Home

Δημοσιεύουμε το κείμενο: “Τι είναι το χρήμα; Τίποτα. Τι είναι η ταξική πάλη; Τα πάντα” που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις 3 Οκτώβρη του 2015 στο Montreuil (Seine-Saint-Dennis) στα πλαίσια μιας ημερίδας αφιερωμένης στο ερώτημα “Μια κοινωνία χωρίς χρήμα;”. Το κείμενο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τους Yosushiro Osaka και Valmel αρχές του 2016. Το πρωτότυπο υπάρχει στη σελίδα: http://www.leondemattis.net/?2015/10/08/79-quest-ce-que-largent-rien-quest-ce-que-la-lutte-des-classes-tout.

 

Τι είναι το χρήμα; Τίποτα.
Τι είναι η ταξική πάλη; Τα πάντα.

Το χρηματοοικονομικό κραχ του 2008 και η κρίση δημοσίου χρέους που ακολούθησε, επανέφεραν το ζήτημα του νομίσματος στο επίκεντρο της προσοχής της κοινής γνώμης. Αλλά την ίδια στιγμή, το ζήτημα του χρήματος δεν τέθηκε παρά μόνο υπό ένα πολύ στενό πρίσμα: συγκεκριμένα, αυτό του χρηματοπιστωτικού τομέα. Περιορίστηκε απλά στο ερώτημα για το ποιο είδος νομίσματος είναι προτιμότερο. Πιστωτικό χρήμα ή χρήμα-εμπόρευμα; Ευρωπαϊκό ή εθνικό νόμισμα; Νόμισμα εγγυημένο από το κράτος ή παράλληλο νόμισμα; Ποτέ σχεδόν, κανείς δεν έθεσε το αναγκαίο ερώτημα: σε τι το χρήμα είναι απαραίτητο;

Από τα δεξιά έως και τα αριστερά, οτιδήποτε άλλο εκτός από εχθροί [του καπιταλισμού]

Το ερώτημα, που έχει αναδειχθεί περισσότερο στο πεδίο της πολιτικής και των ΜΜΕ, είναι για τις χώρες της ζώνης του Ευρώ, αυτό της επιστροφής στα εθνικά νομίσματα. Η επιλογή αυτή υποστηρίζεται από πολλά κόμματα, όπως το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, τη Χρυσή αυγή και το ΚΚΕ στην Ελλάδα, και αποτέλεσε το αντικείμενο της πρόσφατης ρήξης μεταξύ της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ και των διαφωνούντων από τη Λαϊκή Ενότητα. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, πάνω στο ζήτημα αυτό, η αριστερά του κρατισμού συμπαρατάσσεται με την εθνικιστική ακροδεξιά. Η συμμαχία ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και στο κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων[1] ή η έκκληση του οικονομολόγου Jacques Sapir, ο οποίος θεωρείται φίλα προσκείμενος στο Μέτωπο της Αριστεράς,  για συμμαχία με το Εθνικό Μέτωπο δεν είναι απλά στιγμές αναποδιάς. Η επιλογή της επιστροφής σε ένα εθνικό νόμισμα εγγράφεται σε μία σκέψη, η οποία επιλέγει να βλέπει στο κράτος και, ακόμα χειρότερα, στην εθνική κυριαρχία τον προμαχώνα ενάντια στον διεθνή χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Η σκέψη αυτή υποκρίνεται πως αγνοεί ότι η εθνική κυριαρχία, είναι πρώτα και κύρια, η κυριαρχία της εθνικής αστικής τάξης. Με χαρακτηριστικό τρόπο, οι φορείς αυτής της πολιτικής δεν μιλούν για προλεταριάτο και καπιταλιστές, αλλά για λαό και ελίτ. Η στηλίτευση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η επιστροφή σε ένα παρεμβατικό κράτος, σε έναν κυρίαρχο λαό και ένα εθνικό νόμισμα είναι το κοινό πρόγραμμα που ενώνει την ακροδεξιά και την ακροαριστερά του κεφαλαίου.

