρη το σχέδιο ενός εργοστασίου κατασκευής βιολογικών λιπασμάτων, οι πληροφορίες που προέρχονται από τη Rojava είναι σίγουρα στρατιωτικής ή αστυνομικής φύσης και αν μερικές δεκάδες ευρωπαίων μαοϊκών μάχονται ακόμα στις τάξεις των YPG, το κάνουν στο πλάι εκατοντάδων αμερικανών στρατιωτών των ειδικών δυνάμεων.

Το PYD σοφά επωφελήθηκε της συριακής σύγκρουσης για να πραγματοποιήσει τους δικούς του στόχους: την ένωση των τριών καντονιών, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονταν μέχρι πρότινος ζώνες κατοικημένες από Άραβες (μερικές φορές προμελετημένα «αραβοποιημένων» τη δεκαετία του ’70) ή Τουρκμένους. Αυτό επέτρεψε στο κόμμα να γίνει ο αναπόφευκτος συνεργάτης των δυνάμεων που εμπλέκονται στη σύγκρουση, γιατί τα σχέδιά του συμπίπτουν με τη θέλησή τους να τελειώνουν με το Χαλιφάτο. Μετά την Ουάσιγκτον, υποστηρίχτηκε και από τη Μόσχα όπου εξάλλου άνοιξε και τα πρώτα «διπλωματικά» γραφεία του (μετά στην Πράγα, το Βερολίνο, το Παρίσι κ.α.). Οι YPG, οι οποίες μετρούν μεταξύ 5.000 και 50.000 μαχητών(!), έχουν γίνει οι περίφημες «δυνάμεις εδάφους» που καμία χώρα δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει.

Οι ΗΠΑ, για να πείσουν το PYD να συμμετάσχει στην κατάληψη της πρωτεύουσας του ΙΚ, έπρεπε να υποσχεθούν να βοηθήσουν (στρατιωτικά και διπλωματικά) στην επανένωση των τριών καντονιών. Η συμφωνία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2015 με τη δημιουργία μια νέας αραβο-κουρδικής στρατιωτικής συμμαχίας, των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (FDS), στο εσωτερικό των οποίων οι YPG αντιπροσωπεύουν το 75 με 80% των μαχητών. Είναι πράγματι περισσότερο ενδεδειγμένο να υποστηρίζεις μια τέτοια συμμαχία από ό,τι το αδελφό κόμμα του PKK, το οποίο έχει χαρακτηριστεί «τρομοκρατικό» από τη «διεθνή κοινότητα». Η συμμετοχή αραβικών και συριακών εφεδρειών αποτελεί εξάλλου αναγκαιότητα για να κατακτηθούν οι μη κουρδικές ζώνες και σίγουρα η Ράκκα, της οποίας οι 300.000 κάτοικοι δεν βλέπουν αναγκαστικά με καλό μάτι την άφιξη κουρδικών δυνάμεων. Στις αρχές του 2016, η επιχείρηση αποκτά επείγων χαρακτήρα μιας και από τον νότο είναι οι FDS που προσεγγίζουν την πόλη. Οι ΗΠΑ έστειλαν λοιπόν 500 άνδρες που συμμετείχαν στις συγκρούσεις δίπλα στις YPG-FDS. Δεδομένου του οικονομικού και συμβολικού βάρους της πόλης, δεν είναι άνευ σημασίας αν θα πέσει στα χέρια των φιλορώσων ή των φιλοαμερικάνων.

Στο δυτικό τμήμα της χώρας, τον Φεβρουάριο του 2016, οι YPG συμμετείχαν στην επίθεση που ξεκίνησαν οι FDS και η Χεζμπολλάχ στα βόρεια του Χαλεπιού εναντίον πολλών «αντάρτικων» ομάδων, μεταξύ των οποίων και η Al-Nosrah, με σκοπό να κοπεί ο στρατηγικός διάδρομος του Azaz. Η επιχείρηση διεξήχθη με τη στήριξη της ρωσικής αεροπορίας και την έγκριση των ΗΠΑ[12]. Επιπλέον στα νότια, όπου το πρόσχημα της ενοποίησης των καντονιών δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επίκλησης, οι YPG βοήθησαν επανειλημμένως τα στρατεύματα του Assad να ολοκληρώσουν την περικύκλωση των συνοικιών «των ανταρτών» στο Χαλέπι, όπου μένουν ακόμα 200.000 κάτοικοι.

Η συνεργασία μεταξύ YPG και FDS δεν εκπλήσσει γιατί η αμφίσημη σχέση μεταξύ διοικήσεων της Δαμασκού και της Rojava χρονολογείται, όπως είδαμε, από το 2011. Ορισμένα μέλη της συριακής αντιπολίτευσης του εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων και άλλων κουρδικών οργανώσεων, θεωρούν εντελώς έντιμα το PYD ως εκπρόσωπο του καθεστώτος Assad. Αυτό που χαρακτηρίζει τη σχέση YPG/FDS από την αρχή του πολέμου είναι πριν από όλα η ειρηνική συνύπαρξη που ωφελεί τις αντίστοιχες ατζέντες τους. Αλλά ακριβώς όπως η προηγούμενη συμμαχία μεταξύ Afez el Assad και ΡΚΚ, έτσι και αυτή μεταξύ Bachar el Assad και PYD παραμένει συγκυριακή και θα μπορούσε να διακοπεί βίαια (ειδικά καθώς ένα μέρος των σουνιτικών αντάρτικων ομάδων που ενώθηκαν με τις FDS αντιτίθενται στον Assad). Το βλέπουμε καλά στο Hasakeh και το Qamishli, δυο θύλακες πιστούς στο καθεστώς στην καρδιά της Rojava όπου checkpoints και μαχητές των δυο στρατοπέδων συνυπάρχουν και όπου, από το 2011 και μετά, έχουν λάβει χώρα πολλές διενέξεις[13]. Οι YPG είχαν τα μέσα να επιβληθούν αλλά η παρουσία του καθεστώτος είναι χρήσιμη για τα συμφέροντά τους, με το αεροδρόμιο του Qamishli για παράδειγμα να διασφαλίζει τη σταθερή αεροπορική σύνδεση της Rojava με το υπόλοιπο της Συρίας· επιτρέποντας επίσης στις μεσαίες τάξεις της περιοχής (Κούρδοι και Άραβες) να ταξιδεύουν στη Δαμασκό και στις ζώνες πιστές στο καθεστώς για τις δουλειές, τις σπουδές, την ιατρική περίθαλψη και άλλες υποθέσεις τους[14]. Η κατάκτηση αυτών των δύο πόλεων από τις YPG δεν θα λάβει χώρα παρά μόνο μετά το οριστικό τέλος της σύγκρουσης.

Δεν ξέρουμε πλέον σήμερα αν πρέπει ακόμα να μιλάμε για «Rojava» καθώς, τον Μάρτιο, μια απλή αυτόνομη «Περιφέρεια στα Βόρεια της Συρίας», με θολά και επεκτάσιμα όρια, διαδέχτηκε τη διοίκηση των τριών καντονιών από το PYD. Πρόκειται για την καθησύχαση των αραβικών ή χριστιανικών πληθυσμών, για τους οποίους η ηγεμονία του PYD γίνεται εκνευριστική (ορισμένες αραβικές πόλεις, όπως το Tell Abyad, που δεν είδαν με καλό μάτι τη διοικητική προσάρτησή τους στο καντόνι του Kobane)[15]. Αυτό που διαγράφεται είναι η δημιουργία μιας επικράτειας (εκ των πραγμάτων) αυτόνομης στα βόρεια της Συρίας, κατά μήκος των τουρκικών συνόρων, πολιτικά κυριαρχούμενης από το ΡYD αλλά υπό τη στρατιωτική προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι τελευταίες αναμφίβολα έχουν υποσχεθεί στον τούρκο συμμαχό τους ότι αυτή η επικράτεια δεν θα φέρει το όνομα του… «Κουρδιστάν».

4 / Τάξεις υπό καταστροφή

 Και οι προλετάριοι σε όλο αυτό; Μιλάμε πράγματι για αυτό το ζήτημα από την αρχή, αλλά υπό τη μορφή του κρέατος για τα κανόνια. Είναι αλήθεια πως, αν δεν βρίσκεσαι ήδη με τη βία σε ένα στρατόπεδο, η επαγγελματική επιλογή του να πάρεις όπλα αποτελεί σε ορισμένες περιοχές ευκαιρία οικονομικής επιβίωσης. «Όλα τα επαγγέλματα εξαφανίζονται, δεν απομένει πλέον άλλη επιλογή στους νέους από το να καταταγούν ως μαχητές»[16]. Και επιλογή επιβίωσης «εν γένει» σε αυτούς τους πολέμους, όπου οι πολίτες πληρώνουν βαρύτερο τίμημα από ό,τι οι στρατιώτες. «Είναι αλήθεια. Σε αυτούς τους πολέμους, το πρόβλημα είναι να είσαι πολίτης. Αν επιθυμείτε να παραμείνετε ζωντανός, πιο πολύ αξίζει να πάρετε τα όπλα» (Gérard Chaliand).

Μια κουρελιασμένη οικονομία

 Πρέπει καταρχήν να λάβουμε υπόψη μας ότι η οικονομία της χώρας είναι ρημαγμένη, όπως οι πόλεις και οι βιομηχανικές και αγροτικές ζώνες της. Μεταξύ Μαρτίου 2011 και τέλους 2015, ο πόλεμος είχε κοστίσει στο συριακό Κράτος περίπου 250 δισεκατομμύρια δολλάρια (απώλεια οικονομικής παραγωγής, μερική ή ολική καταστροφή κεφαλαίου, στρατιωτικές δαπάνες εκτός προϋπολογισμού)[17]. Το ΑΕΠ της συρρικνώθηκε κατά 55% μεταξύ 2010 και 2015. Τα τελωνειακά και φορολογικά έσοδα εκμηδενίστηκαν, ενώ τα έσοδα που συνδέονται με τον πετρελαϊκό τομέα μειώθηκαν κατά 95%. Το ακαθάριστο εσωτερικό αγροτικό προϊόν μειώθηκε κατά 60% και οι καλλιεργήσιμες επιφάνειες περιορίστηκαν από τα 6 στα 3,6 εκατομμύρια εκτάρια προκαλώντας σημαντική αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, τα οποία εντούτοις επιχορηγούνται. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει πλέον αγορά σε εθνικό επίπεδο, μόνο πολλές οικονομικές περιφέρειες περιορισμένων συναλλαγών.

Πριν τον πόλεμο, η ΕΕ αποτελούσε τον κύριο εμπορικό εταίρο της χώρας, αλλά οι οικονομικές κυρώσεις που επέβαλε στη Συρία τα άλλαξαν όλα. Μεταξύ 2012 και 2013, οι εισαγωγές της ΕΕ από τη Συρία μειώθηκαν κατά 53% και οι εξαγωγές της ΕΕ προς τη Συρία κατά 36%. Συνολικά, οι εξαγωγές και εισαγωγές της χώρας μειώθηκαν αντίστοιχα κατά 89 και 60% μεταξύ 2011 και 2014. Είναι η Κίνα που έγινε ο κύριος πάροχος αγαθών στη Συρία, ακολουθούμενη από την Τουρκία και τη Ρώσικη Ομοσπονδία.

