Home

federica_montseny

 

Ο ανατρεπτικός ατομικισμός των γυναικών στη Βαρκελώνη κατά τη δεκαετία του ’30[1]

 του Michael Seidman

 Όταν η Επανάσταση ξέσπασε στη Βαρκελώνη τον Ιούλιο του 1936, οι επαναστάτες χρειάστηκαν όλη τη δυνατή βοήθεια και υποστήριξη τόσο από τους αρσενικούς όσο και από τους θηλυκούς εργάτες,  τους οποίους διατείνονταν ότι εκπροσωπούν. Στο ραδιόφωνο και σε άλλα μέσα, κόμματα και συνδικάτα έκαναν έκκληση στις γυναίκες να υποστηρίξουν τον αγώνα ενάντια στους δεξιούς Εθνικιστές. Γνωρίζουμε ότι οι πιο φημισμένες γυναίκες της περιόδου – η Κομμουνίστρια La Passionaria και η αναρχοσυνδικαλίστρια Federica Montseny – εργάζονταν ένθερμα και φαινομενικά ακούραστα για τη νίκη της Αριστεράς. Επίσης, είμαστε καλά εξοικειωμένοι με τις συνεισφορές των αγωνιστριών των Mujeres Libres και άλλων οργανώσεων[2]. Παρόλα αυτά η ιστορία πολλών άλλων γυναικών της εργατικής τάξης είναι λιγότερο γνωστή και σχεδόν αόρατη. Η επικέντρωση σε αυτές μετατοπίζει την παραδοσιακή έμφαση στη συλλογική αγωνιστικότητα κατά την Ισπανική Επανάσταση. Ένας μεγάλος αριθμός γυναικών ενήργησε αμφίσημα σε σχέση με τον σκοπό και οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να αντιπαρατεθούν με τον ατομικισμό τους που ταυτιζόταν μόνο περιθωριακά με το συλλογικό κοινωνικό σχέδιο της Αριστεράς. Αυτές οι γυναίκες, ίσως ακόμα περισσότερο από τους αρσενικούς ομολόγους τους, αρνήθηκαν να θυσιαστούν για το καλό του αγώνα και υπερασπίστηκαν ατομικές ανάγκες, όχι αυτές της Δημοκρατίας ή της Επανάστασης.

Η επαναστατική κοινωνία δεν μπόρεσε να ενσωματώσει μεγάλους αριθμούς μη-αγωνιστριών γυναικών που αμφισβήτησαν τις κοινωνικές πειθαρχήσεις της. Εξαιτίας της αναζήτησης των συλλογικών ταυτοτήτων της τάξης και του φύλου, ο ατομικισμός των γυναικών της εργατικής τάξης αγνοήθηκε. Οι ιστορικοί, αντί να αγνοούν ή να καταδικάζουν το προσωπικό, θα έπρεπε να προσπαθούν να κατανοήσουν πώς μια αναζήτηση των διαφόρων ειδών ανατρεπτικού ατομικισμού – αντίσταση στην πειθαρχία του εργασιακού χώρου, καιροσκοπισμός και μικροαπάτες – μπορούν να επεκτείνουν τα όρια της κοινωνικής ιστορίας και να συνεισφέρουν σε μια θεωρία του κράτους.

Ο γυναικείος ατομικισμός δεν πρέπει να ταυτίζεται αποκλειστικά με τον συντηρητισμό και την αντίδραση. Η αποτυχία των γυναικών να θυσιαστούν για την Επανάσταση δεν σήμαινε ότι ήταν υπέρ του Φράνκο ή ότι αποτελούσαν μια θηλυκή Πέμπτη Φάλαγγα. Στην πραγματικότητα, και τα εξουσιαστικά και φασιστικά καθεστώτα αναγκάστηκαν να αντιπαρατεθούν και ελέγξουν τον ανατρεπτικό ατομικισμό, αλλά η διατήρηση και ανάπτυξή του κατά τη διάρκεια της Επανάστασης στη Βαρκελώνη υποδηλώνει ότι ένα κοινωνικό σχέδιο βασισμένο στη συλλογική ιδιοκτησία και στη συμμετοχή των εργατών ασκούσε μικρή έλξη σε πολλές γυναίκες. Ο ανατρεπτικός ατομικισμός έχει πολλά κοινά με αυτό που ο Alf Lüdtke αποκαλεί Eigensinn[3]. Και οι δυο έννοιες διερευνούν όψεις της καθημερινής ζωής όπως αντίσταση στην εργασία, απειθαρχία και μικροκλοπές. Παρόλα αυτά, σε τελική ανάλυση ο ατομικισμός και η Eigensinn διαφέρουν βαθιά. Η τελευταία δεν περιλαμβάνει τη σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία. Πράγματι, ο Lüdtke υπονοεί ότι η Eigensinn θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για έναν περισσότερο περιεκτικό και απελευθερωμένο σοσιαλισμό. Ο ανατρεπτικός ατομικισμός, από την άλλη, αναδύεται από την αντίφαση ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία ανακαλώντας έτσι την παραμελημένη παράδοση του Στιρνερικού αναρχισμού, κατά τον οποίο οι προσωπικές ανάγκες και επιθυμίες έχουν προτεραιότητα σε σχέση τόσο με την καπιταλιστική όσο και τη σοσιαλιστική μισθωτή εργασία. Η διατήρηση του ατομικισμού κατά το τέλος της δεκαετίας του ’30 στη Βαρκελώνη δείχνει την αδυναμία της σοσιαλιστικής κοινωνίας να υπερβεί τη ρήξη μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας. Η απροθυμία των γυναικών να θυσιαστούν αποτελεί έμμεση κριτική στο αναρχοσυνδικαλιστικό και Μαρξιστικό επαναστατικό όραμα, το οποίο πολλές γυναίκες αισθάνονταν ότι αποκήρυσσε το προσωπικό προς όφελος του κοινωνικού.

Κατά ειρωνικό τρόπο, η γυναικεία συλλογική αγωνιστικότητα ίσως υπήρξε περισσότερο κοινότυπη πριν παρά μετά την Επανάσταση, κατά την περίοδο της αναταραχής αμέσως πριν και μετά την καθιέρωση της Δεύτερης Δημοκρατίας τον Απρίλιο του 1931. Εκείνη την περίοδο και καθ’ όλη τη δεκαετία, οι γυναίκες υπεράσπιζαν το επίπεδο ζωής και τις πηγές εισοδήματός τους. Αν και οι ταραχές λόγω έλλειψης τροφής μοιάζουν να σπανίζουν, οι γυναίκες πράγματι συμμετείχαν ενεργητικά σε μια απεργία ενοικίου το 1931 που υποστηρίχθηκε από τη CNT (Confederation National de Trabajo) ενάντια στο κόστος στέγασης που αυξανόταν ραγδαία[4]. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, ο πληθυσμός της Βαρκελώνης αυξήθηκε κατά 62,43% και αυτή η μαζική μετανάστευση ώθησε τα ενοίκια σε άγνωστα μέχρι τότε ύψη. Μετά την καθιέρωση της Δεύτερης Δημοκρατίας τον Απρίλιο, η CNT απαίτησε μειώσεις ενοικίου κατά 40 τοις εκατό. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, οι συναντήσεις της απεργιακής επιτροπής ενοικίου προσέλκυαν μεγάλο αριθμό γυναικών. Οι ιδιοκτήτες, πολλοί από τους οποίους κατείχαν μόνο μικρές ιδιοκτησίες, αντέδρασαν με δικές τους συναντήσεις. Όμως, η απεργία αποδείχτηκε αποτελεσματική και προκάλεσε τη συμμετοχή περίπου 100.000 ατόμων σε μια πόλη με πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους. Η αλληλεγγύη της γειτονιάς έκανε τις εξώσεις δύσκολες, αν όχι αδύνατες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γείτονες απείλησαν να λυντσάρουν αυτούς που εκτελούσαν τις δικαστικές αποφάσεις. Μεγάλες ομάδες γυναικών και παιδιών εμπόδιζαν τις εξώσεις ενοίκων. Η κυβέρνηση αντέδρασε με καταστολή. Φυλάκισε τους ηγέτες της απεργίας, έστειλε την αστυνομία να διασφαλίσει τις εξώσεις και γενικά έδρασε προς όφελος των ιδιοκτητών.

Οι γυναίκες συμμετείχαν επίσης σε αγώνες σχετικά με τις υπερωρίες. Όταν τροποποιήθηκε ένας νόμος που απαγόρευε στις γυναίκες να εργάζονται τη νύχτα, η αλλαγή προγράμματος «δεν ήταν καλοδεχούμενη από τους εργάτες», οι οποίοι στη συνέχεια απήργησαν[5]. Οι γυναίκες ήθελαν η απαγόρευση νυχτερινής εργασίας να αφορά το ωράριο 23:00-5:00 αντί για 22:00-4:00, καθώς δεν επιθυμούσαν να σηκώνονται μια ώρα νωρίτερα[6]. Οι γυναίκες που εργάζονταν σε μια υφαντουργία στη Badalona απέρριψαν την πρόταση της διοίκησης να εργάζονται οι μισές από αυτές τρεις μέρες την εβδομάδα και οι άλλες μισές τις άλλες τρεις. Οι γυναίκες προτιμούσαν μια εργάσιμη εβδομάδα των ίδιων τριών ημερών για όλες[7]. Το Συνδικάτο Υφαντουργίας της αναρχοσυνδικαλιστικής CNT απαιτούσε τέσσερις μήνες άδεια μητρότητας και δημιουργία κέντρων ημερήσιας φροντίδας σε εταιρείες με πάνω από 50 εργαζόμενους[8].

