Home

Παραθέτουμε την μετάφραση του κειμένου An A to Z of communisation του Ζιλ Ντωβέ. Το κείμενο αυτό αποτελεί το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου Everything Must Go! Abolish Value των Μπρούνο Ασταριάν και Ζιλ Ντωβέ. Τα δύο πρώτα κεφάλαια είναι γραμμένα από τον Ασταριάν. Το πρώτο λέγεται Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, και μπορεί να βρεθεί εδώ μεταφρασμένο στα ελληνικά από το Blaumachen. Tο δεύτερο λέγεται Value & its Abolition, και μια συντομευμένη του εκδοχή στα αγγλικά μπορεί να βρεθεί εδώ. Να σημειώσουμε ότι τα περισσότερα «λήμματα» του παρακάτω «αλφαβητάριου» δεν διατήρησαν την αρχική τους αλφαβητική σειρά καθώς μεταφράστηκαν στα ελληνικά. Αλλά όπως έχει σημειώσει ο Ντωβέ, τα «λήμματα» του κειμένου αυτού δεν χρειάζεται να διαβαστούν με μια συγκεκριμένη σειρά. Παραποιήσαμε μόνο λίγο την αλφαβητική σειρά για να θέσουμε την αυτονομία ως πρώτο «λήμμα» όπως και στην αρχική μορφή του κειμένου, καθώς, όπως γράφει ο Ντωβέ: «Είναι τυχαίο που η λέξη “αυτονομία” ξεκινά από το πρώτο γράμμα του αλφάβητου. Αλλά δεν είναι τυχαίο που η αυτενέργεια θα πρέπει να αποτελεί την αφετηρία. Η αυτονομία αποτελεί μια αναγκαία συνθήκη για το σύνολο του αλφαβητάριου της κομμουνιστικοποίησης».

«Μερικοί άνθρωποι θα βρουν τις προτάσεις μας τρελές ή αφελείς. Δεν περιμένουμε ότι θα πείσουμε τους πάντες. Αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν, θα το βρίσκαμε πολύ ανησυχητικό. Θα προτιμούσαμε να έχουμε αναγνώστες οι οποίοι θα πρέπει τρίψουν τα μάτια τους πριν πιστέψουν τις θέσεις μας».
A World Without Money: Communism, 1975

αυτονομία    αμφισβήτηση     αξία     δουλειά     δραπέτες φυλακών     εξέγερση     επανάσταση     εργασία     καθημερινή ζωή     Καρλ (Μαρξ)     κατοικία     μη οικονομία     ξενοφιλία     οικογένεια     οικολογία     πολιτική     συσκότιση     τάξη     Τζόττο     φύλο     χειρωνάκτης εργάτης     χρήμα     χρόνος (και προθεσμίες)     χτες
χωρίς ταμπέλες     Zomias

Αυτονομία

Το 2012, ριζοσπάστες καταληψίες από το Occupy Oakland έκαναν ξεκάθαρο ότι «καμιά άδεια δεν θα ζητηθεί, κανένα αίτημα δεν θα τεθεί, δεν θα υπάρξει καμιά διαπραγμάτευση με την αστυνομία και τις δημοτικές αρχές»: κανείς ή κανένα σώμα δεν είχε την εξουσία να τους παραχωρήσει τίποτα συναφές, οπότε δεν υπήρχε κανένα νόημα στο να διαπραγματευτούν με επίδοξους εκπροσώπους.

Η συμμετοχική λήψη αποφάσεων συνεπάγεται μια κοινοτική ικανότητα που συχνά αποκαλείται «αυτοενδυνάμωση». Η αυτονομία δεν έχει αποκλεισμούς. Ως συμμετέχοντες έχουν ίσο μερίδιο στη δημιουργία ενός διαφορετικού κόσμου, το πιο σημαντικό πράγμα της ζωής τους γίνεται η σχέση τους με τους άλλους, κι αυτή η αλληλεξάρτηση εκτείνεται πολύ πέρα από τον κύκλο των συγγενών και των φίλων.

Σε έναν διαφορετικό τόπο και χρόνο, μερικοί άνθρωποι έχουν τονίσει τον αυθορμητισμό πολλών πρόσφατων κινεζικών απεργιών, διαδηλώσεων, διαμαρτυριών, αποκλεισμών δρόμων και ταραχών. Άλλοι παρατηρητές έχουν δώσει έμφαση στον προσεκτικό σχεδιασμό που λαμβάνει χώρα εκ των προτέρων. Ωστόσο, η οργάνωση κι ο αυθορμητισμός αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μια αυτο-εκκινούμενη στάση εργασίας χρειάζεται πρώτα κρυφές συζητήσεις και συναντήσεις, κι η συνέχισή της χρειάζεται ανθεκτικούς, ανεξάρτητους διαύλους επικοινωνίας (όπως μια τηλεφωνική γραμμή άμεσης πρόσβασης για αλληλοβοήθεια) και δομές λήψης αποφάσεων.

Ωστόσο, η ιδεολογία της αυτονομίας είναι μια από τις σύγχρονες πανάκειες. Αυτονομία είναι να δρας αυτοβούλως: δεν περιγράφει το τι πραγματικά κάνει το άτομο ή το συλλογικό υποκείμενο. Στην άμπωτη και την παλίρροια των κοινωνικών μαχών, οι περισσότερες καταλήψεις κι απεργίες συναντούν το όριο της μιας εταιρείας, της μιας γειτονιάς, της μιας πόλης. Ο χώρος εργασίας, η γειτονιά, η φιλία, κλπ, δημιουργούν μια δυνητική κοινότητα αγώνα η οποία, από τη δική της δύναμη και μόνο μπορεί σίγουρα να αυτοδιαχειριστεί μια κατάληψη, μια απεργία, ακόμη και μια κοινότητα ζωής για κάποιο χρονικό διάστημα… αλλά δεν αρκεί για να σπάσει το φράγμα.

Πως μπορεί μια κοινότητα αγώνα να δημιουργήσει περισσότερα από τον ίδιο της τον αγώνα; Μπορεί να πάει πέρα από τις τελετουργίες του κοινωνικού συνεταιρισμού; Πως μπορεί η αλληλεγγύη να μην γίνει αυτοσκοπός; Πότε μπορεί η συλλογική θέληση να φέρει τη μετασχηματιστική ισχύ της;

Σε αντίθεση με ένα βιβλίο χωρισμένο σε κεφάλαια τα οποία σταδιακά αναδεικνύουν την αιχμή τους από την αρχή προς το τέλος, αυτό το αλφαβητάρι είναι περισσότερο σαν λεξικό του οποίου η κάθε καταχώριση πρέπει να διαβαστεί σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες. Είναι τυχαίο που η αυτονομία ξεκινά από το πρώτο γράμμα του αλφάβητου. Αλλά δεν είναι τυχαίο που η αυτενέργεια θα πρέπει να αποτελεί την αφετηρία. Η αυτονομία αποτελεί μια αναγκαία συνθήκη για το σύνολο του αλφαβητάριου της κομμουνιστικοποίησης. Δεν συμπυκνώνει το σύνολο της διαδικασίας.

Occupational Hazards: The Rise & Limitation of Occupy Oakland, εκδόσεις CAL Press.

New Strikes in China, gongchao.org

Eli Friedman, Insurgency Trap: Labor Politics in Post-socialist China, εκδόσεις Cornell U.P.

A Contribution to the Critique of Political Autonomy, troploin.fr

Βλέπε εξέγερση, εργασία, τάξη

Αμφισβήτηση

Όπως έγραψαν οι καταστασιακοί το 1966: «Ένα διαλεκτικό βιβλίο στην εποχή μας δεν είναι μόνο ένα βιβλίο που παρουσιάζει έναν συλλογισμό διαλεκτικά· είναι ένα βιβλίο που αναγνωρίζει κι υπολογίζει την ίδια του τη σχέση με την ολότητα που θα μετασχηματιστεί πραγματικά».

Η ριζοσπαστική θεωρία είναι συνεπής μόνο αν ενδιαφέρεται να αναλογιστεί επί του εαυτού της και να περιέχει την ίδια της τη δυνητική κριτική. Αλλιώς, αντί να συνεισφέρει στον μετασχηματισμό του κόσμου, μένει απασχολημένη στο να μετασχηματίζει τις λέξεις.

Τα τελευταία χρόνια, όπως δείχνει μια γρήγορη διαδικτυακή έρευνα, η «κομμουνιστικοποίηση» έχει γίνει ένας νεωτερισμός στην αγορά της διανόησης.

Τώρα που η ΕΣΣΔ έχει φύγει κι η Κόκκινη Απειλή έχει τελειώσει, εξερχόμαστε από τον «κομμουνισμό».

Εισέρχεται η κομμουνιστικοποίηση.

Αρκετά συχνά, ο αναγνώστης μένει με την εντύπωση ότι έπεσε στη λάθος πόρτα.

Η έννοια της κομμουνιστικοποίησης αρνείται την αναγκαιότητα μιας ενδιάμεσης μεταβατικής περιόδου που δεν θα είναι ούτε καπιταλιστική ούτε κομμουνιστική. Αυτό περιγράφει μια μελλοντική επανάσταση, όχι κάτι που συμβαίνει στο παρόν.

Ωστόσο, πολύ συχνά ερμηνεύεται σαν αυτή η διαδικασία να βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στο σήμερα: η «καμία μετάβαση» νοείται λανθασμένα ως μια ατελείωτη επίμονη μεταρρύθμιση αντί μιας επαναστατικής ρήξης. «Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε… τώρα!» τραγουδούσαν οι Doors, αλλά υπάρχει μια διαφορά μεταξύ στίχων και κοινωνικής αλλαγής. Η σύγχυση προκαλεί τη δημοφιλία της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης, η οποία συχνά υποβιβάζεται σε έναν γενικό όρο για τη θεωρία και την πρακτική που η συσσωρευτική αλλαγή (ιδίως στη σφαίρα της καθημερινής ζωής) φυσικώς τείνει σε μια δομική αλλαγή. Με αυτή την έννοια, η «κομμουνιστικοποίηση» είναι τόσο ακραία επαναστατική που αφαιρεί την ανάγκη για μια επανάσταση: η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης είναι ο κομμουνισμός που γίνεται προσβάσιμος σε όλους.

Περαιτέρω κι εξίσου επιζήμια συσκότιση είναι όταν συγκεκριμένες πτυχές της κομμουνιστικοποίησης υπερτονίζονται (αμεσότητα), και άλλες (τάξη) συρρικνώνονται στο σημείο της απόρριψης. Η ολοκληρωτική αποσύνδεση του προλετάριου από τον εργάτη επιφέρει τη ρητή αποσύνδεση της επανάστασης από τη τάξη: «Η έννοια της “αντίφασης μεταξύ τάξεων” μοιάζει να έχει αυστηρά μαοϊκή καταγωγή. […] Δεν μπορούμε να βρούμε στο έργο του Μαρξ καμία αναφορά σε αντίφαση μεταξύ “κεφαλαίου κι εργασίας” ή μεταξύ “καπιταλιστών και εργατών”» (Endnotes). Εκείνο που ξεκίνησε ως μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού της τάξης τελικά την έθαψε. Αυτό έχει να κάνει περισσότερο με τον μεταμοντερνισμό παρά με την κομμουνιστική θεωρία.

Η ριζοσπαστική σκέψη πάντα υφίστατε μια διαδικασία ουδετεροποίησης. Η κομμουνιστική θεωρία μεταστοιχειώνεται σε ιδεολογία όταν τα τμήματά της αποσυνδέονται από το σύνολο και μεταφέρονται σε μια εντελώς διαφορετική νοητική χαρτογράφηση. Σε παλαιότερους καιρούς, για εκατομμύρια ανθρώπων, ο σοσιαλισμός/κομμουνισμός ενσάρκωνε τις ελπίδες για μια αδελφική κοινότητα μέσω μιας ουσιαστικής σχεδιασμένης οικονομικής ανάπτυξης. Εν τω μεταξύ, ο μαρξισμός υπήρξε «ένας οδηγός δράσης» για την πρωτοπορεία.

Ο στόχος είναι περισσότερο μετριόφρων και εσωστρεφής στις μέρες μας: μίξη παλιών αναφορών (κεφάλαιο, αξία, εργασία…) με μερικές καινούριες (κομμουνιστικοποίηση, ταυτότητα, φύλο…) για την παροχή κατάλληλου υλικού για ένα ολόκληρο φάσμα ειδικών της κριτικής. Κανένα συγγραφικό μπλοκ εδώ. Δεν υπάρχει κανένα όριο στην περαιτέρω εξάπλωση της «κομμουνιστικοποίησης» ως μια ασαφής λέξη που εκφράζει την υπόσχεση μιας πανοραμικής ακαταμάχητης αλλαγής που θα καλύπτει τα πάντα.

Όταν η έννοια της κομμουνιστικοποίησης θα καταπιεί την υπόλοιπη κομμουνιστική θεωρία, σίγουρα θα κερδίσει γρήγορα ευρεία αποδοχή. Να προσέχετε.

«Investigation Without a Guidebook», Situationist International # 10, 1966.

«Minimum Definition of Revolutionary Organisations», Situationist International # 11, 1967.

Editorial στο Endnotes #3, μετάφραση από τους Φίλους του Κεραυνοβόλου Κομμουνισμού, σελ. 14, σημείωση 3.

Βλέπε επανάσταση, συσκότιση, χωρίς ταμπέλες

Αξία

Η «αξία» είναι ένας όρος που ακούμε διαρκώς: δημιουργία αξίας, ΦΠΑ, εμπορική αξία, κλπ. Αυτό που ο οικονομολόγος αποκαλεί αξία, ωστόσο, είναι κάτι που η καθημερινή επιχείρηση αντιμετωπίζει με τρεις διαφορετικές μορφές: κέρδος, επιτόκιο και γαιοπρόσοδος, οι οποίες εμφανίζονται στο τέλος του φύλλου ισολογισμού, κι η πραγματικότητα των οποίων επικυρώνεται από το γεγονός ότι μπορούν να αγοραστούν και να πωληθούν. Αυτή είναι η αυτοκατανόηση ότι ο κάθε καπιταλιστής χρειάζεται να ανταγωνιστεί με άλλους καπιταλιστές και να διαχειριστεί το εργατικό του δυναμικό.

Η έννοια του Μαρξ για την αξία δεν διατίθεται για άμεση επαλήθευση μέσω διαγραμμάτων. Λόγω αυτού, ο Μαρξ κατηγορείται για μεταφυσική.

Καθώς μερικοί κομμουνιστές θεωρητικοί έχουν προσπαθήσει να χρησιμοποιήσουν την αξία ως ένα προλεταριακό εργαλείο διαχείρισης, αξίζει να τονίσουμε ότι η αξία δεν υπολογίζεται. (Περισσότερα επ’ αυτού παρακάτω).

Το γεγονός ότι μια ορισμένη κοινωνική πραγματικότητα εμφανίζεται με ορατές μορφές αλλά μπορεί να προσεγγιστεί μόνο ως μια αφαίρεση, δεν σημαίνει ότι αυτή η πραγματικότητα αποτελεί φαντασία. Οι τιμές είναι ορατώς προσβάσιμα ψηφία, αλλά από που προκύπτουν; Δυο αιώνες πριν, οι περισσότερο διορατικοί κλασικοί οικονομολόγοι εξήγησαν ότι η αξία ενός εμπορεύματος δεν καθοριζόταν από το ποσό που πληρωνόταν για την εργασία που το παρήγαγε, αλλά από τη σχετική ποσότητα εργασίας αναγκαία για την παραγωγή του. Αυτή η ανάλυση κινούταν από την εκδήλωση προς την ουσία. Η έννοια της αξίας δείχνει προς τον κεντρικό ρόλο της εργασίας, της παραγωγικής εργασίας και του χρόνου εργασίας.

Σήμερα,από τη στιγμή που η αξία είναι εμφανώς σχετιζόμενη με την αγορά, ποια ακριβώς είναι αυτή η σχέση; Δημιουργείται η αξία από την αγορά; (Και συνεπώς, αν αντικαθιστούσαμε τους ανεξάρτητους παραγωγούς ή τις εταιρείες από συνεταιρισμένους παραγωγούς, θα αλλάζαν τα πάντα;).

Εδώ κείτεται η δυσκολία.

Είτε οι παραγωγοί είναι εταιρείες είτε άτομα, η αξία μπορεί να κατανοηθεί μόνο από την προέλευσή της στην παραγωγή. Παρότι εκδηλώνεται τη στιγμή της ανταλλαγής, γεννιέται από την παραγωγή, επειδή η παραγωγή με την οποία ασχολούμαστε δεν αποτελεί εν γένει παραγωγή, δεν είναι απλώς παραγωγή αντικειμένων, αλλά καθορίζεται από την προσταγή του μέσου ελάχιστου χρόνου. Η στιγμή της ανταλλαγής είναι ουσιαστική επειδή η αγορά είναι το μέρος όπου οι αντίστοιχες ποσότητες αξίας συναντιούνται για να συγκριθούν και διατιμηθούν.

Η αξία είναι η μορφή της ανταλλαξιμότητας των αντικειμένων σύμφωνα με τον αναγκαίο για την παραγωγή τους μέσο χρόνο εργασίας. Ο χρόνος είναι η υπόσταση της αξίας.

Η ανάγκη για την καταμέτρηση του χρονικού «εργασιακού περιεχομένου» των αγαθών προέρχεται από την ανάγκη για την παραγωγή αγαθών στον ελάχιστο δυνατό χρόνο και τη τυποποίηση της κατασκευής τους. Ο υπολογισμός του χρόνου πάει πακέτο με την προσταγή της εξοικονόμησης χρόνου, ήτοι το λιγότερο δυνατό κόστος εργασίας. Κανένας ειδικός των χρονομέτρων δεν θα ξέρει ποτέ τον ακριβή μέσο χρόνο εργασίας αναγκαίο για την κατασκευή οποιουδήποτε συγκεκριμένου αντικειμένου. Εκείνο που γνωρίζει ο κάθε διευθυντής είναι ότι πρέπει να μειώσει τον συγκεκριμένο χρόνο παραγωγής της εταιρείας του στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

Για τον λόγο αυτό, σχήματα (όπως το συμβουλιακό της GIK [Ομάδα Διεθνών Κομμουνιστών Ολλανδίας] το 1930) τα οποία ελπίζουν να βασίσουν μια κομμουνιστική κοινωνία στον υπολογισμό του χρόνου εργασίας θεμελιώνονται σε μια παρανόηση του τι είναι η αξία. Η αξία είναι χρόνος εργασίας. Οπότε, η αντικατάσταση του χρήματος από τον χρόνο ως τον ρυθμιστή της παραγωγής θα είναι ισάξια με τη δημιουργία ενός καπιταλισμού ηγούμενου από τους εργάτες.

Ο στόχος της άμεσης λειτουργίας της παραγωγής και της κυκλοφορίας, υπολογίζοντας την αναγκαία ποσότητα εργασίας για την παραγωγή αγαθών, χωρίς την μεσολάβηση χρήματος, είναι η ύπαρξη μιας οικονομίας (κι οπότε μιας κοινωνίας) την οποία θα μπορούν να διαχειριστούν οι ίδιοι οι εργάτες: η θεώρηση είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα από τους συνεταιρισμένους παραγωγούς το πόσος χρόνος εργασίας χρειάζεται για την παραγωγή των αγαθών.

Δυστυχώς, αυτό ισοδυναμεί με τη διατήρηση της αξίας, εν τούτοις μόνο ως ένα εργαλείο διαχείρισης, και των εταιρειών ως το επίκεντρο της παραγωγής. Οι υποστηρικτές αυτού του μοντέλου ισχυρίζονται ότι δεν θα υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των εταιρειών, κι οπότε καμία πίεση προς την εργασία να αυξήσει τον ρυθμό της δουλειάς: αν δεν υπάρχει ανάγκη για υποτίμηση των ανταγωνιστών, δεν υπάρχει καμία πίεση στην εργασία. Με άλλα λόγια, οι παραγωγοί θα αξιοποιήσουν όσο καλύτερα μπορούν την παραγωγικότητα χωρίς να γίνουν δούλοι της. Το πρόβλημα είναι ότι η παραγωγικότητα δεν είναι υπηρέτης: τιθασεύει τους παραγωγούς. Ποιος είναι αρκετά αφελής ώστε να πιστέψει ότι η πίεση για ακόμη περισσότερο «εργατικά διαχειρισμένη» αποδοτικότητα θα ισχύσει μόνο για τις μηχανές; Υπολογίζοντας τον αριθμό των ωρών αναγκαίων για την κατασκευή του οτιδήποτε συνεπάγεται την προσταγή της εκτέλεσης των απαιτούμενων εργασιών στον απαιτούμενο χρόνο. Η παραγωγικότητα αναπόφευκτα έρχεται μαζί με την καταμέτρηση του χρόνου εργασίας. Αντί να παρέχει ένα σχεδιάγραμμα για τον κομμουνισμό, η GIK θεωρητικοποίησε ένα πισωγύρισμα προς τον καπιταλισμό.

Είτε η καταμέτρηση του χρόνου βοηθά την επίτευξη της μέγιστης αναλογίας εισαγόμενης δύναμης/προϊόντος, η οποία προκαλεί συστηματική περικοπή εξόδων εις βάρος των παραγωγών, είτε οι παραγωγοί δεν ενδιαφέρονται για την μεγιστοποίηση της απόδοσης της παραγωγής. Οπότε, γιατί να καταγράφουμε το κάθε παραγωγικό λεπτό και δευτερόλεπτο;

Στην πραγματικότητα, αυτό είναι που θα κάνουν οι «κομμουνιστικοποιοί»: αντί της καταμέτρησης και της εξοικονόμησης χρόνου, θα «πάρουν τον χρόνο τους». Φανταστείτε ένα μέρος όπου οι άνθρωποι φτιάχνουν πήλινα κεραμίδια. Περιττό να πούμε, οι κομμουνιστικοποιοί δεν θα νοιάζονται για το αν είναι «αργοί» και αν σταματάνε για ψιλή κουβεντούλα ή για να παίξουν πινγκ πονγκ. Αλλά θα κάνουν περισσότερα. Θα φεύγουν για λίγο από τον «χώρο εργασίας» ώστε να κάνουν κάτι άλλο: να συμμετάσχουν σε μια κατάληψη, σε μια συζήτηση, σε ταραχές ή να εμπλακούν σε μια άλλη παραγωγή. Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι που δεν εμπλέκονται ακόμα στην παραγωγή κεραμιδιών θα έρθουν στο εργοστάσιο και θα ξοδέψουν κάποιον χρόνο βοηθώντας, μαθαίνοντας τη τέχνη… Περισσότερο αποφασιστικά, άνθρωποι θα έρχονται με επιθυμίες και προτάσεις σχετικά με το είδος της οροφής που θέλουνε, θα αποκτούν πρακτική εμπειρία στην κατασκευή κεραμιδιών, και θα φτιάξουν κεραμίδια σύμφωνα με το που και πως ζούνε. Η ρήξη με τη τυποποίηση αποτελεί ένα βήμα προς το τέλος της αξίας. Ως αποτέλεσμα, το εργοστάσιο κεραμιδιών δεν είναι πλέον χώρος εργασίας: έχουμε μια έλλειψη λέξεων εδώ, το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι [ο χώρος εργασίας] γίνεται ένας από τους χώρους όπου οι άνθρωποι ζούνε. Με αυτό έχει να κάνει η κομμουνιστικοποίηση: το τέλος της δουλειάς ως τέτοια. Ο χρόνος δεν παραμελείτε (πως θα μπορούσε;), αλλά παύει να δρα ως ο κύριος ρυθμιστής της παραγωγής, οπότε εμμέσως και της ζωής.

Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, κεφάλαιο 1, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Μπρούνο Ασταριάν, Value & its Abolition, ενότητα 2.

GIK, Fundamental Principles of Communist Production & Distribution

Βλέπε δουλειά, καθημερινή ζωή, κατοικία, μη οικονομία, χρήμα, χρόνος

Δουλειά

Το εργατικό κίνημα ήλπιζε ότι όλοι θα μοιράζονταν το βάρος της δουλειάς (μειωμένο από τη σύγχρονη τεχνολογία): όταν όλοι δουλεύουμε, θα δουλεύουμε πολύ λιγότερο, αυτό ήταν το σχέδιο.

Παρότι ο Μαρξ στα νιάτα του υποστήριζε μια επανάσταση που «καταργεί την εργασία», αργότερα υπήρξε ένας από τους κύριους υποστηρικτές της καθολικής επέκτασης της παραγωγικής εργασίας. Η στάση του αυτή δεν προήλθε από μια αγάπη για την εργασία: «το πραγματικό πεδίο της ελευθερίας […] μπορεί να ανθίσει μόνο με αυτό το πεδίο αναγκαιότητας ως βάση του. Η μείωση της εργάσιμης ημέρας αποτελεί τη βασική του προϋπόθεση».

Αυτή είναι πράγματι η πιο συνήθης κριτική της εργασίας: πως να απελευθερώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο του καθενός; Με τα καλύτερο που μας έχει δώσει ο καπιταλισμός: μηχανές, αυτοματισμός, όλα όσα μπορούν να κάνουν τη δουλειά πολύ λιγότερο φυσικά επώδυνη και ψυχολογικά αγχωτική. Ή, αντίστροφα (πιθανώς συνδυαστικά), αναβιώνοντας τη μη τεϊλοροποιημένη χειροτεχνία, σε συλλογικά διαχειριζόμενα εργαστήρια ανθρώπινης κλίμακας.

Τα πιο σύγχρονα μεταεργασιακά φαντασιακά δεν είναι πολύ ευφάνταστα: μηχανογραφικοί συνεταιρισμοί, δίκτυα, συνεργατική ή αμοιβαία εργασία, ομαδική εργασία, ελεύθερος χρόνος αναμεμιγμένος με δουλειά… Αυτά τα σχήματα προσαρμόζουν τη δουλειά στην υψηλή τεχνολογία, και αφορούν μόνο μια μειονότητα δουλειών υπαλλήλων γραφείου, όχι τους χειριστές της γραμμής παραγωγής. Έχουν τόσο αντίκτυπο στην κοινωνική πραγματικότητα όσο κι η casual ενδυμασία μιας Παρασκευής.

Αντιθέτως, η ριζοσπαστική κριτική αποτελεί μια οριστική καταδίκη της δουλειάς ως έγκλημα, μια αλλοτρίωση η οποία δεν μπορεί να λυτρωθεί. Σήμερα, αν η δουλειά αποτελεί έναν περιορισμό, ποιος είναι, γιατί είναι; Ο αστός που θέλει ακόμη περισσότερο κέρδος απλώς παίζει τον ρόλο του σε μια δομή που τον υποχρεώνει να βγάζει χρήματα ραγδαίως. Το να πούμε ότι η δουλειά είναι η τάξη είναι πρέπων μόνο αν δούμε το πως λειτουργεί η τάξη. Για να ωφελεί η δουλειά τα συμφέροντα των αστών, πρέπει να είναι μια παραγωγή που είναι μόνο παραγωγή, μια παραγωγική δραστηριότητα διαχωρισμένη από την υπόλοιπη ζωή, καθορισμένη από νόρμες, το οποίο σημαίνει καταμέτρηση και εξοικονόμηση χρόνου.

Η κομμουνιστικοποίηση δεν μετατρέπει τη δουλειά σε παιχνίδι, ούτε προσπαθεί συστηματικώς να αποφύγει τη χειρωνακτική εργασία. Η κατάργηση του κανόνα της παραγωγικότητας περιλαμβάνει μια αμφισβήτηση των διαχωρισμών που τώρα θεωρούνται δεδομένοι, ιδιαιτέρως εκείνου μεταξύ μιας ανάγκης και του αντικειμένου που θα εκπληρώσει αυτή την ανάγκη, δηλαδή μεταξύ της ανάγκης και της δραστηριότητας που παράγει το αντικείμενο.

Η έννοια της κομμουνιστικοποίησης δεν είναι ένα ουτοπικό πρόγραμμα. Παρότι τίποτα σήμερα δεν «κομμουνιστικοποιεί» τον κόσμο, οι παρούσες προσπάθειες υποδεικνύουν το πως θα λάβει χώρα το ρήγμα. Οι «αντιεργασιακές» πρακτικές δεν αποτελούν το πρώτο βήμα ενός σταδιακού μονοπατιού προς την κομμουνιστικοποίηση: είναι παγιδευμένες σε μια αντίφαση που μόνο η επανάσταση μπορεί να επιλύσει.

Δεν υπάρχει κάποια αυτόματη κίνηση από τη μάχη ενάντια στις εργασιακές συνθήκες προς την κατάργηση της δουλειάς. Στην Ιταλία τη δεκαετία του 1970 και την Ασία 40 χρόνια αργότερα, η μισθωτή εργασία συχνά αμύνεται με μια μόνιμη διάρρηξη της παραγωγής, καταστροφή των εγκαταστάσεων ή ακόμη και την πυρπόληση του εργοστασίου, οπότε την καταστροφή των συνθηκών της απασχόλησής της . Εδώ η ταξική πάλη φτάνει το ζενίθ της, ακριβώς πριν το οριακό σημείο, αλλά παραμένει ταξική αντιπαράθεση, δεν ξεκινά την καταστροφή του διαπλεκόμενου κεφαλαίου/προλεταριάτου. Η κομμουνιστικοποίηση θα πάει την αντιπαράθεση από ένα αρνητικό σε ένα θετικό επίπεδο μετασχηματίζοντας την μονάδα παραγωγής – το οποίο θα μπορούσε να σημαίνει την κατεδάφισή της, αφήνοντας τον χώρο και κάνοντας κάτι άλλο.

Σε αυτή την περίπτωση, τι θα αποτρέψει τους προλετάριους από το να αναβιώσουν τη δουλειά; Οι ρεαλιστές αδιαμφισβήτητα θα προασπίσουν μια πραγματίστικη συνέχιση της παραγωγής για την κάλυψη επείγουσων αναγκών με όλα τα αποτελεσματικά αποδεκτά μέσα. Η μόνη απάντηση σε αυτή την «πολιτική της αποτελεσματικότητας» είναι ότι η κάταργηση της δουλειάς, δηλαδή της αξίας, δηλαδή της παραγωγικότητας και της τυποποίησης, θα είναι ο πιο «αποτελεσματικός» τρόπος για να παράγουν οι εξεγερμένοι όσα χρειάζονται για να ζήσουν και να πολεμήσουν. Η μόνη βιώσιμη επίλογη, μάλιστα. Η τυποποιημένη παραγωγή είναι τόσο αδύνατη γι’ αυτούς όσο και το να καταφεύγεις σε τράπεζες για τη χρηματοδότηση του εξεγερτικού εξοπλισμού. Η δυσχέρεια των εξεγερμένων δεν θα είναι το πως να κατασκευάσουν καλύτερα πολυβόλα ελικοπτέρων από εκείνα του στρατού. Ούτε το να αναπτύξουν λαϊκές αγροτικές επιχειρήσεις, ούτε να χτίσουν τη μια σειρά μετά την άλλη ομοιόμορφων οικιστικών τετραγώνων.

Καρλ Μαρξ, Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, κεφάλαιο Ι, ενότητα 2, εκδόσεις Gutenberg· Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, κεφάλαιο 48, ενότητα 3, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Els van Daele, De Moker” Group, εκδόσεις Roofdruk Edities, (περιέχει το H. Schuurmann, Work is a Crime).

M. Seidman, Workers Against Work: Labor in Paris & Barcelona during the Popular Fronts, University of California E-Books Library.

Bob Black, The Abolition of Work.