Το μισθολογικό μέρος των εισοδημάτων των Σύριων βρίσκεται σε πτώση εξαιτίας του κλεισίματος πολλών επιχειρήσεων: από το 2011 και μετά, αν και πολλά αφεντικά μετεγκατέστησαν τα εργοστάσιά τους σε πιο ασφαλείς ζώνες (προς την ακτή), άλλα εγκαταστάθηκαν στο εξωτερικό (Αίγυπτος, Τουρκία, Λίβανος). Σε ορισμένες περιοχές που ελέγχουν οι αντάρτες, ολόκληρα εργοστάσια αποσυναρμολογήθηκαν, πουλήθηκαν στη μαύρη αγορά και στη συνέχεια συναρμολογήθηκαν εκ νέου στην Τουρκία. «Από τα 40.000 εργοστάσια και βιοτεχνίες που ήταν σε λειτουργία στην επαρχία του Χαλεπιού, που περιλαμβάνει την πόλη μαζί με τα περίχωρά της, μόνο 4.000, δηλαδή το 10% συνεχίζουν να λειτουργούν. Περίπου 28.000 καταστράφηκαν μερικώς ή ολικώς, ενώ περίπου άλλα 8.000 εργοστάσια μετεγκαταστάθηκαν στην Τουρκία ή στις συριακές ακτές ή απλά σταμάτησαν να λειτουργούν»[18].

Αν και το μεγαλύτερο μέρος των μεγάλων βιομηχανικών συμπλεγμάτων όπως διυλιστήρια, κεντρικές ηλεκτρικές εγκαταστάσεις ή τσιμεντοβιομηχανίες μοιάζουν ανέπαφα, η οικονομία έχασε μεταξύ 2,1 και 2,7 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν σήμερα τη βασική πηγή εισοδήματος για τους Σύριους (συμπεριλαμβανομένων όσων ζουν σε ορισμένες ζώνες που ελέγχονται από τους αντάρτες).

Το ποσοστό ανεργίας ήταν 55% το 2015, στους νέους έφτανε το 78% (αντί 12 και 30% αντίστοιχα το 2011). Σήμερα, το 83,4% των Σύριων ζει κάτω από το όριο της φτώχειας (αντί 28% το 2010). Σε αυτή τη διαλυμένη χώρα, η αθλιότητα δεν αντισταθμίζεται παρά μόνο με μικρούς μισθούς, την άσκηση ελευθέριων επαγγελμάτων, την ευφυία, τον δανεισμό, την πώληση διάφορων αντικειμένων κλπ. Πολλοί χρωστούν την επιβίωσή τους στην ανθρωπιστική βοήθεια όπως στις συνοικίες πιστές στο καθεστώς, και άλλοτε «αστικές», του Χαλεπιού των σχεδόν ενός εκατομμυρίου κατοίκων[19].

Σε αυτή την πόλη, το 52% των κατοικιών είναι εφεξής μη χρησιμοποιήσιμες (κυρίως στα παράνομα χτισμένα περίχωρα). Η μεγάλη πλειοψηφία των εκτοπισμένων προς το εσωτερικό της ίδιας τους της χώρας, ακόμα και εντός της ίδιας της πόλης τους, πρέπει να μένουν σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους ή με συγγενείς, να καταλαμβάνουν γιαπιά ή μερικώς κατεστραμμένα σπίτια ή να κάνουν κατάληψη σε κενά διαμερίσματα. Στη Λαττάκεια, μια ασφαλής πόλη, το 82% των προσφύγων είναι ενοικιαστές, συχνά με συγκατοίκους εξαιτίας του ύψους των ενοικίων.

Στις «απελευθερωμένες» ζώνες

Ως αναφορά στη ματαιωμένη «Επανάσταση» της άνοιξης του 2011, οι αντιπολιτευόμενοι στον Assad αποκαλούνται ακόμα μερικές φορές «επαναστάτες». Ορισμένοι χρησιμοποιούν το ίδιο επίθετο για να χαρακτηρίσουν τη διαδικασία αυτοοργάνωσης που τέθηκε σε εφαρμογή στις λεγόμενες «απελευθερωμένες» ή «ημι-απελευθερωμένες» ζώνες, δηλαδή μη ελεγχόμενες από τον AAS, το ΙΚ ή τις YPG.

Στις περιοχές όπου χρειάστηκε να αποσυρθούν τα στρατεύματα που ήταν πιστά στο καθεστώς, η καθημερινή επιβίωση αναλήφθηκε από τον ίδιο τον πληθυσμό ξεκινώντας από το καλοκαίρι του 2012. Τα πολυάριθμα πολιτικά κόμματα της συριακής αντιπολίτευσης στο εξωτερικό, όπως ακριβώς τα συνδικάτα, ήταν ανύπαρκτα εντός της χώρας και δεν μπόρεσαν να πλαισιώσουν το κίνημα. Αυθόρμητα ή κατόπιν πρωτοβουλίας δικτύων αλληλεγγύης και αντίστασης που συγκροτήθηκαν την άνοιξη του 2011, σχηματοποιήθηκε μια πολλαπλότητα ενώσεων, «λαϊκών» επιτροπών, «τοπικών» ή «γειτονιάς», τοπικά (όπου μαζεύονται οι επιτροπές) ή δημοτικά (εκλεγμένα) συμβούλια, τα οποία επρόκειτο να διασφαλίσουν τη λειτουργία των ζωτικών δημόσιων υπηρεσιών ή να διαχειριστούν την παροχή τροφίμων. Είναι αυτό που πρόκειται να αποκαλεστεί «θεσμοί των πολιτών», μια αυτοοργάνωση που, με τον χρόνο, θα μετασχηματιστεί σε αυτοδιοίκηση[20]. Το γεγονός ότι οι επιτροπές είχαν μια μη ιεραρχική λειτουργία βασισμένη στην αλληλοβοήθεια ερμηνεύει το γεγονός ότι ορισμένοι μπόρεσαν να δουν σε αυτές μια ελευθεριακή επιρροή[21]. Αλλά, ευτυχώς, οι αναρχικοί δεν είναι οι μόνοι που οργανώνονται όταν πρόκειται για την επιβίωση.

Εν αναμονή της επιστροφής μιας εξουσίας, οι διοικητές των ανταρτών επιδιώκουν στην πραγματικότητα να εκπληρώσουν τα καθήκοντα που το Κράτος, απών από αυτές τις ζώνες, δεν μπορεί να εκτελέσει. Οι προηγούμενοι δημόσιοι υπάλληλοι, όντας οι πιο ικανοί για να ξαναθέσουν σε λειτουργία τις δημόσιες υπηρεσίες, προφανώς συνεισέφεραν σε αυτό, συμπεριλαμβανομένων μερικές φορές των αστυνομικών. Αυτό ήταν ακόμα πιο πρακτικό μιας και η Δαμασκός συνεχίζει να συχνά να καταβάλλει τους μισθούς τους.

«Πρέπει καταρχήν να κάνουμε να επικρατήσει η τάξη και να επανασυγκροτήσουμε, ορισμένες φορές στηριζόμενοι σε μέχρι πρότινος στα πράγματα  έμπειρους φορείς, τις αστυνομικές υπηρεσίες. Πρέπει να οργανώσουμε εκ νέου τα δικαστήρια και να αρχίσουμε ξανά να αποδίδουμε Δικαιοσύνη. Πρέπει να κρατάμε ενήμερους τους διοικητικούς μηχανισμούς και να παρέχουμε στους κατοίκους τα έγγραφα που έχουν ανάγκη. Πρέπει να επιτρέψουμε στις τράπεζες να λειτουργήσουν με πλήρη ασφάλεια. Πρέπει να προμηθεύσουμε τις αγορές παρά τα εμπόδια και τις ελλείψεις καυσίμων. Πρέπει να κάνουμε τα αρτοποιεία να δουλέψουν. Πρέπει να οργανώσουμε μυστικά κέντρα παροχής βοήθειας για να εμποδίσουμε την καταστροφή τους από τις αεροπορικές δυνάμεις του καθεστώτος. Πρέπει να παράσχουμε βοήθεια στις οικογένειες που έχουν ανάγκη και στους γονείς των κρατούμενων. Πρέπει να παράσχουμε καταφύγιο και προμήθειες στους πρόσφυγες που πετάχτηκαν στον δρόμο από την καταστροφή των σπιτιών τους. Πρέπει να μαζέψουμε τα σκουπίδια, να συντηρήσουμε το οδικό δίκτυο, να επισκευάσουμε τα απαραίτητα κτίρια. Πρέπει να ξεκινήσουμε τα σχολεία. Κλπ, κλπ.»[22].

Οι πρώτοι θεσμοί που στήνονται εκ νέου είναι λοιπόν συχνά η αστυνομία και η δικαιοσύνη[23]. Η δημιουργία μιας αστυνομίας οφείλει να εγγυηθεί την «ασφάλεια» σε αυτούς τους καιρούς που άνδρες με όπλα βρίσκονται παντού. Πραγματικότητα ή φαντασία, έχει σημασία ότι κυκλοφορεί η φήμη της απελευθέρωσης από τον Assad χιλιάδων φυλακισμένων του κοινού ποινικού δικαίου στην αρχή της εξέγερσης. Μια επαρκής αστυνομία επιτρέπει επίσης την απομάκρυνση εκτός πόλης των ενοχλητικών ένοπλων ομάδων που, αυθόρμητα, επιθυμούν να παίξουν αυτόν τον ρόλο[24].

Όσον αφορά τα δικαστήρια, το διακύβευμα είναι εξίσου πολιτικό για τους αντάρτες, οι οποίοι, πολεμώντας μια δικτατορία, πρέπει να αποδίδουν δικαιοσύνη σωστά. Αλλά πώς θα γίνει αυτό, ειδικά όταν οι δικαστές έχουν φύγει και σε ποιο δίκαιο θα στηριχτείς; Είναι οι σεΐχηδες, οι δικηγόροι και φοιτητές του Δικαίου που κλήθηκαν να συνεισφέρουν στην αρχή. Μολονότι μερικές φορές συνεχίζεται η εφαρμογή του συριακού αστικού Δικαίου και άλλοι προτιμούν τον κώδικα της αραβικής Ένωσης (ένα αστικό και ποινικό δίκαιο που βασίζεται στη σαρία και συντάχθηκε το 1996 από την αραβική Λίγκα), είναι πιο συχνά η Σαρία που διατηρεί τη νομιμότητά της εντός του πληθυσμού, οπωσδήποτε στην επαρχία[25].

Η διατήρηση της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης (ατομική ιδιοκτησία, χρήμα, μισθωτή εργασία κλπ.) και ο ρόλος των μεσαίων τάξεων καθιστά εκ των ων ουκ άνευ αυτόν τον τύπο των δομών· εξ ου, απέναντι στο χάος, η αναγκαία αναζήτηση μιας εξουσίας, δηλαδή ενός μονοπωλίου της βίας.