Οι γυναίκες πολέμησαν επίσης για υψηλότερους μισθούς. Οι επιχειρηματίες της υφαντουργίας διαβεβαίωναν ότι οι εργάτες τους αρνούνταν να συνεισφέρουν στο ταμείο μητρότητας και όταν οι βιομήχανοι αποπειράθηκαν να παρακρατήσουν το μερίδιο των γυναικών από τις επιταγές μισθοδοσίας τους, «σοβαρές συγκρούσεις εξαιτίας της αντίστασης των εργατριών» έλαβαν χώρα[9]. Ο Πολιτικός Κυβερνήτης επεσήμανε πως  ο νόμος, ο οποίος απαιτούσε ίσες εισφορές εργατών και εργοδοτών, έπρεπε να γίνεται σεβαστός και από τις δυο πλευρές, αλλά οι γυναίκες συνέχισαν να απεργούν για να εμποδίσουν παρακρατήσεις από τις επιταγές μισθοδοσίας τους. Σύμφωνα με τον Κυβερνήτη, αρνούνταν να κατανοήσουν ότι η ασφάλεια μητρότητας θα τους επέτρεπε να λαμβάνουν επιδόματα που θα υπερέβαιναν τις εισφορές τους[10]. Ο Κυβερνήτης έστειλε Πολιτοφύλακες (Civil Guards) στις Καταλανικές πόλεις Berga και Pobla de Lillet, όπου «το συνδικάτο» υπέθαλπτε την αναταραχή κυκλοφορώντας «στασιαστικά φυλλάδια»[11]. Οι αρχές φοβούνταν ότι οι εργάτες ίσως αντιδράσουν κλέβοντας ολοκληρωμένα προϊόντα, ή ακόμα και εξαρτήματα μηχανημάτων, και διέταξαν την Πολιτοφυλακή να εκκενώσει τα εργοστάσια προκειμένου να εμποδιστούν οι καθιστικές διαμαρτυρίες. Τελικά, οι γυναίκες δέχτηκαν να παρακρατηθούν εισφορές από τις επιταγές μισθοδοσίας τους, με τις οποίες συμπληρώθηκε ο νόμος του 1907 που παραχωρούσε έξι εβδομάδες άδεια μητρότητας πριν και μετά τη γέννα[12].

Οι γυναίκες υπερασπίστηκαν επίσης τις θέσεις εργασίας και τις πηγές εισοδήματός τους. Διαμαρτυρόμενες ενάντια στις απολύσεις, συμμετείχαν σε μια από τις πιο αιματηρές απεργίες της περιόδου. Στις 2 Οκτωβρίου, 760 εργάτες έθεσαν εαυτούς εκτός εργασίας σε μια μεταλλουργία ξένης ιδιοκτησίας στην Badalona, η οποία απασχολούσε 1.100 εργάτες[13]. Δυο μέρες μετά, η αστυνομία συνέλαβε και φυλάκισε δυο εργάτες για παράβαση του δικαιώματος στην εργασία. Οι αρχές, στη συνέχεια, έθεσαν υπό κράτηση τέσσερις γυναίκες, τις οποίες η Πολιτοφυλακή μεταχειρίστηκε με αγριότητα εξαιτίας της αγωνιστικότητάς τους και της αλληλεγγύης που έδειξαν προς τους απεργούς[14]. Οι μεταλλεργάτες διαμαρτυρήθηκαν για τις συλλήψεις και κατηγόρησαν την αστυνομία, η οποία εμπλεκόταν σε φορτοεκφορτώσεις, ως απεργοσπάστη, ότι λειτουργούσε ως απεργοσπαστική δύναμη. Στις 24 Οκτωβρίου, η Union Patronal de Badalona [Εργοδοτική Ένωση της Badalona] συμφώνησε να επαναπροσλάβει τους απολυμένους εργάτες, αλλά επιβεβαίωσε το δικαίωμα της εργοδοσίας να απολύει προσωπικό έχοντας «δικαιολογημένα κίνητρα». Επιπλέον, τα αφεντικά απαγόρευσαν στους εκπροσώπους των συνδικάτων την είσοδο στο εργοστάσιο, αλλά δεσμεύτηκαν να μην απολύσουν εργάτες με έναν χρόνο αρχαιότητας στην επιχείρηση. Οι εργάτες επρόκειτο να επιστρέψουν για εργασία την ερχόμενη Δευτέρα αλλά, χωρίς να ειδοποιήσουν τις αρχές, συνέχισαν την «παράνομη» απεργία τους.

Η κατάσταση οξύνθηκε στις 29 Οκτωβρίου, όταν οι απεργοί αψήφησαν έκκληση για να διαλυθούν, που τους απήυθυνε έφιππη αστυνομία οπλισμένη με σπάθες. H Φρουρά συνέλαβε τέσσερις γυναίκες που κουβαλούσαν πέτρες, και πέντε άντρες. Την επόμενη μέρα, 250 «απεργοσπάστες», σύμφωνα με τα λόγια του Κυβερνήτη, εισήλθαν στο εργοστάσιο. Όταν ένα φορτηγό, συνοδευόμενο από την αστυνομία, βγήκε από την επιχείρηση, απεργοί, πιθανότατα από το Sindicato Unico (CNT), επιτέθηκαν στο όχημα με ελαφρά όπλα. Αυτοί που επέβαιναν στο φορτηγό, ίσως οι ίδιοι Φρουροί, ανταπέδωσαν τα πυρά σκοτώνοντας δυο απεργούς. Την επόμενη μέρα, ο Κυβερνήτης απάντησε στους θανάτους των εργατών φυλακίζοντας τους προέδρους του συνδικάτου μεταφορών και του συνδικάτου οικοδόμων της Badalona. Κατά τη διάρκεια της κηδείας των απεργών, η Πολιτοφυλακή “αναγκάστηκε να ορμήξει στο πλήθος”.

Παρόλα αυτά, η διατύπωση κρίσεων όσον αφορά την εμπλοκή των γυναικών σε στρατευμένες οργανώσεις δεν πρέπει να είναι απόλυτη. Πολλές γυναίκες ήταν λιγότερο πιθανό να συμμετάσχουν και να ηγηθούν συνδικάτων από ό,τι οι άντρες εξαιτίας της περιθωριακής σύνδεσής τους με τον χώρο εργασίας[15]. Το 1930, οι 1.109.800 Ισπανίδες εργάτριες αποτελούσαν το 12,6 τοις εκατό του συνολικού εργατικού δυναμικού και το 9,16 τοις εκατό του φύλου τους. Μόνο 43.000-45.000 συμμετείχαν σε συνδικάτα και οι 34.880-36.380 από αυτές ανήκαν στο Καθολικό συνδικαλιστικό κίνημα. Αυτή η σχετική αποστασιοποίηση από τα συνδικάτα μπορεί ενδεχομένως να ερμηνευτεί από το θηλυκό μοτίβο της προσωρινής απασχόλησης. Μερικές άρχισαν να εργάζονται σε ηλικία 12 ή 14 ετών, αλλά παραιτήθηκαν αμέσως μόλις παντρεύτηκαν· κάτι που συνέβαινε συνήθως σε ηλικίες μεταξύ 25 και 30 ετών. Αν έμεναν χήρες, ίσως επέστρεφαν στην αγορά εργασίας. Το 1922, οι βιομήχανοι της Βαρκελώνης διαβεβαίωναν ότι οι περισσότερες γυναίκες εργάτριες εγκατέλειπαν τις θέσεις εργασίας τους για να παντρευτούν και πολύ λίγες εργάζονταν μέχρι να πάρουν σύνταξη[16]. Παρόλα αυτά, στη δεκαετία του ’30 – ίσως εξαιτίας της Ύφεσης – μητέρες και κόρες επίσης εισήλθαν στη μισθωτή εργασία[17]. Το 1930, 65,6 τοις εκατό των εργαζόμενων γυναικών ήταν ανύπαντρες, 19,29 παντρεμένες και 14,26 χήρες. Στη Βαρκελώνη, το 65 τοις εκατό του ενεργού θηλυκού πληθυσμού, που αποτελούσε περίπου το 30 τοις εκατό των μισθωτών, εργαζόταν στη βιομηχανία.

Η αφοσίωση στην οικογένεια, της οποίας τον προϋπολογισμό έλεγχαν οι γυναίκες, ενδεχομένως μείωνε τη συλλογική στράτευση. Σε ορισμένες οικογένειες, οι οποίες επιθυμούσαν να αποκτήσουν μια μικρή επιχείρηση ή ένα κομμάτι γης, οι γυναίκες έλεγχαν τον οικογενειακό προϋπολογισμό[18]. Αυτές οι γυναίκες ίσως δίσταζαν να δουν τους εαυτούς τους ή τους συζύγους τους να συμμετέχουν στις απεργίες. Μερικές εργάτριες, οι οποίες δούλευαν για έναν μισθό που συμπλήρωνε τις αποδοχές των άλλων μελών της οικογένειας, ήταν επίσης μη συνεργάσιμες όσον αφορά την απεργιακή δράση. Γυναίκες από τις φτωχοποιημένες μεσαίες τάξεις, οι οποίες εργάζονταν για να φαίνονται λιγότερο φτωχές από ό,τι είναι, ενδεχομένως εναντιώθηκαν στη συμμετοχή σε στρατευμένα κινήματα[19]. Τον Ιούλιο του 1931, 560 εργάτες της εταιρείας τηλεφωνικών επικοινωνιών – κυρίως προσωπικό γραφείου και συντηρητές – απήργησαν και οι νεαρές γυναίκες φαίνεται ότι ήταν από τους πρώτους που επέστρεψαν στην εργασία τους[20]. Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης, η αστυνομία σταμάτησε τρεις άνδρες απεργούς – οι οποίοι πιθανόν ήταν μέλη μιας οργάνωσης που σχετιζόταν με τη CNT – που έσερναν τρεις senoritas οι οποίες δεν απεργούσαν[21]. Η απεργία κατέληξε σε «αποτυχία», ίσως εξαιτίας της έλλειψης γυναικείας υποστήριξης. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι άνδρες ήταν πολύ πιθανότερο να απεργήσουν σε σχέση με τις γυναίκες συναδέλφους τους, των οποίων ο μισθός ήταν ο μισός του αντίστοιχου ανδρικού[22].

Κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Δημοκρατίας, ειδικά κατά τη διάρκεια του bienio negro (1934-1935), η συμμετοχή στα συνδικάτα μειώθηκε καθώς κράτος και εργοδότες πήραν κατασταλτικά μέτρα εναντίον των εργατικών οργανώσεων. Κατά το ξέσπασμα της Επανάστασης, πολλοί μισθωτοί – ειδικά γυναίκες, οι περισσότερες από τις οποίες δεν ανήκαν σε κανένα συνδικάτο πριν τον Ιούλιο του 1936 – συνέρρευσαν στη CNT και, σε μικρότερο βαθμό, στη Μαρξιστική UGT (Union General de Trabajadores)[23]. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι πολλοί εργάτες γράφτηκαν στα συνδικάτα όχι για ιδεολογικούς αλλά για προσωπικούς λόγους: Η ζωή στην επαναστατική Βαρκελώνη ήταν αρκετά δύσκολη χωρίς κάρτα μέλους συνδικάτου. Για να φας ένα γεύμα σε μια συλλογική κουζίνα, να αποκτήσεις πρόσβαση στην πρόνοια, να αποκτήσεις ή να κρατήσεις μια δουλειά, να πας σε ένα κέντρο τεχνικής κατάρτισης, να αποκτήσεις στέγη, να εισαχθείς σε μια κλινική ή ένα νοσοκομείο, να ταξιδέψεις εκτός Βαρκελώνης, να απαλλαχθείς από τη στρατιωτική θητεία κ.α. μια κάρτα μέλους συνδικάτου ήταν συχνά επιθυμητή, αν όχι αναγκαία[24].

Σύμφωνα με τους αριθμούς της ίδιας της CNT, αυτή εκπροσωπούσε μόνο το 30 τοις εκατό των Καταλανών βιομηχανικών εργατών τον Μάιο του 1936, έναν μήνα πριν την Επανάσταση× κάτω από το 60 τοις εκατό το 1931[25]. Έτσι, “δεκάδες χιλιάδες”, πολλές εκ των οποίων ήταν γυναίκες, με λίγη “ταξική συνείδηση” ή αφοσίωση στους σκοπούς της Αριστεράς μπήκαν σε κάποιο συνδικάτο αναζητώντας κοινωνική προστασία και σταθερή απασχόληση[26]. Ο μάνατζερ μιας εταιρείας ενέργειας, ο οποίος ανήκε στη CNT, σκεφτόταν ότι, 

ένα από τα κύρια σφάλματα των συνδικάτων ήταν να εξαναγκάζουν τους εργάτες να γραφτούν σε ένα από αυτά. Δεν είμαστε στα αλήθεια σίγουροι για πολλά από τα πολυάριθμα νέα μέλη, αν και δεν αξίζει τον κόπο να συζητηθεί αυτό εκτός του συνδικάτου[27].

 Τον Ιούνιο του 1937, ο H. Rüdiger, ένας εκπρόσωπος της αναβιωμένης Πρώτης Διεθνούς (ΑΙΤ) στη Βαρκελώνη, έγραφε ότι πριν από την Επανάσταση η CNT είχε μόνο 150.000-175.000 μέλη στην Καταλωνία[28]. Στους μήνες που ακολούθησαν το ξέσπασμα του πολέμου, τα μέλη της Καταλανικής CNT έφτασαν σχεδόν το ένα εκατομμύριο, του οποίου,

τα τέσσερα πέμπτα είναι, έτσι, νέοι άνθρωποι. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ένα μεγάλο μέρος αυτών των ανθρώπων ως επαναστάτες. Οποιοδήποτε συνδικάτο θα μπορούσε να αποτελέσει σχετικό παράδειγμα. Πολλά από αυτά τα νέα μέλη θα μπορούσαν να είναι στη UGT.

Αυτό το στέλεχος της νεκραναστημένης AIT κατέληγε ότι η CNT δεν μπορούσε να αποτελέσει μια «οργανική δημοκρατία». Στο αντίπαλο συνδικάτο, η κατάσταση ήταν λίγο διαφορετική. Ένα αγωνιστικό στέλεχος της UGT διαβεβαίωνε ότι η Καταλανική Ομοσπονδία της UGT είχε 30.000 μέλη πριν τις 19 Ιουλίου και 350.000-400.000 μετά. Πρότεινε μια νέα οργάνωση του συνδικάτου, καθώς πολλά φίλα προσκείμενα σωματεία στερούνταν ενέργειας και εμπειρίας[29]. Αν και τα συνδικαλιστικά στελέχη δεν σχολίαζαν το φύλο των νέων μελών, είναι μάλλον ασφαλές να υποθέσουμε ότι, ειδικά στον τομέα της υφαντουργίας, ένας δυσανάλογος αριθμός ήταν γυναίκες. Ορισμένα συνδικάτα της CNT αποθάρρυναν την εκλογή μελών, τα οποία είχαν γραφτεί μετά τις 19 Ιουλίου 1936, σε θέσεις ευθύνης της οργάνωσης ή σε κολλεκτίβες, εκτός κι αν τα νέα μέλη γίνονταν ομόφωνα αποδεκτά[30]. Αυτός ο κανόνας πρέπει να είχε ως συνέπεια τον αποκλεισμό των περισσότερων γυναικών από ηγετικές θέσεις. Επομένως, η μεγάλη εισροή νέων μελών στα Καταλανικά συνδικάτα και πολιτικά κόμματα δεν ήταν ένδειξη ιδεολογικής μεταστροφής στον αναρχοσυνδικαλισμό, τον σοσιαλισμό ή τον κομμουνισμό, αλλά απόπειρα υπεράσπισης εκ μέρους των εργατών της βάσης, κυρίως γυναικών, των δικών τους συμφερόντων με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε μια επαναστατική κατάσταση. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, τα συνδικάτα ενσωματώθηκαν στο κράτος. Επομένως, έχασαν το κύρος τους ως ανεξάρτητες οργανώσεις, των οποίων πρώτη προτεραιότητα ήταν η υπεράσπιση των άμεσων συμφερόντων των εργατών και η προστασία των ανικανοποίητων μισθωτών. Αντίθετα, έγιναν υπεύθυνα για την αποδοτική παραγωγή.

Στην αρχή της Επανάστασης, τα συνδικάτα κολλεκτιβοποίησαν τα μεγάλα εργοστάσια και ενθάρρυναν τον εργατικό έλεγχο σε μικρότερες βιοτεχνίες. Όμως, ακόμα και μετά τη θεσμοθέτηση της κολλεκτιβοποίησης ή του εργατικού ελέγχου, πολλοί μισθωτοί δίσταζαν να συμμετάσχουν σε συλλογικές δραστηριότητες στον εργασιακό χώρο. Με ατομικό τρόπο, απέφευγαν τις παρουσίες στο εργοστασιακό συμβούλιο ή τις συναντήσεις του συνδικάτου ή την πληρωμή των συνδικαλιστικών εισφορών τους[31]. Στην πραγματικότητα, οι ακτιβιστές συχνά υποστήριζαν ότι ο μόνος τρόπος να κάνουν τους εργάτες να παρευρίσκονται στις συνελεύσεις είναι αυτές να γίνονται σε εργάσιμες ώρες και άρα εις βάρος της παραγωγής[32]. Σε μια μεγάλη μεταλλουργική επιχείρηση, μόνο το 25 τοις εκατό του προσωπικού συμμετείχε ενεργά στις συνελεύσεις[33]. Οι πιο ενεργοί εργάτες ήταν άνω των 30, είχαν αρχαιότητα τουλάχιστον πέντε χρόνων και τεχνικές ικανότητες[34]. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ήταν συνήθως άνδρες. Συχνά, οι συνελεύσεις ενέκριναν αποφάσεις που είχαν παρθεί από μικρότερες ομάδες αγωνιστών ή τεχνικών . Μερικοί εργάτες – στους οποίους ξανά πιθανόν συμπεριλαμβάνονταν πολλές γυναίκες – δεν ένιωθαν άνετα και δίσταζαν να μιλήσουν, πόσο μάλλον να διαμαρτυρηθούν, κατά τη διάρκεια των συναντήσεων. Για παράδειγμα, μόνο 29 από τους 74 εργάτες μιας υφαντουργικής επιχείρησης που ελεγχόταν από τη UGT, σε έναν κλάδο όπου οι γυναίκες αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία, παρευρέθησαν σε μια συνέλευση τον Οκτώβριο του 1937[35]. Σε άλλες συναντήσεις, ακόμα κι όταν η βάση ήταν παρούσα, συνήθως ερχόταν αργά και έφευγε νωρίς[36]. Το προσωπικό τηλεφωνίας της UGT – το οποίο κατά τα φαινόμενα δεν συμμεριζόταν το διπλό βάρος που σήκωναν οι γυναίκες στο σπίτι και στη μισθωτή εργασία – επέκρινε τις θηλυκές συναδέλφους, η πλειοψηφία των οποίων είχε γραφτεί στο συνδικάτο μετά τις 19 Ιουλίου, για τη μη συμμετοχή τους σε ούτε μια συνέλευση[37]. Ορισμένοι ακτιβιστές πρότειναν πρόστιμα για τα μέλη που δεν εμφανίζονταν στις συναντήσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα[38].