To Work or Not to Work? Is That the Question?, troploin.fr

P. Herman, The Strike at Lordstown, prole.info

Kathi Weeks, The Problem with Work: Feminism, Marxism, Antiwork Politics & Postwork Imaginaries, εκδόσεις Duke U.P., (υπάρχει σε pdf στο libcom)

Βλέπε αξία, εξέγερση, μη οικονομία, χρόνος

Δραπέτες φυλακών

Το 1831, οι canuts (εργάτες μεταξιού) κατέλαβαν την γαλλική πόλη Λυών για μερικές ημέρες, σε στήριξη του άλλου τους αιτήματος για την επιβολή ελάχιστης τιμής στο μετάξι. Ενώ μερικοί εξεγερμένοι πετούσαν δέσμες χαρτονομισμάτων στον ποταμό Ροδανό, άλλοι περιφρουρούσαν τις τράπεζες. Όταν τρόφιμοι των φυλακών προσπάθησαν να αποδράσουν, κάποιοι απ’ τους οπλισμένους εργάτες βοήθησαν να ξανασυλληφθούν και φυλακιστούν. Δύο πλιατσικολόγοι εκτελέστηκαν επί τόπου (παραμένει ασαφές το από ποιον έκλεβαν). «Δεν είμαστε κλέφτες», διαμαρτύρονταν οι canuts, εννοώντας ότι ήταν τα αφεντικά που πράτταν ως κλέφτες, κλέβοντας από την εργασία εκείνο που δικαιούταν η αξιοπρέπεια της εργασίας. Η επανάστασή τους βασίστηκε σε αυτό που τους είχαν μετατρέψει οι αστοί, όχι σε εκείνο που θα μπορούσαν να μετατρέψουν τους εαυτούς τους. Σε μια εξέγερση τόσο ενάντια όσο κι εντός του καπιταλισμού, ο σεβασμός της ιδιοκτησίας και του νόμου είναι αναπόφευκτος. Για τους canuts, «Δικαιοσύνη» σήμαινε δικαιότητα σε μια κοινωνία όπως αυτή υπάρχει: έτσι, η τιμωρία που επιφυλάσσοταν για τους «εγκληματίες» ήταν δικαιολογημένη. Η L’ Echo de la Fabrique, μια γνήσια εργατική εφημερίδα η οποία αντιπροσώπευε την εργατική ταυτότητα κι έδωσε μια λεπτομερής αναφορά των γεγονότων στη Λυών, τήρησε την ίδια γραμμή. Με παρόμοιο τρόπο, οι Γάλλοι εξεγερμένοι τον 19ο αιώνα συχνά θα απελευθέρωναν όσους είχαν φυλακιστεί για χρέη αλλά θα κρατούσαν τους κοινούς εγκληματίες έγκλειστους. Όπως ήταν αναμενόμενο, στην καταστολή που επακολούθησε, οι canuts σημειώθηκαν κι οι ίδιοι ως εγκληματίες.

Αργότερα, ο Ένγκελς έγραψε για τους λούμπεν προλετάριους: «Αν οι Γάλλοι εργάτες σε κάθε επανάσταση, έγραψαν στους τοίχους: Θάνατος στους κλέφτες!, ή και τουφέκισαν μερικούς, δεν το έκαναν από έγνοια για την ιδιοκτησία, αλλά από τη σωστή αντίληψη ότι πρώτα απ’ όλα αυτό το σινάφι πρέπει να κρατηθεί γερά από τον λαιμό».

Παρότι μπορούμε να εκτιμήσουμε το σημείο που υποδεικνύει ο Ένγκελς, η έννοια του Λούμπεν προλεταριάτου εγείρει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνει, κι αποδεικνύεται τόσο πονηρή όσο δύσπεπτη είναι κι η έννοια της μεσαίας τάξης.

Το άνοιγμα των ρωσικών φυλακών μετά τον Φεβρουάριο του 1917, απελευθέρωσε πολλούς φυλακισμένους. Άεργοι στρατιώτες, λιποτάκτες, άστεγοι, άνεργοι και ορφανά και αδέσποτοι μερικές φορές συνέρρεαν στα επαναστατικά πλήθη και μερικές φορές συνεισφέραν σε εκείνο που απορριπτόταν ως δημόσια ανασφάλεια. Για να εγγυηθεί η ασφάλεια των κτηρίων, ιδρύονταν στεγαστικές επιτροπές από τους αστούς, επίσης κι από κατοίκους της χαμηλότερης τάξης φοβούμενοι ότι θα χάσουν τα λίγα που είχαν. Ήταν συνήθης άποψη ότι οι άνθρωποι όλων των τάξεων θλίβονταν από την πάροδο της πολιτισμένης συμπεριφοράς. Λοιπόν, ο αυτοέλεγχος ποτέ δεν κυριαρχεί στα πάντα, πόσο μάλλον σε μια επανάσταση. Μια στιγμή κοινωνικής καταιγίδας οιωνεί φυσικώς αναπτύσσει παράνομες και αλλόκοτες συμπεριφορές, ο νόμος κι η τάξη βρίσκονται σε σύγχυση, με μόλις μια λεπτή γραμμή συχνά να διαχωρίζει τις δράσεις που στοχεύουν πέρα από την αταξία και τις δράσεις που εκμεταλλεύονται την αταξία προς όφελος ατόμων ή ομάδων. Μπορεί να είναι δύσκολο να διακρίνουμε μια «συμμορία» οργανωμένη γύρω από την απόκτηση χρήματος από μια «συμμορία» που προσανατολίζεται προς την κοινοτική αυτοβοήθεια.

Τι προσδιορίζεται ως «αντικοινωνικές» συμπεριφορές, και τι πρέπει να γίνει μ’ αυτές; Στη θεωρία του περί ελάχιστης διακυβέρνησης το 1776, ο Thomas Paine ισχυρίστηκε ότι ενώ η κοινωνία «προωθεί θετικά την ευτυχία μας ενώνωντας τις στοργικότητές μας», η κυβέρνηση δρα «αρνητικά συγκρατώντας τις αμαρτίες μας»: «Εδώ οπότε βρίσκεται η καταγωγή κι η άνοδος της διακυβέρνησης· ονομαστικά, ένας τρόπος που καθίσταται αναγκαίος από την ανικανότητα της ηθικής αρετής να κυβερνήσει τον κόσμο· εδώ επίσης βρίσκεται ο σχεδιασμός και το τέλος της διακυβέρνησης, ήτοι η ελευθερία κι η ασφάλεια».

Ο Thomas Paine χαίρει μεγάλης εκτίμησης από αναρχικούς λόγω της πίστης του ότι οι απλοί άνθρωποι έχουν το δικαίωμα και την ικανότητα να διαχειριστούν την κοινωνία. Όμως, τι είναι η «ασφάλεια»; Και πως σχετίζεται με την «ελευθερία»; Αυτό που τώρα αποκαλούμε και αντιμετωπίζουμε ως «έγκλημα», έγραφε ο Κροπότκιν, θα θεωρείται «κοινωνική ασθένεια» από τα εγγόνια μας. Σίγουρα, αλλά πως αντιμετωπίζουμε αυτή την ασθένεια; Είναι η αποτροπή κι η εκπαίδευση αρκετές; Σύμφωνα με τον Κροπότκιν:

«Μια νέα οικογένεια, βασισμένη στην κοινότητα των προσδοκιών, θα λάβει τη θέση της. Σε αυτή την οικογένεια οι άνθρωποι θα είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν ο ένας τον άλλον, να βοηθούν ο ένας τον άλλον, και να στηρίζονται ο ένας στον άλλον για ηθική στήριξη σε κάθε περίπτωση. Κι αυτή η αμοιβαία στήριξη θα αποτρέπει τον μεγάλο αριθμό αντικοινωνικών συμπεριφορών που βλέπουμε σήμερα. […] Μεγάλος αριθμός αυτών των [αντικοινωνικών] συμπεριφορών δεν θα έχει πλέον λόγο ύπαρξης. Οι άλλοι [λόγοι] θα πρέπει να εκλείψουν».

Ακόμη κι έτσι, μια επαναστατική περίοδος οδηγεί σε μια αύξηση όλων των ειδών των αντιδράσεων, εντάσεων και συγκρούσεων. Όπως λέει η Έμμα Γκόλντμαν, «κάθε κοινωνία έχει τον εγκληματία που της αξίζει», οπότε μια πολύ διαφορετική κοινωνία θα έχει πολύ διαφορετικούς «αποκλίνοντες»… αλλά θα έχει μερικούς. Έως τότε, θα μπορούσε να υπάρξει μια θλιβερή ειρωνεία παραθέτοντας τον Λένιν στην υποτιθέμενη αντικρατική φάση του την άνοιξη του 1917:

«Δεν είμαστε ουτοπιστές, και δεν αρνούμαστε στο ελάχιστο ότι διάφορες παραβάσεις, από μεμονωμένα άτομα είναι δυνατές και αναπόφευκτες, και ότι επίσης είναι ανάγκη να κατασταλούν οι παραβάσεις αυτές. Αλλά, πρώτα-πρώτα, γι’ αυτό δεν χρειάζεται μια ειδική μηχανή, ειδικό όργανο καταπίεσης. Αυτό θα γίνεται από το ίδιο το οπλισμένο έθνος, τόσο απλά και τόσο εύκολα, όπως οι πολιτισμένοι άνθρωποι, ακόμα και στη σημερινή κοινωνία, χωρίζουν δυο άλλους που φιλονικούν ή δεν αφήνουν να προσβάλουν μια γυναίκα».

Είναι αμφίβολο αν «οι πολιτισμένοι άνθρωποι» θα δράσουν αυθόρμητα μη αφήνοντας «να προσβληθεί μία γυναίκα». Ακόμη κι έτσι, οι κοινωνικές σχέσεις δεν μπορούν να είναι μόνο άμεσες, δηλαδή διαπροσωπικές, χωρίς την παρέμβαση ενός οργανωμένου σώματος. Πράγματι, όταν συμβαίνει ένα ατύχημα οι αυτόπτες μάρτυρες βοηθάνε, κι όταν ένα μικρό παιδί χάνεται οι ντόπιοι δείχνουν αλληλεγγύη συνεισφέροντας στην έρευνα. Αλλά οι μεσολαβήσεις παίζουν επίσης τον ρόλο τους, πχ τα νοσοκομεία και το προσωπικό τους. Ο Λένιν υπήρξε λίγο αφελής θεωρώντας (για λίγο) ότι όλες οι αντικοινωνικές συμπεριφορές τελικά θα εκλείψουν. Οι προλετάριοι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν συμπεριφορές που έρχονται σε αντίθεση με την κομμουνιστικοποίηση. Μερικές φορές θα τις λύσει η απλή δράση της γειτονιάς, μερικές φορές θα παίξουν ρόλο [στην επίλυση] διάφορες ad hoc δομές.

Οι εξεγέρσεις από τη φύση τους απελευθερώνουν τρόφιμους των φυλακών. Είναι γνωστό ότι κάποιοι από τους λεγόμενους «εγκληματίες» και «εκτός νόμου» συντάχθηκαν με την επανάσταση, κι άλλοι με την καταστολή της. Και τα δύο συνέβησαν στην Αίγυπτο το 2010-2011. Εκείνοι που ήταν οχυρωμένοι στον κόσμο του χρήματος είχαν ένα ιδιοτελές συμφέρον στη διαιώνιση του καπιταλισμού, κι οι διαχειριστές τους είναι συνηθισμένοι στο να πλέουν μεταξύ παράνομων και νόμιμων επιχειρήσεων. Το να κλείνουν συμφωνίες με την αστυνομία είναι μέρος των συναλλαγών τους, και θα προσπαθήσουν να έρθουν σε συμβιβασμό με κάθε τοπική ή κεντρική εξουσία που είναι πιθανό να τους διευκολύνει.

Ωστόσο, ενώ ένας βαρόνος ναρκωτικών προσαρμόζεται απόλυτα στο ίδιο του το τμήμα της αγοράς, η παρανομία του μικροκλέφτη (που συνήθως κλέβει από τους φτωχούς) ή του διακινητή ναρκωτικών στη γωνία του δρόμου είναι συνήθως μια μορφή εξαναγκαστικής επιβίωσης που επιβάλλεται επί των χαμηλότερων προλεταριακών στρωμάτων. Σε μια φάση κομμουνιστικοποίησης, όταν η ατομική ιδιοκτησία καταρρέει, το ερώτημα γίνεται το εάν μια επίθεση σε ιδιοκτησία αποτελεί συλλογική επανοικειοποίηση ή ατομική επανάκτηση (όπως τώρα η κλοπή), και δεν μπορούμε να ελπίζουμε κάθε μέρα σε καθαρούς κοινωνικούς ουρανούς. Η κατάσταση θα είναι συννεφιασμένη και θολή. Συμμορίες θα εμφανιστούν προσπαθώντας να συγκεντρώσουν [αντικείμενα], ιδίως καθώς η κατάρρευση της χρηματικής ανταλλαγής κι η διακοπή των εμπορικών ροών θα προκαλέσουν ελλείψεις εδώ κι εκεί. Επιπλέον, η επέκταση των απελευθερωμένων από αστυνομία ζωνών ίσως δημιουργήσει επίσης απαγορευμένες περιοχές ελεγχόμενες από κακοποιούς. Όλα θα εξαρτηθούν στην επέκταση και το βάθος της ανοικοδόμησης της κοινότητας. Τότε το ερώτημα είναι τι γίνεται με το έγκλημα όταν η ιδιοκτησία καταργείται.

Έδω πάλι τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Πολλά μη αποδεκτά πράγματα μπορούν να γίνουν στο όνομα του κοινού καλού, ιδιαιτέρως όταν ο «βασισμένος στην κοινότητα» έλεγχος παίρνει την μορφή των παρόντων Neighbourhood Watch, CrimeMapping.com, National Sex Offender Registry, του τηλεοπτικά μεταδιδόμενου Crimewatch, και εγκλήσεων για «Report Violators».

Οι κομμουνιστικοποιοί θα είναι προσεκτικοί με το τι κοινότητα θα χτίσουν.

F. Rude, La Révolte des canuts 1831-1834, εκδόσεις La Découverte.

W. H. Sewell, Work & Revolution in France: The Language of Labor from the Old Regime to 1848, εκδόσεις Cambridge UP.

Φρίντριχ Ένγκελς, Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση του Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 24-25.

Th. Paine, Common Sense, Gutenberg Project Ebook.

Πιοτρ Κροπότκιν, Russian & French Prisons, κεφάλαιο 10: «Are Prisons Necessary?».

Έμμα Γκόλντμαν, Anarchism & Other Essays, κεφάλαιο 4: «Prisons: A Crime & a Failure».

Λένιν, Κράτος και Επανάσταση, κεφάλαιο 5, ενότητα 2, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

O. Jones, Chavs: The Demonization of the Working Class, εκδόσεις Verso.

Βλέπε εξέγερση, καθημερινή ζωή, τάξη

Εξέγερση

Για να κατανοήσουμε το πόσο σφαιρική κι ολιστική θα είναι η κομμουνιστικοποίηση, μπορούμε να δούμε πίσω στο 1997 το πως η Αλβανία πέρασε από έναν σύγχρονο εμφύλιο πόλεμο που άφησε 2.000 νεκρούς ανθρώπους.

Ακόμη και πριν τον τελικό αφανισμό του το 1991, το γραφειοκρατικό καθεστώς είχε περάσει την ημερομηνία λήξης του. Στους σταθμούς [του τραίνου] ξηλώνονταν τα καθίσματα, τα σχολεία λεηλατώνταν, οι απεργίες κι οι ταραχές ήταν διαδεδομένες. Οι άνθρωποι έκλεβαν από ένα κράτος που τους καταπίεζε επί δεκαετίες. Μετά το 1991, η Αλβανία αποδείχτηκε τόσο ατελέσφορη κι ασταθής υπό τον καπιταλισμό της αγοράς όσο κι υπό τον κρατικό καπιταλισμό. Μια φιλελεύθερη πολιτική σοκ οδήγησε μόνο σε τράπεζες «πυραμίδες» τύπου Πόντσι, με λίγα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, πληρώνοντας υψηλές αποδόσεις στους πελάτες της από την εξεύρεση νέων επενδυτών. Ενώ στη Δύση επικρατούσε ο χρηματοπιστωτισμός, αυτός υπήρξε ο νεοφιλελευθερισμός για τους φτωχούς, χωρίς περιεχόμενο, ήτοι χωρίς παραγωγική βάση.

Το 1997, η Αλβανία τελικά κατέρρευσε: σε ένα υπόβαθρο εκρήξεων των «λούμπεν προλετάριων», η αστυνομία εξαφανίστηκε. Στρατιωτικά καταστήματα λεηλατήθηκαν κι οι περισσότερες πόλεις κατελήφθησαν από ένοπλες ομάδες. Όλες οι φυλακές (επτά τω σύνολω) εκκενώθηκαν και καταστράφηκαν.

Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία κατάληψη χώρων εργασίας, οπότε και κανένας μετασχηματισμός τους. Εδώ κι εκεί δημόσιες συναντήσεις κατάφεραν να αναδιατάξουν τη ζωή… σε μικρότερο βαθμό μετά από λίγο καιρό. Άνθρωποι της μεσαίας τάξης και τοπικοί προύχοντες ανέλαβαν την προλεταριακή υποστήριξη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι «πάνοπλοι εξεγερμένοι απέτυχαν να ολοκληρώσουν εκείνο που ξεκίνησε ως εξέγερση και να αναδιοργανώσουν την κοινωνική ζωή. Το μετέπειτα αποτέλεσμα υπήρξε μια κατάσταση γενικής αδράνειας, στασιμότητας, πλήξης κι αναμονής» (Τα Παιδιά Της Γαλαρίας). Εμφανίστηκαν συμμορίες. Οι περισσότερες τοπικές επιτροπές δρούσαν μόνο τοπικά, με έναν μετριοπαθή, συνετό τρόπο, φοβούμενες ότι η επανάσταση θα γίνει ανεξέλεγκτη.

Όταν δεν τίθεται μπροστά κανένα μετασχηματιστικό πρόγραμμα, το αναπόφευκτο αίτημα είναι μια επιστροφή στην κανονικότητα και τη δημοκρατία: οι άνθρωποι ήθελαν τα λεφτά τους πίσω καθώς κι ελεύθερες εκλογές.

Η τάξη τελικά αποκαταστάθηκε με τη βοήθεια μιας πολυεθνικής ανθρωπιστικής-στρατιωτικής δύναμης 7.000 ανθρώπων, με λίγη αντίσταση εναντίον της: η επανάσταση έκανε τον κύκλο της. Οι εκλογές εξέλεξαν έναν αριστερό συνασπισμό.

Αφού οι κυβερνώντες χάσανε τον έλεγχό τους και τον κατέλαβαν οι κυβερνούμενοι, οι Αλβανοί προλετάριοι αυτοπεριορίστηκαν σε μια πρόσθεση «απελευθερωμένων χώρων», κανένας εκ των οποίων δεν διεύρυνε το πεδίο δράσης του. Δεν υπήρξε κλιμάκωση από το να απαλλοτριώνουν τρόφιμα στο να ανακτήσουν καταλύματα, ούτε κινήθηκαν από το ατομικό στο συλλογικό. Όταν τα απαλλοτριωμένα αγαθά καταναλώνονται στο σπίτι, η απαλλοτρίωση είναι συλλογική στην πράξη αλλά ατομική στον σκοπό της.

Η εξέγερση σπάει την κανονική τάξη πραγμάτων. Ο χρόνο κυλάει, υπάρχει μια αναστολή της δυσπιστίας στις αλλαγές αλλά τα πάντα παραμένουν σε αναμονή. Ενώ οι αστοί μπορούν να υπομείνουν την κρίση, οι προλετάριοι δεν μπορούν. Κατά μία έννοια, η υλική τους κατάσταση είναι «χειρότερη» από πριν, όταν τουλάχιστον κάποιοι εξ αυτών είχαν μισθούς. Τώρα οι εξεγερμένοι είναι διαχωρισμένοι από τα πάντα, αποκομμένοι από τα μέσα παραγωγής τα οποία τους παρείχαν τα προς το ζην. Στις περισσότερες περιπτώσεις, θα ήταν αδύνατον να αφήσουν τις πόλεις και να ζήσουν από τη γη, όπως έκαναν πολλοί Ρώσοι εργάτες μετά το 1917. Όπου η παραδοσιακή οικογενειακή γεωργία υπάρχει ακόμα, είναι μόλις και μετά βίας ικανή να ανταπεξέλθει στη σίτιση επιπλέον στομάτων.

Η εξέγερση αποτελεί μια ιστορική κατάρρευση και για τις δύο τάξεις: θέτει υπό αμφισβήτηση την καπιταλιστική κυριαρχία, αλλά πρώτα απ’ όλα αποτελεί μια πρόκληση για το προλεταριάτο. Είτε οι προλετάριοι θα επιστρέψουν στη δουλειά, πιθανώς με έναν βαθμό αυτοδιαχείρισης, είτε θα προχωρήσουν σε ένα νέο τρόπο ζωής ο οποίος θέτει το ερώτημα της συνέχισης της παραγωγής.

Η αυτοδιαχείριση θα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο για μια μειοψηφία, και θα είναι μια διαιρετική επιλογή. Η θεωρία της αυτοδιαχείρισης αναπτύχθηκε όταν τα εργοστάσια ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτάρκη, όταν για παράδειγμα υπήρχε ένα σιδηρουργείο σε ένα εργοστάσιο της Φορντ και τα περισσότερα μέρη του κινητήρα ολοκληρώνονταν στις εγκαταστάσεις του: τώρα συνήθως ανατίθενται σε εξωτερικούς συνεργάτες. Τα σημερινά «ανεκτημένα εργοστάσια» συνήθως βρίσκονται σε τομείς που απαιτούν μικρή ή καθόλου διεθνή συνεργασία, και σπανίως περιλαμβάνουν μεταποίηση. Κόντρα στο ρεύμα, που θα βρεθούν (αγοραστούν) πρώτες ύλες; Στη φορά του ρεύματος, που θα κυκλοφορήσουν (πωληθούν) τα αγαθά; Οι αυτοοργανωμένοι εργάτες ορυχείων σύντομα θα σταθούν ανίκανοι να ανανεώσουν τον εξοπλισμό και τα οχήματά τους. Το ίδιο ισχύει και για τα γεωργικά εργαλεία… και τους υπολογιστές.

Το σημείο αναχώρησης είναι ότι οι κομμουνιστές εξεγερμένοι δρουν εκτός του χώρου εργασίας και αντιμετωπίζουν τα κέντρα εξουσίας της κοινωνίας. Η «μετασχηματιστική» τους ικανότητα δεν είναι αποτέλεσμα των επαγγελματικών τους προσόντων, αλλά των αμοιβαίων σχέσεων που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους μέσω της εξέγερσης. Είναι αλήθεια, η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία μπορεί να βοηθήσει: οι αγώνες στον χώρο παραγωγής ή στα γραφεία δημιουργούν δεσμούς κι αλληλεγγύη, κι όταν πρόκειται να αποκλειστεί ένας δρόμος με ένα αρθρωτό φορτηγό, ο πρώην επαγγελματίας οδηγός θα είναι περισσότερο αξιόπιστος από τον πρώην τραπεζικό υπάλληλο. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητο. Η εξέγερση αποκοινωνικοποιεί και επανακοινωνικοποιεί. Είναι τόσο μια ρήξη όσο και μια συνέχιση των περασμένων δεσμών και δεξιοτήτων.

Ενώ το 1871 οι παρισινοί κομμουνάροι κλειστήκαν πίσω από καλά επεξεργασμένα οδοφράγματα επειδή έπρεπε να υπερασπιστούν έναν απελευθερωμένο χώρο που ήταν ανίκανοι να μετασχηματίσουν, οι κομμουνιστές εξεγερμένοι είναι κινούμενοι κι εξωστρεφείς.

Η πρώτη τους ανάγκη είναι να αντισταθούν στις κατασταλτικές δυνάμεις, κι η δεύτερη να επιβιώσουν. Οι εξεγερμένοι βρίσκουν χρήση για οτιδήποτε βρίσκουν. Τα πάντα τείνουν να εκτρέπονται από την «κανονική» τους χρήση. Τούβλα και μέταλλα από εργοτάξια χρησιμοποιούνται ως όπλα, όπως και πολλά άλλα απίθανα αντικείμενα. Η ιστορία μας λέει το πόσο επινοητικοί είναι οι μαχητές, πετώντας τα ίδια τους τα έπιπλα στον δρόμο ως υλικά για οδοφράγματα, μετατρέποντας καθημερινά αντικείμενα σε βλήματα, κλπ.

Σε εξεγερσιακούς καιρούς, τα αυτοκίνητα χρησιμοποιούνται για μετακίνηση, ως οδοφράγματα, ως πολιορκητικοί κριοί, για χαβαλέ, καταστρέφονται ή αφήνονται να σαπίσουν. Το 1936 στην Ισπανία, μεταλλικές πλάκες προστέθηκαν σε φορτηγά για τη δημιουργία αυτοσχέδιων θωρακισμένων οχημάτων.

Σ’ αυτό το σημείο, η εξέγερση φτάνει στην κρίσιμη καμπή όπου είτε τα πάντα αλλάζουν είτε όχι. Έως τώρα, έχει δανειστεί τις υλικές της βάσεις από το παρελθόν. Η κατάληψη δρόμων και δημόσιων κτηρίων δεν είναι αρκετή. Ούτε η αλληλοβοήθεια. Ύστερα από μερικές ημέρες ή εβδομάδες, όταν όλα τα διαθέσιμα τρόφιμα έχουν φαγωθεί, εγείρεται το ερώτημα του που και πως να τα παράξουμε.

Για τη δημιουργία ενός ανθεκτικού βιώσιμου τρόπου ζωής, η κομμουνιστικοποίηση δεν μπορεί να πάρει απλά μέτρα έκτακτης ανάγκης: πρέπει να εφεύρει νέους τρόπους αναπαραγωγής των υλικών βάσεων της κοινωνίας.

Όπως γνωρίζουμε, αυτό είναι που δεν έκαναν οι παλαιότερες εξεγέρσεις. Η αποτυχία τους δεν προκλήθηκε από μια άρνηση να ληφθούν υπόψη οι δριμείς προσγειωμένες πραγματικότητες, αλλά από μια (τότε πιθανώς αναπόφευκτη) τάση του να πέσουν θύμα ενός ψευδού ρεαλισμού. Βασικά, οι επαναστάτες χάραξαν μια γραμμή μεταξύ της εξεγερσιακής φάσης κι εκείνου που αναμενόταν έπειτα. Η εξέγερση υποβαθμίστηκε στο να ξεφορτωθεί τον εχθρό. Ύστερα, ένα εντελώς νέο στάδιο υποτίθεται θα ξεκινούσε, όταν η παραγωγική δραστηριότητα θα συνέχιζε λες και η «παραγωγή», η «κατανάλωση», η «δουλειά» ήταν αναπόφευκτες οιονεί ουδέτερες πραγματικότητες.

Το ζήτημα είναι το πως οι κοινωνικές διαπρολεταριακές σχέσεις που μπορούν να μετατρέψουν την εξέγερση σε επιτυχία καθιστούν επίσης ικανούς τους συμμετέχοντες ανθρώπους να δημιουργήσουν ένα νέο τρόπο ζωής.

Για παράδειγμα, υπάρχουν περισσότερα στο να μοιράζεσαι απ’ ότι φαίνεται με γυμνό μάτι. Συνήθως, το να μοιράζεσαι συνεπάγεται το να κάνεις πράγματα από κοινού. Ενώ το να μοιράζεσαι συνήθιζε να σημαίνει το να διαιρείς κάτι, τώρα υπονοεί το να το φτιάχνεις.

Σε «κανονικούς» καιρούς, το να μοιράζεσαι είναι ένας άλλος τρόπος της διανομής των αγαθών, ένας τρόπος που διατηρεί τον διαχωρισμό μεταξύ παραγωγής και κυκλοφορίας, ο οποίος διατηρεί την παραγωγική στιγμή ως διακριτή από τις υπόλοιπες. Καθώς η εξέγερση εξελίσσεται, εμφανίζεται μια ένα «κατανάλωση» η οποία μπορεί να εγκαλέσει για μια άλλη λέξη, μια που να συνδέει την «παραγωγή» με την «κατανάλωση».

Σημαίνει αυτό ότι οι άνθρωποι θα τρώνε μόνο ότι παράγεται τοπικά; Όχι. Σημαίνει ότι η παραγωγή θα είναι πολλά περισσότερα από απλώς παραγωγική. Όπως είπαμε, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης τα μηχανοκίνητα οχήματα θα λειτουργήσουν κοινωνικώς με ποικίλους τρόπους, καθώς επίσης και πολλά άλλα αντικείμενα και δραστηριότητες. Ο αυξανόμενος αριθμός κι εύρος των χρήσεων, οι περισσότερες εκ των οποίων μη παραγωγικές αξίας αλλά επίσης παρούσας «πρακτικής» χρησιμότητας, σημαίνει περισσότερα από χαβαλέ και αυτοσχεδιασμό: δείχνει προς μια κατάσταση όπου η παραγωγικότητα ξεκινά να φθίνει ως το κύριο κοινωνικό πρότυπο. Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της δουλειάς είναι ότι διαχωρίζει το να κάνεις κάτι χρήσιμο (στην κοινωνία μας, συνήθως το να βγάζεις χρήματα) από το να το κάνεις κάτι για απόλαυση. Ο χρόνος εργασίας διαχωρίζεται από τον ελεύθερο χρόνο. Επίσης, το να κανείς κάτι κυρίως για τον εαυτό σου (συνήθως, το να βγάζεις χρήματα ως εργάτης για εσένα και την οικογένειά σου) είναι αποσυνδεδεμένο από το να το κάνεις κάτι και για άλλους.

Σε μια όλο και διευρυνόμενη κλίμακα, η παραγωγή θα γίνει περισσότερα από ένας τρόπος αντιστοίχισης των πόρων με τις ανάγκες, και η πραγματικότητα κι η ιδέα της ανάγκης θα αλλάξει.

Οι εξεγερμένοι θα σταθούν σε αυτά τα σταυροδρόμια. Αυτό που ονομάζουμε εξέγερση καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά στις πρώτες μέρες οι συμμετέχοντες έχουν ένα περιορισμένο χρονικό περιθώριο να πάρουν τον σωστό δρόμο. Αν αφήσουν αυτή την ευκαρία να ξεγλιστρήσει, σύντομα θα αναγκαστούν να σταματήσουν και να οπισθοδρομήσουν. Η ασταθής κι αβέβαιη καθοριστική στιγμή δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ. Η εξέγερση αποτελεί μια κρίση.

Τα Παιδιά της Γαλαρίας, Upheaval in the Land of the Eagles, μπορεί να βρεθεί εδώ. Ένα αντίστοιχο άρθρο τους στα ελληνικά είναι το «Αλβανία», Τα Παιδιά της Γαλάριας 7. Μπορεί να βρεθεί εδώ στη σελίδα 49.

Μπρούνο Ασταριάν, Δραστηριότητα Κρίσης & Κομμουνιστικοποίηση.

Communisation, troploin.fr

Βλέπε αξία, δουλειά, εργασία, καθημερινή ζωή, κατοικία, μη οικονομία, χρήμα,

Επανάσταση

Μια μάλλον άστοχη επιλογή λέξης: η «επανάσταση» [revolution] αναφέρεται σε ένα σώμα το οποίο περιστρέφεται [revolve] γύρω από έναν άξονα έως ότου να ολοκληρώσει την πορεία του εκεί από όπου ξεκίνησε. Αρχικά ολικός μετασχηματισμός, και μετά πίσω στο σημείο αφετηρίας. Οι κυνικοί υποστηρίζουν ότι αυτό εκφράζει τέλεια τη ρώσικη ιστορία από το 1917 έως και σήμερα. Όλα γύρω αλλάζουν, κι όλα [τα ίδια μένουν]…

Η «επανάσταση» ρίχνει επίσης ένα λεκτικό ξόρκι: για τον ακτιβιστή, καλεί το αληθινό ανατρεπτικό πνεύμα του προλεταριάτου· για τον καθαρά θεωρητικό, καλεί το κρυμμένο νόημα μιας καθολικής ιστορίας. Ο εξτρεμισμός των λέξεων αποτελεί παγίδα.

Οπότε, γιατί επιμένουμε στην επανάσταση; Επειδή η ιστορία δεν είναι απλώς μια αλληλουχία μακρών εξελικτικών τάσεων: σημεία τομής διαρρηγνύουν το συνεχές, και μια ρήξη με το παρελθόν είναι πάντα μια καταστροφική/εποικοδομητική διαδικασία. Η μη βία ίσως να αποτελεί μια σεβαστή αρχή. Αλλά αποτελεί ιστορική ανοησία. Καμιά μεγάλη αλλαγή ή ακόμη και βελτίωση δεν συνέβει χωρίς κάποιον βαθμό ανταγωνισμού, αναταραχής, ταραχών και καταστροφικότητας. Το κοινωνικό πάθος δεν είναι ποτέ γαλήνιο. Ακόμη κι η δημοκρατία δεν μπορεί να διεκδικηθεί και κερδηθεί με αρμονία (κι οι μόνες αποδεκτές από τους δημοκράτες επαναστάσεις είναι οι παρελθοντικές ή παρούσες δημοκρατικές επαναστάσεις). Ένα ιστορικό ξεπέρασμα δεν είναι μια κοινωνία που διαβουλεύεται, είναι μια επίδειξη ισχύος μεταξύ συγκρουόμενων συμφερόντων.