«Απελευθερωμένη» δεν σημαίνει αναγκαστικά «δημοκρατική», ειδικά όταν η διοργάνωση εκλογών αποδεικνύεται δύσκολη. Ο έλεγχος αυτών των θεσμών συνιστά διακύβευμα εξουσίας. Επιλεγμένες, διορισμένες ή εκλεγμένες, βρίσκουμε έτσι στο τιμόνι των ποικίλων συμβουλίων πολλές προσωπικότητες που προέρχονται από το κίνημα του 2011 (των μεσαίων τάξεων), αλλά επίσης και τοπικούς αξιωματούχους, εκπροσώπους φυλών ή τοπικών στρατιωτικών ομάδων.

Από το φθινόπωρο του 2012 και μετά, η αντιπολίτευση του εξωτερικού εκκινεί μια διαδικασία ενσωμάτωσης και συγκεντροποίησης των πολιτικών δομών και διοργανώνει στην Τουρκία συναντήσεις «σημαντικών εκλεκτόρων». Πολλές επιτροπές επιλέγουν να συνδεθούν με αυτή τη διαδικασία με σκοπό να επωφεληθούν από το δίκτυο διανομής της διεθνούς ανθρωπιστικής και οικονομικής βοήθειας, την οποία έχουν απολύτη ανάγκη, μιας και οι τοπικές πηγές εισοδήματος είχαν εξαντληθεί εξαιτίας της αδυναμίας να συλλεχθούν φόροι και δασμοί.

Εντούτοις, μιας και οι μαχητές έχουν πάντοτε προτεραιότητα για τους χρηματοδότες, αυτοί οι θεσμοί θα πρέπει να συνυπάρξουν μαζί με ποικίλες ένοπλες ομάδες. Το μονοπώλιο της βίας είναι στην πραγματικότητα αυτό που επιτρέπει όλα τα υπόλοιπα.

Στρατιωτικοποίηση της εξέγερσης

 Την άνοιξη του 2011, ο Assad καλεί εσπευσμένα τον στρατό, ο οποίος ως σώμα παραμένει πιστός σε αυτόν[26], για να ηγηθεί της βίαιης καταστολής. Συγκροτούνται λοιπόν μικρές ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας για να συνοδεύουν τα μπλοκ των διαδηλωτών. Αλλά, με την εισροή λιποτακτών και την εγκατάλειψη ορισμένων περιοχών από το καθεστώς (κυρίως των πιο φτωχών ζωνών της υπαίθρου ελλείψει διαθέσιμων στρατευμάτων), συγκροτούνται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού αυτόνομες ένοπλες ομάδες εκκινώντας από τοπικές πρωτοβουλίες. Οι συγκρούσεις γενικεύονται στο τέλος του έτους διότι αυτές οι ομάδες, οι οποίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως προεικόνιση ενός νέου εθνικού στρατού, δημιουργούνται σχεδόν παντού. Είναι μόνο αργότερα, στις αρχές του 2012, που η αντιπολίτευση του εξωτερικού θα προσπαθήσει να τις συντονίσει σε έναν πραγματικό στρατό, τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό (ASL), αλλά η απόπειρα θα οδηγηθεί σε αποτυχία.

Αυτό το πέρασμα στην ένοπλη πάλη, που εξελίσσεται τάχιστα σε στρατιωτικοποίηση, δεν γίνεται ομόφωνα. Η βία δεν διακινδυνεύει τη δυσφήμηση του κινήματος; Σε πολλές πόλεις, όπως η Homs για παράδειγμα, αυτή η διαμάχη αντανακλά εν μέρει την αντιπαράθεση μεταξύ των κατοίκων των λαϊκών συνοικιών και της υπαίθρου (πιο «πρακτικών») και των αστικών ελίτ που αποτελούνται από φοιτητές και ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι διευθύνουν τις ειρηνικές διαδηλώσεις. Η στρατιωτικοποίηση βιώνεται από πολλούς εξ αυτών ως απέκδυση της επανάστασης[27] (παρά τις εξαιρέσεις, όπως το Πανεπιστήμιο του Χαλεπιού που δημιουργεί τη δική του ένοπλη ομάδα).

Μολονότι η πλειοψηφία των μαχητών κατάγεται από τις λαϊκές περιοχές και την ύπαιθρο, η σύνθεση της διοίκησης είναι πιο πολύπλοκη, μιας και ο πόλεμος αναδιανέμει μερικώς τα χαρτιά. Οι ικανότητες, η γενναιότητα, η ικανότητα να προμηθεύεσαι όπλα μετράνε, δίνοντας προνομιακή θέση στους λιποτάκτες αξιωματικούς. Αλλά αν η θέση του αξιωματούχου πριν τον πόλεμο δεν αρκεί για να σε κάνει στρατιωτικό διοικητή, αναδεικνύεται ως προσόν όπως ακριβώς το (κατάλληλο) ανήκειν σε μια φυλή. Άλλο κριτήριο, η αρχική οικονομική συνεισφορά, η οποία εξηγεί τον διευθυντικό ρόλο των βιοτεχνών, των σεΐχηδων ή των διακινητών, μιας και η ανάκτηση του οπλισμού του AAS δεν είναι ούτε απλή ούτε επαρκής. Και η δημιουργία και διατήρηση ενός αγήματος, ακόμα και μειωμένης εμβέλειας, απαιτεί σημαντικές πηγές εισοδήματος. Μια σφαίρα των 7,62 χιλιστών (για το AK 47) ήταν δυνατόν στην αρχή της σύγκρουσης να κοστίζει μέχρι δυο δολλάρια. Από όπου και τα εκπληκτικά ανέκδοτα, όπως για παράδειγμα ενός εμπόρου που πουλάει το σύνολο της περιουσίας του για να εξοπλίσει και να μισθοδοτήσει ένα άγημα 30 ατόμων για τρεις μήνες…[28] Περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας θα ψάχνει για σπόνσορες δημοσιεύοντας τα ανδραγαθήματά του στο Youtube.

Κι αυτό συνέβη γιατί η αντιπολίτευση του εξωτερικού αποδείχτηκε ανίκανη να χρηματοδοτήσει αυτές τις ομάδες, ειδικά στο να καταβάλλει μισθούς, γιατί κανενός είδους συντονισμός δεν ήταν εφικτός και γιατί οι ένοπλοι άνδρες έπρεπε να βρουν μόνοι τους τα απαραίτητα χρήματα, επί τόπου ή στο εξωτερικό. Από όπου και η τάχιστη εμφάνιση ανταγωνισμού και εχθροτήτων, ακόμα και πριν τις συγκρούσεις.

Αν μια ομάδα διευρύνεται, το ίδιο κάνει και προϋπολογισμός της. Αρπαγές, έλεγχος και φορολόγηση των ροών κ.α. είναι αποτελέσματα μιας « συσσώρευσης σύμφωνα με τη λογική της στρατιωτικής εξουσίας», μιας αναζήτησης του μονοπωλίου, γιατί όσο μια ομάδα δεν το κατέχει, το χάος βασιλεύει στην περιοχή και η οικονομία υποφέρει. Στις ζώνες εξόρυξης πετρελαίου, τα εισοδήματα των τοπικών επιχειρηματιών τους επιτρέπουν να συντηρούν αρκετούς μαχητές ώστε να απωθούν την πλειοψηφία των εισβολέων και να προστατεύουν τις εγκαταστάσεις τους[29].

Είναι κατανοητό το πλεονέκτημα που θα έχουν οι ομάδες που διαθέτουν πηγές εισοδήματος και στήριξη από το εξωτερικό, καθώς μια τέτοια στρατιωτικοποίηση θα ήταν αδύνατη χωρίς εξωτερική βοήθεια ειδικά από τις μοναρχίες του Κόλπου και, σε μικρότερο βαθμό, τις δυτικές χώρες (η Γαλλία, παρά το εμπάργκο που επέβαλε η ΕΕ, προμηθεύει όπλα σε ορισμένες ομάδες από το 2012 και μετά). Μολονότι η αντιπολίτευση του εξωτερικού ήταν στην αρχή επιφυλακτική, ένα τμήμα της συριακής αστικής τάξης, ποντάροντας στη διεθνή στήριξη, ακόμα και στη στρατιωτική επέμβαση εναντίον του Assad, έστησε δίκτυα και επαφές και ώθησε προς τη στρατιωτικοποίηση.

Οι ένοπλες ομάδες, όσο λίγο κι αντέχουν στον χρόνο, αφού διαθέτουν χρηματοδοτική αυτονομία, θα δυσανασχετήσουν να υποταχθούν στην πολιτική εξουσία· κι αυτό όσο περισσότερο προέρχονται από περιοχές της υπαίθρου και όσον δεν τυγχάνουν καλής υποδοχής από τους κατοίκους των πόλεων[30]. Αυτές οι ομάδες έχουν αντίθετα την τάση να ποζάρουν ως διαχειριστές της κατάστασης προικίζοντας τους εαυτούς τους με ένα πολιτικό παρακλάδι. Εξ ου, και εδώ, το αυξανόμενο βάρος αυτών οι οποίοι επωφελούνται στήριξης από το εξωτερικό, όπως για παράδειγμα τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, και των οποίων οι ικανότητες διαχείρισης της καθημερινής ζωής είναι ανώτερες των αντιπάλων τους. Επιπλέον, η οικονομική άνεση τους κάνει να έχουν μικρότερη τάση να προβαίνουν σε εκβιασμούς, λεηλασίες και απαγωγές και επομένως προσλαμβάνονται καλύτερα από τον πληθυσμό (πρόκειται για την περίπτωση της Al-Nosrah ή του ΙΚ). Προφανώς δεν περνάμε τόσο γρήγορα, όπως το συνοψίζουμε εδώ, από τις αυτόνομες ομάδες λιποτακτών που συγκροτήθηκαν αυθόρμητα σε ένα γενικευμένο χάος όπου εκατοντάδες πολιτοφυλακές, συχνά ισλαμικές και επιχορηγούμενες από το εξωτερικό, συγκρούονται μεταξύ τους με τη μορφή ασταθών και προσωρινών συνασπισμών. Αλλά, από το φθινόπωρο του 2012 και μετά, εκκινεί ένας ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων που θεωρούν ότι ανήκουν περισσότερο ή λιγότερο στον ASL και αυτών που εξαγγέλλουν ότι θέλουν να εγκαθιδρύσουν μια ισλαμική διοίκηση στη Συρία: είναι αυτοί οι τελευταίοι που κυριαρχούν, με την εξαίρεση των νότιων περιοχών. Η κατάσταση χειροτερεύει από την αρχή της άνοιξης του 2013 εξαιτίας της επέμβασης εξωτερικών παραγόντων.

Τα πάνω-κάτω;

Αστοί και προλετάριοι δεν είναι ίσοι μπροστά στον θάνατο, ούτε μπροστά στον πόλεμο, αλλά και στις δυο περιπτώσεις πάντα υπάρχει μια δόση αβεβαιότητας.