Περισσότερο ριζοσπαστική φαινομενικά είναι η υποστήριξη ενός εναλλακτικού νομίσματος. Η πρόθεση εδώ, είναι ακριβώς η παράκαμψη του κράτους. Όπως στα εγχειρήματα SEL (Système d’échange local, σύστημα τοπικών ανταλλαγών)[2], ο αντικειμενικός σκοπός είναι να παραμεριστούν οι μεσάζοντες και να πραγματοποιούνται σε τοπικό επίπεδο οι συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών. Μια παραλλαγή της ίδιας ιδέας, εφαρμοσμένη στο διαδίκτυο, επιτρέπει επίσης να ξεπεραστεί το τοπικό επίπεδο. Ωστόσο, οι υποστηρικτές των εναλλακτικών νομισμάτων –  του pêche[3], του sol-violette[4] ή του bitcoin – πολύ συχνά αγνοούν ότι δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να πραγματοποιούν το όραμα του πλέον φιλελεύθερου από τους φιλελεύθερους οικονομολόγους: του Friedrich August von Hayek. Το μέλος αυτό της λεγόμενης Αυστριακής σχολής, ο οποίος υπεραμυνόταν της σχεδόν πλήρους απόσυρσης του κράτους από παρεμβάσεις στην οικονομία, υπερασπίστηκε σε ένα κείμενο του 1976 με τίτλο Denationalization of Money[5] ένα νόμισμα δημιουργημένο αποκλειστικά από τους ιδιώτες χρήστες του. Ο ρόλος του κράτους οφείλει να περιορίζεται στο να δίνει απλά έναν νομικό ορισμό στη μονάδα μέτρησης του νομίσματος: εδώ μπορούμε με την ευκαιρία να σημειώσουμε ότι το ίδιο συμβαίνει με τα υπάρχοντα εναλλακτικά νομίσματα, καθώς αυτά συνήθως βρίσκονται σε μία καθορισμένη ισοτιμία με το Ευρώ. Επομένως, πάντα σύμφωνα με τον Hayek, το κοινό μπορεί να επιλέξει ανάμεσα στα διαφορετικά νομίσματα που κυκλοφορούν από τους διάφορους ιδιώτες χρήστες τους. Οι προτιμήσεις θα έτειναν προς το ισχυρότερο, ενώ τα λιγότερο ισχυρά θα απαξιώνονταν και θα κατέρρεαν. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύγονται οι χειραγωγήσεις των νομισμάτων και ο πληθωρισμός, οι μόνες πηγές προβλημάτων της ελεύθερης  οικονομίας σύμφωνα με τους θιασώτες του καπιταλισμού.

Αν οι αφελείς υποστηρικτές των εναλλακτικών νομισμάτων δύνανται να εκλάβουν ως αντικαπιταλιστικό κάτι που είναι ακραία φιλελεύθερο, και εάν, στην αντίθετη πλευρά, οι ηλίθιοι αριστεριστές μπορούν να ενώνουν τη φωνή τους με την ακροδεξιά για να σκούζουν ενάντια στον κοσμοπολίτικο διεθνή χρηματοπιστωτισμό, είναι γιατί κανείς τους δεν κατανοεί πραγματικά τι είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Ο καπιταλισμός, δεν είναι η κυριαρχία των τραπεζών ή των χρηματιστών πάνω “στην πραγματική οικονομία”. Δεν είναι απλά η εκμετάλλευση από κάποιους [χρηματιστές] της δίκαιης εργασίας των άλλων, αφεντικών και εργατών ανάκατα. Δεν είναι η επιβολή μέτρων λιτότητας από διεθνείς οργανισμούς σε φτωχά κράτη που αποτελούν θύματα. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί μια ολότητα: ένα διεθνοποιημένο σύστημα στο οποίο ο χρηματοπιστωτικός τομέας παίζει έναν αναγκαίο ρόλο για όλους τους καπιταλιστές και του οποίου οι υπηρεσίες αποτελούν για όλα τα κράτη μια απαραίτητη επιλογή.