Ακόμα κι όταν τα συνδικάτα βελτίωναν τις συνθήκες εργασίας, είχαν να αντιμετωπίσουν τον ατομικισμό των εργατριών. Στην αρχή της Επανάστασης, ένας αριθμός υφαντουργικών κολλεκτίβων κατήργησε την εργασία με το κομμάτι. Κατά συνέπεια, όταν μειώθηκε η παραγωγικότητα των θηλυκών μισθωτών, οι αρσενικοί αγωνιστές βρέθηκαν «να κατσαδιάζουν τις εργάτριες»[39]. Η εφημερίδα της CNT, Solidarirad Obrera, υποστήριζε ότι οι γυναίκες που έφτιαχναν στολές στα καινούργια ραφεία της CNT ήταν ευχαριστημένες και αντιπαρέβαλε τον χώρο, τον φωτισμό και τα μηχανήματα των βιοτεχνιών της Συνομοσπονδίας με τις ανθυγιεινές συνθήκες που επικρατούσαν πριν την Επανάσταση[40]. Η ημερήσια εφημερίδα της CNT δήλωνε περήφανα: «Οργανώνουμε μερικές βιοτεχνίες με το ίδιο σύστημα όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες». Παρόλα αυτά, τον Ιούνιο του 1937, η κεντρική Junta Ραφτικής επέκρινε την «τεράστια πλειοψηφία» των εργατών για παρανόηση της Επανάστασης[41]. Η βάση δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει ότι έπρεπε να κάνει θυσίες και, ως αποτέλεσμα, τα σχέδια κολλεκτιβοποίησης της υφαντουργίας έπρεπε να αναβληθούν[42].

Κάμποσα διαφορετικά περιστατικά έδειξαν ότι μη στρατευμένες γυναίκες δίσταζαν να θυσιαστούν για την Επανάσταση και μερικές φορές ζητούσαν αμοιβή για «εθελοντική» εργασία. Το Sindicato de Vestir της UGT απευθύνθηκε σε τέσσερις άνδρες και γυναίκες για να συλλέξουν ρούχα για το στράτευμα. Οι εθελοντές δεν «κατάλαβαν» ότι δεν θα αποζημιωθούν για τις υπηρεσίες τους και απαίτησαν τους μισθούς τους[43]. Όπως και σε άλλες κοινωνικές επαναστάσεις, η φυγή των πλούσιων τάξεων στέρησε από σημαντικό αριθμό νοικοκυρών τις πηγές εισοδήματός τους. Αυτές οι νοικοκυρές ενδιαφέρονταν συχνά για τις προσωπικές παρά για τις συλλογικές ανάγκες. Κατόπιν έγκρισης της Καταλανικής περιφερειακής κυβέρνησης, πάγωσαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί της Generalitat που ανήκαν σε εργοδότες και χρησιμοποιήθηκαν για πληρωθεί το οικιακό προσωπικό. Οι πρώην υπηρέτες, όμως, διόγκωναν μερικές φορές το ύψος του προηγούμενου μισθού τους[44]. Ίσως οι ψεύτικες απαιτήσεις τους αντανακλούσαν τον ατομικισμό του οικιακού προσωπικού και άλλων εργατών που βρίσκονταν σε στενή επαφή με εργοδότες. Ο ατομικισμός, όμως, δεν περιορίστηκε στις πρώην οικιακές βοηθούς. Αντί να απεργήσουν υπέρ της εργασιακής ασφάλειας, όπως συνέβαινε πριν την Επανάσταση, οι εργάτες ως γνωστόν πήγαιναν από το ένα συνδικάτο στο άλλο προκειμένου να βρουν την οργάνωση που θα μπορούσε να δείξει περισσότερο κατανόηση στα αιτήματά τους. Για παράδειγμα, όταν το Συνδικάτο Μεταλλουργίας της Συνομοσπονδίας αρνήθηκε εργασία σε δυο γυναίκες της CNT, αυτές αποπειράθηκαν να αποκτήσουν κάρτα μέλους UGT[45].

Εγκαταλείποντας την προ-επαναστατική πρακτική της συμμετοχής σε απεργίες ενοικίου, ένας μεγάλος αριθμός οικογενειών αρνήθηκε να πληρώσει το ενοίκιο και τους λογαριασμούς αερίου/ηλεκτρικού ρεύματος. Πολλές εβδομάδες μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης, η Επιτροπή Ελέγχου ηλεκτρικού ρεύματος και αερίου σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τις Αντιφασιστικές Πολιτοφυλακές για τη συλλογή χρεών από «στοιχεία που επωφελούνταν από την παρούσα συνθήκη για να αποφύγουν την πληρωμή των λογαριασμών τους»[46]. Δύο μήνες αργότερα, η επιτροπή εξέφρασε τα παράπονά της στον εκπρόσωπο του Συνδικάτου Οικοδόμων της CNT υποστηρίζοντας ότι πολλοί καταναλωτές ήταν ανέντιμοι,

προσπαθώντας πάντοτε να βρουν έναν τρόπο να σουφρώσουν κιλοβατώρες χωρίς να χρεωθούν […]. Δυστυχώς, σύντροφοι από την εργατική τάξη βρίσκονται ανάμεσα στους παραβάτες [morosos]. Αν πιάσουμε έναν παραβάτη από ανώτερη τάξη, του δίνουμε αυτό που του αξίζει, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα στους εργάτες μιας και πολλοί επικαλούνται ότι δεν έχουν δουλειά.

 Μερικοί αγωνιστές αναρωτιόντουσαν γιατί, παρά την αγορά όλων των διαθέσιμων ηλεκτρικών σομπών, δεν καταγραφόταν αύξηση της κατανάλωσης· υπονοώντας ότι τα νοικοκυριά, πιθανότατα με τη συναίνεση των γυναικών, πείραζαν τους μετρητές τους. Στο τέλος του χρονιάς, η Επιτροπή μελετούσε την πρόταση καθιέρωσης ενός ειδικού τομέα αφιερωμένου στην καταπολέμηση της απάτης[47]. Ορισμένα μέλη πρότειναν οι μετρητές του αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος να διαβάζονται από κοινού και όχι πλέον ξεχωριστά. Η από κοινού καταμέτρηση δεν θα εξοικονομούσε μόνο εργασία αλλά θα απειλούσε τους δυνητικούς παραβάτες με τη διακοπή και των δυο πηγών ενέργειας. Η Επιτροπή ήθελε να πάρει αυστηρά μέτρα για να εξαναγκάσει τους καταναλωτές που είχαν μετακομίσει να πληρώσουν τους λογαριασμούς που λάμβαναν στην παλιά διεύθυνσή τους[48]. Ένας αγωνιστής ζήτησε από την Επιτροπή Στέγασης να μη νοικιάζει σε κανέναν που δεν θα είχε την απόδειξη ενός πρόσφατου λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος[49].

Καθώς η μοίρα της Αριστεράς ξεθώριαζε καθ’ όλο το 1937, η επιθυμία για θυσία υποχωρούσε ακόμα περισσότερο και πολλές εργαζόμενες στην υφαντουργία έμοιαζαν να έχουν χαλαρώσει τις προσπάθειές τους. Τα συνδικάτα απάντησαν προσπαθώντας να καταστείλουν την ατομική αντίσταση στην εργασία. Η επιτροπή ελέγχου των CNT-UGT της εταιρείας Rabat, όπου εργάζονταν κατά πλειοψηφία γυναίκες, προειδοποιούσε ότι κάθε σύντροφος που απουσίαζε από την εργασία και δεν ήταν άρρωστος θα έχανε το μεροκάματό του. Στους εργάτες αυτής της εταιρείας λεγόταν ότι η ανυπακοή μπορούσε να οδηγήσει σε πρόστιμα και ίσως σε απώλεια της θέσης εργασίας σε μια  βιομηχανία όπου, πρέπει να το θυμόμαστε, παρά την κινητοποίηση των αρσενικών λόγω πολέμου, η ανεργία ήταν υψηλή. Από όλους τους εργάτες της Rabat απαιτείτο να παρευρίσκονται στις συνελεύσεις υπό την απειλή προστίμων. Μόνο συζητήσεις που αφορούσαν τη δουλειά επιτρέπονταν κατά τη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου. Άλλες κολεκτίβες στη βιομηχανία ένδυσης, οι οποίες είχαν ανεπιτυχώς ζητήσει από τους εργάτες να αυξήσουν την παραγωγή, επίσης επέβαλαν κανόνες που απαγόρευαν τις συζητήσεις, την αργοπορημένη παρουσία, ακόμα και τη λήψη τηλεφωνημάτων[50].

Αντί να οργανώνονται για υψηλότερους μισθούς, όπως συνέβαινε στις αρχές της δεκαετίας του 1930, τα άτομα γυναίκες έπαιρναν άδειες χωρίς εξουσιοδότηση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Αυτοί που εργάζονταν στα γραφεία της CNT αγνοούσαν το σύνθημα «κατά τη διάρκεια του πολέμου δεν υπάρχουν διακοπές». Κάποιοι οργανωμένοι αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να αναλάβουν πειθαρχική δράση εναντίον μιας γυναίκας δακτυλογράφου που αρνήθηκε να δουλέψει Κυριακή[51]. Φοβήθηκαν ότι αν στην παραβάτιδα δεν επιβληθούν κυρώσεις, «πολλές συντρόφισσες θα απουσίαζαν από την εργασία την Κυριακή». Μια πολυάσχολη εταιρεία προειδοποίησε μια υπάλληλο ότι αν συνέχιζε να λείπει από τη δουλειά για να «παρτάρει» (ferfesta), θα αντικαθίστατο[52]. Με παρόμοιους όρους, η εργατική επιτροπή της Casa Alemany απείλησε δυο άλλες γυναίκες που πήραν «απεριόριστη άδεια»[53]. Ακόμα και οι Mujeres Libres – η γυναικεία ομάδα της CNT, η οποία ήθελε να ενσωματώσει τις γυναίκες στην παραγωγική διαδικασία – αισθάνθηκε υποχρεωμένη να καταστείλει τον ατομικισμό. Κατηγόρησε ένα από τα οργανωμένα μέλη της για αδικαιολόγητες απουσίες, απειθαρχία και ανηθικότητα και έλαβε πειθαρχικά μέτρα εναντίον της[54].