Μάχες και βομβαρδισμοί αφορούν πριν από όλα τις προλεταριακές συνοικίες των συριακών πόλεων, κυρίως τις λεγόμενες «παράνομες» περιφερειακές συνοικίες, όπου συσσωρεύονταν τα θύματα της κρίσης και της εξόδου από την ύπαιθρο και οι οποίες αποτέλεσαν τις καμίνους της εξέγερσης του 2011. Καθώς τα κέντρα των πόλεων και οι συνοικίες των αστών ήταν εν γένει με την πλευρά του καθεστώτος, το λιγότερο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι διέφυγαν των πιο βίαιων βομβαρδισμών.

Εδώ ορισμένοι, πέρα από τη ζωή τους, έχουν περισσότερα πράγματα να χάσουν. Τα μέλη των μεσαίων τάξεων που είναι για παράδειγμα ιδιοκτήτες ακινήτων, ή οπωσδήποτε οι βιοτέχνες και οι έμποροι, μπορούν να βρεθούν σε μια στιγμή υποβιβασμένοι εξαιτίας της αδεξιότητας του πιλότου ενός Soukhoi. Η υποτίμηση της συριακής λίρας κατέστρεψε μόνο τους μικροκαταθέτες, όχι τους αστούς που είναι κάτοχοι λογαριασμών στο εξωτερικό.

Μολονότι ορισμένες οικογένειες χάνουν τα υπάρχοντά τους, όσοι επωφελούνται από τον πόλεμο ευημερούν, διακινούν και επενδύουν. Ένας στρατιωτικός διοικητής γίνεται εύκολα διευθυντής επιχείρησης. Οι ιεραρχίες μετασχηματίζονται, πολύ μερικώς.

Είναι οπωσδήποτε μια μειοψηφία των συριακών μεσαίων τάξεων, που ενεπλάκησαν στις διαμαρτυρίες του 2011, η οποία επωφελείται των νέων θεσμών και βρίσκεται σε θέσεις ευθύνης. Εξαιτίας του επιπέδου σπουδών και των τεχνικών ικανοτήτων τους, νέα στελέχη αναδεικνύονται, περισσότερο έμπειρα, μεγαλύτερης ηλικίας από αυτά που εμψύχωσαν το κίνημα του 2011 (στο Idlib, για παράδειγμα, πρέπει να κατέχεις πτυχίο πανεπιστημίου για να μπορείς να εκλεγείς)[31]. Ο ρόλος των μελών των μεσαίων τάξεων είναι κεντρικός εξαιτίας της απουσίας των παλιών ελίτ που διέφυγαν γρήγορα στο εξωτερικό ή διαμένουν στις περιοχές που είναι πιστές στο καθεστώς. Αντίθετα, παλιές κυρίαρχες οικογένειες, που είχαν περιθωριοποιηθεί από το μπααθικό καθεστώς, επιστρέφουν στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής. «Σε αυτό το πλαίσιο αυξανόμενης απομόνωσης των ατόμων, μια μειοψηφία βλέπει το κοινωνικό της κεφάλαιο να συσσωρεύεται εξαιτίας του ότι ανήκει στα δίκτυα διαμαρτυρίας […] Αυτό που μένει είναι ότι η τυχόν κατοχή κεφαλαίου στο παρελθόν καθορίζει αρκετά ευρέως τη διανομή των θέσεων εξουσίας στο εσωτερικό των νέων θεσμών. Ενώ οι προερχόμενοι από την επαρχία και οι λαϊκές τάξεις παίζουν κυρίαρχο ρόλο στους στρατιωτικούς θεσμούς, οι μεσαίες τάξεις επιβάλλουν την παρουσία τους στην αναγεννώμενη πολιτική διοίκηση και οι ελίτ στους θεσμούς εκπροσώπησης της Συρίας στο εξωτερικό»[32].

Η συμφωνία για την παύση των εχθροπραξιών που τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο, δίνει εκ νέου θέση στους πολίτες σε αυτές τις ζώνες. Μήντια, αστοί και αγωνιστές ανακοίνωσαν σε πολλές πόλεις την επανάληψη των διαδηλώσεων της Παρασκευής ενάντια στον Assad. Σαν, μετά από πέντε χρόνια διακοπής, η συριακή «επανάσταση» να μπορούσε ήσυχα να ξαναπάρει τον δρόμο της. Απέχουμε πράγματι πολύ από τα πλήθη που γέμιζαν τις λεωφόρους το 2011· οι συγκεντρώσεις ήταν ιδιαιτέρα μικρές, για παράδειγμα 200 διαδηλωτές στο Χαλέπι (μεταξύ 200.000 κατοίκων των συνοικιών των ανταρτών), και δεν επαναλήφθηκαν. Είναι αλήθεια πως σε ορισμένες πόλεις προκλήθηκαν εντάσεις, ακόμα και συγκρούσεις, με ένοπλες τοπικές ομάδες όπως η Al-Nosrah. Τίποτα που να προκαλεί έκπληξη, αν σκεφτούμε ξανά την αντίθεση μεταξύ κατοίκων των πόλεων και της υπαίθρου, με τις ένοπλες ισλαμικές ομάδες να εκπροσωπούν τη «συντηρητική κουλτούρα της υπαίθρου»[33].

Ενώ το 2011 οι γυναίκες κατείχαν εν γένει μια ειδική θέση στα μπλοκ των διαδηλώσεων (στο κέντρο ή πίσω), ήταν εντελώς απούσες από τις πρόσφατες διαδηλώσεις[34]. Αν στην αρχή, για ορισμένες γυναίκες, η εμπλοκή στην «επανάσταση» μπόρεσε να αποτελέσει μέσο χειραφέτησης από τις κοινωνικές νόρμες (για άλλες ήταν η χηρεία), η όψιμη άφιξη των μουλάδων σε όλο το εύρος της δικαστικής εξουσίας και το πολιτικό τους βάρος έβαλε ένα φρένο σε αυτό.

Η προλεταριακή εξέγερση του 2011 συνδέθηκε με και ανελήφθη από τις μεσαίες τάξεις. Ο πόλεμος τους έκοψε κάθε προοπτική αλλά, σήμερα, όλα μοιάζουν ξανά να γίνονται δυνατά. Οι προλετάριοι ήταν εντελώς λάθος τοποθετημένοι για να μπορέσουν να επωφεληθούν από τον εμφύλιο πόλεμο όλα αυτά τα χρόνια. Διακινδυνεύουν να βρεθούν σε παρόμοια συνθήκη αμέσως μόλις επιστρέψει η ειρήνη.

5 / Στον δρόμο των προλετάριων

 Από έναν συριακό πληθυσμό υπολογιζόμενο σε 22 εκατομμύρια άτομα το 2015, 6,5 εκατομμύρια εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας (εκ των οποίων 1,7 εκατομμύρια ζουν αυτή τη στιγμή σε στρατόπεδα) και 6 εκατομμύρια έχουν επισήμως καταγραφεί σε γειτονικές χώρες (Αίγυπτος, Ιράκ, Ιορδανία, Λίβανος και Τουρκία)[35]. Ας σημειωθεί ότι μετά το 2003, εκατοντάδες χιλιάδες Ιρακινοί (ίσως 1,5 εκατομμύριο) έχουν ήδη βρει καταφύγιο στη Συρία. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, πρόκειται «για την μεγαλύτερη ανθρωπιστική κρίση στον πλανήτη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο». Μολονότι πολλοί πρόσφυγες αποπειράθηκαν να φτάσουν στην Ευρώπη από το 2011 και μετά, η «μεταναστευτική κρίση» του 2015 έσπασε όλα τα ρεκόρ[36], ενώ η ήπειρος είχε να γνωρίσει πληθυσμιακές μετακινήσεις τέτοιου μεγέθους από την εποχή αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1945-47). Εντούτοις, είναι οι γειτονικές στη Συρία χώρες που «υποδέχονται» τους περισσότερους πρόσφυγες.

Η Τουρκία προσφέρει κατάλυμα χωρίς αμφιβολία σε περισσότερους από 3 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες, εκ των οποίων 10 με 15% διαμένει σε στρατόπεδα κοντά στα σύνορα με τη Συρία και εκατοντάδες χιλιάδες στην Ιστανμπούλ. Καθώς δεν υπάρχει υποχρέωση χορήγησης βίζας για τους Σύριους, μόνο μια μειοψηφία επωφελείται του στάτους του πρόσφυγα, που δίνει το δικαίωμα για άδεια εργασίας, με την πλειοψηφία να καταφεύγει επομένως στην άτυπη οικονομία (στα τέλη του 2015, 400.000 Σύριοι πρόσφυγες εργάζονταν παράνομα στη χώρα). Αλλά η Τουρκία συχνά δεν αποτελεί για τους μετανάστες παρά ένα ενδιάμεσο βήμα με προορισμό την Ευρώπη.

Ο Λίβανος, ο οποίος αρχικά μετρούσε 4 εκατομμύρια κατοίκους, υποδέχτηκε επισήμως 1,2 εκατομμύρια Σύριους το 2016, όμως είναι πιθανότερο ο αριθμός αυτός να φτάνει τα 2 εκατομμύρια. Καθώς εκεί, από νομική άποψη, δεν υφίσταται κανένα στρατόπεδο προσφύγων, πολλές οικογένειες μένουν η μια πάνω στην άλλη σε προσωρινές κατοικίες, υποτυπώδη καταφύγια, γκαράζ ή σκηνές. Οι μισοί από αυτούς καταλαμβάνουν με λίγα ή καθόλου προσόντα μια θέση εργασίας στις κατασκευές, την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και τη γεωργία, ενώ σχεδόν όλοι τους εργάζονται υπό καθεστώς παρανομίας. Πριν τον πόλεμο, σε αυτούς τους τρεις τομείς απασχολούνταν ήδη πολλοί Σύριοι και μετανάστες και είναι αυτοί που υπέστησαν μείωση μισθών εξαιτίας της κατάστασης: το μέσο μηνιαίο εισόδημα ενός Σύριου εργάτη είναι περίπου 38% κάτω από τον μέσο μισθό στον Λίβανο (450 δολλάρια)[37].

Καθώς η άνοδος της αντισυριακής ξενοφοβίας και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους πρόσφυγες αθροίζονται στην οικονομική και κοινωνική ευθραυστότητα της χώρας και στις τρομοκρατικές επιθέσεις, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι εχθροπραξίες στη Συρία να περάσουν στη μικρή γειτονική χώρα.

Deutschland über alles

 Όσον αφορά στην Ευρώπη, οι αριθμοί δεν είναι ακριβείς, κυρίως εξαιτίας της κινητικότητας των μεταναστών. Περίπου 1,3 εκατομμύρια πρόσφυγες κατέθεσαν το 2015 «αίτημα διεθνούς προστασίας» σε ένα Κράτος της ΕΕ, πάνω από το διπλάσιο της προηγούμενης χρονιάς. Οι Σύριοι αποτελούν κάτι μεταξύ του ενός τρίτου και του μισού αυτών (τουλάχιστον 400.000, δηλαδή δυο φορές πάνω από ό,τι το 2014), οι Αφγανοί το 20% (περίπου 180.000, τέσσερις φορές πάνω από ό,τι το 2014) και οι Ιρακινοί το 10% (120.000 ή επτά φορές πάνω). Αλλά πέρα από τους αριθμούς, αυτό που εγείρει το ενδιαφέρον είναι οι υποτιθέμενες ιδιότητες και τα προσόντα αυτών των μεταναστών.