Ούτε η επιστροφή σε ένα εθνικό νόμισμα, ούτε ή χρήση ενός εναλλακτικού νομίσματος αλλάζουν τίποτα στην καπιταλιστική οικονομία, και ως εκ τούτου ούτε στα προβλήματα, τα οποία οι “λύσεις” αυτές υποτίθεται πως τακτοποιούν. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: δεν προσφέρει τίποτα μια επιστροφή σε αυτό χωρίς μια ρήξη, είναι το ίδιο το νόμισμα που πρέπει να απορρίψουμε.

Μεταξύ της κρατικής-εξουσιαστικής επιλογής και της φιλελεύθερης-εναλλακτικής επιλογής δεν έχουμε τίποτα να επιλέξουμε. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να διασωθεί η εκμετάλλευση και τα προνόμια των από πάνω.  Όσο το χρήμα θα υπάρχει, δεν μπορεί να υπηρετεί κάποιον διαφορετικό σκοπό.

Τι είναι το χρήμα;

Για να κατανοήσουμε γιατί το χρήμα δεν μπορεί παρά να υπηρετεί την κυριαρχία, πρέπει για ακόμα μια φορά να γνωρίσουμε τι πραγματικά είναι.

Το χρήμα, στις μέρες μας, είναι αυτό της πίστης.

Μία τράπεζα είναι εξουσιοδοτημένη να δημιουργεί νόμισμα, υπό τη συνθήκη ότι έχει στην κατοχή της τα ισοδύναμα αυτού του νομίσματος. Αυτά τα ισοδύναμα, ουσιαστικά αφορούν την αναγνώριση της πίστης, μεταξύ των οποίων, τα πιστωτικά ισοδύναμα που εκδίδονται από τα κράτη.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, αυτά τα ισοδύναμα αποτελούνταν από ένα πολύτιμο μέταλλο που ήταν και το ίδιο ένα εμπόρευμα: εν γένει ο χρυσός. Αλλά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, αυτό που ονομαζόταν “ο κανόνας του χρυσού” εγκαταλείφθηκε. Αυτή η εγκατάλειψη έγινε σε μεγάλο βαθμό προοδευτικά. Κλιμακώθηκε στον απόηχο του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου έως τα μέσα της δεκαετίας του ’70 : ακολούθησε αρκετά στάδια, στη διάρκεια των οποίων ένα νόμισμα μπορούσε να αντιστοιχεί άμεσα σε ένα άλλο νόμισμα, όπου το τελευταίο ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό.

Το πρόβλημα, στην πραγματικότητα, ήταν να μην υπονομεύεται η εμπιστοσύνη που το κοινό μπορούσε να έχει σε ένα νόμισμα. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε οδηγηθεί στο να προτιμά, στις αρχές του 19ου αιώνα, ένα νομισματικό σύστημα βασισμένο στον χρυσό, και αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε όταν μιλάμε για το νόμισμα και την πιθανή του μεταρρύθμιση. Το νόμισμα είναι ένας κοινωνικός θεσμός, ο οποίος δεν λειτουργεί παρά μόνο με την πίστη σε αυτόν. Η ιστορία βρίθει από στιγμές κατάρρευσης νομισμάτων, τα οποία δεν άξιζαν τίποτα γιατί οι χρήστες τους τα εγκατέλειψαν: στη Γαλλία, τέτοια παραδείγματα ήταν τα χαρτονομίσματα της τράπεζας του Law[6] ή τα assignats[7]. Για να πιστεύω σε ένα νόμισμα, θα πρέπει να έχω πειστεί πως αυτό θα διατηρεί πάντοτε την αξία του και ότι ο έμπορος ή ο ιδιώτης θα αποδέχονται το χαρτονόμισμα ή το μέσο συναλλαγής μου για την παραγωγή αυτών που έχω ανάγκη. Στον 19ο αιώνα, για να υπάρξει τέτοια εμπιστοσύνη, ήταν αναγκαίος ο μύθος του χρυσού. Στις αρχές του 21ου αιώνα, δεν είναι πλέον αναγκαίος: δύο αιώνες λειτουργίας χωρίς πρώτου μεγέθους οικονομική καταστροφή στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες έχουν πείσει το κοινό για τη σταθερότητα του νομίσματος. Παρ’ όλα αυτά, μια τέτοια σταθερότητα ποτέ δεν επιτυγχάνεται και οι ίδιοι οι κεντρικοί τραπεζίτες ποτέ δεν ξεχνούν αυτή την ευθραυστότητα, την οποία δεν έχουν κανένα συμφέρον να υπενθυμίζουν.