Οι κατασταλτικές κινήσεις των συνδικάτων και των οργανώσεων-δορυφόρων τους στους χώρους εργασίας συμβάδισαν σε ένα ευρύτερο επίπεδο με την εκ νέου οικοδόμηση ενός ισχυρού κράτους.  Ήδη από τον Μάρτιο του 1937, όταν η CNT συμμετείχε στην κυβέρνηση, όλοι οι πολίτες μεταξύ δεκαοκτώ και σαράνταπέντε χρονών (με την εξαίρεση των στρατιωτών, των δημοσίων υπαλλήλων και των ανάπηρων) όφειλαν να κατέχουν ένα «πιστοποιητικό εργασίας». Οι αρχές μπορούσαν να ζητήσουν αυτή την κάρτα «κάθε στιγμή» και, σε περίπτωση που κάποιος δεν την είχε μαζί του, να του αναθέσουν την εκτέλεση οχυρωματικών έργων[55]. Αν οι παραβάτες ανακαλύπτονταν σε «καφετέριες, θέατρα και άλλους χώρους διασκέδασης», μπορούσαν να φυλακιστούν για 30 μέρες. Στις στήλες της καθημερινής εφημερίδας της CNT, Solidaridad Obrera, ο σοσιαλιστής Luis de Araquistan εξυμνούσε τη Συνομοσπονδία για την αναγνώριση «της αναγκαιότητας του κράτους ως εργαλείου για την καθιέρωση των επαναστατικών κατακτήσεων. Τι χαρά για έναν Σοσιαλιστή να διαβάζει […] το πρόγραμμα της CNT»[56]. Τον Μάρτιο του 1938, η CNT συμφώνησε με τη UGT ότι το κράτος έπρεπε να παίξει τον κύριο ρόλο στην καθοδήγηση των στρατιωτικών, οικονομικών και κοινωνικών υποθέσεων. Την ίδια στιγμή, UGT και CNT επιβεβαίωναν ότι

πρέπει να καθιερωθεί ένας μισθός, ο οποίος να προσδένεται στο κόστος ζωής και να λαμβάνει υπόψη τους τις κατηγορίες των επαγγελμάτων και την παραγωγικότητα. Με αυτή την έννοια οι βιομηχανίες που ελέγχονταν από τα συνδικάτα θα υπερασπιστούν την αρχή «όσο περισσότερη και καλύτερη είναι η παραγωγή, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πληρωμή χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου[57].

 Η αποτυχία των συνδικάτων να ανταποκριθούν σε αυτή την αρχή και η συνεπαγόμενη διατήρηση των μισθολογικών και εργασιακών διακρίσεων ίσως είναι εν μέρει υπεύθυνη για τη γυναικεία απειθαρχία και αδιαφορία. Οι γυναίκες ταυτίζονταν λιγότερο με τον χώρο εργασίας από ό,τι οι άνδρες εξαιτίας των χαμηλών απολαβών και της εργασίας χωρίς ενδιαφέρον. Η Επανάσταση, ενώ ισοπέδωσε τις μισθολογικές διαφοροποιήσεις ως έναν βαθμό, δεν εξάλειψε ούτε τους χαμηλότερους μισθούς για τις γυναίκες ούτε ένα μεγάλο μέρος του παραδοσιακού έμφυλου καταμερισμού εργασίας. Όταν η Τοπική Συνομοσπονδία της UGT χρειαζόταν έναν γραμματέα ή έναν καθαριστή, εννοείται πως έψαχνε για γυναίκες[58]. Στο Comedor Popular Durruti όλοι οι σερβιτόροι, οι μάγειροι και οι λαντζέρηδες ήταν άνδρες. Οι δυο πρώτες κατηγορίες κέρδιζαν 92 pesetas και η τρίτη 69· ενώ, οι επτά καθαρίστριες κέρδιζαν 57,5[59]. Στο μεγάλο εργοστάσιο της Espana Industrial, όπου πάνω από το μισό του προσωπικού ήταν θηλυκό, οι γυναίκες κέρδιζαν από 45 έως 55 pesetas την εβδομάδα· ενώ οι άνδρες έπαιρναν από 52 έως 68[60]. Σε μια μεγάλη μεταλλουργική κολεκτίβα, οι γυναίκες που βρίσκονταν στην ίδια επαγγελματική κατηγορία με τους άνδρες κέρδιζαν λιγότερα[61]. Ο προτεινόμενος βασικός μισθός για τους άνδρες τηλεφωνητές ήταν 90· για τις γυναίκες 70[62]. Όταν οι τηλεφωνητές της UGT έκαναν συνέλευση με θέμα τη στρατιωτική εκπαίδευση, συμφώνησαν – με τη συγκατάθεση των γυναικών που συμμετείχαν – ότι οι γυναίκες θα εκπαιδεύονταν ως νοσοκόμες, όχι ως στρατιώτες[63].

Τα συνδικάτα μερικές φορές δεν έδειχναν ευαισθησία στις ανάγκες των γυναικών. Όταν οι κατασκευαστές κουτιών αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα, οι οργανωμένοι της CNT ενέκριναν την κίνηση να μην πληρωθούν οι γυναίκες εργάτριες «που είχαν άλλα μέσα συντήρησης»[64]. Σε άλλες περιπτώσεις, κάποιες επιχειρήσεις συνέχισαν να έχουν ξεχωριστές τραπεζαρίες ανάλογα με το φύλο, θεσμοποιώντας επί της ουσίας προπολεμικά έθιμα, τα οποία, για παράδειγμα, έτειναν να ορίζουν ορισμένους κοινωνικούς χώρους ως εκτός των ορίων των γυναικών[65]. Σε μια άλλη περίπτωση, τα συνδικάτα αισθάνονταν υποχρεωμένα να εξορθολογίσουν την καθυστερημένη Καταλανική υφαντουργική βιομηχανία προκειμένου να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα. Εξορθολογισμός σήμαινε ότι η σε μεγάλο βαθμό γυναικεία εργασιακή δύναμη έπρεπε να δουλέψει στο εργοστάσιο και να εγκαταλείψει το σπίτι, όπου εργάζονταν πιο σκληρά ή, όπως αποκαλείτο, trabajo a domicilio. Οι γυναίκες επομένως κατέληξαν να έχουν λιγότερο έλεγχο στο πρόγραμμα εργασίας τους, και οι μητέρες αναγκάστηκαν να κάνουν νέες συνεννοήσεις όσον αφορά τη φύλαξη των παιδιών[66].

Η αυξανόμενα σκληρή οικονομική κατάσταση στη Βαρκελώνη έκανε τις γυναίκες λιγότερο πιθανές να έχουν τον χρόνο ή την κλίση να θυσιαστούν ή ακόμα και να εργαστούν για την Επανάσταση. Οι γυναίκες συνέχισαν να φέρουν το διπλό βάρος της μισθωτής και της οικιακής εργασίας χωρίς, φυσικά, τη βοήθεια των σύγχρονων οικιακών συσκευών. Αυτά τα βάρη αυξήθηκαν καθώς η οικονομική κατάσταση στην πόλη χειροτέρεψε ραγδαία. Ο πολεμικός πληθωρισμός οπωσδήποτε όξυνε τη δυσαρέσκεια καθώς οι τιμές χονδρικής αυξήθηκαν πάνω από δυόμιση φορές κατά τη διάρκεια της Επανάστασης[67]. Στα τέλη του 1936 και στις αρχές του 1937, οι γυναίκες διαδήλωναν ενάντια στην έλλειψη ψωμιού. Τα διάφορα πολιτικά κόμματα, ειδικά το Κομμουνιστικό, αποπειράθηκαν να χρησιμοποιήσουν τη δυσαρέσκεια που προκλήθηκε από τον πληθωρισμό για να αυξήσουν τη δημοφιλία τους. Πράγματι, οι φημισμένες Μέρες του Μάη του 1937, όταν άνδρες Κομμουνιστές πολέμησαν εναντίον αναρχοσυνδικαλιστών και αντι-Σταλινικών αριστεριστών, ίσως προκλήθηκαν, εν μέρει, από τη γυναικεία δυστυχία εξαιτίας της ανόδου των τιμών και των αυξανόμενων ελλείψεων. Σε κάθε περίπτωση, στις 6 Μαΐου 1937, γυναίκες διαδηλωτές έδειξαν την επαναστατικότητά τους αναλαμβάνοντας άμεση δράση. Συνεχίζοντας τη Βαρκελωνική παράδοση της λαϊκής κατάσχεσης των προμηθειών σε τρόφιμα, «μια μεγάλη ομάδα γυναικών κατήλθε στο λιμάνι της Βαρκελώνης όπου λεηλάτησαν έναν αριθμό φορτηγών γεμάτα πορτοκάλια»[68]. Η διανομή βασικών τροφίμων γινόταν με δελτίο, και οι νοικοκυρές αναγκάστηκαν να περιμένουν σε μεγάλες ουρές. Το 1938, υπήρχαν πολύ μικρές προμήθειες σε γάλα, καφέ, ζάχαρη και καπνό. Δεν υπήρχε καμία αναφορά σε θάνατο από πείνα το 1936 και μόνο 7 το 1937, αλλά το 1938 ο αριθμός ανήλθε σε 286[69]. Η πείνα συνέχιζε να ωθεί άλλες γυναίκες να διαδηλώνουν για τις προμήθειες τροφίμων[70]. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι η παροχή βοήθειας στους εαυτούς και τις οικογένειές τους για να επιβιώσουν δεν άφηνε πολύ χρόνο στις γυναίκες για τις συνελεύσεις των κολεκτίβων ή άλλες δημόσιες υποθέσεις.