Τον Σεπτέμβριο του 2015, ο Πρόεδρος της MEDEF [ο γαλλικός ΣΕΒ] κρίνει επομένως ότι «οι μετανάστες συνιστούν πλεονέκτημα για τη Γαλλία» γιατί «έχουν συχνά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, είναι τις περισσότερες φορές νέοι, σωματικά υγιείς και δεν έχουν παρά μια επιθυμία, να ζήσουν ειρηνικά και να μπορέσουν να κάνουν οικογένεια». Ο Υπουργός Οικονομίας ανακοινώνει ότι η εισροή προσφύγων αποτελεί «ευκαιρία από οικονομικής άποψης, γιατί πρόκειται για γυναίκες και άνδρες που έχουν αξιοσημείωτα προσόντα». Αλλά οι μετανάστες «αδιαφορούν» για τη Γαλλία, η οποία έχει κακή φήμη από τη σκοπιά της υποδοχής μεταναστών ή της οικονομικής κατάστασης. Μόνο 10.000 Σύριοι πρόσφυγες έγιναν δεκτοί μεταξύ 2011 και 2015, περίπου 5.000 έκαναν εδώ αίτηση ασύλου, δηλαδή το 1.3% των αιτήσεων που κατατέθηκαν στην Ευρώπη.

Όλοι το ξέρουν, οι μετανάστες στη μεγάλη πλειοψηφία τους θέλουν να πάνε στη Γερμανία, όπου καταγράφηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο αιτήσεις ασύλου το 2015[38]. Ένα αίσθημα λαϊκού ενθουσιασμού εκδηλώθηκε σε ένα τμήμα των Γερμανών που είπαν «willkommen!» αλλά, αν και κινούμενοι από ευγενικά συναισθήματα, πολλοί υπογράμμιζαν ότι αυτοί οι πρόσφυγες δεν ήταν μετανάστες όπως οι άλλοι, ότι όλοι τους είχαν υψηλά προσόντα, ήταν μορφωμένοι και ήδη μιλούσαν ξένες γλώσσες. Προς απόδειξη αυτού, όλοι οι μετανάστες που έδωσαν συνέντευξη στους δημοσιογράφους μιλούσαν άπταιστα αγγλικά και ήταν δικηγόροι, μηχανικοί ή δάσκαλοι… Αυτές οι παρατηρήσεις θα αποδειχτούν πρακτικής σημασίας, καθώς μερικούς μήνες αργότερα θα γίνει λόγος για διαχωρισμό μεταξύ καλών και κακών αφιχθέντων. Όμως, στη Γερμανία, πέρα από τη χρήση ηθικών επιχειρημάτων, κατά τη διάρκεια της διαμάχης σχετικά με την υποδοχή μεταναστών, αυτοί οπωσδήποτε θεωρήθηκαν ως δυνητική εργασιακή δύναμη, αν όχι μάννα εξ ουρανού.

Υποδοχή και κερδοφορία

 Η Γερμανία πράγματι αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια έλλειψη εργατικών χεριών και δημογραφικά προβλήματα όπως γήρανση του πληθυσμού και υπογεννητικότητα. Με την έναρξη της σχολικής χρονιάς του 2015, 80.000 θέσεις μαθητευόμενων έμειναν κενές σε μια χώρα που μετράει ένα εκατομμύριο κενές θέσεις εργασίας κυρίως στη βιοτεχνία.

Για πολλούς «ειδικούς» η λύση βρίσκεται στον μετανάστη, ειδικά καθώς προσφέρει το πλεονέκτημα ότι βρίσκεται ήδη σε εργάσιμη ηλικία και επομένως μειώνει το κόστος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης: «η συντήρηση και η εκπαίδευση μιας ανθρώπινης ύπαρξης κατά τη διάρκεια των είκοσι πρώτων χρόνων της ζωής της κοστίζει περίπου 200.000 ευρώ»[39]. Αλλά από το 2000 μέχρι το 2010, το μεταναστευτικό ισοζύγιο παρέμεινε αρνητικό στη Γερμανία, ενώ ο αριθμός των αιτούντων ασύλου άρχισε να αυξάνεται μόνο στις αρχές του 2008. Το 2014, στη χώρα καταγράφηκε θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο κατά 550.000 άτομα σε σύνολο 1,46 εκατομμυρίων αφιχθέντων στη χώρα. Το ζήτημα είναι επομένως η εύρεση των καλών μεταναστών, αλλά και η φύλαξή τους.

Ειδικοί και ερευνητές θα ψάξουν λοιπόν να μάθουν αν αυτοί οι «νέοι» μετανάστες αντιπροσωπεύουν το περίφημο «συριακό φάρμακο». Στην πραγματικότητα, το προφίλ τους ποικίλει ανάλογα με τη χρονική περίοδο και τον  προορισμό. Οι πρώτοι που φεύγουν είναι θεωρητικά αυτοί με τα περισσότερα προσόντα, τουλάχιστον αυτοί που είναι επιδεκτικοί στο να βρουν γρήγορα δουλειά και χρήματα και επομένως να φέρουν στη συνέχεια την οικογένειά τους.

Για τον ΟΗΕ, σχεδόν το ήμισυ των Σύριων προσφύγων έχουν ηλικία μικρότερη των 17 ετών, αλλά οι υπόλοιποι «βρίσκονται στην παραγωγική ηλικία τους» (ας θυμηθούμε ότι πέρα από τον Ρήνο, η μαθητεία ξεκινάει σε ηλικία 15 ετών). Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία, αυτοί που φτάνουν στην Ευρώπη είναι κατά πλειοψηφία νέοι άνδρες εργένηδες με μόρφωση δευτεροβάθμιου ή ανώτερου επιπέδου[40].

Το φθινόπωρο του 2015, τα γερμανικά αφεντικά υποδέχονται καταρχήν με ικανοποίηση τη «μεταναστευτική κρίση». Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Daimler ανακοινώνει ότι θέλει να αναζητήσει προσωπικό άμεσα από τα κέντρα κράτησης: «Η πλειοψηφία των προσφύγων είναι νέοι, πολύ μορφωμένοι και με ισχυρά κίνητρα. Είναι ακριβώς το είδος ανθρώπων που ψάχνουμε». Σύμφωνα με ερευνητές πλησίον των αφεντικών «υπάρχουν νέα προσόντα σε όσους έρχονται σε σχέση με προηγούμενα μεταναστευτικά κύματα, εκ των οποίων δεν επιδιώξαμε να κρατήσουμε κάποιον. Σήμερα, θέλουμε να ενσωματώσουμε τους εργάτες σε μακροπρόθεσμη βάση και κάνουμε πολλά για την ενσωμάτωση»[41].

Τα γερμανικά αφεντικά πιέζουν στην πραγματικότητα πολλά χρόνια την κυβέρνηση να απλοποιήσει και να διευκολύνει τις διαδικασίες υποδοχής και απόδοσης υπηκοότητας. Απαιτούν ιδιαίτερα την εφαρμογή του λεγόμενου κανόνα «3+2»: τη διασφάλιση ότι ένας αιτών άσυλο που εκπαιδεύεται θα μπορεί να μείνει στη Γερμανία τα τρία χρόνια που διαρκεί η μαθητεία του ακολουθούμενα από δυο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων θα μπορεί ο εργοδότης να αποκομίσει όφελος από την επένδυση που έκανε[42].

Τον Νοέμβριο του 2014, υπό την πίεση των αφεντικών, ο χρόνος αναγκαίας παραμονής των προσφύγων στη χώρα, για να μπορούν αυτοί να εργαστούν νόμιμα, μειώθηκε από εννιά σε τρεις μήνες· αλλά σήμερα ο Σύνδεσμος Γερμανικών Βιομηχανιών (BDI, αντίστοιχος της MEDEF) θα ήθελε να μειωθεί κι άλλο. Τον Αύγουστο του 2015, το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο αναβάλλεται για έναν μετανάστη η πρόσβαση σε επιδόματα κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του, μειώθηκε από 4 χρόνια σε 15 μήνες.

Ένα άλλο «obstacle», του οποίου επιθυμείται η απομάκρυνση αφορά την υποχρέωση για μια επιχείρηση να δηλώνει ότι, για μια θέση εργασίας που προκηρύσσει, δεν υφίσταται από την πλευρά της εκ των προτέρων «εθνική προτίμηση» για έναν γερμανό υποψήφιο ή υποψήψιο προερχόμενο από χώρα της ΕΕ ή αναγνωρισμένο πρόσφυγα, ο οποίος κάνει τη σχετική αίτηση στην Υπηρεσία Απασχόλησης. Η εφαρμογή αυτού του μέτρου χαλάρωσε αρκετά από τον Νοέμβριο του 2015 και μετά και, επιπλέον, η Υπηρεσία Απασχόλησης διένειμε μια μπροσούρα όπου εξηγούσε στις επιχειρήσεις πώς να παρακάμψουν τη νομοθεσία, για παράδειγμα καταφεύγοντας στα stage ή τη μαθητεία[43]. Τον Απρίλιο του 2016, αυτό το μέτρο ανεστάλη για τρία χρόνια.

Διέσεις και παρακούσματα

 Οι Σύριοι μετανάστες, για να περιοριστούμε σε αυτούς, διαφεύγουν του πολέμου, προσπαθούν να επιβιώσουν, μερικές φορές τα έχουν χάσει όλα, ονειρεύονται να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους και, για τους πιο αισιόδοξους, να επιστρέψουν μια μέρα σε μια Συρία ειρηνική. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν έχουν διασχίσει χιλιάδες χιλιόμετρα για πλάκα, ούτε επειδή τους αρέσει ο νομαδισμός, ούτε για να «αντικαταστήσουν» ή να δώσουν ζωή σε ένα ευρωπαϊκό προλεταριάτο το οποίο ορισμένοι θεωρούν υπερβολικά χορτασμένο και υποταγμένο, ούτε για επιλύσουν το πρόβλημα εργατικών χεριών των γερμανικών αφεντικών. Και αυτά τα τελευταία, όσο ισχυρά κι αν είναι, δεν υποδαύλισαν πολέμους για να σύρουν από εκεί νέους προλετάριους· επωφελούνται με πιο κοινότυπο τρόπο αυτής της κατάστασης. Η ροή μεταναστών δεν είναι κάτι που έπεσε από τον ουρανό, μόνο το προϊόν σφαγών.

Μεταξύ έρευνών και πραγματικότητας, υπάρχει μια απόσταση. Το πρώτο εμπόδιο για τη ταχεία απασχολησιμότητα των μεταναστών είναι η πλήρη άγνοια της της γλώσσας, ακόμα και του ίδιου του λατινικού αλφαβήτου, από την πλευρά τους. Ακόμα χειρότερα, ένας σεβαστός αριθμός ανάμεσά τους αποδεικνύεται αναλφάβητος. Σε αυτό προστίθεται το ζήτημα των διπλωμάτων – τουλάχιστον στον βαθμό που κατέχουν ένα – και της αντιστοιχίας τους με τα γερμανικά δεδομένα, γιατί σύμφωνα με ορισμένες έρευνες το 80% από αυτούς βρίσκεται στην πραγματικότητα κάτω από το επίπεδο και τη μόρφωση ενός απλού Γερμανού ειδικευμένου εργάτη[44].