Εάν το χρήμα μπορεί σήμερα να είναι πιστωτικό, οφείλεται στο γεγονός ότι η εμπιστοσύνη, η οποία βασίζεται στη σταθερή λειτουργία του συστήματος, το επιτρέπει. Εντούτοις, αποτελεί μεγάλο σφάλμα να νομίζει κανείς πως το χρήμα είναι μονάχα εικονικό και ότι τα κράτη μπορούν να το δημιουργούν σε οποιαδήποτε ποσότητα θέλουν[8]. Δημιουργία απεριόριστης ποσότητας χρήματος σε ένα εμπορευματικό σύστημα γεννά πληθωρισμό και, τελικά, ριψοκινδυνεύει την πλήρη κατάρρευση του νομίσματος. Η αξία του νομίσματος, ακόμα και αν στηρίζεται στην πίστη που εκδίδει το κράτος, σε καμία περίπτωση δεν είναι αυθαίρετη. Εξαρτάται από την αξία που κυκλοφορεί στην καπιταλιστική οικονομία, η οποία, σε τελική ανάλυση, βασίζεται στην εργασία που το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται από τους προλετάριους. Τα κράτη διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα εξαναγκασμού αντλώντας ένα μέρος αυτής της οικονομικής αξίας μέσω της φορολογίας: αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η πίστη που “εκδίδουν” μπορεί να εγγυηθεί την αξία του νομίσματος.

Τις περισσότερες φορές, τα κράτη αποπληρώνουν τις πιστώσεις τους στο ακέραιο, και μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να τους επιτραπεί να διαπραγματευτούν μια μείωση των χρεών τους με αντάλλαγμα την εφαρμογή πολιτικών δραστικής λιτότητας. Εδώ δεν πρόκειται για ζήτημα ηθικό ή συμβολικό, αντίθετα με ό,τι ακούγεται συχνά: πρόκειται για ζήτημα του καπιταλιστικού συστήματος. Εάν επιτραπεί στα κράτη πολύ εύκολα να μην αποπληρώσουν τις πιστώσεις τους, η εμπιστοσύνη στο νόμισμα θα εξαφανιστεί. Έτσι, αυτό δεν θα αξίζει πλέον τίποτα, όπως και ο καπιταλισμός. Το κράτος εδώ σε καμία περίπτωση δεν παίζει τον ρόλο του εγγυητή του γενικού συμφέροντος[9], ή ποιος ξέρει τι άλλες ανοησίες. Είναι ένας οικονομικός παράγοντας, ένα μέρος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Το κράτος συνήθως δεν παίζει κανέναν κυριαρχικό ρόλο στην επιβολή της αξίας του νομίσματός του. Μια τέτοια πολιτική έχει ήδη δοκιμαστεί στην ιστορία. Αυτή η πολιτική μπορεί να λειτουργήσει για κάποιο χρονικό διάστημα: στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να χειριστεί μια κλειστή καπιταλιστική οικονομία στραμμένη πλήρως στον εαυτό της. Τέτοιες ήταν οι οικονομίες της ΕΣΣΔ και των χωρών του λεγόμενου κομμουνιστικού μπλοκ, οι οποίες ήταν χώρες με κρατικό καπιταλισμό[10]. Το νόμισμα είχε μια αξία, την οποία το κράτος καθόριζε κεντρικά. Αλλά αργά ή γρήγορα η οικονομία εκδικείται και ο φιλελεύθερος καπιταλισμός της αγοράς παίρνει πίσω τα δικαιώματά του, ακόμα και αν του πήρε εβδομήντα χρόνια γι’ αυτό.