Είναι αντίθετο στη λογική και την εμπειρία το να ισχυριστούμε ότι η μαζική λαϊκή πίεση θα σταθεί αρκετή για να εμποδίσει ειρηνικά την κρατική δράση και να εξουδετερώσει την αστική αντιβία. Η κατάληψη ενός δρόμου, ενός δημόσιου κτηρίου ή ενός χώρου εργασίας είναι παράνομη, κι οι παραβάτες θα αντιμετωπιστούν στην πλήρη έκταση του νόμου, με διώξεις ή και χειρότερα. Η σύγχρονη αστυνομία είναι εξοπλισμένη σαν στρατός ετοιμοπόλεμος για εμφύλιο. Οι άρχουσες τάξεις έχουν επανειλημμένως καταφύγει σε όπλα και τανκς για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους, και θα το ξανακάνουν, με ένα άρθροισμα δημόσιων και ιδιωτικών δυνάμεων: σε έναν κοινωνικό εγκέλαδο, ο επίσημος «κάτοχος του μονοπωλίου της βίας» δεν ενοχλείται με το να αναθέσει μέρος της εξουσίας του σε ανεπίσημες πολιτοφυλακές.

Η κομμουνιστικοποίηση δεν μπορεί να είναι όλα μέλι γάλα. Τα κράτη θα αντιμετωπίσουν την κατάσταση με οποιοδήποτε διαθέσιμο μέσο. Οι αστοί συνήθως ελπίζουν ότι μια κοινωνική καταιγίδα θα εξαντληθεί χωρίς να πλήξει ιδιαίτερα τις θέσεις τους. Η πολιτική είναι εντυπωσιακά ικανή στο καναλιζάρισμα της κοινωνικής αλλαγής στη δημιουργία θεσμών που πετυχαίνουν την ελάχιστη αλλαγή και αναβάλλουν την πραγματική αλλαγή σε μια υποθετικώς καλύτερη ημέρα. Αυτό, ωστόσο, ίσως να μην ανταπεξέλθει στην πρόκληση. Δεν μπορούν να λυθούν τα πάντα με υπεκφυγές και τακτικές αναβολής. Οι επαναστάσεις έχουν τις ημέρες της Kρίσης τους.

Μια ιστορική ασυνέχεια δεν μπορεί να είναι ειρηνική. Αυτό υπήρξε αληθινό από την έλευση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ισχύει ακόμη περισσότερο για την κομμουνιστική επανάσταση.

Η κομμουνιστικοποίηση θα απομακρυνθεί από τις επαναστατικές εικόνες της επανάστασης και θα τη θεμελιώσει σε διαφορετικές βάσεις. Δεν υπάρχει ανάγκη για αυτοδραματοποιούμενη ρητορική. Η κομμουνιστικοποίηση θα είναι αδύνατη εκτός κι αν η κοινωνική διάρρηξη υπονομεύσει την αξιοπιστία και αποδοτικότητα των φορέων της επιβολής του νόμου. Οι παλαιότερες εξεγέρσεις δεν απέτυχαν επειδή χρησιμοποίησαν υπερβολικά πολύ ή λίγη βία, αλλά μάλλον επειδή:

«Σε όλες τις έως σήμερα επαναστάσεις, ο τρόπος δραστηριότητας πάντα παρέμεινε άθικτος κι υπήρξε μόνο ένα ζήτημα διαφορετικού καταμερισμού αυτής της δραστηριότητας, ένας νέος καταμερισμός εργασίας σε άλλα άτομα, ενώ η κομμουνιστική επανάσταση κατευθύνεται ενάντια στον προηγούμενο τρόπο δραστηριότητας» (Μαρξ).

Καρλ Μαρξ, Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, εκδόσεις Gutenberg.

Βλέπε εξέγερση, συσκότιση, χωρίς ταμπέλες

Εργασία

Το 1643, κατά τη διάρκεια του Αγγλικού Εμφύλιου Πολέμου, οι Κοινοβουλευτικοί προετοιμάζονταν να υπερασπιστούν το Λονδίνο από μια επίθεση του βασιλικού στρατού. Οχυρώματα χτιστήκαν γύρω από το Λονδίνο: «κάθε ημέρα μια διαφορετική ομάδα ενοριών και μια διαφορετική ομάδα τεχνιτών πηγαίναν και δουλεύαν στις οχυρώσεις». Σύμφωνα με έναν Σκωτσέζο ράφτη, περιλαμβάνονταν 8.000 «εύρωστοι» ράφτες, 7.000 λεμβούχοι, 5.000 τσαγκάρηδες, 3.000 αχθοφόροι με «λευκά πουκάμισα», 1.000 γυναίκες που εμπορεύονταν στρείδια, 3.000 κατασκευαστές τσόχας, ιχθυοπώλες, βαρελάδες, 5.000 υποδηματοποιοί και πολλοί άλλοι. Μια συνεχής γραμμή τάφρων και επάλξεων μήκους περίπου 29 χιλιομέτρων συνέδεε 23 περίτεχνα οχυρά φτιαγμένα από χώμα και ξύλο, οπλισμένα με κανόνια. Αυτή υπήρξε η αυτοάμυνα της εργασίας σε συμμαχία με την αστική τάξη. Ο βασιλικός στρατός στην πραγματικότητα δεν επιτέθηκε στο Λονδίνο, αργότερα ηττήθηκε, και ο Κάρολος ο Β’ αποκεφαλίστηκε το 1649. Η εργασία ως τάξη δρούσε άμεσα ως μια σημαντική εφεδρεία μιας δημοκρατικής επανάστασης.

Ίσως να φαίνεται ότι εκείνες οι πλέον περασμένες μέρες είναι μόλις και μετά βίας σχετικές με εμάς, αλλά ο 19ος κι ο 20ός αιώνας παρείχαν επαρκείς αποδείξεις γνήσιας εργατικής υποστήριξης σε αυτό που αποδείχτηκε να αποτελεί (επιτυχημένη ή αποτυχημένη) δημοκρατία. Πρόσφατα παραδείγματα κυμαίνονται από το πολωνικό συνδικάτο Αλληλεγγύη [Ανεξάρτητο Αυτοδιοικούμενο Συνδικάτο «Αλληλεγγύη»] της δεκαετίας του 1980 έως την Αραβική Άνοιξη. Οι εργατικές ανυποταξίες και άγριες απεργίες συχνά πυροδότησαν ένα κοινωνικό κίνημα που αργότερα ξεγλίστρησε από προλεταριακά χέρια, κι η αιτία δεν μπορεί να είναι αριθμητικό ζήτημα: μακρυά από το να δρα ως μια βοηθητική δύναμη, η εργατική τάξη παρέχει το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων, αλλά οι εργάτες ασκούν απλή αντισταθμιστική πίεση κι αφήνουν τους εαυτούς τους να καναλιζάρονται σε συσπείρωση γύρω από αστικές διεκδικήσεις.

Κάνοντας αυτό, παραβλέπουν οι προλετάριοι τα δικά τους συμφέροντα; Όλα εξαρτώνται από το τι σημαίνει συμφέροντα. Η εργασία αποτελεί τον αναπόφευκτο εχθρό του κεφαλαίου στον βαθμό που μάχεται για υψηλότερους μισθούς και καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Ωστόσο, έχει επίσης ένα σημαντικό κοινό συμφέρον με την αστική τάξη στην ανάπτυξη μιας οικονομίας η οποία παρέχει θέσεις εργασίας κι εισοδήματα. Η απαλλαγή από τον καπιταλισμό δεν είναι το μοναδικό συμφέρον των προλετάριων. Όταν εμπλέκονται σε συλλογική διαπραγμάτευση, δεν κάνουν λάθος ούτε εξαπατώνται: έχουν ένα αντικειμενικό πλεονέκτημα στο να προσπαθούν να πάρουν όσα δυνατόν περισσότερα από την άλλη πλευρά.

Κάτι αρκετά διαφορετικό διακυβεύεται όταν η σχέση εργασίας/κεφαλαίου μπλοκάρεται επειδή το κεφάλαιο δεν προσλαμβάνει πλέον εργασία. Αυτή η νέα κατάσταση ανοίγει τη δυνατότητα για τους εργάτες να κάνουν περισσότερα από το να υπερασπιστούν τη συνθήκη τους ως εργάτες, τους δίνει τη δυνατότητα να επιτεθούν στη σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας.

Αυτό το ζήτημα υπήρξε άσχετο για τον Μαρξ, ο οποίος σε γενικές γραμμές εξίσωνε την εργατική τάξη με το προλεταριάτο, και θεωρούσε την άνοδο του εργατικού κινήματος ως τον κύριο παράγοντα και τον πραγματικό εγγυητή μιας μελλοντικής επιτυχημένης προλεταριακής επανάστασης.

Είναι αυτό που αποκαλείτε εργατική ταυτότητα ένας πιθανός μοχλός για την κομμουνιστική επίθεση στον καπιταλισμό; Ή είναι μόνο κατάλληλη για τη διεκδίκηση του μεριδίου της εργασίας εντός του καπιταλισμού;

Η «εργατική» συλλογική ταυτότητα συγχωνεύει πολλά αντικρουόμενα στοιχεία. Στην αντίθεση «εμείς κι αυτοί» ή «εμείς εναντίον αυτών», το αυτοί σήμαινε φυσικά τους αστούς, επίσης τους υπάλληλους γραφείου, πιθανώς τα συνδικάτα ή τους κομματικούς γραφειοκράτες. Υπονοούσε μια αυτοαναγνώριση των εργοστασιακών εργατών ως τους δημιουργούς του πλούτου, μια πίστη στην αξιοπρέπεια της εργασίας, μια απόρριψη των διανοούμενων και μια δυσπιστία προς τον αστικό «πολιτισμό», αλλά ερχόταν επίσης και με μια δέσμευση προς τον μαζικό αυθορμητισμό.

Η ταυτότητα ορίζει τι κάνουμε, ποιοι είμαστε, πως οριζόμαστε από αυτό που κάνουμε και το πως ορίζουμε τους εαυτούς μας. Ατομικά και συλλογικά. Είναι αναπόφευκτο ότι εκείνοι που δουλεύουν ταυτίζονται με τη δουλειά τους σε κάποιο βαθμό, και θεωρούν τους συνεργάτες τους όμοιους με αυτούς. Υπάρχει τουλάχιστον τόση εργασιακή ταυτοποίηση μεταξύ ακαδημαϊκών (είτε μαρξιστών, κριτικών ή του συρμού), όση και στον χώρο παραγωγής του εργοστασίου. Ο Μαρξ είπε ότι το σήμα κατατεθέν της εργασίας στη Βόρεια Αμερική ήταν μια «απόλυτη αδιαφορία για το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εργασίας», μια «ικανότητα να μεταφέρεσαι από τον έναν κλάδο στον άλλο». Όμως, αυτό που ο Μαρξ αποκάλεσε βορειοαμερικάνικη «μεταβλητότητα» δεν αποτελεί απόδειξη μιας βαθύτερης κριτικής του καπιταλισμού, αλλά περισσότερο μια εξαναγκαστική προσαρμογή στο να πρέπει να κινηθείς από το ένα επάγγελμα και χώρο εργασίας στον άλλο. Οι ελεύθεροι νομάδες δεν είναι το (νέο) ιστορικό υποκείμενο ικανό να κάνει την επανάσταση που οι (παλιού τύπου) εργάτες δεν προσπάθησαν ποτέ.

Έχει γίνει κοινός τόπος να μιλάμε για αλληλοεπικαλυπτόμενα όρια και κατακερματισμένες ρευστές ταυτότητες. Σίγουρα είναι. Μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι η Μπαγκλαντεσιανή λειτουργός της γραμμής παραγωγής υφασμάτων συνδέει τον εαυτό της με τη δουλειά της λιγότερο από τον μηχανικό λογισμικού της British Telecom. Πιθανώς, αλλά δεν είναι αυτό το κύριο πρόβλημα.

Η ταυτότητα δεν αποτελεί ούτε υπομόχλιο ούτε εμπόδιο.

Πολύ καιρό πριν, οι Wobblies συνήθιζαν να αστειεύονται ότι τα αρχικά του «I.W.W.» [Industrial Workers of the World, Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου] σημαίναν «Δεν θα δουλέψω» [I Won’t Work], ενώ φυσικά ανέπτυσσαν εργατικούς αγώνες. Υπάρχουν περισσότερα πράγματα σ’ αυτό από ένα απλό λογοπαίγνιο. Τίποτα δεν μπορεί να εγγυηθεί μια αυτόματη σύνδεση μεταξύ της συνθήκης του εργάτη (πλήρης απασχολούμενου, ημιαπασχολούμενου, στο ταμείο ανεργίας ή άνεργου για πάντα), της συλλογικής του προσπάθειας να καλυτερέψει την μοίρα του (εντός ή εκτός ενός χώρου εργασίας) και της κοινωνικής επανάστασης που θα καταργήσει την εργασία. Αυτή την αντίφαση δεν μπορούμε να την αποφύγουμε. Η κομμουνιστική εξέγερση θα πρέπει να την επιλύσει.

M. Manning, The English People & the English Revolution, εκδόσεις Bookmarks.

R. Hoggart, The Uses of Literacy: Aspects of Working Class Life, εκδόσεις Modern Penguin Classic.

Economic Works of Karl Marx 1861-64, Draft of Chapter 6 of Capital, «Results of the Direct Production Process», §6, marxists.org

Βλέπε δουλειά, εξέγερση, Καρλ (Μαρξ), τάξη, χειρωνάκτης εργάτης

Καθημερινή ζωή

Σήμερα, τα πάντα δέχονται (συνήθως λεκτική) επίθεση: η ανισότητα, ο χρηματοπιστωτισμός, τα βάσανα στη δουλειά καθώς και τα δεινά της ανεργίας, ο παραγωγισμός, ο σεξισμός, η εμπορευματοποίηση του εαυτού, η οικολογική υποβάθμιση, ο τουρισμός, ο εθισμός στη ταχύτητα, το βιομηχανικό φαγητό, η σπατάλη ενέργειας… ούτε μια εβδομάδα δεν περνάει χωρίς ένα νέα κριτικό δοκίμιο ενάντια είτε στα δεσμά της παράδοσης είτε στις υπερβολές της νεωτερικότητας. Αλλά η επίθεση απευθύνεται σε θραύσματα, αποκομμένα από τη φαινομενικά απρόσιτη ολότητά τους. Η κομμουνιστικοποίηση θα επανενώσει αυτά τα ασύνδετα κομματιά αντιμετωπίζοντας την κοινή τους αιτία.

Για παράδειγμα, στις μέρες μας η καλλιέργεια φαγητού είναι αδύνατη για τους περισσότερους ανθρώπους. Κάθε γεύμα αποτελεί μια ακόμη απόδειξη της απόλυτής μας εξάρτησης σε ένα σύστημα πέρα από εμάς. Η κρίση, ωστόσο, κάνει την ανάγκη αρετή. Στο κέντρο του Ντιτρόιτ, με τόσους πολλούς ανέργους και χωρίς κρατική βοήθεια, έχουν εμφανιστεί κήποι λαχανικών σε άδεια ή κλειστά πάρκινγκ. Τουλάχιστον 15.000 κάτοικοι έχουν μετατρέψει τις πίσω αυλές τους σε μπαξέδες. Σήμερα, η αστική καλλιέργεια αποτελεί έναν τρόπο συμπλήρωσης ενός πενιχρού εισοδήματος για τους φτωχούς, κι ένα μoδάτο χόμπυ για τις μεσαίες τάξεις. Ακριβώς όπως η γιόγκα ανακουφίζει από το εργασιακό στρες, η καλλιέργεια και βρόση βιολογικών τροφίμων είναι θεραπευτική.

Είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα όταν το βίωμα συγκρούεται με τα κατεστημένα συμφέροντα. Υπάρχει μια διαφορά κλίμακας αν το μεγαλύτερο μέρος του καταναλωνόμενου φαγητού δεν προέρχεται πλέον από ένα σούπερ μάρκετ: κλονίζει τότε την πολιτική ισορροπία. Η επανάκτηση μεγάλων εκτάσεων παλαιότερα κοινής και πλέον περιφραγμένης γης συνεπάγεται μια μάχη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση, και το χτίσιμο ενός διαφορετικού τύπου κοινότητας. Εγείρεται το ζήτημα της ιδιοκτησίας, και μαζί με αυτό το ζήτημα της τάξης. Τα κηπευτικά εργαλεία, οι σπόροι κι η παροχή νερού δεν μπορούν να παραχθούν όλα τους τοπικά, οπότε οι άνθρωποι πρέπει να εφεύρουν νέες παραγωγικές μεθόδους. Η επανοικειοποίηση εκείνου που είναι κοινό δεν μπορεί να εξισωθεί απλώς με την κατάληψη και τη διαχείρισή του. Καθώς οι προλετάριοι είναι οι ακτήμονες, χωρίς χρήμα και κεφάλαιο, τους είναι αδύνατο να παράξουν με τις ίδιες μεθόδους και νόρμες.

Το 2013, η Τζακάρτα κλονίστηκε από μια επανάσταση ενάντια ενός κυβερνητικού σχεδίου για την αύξηση της τιμής των επιδοτούμενων καυσίμων. Η καθημερινή ζωή κι οι χώροι εργασίας συνενώθηκαν σε μια επεκτεινόμενη αντίσταση. Τα βιομηχανικά κέντρα περιφερειακά της πόλης παρέλυσαν, ενώ οι διαδηλωτές κι οι εξεγερμένοι κατέλαβαν τους δρόμους.

Η διαφορά μεταξύ της αστική καλλιέργειας στο Ντιτρόιτ και των ταραχών στη Τζακάρτα δεν είναι η παρουσία της βίας ή το επίπεδό της. Ακόμη κι έστω για μερικές ημέρες ή εβδομάδες, η ινδονησιακή εξέγερση έφερε κοντά διαχωρισμένες διαστάσεις της προλεταριακής συνθήκης: παραγωγική εργασία κι αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης, δουλειά και σπίτι. Σε αυτό το -συγκρουσιακό- έδαφος, οι αλλαγές στην καθημερινή ζωή μπορούν να αρχίσουν να έχουν μια παραγωγική [generative] ανατρεπτική επίδραση, υπό την προϋπόθεση ότι θα ανεβάζουν διαρκώς τον πήχη ενάντια στις τεράστιες αδρανειακές δυνάμεις.

Το κεφάλαιο, το χρήμα, η μισθωτή εργασία κι η οικονομία είναι πολύ υλικές πραγματικότητες, οπότε η κριτική τους πρέπει να είναι προσγειωμένη. Τα αντικείμενα στερεοποιούν τις σχέσεις. Για παράδειγμα, ένα συγκρότημα διαμερισμάτων γεμάτο με τριάρια, υλοποιεί τη συνύπαρξη εκατοντάδων πυρηνικών οικογενειών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η συνεχώς διευρυνόμενη πανοπλία προσθετικών μελών ψηφιακής επικοινωνίας. Ο καπιταλισμός στερεί από τους ανθρώπους τους κοινωνικούς δεσμούς, και τους επιστρέφει σ’ αυτούς με την μορφή εμπορευμάτων. Έχει την ικανότητα να ενσωματώσει δισεκατομμύρια ανθρώπων, ακόμη κι αυτούς που μπορούν να αντέξουν οικονομικά μόνο ένα φτηνό κινητό. Τα κινητά τηλέφωνα όντως (επανα)συνδέουν εξατομικευμένες ατομικότητες.

Η εμπειρία δείχνει το πόσο αναστρέψιμα είναι τα «εξαρτημένα αντανακλαστικά». Το 1924, ο Αντρέ Μπρετόν μας προειδοποίησε για την ένδεια της πραγματικότητας. Οι διαιρέσεις μπορούν να γκρεμιστούν στα συγκροτήματα διαμερισμάτων. Όσο εντυπωσιακά κι αν είναι τα σημερινά ψηφιακά εξαρτήματα, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για εθισμό στην οθόνη: θα καταπιέσουμε, εκτρέψουμε κι επινοήσουμε τρόπους επικοινωνίας. (Επιπλέον, ας μην είμαστε επικριτικοί με τα smartphones: στο παρελθόν, σχετικά αρκετοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να περάσουν ούτε μια ημέρα χωρίς να αγοράσουν εφημερίδα). Τα στεγανά διαμερίσματα μπορούν να γκρεμιστούν.

Οι ιστορικές μεταβάσεις είναι υλικές καθώς και υποκειμενικές. Οι σημερινές μηχανές έχουν ως ενσωματωμένο χαρακτηριστικό το να απαιτούν περισσότερα μηχανήματα, σε έναν διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό, με συνεχείς υποχρεωτικές ενημερώσεις. Λειτουργούν ως συστήματα μηχανικής υποστήριξης: δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτά και, το χειρότερο, δεν ξέρουμε πως λειτουργούν. Οι άνθρωποι που πιάνουν τα χέρια τους μπορούν να φτιάξουν την μηχανή ενός αυτοκινήτου: η «επισκευή» ενός υπολογιστή βγάζει μόλις και μετά βίας νόημα. Οπότε, ένα κριτήριο για την κομμουνιστικοποίηση θα είναι η χρήση διαδικασιών και τεχνολογιών που θέτουν ένα τέρμα στην ορμή της παραγωγικότητας και της τυποποίησης η οποία εμποτίζει κάθε επίπεδο των ζωών μας και μας προτρέπει να μετράμε και να εξοικονομούμε χρόνο διαρκώς.

Κομμουνιστικοποίηση είναι όταν οι προλετάριοι ξεκινούν να δρουν και να σχετίζονται μεταξύ τους διαφορετικά. Η αίσθηση της κοινότητας σίγουρα δεν είναι εγγενής: ούτε κι ο εγωκεντρισμός. Σε αντίθεση με την κοινή γνώμη (ή τη γνώμη της ελίτ), οι «φυσικές» καταστροφές δεν εξαπολύουν αναγκαία έναν πανικόβλητο αυτοκαταστροφικό όχλο: συχνά επιφέρουν αλληλεγγύη κι εφευρετικότητα. Ύστερα, η κοινωνική διαφορά και διαίρεση επανεπιβεβαιώνονται. Σε μια εξέγερση, οι συμμετέχοντες αλλάζουν… κι αλλάζουν ταυτοχρόνως και τους εαυτούς τους:

«Τόσο για τη σε μαζική κλίμακα παραγωγή αυτής της κομμουνιστικής συνείδησης, όσο και για την επιτυχία του ίδιου του σκοπού, είναι αναγκαία η μεταβολή των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα, μια μεταβολή που μπορεί να λάβει χώρα μόνο σε ένα έμπρακτο κίνημα, σε μια επανάσταση· αυτή η επανάσταση είναι απαραίτητη, οπότε, όχι μόνο επειδή η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να ανατραπεί με άλλον τρόπο, αλλά επίσης επειδή η τάξη που θα την ανατρέψει, μπορεί μόνο μέσω μιας επαναστάσεως να ξεφορτωθεί από πάνω της όλα τα απορρίματα των αιώνων και να γίνει ικανή να εγκαθιδρύσει μια κοινωνία εκ νέου» (Μαρξ).

Όμως, κι ο καπιταλισμός ξεφορτώνεται επίσης «από πάνω του όλα τα απορρίματα των αιώνων», σε τέτοιο βαθμό που φαντάζει απεριόριστα ευέλικτος κι ανανεωτικός. Στη τρέχουσα αναλογική κλίμακα αξιών, είναι συχνά οι υποστηρικτές των κανόνων εκείνοι που προσκαλούν γελοιοποίηση. Ο καπιταλισμός είναι προικισμένος με μια γόνιμη φαντασία, η καθολικότητα της αγοράς είναι τα πάντα εκτός από αδύναμη, κι οι άρχουσες τάξεις έχουν εμπειρία επιδέξιων διαφυγών. Η κομμουνιστικοποίηση δεν μπορεί να αποφύγει την πλεύση σε ρευστές καταστάσεις. Μόνο όταν απαλλαχθούμε από τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, κι όλων των ειδών τους διαχωρισμούς, θα φτάσει η καθημερινή ζωή σε ένα σημείο καθολικότητας αμεσολάβητης από εμπορεύματα.

P. Storm, Battlefield Indonesia, 2013, libcom

A. Breton, Introduction to the Discourse on the Paucity of Reality, 1924.

R. Solnit, Paradise Built in Hell, εκδόσεις Penguin.

Καρλ Μαρξ, Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, εκδόσεις Gutenberg.

Βλέπε δουλειά, εξέγερση, μη οικονομία, τάξη, χρήμα, χρόνος

Καρλ (Μαρξ)

Τον Ιανουάριο του 1848, ο Μαρξ διακύρηξε ότι «[…] το σύστημα του ελεύθερου εμπορίου επισπεύδει την κοινωνική επανάσταση. Είναι με αυτή την έννοια και μόνο […] που ψηφίζω υπέρ του ελεύθερου εμπορίου». Ο Μαρξ θεωρούσε ότι το ελεύθερο εμπόριο κατέστρεφε τα εθνικά σύνορα και ευνοούσε την πρόοδο του καπιταλισμού. Όταν τον Ιούνιο έγινε συντάκτης της New Rhineland Gazette, η οποία είχε τον υπότιτλο «Όργανο της Δημοκρατίας», ο στόχος του ήταν να ωθήσει την αστική επανάσταση στα δυνατά της άκρα: όσο περισσότερο ανεπτυσσόταν ο καπιταλισμός, τόσο πλησίαζε προς την προλεταριακή επανάσταση.

Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Αμερικάνικου Εμφύλιου Πολέμου, ο σκοπός της επιστολής της Πρώτης Διεθνούς προς τον Λίνκολν, συντεταγμένη από τον Μαρξ, ήταν να βοηθήσει στην απαλλαγή της φρίκης της δουλείας, αλλά εξίσου και να συνεισφέρει στην έλευση ενός σύγχρονου καπιταλισμού στις ΗΠΑ:

«[…] οι εργαζόμενοι άνθρωποι της Ευρώπης ένιωθαν ενστικτωδώς ότι η αστερόεσσα [η σημαία των ΗΠΑ] φέρει την μοίρα της τάξης τους […] καθώς όπως ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ εκκίνησε μια νέα εποχή υπεροχής για την μεσαία τάξη, έτσι ο Αμερικάνικος Πόλεμος Ενάντια στη Δουλεία θα κάνει το ίδιο για τις εργαζόμενες τάξεις. Θεωρούν [οι εργαζόμενοι άνθρωποι] ειλικρίνεια μιας εποχής που μέλλει να έρθει το γεγονός ότι έπεσε στην μοίρα του Αβραάμ Λίνκολν, του ειλικρινούς υιού της εργατικής τάξης, να ηγηθεί της χώρας του μέσω του απαράμιλλου αγώνα για την απελευθέρωση μιας αλυσοδεμένης φυλής και την ανοικοδόμηση ενός κοινωνικού κόσμου».

Στη τελευταία δημόσια ομιλία του, το 1872, ο Μαρξ δήλωσε ότι ενώ «στις περισσότερες χώρες της [ευρωπαϊκής] Ηπείρου είναι η βία που θα υπάρξει ο μοχλός της επανάστασής μας», στη Βόρεια Αμερική, την Αγγλία κι ίσως την Ολλανδία «οι εργάτες ίσως επιτύχουν τους σκοπούς τους με ειρηνικά μέσα».

Ας μην αναρωτηθούμε αν ο Μαρξ υπήρξε επαναστάτης ή ρεφορμιστής. Είναι ανούσιο να εμπλακούμε σε έναν πόλεμο παραθεμάτων. Ο Μαρξ τόσο άσκησε κριτική όσο και υποστήριξε τη «ταξική συνεργασία» των Άγγλων εργατικών ηγετών καθώς και τα «μεταβατικά στάδια» των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών (τους προδρόμους της «ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό»), επειδή θεωρούσε ότι παρόλες τις ελλείψεις τους αντιπροσωπεύαν το ακαταμάχητα αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα. «[Η] τελική νίκη είναι βέβαιη», έγραψε ο Ένγκελς σύντομα μετά τον θάνατο του φίλου του. Η παγκόσμια επέκταση του καπιταλισμού οδηγούσε στην αύξηση της δύναμης της εργατικής τάξης. Με αυτή την έννοια, ο Μαρξ υπήρξε προοδευτικός: πίστευε σε μια οιονεί φυσική ιστορική πρόοδο προς την ολοκλήρωση – την εργατική κι ανθρώπινη χειραφέτηση.

Αυτή η αντίληψη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το πως αντιλαμβανόταν το περιεχόμενο του κομμουνισμού κι οπότε της επανάστασης.

Από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο έως το Κεφάλαιο, ο Μαρξ άφησε μόνο σκόρπιες παρατηρήσεις για τον κομμουνισμό, μερικές φορές δίνοντάς μας μια έμμεση διαίσθηση παραθέτοντας άλλους, όπως αυτό το διαφωτιστικό απόσπασμα του P. Ed. Lemontey στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας:

«Νιώθουμε θαυμασμό όταν βλέπουμε μεταξύ των Αρχαίων το ίδιο άτομο να διακρίνει τον εαυτό του σε έναν υψηλό βαθμό ως φιλόσοφο, ποιητή, ρήτορα, ιστορικό, ιερέα, αξιωματούχο, στρατηγό. Οι ψυχές μας τρομάζουν στο θέαμα ενός τόσο ευρύ πεδίου. Καθείς εξ ημών τοποθετεί τα όριά του και κλείνετε σε αυτή την περίφραξη. Δεν ξέρω αν με αυτόν τον κατακερματισμό ο κόσμος μεγενθύνεται, αλλά γνωρίζω ότι ο άνθρωπος υποτιμάτε».

Ο Μαρξ μόλις και μετά βίας αναφέρει τον κομμουνισμό στο Κεφάλαιο. Επεξεργάζεται αυτό το θέμα μόνο στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875) όπου αναπτύσσει το σχήμα του περί κουπονιών εργασίας για «την πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας». Βασικά, ήλπιζε σε μια σχεδιασμένη οικονομική ανάπτυξη υπό εργατική καθοδήγηση προς το συμφέρον των μαζών. Η εργατική τάξη θα αναπτυσσόταν σε μια κρίσιμη μάζα, θα καταλάμβανε την πολιτική εξουσία και θα αντικαθιστούσε την αστική κυριαρχία από μια ένωση παραγωγών η οποία θα εμπλεκώταν σε μια (μη κομμουνιστική) μεταβατική περίοδο αναγκαία για τη δημιουργία των συνθηκών του κομμουνισμού.

Σε αντίθεση με αυτά που οραματιζόταν στα πρώιμα γραπτά του -την κατάργηση της εργασίας- ο Μαρξ θεώρησε ότι η εργασία θα μπορούσε να είναι τελείως διαφορετική όταν όλοι θα εργάζονταν. Όταν έγραψε ότι η εργασία θα γίνει «όχι απλώς ένα μέσο ζωής αλλά η κύρια επιθυμία της ζωής», ακόμη στόχευε σε μια ριζική αλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά πίστευε στην επίτευξη αυτής θέτοντας την παραγωγή στο επίκεντρο.

Ο μόνος τρόπος να πάμε πέρα από την εργασία είναι οι παραγωγικές πράξεις να υπάρξουν περισσότερα από απλώς παραγωγικές, να γίνει η παραγωγή μέρος της ζωής: τότε η «κύρια επιθυμία της ζωής» θα γίνει το σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας. Γι’ αυτό μπορούμε να μιλάμε για μια μη οικονομία.

Καρλ Μαρξ, Speech on the Question of Free Trade, 9 Ιανουαρίου 1848.

Address of the International Working Men’s Association to A. Lincoln, 28 Ιανουαρίου 1865.

Mary Gabriel, Love & Capital: Karl & Jenny Marx & the Birth of a Revolution, εκδόσεις Back Bay Books.

Amsterdam speech, 8 Σεπτεμβρίου 1872 (παρατίθεται στο M. Gabriel, ό.π., σελ. 446, και στη σημείωση 43 της σελ. 659).

Franz Mehring, Karl Marx: The Story of his Life, εκδόσεις Routledge.

Φρίντριχ Ένγκελς, letter to F. Sorge, 15 Μαρτίου 1883, http://marxists.catbull.com/archive/marx/works/1883/letters/83_03_15.htm

Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Circular Letter to the leadership of the German socialist party, 1879.

Καρλ Μαρξ, Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, κεφάλαιο δεύτερο, εκδόσεις Νέοι Στόχοι.

Καρλ Μαρξ, Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

Marx, Grundrisse, Notebook VII, ενότητα «Contradiction between the foundation of bourgeois production (value as measure) and its development. Machines, etc», https://www.marxists.org/archive/marx/works/1857/grundrisse/ch14.htm

Βλέπε αξία, δουλειά, πολιτική, τάξη, χρόνος, χωρίς ταμπέλες

Κατοικία

Περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν σε καταλήψεις, φαβέλες, φτωχογειτονιές και παραγκουπόλεις, πχ το 1/3 του πληθυσμού του Σάο Πάολο.