Η ενσωμάτωσή τους στην αγορά εργασίας διαφαίνεται δύσκολη, αλλά τα αφεντικά δηλώνουν έτοιμα να επενδύσουν στην εκπαίδευσή τους, με συνετό τρόπο, μιας και οι πρόσφυγες διαθέτουν μόνο μια άδεια παραμονής διάρκειας τριών χρόνων· δηλαδή του απαραίτητου χρονικού διαστήματος για να βρεθούν στο επίπεδο του υπόλοιπου εργατικού δυναμικού. «Στην Daimler, 40 αιτούντες ασύλου εντάχθηκαν σε ένα πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας τον Νοέμβριο […]. Κάθε  μέρα, για δυόμισι ώρες, παρακολουθούν ως μαθητευόμενοι τους εργαζόμενους στην παραγωγή και ακολούθως τρεισήμισι ώρες μαθήματα γερμανικών. Κι άλλα παρόμοια προγράμματα προβλέπεται να ξεκινήσουν φέτος. Ο όμιλος ανακοινώνει πως πολλές εκατοντάδες αιτούντων ασύλου προβλέπεται να μπορούν να επωφεληθούν από ένα τέτοιο πρόγραμμα το 2016. Η διεύθυνση του ομίλου ενθαρρύνει τους εργαζόμενους να συμμετάσχουν σε ένα σύστημα ηθικής στήριξης επιτρέποντας την ενσωμάτωση των νεοεισερχόμενων»[45].

Αυτή η πολιτική υποδοχής έχει την υποστήριξη του Συνδέσμου Γερμανικών Βιομηχανιών και του Συμβουλίου των Επιμελητηρίων, αλλά σε κάποια αφεντικά οι αμφιβολίες παραμένουν, ιδιαίτερα στις Ενώσεις Κατασκευαστών και Μεταλλουργίας[46]. Θα χρειαστεί η επίδραση του χρόνου και πολύ χρήμα, εκτίμησαν οι ειδικοί: καθώς η μέση παραγωγικότητα ενός πρόσφυγα είναι κατώτερη από αυτήν ενός γερμανού εργαζόμενου, θα περάσουν 5 με 7 χρόνια πριν ο πρώτος παράξει περισσότερο από ό,τι στοιχίζει στο Κράτος[47]. Η ολοκληρωμένη ενσωμάτωση των προσφύγων θα αποφέρει καθαρά κέρδη μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, 4 με 10 χρόνια σύμφωνα με τα σενάρια. Εντούτοις, ο ΟΗΕ εμφανίζεται καθησυχαστικός: αν μόνο μια μειοψηφία εισέλθει στην οικονομία, «η επένδυση είναι επικερδής»[48].

Προς στιγμήν βασιλεύει η σύνεση, μιας και μεταξύ φθινοπώρου 2015 και Ιουνίου 2016, μόνο 54 πρόσφυγες προσλήφθηκαν σε μια από τις 30 επιχειρήσεις του δείκτη Dax! Αντίθετα, 131.000 εγγράφηκαν στην Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για την Απασχόληση, εκ των οποίων τα τρία τέταρτα χωρίς επαγγελματική μόρφωση[49]. Φαίνεται όμως ότι η Daimler χρηματοδοτεί τη μαθητεία των προσφύγων προκειμένου να τους μετακινήσει στη συνέχεια προς κάποιους από τους υπεργολάβους της[50].

Λέγεται ότι οι πρόσφυγες δεν πρέπει να βυθιστούν στην αδράνεια περιμένοντας, όσο η λογιστική της υποδοχής τους – για την οποία σε τελική ανάλυση αρμόδιες είναι οι δημοτικές αρχές – επαφίεται κατά ένα μεγάλο μέρος σε αγαθοεργίες, οι οποίες με τον χρόνο σπανίζουν. Η κυβέρνηση αποφάσισε λοιπόν να δώσει το δικαίωμα στους αιτούντες ασύλου να «επωφεληθούν» από τις περίφημες ein euro jobs (εργασίες γενικού ενδιαφέροντος, οι οποίες αποζημιώνονται με 1,05 € την ώρα και αφορούν αυτούς που ζουν με το αντίστοιχο του επιδόματος κοινωνικής αλληλεγγύης), προκειμένου αυτοί να μπορούν να εκτελούν τις εργασίες που συνδέονται με την ίδια την υποδοχή τους (καθαριότητα των χώρων στέγασης, κουζίνα, κλπ.). Οι πρόσφυγες στην πραγματικότητα δεν έχουν το δικαίωμα να καταλαμβάνουν θέσεις εργασίας και να απασχολούνται με τις κλασσικές μορφές όσο δεν αναγνωρίζονται επίσημα ως δικαιούχοι παροχής ασύλου. Πρόκειται επομένως για ένα μέσο παράκαμψης των δυσκολιών. Από τον Απρίλιο του 2016, 4.000 μετανάστες εργάζονται σε 75 κέντρα στέγασης του Βερολίνου, 9.000 στη Βαυαρία και η κυβέρνηση αποφάσισε να δημιουργήσει 100.000 θέσεις τέτοιου τύπου (από τις οποίες θα αποκλείονται οι μετανάστες που προέρχονται από τις χώρες που έχουν κατηγοριοποιηθεί ως ασφαλείς, όπως για παράδειγμα η Αλβανία ή το Κόσοβο).

Σε πρώτο χρόνο, εκτός της αναπόφευκτης αύξησης της ανεργίας, ποιες συνέπειες θα έχει η αιφνίδια άφιξη ενός εκατομμυρίου νέων προλετάριων; Για τους ειδικούς του ΟΗΕ, οι επιπτώσεις στους μισθούς και την απασχόληση των ντόπιων εργατών προβλέπεται «μικρή ή ανύπαρκτη», μαζί σίγουρα με «μια ορισμένη πίεση στις θέσεις εργασίας μικρής προστιθέμενης αξίας και στους πιο χαμηλούς μισθούς»[51]. Τον Απρίλιο, ένας συνδικαλιστής υπογράμμιζε στον τύπο ότι τα άτομα που θίγονται περισσότερο από την ανεργία και την υποαπασχόληση είναι αυτά με τα λιγότερα προσόντα και ότι οι νέοι πρόσφυγες τείνουν εξίσου να ανήκουν σε αυτή την ομάδα. Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται να ενταθεί ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό ενός πρεκαριάτου ολοένα και περισσότερο κατακερματισμένου (και για λόγους πέρα από τη διαφορετική μεταχείριση των μεταναστών) και να αυξηθούν οι ρατσιστικές ρηγματώσεις (συμπεριλαμβανομένων αυτών μεταξύ νεοεισερχόμενων και μακροχρόνια εγκατεστημένων μεταναστών) από τις οποίες θα επωφεληθούν τα αφεντικά.

Γιατί ο εγκωμιασμός της Willkommenskultur, της «κουλτούρας καλωσορίσματος» που προσιδιάζει σε αυτή τη χώρα, και οι εικόνες μεταναστών που γίνονται δεκτοί από χαμογελαστούς Γερμανούς απέκρυψαν ένα άλλο φαινόμενο: την εδώ και μερικά χρόνια αύξηση της ξενοφοβίας με τις επιθέσεις ενάντια στα κέντρα που φιλοξενούνται αιτούντες ασύλου ή τις επιβλητικές διαδηλώσεις κατόπιν πρωτοβουλίας του PEGIDA στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Οι επιθετικές ενέργειες που έλαβαν χώρα τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς στην Κολωνία και σε άλλες γερμανικές πόλεις αναμφίβολα συνεισέφεραν στην αντιστροφή ενός μέρους της κοινής γνώμης[52]. Έκτοτε, η αντιμεταναστευτική ρητορική που είχε υιοθετήσει το ευρωσκεπτικιστικό AfD (Alternative für Deutschland) του έδωσε σημαντικό προβάδισμα στις περιφερειακές εκλογές του περασμένου Μαρτίου.

Το επεισόδιο «μεταναστευτική κρίση» προσωρινά τελείωσε και οι ροές προσφύγων βρίσκονται σε καθαρή υποχώρηση (92.000 είσοδοι στη Γερμανία τον περασμένο Γενάρη, 16.000 τον Ιούνιο). Το κλείσιμο της «βαλκανικής οδού» και η θέση σε ισχύ της συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας εν μέρει ερμηνεύουν αυτή την εξέλιξη.

 Στα όρια του πραγματικού;

 «Stop!» Αυτό είναι το έμμεσο μήνυμα που έστειλαν τον περασμένο Μάρτη το αφεντικό των γερμανών αφεντικών και ο γάλλος ομόλογός του σε κοινό άρθρο τους απαιτώντας μια «γρήγορη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία», ενώ οι ροές μεταναστών οφείλουν «να τεθούν υπό έλεγχο και να μειωθούν αισθητά». Η συμφωνία που καταλήχθηκε στις 18 Μαρτίου 2016 μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας θα πρέπει να τους ικανοποιεί. Η Άγκυρα – σε αντάλλαγμα μερικών δισεκατομμυρίων ευρώ, της απελευθέρωσης της χορήγησης βίζας και της επανέναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων – ελέγχει εφεξής τους μετανάστες στο έδαφός της.

Το βλέπουμε: η «Ευρώπη-Φρούριο» αποτελεί πριν από όλα ένα φάντασμα για αριστεριστές και φασίστες, μιας και η οικονομία της ΕΕ έχει ανάγκη κάθε χρόνο εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες. Όσον αφορά τα Κράτη-μέλη, εξ ορισμού στην υπηρεσία των καπιταλιστών, έχουν σίγουρα την ανάγκη ρύθμισης των υπαρχουσών ροών. Αρκετά κυνικά, καθώς ο θάνατος είναι εδώ, τα εμπόδια στον δρόμο των μεταναστών λειτουργούν ως φίλτρο που στην ιδανική περίπτωση αφήνει να περάσουν μόνο «όσοι είναι σωματικά και διανοητικά ικανοί, έχουν κάποια λεφτά και προσωπικούς ή οικογενειακούς πόρους, είναι αφοσιωμένοι και διαθέτουν υψηλό κίνητρο»[53]. Από την άλλη, η Frontex, η οποία βρίσκεται στο κέντρο ενός μηχανισμού που υποτίθεται ότι συντονίζει τη δράση του λιμενικού, αποδείχτηκε το 2015 αρκετά ανεπαρκής αν πιστέψουμε τους κυβερνώντες. Ήταν αναγκαίο να κινητοποιηθούν οι ΜΚΟ και οι συμπαθητικοί νέοι ανθρωπιστές για να συμμετάσχουν στη διαλογή και την καταγραφή των μεταναστών στα στρατόπεδα της Ελλάδας. Αυτά τα περίφημα «κέντρα καταγραφής και ταυτοποίησης για τους πρόσφυγες», τα «hotspots», χρησιμεύουν στον διαχωρισμό των οικονομικών μεταναστών από τους πρόσφυγες, με τους πρώτους να προορίζονται για απέλαση και τους δεύτερους για φιλοξενία, σε ένα πλήρως κατανοητό μείγμα εγκλεισμού και φιλανθρωπίας. Η δράση των ΜΚΟ επιτρέπει επίσης τη διατήρηση της βοήθειας, την οποία φέρνουν οι τοπικοί πληθυσμοί, εντός ενός αυστηρού πλαισίου φιλανθρωπίας και συμπάθειας και όχι, εν τέλει, εντός ενός πλαισίου αλληλεγγύης μεταξύ προλετάριων.