Το νόμισμα που είναι εγγυημένο από την κρατική πίστη είναι ένα νόμισμα εγγυημένο από μια αξία που θα παραχθεί, και όχι από μια αξία ήδη παραγμένη όπως στην περίπτωση του εμπορευματικού νομίσματος. Αλλά στην πραγματικότητα υπήρξε τέτοιο ήδη από τις απαρχές του καπιταλισμού. Ακόμα και όταν το νόμισμα ήταν εμπόρευμα, αντιστοιχούσε πάλι στην αξία που αποσπόταν από την εργασία των προλετάριων. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο πιστωτικό χρήμα του σήμερα και στο εμπορευματικό χρήμα του χθες, ανάμεσα στον χρηματοπιστωτικό τομέα του σήμερα και στον χρηματοπιστωτικό τομέα του χθες.

Είναι αλήθεια πως, από τις αρχές της δεκαετίας του 70, ο χρηματοπιστωτικός τομέας γνώρισε μια σημαντική επέκταση ως αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που σημάδεψαν τη συγκεκριμένη εποχή. Είναι την ίδια περίοδο, και το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο, κατά την οποία η μετατρεψιμότητα του νομίσματος σε χρυσό εγκαταλείφθηκε ολότελα. Αλλά αποτελεί χονδροειδές λάθος να πιστεύει κανείς ότι ο ρόλος του χρηματοπιστωτισμού είναι η αιτία της κρίσης του καπιταλισμού. Στην πραγματικότητα, η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα ήταν αποτέλεσμα της κρίσης αξιοποίησης [του κεφαλαίου]  που γνώρισε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής μετά από καμιά σαρανταριά χρόνια: και ήταν αυτός, ο οποίος χωρίς αμφιβολία του επέτρεψε να την περιορίσει. Αλλά μέσα στον καπιταλισμό, η κρίση είναι ένα διαρκές φαινόμενο, στο οποίο οι θεραπείες της προηγούμενης κρίσης γίνονται τα αίτια αυτής που ακολουθεί. Ο χρηματοπιστωτισμός είναι για μια ακόμη φορά η λύση και το πρόβλημα του σημερινού καπιταλισμού: είναι μάταιο να πιστεύει κανείς ότι μια μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και μία διαφορετική αναδιάρθρωση του χρήματος θα τον βγάλουν από τις αντιφάσεις του. Μπορούν χωρίς αμφιβολία να σώσουν την οικονομία, γιατί η οικονομία δεν σώζεται απλά με το να μεταθέτεις συνεχώς τις προθεσμίες πληρωμής, αλλά αυτή η διάσωση θα γίνεται πάντα, ό,τι κι αν συμβεί, με τίμημα τη συνέχιση της εκμετάλλευσης των προλετάριων.

Ο σκοπός του χρήματος είναι να παρέχει το απαραίτητο κοινωνικό εργαλείο για την ύπαρξη εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Ένα ουδέτερο χρήμα, το οποίο δεν κάνει κάτι άλλο από το να ανταμείβει τον δίκαιο κόπο του καθενός, δεν υπάρχει.