Γι’ αυτούς, μια από τις κύριες κομμουνιστικοποιητικές δραστηριότητες θα είναι να δραπετεύσουν από αυτές τις περιοχές, καθώς και να χτίσουν, να ανακαινίσουν και να κατεδαφίσουν τα οικήματά τους, και το έργο αυτό σπάνια θα γίνει με το να φέρουν την εκβιομηχανισμένη οικοδομική βιομηχανία.

Στην πραγματικότητα, παρόλο που οι «σύγχρονες» κατασκευαστικές εταιρείες καταβάλουν την μέγιστη δυνατή προσπάθεια να τεμαχίσουν την εργασιακή διαδικασία σε επαναλαμβανόμενες επιμέρους εργασίες, οι κατασκευές είναι ένας τομέας όπου η τυποποίηση συναντά τα όριά της. Οι φυσικοί περιορισμοί κι ο συντονισμός μεταξύ αγορών κάνει πολύ δύσκολη τη λειτουργία ενός εργοτάξιου στα πρότυπα της γραμμής συναρμολόγησης. Η μεγάλης κλίμακας κατασκευή σπιτιών (στα πρότυπα των προαστίων του William Levitt* στις ΗΠΑ μετά το 1945) παραμένει εξαίρεση. Ο Λε Κορμπυζιέ ίσως να ήλπιζε να «φτιάξει σπίτια όπως άλλοι φτιάχνουν αυτοκίνητα», αλλά ένας εργάτης οικοδομής δεν μπορεί να ταιηλοριοποιηθεί τόσο εύκολα όσο ένας εργάτης στην αυτοκινητοβιομηχανία ή ένας ταμίας σε σούπερ μάρκετ.

Οπότε, μόλις φύγει η προσταγή της περικοπής δαπανών, θα είναι δυνατό ένα εργοτάξιο -όπως πράγματι και πολλοί άλλοι χώροι παραγωγής- να γίνει «πεδίο εκπαίδευσης», όπου οι ειδικευμένοι εργάτες θα βοηθάν τους ντόπιους να μάθουν ξυλουργική, στήσιμο σκαλωσιάς ή ηλεκτρολογία, συμμετέχοντας στη διαδικασία.

Στις περισσότερο δυσμενείς περιστάσεις και με μικρή ή καθόλου εξωτερική βοήθεια, οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων της Αργεντινής έχουν ήδη αναπτύξει απλούστερες κατασκευαστικές τεχνικές (και ανέπτυξαν αστική μικροκαλλιέργεια). Σε περισσότερο ευνοϊκές συνθήκες, θα μπορούν να κινούνται από την αντίσταση στην ανοικοδόμηση των γειτονιών τους, και να αποπειραθούν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών πειραμάτων. Οι κομμουνιστικοποιοί δεν θα καλύπτουν τις επείγουσες ανάγκες τους φτιάχνοντας πρωτίστως μια λίστα προτεραιοτήτων, την οποία φυσικά πολύ πιθανώς να φτιάξουν (μεταξύ των προτεραιοτήτων αυτών, η στέγαση των αστέγων), αλλά αναπτύσσοντας αμοιβαίες κοινωνικές σχέσεις, γεννημένες μέσα στην εξέγερση. Το χτίσιμο ενός σπιτιού πηγαίνει χέρι-χέρι με την ανάπτυξη δεσμών, με την «υλική» έννοια, μια διαδικασία εκμάθησης μέσω της πράξης η οποία περιλαμβάνει, αλλά πηγαίνει πέρα από, την απλή ενσυναίσθηση. Οι άνθρωποι τόσο θα αντλήσουν από τα πηγάδια της ίδιας τους της συλλογικής φαντασίας όσο και θα ωφεληθούν από εξωτερική βοήθεια. Με έναν συνδυασμό τοπικού αυτοσχεδιασμού και πρώτων υλών «χαμηλού αντίκτυπου», ίσως αποδειχτεί ευκολότερο να δημιουργηθούν οικολογικά χωριά, ανακυκλώσιμη και παθητική στέγαση στο Σάο Πάολο παρά στη Νέα Υόρκη.

Ο σκοπός της δραστηριότητας θα είναι τόσο η δραστηριότητα καθεαυτή όσο και το αποτέλεσμά της, καθώς κι η παραγωγή ενός τόπου κατοικίας, και πιθανώς, αφότου ολοκληρωθεί το σπίτι, μερικοί από τους χτίστες να κινηθούν σε άλλες ασχολίες.

*[Σ.τ.Μ.]: Υπεύθυνος ανάπτυξης ακινήτων, πρόεδρος της εταιρείας Levitt & Sons. Θεωρείται ο πατέρας των σύγχρονων αμερικάνικων προαστίων. Υπό την προεδρία του, η εταιρεία κατασκεύασε την κοινότητα Levittown στο Long Island της Νέας Υόρκης, στοχευμένη στη στέγαση στρωμάτων της μεσαίας τάξης, για την κατασκευή της οποίας υιοθετήθηκε το μοντέλο της γραμμής παραγωγής.

The Housing Monster, prole.info

Μπρούνο Ασταριάν, Είναι τα slums ένας άλλος πλανήτης;, μετάφραση από την Αναζωπύρωση, http://anazopyrosi.espivblogs.net/files/2016/01/slums.pdf

Βλέπε δουλειά, εξέγερση, μη οικονομία, χρόνος

Μη οικονομία

Ενώ διαφωνούν σε όλα τα υπόλοιπα, σχεδόν όλες οι κοινωνικές θεωρίες μοιράζονται ένα κοινό σημείο αφετηρίας: κάθε κοινωνία πρέπει να αντιστοιχήσει τις ανάγκες της με τους πόρους της. Οπότε, η κοινωνική λύση είναι να βρεθεί το καλύτερα συντονισμένο σύστημα αξιολόγησης αναγκών, κατανομής προϊόντων κι υπηρεσιών, και ρύθμισης της εφαρμογής του.

Η κοινή λογική μερικές φορές είναι ο πιο παραπλανητικός μας σύμμαχος: μας καρφώνει την ίδεα ότι μετά τη νίκη επί του κράτους πρέπει να επανεκκινήσουμε την παραγωγή ώστε να εκπληρώσουμε πραγματικές και πιεστικές ανάγκες. Όχι με έναν καπιταλιστικό τρόπο, φυσικά: πρέπει να αυτοοργανώσουμε μια οικονομία χωρίς αφεντικά, κέρδος και συσσώρευση αξίας.

Ο ισχυρισμός φαντάζει αδιαμφισβήτητος: υπάρχουν τόσο πολλά να γίνουν, και συνήθως το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό είναι ο λιμός: το ένα δισεκατομμύριο υποσιτισμένων ή λιμοκτονούντων. Οπότε αποτελεί ζήτημα επείγουσας ανάγκης να στήσουμε μια αποτελεσματική προσφορά και ζήτηση μεταξύ παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων και του συστήματος διανομής.

Κανείς δεν αρνείται την μαζική πραγματικότητα του λιμού. Η στέρηση τροφίμων δεν εξαλείφθηκε από το 1946 που ο Josué de Castro έγραψε την πρώτη έκδοση του βιβλίου του Geography of Hunger [Γεωγραφία του Λιμού].

Ας επιστρέψουμε στο ξέσπασμα των εξεγέρσεων.

Ο λιμός είναι πράγματι παρών. Όταν οι προλετάριοι στο Κάιρο πήραν τους δρόμους όπως το 2008 επειδή το ψωμί ήταν οικονομικά απρόσιτο ή δυσεύρετο, η σίτηση του εαυτού τους και της οικογενείας τους υπήρξε φυσικά ένα κίνητρο. Αλλά αν η σίτιση, κι οπότε η διατήρηση εν ζωή, υπήρξε η κύρια κινητήριος δύναμή τους, θα έψαχναν για ασφαλέστερους τρόπους εξεύρεσης ή λήψης τροφίμων από το να διακινδυνεύσουν να πυροβοληθούν από τις σφαίρες των αστυνόμων. Οι ταραχές δεν αποτελούν ένα βολικό κουπόνι σίτησης για τους πεινασμένους προλετάριους. Ο μηντιακός όρος εξεγέρσεις τροφίμων είναι κοντόφθαλμος: υποβαθμίζει την κατάσταση σε ένα ανορθόδοξο οικονομικό γεγονός όπου η προσφορά συναντά τη ζήτηση, μόνο που ο καταναλωτής δεν έχει χρήματα για να αγοράσει το εμπόρευμα οπότε προσπαθεί να το πάρει με τη βία.

Δεν είναι ζήτημα άδειων στομαχιών που στοχεύουν να επισιτηστούν, αλλά δημιουργίας κοινωνικών σχέσεων με τους άλλους προλετάριους. Η πρώτη ανάγκη των εξεγερμένων είναι να βρεθούν μαζί και να οπλιστούν με ό,τι όπλα είναι διαθέσιμα. Μόνο σε ακραίες περιπτώσεις οι άντρες κι οι γυναίκες θέλουν να φάνε μόνο για να παραμείνουν ζωντανοί, και είναι σε αυτές τις περιπτώσεις, λιμοκτονούντες σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης για παράδειγμα, που οι κοινωνικοί δεσμοί είναι περισσότερο αποσυνδεδεμένοι. Διαφορετικά, η πρώτη ανθρώπινη ανάγκη είναι η ανάγκη για ένα άλλο ανθρώπινο ον: η θεωρητική δυσκολία είναι να απογυμνωθεί αυτή η αρχή από τη συνήθη της ιδεαλιστική νοοτροπία.

Δεν αρκεί να δώσουμε έμφαση στη σχετικότητα των αναγκών στον χρόνο και τον χώρο, ούτε να δείξουμε την πλαστότητά τους, να αντιτάξουμε την εγκράτεια στην υπερβολή και τις φυσικές απολαύσεις στις λανθασμένες διασκεδάσεις. Πρέπει να αντιμετωπιστεί το θεμέλιο της έννοιας.

Σήμερα, η ανάγκη έχει μια αρνητική έννοια: είναι σχεδόν συνώνυμο της έλλειψης: αυτό που δεν έχω και θα ήθελα να έχω, και το χάσμα μεταξύ τους λέγεται να είναι τόσο φυσικό όσο η αναπόφευκτη πραγματικότητα ότι δεν μπορεί η κάθε ημέρα να είναι ηλιόλουστη. Στην πραγματικότητα, εδώ εμπλέκονται περισσότερα πράγματα από τη φύση. Κανείς δεν αναμένει να εκπληρωθεί η κάθε επιθυμία. Μιλάμε για τον λιμό και την έλλειψη στέγης, κι αποτελούν κοινωνικές πραγματικότητες.

Μερικοί έχουν μια ιδιωτική κατοικία ενώ άλλοι κοιμούνται στον δρόμο. Μερικοί είναι πολύ πλούσιοι και κατέχουν πολλά περισσότερα από την πλειοψηφία. Πράγματι, αλλά η ανισότητα είναι ένα αποτέλεσμα, όχι αιτία. Ζούμε σε μια ταξική κοινωνία. Οι αστοί έχουν μονοπώλιο επί των μέσων παραγωγής, οπότε την εξουσία να προσλαμβάνουν κι απολύουν τα μέλη της άλλης τάξης και να τους θέτουν να εργάζονται για δικό τους όφελος. Η δουλειά πάρεχει χρήματα για την ενοικίαση ή αγορά ενός καταλύμματος. Ο άνεργος ζει στην έλλειψη.

Αν η ιδιοκτησία καταρρεύσει, ο τωρινός εντελώς φυσιολογικός φόβος του να μην έχεις -του να πεινάσεις ή να κοιμάσαι στη βροχή- εξαλείφεται. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι θα κατοικούν σε παλάτια αν το θελήσουν. Σημαίνει ότι η ανάγκη δεν θα είναι πλέον συνώνυμο της επιθυμίας. Οι επιθυμίες δεν θα εκπληρωθούν στο σύνολό τους ή άμεσα, αλλά δεν θα είναι πλέον αποκομμένες από την εκπλήρωσή τους. Σήμερα η παραγωγή (μιας κατοικίας ή τροφής) είναι διαχωρισμένη από την κατανάλωση: πρώτα πρέπει να λάβουμε χρήματα από την μισθωτή εργασία κι ύστερα να τα ξοδέψουμε για να πάρουμε αυτά που χρειαζόμαστε. (Γι’ αυτό οι χειροτεχνίες κι η κηπουρική είναι τόσο δημοφιλής: είναι ένας από τους λίγους τρόπους του να είσαι προσωπικά δημιουργικός). Παρότι η κομμουνιστικοποίηση δεν θα μετατρέψει τους πάντες σε χτίστες και κηπουρούς, το χτίσιμο ενός σπιτιού ή η καλλιέργεια λαχανικών δεν θα αποτελεί πλέον παραγωγική εργασία διαχωρισμένη από τη στέγαση ή τη σίτηση.

«Στην κομμουνιστική κοινωνία, η παραγωγική δραστηριότητα θα χάσει τον αυστηρό παραγωγικό της χαρακτήρα» (A World Without Money).

Ως εκ τούτου, η ανάγκη για σίτηση θα αλλάξει. Για τον υποσιτισμένο, η πείνα ισούται με πόνο, ακόμη περισσότερο επειδή γνωρίζει ότι κατά πάσα πιθανότητα απόψε δεν θα έχει καθόλου φαγητό ή θα έχει ελάχιστο: είναι απελπισμένος να ικανοποιήσει την πείνα του και δεν έχει χρόνο να απολαύσει την αναμονή. Για τον άνθρωπο που δεν φοβάται πλέον ότι θα πεινάσει, η αναμονή μπορεί να είναι μια επιπρόσθετη απόλαυση, όπως τα προκαταρκτικά είναι ένα απολαυστικό μέρος της συνουσίας. «[…] [Γ]ιατί δεν θα έπρεπε η πείνα να αποτελεί επίσης μια απόλαυση, όπως η επιθυμία κατά τα προκαταρτικά της συνουσίας, τα οποία εμπλέκονται ενεργά στην ικανοποίηση των αναγκών των εραστών;» (Μπρούνο Ασταριάν). Η γαστρονομία, ή γαστροσοφία για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Fourier, είναι πολλά περισσότερα από τη σίτηση.

A World Without Money: Communism, Les Amis de 4 millions de Jeunes Travailleurs, 1975-76, libcom.org

Μπρούνο Ασταριάν, Value & Its Abolition.

Βλέπε αξία, δουλειά, εργασία, καθημερινή ζωή, κατοικία, χρόνος

Ξενοφιλία

Ο καπιταλισμός δεν εξάλειψε ποτέ του διαιρέσεις και σύνορα. Η παγκοσμιοποίηση του 21ου αιώνα δεν ενώνει το ανθρώπινο είδος περισσότερο απ’ ότι οι διεθνείς ροές εμπορίου και επενδύσεων έφεραν ειρήνη στον κόσμο πριν το 1914. Όσο υπάρχει ο καπιταλισμός θα ενώνει κάποιες χώρες και περιοχές και θα διασπά άλλες. Η Ουκρανία αποτελεί μια προκείμενη περίπτωση. Το «εθνικό ζήτημα» δεν έχει λήξει, κι οι συνοριακές διαμάχες θα φουντώσουν τη στιγμή που δεν τις περιμένουμε. Εθνοθρησκευτικοί παράγοντες διατέμνουν τις ταξικές γραμμές. Στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, το Ισλάμ προσφέρει ένα υποκατάστατο της κοινότητας όταν οι παραδοσιακοί δεσμοί συντρίβονται κι οι καπιταλιστικές σχέσεις γίνονται πολύ ασταθείς. Η παγκοσμιοποίηση δημιουργεί νέα εθνικά, θρησκευτικά, «εθνοτικά» ρήγματα και αναβιώνει τα παλιά. Ο σύγχρονος κόσμος φαίνεται να περνά μέσα από μια χρονική δίνη όπου αντιδραστικές σπασμωδικές κινήσεις τρέφονται από την επιδεινομένη νεωτερικότητα.

Πως οι εξεγερμένοι ξεπερνούν τα εμπόδια των ταυτοτήτων;

Η κοινότητα είναι εφικτή όταν οι άνθρωποι δεν είναι παθητικοί. Η ιστορία μας δίνει πολλά παραδείγματα προλεταριακής αλληλεγγύης καθώς και ξενοφοβίας.

Στην γενική απεργία στη Γαλλία τον Μάη του 1968, παρότι οι «Γάλλοι» εργάτες δεν ήταν απρόσβλητοι από τον ρατσιμό, οι αντιαπεργιακές δυνάμεις δεν κατάφεραν να τον χρησιμοποιήσουν ιδιαιτέρως για τη διαίρεση των απεργών.

Αργότερα, καθώς η προλεταριακή παλίρροια υποχωρούσε, ένας αριθμός «γηγενών» Γάλλων εργατών ξεκίνησε να δρα και να σκέφτεται τον εαυτό του ως κάτι ξέχωρο από την μεταναστευτική ή μη εθνική εργασία. Μόνο ο αγώνας μπορεί να αναπτύξει εκείνο που είναι κοινό σε όλους: «η εργατική τάξη δεν είναι αδύναμη επειδή είναι διαιρεμένη […] είναι διαιρεμένη επειδή είναι αδύναμη» (Άντον Πάνεκουκ). Πέρα από τις επαναστατικές περιόδους, η προλεταριακή τάξη δεν είναι λιγότερη συντηρητική από τις άλλες. Η αλληλοεξοντωτική βία μεταξύ των εκμεταλλευόμενων δεν αποτελεί μια προσωρινή παρέκκλιση. Ένα τετριμμένο παράδειγμα αποτελεί η διασυνοριακή απεργοσπασία.

Παρότι όλοι οι προλετάριοι μοιράζονται μια κοινή ακτημοσύνη και έναν διαχωρισμό από τα μέσα διαβίωσης, αυτό το κοινό χαρακτηριστικό είναι αρνητικό, κι αν βιώνεται παθητικά, συχνά δεν είναι αρκετό για να επιστρατεύσει τους προλετάριους ενάντια στον καπιταλισμό. Για τους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους εργάτες θα χρειαστούν περισσότερα από την κοινή τους εκμετάλλευση από το κεφάλαιο για να πολεμήσουν μαζί: μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι έχουν βαθιά κοινά συμφέροντα, οι εγκλήσεις για αλληλεγγύη μάλλον θα πέφτουν στο κενό. Στην πραγματικότητα, ακόμη κι η αλληλεγγύη περιορισμένη στην αλληλοβοήθεια δεν αποτελεί ακόμη από κοινού δράση.

Η όξυνση της ταξικής σύγκρουσης δεν είναι αρκετή. Η Σερβία τη δεκαετία του 1980 πέρασε από έντονους κοινωνικούς αγώνες, αρκετούς για να παραλύσουν το κράτος και τους κυβερνώντες για λίγο καιρό, έως ότου η εθνικιστική ενέργεια τελικά επικράτησε επί της κοινωνικής αναταραχής. Η άρχουσα τάξη εκμεταλλεύτηκε τα εθνικά ρήγματα υπό το πρόσχημα της ασφάλειας των δικαιωμάτων «του (σέρβικου) λαού» ενάντια στους απειλητικούς ξένους (Κροάτες, Αλβανούς, μουσουλμάνους κλπ). Η επιτυχία του καθεστώτος Μιλόσεβιτς δεν προήλθε από μια απουσία ταξικής σύγκρουσης αλλά από την ανικανότητα της προλεταριακής κοινότητας αγώνα να μετατραπεί σε μια μετασχηματιστική δύναμη. Στους χώρους εργασίας, οι εσωτερικές διαμαρτυρίες στην πραγματικότητα συνεχίστηκαν, ακόμη και στον στρατό, αλλά ο σέρβικος εθνικισμός κατάφερε να εκτρέψει τις εντάσεις και τα παράπονα προς τους εξωτερικούς εχθρούς.

Μόνο η κατάργηση της σημερινής κοινωνίας θα ενώσει τους προλετάριους: μεταξύ άλλων παραδειγμάτων, υπήρξε μια προσπάθεια προς αυτή τη κατεύθυνση στην Ελλάδα το 2008, όταν ντόπιοι και μετανάστες (ιδίως από την Αλβανία) έδρασαν μαζί.

Η ανθρώπινη φύση υπάρχει μόνο για τους βιολόγους. Εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε τους εαυτούς μας: το ερώτημα είναι το πως. Τίποτα δεν είναι μη αναστρέψιμο ή αιώνιο. Ο αγώνας για ζωή είναι ένας μύθος, το ίδιο κι η καθολική αγάπη. Τα ιδιόρρυθμα και διορατικά σχέδια του Fourier είχαν τουλάχιστον το προτέρημα να μη στοχεύουν στη δημιουργία ενός νέου τέλειου ανθρώπου: αντιθέτως, βασίζονταν στην προσαρμοστικότητα των ανθρώπινων όντων.

Η κομμουνιστικοποίηση δεν θα δομηθεί σε έναν ορισμό του τι είναι το ανθρώπινο είδος ή τι θα μπορούσε να είναι. Για τον προϊστορικό κυνηγό-τροφοσυλλέκτη, το ανθρώπινο είδος περιοριζόταν σε εκείνους που αποτελούσαν μέλος της ομάδας του. Οι Βεδουίνοι της αραβικής χερσονήσου κι οι Guayaqui της Νότιας Αμερικής δεν γνωρίζαν τι είναι το κράτος, αλλά αφιερώσαν πολύ απ’ την ενέργειά τους σε πολέμους.

Οι κομμουνιστικοποιοί, ούτως ή άλλως, δεν θα ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο. Ούτε θα επικαλεστούν μια αφηρημένη ανθρωπότητα, ούτε θα διαλύσουν το άτομο στην κοινότητα. Στα ουτοπικά μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας του Alexander Bogdanov, γραμμένα μερικά χρόνια πριν το 1914, οι κομμουνιστές Αρειανοί ζουν σε τέτοια στενή αρμονία που σταδιακά όλες οι διαφορετικές γλώσσες ενώθηκαν σε μία. Ο Bogdanov ήταν μπολσεβίκος. Μπορούμε να βρούμε πιο έμμεσους οδούς προς την καθολικότητα.

The Continuing Appeal of Religion, 2006, troploin.fr

T. Snyder, Bloodlands: Europe between Hitler & Stalin, εκδόσεις Basic Books.

Άντον Πάνεκουκ, Κόμμα και Εργατική Τάξη, 1936. Το κείμενο, μεταφρασμένο από το Ένζυμο, μπορεί να βρεθεί στο παρακάτω link στη σελίδα 85,
https://engymo.files.wordpress.com/2012/03/cf80ceb1cebdceb5cebacebfcf85cebaceb5cf81ceb3ceb1.pdf

Τα Παιδιά της Γαλαρίας, The Rebellious Passage of a Proletarian Minority through a Brief Period of Time, 2009, http://www.tapaidiatisgalarias.org/wp-content/uploads/2009/11/rebpas.pdf

P. Clastres, Archaeology & Violence, εκδόσεις MIT Press.

A. Bogdanov, Red Star: The First Bolshevik Utopia, εκδόσεις Indiana U. P.

Βλέπε εξέγερση, επανάσταση, τάξη

Οικογένεια

«[Η] έννοια της μητέρας έχει απορροφήσει την έννοια της γυναίκας […] η λειτουργία έχει καταλύσει το άτομο», οπότε «[…] η επίλυση αυτού του προβλήματος έγκειται αποκλειστικά σε μια σωστή επίλυση του οικονομικού ζητήματος. Στην επανάσταση. Και πουθενά αλλού» (Lucia Sanchez Saornil).

Όλα εξαρτώνται από το τι σημαίνει «οικονομικό ζήτημα».

Η ταξική κυριαρχία δεν εξηγεί το σύνολο της αρσενική κυριαρχίας, η οποία είναι πολύ προγενέστερη του καπιταλισμού.

Το να λέμε ότι η χειραφέτηση της γυναίκας θα αποτελέσει μέρος της χειραφέτησης του προλεταριάτου είναι αλήθεια, αλλά ισχύει μόνο εάν κατανοούμε ότι η γυναικεία απελευθέρωση δεν είναι ένα απλό επακόλουθο της επανάστασης: είναι ένα εκ των αναπόσπαστων μερών της. Κοιτώντας πίσω στον θάνατο των παλιών εξεγέρσεων, αυτό που συνέβει στις γυναίκες δεν ήταν απλώς το αποτέλεσμα μιας γενικής ήττας: ήταν μια από τις αιτίες της ήττας. Στην Ισπανία, είναι το φθινόπωρο του 1936 (δηλαδή, πριν τη στρατιωτικοποίηση των πολιτοφυλακών) που οι γυναίκες αποβλήθηκαν από την πρώτη γραμμή του πολεμικού μετώπου και στάλθηκαν σπίτα τους ή περιορίστηκαν σε μη ένοπλους ρόλους. Ένα αυτοκαταστροφικό μέτρο μεταξύ πολλών. Και θα ήταν ιστορικά λάθος να κατηγορήσουμε μόνο τους γραφειοκράτες: η πολιτική κουλτούρα του «πρώτα ο άντρας» ήταν διαδεδομένη επίσης και στη βάση.

Κάθε κοινωνία πρέπει να έχει την κυριαρχία επί της (ανα)δημιουργίας της ζωής. Το ερώτημα είναι ποιος ελεγχεί την αναπαραγωγή ποιανού. Έως σήμερα, σχεδόν όλες οι κοινωνίες κατείχαν αυτή την κυριαρχία εξωθώντας τις γυναίκες σε έναν ρόλο υποταγής. Στον σημερινό κόσμο που κυβερνάται από τη σχέση κεφαλαίου/μισθωτής εργασίας, είναι η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης που οργανώνει την αρσενική κυριαρχία. Η οικογένεια δεν δημιουργεί την αρσενική κυριαρχία, αλλά αποτελεί το πεδίο όπου αυτή [η κυριαρχία] λαμβάνει χώρα. Σε αντίθεση με τα παιδιά του Brave New World*, τα παιδιά ακόμη γεννιούνται από αυτό που ένας Λονδρέζος γιατρός τον 17ο αιώνα αποκάλεσε «ασήμαντο και χυδαίο τρόπο συνουσίας». Όμως, η γυναίκα δεν καθυποτάσσεται επειδή φέρει παιδιά αλλά επειδή η μητρότητα συμβαίνει εντός του πλαισίου της οικογένειας, η οποία την εξειδικεύει καταναγκαστικά σε δραστηριότητες οι οποίες την περιορίζουν σε μια κατώτερη θέση. Και όποια κι αν είναι η ιστορική καταγωγή της οικογένειας, στη σύγχρονη εποχή δομείται και διατειρείται από την ατομική ιδιοκτησία. Πράγματι, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν σχεδόν τίποτα να κληροδοτήσουν, αλλά η κοινωνική λειτουργία της ιδιοκτησίας δεν τελειώνει εκεί. Ακόμη κι άνθρωποι με μόλις 500 στερλίνες στη τράπεζα συνήθως ζούνε σε έναν οικογενειακό κύκλο ο οποίος ταυτοχρόνως τους περιορίζει και τους προστατεύει, κι αυτές οι 500 στερλίνες γίνονται όλο και περισσότερο πολύτιμες καθώς η ομάδα δεν έχει άλλες εφεδρείες, κι η ύπαρξή της περιστρέφεται γύρω από τη συντήρηση και την ευημερία των παιδιών. Το πλαίσιο της οικογένειας είναι ένας περιορισμός κι ένα καταφύγιο. Ακόμη περισσότερο σε καιρούς κρίσης όπου ο φόβος της απώλειας (απώλειας της θέσης εργασίας, των χρημάτων, του σπιτιού, του συντρόφου [partner]) είναι διαδεδομένος.

Παρόλη την ποικιλία των μοντέλων νοικοκυριού, ενός ευρύτερου φάσματος μοτίβων κι ενός αυξανόμενου ποσοστού διαζυγίων, η οικογένεια δεν σημειώνει κάμψη. Οι μικτές οικογένειες είναι πυρηνικές. Παρότι στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη υπάρχει περισσότερη μοιρασιά των οικιακών εργασιών μεταξύ του αντρόγυνου, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι η γυναίκα παραμένει περιορισμένη στον παραδοσιακό ρόλο της μητέρας.

Όσο η οικογένεια παραμένει η βασική μονάδα της κοινωνίας, η αρσενική κυριαρχία θα επικρατεί, μολονότι μετριασμένη και αμβλυμένη. Οι άντρες «εκ φύσεως» έχουν μια δημόσια ζωή. Ό,τι δημόσια ζωή κι αν έχουν (στην πολιτική ή την επιχειρηματικότητα), οι γυναίκες πρέπει επίσης να εκπληρώσουν τον ρόλο τους στο σπίτι, και το επίρρημα είναι φορτωμένο με αμφισημία, καθώς αυτό επίσης πολύ συχνά μεταφράζεται σε κυρίως ή ως επί το πλείστον.

Η καθυπόταξη των γυναικών είναι επίσης ορατή σε πολλές κοινωνικές συγκρούσεις: παρότι οι γυναίκες δρουν εκτός των σπιτιών τους, παραμένουν περιορισμένες σε εργασίες που σχετίζονται με το νοικοκυριό. Αρκετά συχνά, σε μια απεργία ή ακόμη και σε μια εξέγερση, τα οικογενειακά και οικιακά ζητήματα μεταχειρίζονται ως ιδιωτικά (δηλαδή, γυναικεία) ζητήματα, σε αντίθεση με τα «γενικά» ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη του αγώνα. Η δημιουργία, οπότε, ενός κέντρου ημερήσιας φροντίδας ή μιας συλλογικής κουζίνας θα μετατοπίσει το ατομικό βάρος μιας γυναίκας σε μια συλλογικότητα… που λειτουργεί από γυναίκες. Αυτό δεν αλλάζει την ισορροπία εξουσίας μεταξύ αντρών/γυναικών περισσότερο απ’ ότι γυναίκες βουλευτές ή ναύαρχοι αλλάζουν τη φύση της άρχουσας τάξης.

Μόνο μια εξέγερση που ξεκινά να αλλάζει την οικογενειακή δομή, το οποίο σημαίνει να απαλλαγεί από την οικογένεια ως τον κοινωνικό πυρήνα, ως την εστία και διαβιβαστή της ατομικής ιδιοκτησίας, θα φέρει τις γυναίκες από την ιδιωτική σφαίρα στο δημόσιο πεδίο.

Αυτό δεν θα γίνει βάζοντας τα παιδιά να μεγαλώσουν υποχρεωτικά σε κοιτώνες. Η κολλεκτιβοποίηση των παιδιών (καθώς και των γυναικών) υπήρξε, και πιθανόν ακόμα είναι, ένα αστικό εφιαλτικό όραμα του κομμουνισμού: η απαλλαγή από την ατομική ιδιοκτησία εξισωνόταν με μια απόλυτη άρνηση του ατόμου. Θα περιγράφαμε μάλλον διστακτικά την κομμουνιστικοποίηση ως τη δημιουργία ενός τρόπου ζωής στον οποίο τα παιδιά θα μπορούν να είναι τόσο τα παιδιά όλων όσο και τα παιδιά των γονιών τους. Δεν έχουμε σχεδιάγραμμα για αυτή την επανάσταση στη γονεϊκή ιδιότητα, η οποία θα επιτευχθεί από κοινού από άντρες και γυναίκες. Ελλείψει αυτής, η επανάσταση σύντομα θα εξαντλήσει την προωστική της δύναμη. Για να παραθέσουμε τη Lucia Sanchez Saornil ξανά, «Οτιδήποτε άλλο θα αποτελούσε απλώς το να δώσουμε στην παλιά γνωστή δουλεία ένα καινούριο όνομα».

*[Σ.τ.Μ]: Δυστοπικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Aldous Huxley.

M. Ackelsberg, Free Women of Spain: Anarchism & the Struggle for the Emancipation of Women, εκδόσεις AK Press.

The question of Feminism, απόσπασμα από το The Woman Question in Our Ranks, αρχικα δημοσιευμένο στην εφημερίδα της CNT, Solidaridad Obrera, τεύχος Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου του 1935, της Lucia Sanchez Saornil (1895-1970, αναρχική, ποιήτρια, φεμινίστρια και λεσβία, συνιδρυτής των Mujeres Libres), http://recollectionbooks.com/

Βλέπε εξέγερση, φύλο

Οικολογία

Δεν είναι ο πόθος των αστών για χρήμα που κάνει τον παραγωγισμό ένα εγγενές χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. Είναι ο ανταγωνισμός των εταιρειών, με την κάθε μία να αποτελεί έναν πόλο συσσωρευμένης αξίας που προσπαθεί να επεκταθεί, ο οποίος οδηγεί στην υπερπαραγωγή κι υπερανάπτυξη. Ομοίως, ο «εξαγωγισμός» αποτελεί μια παρενέργεια -μολονότι σημαντική- της βασικής προσταγής του συστήματος: «Αναπτύξου ή ψόφα».