Τι να κάνουν οι μετανάστες στη συνέχεια; Το πρόβλημα είναι ότι τα Κράτη έχουν διαφορετικά συμφέροντα, δείκτες ανεργίας και ανάγκες για εργασιακή δύναμη… και δεν συμπίπτουν αναγκαστικά με τις ευχές, τα όνειρα, τις πιθανότητες ή την επινοητικότητα των μεταναστών (ο κόσμος είναι άσχημα φτιαγμένος). Η εκ νέου αναχώρηση και μετεγκατάσταση των μεταναστών αποτελεί σπαζοκεφαλιά. Η Πολωνία για παράδειγμα δεν θέλει μετανάστες, αλλά η Πορτογαλία θα ευχόταν να δεχτεί περίπου δέκα χιλιάδες για να εποικίσει ορισμένες αγροτικές περιοχές[54].

Ο απαραίτητος έλεγχος των μεταναστευτικών ροών περιπλέκεται από τη χρήση των προσφύγων ως όπλο διπλωματίας (από την Ελλάδα ή οπωσδήποτε από την Τουρκία που ανοίγει ή κλείνει «τις στρόφιγγες» για να ασκήσει πίεση στην ΕΕ) ή πολέμου (προκαλώντας τη φυγή των πολιτών προκειμένου να κορεστούν με πρόσφυγες οι εχθρικές περιοχές και να αποσταθεροποιηθούν, όπως το έπραξε ο Assad απέναντι στην Τουρκία).

Η «προσφυγική κρίση» του 2015 αποτελεί ίσως μόνο ένα τεστ μεγάλης κλίμακας εν όψει των ερχόμενων δεκαετιών, που καταλήγει σε λίγα συμπεράσματα καθώς σημαδεύτηκε από απώλεια του ελέγχου, αυτοσχεδιασμό στο επίπεδο της διαχείρισης, λήψη αποφάσεων υπό συνθήκες κατεπείγοντος και οπωσδήποτε ανεπάρκεια των υπαρχόντων μηχανισμών. Η Frontex επομένως θα αντικατασταθεί από μια νέα Ευρωπαϊκή Υπηρεσία φύλαξης των θαλάσσιων και χερσαίων συνόρων με ενισχυμένες αρμοδιότητες και εξουσιοδοτημένη να επιβάλλει την παρουσία των μονάδων της σε κάθε Κράτος της ΕΕ[55]. Υπάρχει στον αέρα η μεταρρύθμιση των μεταναστευτικών πολιτικών.

6 / Περί του ονείρου της επανάστασης

 Ποια επόμενη μέρα περιμένει τη Συρία; Σε κάθε περίπτωση, οι γίγαντες του κατασκευαστικού και βιομηχανικού τομέα προετοιμάζονται. Μιας και ο ΟΗΕ υπολογίζει σε 90 δισεκατομμύρια δολλάρια (79 δισεκατομμύρια ευρώ) το κόστος των καταστροφών που υπέστησαν κατοικίες και υποδομές, το εργοτάξιο ανοικοδόμησης θα είναι τεράστιο. Τα σχέδια κατασκευής αγωγών πετρελαίου και αερίου θα ξαναβγούν από τα μπαούλα. Αλλά ποιος θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση και πώς θα εκκινήσει εκ νέου η αγορά; Σύμφωνα με ζώνες επιρροής; Στην ίδια τη χώρα, ο πόλεμος ρύθμισε με τρόπο δριμύ το πρόβλημα του υπεράριθμου προλεταριάτου, αλλά αυτό χωρίς να λάβουμε υπόψη τον όλεθρο, τα εργοστάσια που καταστράφηκαν, μετεγκαταστάθηκαν, αποσυναρμολογήθηκαν και κλάπηκαν. Θα έπρεπε σε τελική ανάλυση να εισαχθεί εργασιακή δύναμη; Τόση όση προκύπτει από το γεγονός ότι, από το 2011 μετά, η εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση δεν αποτελούσαν προτεραιότητα της Δαμασκού και ότι ένα μέρος του εργατικού δυναμικού, πιθανόν αυτό με τα περισσότερα προσόντα και την υψηλότερη μόρφωση, εξορίστηκε. Ο αρχιεπίσκοπος του Χαλεπιού το υπενθύμισε από τη σκοπιά του, αυτή των σύρων χριστιανών, αλλά η άποψή του έχει αξία και για τις άλλες «κοινότητες»: «Με την άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στην Ευρώπη, φοβάμαι για το μέλλον. Αισθάνομαι σαν να οργανώθηκε η απέλαση του πληθυσμού μας, οπωσδήποτε του παραγωγικού πληθυσμού μας, αυτών που μπορούσαν να ανοικοδομήσουν τη χώρα και την Εκκλησία. Είναι η μεσαία τάξη, καίριας σημασίας και σπονδυλική στήλη της κοινωνίας μας, που βρίσκεται σε διαδικασία απορρόφησης»[56].

Όσον αφορά τους προλετάριους, αναμφίβολα έχουν σφαγιαστεί, διαιρεθεί, προσηλυτιστεί και δογματιστεί πάρα πολύ για να μπορούμε να ελπίζουμε από αυτούς ένα ξέσπασμα τα επόμενα χρόνια. Η περίοδος του πολέμου προσφέρει μερικές φορές δυνατότητες ριζοσπαστικής ρήξης χάρις στην ευθραυστότητα και την κατάρρευση του Κράτους, όπως το 1871 στο Παρίσι, το 1917 στη Ρωσία και το 1918 στη Γερμανία, αλλά ο εμφύλιος πόλεμος πνίγει συχνά (αν όχι σχεδόν πάντοτε) τις προοπτικές.

Θα έπρεπε παρόλα αυτά να μιλάμε θετικά; Ψάχνοντας καλά; Είναι σίγουρα ανακουφιστικό να έχεις ήρωες, ελπίδες, πίστη, αλλά από εδώ να πηδάς στην καρέκλα σου σαν κατσίκι λέγοντας «Επανάσταση! Επανάσταση!»… Και να προσπαθείς να πείσεις και να πειστείς ότι αυτό που συμβαίνει είναι «πολύ ενδιαφέρον». Διότι «κάποιοι» κάνουν «κάτι». Η προπαγάνδα αποτελεί πάντοτε δυσάρεστη δραστηριότητα αλλά εδώ, στο πεδίο των συριακών ερειπίων που συνιστούν για τον ευρωπαίο αγωνιστή το απόγειο της αλληλεπίδρασης κατοίκων και χτισμένου περιβάλλοντος [urbanisme], αυτός που δεν έχει ψευδαισθήσεις αναζητά εκείνο το φυλαχτό που θα αποδείκνυε ότι έχει δίκιο, ότι η επανάσταση ως επινόηση υπάρχει. Ο όρος «επανάσταση» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει την τάδε ή τη δείνα διαδικασία που βρισκόταν σε εξέλιξη στη Συρία, αλλά συχνά από αγωνιστές ή δημοσιογράφους που τη βλέπουν μόνο ως συνώνυμο της «πραγματικής» μεταρρύθμισης. Μερικές φορές χρησιμοποιήθηκε από άλλους, περισσότερο συνηθισμένους στη ριζοσπαστική κριτική και οι οποίοι γνωρίζουν όμως ότι οι λέξεις έχουν νόημα. Λεξιλογικό σφάλμα; Η κατάσταση του προλεταριάτου στη Γαλλία, η διάψευση των προσδοκιών, το παραμορφωτικό και υπνωτικό πρίσμα του ΑΚ-47 αποτελούν επαρκείς δικαιολογίες;

Aυτοδιαχείριση της επιβίωσης σε μια κατεστραμμένη πόλη, με τα όπλα ανά χείρας, μιμούμενοι μόνο την καταρρέουσα κοινωνία… Δεν θα βάλουμε τη λέξη «επανάσταση» σε αυτόν τον εφιάλτη.

Γιατί η προλεταριακή εξέγερση στη Συρία απέτυχε το 2011, όπως ακριβώς η δημοκρατική «επανάσταση» που την ακολούθησε; Είναι αποκλειστικά εξαιτίας εξωγενών φαινομένων; Γιατί, απέναντι στην αποσύνθεση του Κράτους, αναζητείται η αντικατάστασή του, προετοιμάζεται/διευκολύνεται η επιστροφή του. Γιατί η ελάχιστη δραστηριότητα ενός πληθυσμού που βρίσκεται στο έλεος του πολέμου – το να κατορθώνει να επιβιώσει – συντρίβεται στο τείχος της πραγματικότητας; Το να κάνεις το Κράτος να υποχωρήσει είναι αναγκαίο αλλά όχι ικανό, αποκατάσταση της «κανονικότητας» σημαίνει να προετοιμάζεις την επιστροφή του. Το να εντοπίζεις το ιδανικό σου ως επανάσταση εντός των ορίων ακόμα και αυτού του τύπου διαδικασίας, σημαίνει να καταδικάζεις τον εαυτό σου σε οδυνηρές αποτυχίες· για παράδειγμα όσον αφορά το ζήτημα της σχέσης με τη βία, τη στρατιωτικοποίηση ή τον πραγματισμό[57]. Προφανώς, δεν ξέρουμε πώς συγκεκριμένα οι προλετάριοι θα καταργήσουν τις τάξεις, δεν έχουμε το μοντέλο. Αλλά ίσως μια μέρα βρεθούμε με τη σειρά μας αντιμέτωποι με την αποκάλυψη και  έχουμε ως στόχο ένα ελάχιστο χρησιμότητας, καθώς για παράδειγμα θα σπρώχνουμε προς μια διέξοδο από το εκ των άνω χάος τείνοντας να τελειώνουμε με το Κράτος, τον στρατό, το χρήμα, τη μισθωτή εργασία κ.α. Θα πρέπει για αυτό να έχουμε, τουλάχιστον, λίγο παραπάνω φιλόδοξα όνειρα.

 Tristan Leoni, Ιούλιος 2016

[1] Μολονότι οι επιθέσεις, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία τον Νοέμβριο του 2015, μπορούν να αποδειχθούν πολύ χρήσιμες σε ορισμένες κυβερνήσεις με όρους εσωτερικής πολιτικής, ο πολλαπλασιασμός τους γίνεται ενοχλητικός.