Ακόμα και σε τέτοιες δύσκολες συνθήκες, οι επαναστάτες έκαναν μια ειλικρινή απόπειρα να ικανοποιήσουν ορισμένα γυναικεία αιτήματα. Προσπάθησαν να κοινωνικοποιήσουν τη γυναικεία οικιακή εργασία οργανώνοντας κέντρα ημερήσιας φροντίδας, τα οποία, αρκετά προβλέψιμα, απασχολούσαν μόνο γυναίκες εργάτριες. Ακόμα κι έτσι, οι συγγενείς των γυναικών εργατριών (συνήθως μητέρες ή πεθερές) συνέχισαν να έχουν την πρωταρχική ευθύνη για τη φροντίδα των παιδιών[71]. Μερικές φορές οι οργανωμένοι φρόντιζαν τα παιδιά των compañeras έτσι ώστε αυτές να μπορούν να παρευρίσκονται στις συνελεύσεις του συνδικάτου[72]. Οι ακτιβιστές νομιμοποίησαν την έκτρωση και έκαναν ευκολότερη την πρόσβαση στην αντισύλληψη. Απλοποίησαν τις διαδικασίες του γάμου και έδωσαν τη δυνατότητα σε κομματικούς και συνδικαλιστικούς αξιωματούχους να επικυρώνουν de facto γάμους ή αυτό που οι ελευθεριακοί προτιμούσαν να αποκαλούν «ελεύθερες ενώσεις». Η Επανάσταση προήγαγε τη βελτίωση των επιδομάτων σύνταξης, υγείας και μητρότητας.

Συγκρίνοντας με την προπολεμική κατάσταση, οι επαναστάτες μείωσαν τις μισθολογικές ανισότητες και πρόσφεραν περισσότερες ευκαιρίες εργασίας. Τον Νοέμβριο του 1937, ξανά με τη βοήθεια της κυβέρνησης, Καταλανικές οργανώσεις συμμετείχαν στην καθιέρωση του Institute para la Adaptation Professional de la Mujer το οποίο επέτρεψε στις γυναίκες να τελειοποιήσουν τις δεξιότητές τους όχι μόνο ως γραμματείς ή μαγείρισσες, αλλά και ως μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι και χημικοί[73]. Οι υποστηριζόμενες από τη CNT Mujeres Libres έκαναν καμπάνια υπέρ της μείωσης του υψηλού δείκτη αναλφαβητισμού μεταξύ των γυναικών και προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια τεχνική σχολή, η οποία θα εκπαίδευε τις γυναίκες καθιστώντας τες ικανές να αντικαταστήσουν τους άνδρες που ήταν στο μέτωπο[74]. Αγωνίστριες αυτής της οργάνωσης προσφέρθηκαν να «οργώσουν τα εργοστάσια και τα εργαστήρια για να ωθήσουν τους εργάτες να παράξουν στο μάξιμουμ» και να τους ενθαρρύνουν να προσφέρουν εθελοντική εργασία στο μέτωπο και στα οχυρωματικά έργα[75].

Η επιθυμία να ενσωματωθούν οι γυναίκες στην παραγωγική διαδικασία ήταν επίσης ο στόχος της καμπάνιας εναντίον της πορνείας. Ενώ καταδίκαζαν τους άνδρες που σύχναζαν με πόρνες, οι αναρχοσυνδικαλιστές ακτιβιστές και τα μέλη των Mujeres Libres επιχειρηματολογούσαν υπέρ της συμμόρφωσης των μελών του αρχαιότερου επαγγέλματος μέσω της θεραπείας της εργασίας[76]. Ήθελαν να αντιγράψουν το Σοβιετικό μοντέλο το οποίο, αυτό ήταν το σκεπτικό, είχε εξαλείψει το πεζοδρόμιο. Η Federica Montseny, η Υπουργός της CNT, διαβεβαίωνε ότι η Επανάσταση προσέφερε στις πόρνες την ευκαιρία «να αλλάξουν τις ζωές τους και γίνουν μέρος της κοινωνίας των εργατών»[77]. Αυτό ήταν πράγματι ειρωνικό, καθώς υπάρχουν κάποια στοιχεία που δείχνουν ότι πριν την Επανάσταση ορισμένες γυναίκες επέλεξαν να γίνουν πόρνες ακριβώς για να αποφύγουν την παραγωγική εργασία και τις κακές συνθήκες εργασίας[78]. Η καμπάνια εναντίον της πορνείας αντανακλούσε έναν ορισμένο πουριτανισμό μεταξύ των αγωνιστών. Αν και, όπως αναφέρθηκε, η έκτρωση νομιμοποιήθηκε και η αντισύλληψη έγινε προσβάσιμη, ορισμένοι ακτιβιστές πρότειναν το σεξ και οι γεννήσεις να αναβληθούν για μετά την Επανάσταση «όταν τα όργανα θα παίζουν τη συμφωνία της εργασίας»[79]. Παρόλα αυτά το σεξ και η πορνεία αναμφίβολα διατηρήθηκαν, ειδικά αφότου οι γυναίκες του σπιτιού, οι οποίες είχαν χάσει τις δουλειές τους εξαιτίας της φυγής των πλούσιων τάξεων, ενώθηκαν με την ομάδα των επαγγελματιών της απόλαυσης.

Η καμπάνια της UGT υπέρ της προσαρμογής των γυναικών στον χώρο εργασίας ήταν περισσότερο επιτυχημένη από τις απόπειρες ενάντια στην πορνεία. Το Μαρξιστικό συνδικάτο επιθυμούσε να συνεργαστεί με τη CNT για την εκπαίδευση των μαθητευόμενων γυναικών πάνω στην ικανοποίηση των αναγκών του πολέμου[80]. Σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα της Ομοσπονδίας της UGT στη Βαρκελώνη, «οι Καταλανές γυναίκες πάντοτε έδειχναν μια αγάπη για την εργασία και υψηλές δεξιότητες στους χώρους εργασίας»[81]. Απαίτησε από ορισμένες κολεκτίβες να σταματήσουν την πρακτική σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες εργάτριές τους πληρώνονταν λιγότερο από τους άνδρες για ίση εργασία[82]. Παρότρυνε επίσης τα συνδικάτα να προωθήσουν γυναίκες σε ηγετικές θέσεις στις οργανώσεις τους. Σε κάποια εργαστήρια οι γυναίκες ξεκίνησαν να ανακινούν το θέμα της εξίσωσης των μισθών[83]. Σε άλλα, οι μητέρες πήραν δώδεκα εβδομάδες πληρωμένη άδεια μητρότητας και τριαντάλεπτη ημερήσια παύση για θηλασμό[84].

Τον Αύγουστο του 1938, μια γυναίκα αξιωματούχος της UGT ρώτησε τα μέλη των συνδικάτων όσον αφορά την πιθανότητα πρόσληψης περισσότερων γυναικών[85]. Οι απαντήσεις των συνδικαλιστών ηγετών αποκάλυψαν τόσο την κατάσταση των Καταλανικών βιομηχανιών όσο και μια γκάμα ανδρικών συμπεριφορών προς τις εργαζόμενες γυναίκες. Ο γενικός γραμματέας του Συνδικάτου των Εργατών Ξύλου απάντησε ότι η έλλειψη πρώτων υλών και ηλεκτρικής ενέργειας εμπόδιζε την ενσωμάτωση των γυναικών στον κλάδο του. Διαβεβαίωσε επίσης ότι οι γυναίκες δεν είχαν τις δεξιότητες για να αντικαταστήσουν τους εργάτες ξύλου σε αυτόν τον ακόμα μη τυποποιημένο τομέα. Επιπλέον, αυτός ο σεξιστής ηγέτης της UGT πίστευε ότι «εκτός σεβαστών εξαιρέσεων» οι γυναίκες μπορούσαν να κάνουν μόνο «απλές» εργασίες όπως το λουστράρισμα και όχι βαριές ή επικίνδυνες. Το συνδικάτο Εργατών Υγείας της UGT υποστήριξε ότι το μονοπώλιο της CNT πάνω στις θέσεις εργασίας την εμπόδιζε να προσλάβει περισσότερες γυναίκες, οι οποίες ήταν «βιολογικά» περισσότερο κατάλληλες για θέσεις παροχής φροντίδας υγείας.

Σε άλλους τομείς, οι ανάγκες του πολέμου εισήγαγαν αλλαγές στον παραδοσιακό καταμερισμό εργασίας. Στα επαρχιακά ταχυδρομεία, οι γυναίκες κατέλαβαν τις θέσεις των ανδρών συγγενών που είχαν καταταγεί ή πεθάνει και στις πόλεις άρχισαν να εργάζονται ως ταχυδρόμοι. Παρά τις μνήμες των αρχών τις δεκαετίας του ’30 και την τότε χρήση γυναικών ως απεργοσπάστες, τα στελέχη του Συνδικάτου Ταχυδρομείων της UGT συνέστησαν οι γυναίκες να υπηρετούν και στα γραφεία. Ο Γενικός Γραμματέας του Συνδικάτου Χάρτου της UGT πίστευε ότι με την κατάλληλη εκπαίδευση οι γυναίκες θα μπορούσαν να εκτελέσουν τις περισσότερες εργασίες στην παραγωγή χαρτιού, αλλά όχι στην κατασκευή κουτιών, όπου απαιτείτο περισσότερη σωματική δύναμη. Το Συνδικάτο Χάρτου ήταν περήφανο για τον υψηλό δείκτη γυναικείας απασχόλησης τόσο στα εργοστάσια όσο και εντός του ίδιου του συνδικάτου. Το Συνδικάτο Γραφικών Τεχνών έδωσε ένα παράδειγμα όπου δυο γυναίκες τυπογράφοι παρήγαγαν το ίδιο καλά με τους άνδρες συναδέλφους τους. Στην υφαντουργία, το 80 τοις εκατό των 250.000 εργατών ήταν γυναίκες, αλλά μόνο η έλλειψη πρώτων υλών και η απώλεια αγορών εμπόδισε την απασχόληση ακόμα περισσότερων γυναικών.