Από τη NAFTA [Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Βόρειας Αμερικής] (1992) έως τη τρέχουσα υπό συζήτηση TAFTA [Διατλαντική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου], οι κυβερνητικές συμφωνίες έχουν καταφέρει να προστατεύσουν την ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου ενάντια σε κλιματικές πολιτικές περιορισμού του. Οι επιτυχημένες κλιματικές διαπραγματεύσεις στοχεύουν την μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα… οι οποίες προκαλούνται από την απαίτηση των θαλάσσιων, εναέριων κι οδικών μεταφορών για έναν στόλο που ξερνάει διοξείδιο του άνθρακα. Ο Ρούζβελτ είπε ότι ήλπιζε να σώσει τον καπιταλισμό από τον ίδιο του τον εαυτό: η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στην εποχή μας θα αποδειχτεί πολύ δυσκολότερο έργο απ’ ότι υπήρξε η επίτευξη ενός New Deal έναν αιώνα πριν. Οι «προωθητικοί» παράγοντες που δημιουργούν το πρόβλημα βρίσκονται ακόμη σε λειτουργία.

Μόνο παράγωντας και καταναλώνοντας διαφορετικά θα μπορέσουμε να μειώσουμε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στο επίπεδο που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα ελαχιστοποιηθεί η παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας. Όχι λόγω περισσότερο ευαίσθητης προς τον πλανήτη διαχειρίσης: μόνο η ρήξη με την παραγωγικότητα μπορεί να επιφέρει «αποανάπτυξη». Εκμεταλλευόμενη εργασία και «εκμεταλλευόμενος» πλανήτης πάνε πακέτο, και ο τελευταίος εξαρτάται από την πρώτη. Η μοίρα των τροπικών δασών συνδέεται με την ανθρώπινη, δηλαδή προλεταριακή, συνθήκη. Το οικολογικό πρόβλημα δεν σημαίνει να αναπροσαρμόσουμε τον πλανήτη αλλά να άλλαξουμε τους εαυτούς μας. Όλη η καλή θέληση του κόσμου δεν θα είναι ποτέ αρκετή για να γείρει τη ζυγαριά. Η επιτυχία στην μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα δεν θα έρθει από τη θέληση να σώσουμε τη φύση, πόσο μάλλον από μια προθυμία των προλετάριων να σφίξουν τα ζωνάρια τους για χάρη του περιβάλλοντός τους, αλλά μόνο από μια μάχη για τη ριζική αλλαγή της συνθήκης τους μετασχηματίζοντας τη σχέση τους με την παραγωγή. Η παραγωγή (δηλαδή, η παραγωγή αξίας, υπεραξίας) τώρα κυριαρχεί. Ο δρόμος για την έξοδο από την καπιταλιστική οικονομία είναι μια «μη οικονομία» όπου οι παραγωγικές πράξεις και τεχνικές είναι περισσότερα από απλώς παραγωγικές.

Στο παρόν, οι εργάτες ελαστικών θέλουν να συνεχίσει η παραγωγή ελαστικών ώστε να διατηρήσουν τις δουλειές τους, και ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; Οι περισσότεροι χρησιμοποιούμε αυτοκίνητα. Αλλά όταν το τέρας των δρόμων τίθεται επί τάπητος από εργάτες και κατοίκους, εκείνο που πριν ήταν διαχωρισμένο μεταξύ εργασιακών διεκδικήσεων και διαμαρτυριών για την «ανακατάληψη του δρόμου», ξεκινά να συντίθεται σε κάτι που πηγαίνει στη ρίζα του προβλήματος. Από τη στιγμή που το κεφάλαιο είναι κυκλοφορία, χρειάζεται μεταφορές με μειωμένο κόστος, με όλο και περισσότερα τραίνα, πλοία, αεροπλάνα και φορτηγά. Άλλωστε, το μεμονωμένο αμάξι ακόμη αποτελεί την επιτομή της ελευθερίας. Η αυτοκινητοβιομηχανία έχει επεκταθεί από μια εργασιακή διαδικασία σε έναν τρόπο ζωής. Οπότε το ζήτημα του δρόμου ανοίγει στο πως μετακινούμαστε, τι μεταφέρουμε, που και πως ζούμε, όπως αποτυπώθηκε στο [κίνημα] Reclaim the Street [Ανακαταλαμβάνουμε τους Δρόμους] στο Ηνωμένο Βασίλειο τη δεκαετία του 1990. Μέρος αυτού (δράσεις ενάντια σε μηχανήματα κι ιδιοκτησία) συγκρούστηκε άμεσα με το κράτος και το κεφάλαιο. Ωστόσο, ο διαχωρισμός του από μεγαλύτερα ζητήματα επέτρεψε στις δημοκρατικές διαπραγματεύσεις να αντικαταστήσουν το κίνημα.

Η αντίσταση σε νέα αεροδρόμια (Narita τις δεκαετίες 1960-1970, Notre-Dame-des-Landes στη Γαλλία από το 2013), βασισμένη στην ιδέα ενός κοινού πλούτου («αυτός ο χώρος είναι δικός μας»), προκαλεί έναν πόλεμο φθοράς και συνήθως τελειώνει με μια μερική ήττα. Λίγοι εργάτες συμμετέχουν, κι όταν το κάνουν, διαχωρίζονται (και στην πραγματικότητα και στο μυαλό τους) από τη ζωή τους στο γραφείο ή τον χώρο παραγωγής.

Αντιθέτως, η σύγκρουση στη Taranto ILVA [ιταλικό εργοστάσιο χαλυβουργείας στην πόλη Τάραντα] έδειξε τον δρόμο προς μια σύνδεση μεταξύ εργασιακού κι οικολογικού αγώνα, πολλώ δε μάλλον επειδή τμήμα του [αγώνα] αναπτύχθηκε αυτόνομα ενάντια στο κράτος και τα συνδικάτα. Η ILVA, η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χαλυβουργεία (με εργατικό δυναμικό 12.000 ανθρώπων) ήταν μάλλον επίσης ο πιο θανατηφόρος χώρος εργασίας της Ευρώπης, και [μετέτρεψε την Τάραντα στην πιο θανατηφόρα] πόλη της Ευρώπη (με 1.650 σχετικούς θανάτους τον χρόνο, και 15-30% περισσότερους καρκινοπαθείς από την υπόλοιπη Ιταλία). Το 2010, ένα δικαστήριο διέταξε το κλείσιμο του εργαστασίου: αργότερα η εντολή ανατράπηκε, κι έπειτα υλοποιήθηκε εν μέρει. Στην πραγματικότητα, η δυσχέρεια στην υγεία ήταν επίσης οικονομική (δηλαδή, της κερδοφορίας): τα ευρωπαϊκά χαλυβουργεία λέγεται ότι έχουν 30% πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα.

Η δουλειά σου ή η ζωή σου; Χρήμα εναντίον ζωής. Οι τοπικές αρχές και τα συνδικάτα επέλεξαν εκείνο που θεώρησαν ως λιγότερο κακό. Αλλά όταν έλαβε χώρα ένα μεγάλο συλλαληρήριο με κεντρικό σύνθημα «Ας σώσουμε τις θέσεις εργασίας» στις 2 Αυγούστου του 2010, εκατοντάδες ανθρώπων διατάραξαν τη συναίνεση με τραγούδια, αστεία και συνθήματα: μια Επιτροπή Ελεύθερων και Συνειδητοποιημένων Πολιτών και Εργατών ζήτησε το κλείσιμο του εργοστασίου και να πληρώσει η ILVA για τις ανθρώπινες και φυσικές καταστροφές που προκαλεί εδώ και δεκαετίες. Όπως είπε ένα μέλος της επιτροπής: «Παλιά, οι άνθρωποι πηγαίναν στα ποδοσφαιρικά παιχνίδια κι αυτό ήταν όλο. Τώρα βρίσκονται στους δρόμους και μιλάνε μεταξύ τους». Μια ντόπια γυναίκα περιέγραψε «μια δυνητική επανάκτηση της μοίρας μας, αυτή τη φορά από τα κάτω».

Το 2013, ένα ιταλικό δικαστήριο διέταξε το πάγωμα κεφαλαίων της ILVΑ ύψους 8 δισεκατομμυρίων ευρώ, για την αναπλήρωση όσων η ILVA απέτυχε να επενδύσει σε περιβαλλοντικά μέτρα και μέτρα ασφαλείας. Την ώρα που γράφεται το παρόν κείμενο, η Arcelor-Mittal (η μεγαλύτερη μεταλλευτική εταιρεία χάλυβα στον κόσμο) ίσως να αγοράσει την ILVA, παρέχοντας πληρωμές ιταλικού δημόσιου χρήματος για την οικολογική καταστροφή.

Εν τω μεταξύ, η επιτροπή είναι ακόμα ενεργή, αλλά δεν έχει γίνει αρκετά ισχυρή για να επιβάλλει τις λύσεις της. Το 2014 είχε περίπου 30 μόνιμα μέλη και 100 συμπαθούντες. Οι περισσότεροι εργάτες είναι σαστισμένοι.

Το κίνημα για την ILVA θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια ακόμη εργασιακή και περιβαλλοντική αποτυχία κι από τις δυο πλευρές: τάξη κι οικολογία. Οι συμμετέχοντες συνειδητοποίησαν ότι μόνο μια συνολική αλλαγή μπορεί να πετύχει. Πριν μερικά χρόνια, ένας εργάτης, μέλος της Επιτροπής, είπε: «Πάνω απ’ όλα, πρέπει να σκεφτούμε τι θα έρθει μετά την ILVA: τι δραστηριότητες θα αναπτύξουμε, από τι θα ζήσουμε, ίσως να στραφούμε προς τη θάλασσα, να αποκαταστήσουμε τα ερείπια που χρονολογούνται στην Αρχαία Ελλάδα [η Τάραντα υπήρξε στην αρχαιότητα ελληνική αποικία], να αναπλάσουμε την παλιά πόλη… ». Όμως, μια συνολική αλλάγη στη Τάραντα θα σήμαινε πολλά περισσότερα από τη Τάραντα.

Έως τώρα, λίγοι προλεταριακοί αγώνες έχουν αναδείξει το περιβαλλοντικό ζήτημα, και παραμένει ψυχρό σκληρό γεγονός ότι οι οικολογικοί αγώνες απλώς κάνουν τον καπιταλισμό πράσινο, φιλικό για το περιβάλλον. Οι πυρηνικοί σταθμοί ενέργειας συνεχίζουν να υπάρχουν ή, όπως στη Γερμανία, αντικαθίστανται από τα λεγόμενα καθάρα εργοστάσια καύσης άνθρακα. Η παγκόσμια οικονομία χρειάζεται περισσότερη ενέργεια, όχι λιγότερη, κι η πράσινη ανάπτυξη πηγαίνει χέρι-χέρι με τις χοντρές δουλειές.

Θα ήταν αυταπάτη να πιστέψουμε ότι τα περιβαλλοντικά ζητήματα είναι περισσότερο περιεκτικά από τους εργασιακούς αγώνες επειδή οι επικείμενες καταστροφές μας αφορούν όλους. Η εγγύτητα μιας καταστροφής δεν σημαίνει ότι δισεκατομμύρια ανθρώπων θα κάνουν κάτι γι’ αυτή. Παρόλα τα αμέτρητα παραδείγματα εύθυμης ή/και βίαιης αντίστασης στην υποβάθμιση του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος, η αλλαγή ζωτικής σημασίας μπορεί να συμβεί μόνο όταν η πρόκληση γίνεται κάτι περισσότερο από έναν μονοθεματικό αγώνα, όταν το οικολογικό επεκτείνεται στο κοινωνικό, συνδέοντας τη ρύπανση με τη βιομηχανία, τη βιομηχανία με τον κερδοσκοπισμό, τον κερδοσκοπισμό με την εργασία, την εργασία με τη σχέση κεφαλαίου/εργασίας, και τη τάξη με την κρατική εξουσία. Αυτό θέτει το διακύβευμα σε ένα πιθανό οριακό σημείο: η εξέγερση δεν αντιπαλεύει πλέον απλώς την αστυνομία, δημιουργεί επίσης νέες κοινωνικές σχέσεις και νέες σχέσεις παραγωγής.

Η κομμουνιστικοποίηση είναι η μόνη οδός προς την αποανάπτυξη. Οι εργάτες θα σταματήσουν να δουλεύουν σε μέρη που είναι επικίνδυνα γι’ αυτούς κι επιβλαβή για το περιβάλλον. Τότε, το ερώτημα γίνεται τι να κάνουμε. Για παράδειγμα, η «αγροοικολογία» είναι ανέφικτη όσο κυριαρχεί η βιομηχανία μεταποίησης αγροτικών προϊόντων. Στις μέρες μας, οι ανδαλουσιανές μεγαφάρμες κατασκευάζουν βιολογικά ντοματίνια, βασίζονται σε υπερεκμετάλλευση της εργασίας, σπαταλάνε παρτίδες εισροών κι ύστερα στέλνουν το προϊόν οποιαδήποτε μέρα του χρόνου σε φινλανδικά ή πολωνικά σούπερ μάρκετ. Μόνο μη παραγωγιστικές ολιστικές τεχνικές απομακρύνουν το διοξείδιο του άνθρακα από το χώμα και χρησιμοποιούν λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα για τις μεταφορές.

Αμαντέο Μπορντίγκα, The Human Species & the Earth’s Crust, 1952.

«Auto Struggles: The Developing War against the Road Monster», Aufheben # 3, 1994, μπορεί να βρεθεί στο link
http://libcom.org/library/auto-struggles-aufheben-3
Διαδικτυακή σελίδα Struggles in Italy [Αγώνες στην Ιταλία].

H. Rogers, Green Gone Wrong: How Our Economy is Undermining the Environmental Revolution, εκδόσεις Scribner.

N. Klein, This Changes Everything: Capitalism vs. The Climate, εκδόσεις Simon & Schuster.

Βλέπε δουλειά, εξέγερση, μη οικονομία, χρόνος

Πολιτική

Η κομμουνιστικοποιητική διαδικασία με την οποία οι προλετάριοι παίρνουν τις ζωές τους στα χέρια τους είναι τόσο αυθόρμητη όσο και οργανωμένη σε σώματα, συμβούλια, συλλογικότητες, κύκλους, μονάδες… γνωρίζοντας ότι κανένα πρόβλημα δεν λύνεται εξαλείφοντας υποτιμητικές λέξεις, όπως οι θεσμοί.

Οργάνωση σημαίνει περισσότερα από την παντοδύναμη γενική συνάντηση (η οποία δεν μπορεί να συνεχίζεται μόνιμα, αλλιώς οι συμμετέχοντες δεν θα έκαναν τίποτα άλλο), και περισσότερα από ένα ad hoc σώμα (δημιουργημένο απλώς για ένα μεμωνομένο έργο). Οποιαδήποτε οργάνωση υπάρξει πρέπει να δώσει στον εαυτό της ένα ελάχιστο πάγιων μορφών και να προβλέπει κάποια διανομή εργασιών. Δεν θα κάνουν όλοι τα πάντα ταυτοχρόνως, αλλά όλοι αναμένεται να είναι ικανοί να κάνουν κάτι κάποια στιγμή, από το να σκουπίσουν το πάτωμα έως το να μιλήσουν δημοσίως.

Κανένας κανόνας συμπεριφοράς, κανένας υποκανονισμός δεν θα υπάρξει ποτέ τέλειος προστάτης ενάντια στη «θεσμοποίηση»: η πιο δημοκρατική οργάνωση μπορεί να γίνει ανεξάρτητη από το υπόλοιπο κίνημα, να διαιωνιστεί, και ακόμη και να επιβιώσει τον θάνατο της επανάστασης.

Στην Ισπανία, τον Ιούλιο του 1936, η εργατική εξέγερση νίκησε το στρατιωτικό πραξικόπημα σε περισσότερη από τη μισή χώρα. Η προλεταριακή αυτονομία είχε επιτευχθεί μέσω της ένοπλης δράσης: τώρα μπορούσε να παγιωθεί μόνο με περαιτέρω δράση, αυτή τη φορά ενάντια στους αστούς και το κράτος, μέσω μιας αποφασιστικής ρήξης με το κεφάλαιο και την μισθωτή εργασία. Αυτό δεν συνέβει. Παρότι υπήρξαν πολλές αλλαγές, δεν έτεμναν βαθιά το κοινωνικό υλικό.

Το αποτέλεσμα υπήρξε μια αργή απώλεια της προλεταριακής αυτονομίας. Τις ακόλουθες εβδομάδες, το κύριο σώμα που οι εργάτες της Βαρκελώνης έφτιαξαν (ή αποδέχτηκαν: η διαδικασία είναι διαφορετική, το αποτέλεσμα παρόμοιο) ήταν μια Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών, η οποία περιελάμβανε αντιπροσώπους των CNT, FAI, UGT (σοσιαλιστικό συνδικάτο), POUM, PSUC (προϊόν της πρόσφατης συγχώνευσης του CP και των σοσιαλιστών στην Καταλονία), κι εκπροσώπους από την περιφερειακή κυβέρνηση της Καταλονίας. Αυτή η δομή υπηρέτησε ως μια γέφυρα μεταξύ του εργατικού κινήματος και των αστικών πολιτικών δυνάμεων, στον βαθμό που περιέλαβε το κράτος, ονομαστικά τον Καταλανό κομμισάριο δημόσιας τάξης. Οι εργάτες νόμιζαν ότι κέρδισαν ένα βήμα στην πολιτική εξουσία όταν στην πραγματικότητα άφησαν εντός τους τον εχθρό. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η Κεντρική Επιτροπή Πολιτοφυλακών άρχισε γρήγορα να ξεφτίζει.

Η κατάπνιξη της επαναστατικής ορμής πήρε μήνες μέχρι τελικά να ολοκληρωθεί τον Μάιο του 1937, αλλά πήγαζε στο καλοκαίρι του 1936. Όταν τα κομμουνιστικά μέτρα αφέθηκαν στην άκρη για αργότερα, η πολιτική κατέλαβε το πεδίο κι εγκατέστησε μέτρα απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών. Η CNT και το POUM έδρασαν ως αποσβεστήρες μεταξύ των μαζών και των αστών, κι όταν αυτό τελείωσε, το CP τελικά πήρε τον έλεγχο και το κράτος πάταξε τους διαφωνούντες.

Η πολιτική λειτουργεί ως υδατοφράχτης, ένα κοινωνικά στενό έδαφος όπου η κοινωνική διαίρεση εξουδετερώνεται, ώστε όλες οι τάξεις υποθετικά να συνεργαστούν για τη λειτουργία της κοινωνίας. Από την αρχαία Ελλάδα έως τις πρώτες γενικές εκλογές στην μεταποικιακή Ινδία κι έως το τέλος των γραφειοκρατικών καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, η δημοκρατία είναι μια πολυεπίπεδη μορφή, προσαρμόσιμη σε μια ευρεία ποικιλία καταστάσεων όπου κοινωνικές ομάδες πρέπει να διαπραγματευτούν κι ο λαός πρέπει να ξεσπάσει. Οι πολιτικοί διεξάγουν πόλεμο με λέξεις αντί ξίφων, αλλά η αστυνομία και τα ξίφη του στρατού βρίσκονται πάντα στο βάθος κι η παρουσία τους είναι αρκετή για να θέσει εμπόδια, και αν χρειαστεί να συντρίψει την εξέγερση και να τη καθυποτάξει. Τον 21ο αιώνα, η δημοκρατία συνεχίζει την πορεία της και θα προσπαθήσει να διοχετεύσει την μετασχηματιστική ενέργεια σε διαβουλεύσεις και θεσμούς.

Η κομμουνιστικοποίηση μπορεί να πραγματωθεί μόνο από τους ίδιους τους προλετάριους, αλλά πως θα επιτύχουν την αυτοοργάνωση; Το πως αποφασίζουμε τι να κάνουμε εξαρτάται από το τι κάνουμε. Η συλλογική τελειοποίηση των συνθηκών μας παραγωγής αποτελεί μια συνθήκη τελειοποίησης της γενικής εξέλιξης της κοινωνίας. Είναι εμφανές ότι ένας σταθμός πυρηνικής ενέργειας δεν μπορεί να διαχειριστεί κοινοτικά. Και τι γίνεται με τη σύγχρονη βιομηχανία; Ένας εργάτης στο εργοστάσιο της ILVA Taranto έλεγε: «Βρίσκομαι εδώ επί 15 χρόνια, ακόμη δεν καταλαβαίνω τίποτα για το τι συμβαίνει, [το εργοστάσιο] παραείναι τεράστιο». Πολλές εργασίες εκτελούνται από υπολογιστές με τους εργάτες να κοιτάνε τις οθόνες: η αποσύνδεσή τους από την λειτουργική διαδικασία έκανε δυσνόητο τον τρόπο παρασκευής του ατσαλιού.

Η κομμουνιστικοποίηση δεν θα στοχεύει στη δημιουργία μιας παγκόσμιας κυβέρνησης. Η ίδρυση ενός κοινοβουλίου της Γης, το Παγκόσμιο Συνέδριο Φαλάγγων του Fourier, ένα παγκόσμιο εργατικό συμβούλιο ή μια ομοσπονδία κομμούνων θα αποτελούσε μια από τα κάτω προς το πάνω κοινωνική μηχανική.

Η σχέση παγκόσμιου/τοπικού πρέπει να επανεξεταστεί. Φυσικά, η κομμουνιστικοποίηση δεν θα μπορέσει ποτέ να πετύχει ως μια απλή πρόσθεση μεμονωμένων περιοχών. Αλλά θα αναπτυχθεί από μια αλληλουχία αλυσιδωτών κι οριακών αντιδράσεων. Το κλειδί είναι να κατέστει ικανή να ξεκινήσει κι αναπτυχθεί τοπικά, όχι στην αρχή [principle] της αυτάρκειας, αλλά αυτής του μέγιστου δυνατού αυτοελέγχου των πρωτοβουλιών από τους ανθρώπους που εμπλέκονται. Για να γίνουμε συγκεκριμένοι, ο στόχος δεν είναι να τρώμε μόνο ότι παράγουμε, αλλά να σταματήσουμε να εξαρτώμαστε σε μια μεγαμηχανή για να επιβιώσουμε. Η κομμουνιστικοποίηση θα επιτύχει αποδεικνύοντας την ικανότητά της να βελτιώσει την ύπαρξη των προλετάριων εδώ και τώρα, όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον όταν όλες οι συνθήκες του κομμουνισμού θα εκπληρωθούν. Διαφορετικά, οι άνθρωποι θα στραφούν ενάντια στην επανάσταση, μερικοί ενεργά, οι περισσότεροι παθητικά.

Τα πρώιμα γραπτά του Μαρξ εισήγαγαν μια κριτική της πρωτίστως πολιτικής επανάστασης. [Ο Μαρξ] αμφισβήτησε επίσης τη δημοκρατία ως τη συνθήκη της πραγματικής χειραφέτησης, και μας άφησε με μια μεγάλη κι ακόμη ανεκμετάλλευτη πηγή έμπνευσης. Αυτή η γραμμή διερεύνησης αργότερα παραμερίστηκε ή παραμελήθηκε, ακόμη κι από τον ίδιο τον Μαρξ. Η κομμουνιστικοποίηση θα επανασυνδεθεί πρακτικά με αυτή. Οι κομμουνιστικοποιοί θα είναι καταδικασμένοι [να αποτύχουν] αν περιμένουν μια ανάδυση επαρκούς δημόσιας διοίκησης και διαδικασιών λήψης αποφάσεων πριν εφαρμόσουν αλλαγές.

J. Keane, The Life & Death of Democracy, εκδόσεις Simon & Schuster.

Καρλ Μαρξ, Το Εβραϊκό Ζήτημα, εκδόσεις Δρόμων.

Καρλ Μαρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, εκδόσεις Παπαζήσης.

Βλέπε εξέγερση, καθημερινή ζωή, Καρλ (Μαρξ), μη οικονομία, χρήμα

Συσκότιση

Σε ανήσυχους καιρούς, όταν το αδύνατο ξαφνικά φαντάζει δυνατό, οι ριζοσπαστικές επιλογές συνυπάρχουν με τις ρεφορμιστικές, και η μεταξύ τους διάκριση δεν είναι εμφανείς. Η κομμουνιστικοποίηση θα αντιμετωπίσει την αντιδραστική δύναμη του «εναλλακτισμού»: την αντικατάσταση της κοινωνικής κανονικότητας με εναλλακτικές μορφές ζωής ή τρόπων ζωής. Για παράδειγμα, δεκάδες σχήματα χωρίς χρήμα θα εφαρμοστούν και θα αλλάξουν πολλά, αλλά θα αφήσουν [αναλλοίωτο] το ουσιώδες: την αξία ως τον κυβερνών κοινωνικό μηχανισμό.

Ένας εκ των επιφανών συσκοτιστών ήδη λειτουργεί: η πολυσχιδής θεωρία των κοινών.

Η κεντρική της αρχή έχει να κάνει με την ακτημοσύνη και την επανοικειοποίηση.

Η κριτική των θεωρητικών των κοινών επί της παγκοσμιοποιημένης ιδιωτικοποίησης αναπαριστά τον σύγχρονο καπιταλισμό ως μια σύγχρονη πλανητική εκδοχή των περιφράξεων που αποτελούσαν μια συνθήκη της ανόδου του καπιταλιστικού συστήματος. Εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι αποκόβονται από τα μέσα ύπαρξής τους, πετιούνται απένταροι στον κόσμο του χρήματος κι εξωθούνται σε επισφαλή και χαμηλόμισθη μισθωτή εργασία. Σχετικά αληθές ιστορικώς. Μόνο που η θεωρία των κοινών μετατρέπει τη συνθήκη σε ορισμό: υποβιβάζει το κεφάλαιο σε στέρηση, και λογικά η επίλυσή του είναι η δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς ιδιοκτησία ανακτώντας αυτά που ήταν δικά μας. Ή που είναι ήδη δικά μας: οι υψηλής τεχνολογίας θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών λέγεται να είναι εικονικώς αμοιβαία και συνεργαστικά διαχειρίσιμες, και στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές πολλοί άνθρωποι λέγεται να έχουν διατηρήσει αλληλέγγυες και κοινοτικές αξίες και συνήθειες. Ο καπιταλισμός θεωρείται ως μια έλλειψη ατομικού και συλλογικού ελέγχου επί των εαυτών μας, οπότε ας ανακτήσουμε τον έλεγχο.

Στη Νέα Υόρκη, ας επεκτείνουμε τον open-source* ακτιβισμό σε μια πλήρη μη κερδοσκοπική οικονομία μοιράσματος και συγκερασμού. Στις Άνδεις, ας αναπτύξουμε τις αυτοσυντηρούμενες μονάδες συγγένειας της ayllu** με τις συνήθειες της αμοιβαίας υποχρέωσης.

Ο αυτασφαλιζόμενος κοχλίας αυτής της θεωρίας είναι η ιδέα ότι η σύγχρονη κοινωνία περιέχει ένα «κοινό», έναν κοινωνικό πλούτο, μια κοινή πρακτική: αν απελευθερώσουμε αυτό το «κοινωνικό» στοιχείο, θα απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας.

Αυτή η εννοιολόγηση παρερμηνεύει τους τρέχοντες αγώνες ως μια μάχη για την νεκρανάσταση παλαιότερων κοινοτικών δεσμών ή την επέκταση των ήδη υπάρχοντων. Όμως, όταν οι Λατινοαμερικάνοι κάτοικοι μιας φτωχής γειτονιάς κινητοποιούνται ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της γης, ίσως να βασίζονται σε παλιούς κοινοτικούς δεσμούς, αλλά δρουν ως προλετάριοι που εκδιώχτηκαν από την ύπαιθρο και στερήθηκαν τα μέσα επιβίωσής τους. Τώρα αντιστέκονται στο κεφάλαιο, δεν υπερασπίζονται παρελθοντικούς ή επαναδυόμενους τρόπους ζωής.

Στον βαθμό που είναι πρόθυμη να παραδεχτεί την εκμετάλλευση ως το γεγονός του να τίθεσαι εξαναγκαστικά στην εργασία από έναν αστό ώστε να βγάλει κέρδος, η θεωρία των κοινών αντιμετωπίζει την εκμετάλλευση ως ένα επίπεδο, μεταξύ πολλών, αποδυνάμωσης και περιορισμού. Ο λευκός μισθωτός εργάτης είναι εκμεταλλευόμενος από το αφεντικό του, το αφεντικό από τον τραπεζίτη, η γυναίκα τραπεζίτης από τον σύζυγό της, ο άρρωστος σύζυγος από την ιατρική εξουσία, ο έγχρωμος διευθυντής της κλινικής δέχεται διακρίσεις στον δρόμο από έναν ρατσιστή μισθωτό εργάτη· ένας ατέλειωτος κύκλος κυριαρχίας. Οι έννοιες της τάξης και του κεφαλαίου έχουν μεγενθυνθεί τόσο που έγιναν τώρα κενές νοήματος. Ο καπιταλισμός δεν αναφέρεται ποτέ ως τίποτα άλλο παρά ως ένα μεγάλο σύστημα απαλλοτρίωσης ενάντια στο οποίο πρέπει να ανακτήσουμε αυτό που κάποτε ήταν δικό μας ή αυτό που παράγουμε τώρα κοινοτικά και συνεργατικά.

Ενώ η παραδοσιακή πολιτική μεταρρύθμιση έχει χάσει της αξιοπιστία της, η θεωρία των κοινών εκμεταλλεύεται την επιθυμία μας για κοινωνική αλλαγή στη βάση [grassroots], κι η ελκυστικότητά της προέρχεται από την ικανότητά της να αντηχεί αποτελεσματικούς αποσπασματικούς μετασχηματισμούς παγκοσμίως. Παρουσιάζει το -πλέον αναπόφευκτο- όριο της αλλαγής ως τον απόλυτο στόχο της αλλαγής. Οι θεωρητικοί των κοινών είναι δημοφιλείς επειδή χρωματίζουν την μεταρρύθμιση με επαναστατικά χρώματα: οι άνθρωποι στρέφονται στην περισσότερο ευχάριστη εκδοχή της κοινωνικής αλλαγής, την περισσότερο συντονισμένη με την αυταπάτη μιας δύναμης εντός του κεφαλαίου αλλά κάπως ανέγγιχτη απ’ αυτό, μια δύναμη που θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να λάβει τον έλεγχο. Η θεωρία των κοινών είναι ο εύκολος κομμουνισμός: δεν είναι το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού ακτήμονες κι έτοιμοι να δράσουν; Η ασφάλεια μέσα στο πλήθος. Ο παλιός σοσιαλισμός δεν είναι πλέον της μόδας με την ύφεση του δυτικού εργατικού κινήματος, αλλά ο ρεφορμισμός νέου τύπου προωθεί επίσης σταδιακά βήματα προς έναν καλύτερο κόσμο, παρομοίως με την γκραμσιανή στρατηγική της διάχυσης της κοινωνίας των πολιτών.

Σε καιρούς εξέγερσης, τέτοιες απόψεις θα υπάρξουν ελκυστικές επειδή θα εμφανιστούν ως πρακτικές και κοινοτικές DIY επιλογές, και φαίνεται να προσφέρουν έναν απτό μοχλό δράσης, χωρίς έλλειψη λογικών εναλλακτικών προτάσεων.

*[Σ.τ.Μ.]: Open source [ανοικτού κώδικα] λέγονται τα λογισμικά που ο κώδικάς τους είναι ελεύθερα προσβάσιμος ώστε να μπορεί ο καθένας να τον επεξεργαστεί σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες κι επιθυμίες, φέρνοντας το πρόγραμμα στα μέτρα του. Να σημειώσουμε ότι «ελεύθερα προσβάσιμος» δεν σημαίνει απαραίτητα και δωρεάν – σε κάποιες περιπτώσεις το λογισμικό παρέχεται δωρεάν, σε άλλες είναι κανονικό εμπόρευμα. Και στις περιπτώσεις όμως που το λογισμικό πωλείται κανονικά στην αγορά, πάλι ο χρήστης που το αγόρασε έχει ελεύθερη πρόσβαση στον κώδικά του ώστε να μπορέσει να το τροποποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμεί. Έτσι, θεωρείτε ότι σπάνε οι παραδοσιακοί ρόλοι παραγωγού και καταναλωτή, καθώς ο καταναλωτής μπορεί να συμμετάσχει ισότιμα στην παραγωγή του λογισμικού τροποποιώντας το, και κυκλοφορώντας ελεύθερα το νέο τελικό αποτέλεσμα – αν και αυτό το τελευταίο δεν ισχύει πάντα, υπάρχουν αρκετά διαφορετικά συμβόλαια μερικής πνευματικής ιδιοκτησίας (τα λεγόμενα τύπου copyleft), και τα περιθώρια συνήθως στενεύουν όταν πρόκειται για λογισμικό ανοικτού κώδικα το οποίο αποτελεί εμπόρευμα.