Αυτό είναι αλήθεια ιδιαίτερα μέσα στον καπιταλισμό, γιατί η αξία και το χρήμα βρίσκονται στην καρδιά των μηχανισμών της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας. Αλλά ίσχυε ακόμα και πριν, όταν ο βιομηχανικός καπιταλισμός δεν κυριαρχούσε σε ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμα και όταν οι σχέσεις παραγωγής δεν ήταν αυτές του σήμερα, όπως στις φεουδαρχικές ή αρχαίες κοινωνίες – ο κανόνας τότε ήταν η δουλοπαροικία ή άμεσες και προσωπικές σχέσεις εξουσίας – το χρήμα, ο θησαυρός, τα σύμβολα των αρχών ήταν ήδη η αποτύπωση της κυριαρχίας. Τα πολύτιμα μέταλλα ποτέ δεν υπηρέτησαν άλλο σκοπό πέρα από την επίδειξη της δύναμης κάποιων πάνω στην εξαθλίωση των άλλων.

Ένας κόσμος χωρίς χρήμα

Σε αντίθεση με ό,τι θα ισχυριζόταν κάποιος, είναι πολύ εύκολο να φανταστεί κανείς έναν κόσμο δίχως χρήμα. Αρκεί να πάρει κάποιος μια μικρή απόσταση και να αφαιρέσει τις κίβδηλες προφάνειες της κοινωνίας του κεφαλαίου. Κάποιος παρόμοια θα μπορούσε να πει χωρίς καθόλου να υπερβάλλει, ότι για μια αντίστοιχη νοημοσύνη σαν τη δικιά μας, η οποία θα είχε άγνοια της πολύ ιδιαίτερης πορείας που πήρε η ανθρώπινη ιστορία κατά τη διάρκεια των τελευταίων χιλιετιών, θα ήταν πολύ περισσότερο δύσκολο να φανταστεί την ίδια την ύπαρξη του χρήματος παρά την απουσία του. Πρόκειται για μια ιδέα εντελώς εξωφρενική να ισχυρίζεται κανείς, ότι μια κοινωνική μορφή τόσο αφηρημένη, της οποίας το νόημα και την προέλευση αγνοούν οι περισσότεροι, θα βασιλεύει πλήρως ώστε να είναι εκ φύσεως αδύνατο να ξεπεραστεί.

Δεν είναι επομένως ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς χρήμα: είναι ότι αρνούμαστε να σκεφτούμε, κάτι που είναι τόσο διαφορετικό. Αυτό που καθιστά ρεαλιστική τη σύλληψη ενός τέτοιου κόσμου, είναι η άμεση εμπειρία του μοιράζεσθαι και της συνεργασίας, που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό γύρω μας, γιατί στην πραγματικότητα ούτε ο ίδιος ο καπιταλισμός δεν μπορεί να τα καταπνίξει. Αλλά το μοιράζεσθαι και η συνεργασία συστηματικά υποτιμούνται και επανερμηνεύονται κάτω από το φως της κυρίαρχης ιδεολογίας, που δεν είναι παρά μια ψευδής αφήγηση για τα πράγματα, καθώς επίσης και ένας τρόπος ύπαρξης που επιβάλλεται πάνω στη σκέψη και στις πρακτικές. Είναι αλήθεια ότι μέσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την τελική λογική της κοινωνικής σχέσης. Όταν μπει το ζήτημα του μοιράζεσθαι και της συνεργασίας σε έναν κόσμο χωρίς χρήμα, αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά πάνω σε βάσεις πολύ διαφορετικές από τις σημερινές. Δεν αρκεί να γενικευτεί κάτι που ήδη υπάρχει, αλλά να φανταζόμαστε τη φυγή από την υπάρχουσα πραγματικότητα και κοινωνικές σχέσεις εντελώς διαφορετικές.

Αλλά δεν σημαίνει ότι επειδή μπορούμε να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς χρήμα, ότι είναι εύκολο και να τον πραγματοποιήσουμε. Η κατάργηση του χρήματος συγκρούεται με τα συμφέροντα αυτών που βρίσκονται σε θέση κυριαρχίας: με τους πολύ πλούσιους, δηλαδή τους καπιταλιστές και με όλους αυτούς που είναι με το μέρος τους. Ο καπιταλισμός αμύνεται με την ιδεολογία του, τόσο με αυτή που εγγράφεται στην καθημερινή ζωή όσο και με αυτή που παίρνει τις πλέον κλασικές μορφές αλλά διαρκώς ανανεώνεται από την προπαγάνδα. Μπορεί επίσης να αμυνθεί με την έσχατη καταφυγή του: τη βία των δυνάμεων καταστολής.