[2] Οι ΗΠΑ επιβεβαιώνουν το 90% των βομβαρδισμών τους, η Γαλλία μόλις το 5%.

[3] Διότι το να κάνεις μια πόλη να λιμοκτονεί, να της κόβεις το νερό, το ηλεκτρικό ρεύμα, ακόμα και το ίντερνετ, δεν αποτελούν «βάρβαρες πρακτικές», μόνο την αλφαβήτα του πολέμου πολιορκίας που ξέρουν όλοι.

[4] Δες το «Χαλιφάτο και Βαρβαρότητα» (πρώτο μέρος), Νοέμβριος 2015 σε αυτή τη μπροσούρα.

[5] Alain Rodier, «L’épreuve de vérité ?», Atlantico, 28 Ιανουαρίου 2016.

[6] Προσεγγίζοντας σε μορφή την Al-Qaida η οποία, αντίστροφα, από το 2014 και μετά, είχε την τάση να εδαφικοποiείται ιδίως στην Υεμένη και τη Συρία.

[7] Christophe Ayad, «Les Kurdes syriens profitent de la guerre pour faire avancer leurs revendications», Le Monde, 25 Σεπτεμβρίου 2012.

[8] Σε αυτές τις ζώνες όπως και στην κουρδική συνοικία του Χαλεπιού, το ίδιο το PYD θα καταστείλει τους διαδηλωτές, πληροφορία που επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Adam Baczko, Gilles Dorronsoro, Arthur Quesnay, Syrie. Anatomie d’une guerre civile, CNRS éditions, 2016, σελ. 87.

[9] Ακόμα και οι πιο πεισμένοι υποστηρικτές του PYD οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι πρόκειται εκεί για «εντολή από τα πάνω» και όχι για «προϊόν αυθόρμητης λαϊκής ώθησης». Δες Mathieu Léonard, «Le Kurdistan, nouvelle utopie», Le Crieur, n° 4, Ιούνιος 2016, σελ. 130-134.

[10] Μεταξύ άλλων, «“J’ai vu le futur, et ça fonctionne.” – Questions critiques pour les partisans de la révolution au Rojava », Μάιος 2015.

[11] Διαβάστε το Lettre à des amis «rojavistes», TKGV, Μάιος 2016 σε αυτή τη μπροσούρα.

[12] Μερικές μέρες πριν την επίθεση, στις 31 Ιανουαρίου 2016, ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Barack Obama, Brett Mc Gurk, επισκεπτόταν το Kobane και συναντούσε τους υπεύθυνους του PYD και των YPG.

[13] Ημερολογιακά τελευταία τον Μάρτιο του 2016: συγκρούσεις μεταξύ κούρδων αστυνομικών και πολιτοφυλάκων πιστών στο Assad σε ένα checkpoint εξελίσσονται σε συγκρούσεις διάρκειας τριών ημερών, χρονικό διάστημα που χρειάστηκε για να εκτονωθεί η ένταση και οι αξιωματικοί κάθε πλευράς να ξαναπάρουν τον έλεγχο των στρατευμάτων τους. Η άφιξη ανώτερων αξιωματικών, κυρίως Ρώσων, επέτρεψε να αποκατασταθεί η κατάπαυση του πυρός στην πόλη και να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις για την ανταλλαγή αιχμαλώτων και την επιστροφή στις προηγούμενες θέσεις.

[14] Michel Korinman (dir.), Daech. Menace sur les civilisations, L’Esprit du Temps, 2015, σελ. 280-281.

[15] Wladimir van Wilgenburg, «Les Kurdes syriens cherchent à prendre Raqqa en s’alliant à une nouvelle force arabe», Middle East Eye, Οκτώβριος 2015.

[16] Catherine Gouëset, «Syrie: cinq ans de guerre dans les faubourgs de Damas», L’Express, 15 Μαρτίου 2016.

[17] Jihad Yazigi, «La guerre continue à détruire, mais aussi à créer de nouvelles structures», Le Commerce du Levant, Μάρτιος 2016.

[18] Jihad Yazigi, «Que reste-t-il du tissu industriel syrien?», Le Commerce du Levant, Μάιος 2016.

[19] Laure Stephan, «Dans les quartiers ouest, une vie en sursis», Le Monde, 6-7 Μαρτίου 2016.

[20] «“Cessez-le-feu” en Syrie », CQFD, n° 142, Απρίλιος 2016.

[21] Κυρίως την επιρροή του Σύριου αναρχικού Omar Aziz. Δες τα Voir Leila Shrooms, «La base sociale de l’opposition civile syrienne», avanti4.be, Οκτώβριος 2013 και Christophe Ayad, «Mort en détention de Omar Aziz, père des comités locaux de la révolution syrienne», Le Monde, 26 Φεβρουαρίου 2013.

[22] Ignace Leverrier, «La mise en place en Syrie des organisations de la société civile», Colloque Ilasouria.01, Οκτώβριος 2013.

[23] Adam Baczko, Gilles Dorronsoro, Arthur Quesnay, ό.π. , σελ. 35. Ας σημειωθεί πως το ΙΚ κάνει το ίδιο από τη στιγμή που καταλαμβάνει μια πόλη.

[24] Την άνοιξη του 2013, χάρις στην οικονομική στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της ΕΕ, οι αστυνομικοί του Χαλεπιού επωφελήθηκαν της εκπαίδευσης που παρείχε μια βρετανική εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας. Adam Baczko, Gilles Dorronsoro, Arthur Quesnay, ό.π. σελ. 155.

[25] Adam Baczko, Gilles Dorronsoro, Arthur Quesnay, ό.π., σελ. 36.

[26] Σε αντίθεση με τον αιγυπτιακό και τυνησιακό στρατό, που είχαν στενές σχέσεις με τις δυτικές χώρες.

[27] Adam Baczko, Gilles Dorronsoro, Arthur Quesnay, ο.π. , σελ. 127, 286-287.

[28] Ό.π. σελ. 132.

[29] Ό.π. σελ. 308.

[30] Δες το «Χαλιφάτο και Βαρβαρότητα. Δεύτερο μέρος: περί ουτοπίας, δεκέμβριος 2015. Ενότητα με τίτλο “Το κρυμμένο παιδί της Άνοιξης;”» σε αυτή την μπροσούρα.

 

[31] Ό.π. σελ. 282.

[32] Ό.π. σελ. 278.

[33] «“Cessez-le-feu” en Syrie », ό.π.

[34] Δες για παράδειγμα https://syriafreedomforever.wordpress.com, ένα site ενάντια στον Assad που συγκεντρώνει βίντεο και φωτογραφίες από πολλές πόλεις.

[35] ΟΗΕ και Πανεπιστήμιο Saint Andrews , Syria at War: Five Years On, 2016, 36 σελ.

[36] Οι διάφοροι οργανισμοί τείνουν να καθιερώσουν τη διάκριση μεταξύ προσφύγων (που διαφεύγουν του πολέμου και εμπίπτουν στη Συνθήκη της Γενεύης) και οικονομικών μεταναστών (που αναζητούν εργασία), αν και οι δυο κατηγορίες συχνά συμπίπτουν. Η διάκριση είναι επομένως καθαρά νομική, ποικίλει σε λειτουργικότητα ανάλογα με τη χώρα και επιτρέπει τη διαίρεση και την κατηγοριοποίηση των μεταναστών.

[37] Jeanine Jalkh, «Réfugiés syriens : le risque de l’effet boomerang», L’Orient le Jour, 30 Ιουνίου 2016.

[38] Όσον αφορά μια έρευνα που πραγματοποίησε η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες μεταξύ των Σύριων που έφτασαν σε ευρωπαϊκό έδαφος στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στον Απρίλιο και τον Σεπτεμβρίο 2015, το 50% θέλει να πάει στη Γερμανία και μόνο το 0,4% στη Γαλλία. Αυτούς τους αριθμούς πρέπει να τους αντιμετωπίζει κανείς με όλες τις απαραίτητες επιφυλάξεις, ειδικά αφού, αναμφίβολα, οι πρόσφυγες κατάλαβαν γρήγορα ότι οι ανθρωπιστές ήταν παράλληλα και βοηθοί της αστυνομίας. UNHCR, Syrian Refugee Arrivals In Greece, 2015, 15 σελ.

[39] Wildcat, «Migration, réfugiés et force de travail», Échanges, άνοιξη 2016. Έχει εκδοθεί στα ελληνικά.

[40] Το 81% είναι άνδρες, το 69% είναι ηλικίας μεταξύ 18 και 35 ετών και το 86% έχει απολυτήριο λυκείου και ανώτερες σπουδές. Αμφισβητήσιμα δεδομένα, όπως θα δούμε. Και το 58% δηλώνει τη διάθεσή του να φέρει την οικογένειά του στη χώρα υποδοχής. UNHCR, ο.π.

[41] Cécile Boutelet, «En Allemagne, les patrons souhaitent faciliter l’embauche des réfugiés», Le Monde, 9 Σεπτεμβρίου 2015.

[42] «L’afflux de migrants profite aux patrons allemands», Le Temps, 2 Σεπτεμβρίου 2015.

[43] Cécile Boutelet, ο.π.

[44] Pascal Hugues, «Réfugiés : un miracle économique pour l’Allemagne?», Le Point, 1η Φεβρουαρίου 2016.

[45] Η Deutsche Bahn και η Siemens ξεκίνησαν παρόμοια προγράμματα. Pascal Hugues, o.π.

[46] Jean-Philippe Lacour, «Migrants : l’enthousiasme des industriels allemands retombe», Les Echos, 20 Οκτωβρίου 2015.

[47] Pascal Hugues, o.π.

[48] ΟΗΕ και Πανεπιστήμιο Saint Andrews, Syria at War: Five Years On, 2016, 36 σελ.

[49] «Les réfugiés en Allemagne restent aux portes du Dax», Les Échos, 5 Ιουλίου 2016.

[50] Pascal Hugues, o.π.

[51] ΟΗΕ και Πανεπιστήμιο Saint Andrews, Syria at War: Five Years On, 2016, 36 σελ.

[52] Μόνο μια μειονότητα από τους υπόπτους που συνελήφθησαν κατάγεται από τη Συρία. Για αυτά τα γεγονότα διαβάστε το Bulletin n° 9 (Φεβρουάριος 2016) του Mouvement Communiste, «Cologne : les attaques contre les femmes sont le produit du patriarcat et font le jeu des racistes anti-immigrés».

[53] Wildcat, o.π.

[54] Julia Mourri, «Le Portugal veut accueillir plus de migrants: les réfugiés aident au développement du pays», leplus.nouvelobs.com, 23 Φεβρουαρίου 2016.

[55] Charles de Marcilly, «Crise des réfugiés : l’UE face aux défis migratoires», Diplomatie, n°31, Φεβρουάριος-Μάρτιος 2016.

[56] RTL, 30 Ιανουαρίου 2016.

[57] Ας σκεφτούμε για παράδειγμα ότι η «προσωρινή» συμμαχία με αυτούς τους νέους που είναι τόσο προικισμένοι για μάχη (τζιχαντιστές της Al Nosrah ή Navy seals) δεν εγείρει συνέπειες.

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s