**[Σ.τ.Μ.]: Κοινότητες αυτόχθονων Ινδιάνων, οι οποίες προϋπήρχαν της αυτοκρατορίας των Ίνκας και επιβιώνουν έως και σήμερα, ιδίως σε ινδιάνικες φυλές στο Περού και τη Βολιβία. Πρόκειται για κοινότητες βασισμένες σε οικογενειακούς δεσμούς, αν και μπορεί να εισέλθουν σε αυτή άτομα που δεν αποτελούν μέλη της φατριάς. Οι ayllus είναι δικτυώμενες μεταξύ τους, και έχουν έως και κεντρικό σώμα λήψης αποφάσεων, με ηγετική θέση αυτή του Apu Mallku [Μεγάλου Κόνδορα], η οποία θέση θα μπορούσε να παραλληλιστεί με αυτή του βασιλιά.

D. Bollier, Think Like a Commoner: A Short Introduction to the Life of the Commons, εκδόσεις New Society Publishers.

Wildcat, σειρά Commons, Common Wealth, Commonism, http://wildcat-www.de

Βλέπε επανάσταση, καθημερινή ζωή, Zomias

Τάξη

Παρόλο που η συζήτηση περί «τάξης» συχνά εξισώνεται με έναν δείκτη ριζοσπαστισμού, η εστίαση στην ταξική πάλη δεν αποτελεί ένα συγκεκριμένο δόγμα αποκλειστικό στην κομμουνιστική θεωρία:

«[Π]ολύ καιρό πριν από εμένα, οι αστοί ιστορικοί είχαν περιγράψει την ιστορική εξέλιξη της ταξικής πάλης», και «αυτό που έκανα και ήτανε καινούριο» ήταν να αποδείξω το πως αυτή οδηγεί «στην κατάργηση όλων των τάξεων» (Μαρξ).

Η τάξη αποτελεί μια ομάδα που ορίζεται από τα συγκεκριμένα της συμφέροντα σε σχέση με, ή ενάντια σε, μια άλλη ομάδα. Δεν αποτελεί ζήτημα χειρωνακτικής εργασίας ούτε φτώχειας, αλλά ιδιοκτησίας. Όχι μόνο νομικής ιδιοκτησίας: εκείνο που έχει σημασία είναι το ποιος διαχειρίζεται την κοινωνία, και πρώτα απ’ όλα την παραγωγική υλική της βάση. Ούτε είναι η ιδιοκτησία αναγκαία ατομική: στην ΕΣΣΔ, η ρωσική γραφειοκρατική ελίτ έλεγχε συλλογικά την οικονομία και το κράτος. Ωστόσο, η ιδιοκτησία ήταν ατομική με την έννοια ότι η συντριπτική πλειοψηφία στερούνταν οποιασδήποτε εκφοράς λόγου επί της λειτουργίας της κοινωνίας. Οι σημερινοί αστοί ελέγχουν τα μέσα παραγωγής τόσο όσο και το 1848, κι οι σημερινοί προλετάριοι είναι εξίσου ακτήμονες (παρότι συνήθως δεν στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων) με το 1848. Ο αστός είναι εκείνος που μπορεί να προσλάβει άλλους ανθρώπους, να τους βάλει να δουλέψουν, κι οπότε να βγάλει κέρδος απ’ αυτούς.

Αυτό συνεπάγεται ένα ανήκειν, μια ικανότητα της ομάδας να αυτοπροσδιοριστεί μέσω μιας αναμέτρησης «Εμείς εναντίον Αυτών». Δεν συνεπάγεται όμως ότι οι προλετάριοι έρχονται αντιμέτωποι με τους αστούς ώστε να ξεφορτωθούν τη διαίρεση εργασίας/κεφαλαίου: τις περισσότερες φορές, η εργασία αγωνίζεται διεκδικώντας ένα μεγαλύτερο μερίδιο του κοινωνικού πλούτου. Οι προλετάριοι δεν είναι κατ’ ουσίαν επαναστατικοί. Μόνο οι πρακτικές που εκκινούν να φτάσουν στη ρίζα της κοινωνικής διαίρεσης ανοίγουν κομμουνιστικές προοπτικές. Μια βασική συνθήκη είναι η αντιπαράθεση να ξεπεράσει τον χώρο εργασίας. Τότε νέα ζητήματα μπορούν να εγερθούν: τι γίνεται με τις άλλες κοινωνικές ομάδες; Με την αστυνομία και τον στρατό; Με τη σχέση αντρών/γυναικών; Με τους απασχολούμενους και τους ανέργους; Τους εργάτες και τους πλιατσικολόγους; Τους άστεγους και τους ενοικιαστές;

Όταν η αστυνομία της Ντάκα εισέβαλε στις παραγκουπόλεις, αυτό οδήγησε σε μια ευρύτερη κοινότητα: οι απεργοί μετατράπηκαν σε εξεγερμένους. Τα τελευταία δέκα χρόνια, δεκάδες εργοστάσια έχουν καεί ολοσχερώς στο Μπανγκλαντές. Όταν οι προλετάριοι καταστρέφουν τα ίδια τα μέσα βιοπορισμού τους, αρχίζουν να δρουν ενάντια στην ίδια τους την ύπαρξη ως προλετάριοι. Αυτό δεν έγινε από έναν έξαλλο όχλο αλλά από μια συντονισμένη μάζα. Μερικές ομάδες μπλόκαραν τον δρόμο ώστε οι πυροσβέστες να μην μπορούν να σβήσουν τις φωτιές, ενώ άλλοι επιτίθονταν σε μια επιχειρηματική περιοχή. Τότε είναι που τα όρια είναι περισσότερο πιθανόν να σπάσουν.

Σε μια πολύ διαφορετική κατάσταση, οι εξεγερμένοι στο Λονδίνο το 2011 προέρχονταν από ένα ευρύ φάσμα εθνικών υποβάθρων. Τα μήντια υπερτόνισαν το γεγονός ότι η πυρπόληση μιας έκθεσης χαλιών κατέστρεψε τριάντα διαμερίσματα στα οποία διέμεναν φτωχοί ενοικιαστές. Ο νόμος κι η τάξη πάντα θα συγχέουν τις οδομαχίες με την μηδενιστική βία και θα προσπαθούν να διαχωρίσουν τους καλούς (τους επάξιους μισθωτούς) από τους κακούς (τον ανάξιο όχλο). Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σ’ αυτό διαγράφοντας μια δική μας «ριζοσπαστική» διαχωριστική γραμμή μεταξύ θετικής αντιμπατσικής ρήψης πετρών κι απαράδεκτης καταστροφής καταστημάτων ή απαλλοτριώσεων ειδών πολυτελείας, μεταξύ πραγματικών προλετάριων και μιας απλώς καταστροφικής υποδιέστερης τάξης. Ας αφήσουμε τους πολιτικούς να αποδοκιμάσουν τους τζαμπατζήδες της κοινωνικής πρόνοιας και τους κοινωνιολόγους να συνδιαλέγονται για την εργατική τάξη σε αντίθεση με την κατώτερη τάξη. Εμείς δεν ψάχνουμε για το «πραγματικό» προλεταριάτο. Είναι καλύτερο να διερωτώμαστε γιατί τμήματα των προλετάριων απορρίπτουν μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας που έχουν αποτύχει να επιφέρουν πραγματικές αλλαγές στη ζωή της κατώτερης τάξης. Οι ταραχές ανακόπτουν τη συνηθισμένη κοινωνικοποίηση και προκαλούν μια ποικιλία συμπεριφορών, εκθέσεων αλληλεγγύης καθώς και «αντικοινωνικών» στάσεων. Μόνο οι κομμουνιστικές εξεγέρσεις θα σταθούν ικανές να επανακοινωνικοποιήσουν τους συμμετέχοντές τους και να χτίσουν ένα νέο τύπο κοινότητας. Αυτό το ερώτημα τίθεται επί της θεωρίας για περισσότερο από έναν αιώνα:

«[…] μια απλή γενική απεργία από μόνη της έχει πάψει να παίζει τον ρόλο που είχε κάποτε. Τώρα τίποτα πέρα από μια γενική εξέγερση στους δρόμους δεν μπορεί να επιφέρει μια απάντηση» (Ρόζα Λούξεμπουργκ).

Κάθε σημαντικό ιστορικό κίνημα γεννιέται μέσα από κοινωνικές σχέσεις (πρώτα απ’ όλα από σχέσεις παραγωγής, οπότε στη σημερινή κοινωνία, ταξικές σχέσεις), χτίζει επί αυτών και διακινδυνεύει να αυτοπεριοριστεί σε αυτές.

Η τάξη είναι ένα όπλο, είναι ένα όριο, κι οι προλετάριοι δεν μπορούν να αποφύγουν αυτή την αντίφαση: η επανάσταση είναι η ώρα που διευθετούν τους λογαριασμούς τους με τους αστούς, αλλά επίσης και με τους εαυτούς τους.

«Το προλεταριάτο εκινά, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, ως εκείνοι οι οποίοι ατομικά δεν έχουν τίποτα να χάσουν πέρα από τις αλυσίδες τους, και γινόνται εκείνοι οι οποίοι έχουν συλλογικά αυτή την ύπαρξη. Αυτή η τάξη είναι ζήτημα “συνθηκών ζωής” κι όχι “ταυτοποίησης”» (Kill the Ism).

Καρλ Μαρξ, Letter to J. Weydemeyer, 5 Μαρτίου 1852.

R. Marriott, Tailoring to Needs: Garment Worker Struggles in Bangladesh, 2010, ιστοσελίδα Insurgent Notes.

Wildcat, Detest & Survive, Self-Deregulation & Asset Reallocation in the UK, Αύγουστος 2011, libcom.org

Ρόζα Λούξεμπουργκ, Letter to L. and K. Kautsky, 2 Ιανουαρίου 1906, παρατίθεται στο J. P. Nettl, Rosa Luxemburg, εκδόσεις Schocken Books.

Blog Kill the Ism anti-publicity for the modern era, 1 Φεβρουαρίου 2014.

Βλέπε δραπέτες φυλακών, εξέγερση, Καρλ (Μαρξ), χειρωνάκτης εργάτης

Τζόττο

Ο Όργουελ έγραψε μια δηκτική κριτική της «νωθρότητας και ασάφειας» του πολιτικού λόγου, της «εωλότητας των εικόνων» του πολιτικού λόγου και της «έλλειψης ακρίβειάς» του: «Η ορθοδοξία, οποιουδήποτε χρώματος, φαίνεται να απαιτεί ένα άψυχο, μιμητικό στυλ». Σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, τα δεινά του προλεταριάτου συμπληρώνονται από τη φτώχεια της γλώσσας. Αυτή η εξαθλίωση δεν είναι απόλυτη (η ροή λέξεων είναι συγκλονιστική, σχεδόν 200 δισεκατομμύρια e-mail την ημέρα), αλλά σχετική (με όρους μορφής και περιεχομένου, με την άνοδο των Globish*, των γραπτών μηνυμάτων και της δύσκαμπτης διοικητικής αργκό).

Σε αντίθεση, οι αντιρρησίες κι οι εξεγερμένοι εμμένουν να μιλούν για τον εαυτό τους, το οποίο απαιτεί μια επανοικειοποίηση των λέξεων και μια εφευρετική γλώσσα. Αντί να περιοριστούν στο πίσω μέρος ενός φακέλου ή σε μια οθόνης ενός laptop, η ποιητική δημιουργικότητα διαχέεται στον προφορικό λόγο, τα φυλλάδια, τα γραπτά μηνύματα, τις αφίσες, τις εφημερίδες… Η πνευματική οξύτητα κι η γλωσσική σαφήνεια πηγαίνουν πακέτο.

Τούτου λεχθέντος, οι εξεγερτικές στιγμές είναι επίσης γόνιμο έδαφος για στερεοτυπικά ρομαντικά ιδιώματα κι εικόνες, με τον κίνδυνο ο πληθωρισμός των λέξεων να μετατραπεί σε κούφιες και παραφουσκωμένες κουβέντες. Τίποτα δεν αντηχεί πια μέσω των λέξεων. Η γλώσσα γονάτισε.

Η υποχώρηση της επανάστασης πάει πακέτο με τη λειτουργία της έκφρασης ως υποκατάστατο της δράσης, με ένα διττό αποτέλεσμα. Από τα κάτω, λαϊκή τέχνη κι απλοϊκή απεικόνιση του λαού και των αρχετυπικών εχθρών του (οι αστοί είναι πάντα χοντροί). Από τα πάνω, προπαγανδιστική έπαρση: επιβλητικοί εκπαιδευτικοί πίνακες ζωγραφικής για τη γαλλική επανάσταση, μετα-1917 ρωσικές αγκιτπρόπ αφίσες, μεξικανικές τοιχογραφίες της δεκαετίας του 1930. Όταν το κοινωνικό κίνημα αποτυγχάνει να αλλάξει τον τρόπο ζωής χάνει την αυτονομία του, οπότε και τη γλώσσα του, η οποία αργά ή γρήγορα ανακτάται από τους ειδικούς.

Αφετέρου, σε προηγούμενες επαναστάσεις, ένας αριθμός στοχαστών, φραξιών κι ηγετών εναντιώθηκαν στη τέχνη, την οποία αντιλήφθηκαν ως αντικοινωνική και διαβρωτική. Ο Ρουσσώ θα προτιμούσε οι ντόπιοι να οργανώσουν ένα πανηγύρι στο χωριό από το να δουν μια θεατρική παράσταση. Δεν ήταν ο μόνος που θεωρούσε ότι οι απλές απολαύσεις του λαού αποτυπώνουν και διατηρούν τις αρετές της κοινότητας των από τα κάτω. Η ηθικολογία είναι ένα βέβαιο σημάδι ότι η επανάσταση αποσύρεται προς το εσωτερικό της και πεθαίνει.

Οι αρχές του 20ού αιώνα είδαν την ανάδυση μιας αυτοκριτικής της τέχνης. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι το Fountain του Ντυσάν («προκατασκευασμένο» από ένα ουροδοχείο) κι ο πίνακας ζωγραφικής White on White του Μαλέβιτς εμφανίστηκαν το 1917 και 1918 αντιστοίχως. Φαίνονταν να δίνουν υπόσταση στον ισχυρισμό ότι, ως κοινωνική σχέση, «Η τέχνη είναι νεκρή». Το πρόγραμμα των Γερμανών Ντανταϊστών του 1919 ζητούσε «την εισαγωγή της προοδευτικής ανεργίας μέσω της περιεκτικής μηχανοποίησης του κάθε πεδίου δραστηριότητας. Μόνο μέσω της ανεργίας γίνεται δυνατό για το άτομο να επιτύχει τη βεβαιότητα ως την αλήθεια της ζωής και τελικά να συνηθίσει το βίωμα […]».

Οι αβάν-γκαρντ καλλιτέχνες αναγνώρισαν ένα ζήτημα που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους. Στη Ρωσία πήραν το μέρος του κόμματος των μπολσεβίκων. Η αποτυχία του «κομμουνιστικού φουτουρισμού» κινήθηκε παράλληλα με την πτώση του προλεταριάτου. Το παλιρροϊκό κύμα έπνιγε τους πάντες, κι η επανάσταση ήταν από καιρό νεκρή όταν η αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι το 1930 αποτέλεσε το τελευταίο καρφί στην κάσα της συνεισφοράς των καλλιτεχνών στην ανατροπή της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης.

«Ο ντανταϊσμος θέλησε να καταργήσει τη τέχνη χωρίς να την πραγματοποιήσει· ο σουρρεαλισμός θέλησε να πραγματοποιήσει τη τέχνη χωρίς να τη καταργήσει» (Ντεμπόρ).

Η αντιτέχνη είναι τώρα τέχνη, και τα όρια μεταξύ της υψηλής τέχνης και της τέχνης του συρμού είναι ασαφή. Στην εποχή του κράματος υψηλού-χαμηλού, ο ροκ σταρ παραθέτει Ρεμπώ κι ο ακαδημαϊκός λατρεύει τη ραπ. Λόγω αυτών των μετατοπιζόμενων ορίων, είναι δύσκολο να σκεφτούμε τη τέχνη να έχει μια ανατρεπτική δράση στην κομμουνιστικοποιητική διαδικασία.

Στο παρελθόν, η εικονοκλασία υπήρξε ένα συχνό χαρακτηριστικό των επαναστατικών στιγμών, ύστερα από το 1789 στη Γαλλία για παράδειγμα, όταν ο αντιθρησκευτικός βανδαλισμός υπήρξε αχαλίνωτος (κι επινοήθηκε κι η λέξη). Το 1871 ακούστηκαν οι φωνές των Κομμουνάρων για την κατεδάφιση του καθεδρικού ναού της Παναγίας των Παρισίων, αλλά τίποτα δεν προέκυψε απ’ αυτό. Στη Σορβόννη του Παρισίου το 1968, οι εξεγερμένοι δεν κατέστρεψαν τους αστικούς-ανθρωπιστικούς πίνακες ζωγραφικής, μόνο έγραψαν πάνω τους. Αρκετές ισπανικές εκκλησίες πυρπολήθηκαν τη δεκαετία του 1930. Στις σύγχρονες χώρες, η καθιερωμένη θρησκεία έχει χάσει πολύ από την άμεση κοσμική ή πολιτική εξουσία της. Όμως, οι άνθρωποι ίσως να δείξουν την πλήρη δυσαρέσκειά τους στη βασιλική του Αγιού Φραγκίσκου της Ασίζης, όχι επειδή οι νωπογραφίες του Τζόττο είναι προσβλητικές, αλλά επειδή οι γυναίκες επισκέπτριες πρέπει να καλύπτουν τους ώμους τους για να εισέλθουν και να τις δουν. Και τι γίνεται με τα τζαμιά; Η παρούσα καταχώριση έως τώρα έχει ασχοληθεί με τις δυτικές χώρες. Στην πραγματικότητα, οι εικονοκλάστες σήμερα κινητοποιούνται πολύ λιγότερο από τον αθεϊσμό και περισσότερο από τον θρησκευτικό ανταγωνισμό, όπως όταν οι Ταλιμπάν κατέστρεψαν βουδιστικά αγάλματα, ή όταν ιρακινά τζαμιά στοχοποιήθηκαν λόγω της διαμάχης σουνιτών-σιιτών.

Αυτό που αποκαλούμε «τέχνη» έχει περάσει μια μακρά ιστορία και πολλές μορφές, αλλά όπως τη γνωρίζουμε σήμερα αποτελεί ένα προϊόν της ταξικής διαίρεσης. Η τέχνη έχει υπάρξει ένα «φυσικό» προνόμιο της άρχουσας τάξης, και παραμένει τέτοιο σήμερα. Μια από τις συνέπειές της είναι το σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του τεχνίτη και του καλλιτέχνη. Το ξεπέρασμα της εργασίας ως τέτοιας συνεπάγεται το τέλος του πανάρχαιου διαχωρισμού χειρωνακτισμού/διανοητισμού, οπότε το τέλος του καλλιτέχνη ως (ένα προνομιούχο και αφ’ υψηλού) επάγγελμα, ακριβώς όπως το τέλος οποιασδήποτε δουλειάς για πάντα, είτε αυτή είναι κηπουρός είτε ηλεκτροσυγκολλητής. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ανθρώπινο ον έχει την ίδια ικανότητα (κι επιθυμία) να παίξει φλάουτο ή να συνθέσει τραγούδια. Ε, και; Το μέλημά μας δεν είναι να αντικαταστήσουμε τους καλλιτέχνες με τη λαϊκή τέχνη.

Η κομμουνιστικοποίηση δεν θα συμπιέσει τις ατομικότητες σε μια ομοιογενοποιημένη μάζα. Η κοινότητα δεν σημαίνει ανωνυμία. Γιατί θα πρέπει οι συμμετέχοντες σε ένα συλλογικά οργανωμένο θέαμα να πρέπει να παραμείνουν ανώνυμοι; Για μερικά χρόνια μετά το 1917, η Ρωσία οργάνωσε τεράστιες εκδηλώσεις «μαζικού θεάτρου» που αποτελούσαν έναν συνδυασμό πανηγυριού με κομματική-κρατική προπαγάνδα, και μια στάλα από φουτουριστική αισθητική. Δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων συμμετείχαν, μερικές φορές ως θεατές και ηθοποιοί. Η ιστορία είχε παγώσει. Η επανάσταση μετατρεπόταν σε κοινωνική μηχανική, με τους προλετάριους να αναπαριστούν τις ίδιες τους τις πράξεις για το θεαθήναι. Μια τέλεια απεικόνιση της αρχής της Κοινωνίας του Θεάματος: Ό,τι έχει άμεσα βιωθεί απομακρύνθηκε σε μια αναπαράσταση.

Από τότε, κατά καιρούς, ιδιαιτέρως τη δεκαετία του 1970, οι ριζοσπάστες έχουν εγκαλέσει για μια συνεργατική αυτοδιαχείριση του θεάτρου όπου το κοινό δεν θα έρχεται να κάτσει και να παρακολουθήσει, αλλά να αποφασίζει για το περιεχόμενο της παράστασης και να αποτελεί μέρος της. Γιατί όχι… έχοντας κατά νου ότι η συλλογική τέχνη δεν καταργεί τη τέχνη ως διαχωρισμένη. Και ποιος ξέρει τι είδη και μορφές θα εφεύρουν, μετασχηματίσουν και απορρίψουν οι κομμουνιστικοποιοί; Μετά το 1750, η μπαρόκ μουσική έφυγε από τη μόδα για 150 χρόνια. Είναι πολύ ωραίο να εγκαλούμε σε μια γενίκευση της τέχνης και το ξεπέρασμά της ως διαχωρισμένο εμπορευματικό τομέα αλλά, σε τελική ανάλυση, δεν θα υπάρξει ξεπέρασμα της διαίρεσης χειρωνακτισμού/διανοητισμού, οπότε και της τέχνης, όσο η εργασία παραμένει υπαρκτή. Στην πραγματικότητα, αμφισβητείται η «πατρότητα» των νωπογραφιών του Τζόττο στην βασιλική του Αγιού Φραγκίσκου της Ασίζης: όπως κι άλλοι διάσημοι ζωγράφοι, είχε βοηθούς. Μήπως οι νωπογραφίες υπήρξαν συλλογικό εκπόνημα;

*[Σ.τ.Μ.]: Τα Globish (Global English) είναι η απλοποιημένη αγγλική γλώσσα που χρησιμοποιείτε για επικοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο, συνήθως μέσω διαδικτύου. Θεωρείτε ως μια φυσική γλώσσα, δηλαδή μια γλώσσα που η γραμματική της, το συντακτικό της, η ορθογραφία της και το λεξιλόγιό της δημιουργήθηκε κι εξελίχτηκε μέσω των ίδιων των χρηστών της, κυρίως ανθρώπων που τα αγγλικά δεν είναι η μητρική τους γλώσσα, και που είναι νεαροί σε ηλικία.

Τζωρτζ Όργουελ, Politics & the English Language, 1946.

A Slap in the Face Of Public Taste, Russian Futurist Manifesto, 1912.

«Absence & its Costumers», Situationist International #2, 1958.

R. Huelsenbeck & R. Hausman, What is Dadaism and what does it want in Germany?, mariabuszek.com

Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, θέσεις 191 και 1.

Βλέπε δουλειά, καθημερινή ζωή, κατοικία

Φύλο

Μια ρήξη με τον καπιταλισμό πρέπει να συνοδευτεί από ένα ξεπέρασμα του συστήματος της αναπαραγωγικής εργασίας, δηλαδή αυτού που έχει έως τώρα υπάρξει η οικογένεια.

Στην Αργεντινή, ήδη από τη δεκαετία του 1990, όταν οι γυναίκες ξεκίνησαν αποκλεισμούς δρόμων, φροντίσαν να ενσωματώσουν διεκδικήσεις σχετικές με την καθημερινή (δηλαδή γυναικεία) ζωή. Το 2005, το Κίνημα των Άνεργων Γυναικών (MMD) γεννήθηκε ως μια (γυναικεία) αυτοοργάνωση. Ο νόμος κι η τάξη προσπάθησαν να την καταπολεμήσουν στο ίδιο επίπεδο: τον Ιανουάριο του 2006 η αστυνομία έστειλε γυναίκες μπάτσους να εκκενώσουν έναν δρόμο αποκλεισμένο από γυναίκες πικετέρος. Όταν αυτό απέτυχε, καλέστηκε ο στρατός. (Είναι ενδιαφέρον ότι στο Λονδίνο τη δεκαετία του 1980, όταν νοσοκόμες κατέλαβαν ένα νοσοκομείο, η αστυνομία επέλεξε να το εκκενώσει με γυναίκες αστυφύλακες). Με τα λόγια της Marta, μιας πικετέρος: «Η μεγαλύτερη αλλαγή υπήρξε η σχέση με τους άλλους ανθρώπους στη γειτονιά, η ανάπτυξη φιλίας κι η δυνατότητα μοιράσματος […]. Τώρα ζω σε μια μεγάλη οικογένεια, οι γείτονές μου είναι η οικογένειά μου».

Το 2006, η πόλη κι η περιοχή της Οαχάκα στο Μεξικό έγινε ακυβέρνητη για 7 μήνες. Όλα ξεκίνησαν με μια φαινομενικώς μετριοπαθή διεκδίκηση: την απομάκρυνση του κρατικού κυβερνήτη, συνοδευόμενη από μια απεργία καθηγητών. Η εκκένωση μιας κατασκήνωσης απεργών καθηγητών στο κέντρο της πόλης (14 Ιουνίου) πυροδότησε μια εξέγερση. Η δημιουργία της Λαϊκής Συνέλευσης των Λαών της Οαχάκα (APPO) προσέθεσε μια «αυτόχθονη» ινδιάνικη διάσταση στο κίνημα. Η APPO ήλπιζε να ανακτήσει κι επεκτείνει την παραδοσιακή τοπική ινδιάνικη αυτονομία. Οι κοινοτικοί δεσμοί και παραδόσεις δρούσαν ως πλεονέκτημα… αλλά επίσης κι ως μειονέκτημα.

Ενάντια στον (επιβαλόμενο) μύθο της γυναικείας μη βιαιότητας, ένας από τους κύριους στόχους των γυναικών ήταν να γίνουν αποδεκτές ως μαχητές. Το Canal Nueve καταλήφθηκε και ελέγχθηκε από χιλιάδες γυναίκες (1-6 Αυγούστου). Έστησαν τηλεοπτικά προγράμματα, το περιφρουρήσαν τα βράδια και οχυρώθηκαν για να προστατεύσουν τον αναμεταδότη. Στην πραγματικότητα, αρκετά οδοφράγματα στην Οαχάκα υπήρξαν αποκλειστικά γυναικεία.

Μια γυναίκα αναφέρθηκε να μάχεται στον αποκλεισμό ενός δρόμου με χέρι σπασμένο από τον σύζυγό της (παραμένει άγνωστο αν ήταν εξεγερμένος άντρας σωβινιστής ή απλώς επιθετικός προς στην εξέγερση). Η APPO συζητούσε επί μία ώρα (το οποίο δεν φαντάζει αρκετό για ένα τέτοιο ευαίσθητο ζήτημα) το ερώτημα της εκπροσώπησης στο consejo [συμβούλιο] (διοικητικό σώμα) της. Οι γυναίκες ζήτησαν ένα μερίδιο 50%, ή ένα 33% ως ελάχιστο, το οποίο [33%] και τελικά έλαβαν. Οι άντρες ισχυρίστηκαν ότι το 33% ήταν αρκετό: σύμφωνα μ’ αυτούς, υπήρχαν λιγότερες γυναίκες συμμετέχοντες στο κίνημα, οπότε το 50% θα ήταν άδικο για όλους. Ο ισχυρισμός αυτός υπήρξε πολύ αμφισβητήσιμος, αφού για παράδειγμα σε πολλές διαμαρτυρίες υπήρχαν κυρίως γυναίκες διαδηλώτριες. Και, καταρχήν, ποιος ψήφισε; Ήταν μια πλειοψηφία αντρών εκείνη που ψήφισε υπέρ της αντρικής πλειοψηφίας των εκπροσώπων; Είναι το σύνολο της διαδικασίας που υπήρξε εκτός πορείας: όταν η εκπροσώπηση κυριαρχεί επί της δράσης, υποδηλώνει ότι το κίνημα σβήνει.

Η Luz, μια γυναίκα 40 ετών, αργότερα είπε: «Τους είπαμε ότι δεν βρισκόμασταν εδώ απλώς για να τους μαγειρεύουμε στις plantons [κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας] και να πλένουμε τα πιάτα. […] Αποδείξαμε ότι μπορούμε να αναλάβουμε δράσεις από μόνες μας, ως κομμάτι του κινήματος». Μερικές προκαλέσαν τους άντρες να εκτελέσουν «γυναικεία» καθήκοντα. Συνολικά, ο διαχωρισμός (κι η ιεραρχία) μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας, μεταξύ του πεδίου αναπαραγωγής και παραγωγής, αμφισβητήθηκε αλλά δεν ξεπεράστηκε. Η συλλογική αυτοσυντήρηση σπανίως υπήρξε κάτι παραπάνω από μοίρασμα της φτώχειας: η αλληλεγγύη δεν είναι αρκετή για την αμφισβήτηση των σχέσεων παραγωγής.

Είναι οπότε φυσιολογικό που υπήρξαν λιγότερες γυναίκες καταληψίες μετά από λίγο καιρό.

Μερικές γυναίκες αντέδρασαν δημιουργώντας τον συγκεκριμένο τους Συντονισμό Γυναικών της Οαχάκα (COMO, 31 Αυγούστου). Ένας αριθμός συμμετέχοντων αργότερα διασπάστηκε από τον συντονισμό, κυρίως νοικοκυρές που απασχολούνταν στον ανεπίσημο τομέα, θεωρώντας ότι ο COMO ήταν υπερβολικά επιρρεασμένος από γυναίκες με περισσότερη μόρφωση και καλύτερες δουλειές. Η τάξη [class] επαναβεβαίωσε τον εαυτό της στον COMO.

Η εξέγερση είχε χάσει την ορμή της όταν καταστάλθηκε τον Οκτώβριο από την αστυνομία και τα θωρακισμένα οχήματα.

Όπως βλέπουμε σε αυτή τη σύντομη έρευνα, δεν αρκεί το να αγωνιζόμαστε πλάι-πλάι: το ζήτημα είναι τι κάνουν μαζί οι άντρες κι οι γυναίκες, ποιοι αντίστοχοι ρόλοι εκπληρώνονται ή επιδέχονται άρνηση. Στην Αλβανία το 1997, παρότι τις πρώτες μέρες οι γυναίκες έλαβαν ενεργό ρόλο στις διαδηλώσεις και τις απαλλοτριώσεις στρατώνων, έγιναν αργότερα πολύ λιγότερο ορατές. Η αλβανική πατριαρχία κατάφερε να κρατήσει το φρούριό της.

Η συμμετοχή των γυναικών σε μια εξέγερση αποτελεί έναν ξεκάθαρο δείκτη του βάθους της εξέγερσης ή των ορίων της. Οι εξεγερμένες συνθλίβουν τις σχέσεις (και τα κολλήματα του μυαλού) που τις θέτουν σε υποταγή. (Σε μικρότερο βαθμό, αυτό επίσης αληθεύει και για τα παιδιά: η εξεγέρση τα επανακοινωνικοποιεί από τον ελλάσονα ρόλο στον οποίο ήταν πρώτινος περιορισμένα).

Η ταξική δομή δεν ερμηνεύει τα πάντα περί της έμφυλης ανισότητας: η αντρική κυριαρχία υπάρχει επίσης και σε αταξικές «πρωτόγονες» κοινωνίες. Οπότε, η ανατροπή των περιορισμών της αναπαραγωγικής εργασίας συνεπάγεται κάποιο βαθμό έμφυλης αντιπαράθεσης μεταξύ των προλετάριων.

«Δεν μπορούσα να πάω στην πικετοφορία επειδή ο σύζυγός μου με έδειρε και με κλείδωσε», είπε μια πικετέρος σε συνέντευξή της το 2004-2005. Ένας άλλος άντρας έκαψε τη γυναίκα του ζωντανή. «Δεν μπορούσε να ανεχτεί ότι έβγαινε έξω. Γιατί; Επειδή το να βγαίνεις έξω αλλάζει τη ζωή σου. Το να βγαίνεις έξω είναι επανάσταση», εξήγησε η Juanita.