Επομένως, παρά τις ειλικρινείς προσπάθειες να ενσωματωθούν οι γυναίκες σε ένα συλλογικό κοινωνικό σχέδιο, ο γυναικείος ατομικισμός διατηρήθηκε και ενδεχομένως αυξήθηκε συγκρινόμενος με την προεπαναστατική κατάσταση. Με άλλα λόγια, η γυναικεία συνείδηση ήταν τόσο πιθανό να παράξει ατομικές ενέργειες υπεράσπισης αυτού που η ιστορικός Temma Kaplan αποκάλεσε στόχο «διατήρησης της ζωής» όσο και να ευνοήσει τη συλλογική υπεράσπιση του ρόλου της ανατροφής των παιδιών[86]. Ο γυναικείος ατομικισμός αντανακλούσε την αποξένωση από τις οργανώσεις που ισχυρίζονταν ότι εκπροσωπούν την εργατική τάξη. Αυτή η αδιαφορία προς τα κόμματα και τα συνδικάτα αποδείκνυε την άμεση προτεραιότητα που πολλές γυναίκες έδειχναν στο προσωπικό. Η εργασία για μια μακρινή σοσιαλιστική ή ελευθεριακή κοινωνία αποτελούσε δευτερεύοντα στόχο. Επιπλέον, οι γυναίκες είχαν λιγότερους λόγους για να θυσιαστούν. Οι άνδρες συνέχιζαν να κυριαρχούν στις επαναστατικές οργανώσεις και, ενώ οι ευκαιρίες για τις γυναίκες διευρύνθηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ήταν ξεκάθαρο ότι οι άνδρες θα συνέχιζαν να κυβερνούν ακόμα κι αν νικούσε η Αριστερά. Οι αγωνιστές και οι φαντάροι ήταν σίγουροι ότι θα υπέφεραν αν η Δημοκρατία έχανε, αλλά για τις γυναίκες, από την άλλη, ίσως ήταν ευκολότερο να αποφύγουν την ταυτοποίηση ως «κόκκινες» και έτσι τη φυλάκιση ή τον θάνατο[87].

Με αυτό δεν υποστηρίζουμε ότι οι γυναίκες της εργατικής τάξης ήταν κρυπτο-φρανκίστριες, αλλά ότι μάλλον ότι θα αντιστέκονταν σε κάθε καθεστώς – Αριστερό ή Δεξιό – το οποίο θα έπληττε τα προσωπικά συμφέροντά τους στον χώρο εργασίας, στον δρόμο ή στο σπίτι. Οι κοινωνικοί ιστορικοί παραμέλησαν τον ατομικισμό για πολλούς λόγους. Από την ίδια τη φύση της η κοινωνική ιστορία περιλαμβάνει τη μελέτη ομάδων, όχι ατόμων. Αν και το επίκεντρό της μετατοπίστηκε μακριά από κόμματα και συνδικάτα προς τα κινήματα βάσης και το φύλο, συνεχίζει να εξετάζει σύνολα. Επιπλέον, ο ατομικισμός σχεδόν πάντοτε συνδέθηκε με τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς, αν όχι με την αντίδραση. Ο ατομικισμός, εντούτοις, ίσως έχει μια κριτική, ακόμα και ανατρεπτική πλευρά. Η άρνηση για εργασία και θυσία ακύρωσε το κοινωνικό επαναστατικό όραμα των Μαρξιστών και των αναρχοσυνδικαλιστών. Πολλές γυναίκες δεν έβρισκαν ικανοποίηση στους κολλεκτιβοποιημένους χώρους εργασίας και αρνούνταν να αφιερωθούν σε μια επανάσταση της οποίας ο σκοπός ήταν να τις κάνει καλύτερες μισθωτές εργάτριες. Για να πολεμήσουν την αντίστασή τους στην πειθαρχία του χώρου εργασίας, τον καιροσκοπισμό τους και τις μικροαπάτες τους, οι αναρχοσυνδικαλιστές θεσμοθέτησαν μια κατασταλτική τάξη στις κολλεκτίβες και συνεργάστηκαν με τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές στην οικοδόμηση ενός ισχυρού κράτους ικανού να ελέγχει τα διάφορα είδη ανατρεπτικού ατομικισμού. Οι κληρονόμοι τόσο των αναρχικών όσο και των Μαρξιστικών παραδόσεων απέτυχαν να ξεπεράσουν τη διαίρεση ανάμεσα στα άτομα γυναίκες και την κοινωνία.

[1] Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο International Review of Social History / Τόμος 37 / Τεύχος 02 / Αύγουστος 1992, σελ. 161-76.

[2] Mary Nash, Mujer y Movimiento obrero en Espana (Βαρκελώνη, 1981); Martha A. Ackelsberg, Free Women of Spain (Bloomington και Indianapolis, 1991).

[3] Alf Lüdtke, “Le domaine réservé: Affirmation de l’autonomie ouvrière et politique les ouvriers d’usine en Allemagne a la fin du XIXe siècle”, Le mouvement social, 126 (Ιανουάριος-Μάρτιος 1984), σελ. 29-52.

[4] Οι ακόλουθες πληροφορίες προέρχονται από το Nick Rider, “Anarquisme i lluita popular: La vaga de lloguers de 1931”, L’Aveng, 89 (Ιανουάριος 1986), σελ. 6-17.

[5] Fomento del Trabajo nacional [εφεξής αναφερόμενο ως Fomento], Memoria (Βαρκελώνη, 1929).

[6] Federation de Fabricantes, Memoria (Βαρκελώνη, 1930)· Οι γυναίκες δεν ήταν οι μόνες που αντιπαρατέθηκαν στις αλλαγές ωραρίου. Οι εργάτες αντιστάθηκαν στην αλλαγή ωραρίου, την οποία προσπάθησε να επιβάλλει η διοίκηση εξαιτίας της έλλειψης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω ξηρασίας.

[7] Gobernador a Ministros, 10 Αυγούστου 1931, Leg. 7A, n. 1, Archivo Historico Nacional [εφεξής αναφερόμενο ως AHN].

[8] Francisco Madrid, Ocho Mesesy un dia en el gobierno civil de Barcelona: Confesiones y testimonios (Βαρκελώνη και Μαδρίτη, 1932), σελ 194.

[9] Fomento, Memoria (Βαρκελώνη, 1932).

[10] Gobernador Civil a Ministro Gobernacion, 13 Νοεμβρίου 1931, Leg. 7A, n. 1, AHN· Albert Balcells, Trabajo industrial y organization obrera en la Cataluna contempordnea, 1900-1936 (Βαρκελώνη, 1974), σελ. 45.

[11] Gobernador Civil a Ministro Gobernacion, 13 Νοεμβρίου 1931, Leg. 7A, n. 1, AHN.

[12] Balcells, Trabajo Industrial, σελ. 45; Rosa Maria Capel Martinez (ed.), Mujery Sociedaden Espana, 1700-1975 (Μαδρίτη, 1982), σελ. 227.

[13] Οι παράγραφοι που ακολουθούν βασίζονται σε τηλεγραφήματα, Οκτώβριος 1930, Leg. 40A, n. 2, AHN.

[14] Σε μια άλλη, ταυτόχρονη απεργία μεταλλεργατών, οι Πολιτοφύλακες τραυμάτισαν πολλές γυναίκες χτυπώντας τες με τα τουφέκια τους. Δες Gobernador a Ministros, 18 Οκτωβρίου1930, Leg. 40A, n. 2, AHN.

[15] Τα στατιστικά προέρχονται από το Rosa Maria Capel Munoz, La Mujer espahola en el mundo del trabajo, 1900-1930 (Μαδρίτη, 1980).

[16] Fomento, actas, 2 Ιουνίου 1922.

[17] Cristina Borderias Mondejar, “Evolution de la division sexual de trabajo en Barcelona, 1924-1980: Aproximacion desde una empresa del sector servicios” (Ph.D., Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, 1984), σελ. 458.

[18] Felipe Alaiz, “Hacia el Estajanovismo espanol”, Tiempos Nuevos (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1938); Rider, “Anarquisme”, σελ. 12.

[19] Balcells, Trabajo Industrial, σελ. 81.

[20] 6 Ιουλίου 1931, Leg. 7A, n. 1, AHN; 4,300 εργάτριες απασχολούνταν στον τομέα των επικοινωνιών – τηλεφωνία, τηλέγραφος και ταχυδρομεία – το 1930. Δες το Capel, La

Mujer espanola, σελ. 48; το 1933, σχεδόν 40 τοις εκατό των εργατών στην τηλεφωνία ήταν γυναίκες. Δες το Borderias, Evolution, σελ. 166.

[21] 9 και 15 Ιουλίου, 1931, Leg. 7A, n. 1, AHN.

[22] Capel, Mujer y Sociedad, σελ. 236; Mary Nash, Mujer, Familia, y Trabajo en Espana, 1875-1936 (Βαρκελώνη, 1983), σελ. 53.

[23] Δες το Alberto Balcells, Crisis economica y agitation social en Cataluna de 1930 a 1936 (Βαρκελώνη, 1971), σελ. 198.