Τελικά, επειδή είναι εύκολο να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς χρήμα δεν σημαίνει ότι αυτός θα πραγματοποιηθεί επειδή απλά μπορέσαμε να τον φανταστούμε. Μια ουτοπία ποτέ δεν πραγματοποιείται. Αυτή δεν αποτελεί παρά προβολή στο μέλλον των επιθυμιών και των αντιλήψεων του παρόντος. Δεν είναι ένα σχέδιο, όσο μεγαλοφυές και αν είναι αυτό, που επιτρέπει την αλλαγή μιας κοινωνικής σχέσης και την κατάργηση ενός θεσμού τόσο θεμελιακού όπως το χρήμα. Πρόκειται για τη γέννηση και γενίκευση μιας πρακτικής που διευρύνεται όσο το δυνατόν περισσότερο μέσα σε μια δυναμική κοινοκτημοσύνης. Μέχρις αποδείξεως του εναντίου, δεν υπάρχει παρά μόνο ένας τόπος στην καρδιά του οποίου μια τέτοια πρακτική μπορεί ακόμα να γεννηθεί: στην πάλη των τάξεων.

 

Léon de Mattis

 

[1] Όπως ακριβώς ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επέλεξε τελικά την παραμονή στο Ευρώ, επέλεξε επίσης να μείνει πιστός στη συμμαχία του με τους ΑΝΕΛ, το μικρό κόμμα της ακροδεξιάς που τον στήριξε από την αρχή.

[2] Σ.τ.Μ.: Στα Αγγλικά LEΤS: local exchange trading system. Το πιο γνωστό εγχείρημα τέτοιου είδους στην Ελλάδα είναι το Δίκτυο Αλληλεγγύης και Ανταλλαγής Μαγνησίας.

[3] Σ.τ.Μ.: Το pêche είναι τοπικό νόμισμα της περιοχής του Montreuil που κυκλοφόρησε το 2014 από συλλογικότητα πολιτών. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του εγχειρήματος: http://peche-monnaie-locale.fr/monnaie/, το pêche αποτελεί ένα εργαλείο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό και έχει ως στόχο να ενθαρρύνει την πραγματική και τοπική οικονομία, να μειώσει το οικολογικό αποτύπωμα και να αντιπαλέψει την κερδοσκοπία και τους φορολογικούς παραδείσους. Σε αντίθεση με τα νομίσματα τύπου LETS που απευθύνονται σε μικρές κοινότητες και συνήθως αντιστοιχούν άμεσα σε χρόνο εργασίας, το pêche βρίσκεται σε σταθερή ισοτιμία ένα προς ένα με το ευρώ και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο από ιδιώτες όσο και από επιχειρήσεις ή δημόσιους φορείς. Σύμφωνα με τους δημιουργούς του, η δομή αυτή επιλέχθηκε για να παρακαμφθούν περιοριστικά κριτήρια, τα οποία κρίθηκαν ως αντιπαραγωγικά, με σκοπό την ευρύτερη διάδοσή του, χάριν της δυναμικής μετασχηματισμού που εγγενώς διαθέτει και η οποία κρίνεται από τους ίδιους ως εν δυνάμει επαναστατική.

[4] Σ.τ.Μ.: Το sol-violette είναι αντίστοιχο τοπικό νόμισμα της περιοχής της Τουλούζης. Ξεκίνησε το 2011 από πρωτοβουλία κατοίκων και στηρίχθηκε από τη δημαρχία της πόλης. Στα τέλη του 2014 είχε πάνω από 1150 χρήστες. Η αξία ενός ποσού sol-violette πέφτει κατά 2% εάν αυτό δεν χρησιμοποιηθεί για 3 μήνες, χαρακτηριστικό που έχει ως σκοπό να ενθαρρύνει τη μεγαλύτερη ταχύτητα κυκλοφορίας του νομίσματος.