Το 2002 στην Αργεντινή, όταν στήθηκαν οι Συνελεύσεις των Γυναικών Πικετέρος, η οικογενειακή βία υπήρξε ένα πιεστικό ζήτημα το οποίο σήμαινε σύγκρουση με έναν αριθμό αντρών συμπρολετάριων. Οργανώθηκαν καταφύγια κακοποιημένων γυναικών.

Εντός του κινήματος, παρότι οι γυναίκες πλειοψηφούσαν ως μέλη και οργανώτριες, συχνά έβρισκαν τους εαυτούς τους περιορισμένους στην «υλική αναπαραγωγή της οργάνωσης», δηλαδή σε ταπεινές χειρωνακτικές και διαχειριστικές αγγαρείες. Οπότε έλαβαν δράση για το μοίρασμα των καθηκόντων.

Συνειδητοποίησαν επίσης ότι το ίδιο το κίνημα έθετε τις προτεραιότητες που στηρίζαν και διαιώνιζαν την αντρική κυριαρχία: διεκδικήσεις σχετικές με τη φτώχεια (θεωρούμενες ως «γενικές») κατατάσσονταν σε υψηλότερες θέσεις απ’ ότι διεκδικήσεις σχετικές με τη γυναικεία συνθήκη (κρινόμενες ως «μερικές»). Συχνά, η προτεραιότητα είναι μια άλλη λέξη για την ιεραρχία (του αφεντικού, του γραφειοκράτη, του ειδικού ή του συζύγου). Μια από τις γυναίκες διακήρυξε:

«Μερικές φορές τρέχουμε πίσω από επείγουσες ανάγκες, για παράδειγμα τα γεύματα των παιδιών, αλλά αν μια από τις φίλες μας χτυπηθεί από τον σύντροφό της είναι κι αυτό επείγον, δεν είναι;».

Όπως είπε μια γυναίκα: «νομίζουν ότι συμμετέχουμε για να τους κακολογήσουμε, αλλά δεν δουλεύουμε μόνο για τις γυναίκες… τώρα μπορώ να εξηγήσω στην κόρη μου τι είναι οι μέθοδοι αντισύλληψης, σε άλλες στιγμές θα αισθανόμουν ντροπή να κάνω κάτι τέτοιο». (Σήμερα στην Αργεντινή, η άμβλωση παραμένει νομικώς έγκλημα και επιτρέπεται μόνο για λόγους υγείας της μητέρας ή σε περίπτωση βιασμού).

Η τελευταία λέξη προς την Eva, μια νοικοκυρά από την Οαχάκα: «Τότε μαχόμασταν σε δύο διαφορετικά μέτωπα, ενάντια στο σύστημα και ενάντια τους άντρες εντός του ίδιου μας του κινήματος».

Ύστερα από χιλιετίες αντρικής κυριαρχίας, για να μπορέσει μια πανάρχαια προκατάληψη να διαλυθεί εντός μιας νέας επιθυμίας, η σύγκρουση αντρών/γυναικών δεν είναι απλώς αναπόφευκτη, είναι αναγκαία, αλλά όχι αγεφύρωτη. Κατά τη διάρκεια [της σύγκρουσης], οι άντρες θα αισθανθούν την ανάγκη και την επιθυμία να απορρίψουν τον κυρίαρχό τους ρόλο. Διαφορετικά, η σύνεχιση της σύγκρουσης θα σηματοδοτήσει την ανικανότητα των εξεγερμένων να την επιλύσουν, και θα αποδειχτεί ως μια ακόμη ήττα μεταξύ πολλών.

Ο έμφυλος καταμερισμός της εργασίας αποτελεί ένα αναπόσπαστο τμήμα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Δεν θα ξεφορτωθούμε τον τελευταίο όσο συνεχίζει να υπάρχει ο πρώτος. Εξίσου, ο έμφυλος καταμερισμός της εργασίας -κι η αντρική κυριαρχία- θα επιμείνουν όσο υπάρχει ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, δηλαδή όσο η εργασία παραμένει υπαρκτή. Αυτό θα αποτελέσει μια λύδια λίθο.

B. Calamity Peller, Women in Uprising: The Oaxaca Commune, the State & Reproductive Labour, readthenothingwordpress.com

S. de Castro Sanchez, Looking Back on the Oaxaca Rebellion, 2008, libcom.org

Kellen Kass, «This is What Recuperation Looks Like: the Rebellion in Oaxaca & the APPO», A Murder of Crows #2, 2007.

C. Cross & F. Partenio, The Construction and Meaning of Women’s Spaces in Organizations for the Unemployed, 2011, justiciaglobal.mx

A. d’ Atri & C. Escati, The Piquetera/o Movement of Argentina, 2009, comminit.com

Βλέπε αυτονομία, δουλειά, εξέγερση, οικογένεια

Χειρωνάκτης Εργάτης

Στην Ιταλία το 1969, ύστερα από στάσεις εργασίας για μισθολογικές αυξήσεις στο εργοστάσιο Mirafiori, το κίνημα κλιμακώθηκε έως που η εργασία ξεκίνησε την ανάκτηση του χώρου εργασίας: εσωτερικές πορείες, συναντήσεις, διαβουλεύσεις, κυλιόμενες απεργίες. Καθώς ο φόβος άλλαζε πλευρές κι η, από τα πάνω προς τα κάτω, εξουσία κατέρρεε, η σχέση του εργάτη με τη δουλειά του άλλαξε. Πριν, παρόλο που δεν αγαπούσε τη δουλειά του, τη θεωρούσε ως ένα αναπόφευκτο γεγονός της ζωής. Τώρα, αυτή η αναγκαιότητα εμφανιζόταν εξαρτημένη από δυνάμεις στις οποίες μπορούσε να επιδράσει η συλλογική εργασία.

Ήταν μια ενεργητική απεργία, αλλά παρέμενε μια απεργία. Η αυτονομία είχε αλλάξει κλίμακα: δεν είχε αλλάξει επίπεδο. Η εργασία «έπαιρνε το εργοστάσιο στα χέρια της», μια νέα ισορροπία δυνάμεων γεννήθηκε, μετά τι; «Επιτέλους, τώρα συνειδητοποιώ ότι δεν πολεμάμε απλώς το αφεντικό, αλλά τα πάντα», είπε ένας εργάτης της Fiat (Lotta Continua, 7 Νοέμβρη 1969). Διακυβεύονταν τα πάντα. Στην πραγματικότητα, τα πάντα μπορούν να είναι συναρπαστικά, αλλά αποδεικνύονται πολύ μεγάλη πρόκληση: τα πάντα φέρνουν κάποιον κοντά στο σημείο καμπής, θέτουν σε κίνδυνο το σύστημα υποστήριξης της ζώης κάποιου.

Εκτός του χώρου εργασίας, το κίνημα διαδώθηκε σε εργατικές γειτονιές, σχολεία, νοσοκομεία, μέσα ενημέρωσης… Αλλά η καρδιά του συστήματος αφέθηκε άθικτη: ενοίκια, εισιτήρια λεωφορείων, φόροι κλπ, όλα όσα είχαν να κάνουν με στέγαση, μεταφορές, ψώνια, επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, χρήμα για το κράτος… Παρόλες τις πολλές επιθέσεις σε αυτά τα πεδία (αυτομείωση, απαλλοτριώσεις…) δεν υπήρξε καμιά προσπάθεια για έναν «κόσμο χωρίς χρήμα», η οποία θα υπονοούσε μια απαλλαγή από τον χώρο εργασίας και την κατάργηση της εργασίας ως διαχωρισμένη από την υπόλοιπη ζωή.

Παραδόξως, καθώς επεκτεινόταν, η διαμαρτυρία έχασε την αιχμή της. Εν τω μεταξύ, οι αστοί βγήκαν από το αδιέξοδο, και μετά το 1980 βρήκαν νέα μέσα ελέγχου της εργασίας.

Περίπου την ίδια περίοδο, στο αργεντίνικο cordobazo* (1969), οι εργατικές/λαϊκές γειτονιές υποστήριξαν τον εαυτό τους αυτοαμυνόμενες ενάντια στα αφεντικά και την αστυνομία. Οι εξεγερμένοι κατέλαβαν την πόλη και δεν έκαναν τίποτα μ’ αυτή. Παρέμειναν εκεί που βρίσκονταν. Η δύναμή τους πήγαζε από το τι ήταν και που βρίσκονταν: αυτό ήταν επίσης και το όριό τους.

Αυτά είναι μόνο δύο παραδείγματα μεταξύ πολλών. Επειδή καμιά εξέγερση έως τώρα δεν έχει προσπαθήσει σθεναρά να κομμουνιστικοποιήσει αποτελεσματικώς την κοινωνία -δηλαδή, οι εξεγερμένοι να κομμουνιστικοποιήσουν τους εαυτούς τους- όλες οι παρελθοντικές και πρόσφατες ιστορικές προσπάθειες έφτασαν σε ένα στάδιο όπου το οριακό τους σημείο έτυχε να είναι το τέλος τους.

Η δεκαετιά του 1970 θεωρείται τώρα ως η ηρωική αλλά απελπισμένη τελική μάχη των δυτικών εργατικών τάξεων. Οι χειρωνάκτες εργάτες πλέον περισσότερο υποτιμούνται παρά εκθειάζονται. Ενώ οι εργοστασιακοί εργάτες στην Ασία λαμβάνουν αξιοσημείωτους επαίνους, στη Δύση οι συνάδελφοί τους αντιμετωπίζονται ως είδος προς εξαφάνιση. Η δυτική εργατική τάξη έχει σταδιακά αποδυναμωθεί και μερικοί λένε πως αυτό είναι καλύτερο, επειδή ο μέσος εργάτης, ειδικά ο άντρας και λευκός εργάτης, τείνει να είναι τοπικιστής, σεξιστής, ρατσιστής, πιθανόν ακροδεξιός ψηφοφόρος, σε κάθε περίπτωση «ενσωματωμένος» σε αυτή την κοινωνία, όπως συνήθιζε να γράφει ο Μαρκουζέ, ασχολούμενος μόνο με μια ατζέντα σχετική με τον μισθό και τις ώρες εργασίας. Ο μεταλλεργάτης δεν είναι πλέον ένας ήρωας της εργατικής τάξης, είναι περισσότερο βάρος παρά ιστορικό κεφάλαιο, ικανός μόνο για τη λίπανση της κοινωνικής μηχανής. Επομένως, η εργατική τάξη παραμελείται ή αφήνεται ως ένα ανεπαρκές «επαναστατικό υποκείμενο». Για διάφορους λόγους. Επειδή δεν έπραξε ποτέ την επανάσταση της οποίας υποτίθεται ότι υπήρξε αιχμή του δόρατος. Επειδή όταν προσπάθησε (1917), δημιούργησε έναν εφιάλτη. Επειδή αν είχαν λάβει ποτέ το πάνω χέρι, οι εργάτες θα είχαν προωθήσει ένα παραγωγίστικο μοντέλο επιβλαβές για το περιβάλλον. Επειδή η τάξη είναι μια διαιρετική αστική κατηγορία. Επειδή υπάρχουν και θα υπάρξουν όλο και λιγότεροι βιομηχανικοί εργάτες σε μια οικονομία υπηρεσιών και πληροφοριών.

Σύμφωνα μ’ αυτή την κοσμοθεωρία, οφείλουμε να αναζητήσουμε έναν εντελώς καινούριο ορισμό του προλεταριάτου: μια αλληλεπικάλυψη ομάδων ορισμένων όχι από τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής, αλλά στις σχέσεις εξουσίας: γυναίκες, έγχρωμοι, υποκείμενα πρώην αποικιοποίησης, ψυχικά ασθενείς, σεξουαλικές μειονότητες, παρίες, άνθρωποι χωρίς χαρτιά κλπ, με τους εργάτες μόλις μια κατηγορία μεταξύ πολλών. Γενικά, η νέα αυτή εκδοχή εστιάζει σε ένα συνδυασμό ταυτοτήτων που διατέμνονται σχηματίζοντας μια τάξη πολλαπλών στρωμάτων.

Αυτή η γενική έννοια αντί να λύνει το ζήτημα το θέτει στο ράφι.

Ο προβληματισμός μας αφορά το τι θα κάνει η επανάσταση. Σίγουρα, καμιά επανάσταση δεν μπορεί να συμβεί χωρίς γενικές απεργίες κι αποκλεισμούς, τα οποία είναι απίθανο να επιτευχθούν μόνο από ανθρώπους εκτός των χώρων εργασίας: ένας λέκτορας πανεπιστημίου κι ένας τεχνικός σε εργοστάσιο ηλεκτρισμού δεν έχουν την ίδια κοινωνική μόχλευση. Αλλά αυτό δεν μας λέει το τι θα κάνει καθείς εξ αυτών όταν η εξέγερση θα βρίσκεται σε εξέλιξη. Η ουσία του θέματος δεν είναι το προσωπικό της επανάστασης.

*[Σ.τ.Μ]: Εκείνη την περίοδο, η δικτατορία του Juan Carlos Onganía Carballo προσπαθούσε να επιβάλλει τον κορπορατισμό στην Αργεντινή. Η εξέγερση ονομάστηκε έτσι επειδή ξεκίνησε από την Κόρδοβα, η οποία είχε μετατραπεί σε εργαστήρι των κορπορατιστικών πολιτικών καθώς αποτελούσε βιομηχανικό κέντρο της χώρας.

D. Giachetti & M. Scavino, La Fiat aux mains des ouvriers: L’ Automne chaud de 1969 à Turin, εκδόσεις Les Nuits Rouges.

J. Brennan, Working Class Protest, Popular Revolt & Urban Insurrection in Argentina: the 1969 Cordobazo, 1994, libcom.org

Βλέπε δουλειά, εξέγερση, εργασία, μη οικονομία, τάξη

Χρήμα

Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης στις Αστούριες, στη La Felguera, μια μικρή πόλη προπύργιος της CNT με 4.000 εργάτες, οι άνθρωποι κατέργησαν το χρήμα. Όταν τους προσφέρθηκαν τα κλειδιά των τραπεζών, τα αρνήθηκαν: μόνο μια εταιρεία λεηλατήθηκε. (Μερικές γειτονικές πόλεις, όμως, πήραν ή αποδέχτηκαν τα χρήματα). Τα κουπούνια που εξέδιδε η Επιτροπή Διανομής δεν λογαριάζονταν βάσει του χρόνου εργασίας, αλλά με έναν τρόπο οργάνωσης της πρόσβασης στις προμήθειες, με ένα σύστημα διανομής σιτηρεσίου βάσει του μεγέθους της οικογένειας. Όταν οι κάτοικοι της Felguera έπρεπε να αγοράσουν πρόβατα από την Εξτρεμαδούρα, ωστόσο, το χρήμα επέστρεφε προσωρινώς.

Ο Burnett Bolloten αξίζει να παρατεθεί επί μακρόν: «Σε πολλές κοινότητες το χρήμα καταργήθηκε για εσωτερική χρήση, επειδή, σύμφωνα με τη γνώμη των αναρχικών, “χρήμα κι εξουσία είναι διαβολικά μαγικά φίλτρα, τα οποία μετατρέπουν τον άνθρωπο σε λύκο, σε λυσασμένο εχθρό, αντί σε αδερφό”. “Εδώ στη Fraga [μια μικρή πόλη της Αραγονίας], μπορείς να πετάξεις τραπεζογραμμάτια στους δρόμους”, να γράψεις ένα άρθρο σε μια ελευθεριακή εφημερίδα, “και κανείς δεν θα δώσει σημασία. Ροκφέλερ, αν έρθεις στη Fraga με όλο τον τραπεζικό σου λογαριασμό δεν θα μπορείς να αγοράσεις ούτε μια κούπα καφέ. Το χρήμα, ο θεός και υπηρέτης σου, έχει καταργηθεί εδώ, κι οι άνθρωποι είναι χαρούμενοι”. Σε αυτές τις ελευθεριακές κοινότητες όπου το χρήμα εκδιώχτηκε, οι μισθοί πληρώνονταν με κουπόνια, με την κλίμακα να καθορίζεται από το μέγεθος της οικογένειας. Τα τοπικώς παρηγμένα αγαθά, αν αφθονούσαν όπως το ψωμί, το κρασί και το ελαιόλαδο, διανέμονταν ελεύθερα, ενώ άλλα αντικείμενα μπορούσαν να ληφθούν μέσω κουπονιών στην κοινοτική αποθήκη. Τα πλεονάζοντα αγαθά ανταλλάσονταν με άλλες αναρχικές πόλεις και χωριά, και το χρήμα χρησιμοποιούνταν μόνο για συναλλαγές με εκείνες τις κοινότητες που δεν είχαν υιοθετήσει το νέο σύστημα».

Το χρήμα πάντα ειδωνόταν -ορθώς- ως ένα σύμβολο και όργανο των άρχουσων τάξεων. Ο πλούσιος είναι εκείνος που μπορεί να σε εκμεταλλευτεί. Χρήμα και καταπίεση είναι αδιαχώριστα: «Είμαι ένα κομμάτι χαρτί. Ελέγχω τη ζωή σου». Παρότι κάπως άσχετο με την υλική πραγματικότητα της ζωής, το χρήμα μας κυριαρχεί και η πραγματική ελευθερία συνεπάγεται την κατάργησή του. Στην εξέγερση στις Αστούριες, το τέλος του παραδοσιακού σεβασμού για το χρήμα σηματοδότησε μια βαθιά ρήξη με την αστική τάξη πραγμάτων.

Τι να κάνουμε με το χρήμα;

Ως επί το πλείστον, όταν οι εξεγέρσεις είχαν χρόνο να αναπτυχθούν, είχαν προωθήσει αμοιβαιακές μορφές εμπορίου, μη καταναγκαστική συνεργασία κι ανταλλαγή, και διατήρησαν το χρήμα με την μία ή την άλλη μορφή ως ένα αναγκαίο όργανο διανομής των αγαθών που δεν υπάρχουν σε αφθονία.

Το 1922, ο Ερρίκο Μαλατέστα αντέταξε στην αστική χρήση του χρήματος, όπου οι τράπεζες κερδοσκοπούν και τα αφεντικά εκμεταλλεύονται, τον λαϊκό έλεγχο επί του χρήματος, ο οποίος αποτρέπει τη συσσώρευση και την πρόσληψη εργασίας:

«Το χρήμα είναι ένα πανίσχυρο μέσο εκμετάλλευσης και καταπίεσης. αλλά είναι επίσης το μόνο μέσο […] για τη ρύθμιση της παραγωγής και διανομής […] αντί κανείς να απασχολείται με την κατάργηση του χρήματος, θα πρέπει να αναζητήσει έναν τρόπο να διασφαλίσει ότι το χρήμα πραγματικά αντιπροσωπεύει τη χρήσιμη εργασία που εκτελείται από τους κατόχους του».

Για τον Ιταλό αναρχικό, η «υπεραφθονία [αγαθών]» είναι ένας μύθος οπότε πρέπει να γίνουν επιλογές, και ένας δίκαιος υπολογισμός του χρόνου εργασίας θα ρυθμίσει την κυκλοφορία των αγαθών από τον έναν τομέα στον άλλον.

Άλλα σχήματα προτείνουν τη χρήση χρήματος, όχι μεταξύ ατόμων, αλλά μόνο μεταξύ παραγωγικών μονάδων, για τη διευθέτηση της χρήσης και κατανομής των πόρων. Αφού ένα σπίτι φτιάχνεται από πολύ διαφορετικά συστατικά όπως τούβλα, σωλήνες, ξυλεία κι εργασία, ίσως φαίνεται λογικό να σχεδιαστεί το κτήριο ποσοτικοποιώντας τι είναι κοινό μεταξύ όλων των στοιχείων.

Στην άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, μετριοπαθείς μεταρρυθμιστές υποστηρίζουν μια «πιστωτική οικονομία» βασισμένη στην πραγματική αξία αντί της παρούσας ψευδής αξίας του χρήματος. Το χρήμα θα λειτουργεί μόνο ως μέσο πληρωμής και θα κυκλοφορεί χωρίς να συσσωρεύεται. Τα «Τοπικά Εμπορικά Συστήματα Ανταλλαγής» (LETS) συνεπάγονται μια καταγραφή του χρόνου που ξοδεύεται, δηλαδή του κόστους εργασίας, αλλά οι συμμετέχοντες πιστεύουν ότι δεν μπορεί να είναι ή να γίνει εκμεταλλευτική, αφού παραμένει μόνο εντός της κοινότητας των μελών των LETS. Διαφορετικά, πρέπει να καθιερωθεί μια κατά προτεραιότητα πρόσβαση με από κοινού συμφωνία, αποφασισμένη από μια τοπική επιτροπή εκλεγμένη από τη γειτονιά, όπως ένα σχολείο διαχειρίζεται από τη σχολική επιτροπή. Με άλλα λόγια, δημοκρατικό χρήμα. Άλλα σχήματα έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή: τοπικά νομίσματα που καθιστούν τους ανθρώπους ικανούς να αγοράζουν και να πωλούν, συνήθως στην μικρή κλίμακα μιας πόλης και για ένα περιορισμένο εύρος αντικειμένων και υπηρεσιών.

Αυτά τα εγχειρήματα δίνουν στους συμμετέχοντες την εντύπωση της επανάκτησης μερικού ελέγχου επί των ζωών τους. Παραδόξως, ένας από τους λόγους της δημοφιλίας τους είναι το γεγονός ότι το χρήμα είναι παντού σήμερα σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1950, όταν λίγοι άνθρωποι της εργατικής τάξης είχαν ένα καρνέ επιταγών. Διαποτίζει τα πάντα και αποϋλικοποιείται. Οι περισσότερες πληρωμές είναι τώρα ηλεκτρονικές στη Σουηδία και σύντομα σύγχρονες περιοχές ή χώρες θα ζουν χωρίς μετρητά: η εικονικοποίηση είναι ελευθερία. Η παντοδυναμία του χρήματος του επιτρέπει να προσαρμόζεται ακόμη και σε αυτοδιαχειριζόμενες αντικαθεστωτικές μορφές. Κανένα από τα προαναφερθέντα μεταρρυθμιστικά σχέδια δεν μπορεί να συναγωνιστεί το «mainstream» χρήμα, αλλά οι ελλείψεις του χρηματοπιστωτικού κόσμου επιφέρουν ένα πλήρες εύρος τρόπων διαχείρισης της «αξίας» από την κοινωνική βάση: τοπικά νομίσματα, κουπόνια, συστήματα εμπνευσμένα από την αυτοπεριοριζόμενη, αυτορυθμιζόμενη ανταλλαγή μεταξύ φυλών ή την ανταλλαγή αγαθών μεταξύ χωρικών, κατασκευασμένα από τους ίδιους.

Όλα αυτά τα σχέδια αποτυγχάνουν να κατανοήσουν το χρήμα ως το εμπόρευμα με το οποίο σχετίζονται όλα τα άλλα εμπορεύματα, κι η ουσία του οποίου είναι η αξία, δηλαδή ο υπολογισμός του χρόνου εργασίας: «[…] η έννοια  της μη-λογιστικής διαχείρισης είναι πιο θεμελιώδης από αυτή του δώρου, αν επιπλέον οριστεί καλύτερα η φύση της δραστηριότητας για την οποία δεν υπάρχει λογιστική διαχείριση» (Μπρούνο Ασταριάν). Αυτό είναι το ζήτημα της κομμουνιστικοποίησης.

Notes on La Felguera in the Asturian Revolution of 1934, christiebooks.com

B. Bolloten, The Spanish Civil War: Revolution & counter-Revolution, 1991.

Ερρίκο Μαλατέστα, «Money & Banks», 1922, στο Vernon Richards, Errico Malatesta: His Life & Ideas, εκδόσεις Freedom Press, libcom.org

Μπρούνο Ασταριάν, Δραστηριότητα Κρίσης και Κομμουνιστικοποίηση, ενότητα ΙΙΙ, υποενότητα 2.

Βλέπε αξία, δουλειά, μη οικονομία, χρόνος

Χρόνος (και προθεσμίες)*

«[…] ήθελε να ξεφορτωθεί τον χρόνο. Κάνοντας αυτό, θα μπορούσε να συγκεντρωθεί σε σημαντικά πράγματα χωρίς διακοπή». Αυτό γράφτηκε σε ένα μυθιστόρημα του Philip K. Dick το 1977. Είναι σημαντικό ότι η πλοκή (η οποία διαδραματίζεται το 1994) περιστρέφεται γύρω από τη διακίνηση ναρκωτικών: μια σημείωση του συγγραφέα διευκρινίζει ότι τα ναρκωτικά πρέπει να θεωρηθούν ως μια «μεταφορά» για την αναπτυσσόμενη τάση «μιας επιτάχυνσης, μιας εντατικοποίησης της συνήθης ανθρώπινης ύπαρξης».

Περίπου 40 χρόνια αργότερα, δουλεύουμε περισσότερο για να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο ώστε να εργαστούμε ταχύτερα, και πάει λέγοντας.

Η καταμέτρηση του χρόνου κι η ελαχιστοποίησή του είναι ζωτικής σημασίας για το κεφάλαιο. Το χτύπημα κάρτας τώρα συμπληρώνεται από λογισμικά που καταγράφουν τον χρόνο που ξοδεύεται σε κάθε μεμονωμένη επιμέρους δουλειά. Από την μεριά της εργασίας, η μάχη για λιγότερο εργάσιμο χρόνο και λιγότερους περιορισμούς παραγωγικότητας αποτελεί μια σταθερά του εργατικού κινήματος. Από το χρονόμετρο του Τέιλορ έως τη ψηφιακή εποχή, η εργατική ανυποταξία ή αντίσταση έπρεπε να τίθεται υπό έλεγχο: πριν έναν αιώνα, όταν προστέθηκαν μετρητές στις γραφομηχανές για να καταγράγεται ο αριθμός των πληκτρολογήσεων, οι δακτυλογράφοι που εξεγείρονταν στον χρόνο αντέδρασαν πληκτρολογώντας περισσότερες φορές το πλήκτρο διαστήματος, κάθε φορά 2, 3 ή 4 φορές.

Η καπιταλιστική επιτάχυνση επεκτείνεται τώρα στην καθημερινή ζωή.

«[…] η ανάγκη επιβεβαίωσης ότι ο χρόνος εργασίας γεμίζει με όσο το δυνατόν περισσότερη δουλειά δημιουργεί, αφετέρου, μια ανάγκη για την επιβεβαίωση ότι ο ελεύθερος χρόνος γεμίζει με όσο το δυνατόν περισσότερη ανάπαυση γίνεται. […] Νιώθουμε εξαπατημένοι αν απλώς ξεκουραστούμε το Σαββατοκύριακο, οπότε οι εργάτες πηγαίνουν στον κινηματογράφο ή σε ένα αθλητικό γεγονός, βγαίνουν σε ένα εστιατόριο ή επισκέπτονται το εμπορικό κέντρο, κλπ» (The Housing Monster).

Για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα κοινό εργαλείο εργασίας (ο υπολογιστής στις διάφορες ενσαρκώσεις του, από το επιτραπέζιο PC έως το φορητό smartphone) έχει γίνει το σχεδόν απαραίτητο πανταχού παρόν αντικείμενο της καθημερινής ζωής.

Η τεχνολογία, ωστόσο, δεν αποτελεί την ίδια της την κινητήρια δύναμη: η επεξεργασία αντικειμένων κι η επεξεργασία ανθρώπων αποτελούν δύο μπιζέλια του ίδιου λοβού.

Το 1988, η Barbara Garson ανέλυσε την εξέλιξη της τηλεφωνικής αγοράς αεροπορικών εισιτηρίων. Ο υπάλληλος των American Airlines τεμαχίζει τη συνομιλία του σε τέσσερις υποχρεωτικές φάσεις (άνοιγμα, προώθηση πωλήσεων, έρευνα, κλείσιμο) κι ύστερα θα του δωθούν 13 δευτερόλεπτα χρόνου ανάπαυσης (16 στις Canadian Airlines) πριν την επόμενη κλήση. Κάθε φάση φυσικά παρακολουθείται. Πόσο μπανάλ φαίνονται όλα αυτά σήμερα. «Κατά μία έννοια, ο υπάλληλος με τη βοήθεια του υπολογιστή είναι απλώς μια μετάβαση προς μια μηχανή». Πράγματι: ο σημερινός ταξιδιώτης κάνει κράτηση ενός εικονικού εισιτηρίου μέσω διαδικτύου. Ένας υπάλληλος του 1988 λέει: «οι πελάτες […] προγραμματίζονται […] Συνηθίζουν να χειρίζονται μηχανές […] [τα αφεντικά] θα μας αντικαταστήσουν με μηχανές […] Γνωρίζουμε ότι σταδιακά θα καταργηθούμε τα λίγα επόμενα χρόνια».

«Ο έλεγχος αποτελεί το κύριο μέλημα του συστήματος», συμπεραίνει η B. Garson. Όχι μόνο επειδή «το σύστημα» γνωρίζει τι κάνει ο καθένας το κάθε δευτερόλεπτο. Κυρίως επειδή κάθε χειρονομία έχει υποδιαιρεθεί σε πολλά ανούσια κομμάτια ώστε η ολική κατανόηση του συνόλου διαφεύγει της κατανόησής μας και παγιώνει την προσταγή του κεφαλαίου επί της εργασίας.

Αντί να πενθούμε για το παρελθόν, ας αναρωτηθούμε τι αφορά πραγματικά ο έλεγχος. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μεταξύ της δεκαετίας του 1980 και του 2005, το κόστος της ωριαίας μονάδας εργασίας ως ποσοστό των εξόδων παραγωγής νέων αυτοκινήτων στις ΗΠΑ έχει μειωθεί από 26% σε 15%. Για τα παπούτσια Nike που κατασκευάζονται στην Ασία και πωλούνται στην Αμερική, το ποσοστό των μισθών των Ασιατών εργατών επί του συνολικού κόστους είναι ακόμη χαμηλότερο. Οπότε γιατί να μπούμε στον μπελά να περικόψουμε περισσότερο το κόστος;

Για τον αστό, η συρρίκνωση έχει τα προτερήματα και τα μειονεκτήματά της: η άμεση εργασία επιφέρει καινούρια αξία. Το πλήρως αυτοματοποιημένο εργοστάσιο παραμένει ένα αστικό όνειρο. Πρέπει να παραμείνει ένα εργατικό δυναμικό και πρέπει να γίνει όσο περισσότερο παραγωγικό γίνεται. Σε αντίθεση με τα μεσαία στελέχη, τους διαφημιστές και τις μηχανές, οι εργάτες είναι ικανοί να αντισταθούν και είναι επιρρεπείς στις απεργίες. Ένας εκ των καλύτερων τρόπων για το αφεντικό να έχει τη μέγιστη εξουσία επί της εργασίας είναι να ρυθμίσει τον εργάσιμο χρόνο και τον ρυθμό της παραγωγής. Σε αντίθεση με όσα γράφει η Barbara Garson, δεν είναι «έλεγχος για χάρη του ελέγχου», αλλά μάλλον για χάρη του κέρδους.

Η κομμουνιστικοποίηση θα ξεφύγει από τη λογική που δίνει προτεραιότητα στο αποτέλεσμα (το προϊόν) επί της διαδικασίας (την παραγωγική δραστηριότητα). Μερικές φορές αυτό θα γίνει με τη βοήθεια υπολογιστών και ρομπότ, μερικές φορές με μια επιστροφή στις τεχνικές δεξιότητες (και μια επανεφεύρεσή τους). Ίσως να είμαστε απρόθυμοι να επιστρέψουμε στη συνήθεια του αρχαίου αντιγραφέα χειρογράφων των 75 λέξεων το λεπτό, αλλά σίγουρα θα βιώσουμε μια μετάλλαξη της σχέσης μας με τον χρόνο.

Οι κομμουνιστικοποιοί θα προσπαθήσουν και θα κάνουν κάτι σχετικά διαφορετικό από αυτό που συνιστούν τα Grundrisse: παρότι η βαθιά διορατικότητα του Μαρξ υπήρξε η αντίληψη του χρόνου ως το κλειδί του προβλήματος, θέλησε να διατηρήσει τον χρόνο ως ράβδο μέτρησης και να μειώσει τον εργάσιμο χρόνο στο ελάχιστο (χάρις του αυτοματισμού, ειδικότερα) αυξάνοντας ταυτοχρόνως τον ελεύθερο (εξωεργασιακό) χρόνο στο μέγιστο. Αυτό σημαίνει να παραμείνει ο χρόνος ως ο μέγιστος κοινωνικός ρυθμιστής.

Στη σημερινή κοινωνία, οι χρονικοί περιορισμοί σημαίνουν πολλά περισσότερα από το να αντιλαμβάνεσαι το πέρασμα των ωρών και των λεπτών. Η αγορά συγκρίνει τα μεγέθη του χρόνου που χρειάστηκαν σε διαφορετικούς παραγωγούς για να παράξουν ένα αντικείμενο, και τελικά επιλέγουν τον καλύτερο κόφτη κόστους, ήτοι κόφτη χρόνου. Για να αποφύγει να κλείσει η επιχείρησή του, ο κάθε παραγωγός οπότε υποχρεώνεται να είναι ο καλύτερος εξοικονομητής χρόνου. Αυτό αποκαλείται παραγωγικότητα.