[24] Επιστολές αγωνιστών του 933 και άλλων carpetas, Archivo Historico Nacional, Section Guerra Civil, Salamanca [AS].

[25] Balcells, Crisis economica y agitation social, σελ. 198.

[26] Albert Perez-Bard, 30 Meses de colectivismo en Cataluna 1936-39 (Barcelona, 1974), σελ. 47.

[27] Comite, 17 Οκτωβρίου 1938, 182, AS.

[28] Rüdiger, “Materiales”, 8 Μαΐου 1937, Rudolf Rocker Archives, International Institute of Social History [IISH].

[29] Acta de la asamblea [n.d.], 469, AS.

[30] Δες τις διαμάχες στο actas de asamblea, Cargadores, 24 Ιουλίου και 22 Αυγούστου 1937, 1404, AS.

[31] CNT Maritima, 7 Αυγούστου 1937; Boletin del Sindicato de la Industria de Edification, Madera y Decoration, 10 Οκτωβρίου 1937; Sidero-Metalurgia, Σεπτέμβριος 1937.

[32] Actas de Junta y los militantes de las industrias construcciones metalicas CNT, 25 Φεβρουαρίου 1938, 921, AS.

[33] Anna Monjo and Carme Vega, Els Treballadors i la guerra civil (Βαρκελώνη, 1986), σελ. 91-92; Monjo and Vega, “Les colectivitzacions industrials a Barcelona durant la Guerra civil”, L’Avenq, 70 (Απρίλιος 1984), σελ. 37.

[34] Monjo and Vega, Els Treballadors, σελ. 109-124.

[35] Δες την αναφορά 1219, AS.

[36] Asamblea, 29 Νοεμβρίου 1936 and 13 Ιουνίου 1937, 1404, AS; Monjo and Vega, Els Treballadors, σελ. 83 και 123.

[37] Acta, 21 Φεβρουαρίου 1937, 469, AS.

[38] Acta, 21 Φεβρουαρίου 1937, 469; Asamblea, 13 και 31 Ιανουαρίου 1937, 140.

[39] Ronald Fraser, Blood of Spain (Νέα Υόρκη, 1986), σελ. 214.

[40] Solidaridad Obrera, 28 και 29 Αυγούστου 1937.

[41] Boletln del Sindicato de la Industria Fabrily Textil de Badalona y su Radio, Ιούνιος 1937.

[42] Hoy, Ιανουάριος 1938.

[43] Comite Ejecutivo de la Federacion Local UGT, 27 Νοεμβρίου 1937, 501, AS. Η Ομοσπονδία συμφώνησε να πληρώσει τους μισούς μισθούς.

[44] Δες τα αρχεία της Generalitat 240, AS.

[45] 17 Μαΐου 1938, 1084, AS.

[46] 19 Σεπτεμβρίου 1936, 182, AS.

[47] 25 Δεκεμβρίου 1936, 182, AS.

[48] 20 Μαρτίου 1937, 181, AS.

[49] 28 Μαΐου 1937, 181, AS.

[50] Reglament interior de la Casa Rabat, 10 Ιανουαρίου 1938, 1099, AS; Reunion, Rabat, 23

Απριλίου 1938, 1099, AS; Assamblea ordinaria dels obrers de la casa “Artgust”, 6 Σεπτεμβρίου

1938, 1099, AS.

[51] Comite Regional, Seccion Defensa, 17 Ιουλίου 1938, 1049, AS. Από την άλλη, τα συνδικάτα των CNT και UGT στην ένδυση αρνήθηκαν να επιτρέψουν την εργασία το Σάββατο το απόγευμα. Δες 2 Οκτωβρίου 1937, 1219, AS.

[52] Rabasso Palau, 25 Οκτωβρίου 1938, 1219, AS.

[53] 8 Ιουλίου 1938, 1219, AS.

[54] Επιστολή από comite de la Fabrica No. 7, [n.d.] 1085, AS.

[55] Décret instituant un “certificat du travail”, 4 Μαρτίου 1937, 259, Archives diplomatiques [Παρίσι]. Για τα ίδια τα πιστοποιητικά, Generalitat 252, no. 13, AS.

[56] Παρατίθεται στο Jose Peirats, La CNT en la revolution espanola, 3 τόμοι (Παρίσι, 1971), 3, σελ.36.

[57] Έγγραφο που παρατίθεται στο ο.π., 39.

[58] Comite, 22 Μαΐου και 1 Σεπτεμβρίου 1937, 501, AS.

[59] Μάρτιος 1937, Generalitat 282, AS.

[60] H.E. Kaminski, Los de Barcelona, σε μετάφραση Carmen Sanz Barbera (Βαρκελώνη, 1976), σελ. 181.

[61] Monjo and Vega, Els Treballadors, σελ. 87.

[62] Acta de la asamblea, [n.d.], 469, AS.

[63] Acta de la asamblea, 21 Φεβρουαρίου 1937, 469, AS.

[64] Reunion, 22 Δεκεμβρίου 1936, 1204, AS.

[65] Kaminski, Barcelona, σελ. 63; δες επίσης Annik Mahaim, Alix Holt, and Jacqueline Heinen, Femmes et mouvement ouvrier: Allemagne d’avant 1914, Révolution russe, Révolution espagnole (Παρίσι, 1979), σελ. 185.

[66] Martha Ackelsberg, “Revolution and Community”, στπ Susan Bourque and Donna Robinson Divine (eds), Women Living Change (Φιλαδέλφεια, 1985), σελ. 104.

[67] Josep Maria Bricall, Politico economica de la Generalitat (1936-39), 2 τόμοι (Βαρκελώνη, 1978), 1, σελ. 101-118. Σε μια μη συμβατική – αλλά απλουστευτική – οικονομική ανάλυση, οι σιδηροδρομικοί της UGT διαβεβαίωσαν ότι το ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών προκλήθηκε από τις υπερβολικές μισθολογικές απαιτήσεις των εργατών και άσκησε κριτική στην «απειθαρχία» τους ενώ καλούσε για την «αποκατάσταση της αρχής». Δες Informe, 5 Σεπτεμβρίου 1937, 467.

[68] Solidaridad Obrera, 7 Μαΐου 1937· Juzgado General de Contrabando, 1336, AS. Για τις διαδηλώσεις των γυναικών, δες Enric Ucelay Da Cal, La atalunyapopulista: Imatge, cultura, ipolitico en I’etapa republicana (1931-1939) (Βαρκελώνη, 1982), σελ. 309-323.

[69] Estadistica: Resumenes demograficos de la Ciudad de Barcelona. El periodo 1936 a 1938 y de 1939, σελ. 22.

[70] Fraser, Blood, σελ. 452.

[71] Borderias, Evolution, σελ. 471.

[72] Martha A. Ackelsberg, ” ‘Separate and Equal’? Mujeres Libres and Anarchist Strategy for Women’s Emancipation”, Feminist Studies, 11 (Άνοιξη 1985), 1, σελ. 74.

[73] Ramon Safon, La educacion en la Espana revolucionaria σε μετάφραση Maria Luisa Delgado and Felix Ortega (Μαδρίτη, 1978), σελ. 55.

[74] Mujeres Libres, 17 Φεβρουαρίου 1938, 529, AS. Για την ενσωμάτωση των γυναικών της υπαίθρου στην εργασιακή δύναμη των πόλεων, δες Ackelsberg, Free Women, σελ. 119.

[75] A todos los sindicatos, 25 Απριλίου 1938, 1084, AS.

[76] Dr. Felix Marti Ibanez, Obra: Diez meses de labor en sanidad y asistencia social (Βαρκελώνη, 1937), σελ. 77.

[77] Παρατίθεται στο Kaminski, Barcelona, σελ. 67.

[78] Dorsey Boatwright και Enric Ucelay Da Cal, “La Dona del Barrio Chino”, L’Aveng, 76 (Νοέμβριος 1984), σελ. 29.

[79] Για τη νομιμοποίηση της έκτρωσης, δες Mary Nash, “L’Avortament legal a Catalunya”, L’Aveng, 58 (Μάρτιος1983), σελ. 188-194. Για την πορνεία και το σεξ, δες Ackelsberg, Free Women, σελ. 135-140.

[80] Consejo de la Federation Local UGT, 2 και 5 Οκτωβρίου 1937, 501, AS.

[81] Informe al Pie, 7 Αυγούστου 1937, 1322, AS.

[82] Η ιδέα της ίσης πληρωμής για ίση εργασία δέχτηκε τη στήριξη του Συνδικάτου Γραφικών Τεχνών της UGT. Δες Informe, [n.d.] 1049, AS.

[83] Asamblea, R. Pujol Guell, 11 Νοεμβρίου 1937, 1085, AS.

[84] Reglamento Interior, Eudaldo Perramon, 1 Σεπτεμβρίου 1938,1219; Secciones Modistas UGT-CNT, 2 Ιουλίου 1937, 1336, AS.

[85] UGT, επιστολή της Elissa Uris και οι απαντήσεις των οργανωμένων, Αύγουστος-Σεπτέμβριος, 1049, AS.

[86] Δες Temma Kaplan, “Female Consciousness and Collective Action: The Case of Barcelona, 1910-18”, Signs, 7 (Άνοιξη 1982) σελ. 548-565.

[87] Ίσως για παρόμοιους λόγους σύνεσης, πολλές γυναίκες πρόσεχαν να μην κάνουν επισήμως έκτρωση και προτιμούσαν να χρησιμοποιούν παραδοσιακές μεθόδους έκτρωσης και αντισύλληψης. Δες  Mary Nash, “Marginalisation and Social Change: Legal Abortion in Catalonia during the Civil War”, άρθρο που παρουσιάστηκε στο XVII Ετήσιο Συνέδριο της Spanish and Portuguese Historical Society, Πανεπιστήμιο της Minnesota (Απρίλιος 1986).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s