[5] Ο Hayek έγραψε το φυλλάδιο αυτό ακριβώς για να αντιταχθεί στην ιδέα ενός κοινού Ευρωπαϊκού νομίσματος, του οποίου το σχέδιο είχε ήδη διακηρυχθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.

[6] Σ.τ.Μ.: Η γενική τράπεζα στη Γαλλία ιδρύθηκε από τον Σκωτσέζο οικονομολόγο John Law το 1716. Ο Law κέρδισε την εμπιστοσύνη του Δούκα της Ορλεάνης και βρήκε την ευκαιρία να εφαρμόσει τις προωθημένες ιδέες του για μια κεντρική τράπεζα που θα εκδίδει χρήμα στην μορφή του χαρτονομίσματος. Το 1720 η υπερβολική έκδοση χαρτονομισμάτων παράλληλα με το σκάσιμο της φούσκας των μετοχών  της μονοπωλιακής εταιρίας του Μισισίπι, την οποία διεύθυνε ο Law, προκάλεσαν bank run και η αξία των χαρτονομισμάτων κατέρρευσε, καθώς οι κάτοχοί τους απαίτησαν μαζικά την εξαργύρωσή τους σε χρυσό.

[7] Σ.τ.M.: Τα Assignats ήταν χαρτονομίσματα που κυκλοφόρησαν κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης. Εκδόθηκαν το 1789 από την εθνοσυνέλευση και υποτίθεται πως είχαν αντίκρισμα στη γη που κατείχε η εκκλησία και είχε δημευθεί κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Η αθρόα τους έκδοση καθώς και η συστηματική παραχάραξή τους κυρίως από τους Άγγλους, συνέβαλαν στην κατάρρευση της πίστης προς το νόμισμα και τη δημιουργία υπερπληθωρισμού. Ήδη από το 1792 είχαν χάσει το μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους και έως το 1796 το νόμισμα είχε πρακτικά καταρρεύσει.

[8] Ομοίως, είναι επίσης παράλογο να νομίζει κανείς πως επειδή το χρήμα υπάρχει κυρίως σε μορφή καταθέσεων, και ιδιαίτερα σε ψηφιακή μορφή σαν ένας αριθμός στον υπολογιστή μιας τράπεζας, πως αυτό είναι εικονικό. Το χρήμα είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο ολότελα αντικειμενικό, και εδράζεται ακριβώς σε αυτό που είναι το πλέον αντικειμενικό μέσα στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου: στην οικονομία.

[9] Το κράτος δεν είναι ο εγγυητής του γενικού συμφέροντος όπως επιτάσσει η ιδεολογία των πολιτών. Στην πραγματικότητα, είναι ο εγγυητής του συμφέροντος των κυρίαρχων, λαμβανομένων είτε ως το σύνολό τους – και παίζει επίσης έναν ρόλο ρυθμιστή μεταξύ τους-, είτε ως μία μερίδα αυτών.

[10] Δεν θέλω να εισέλθω στις λεπτομέρειες αυτής της δήλωσης, όπου θα πρέπει να αποδείξω ότι χώρες με κεντρικά σχεδιασμένη και διευθυνόμενη οικονομία (η ΕΣΣΔ και το σοβιετικό μπλοκ ή η Κίνα) ήταν χώρες με κρατικό καπιταλισμό και όχι χώρες “σοσιαλιστικές”. Θα πω μονάχα ένα πράγμα: πως μπορεί να εξηγηθεί ότι χώρες όπως η Κίνα θα περνούσαν τόσο γρήγορα από μια “σοσιαλιστική” οικονομία σε καπιταλιστική εάν οι δύο αυτές μορφές δεν ήταν όμοιες στην ουσία τους.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s