Το να λέμε ότι η κομμουνιστικοποίηση θα μεταβεί από μια ποσοτική σε μια ποιοτική προσέγγιση ακούγεται εντάξει αλλά πολύ ιδεαλιστικό. Οι λέξεις πάσχουν από την αναπόφευκτη σημερινή τους σημασία. Ίσως να προτιμούμε την ποιότητα αλλά είναι σπανίως προσβάσιμη (και είναι ακριβή, τα βιολογικά τρόφιμα για παράδειγμα), οπότε πρέπει να τα βγάλουμε πέρα με την μαζική παραγωγή. Τα πράγματα ίσως να φανούν περισσότερο ρεαλιστικά όταν ειδωθούν ως τμήμα μιας εξεγερσιακής διαδικασίας, η οποία θα κάνει την ποσότητα και την ποιότητα λιγότερο αντιφατικές μεταξύ τους.

Οι εξεγερμένοι δεν μετρούν πόσο χρόνο χρειάστηκαν για να καταλάβουν κτήρια, οχήματα, αγαθά, να τα χρησιμοποιήσουν ή να τα μεταφέρουν, να τα εκτρέψουν από την περασμένη χρήση τους ή να τα καταστρέψουν. Όταν μετασχηματίζουν ή αναπαράγουν όσα έχουν καταλάβει, εκείνο που έχει σημασία είναι η υλική και ψυχολογική ικανοποίηση που αποκτάται όχι μόνο από το προϊόν, αλλά επίσης κι από την παραγωγική δραστηριότητα από την οποία προέρχονται αυτά τα αντικείμενα. Για να το θέσουμε διαφορετικά, εκείνο που θα «ρυθμίσει» την παραγωγή θα είναι περισσότερα από τις παραγωγικές διαδικασίες, θα είναι η κοινωνική σχέση που βιώνεται από τους συμμετέχοντες. Μοιρασιά γίνεται όχι απλώς το να δίνεις σε άλλους (πχ ένα καταφύγιο για τους άστεγους), αλλά η από κοινού πράξη: οι άστεγοι ίσως να συμμετάσχουν στο χτίσιμο κατοικιών. Η οργάνωση, η αντίσταση κι η μάχη συνεπάγονται χώρους συνάντησης, σίτησης, ύπνου, παραγωγής κι επισκευής. Όταν οι κοινωνικές σχέσεις θα ενσωματώσουν εκείνο που τώρα είναι διακριτό -«παραγωγή» και «κατανάλωση»- η καταμέτρηση του χρόνου κι ο καταναγκασμός τους θα αγνοηθούν. Από τη στιγμή που τα αντικείμενα δεν φτιάχνονται για να ανταλλαχθούν σύμφωνα με τον μέσο όρο του χρόνου που απαιτείται για την κατασκευή τους σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ανταγωνιστικά αντικείμενα, δεν υπάρχει λόγος να κρατάμε αρχείο των λεπτών και των δευτερολέπτων. Οι άνθρωποι «παίρνουν τον χρόνο τους», κυριολεκτικά. Δεν χρειάζεται φυσικά να πούμε ότι μερικοί άνθρωποι θα είναι πιο αργοί από άλλους, κι ότι οι άνθρωποι θα τρέξουν να κάνουν κάτι που επείγει: ο χρόνος φυσικά και έχει σημασία, αλλά δεν κυβερνά πλέον ως ο καθολικός ποσοτικοποιητής. «Η ιδέα ότι ο χρόνος είναι κάτι που μπορεί να χαθεί ή να κερδηθεί [θα είναι] από μόνη της κάπως παράξενη» (A World Without Money). Ο σημερινός αυταπόδεικτος διαχωρισμός μεταξύ χώρου παραγωγής και αποθήκης (ένα σούπερ μάρκετ είναι απλώς μια αποθήκη στην οποία πληρώνεις) θα εξαφανιστεί. Για άλλη μια φορά, αυτό δεν σημαίνει ότι θα τρώμε και θα χρησιμοποιούμε μόνο ότι καλλιεργούμε και φτιάχνουμε ως άτομα ή ως τοπική ομάδα.

Το πρώτο βράδυ της παρισινής εξέγερση του 1830, «συνέβη να πυροβοληθούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και ταυτόχρoνα, τα ρολόγια των πύργων σε πολλά σημεία του Παρισιού» (W. Benjamin), όπως ανέφερε ένας αυτόπτης μάρτυρας ο οποίος έγραψε σχετικά με «πυροβολισμούς στις πλάκες των ρολογιών για να σταματήσει η μέρα». Σήμερα, οι πριμιτιβιστές μερικές φορές αρνούνται να φορέσουν ρολόγια και δεν θα κανονήσουν μια συνάντηση στις 10:00 ή τις 16:00, μόνο στη δύση ή ανατολή του ηλίου. Μια μελλοντική κοινωνία ίσως να συνεχίσει να προτιμά τη χρήση διαφόρων τύπων ρολογιών, αλλά οι εξεγερμένοι του 1830 είχαν μια διορατικότητα για την επερχόμενη τυρρανία του υπολογισμένου χρόνου.

*[Σ.τ.Μ.]: Ο αγγλικός τίτλος του «λήμματος» είναι «Time (is of the essence)», δηλαδή, ο χρόνος πολύτιμος. Αυτός ο όρος υπάρχει στην Αγγλία και στις ΗΠΑ σε συμβόλαια, όταν χρειάζεται να τονιστεί ότι η συμφωνία πρέπει να εκπληρωθεί εντός μιας συγκεκριμένης προθεσμίας, και σε αντίθετη περίπτωση το πρόσωπο που δεν έπραξε όσα υποχρεούταν εντός της προθεσμίας θεωρείται ότι παραβίασε το συμβόλαιο.

Ph. K. Dick, A Scanner’s Darkly, 1977.

The Housing Monster, prole.info

Barbara Garson, The Electronic Sweatshop: How Computers are Transforming the Office of the Future into the Factory of the Past, εκδόσεις Penguin.

Marx, Grundrisse, Notebook VII, ενότητα «Contradiction between the foundation of bourgeois production (value as measure) and its development. Machines, etc», https://www.marxists.org/archive/marx/works/1857/grundrisse/ch14.htm

Walter Benjamin, Πάνω στην Έννοια της Ιστορίας: Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας, http://www.sarajevomag.gr

Βλέπε αξία, δουλειά, Καρλ (Μαρξ), μη οικονομία, χρήμα

Χτες

«[…] πολλοί από εμάς τους κομμουνιστές, από μεριάς μας, είμαστε πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι η κομμουνιστικοποίηση των μέσων παραγωγής αναπόφευκτα θα οδηγήσει επίσης και στην κομμουνιστικοποίηση των προϊόντων της εργασίας, και αυτό […] αποτελεί ένα πρόγραμμα επαρκώς μεγάλο ώστε να τεθεί ενώπιον των ανθρώπων της γενιάς μας […]». Έτσι όρισε ο William Morris τη συνεργασία και την κοινότητα το 1887, σε αντίθεση με τον συγκεντρωτισμό «υπό τη κηδεμονία του κράτους». Η πλατφόρμα του, ωστόσο, δεν περιελάμβανε καμία απόρριψη του χρήματος, κι ούτε διερεύνησε την αξία.

Το 1920, όταν μια γαλλική κομμουνιστική/αναρχική εφημερίδα μιλούσε για κομμουνιστικοποίηση (επειδή «η κοινωνικοποίηση έχει γίνει μια διφορούμενη λέξη»), βασικά εννοούσε την «κατάληψη όλου του πλούτου και όλης της εξουσίας από το προλεταριάτο».

Μόνο πρόσφατα η λέξη ξεκίνησε να υποδηλώνει περισσότερα από ένα σύνολο πραγματικών κομμουνιστικών μέτρων: ορίζει μια πρακτική που θα εξελιχτεί από την προλεταριακή εμπειρία αλλά δεν θα χτίσει μια κοινότητα εργασίας. Και το ρήμα κομμουνιστικοποιώ θέτει την έμφαση στην κομμουνιστικοποίηση ως μια συνειδητή ανθρώπινη δραστηριότητα.

Τα λήμματά μας έχουν δανειστεί παραδείγματα από την ιστορία, ενώ έκαναν συχνή χρήση του μέλλοντα χρόνου, λες κι ο κομμουνισμός κινούταν όλο και πιο μακρυά προς μια εποχή που μέλλει να ‘ρθεί. Γιατί είναι δύσκολο να μιλήσουμε για κομμουνιστικοποίηση στο σήμερα;

Την εποχή του Μαρξ και αργότερα, η κομμουνιστική θεωρία δεν είχε τέτοιο πρόβλημα. Παρότι ο Μπορντίγκα έγραψε «είμαστε οι μόνοι που βρήκαμε τη δραστηριότητά μας στο μέλλον», ονόμασε την μακρά σειρά άρθρων του The Thread of Time [Το Νήμα του Χρόνου], διαιρώντας το καθένα σε τρία μέρη: «Σήμερα – Χτες – Αύριο». Για τον Μαρξ, ούτως ή άλλως, η κομμουνιστική θεωρία κινούταν παράλληλα με τη συσσώρευση ισχύος του εργατικού κινήματος. Για τον Μαρξ, παρόλες τις αδυναμίες τους, τα σοσιαλιστικά κόμματα και τα συνδικάτα ήταν «το πραγματικό κίνημα», το συχνά ανεπαρκές αλλά κινούμενο προς τα εμπρός όχημα μιας ταξικής πάλης η οποία τελικά (οιονεί αναπόφευκτα) θα καταλάμβανε την κοινωνία και θα δημιουργούσε μια κοινότητα εργασίας των συνεταιρισμένων παραγωγών. Εν συντομία, το προλεταριάτο ταυτιζόταν με την εργατική τάξη, κι η επανάσταση αποτελούσε το τελευταίο αποφασιστικό βήμα της εξέλιξης της ταξικής πάλης. Οπότε, υπήρχε μια εμφανής σύνδεση μεταξύ των σκαμπανεβασμάτων του παρόντος και των μελλοντικών τους αποτελεσμάτων. Υπήρξαν υφέσεις (η δεκαετία του 1850), κορυφώσεις (το 1871) και συντριπτικές ήττες, αλλά η αναπτυσσόμενη κοινωνική και πολιτική ισχύς των εργατικών τάξεων προετοιμαζόταν για την μετατροπή του κόσμου σε έναν κόσμο των εργατών.

Τον 20ό αιώνα, ιδίως μετά τη δεκαετία του 1920, οι κομμουνιστικές μειονότητες βρέθηκαν σε δύσκολη θέση, αλλά για παράδειγμα η γερμανο-ολανδική «συμβουλιακή» αριστερά υπήρξε ικανή να διατηρήσει μια άμεση σύνδεση μεταξύ του παρόντος και του μέλλοντος. Αν ο κομμουνισμός ισούται με την εργατική διαχείριση στο μέλλον, οι παρούσες εργατικές προσπάθειες αυτοδιαχείρισης των αγώνων πρέπει να ερμηνευτούν ως θετικά βήματα προς μια επανάσταση που θα ‘ρθεί. Το πρόβλημα είναι η εργατική τάξη να πάρει και να διατηρήσει πραγματικά την εξουσία και να μην την παρατήσει σε μια γραφειοκρατική τάξη όπως συνέβει στη Ρωσία. Συνοπτικά, αυτή η άποψη ανερχόταν στο κεντρικό δόγμα ότι η εργατική αυτονομία είναι ουσιώδης σήμερα και πρέπει να προωθηθεί ως το κλειδί για την αυριανή χειραφέτηση.

Το ξέσπασμα της δεκαετίας του 1970, ιδίως όταν η Ιταλία πλησίασε προς έναν εμφύλιο πόλεμο το 1977, αποτέλεσε ένα σημαντικό ορόσημο για την μετατόπιση αυτής της οπτικής. Ένα ιστορικό οριακό σημείο μας ώθησε να οξύνουμε την εστίασή μας.

Παρότι ο κόσμος σήμερα, όσο και χτες, δομείται από τη τάξη, υπάρχει μια ανεπάρκεια στον πυρήνα της ταξικής θεωρίας όπως συνηθίζαμε να τη γνωρίζουμε.

Αν ο κομμουνισμός δεν είναι η απελευθέρωση της εργασίας από το κεφάλαιο, αλλά των εργατών από την εργασία, αν η επανάσταση είναι η καταστροφή της εργασίας από τους εργάτες, η επαναστάση δεν μπορεί να εξισωθεί με την κατάληψη του κόσμου από την εργατική τάξη. Οπότε ο κομμουνισμός δεν είναι απλώς το τελικό βήμα μιας σειράς σκαμπανεβασμάτων των αγώνων της εργασίας εναντίον του κεφαλαίου. Είναι αυτό, και είναι περισσότερα απ’ αυτό. Ο σύνδεσμος μεταξύ της αντίστασης στον καπιταλισμό και την κοινωνική επανάσταση δεν είναι πλέον άμεσος. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι το παρόν και το μέλλον δεν είναι τόσο καθαρά συνδεδεμένα όπως παλιότερα.

Η ταξική πάλη είναι το μόνο πεδίο που έχουμε, όμως έως τώρα η ταξική πάλη έχει διατηρήσει τον εαυτό της χωρίς να γεννήσει την κομμουνιστική επανάσταση. Κανένας διαλεκτικός ελιγμός δεν μπορεί να το αποφύγει αυτό.

Μια εποχή πλησιάζει προς το τέλος της, κι είμαστε ακόμη ανίκανοι να διαβάσουμε τα σήμαδια της νέας εκρηκτικής περιόδου.

Η κομμουνιστικοποίηση είναι μια έννοια, όχι μια συνολική θεωρία. Αλλά είναι η έννοια μιας διαφορετικής εποχής, της δικής μας.

W. Morris, The Policy of Abstention, 1887.

Le Soviet #3, Μάρτιος 1920, archivesautonomies.org

Αμαντέο Μπορντίγκα, Sul Filo del Tempo, 1949-55, sinistra.net (στα ιταλικά και γαλλικά).

Italy 1977-78: Living with an Earthquake, Red Notes, 1978, libcom.org

L. de Mattis, «What is Communisation?», SIC #1, 2011, sicjournal.org

Βλέπε αμφισβήτηση, δουλειά, Καρλ (Μαρξ)

Χωρίς Ταμπέλες

Όπως τα καρτελάκια παρουσιάζουν το όνομα εκείνων που τα φορούν, ο πολιτικός λόγος αποτελεί μια πολιτική πινακίδα. Κομμουνισμός… τώρα κομμουνιστικοποίηση. Δεν ξέρουμε πως οι κομμουνιστές εξεγερμένοι θα αυτοαποκαλεστούν, αλλά κατά πάσα πιθανότητα όχι «κομμουνιστές». Ο 20ός αιώνας έδωσε στον κομμουνισμό κακή φήμη.

«Κάθε επαναστατική θεωρία πρέπει να εφεύρει τους δικούς της όρους», έγραψαν οι καταστασιακοί:

«Είναι αδύνατο να ξεφορτωθούμε έναν κόσμο χωρίς να ξεφορτωθούμε τη γλώσσα που τον υποκρύπτει και τον προστατεύει […] Οι λέξεις που σφυρηλατήθηκαν από την επαναστατική κριτική είναι σαν τα όπλα των παρτιζάνων: εγκαταλελειμένα στο πεδίο της μάχης, πέφτουν στα χέρια της αντεπανάστασης. Και όπως οι αιχμάλωτοι πολέμου, υπόκεινται σε καταναγκαστική εργασία. […] Οι έννοιες της ριζοσπαστικής κριτικής υποφέρουν την ίδια μοίρα με το προλεταριάτο: αποστερούνται την ιστορία τους, αποκόπτονται από τις ρίζες τους. […] Το να αρνηθούμε στους εαυτούς μας τη χρήση μιας λέξης σημαίνει να αρνηθούμε στους εαυτούς μας ένα όπλο που χρησιμοποιείται από τους αντιπάλους μας».

Ο «κομμουνισμός» δεν είναι η μόνη λέξη που υπόκειται σε καταναγκαστική εργασία:

Το 1974, ένα Εργατικό Συμβούλιο στo Ulster συντόνισε μια γενική απεργία ηγούμενη από νομοταγείς κατοίκους του Ulster που αντιτίθεταν στις παραχωρήσεις προς τους Ιρλανδούς εθνικιστές, στην πραγματικότητα σε στήριξη των προτεσταντικών προνομίων επί των καθολικών. Δεν ήταν απρεπές που αυτοαποκαλούνταν Εργατικό Συμβούλιο, καθώς πολλοί προτεστάντες εργάτες έλαβαν μέρος στην απεργία (υπήρχαν 100 καθολικοί στο εργατικό δυναμικό των 10.000 ανθρώπων στα ναυπηγεία Harland & Wolff, την μεγαλύτερη βιομηχανική εταιρεία στο Μπέλφαστ εκείνη την εποχή).

Δεν υπάρχει λόγος να κολλάμε στις κακοτυχίες ενός όρου όπως η ελευθερία: η οργουελική Νέα Γλώσσα κι η ήπια γλώσσα ανταγωνίζονται να τον γεμίσουν και να τον αδειάσουν από νοήματα.

Όταν γεννήθηκε, ο σοσιαλισμός δεν είχε τίποτα πέρα από μια εκπληκτική απλότητα. Για πολλούς ανθρώπους, εξέφραζε την αντίθεσή τους με την ατομικιστική εξέλιξη των μοντέρνων καιρών. Για μερικούς σαν τον Σαιν-Σιμόν, σήμαινει να γίνει ο κόσμος συνεπής με την ιστορική εξέλιξη που ξεκίνησε με την Βιομηχανική επανάσταση: απαλλαγή από τις ξεπερασμένες άρχουσες τάξεις και προώθηση μιας δημοκρατίας των παραγωγών και των επιχειρηματιών. Αυτή η ατζέντα εκπληρώθηκε από τον καπιταλισμό ο οποίος ήταν απασχολημένος με την κοινωνικοποίηση του κόσμου με τον δικό του τρόπο. Παρότι το σοσιαλδημοκρατικό «πρόγραμμα κοινωνικοποίησης» τέθηκε σε εφαρμογή στην πραγματικότητα μόνο μετά το 1945, από τις αρχές του 20ού αιώνα ο σοσιαλισμός είχε αρχίσει να στερείται περιεχομένου. Η σύγχυση έφτασε σε ένα λογικό μέγιστο όταν οι φιλελεύθεροι είπαν «Είμαστε σοσιαλιστές τώρα», κι η ακροδεξιά αυτοαποκαλέστηκε εθνικοσοσιαλιστική.

Καθώς ο σοσιαλισμός ευτελιζόταν και αποσυνθέτονταν, ο κομμουνισμός έφτασε να σημαίνει την αυθεντικότητα, η οποία θα επιτευχθεί μέσω μαζικών κομμάτων αντιτιθημένων στα συνδικάτα και την εργασία της ταξικής συνέργειας. Ο λενινισμός κι αργότερα ο σταλινισμός δεν είχαν απήχηση λόγω της έμφασής τους στη βίαιη επανάσταση εν αντιθέσει με την ειρηνική μεταρρύθμιση: οι υποστηρικτές του Κομμουνιστικού Κόμματος δεν ήθελαν περισσότερο τις εξεγέρσεις απ’ ότι οι ψηφοφόροι των Εργατικών. Εκείνο που τους έλκυσε περισσότερο υπήρξε η πλήρης δέσμευση του Κομμουνιστικού Κόμματος σε μια σχεδιασμένη ανάπτυξη που θα ωφελούσε πραγματικά τους κοινούς ανθρώπους. Όπως συνήθιζε να λέει το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, «Ο κομμουνισμός είναι ο αμερικανισμός του 20ού αιώνα», ο μεγάλος οργανωτής και παράγοντας διευκόλυνσης, και ο δημιουργός της ιστορίας. Εκκατομύρια ανθρώπων υποστήριξαν τον Στάλιν επειδή είχε νικήσει τον Χίτλερ, κι επίσης λόγω εκείνου που νόμιζαν ότι ήταν ρώσικη οικονομική επιτυχία, με απόδειξη τη νίκη του Κόκκινου Στρατού το 1945. Για αυτούς, ο κομμουνισμός ήταν νεωτερικότητα καθώς και δικαιοσύνη, με μια βαθιά πίστη κοινότητας βασισμένης στη τεχνολογική πρόοδο. Στην μετα-1917 Ρωσία, ο ηλεκτρισμός υπήρξε την ίδια στιγμή μια «σύγχρονη πηγή ενέργειας» και «το έμβλημα του θριάμβου επί των σκοτεινών δυνάμεων της αμάθειας, της δεισιδαιμονίας, της θρησκείας και της ασθένειας» (R. Stites).

Τώρα, ο ουτοπικός επιστημονικός μύθος τέλειωσε. Αν ο «κομμουνισμός» είναι τόσο απαξιωμένος όσο ο «σοσιαλισμός», δεν είναι μόνο λόγω των γκουλάγκ: η χίμαιρα της επαγόμενης από την ανάπτυξη ευτυχίας έχει μαραζώσει, και το καταναλωτικό όνειρο έχει ξινίσει. Οι άνθρωποι του 21ου αιώνα δεν φαντασιώνονται τη τιθάσευση της φύσης, απορρίπτουν τους Φράνσις Μπέικον και Ντεκάρτ, κι η δική τους χώρα των θαυμάτων θα είναι μάλλον το αντίθετο: βιώσιμη, μικρής κλίμακας και φιλική προς το περιβάλλον βιομηχανία ικανή να παρέχει τα προνόμια της ανάπτυξης (υπολογιστές και ιατρική φροντίδα υψηλής επίδοσης) χωρίς τα μειονεκτήματά της (φαινόμενο του θερμοκηπίου και επιτήρηση από το NSA). Αν ακόμη πιστεύουν στο «κοινό», το θέλουν τώρα, και η θεωρία των «κοινών» τους ταιριάζει, είτε στις ριζοσπαστικές είτε στις μετριοπαθείς εκδοχές της.

Οπότε, αν δεν είναι ο κομμουνισμός, και πιθανότατα ούτε η κομμουνιστικοποίηση, τότε ποια θα είναι η ταμπέλα; Ίσως οι εξεγερμένοι θα είναι κουρασμένοι από αυτό που ο Victor Klemperer αποκάλεσε «απαξίωση των υπερθετικών». Ίσως να προτιμήσουν να βιώσουν το σκοτάδι μιας εκλειπούσας λέξης, και θα πρέπει να τα βγάλουν πέρα με άστοχους όρους, έως ότου να ολοκληρώσουν τη φράση.

Για να παραθέσουμε ξανά την ΚΔ, «οι λέξεις είναι ανυπότακτες», το οποίο είναι εξίσου καλό.

Mustapha Khayati, «Captive Words: Preface to a Situationist Dictionary», Situationist International #10, 1966.

T. P. Coogan, The IRA, αναθεωρημένη έκδοση από τις εκδόσεις HarperCollins.

J. Grandjonc, Communisme, Kommunism/Communism, 1785-1842, Ed. des Malassis, 2013.

R.Stites, Revolutionary Dreams: Utopian Visions & Experimental Life in the Russian Revolution, εκδόσεις Oxford U.P.

V. Klemperer, The Language of the Third Reich, εκδόσεις Bloomsbury Academic.

Βλέπε αμφισβήτηση, εξέγερση, Καρλ (Μαρξ), συσκότιση, Τζόττο

Zomias

Η λέξη zomi (που σημαίνει «ορεσίβιος» σε διάφορες τοπικές γλώσσες) χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει μια περιοχή που επικαλύπτει τα σύνορα του Λάος, της Ταϊλάνδης, της Μιανμάρ και της Νοτιοδυτικής Κίνας, όπου περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στο περιθώριο των κρατών και των αυτοκρατοριών – και αντιστεκόμενοι σε αυτά. Η «Zomia» αποτελείται από κυρίως ισότιμες και συχνά νομαδικές αγροτικές κοινωνίες. Έχει εννοιολογηθεί από τον James Scott ως μια ημιαυτόνομη ζώνη όπου επί αιώνες ο πληθυσμός έχει καταφέρει να αποφύγει (τα περισσότερα από) τα κακά του πολιτισμού: τη δουλεία, τη φορολόγηση, την καταναγκαστική εργασία, τον πόλεμο… Χρήμα υπάρχει, αλλά όχι και συνολική εμπορευματοποίηση της ζωής.

Αυτή η αντίληψη έχει εγείρει διένεξη. Οι επικριτές διατείνονται ότι εξιδανικεύει κοινωνίες οι οποίες δεν είναι απρόσβλητες από διαιρέσεις και συγκρούσεις. Η συγγένεια πιθανώς επιτρέπει περισσότερο «ανθρώπινες» σχέσεις από την κρατική διακυβέρνηση, αλλά έρχεται μαζί με την καθυπόταξη των γυναικών. Το άτομο ίσως να είναι η αστική μορφή της ελευθερίας, αλλά η παραδοσιακή κοινότητα διαφεντεύει επί των μελών της. Οι συλλογικοί μύθοι ίσως να φαίνονται σε εμάς τους Δυτικούς περισσότερο αποδεκτοί από τις καθιερωμένες θρησκείες, αλλά μπορούν να είναι εξίσου καταπιεστικοί. Εν τέλει, μερικές ομάδες (για παράδειγμα οι Hmong στους πολέμους της Ινδοκίνας) έπρεπε να συμμαχήσουν με ένα κράτος ενάντια σε ένα άλλο για να διαφυλάξουν την αυτονομία τους.

Αφήνοντας κατά μέρος τη διένεξη, από την οπτική της κομμουνιστικοποιητικής διαδικασίας, η Zomia μας προειδοποιεί ενάντια στη τάση του να εξομαλύνουμε το ακανόνιστο μονοπάτι της εξέλιξης σε μια ευθεία γραμμή. Με το μέτρο της ιστορίας, το χρονικό διάστημα του λεγόμενου σύγχρονου προλεταριάτου -μερικούς αιώνες το περισσότερο- έχει υπάρξει σχετικά μικρό. Η Zomia επίσης μας προειδοποιεί ενάντια στον ευρωκεντρισμό ή τον κομμουνισμό επικεντρωμένο στη βιομηχανία. Ο στόχος μας δεν είναι να «αναπτύξουμε» ή να βοηθήσουμε στην ανάπτυξη των «χτυπημένων από τη φτώχεια» ή «προκαπιταλιστικών» περιοχών. Όταν μας λένε ότι το γήπεδο ράγκμπυ των Dallas Cowboys καταναλώνει περισσότερη ενέργεια τον χρόνο απ’ ότι ολόκληρη η Λιβερία (σύμφωνα με στοιχεία του 2013), πρέπει να συμπεράνουμε ότι θα έπρεπε να εξισώσουμε τα αντίστοιχά τους επίπεδα κατανάλωσης με τα δικά μας;

Ο Λένιν όρισε τον κομμουνισμό ως «Σοβιέτ συν ηλεκτρισμός». Οι ριζοσπάστες σήμερα μάλλον θα έλεγαν «Αυτονομία συν οικολογία», με καθολική πρόσβαση στο διαδίκτυο έως και στις πιο απομακρυσμένες γωνίες της Αφρικής. (Το ίδιο άτομο που είναι στέκεται σθεναρά ενάντια στα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια ταυτόχρονα ελπίζει όλοι να έχουν ένα κινητό, χωρίς να διερωτάτε για το υπόστρωμα της τεχνολογίας αιχμής: από που προέρχονται ο ηλεκτρισμός – και τα σπάνια μέταλλα;).

Αυτό που μπορούν να συνεισφέρουν οι κάτοικοι της Zomia δεν είναι οι κοινοτικοί τρόποι ζωής τους όπως αυτοί είναι τώρα (ή ήταν έως πρόσφατα), αλλά το πως θα μπορούσαν κι οι δύο να αναγεννηθούν και να τροποποιηθούν βαθέως από την κοινωνική επανάσταση σε ολόκληρη την περιοχή. Η ρωσική αγροτική κοινότητα (mir) υπήρξε αρκετά σημαντική ώστε ο Μαρξ κι ο Ένγκελς το 1882 να γράψουν ότι «Αν η Ρώσικη Επανάσταση γίνει το σήμα για μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, ώστε και οι δύο να συμπληρώσουν η μία την άλλη, η παρούσα ρωσική κοινή ιδιοκτησία της γης ίσως να υπηρετήσει ως το σημείο αφετηρίας για μια κομμουνιστική εξέλιξη».

Στην αντιλαϊκιστική τους πολεμική, ο Λένιν κι άλλοι σοσιαλιστές οδηγήθηκαν στο να αρνηθούν τη σημασία του ζητήματος: γι’ αυτούς, ο σοσιαλισμός βασιζόταν στη βιομηχανική ανάπτυξη. Εν πάσει περιπτώσει, μια κομμουνιστική επανάσταση δεν θα είχε αναπτυχθεί από την mir όπως ήταν: η ομαλή αναδιανομή της γης κι η συνεργασία επιτηρούνταν από τον pater familias [οικογενειάρχη-ιδιοκτήτη]. Η αυτοδιοίκηση σήμαινε τη κυριαρχία των γηραιών. Προ- ή ακόμη και αντί- καπιταλιστικές αδελφότητες κλίνουν προς τον κομφορισμό και συνήθως αποκλείουν τις γυναίκες. Τα εκτενή οικογενειακά δίκτυα και οι γειτονιές είναι δεσμοί και με τις δύο έννοιες της λέξης [και δεσμοί και δεσμά]. Η κοινότητα εγείρει το ερώτημα του τι αφορά το «κοινό» [common].

«Εκείνο που απορρίπτουμε είναι η φιλοσοφία που αντιθέτει την ελεύθερη βούληση με τον ντετερμινισμό. Αυτός ο διαχωρισμός αντανακλά την αντίθεση μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου, και μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας. Αποτελεί μια έκφραση της ανομίας του ατόμου και της ανικανότητάς του να κατανοήσει τις ίδιες τις ανάγκες του ώστε να τις ικανοποιήσει» (A World Without Money).

Οι κυβερνήσεις τώρα χειραγωγούν τις παραδόσεις των αυτόχθονων, όπως τη sumak kawsay («καλή ζωή» στα Quechua) που περιλαμβάνεται στο σύνταγμα του 2008 του Εκουαδόρ. Καθώς το δυτικό «παραγωγίστικο» μοντέλο δυσλειτουργεί, οι από καιρό καθιερωμένες συνήθειες γίνονται περίσσοτερο χρήσιμα πολιτικά στηρίγματα. Εν μέρει είναι καλές προθέσεις. Εν μέρει είναι ένα τέχνασμα για την απόσπαση της προσοχής από τις αντιφάσεις του λατινοαμερικάνικου αγωνιζόμενου ρεφορμισμού.

Οι λεγόμενες «προκαπιταλιστικές» περιοχές θα λάβουν μέρος στην κομμουνιστικοποίηση εφόσον θα επιτύχουν πολλά περισσότερα από την επανεπιβεβαίωση των παραδοσιακών τους δεσμών: θα χρησιμοποιήσουν και θα αντικαταστήσουν αυτούς τους δεσμούς ταυτοχρόνως. Προφανώς, αυτό είναι ανέφικτο στην απομόνωση, και πιθανό μόνο αν κοινωνικά ρήγματα συμβούν κι αλλού. Μην ξεχνάμε ότι ζώνες «Zomia» υπάρχουν επίσης και στις λεγόμενες μοντέρνες χώρες: υπάρχουν περισσότερες από μία Zomia σε αυτό τον πλανήτη, γι’ αυτο κι ο πληθυντικός με το τελικό «-s» στον τίτλο του τελευταίου αυτού λήμματος.

J.C. Scott, The Art of Not being Governed: An Anarchist History of Upland Southeast Asia, εκδόσεις Yale U.P.

Λένιν, Our Foreign & Domestic Position & Party Tasks, 1920.

Καρλ Μαρξ, First Draft of his Letter to V. Zasulich, 1881.

Καρλ Μαρξ & Φρίντριχ Ένγκελς, Πρόλογος για τη Ρώσικη Έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, 1882.

F. Venturi, Roots of Revolution: A History of Populist & Socialist Movements in 19th Century Russia, εκδόσεις Weidenfeld & Nicolson.

Carlos Zorrilla, Earth Day 2014 – Sumak Kawsay, A New Conservative Force, or a Farce, 2014, decoin.org

Βλέπε εξέγερση, καθημερινή ζωή, Καρλ (Μαρξ), κατοικία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s