Home

Παραθέτουμε παρακάτω την μετάφραση του κειμένου «The Gender Distinction in Communization Theory» της P. Valentine από το πρώτο τεύχος του περιοδικού Lies που εκδόθηκε το 2012. Μια πρώιμη εκδοχή του κειμένου είχε εκδοθεί στο περιοδικό MUTE υπό τον τίτλο «The Gender Rift in Communization».

Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης προσπαθεί να επιτύχει εκείνο που μόνο μια μειοψηφία μαρξιστριών φεμινίστριων έχει προσπαθήσει τα τελευταία 50 χρόνια ερευνών: να επαναδιατυπώσει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής ως συγκροτημένο τόσο στη σχέση αντρών/γυναικών όσο και στη ταξική σχέση[1]. Αυτό που θα μπορούσε ιδεατά να αναδυθεί από ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ένα «ενιαίο σύστημα» στο οποίο η έμφυλη σχέση κι η ταξική σχέση αποτελούν εξίσου αναγκαία στοιχεία εντός μιας ολότητας, αντί για την υπαγωγή της μίας [σχέσης] στην άλλη ή την έγερση ενός «διπλού συστήματος» δύο διαφορετικών κι αυτόνομων συστημάτων πατριαρχίας και καπιταλισμού. Λέμε ότι η κομμουνιστικοποίηση «προσπαθεί» αυτό το εγχείρημα επειδή μία από τις κύριες παρεμβάσεις της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης έχει υπάρξει η θεωρητικοποίηση του κομμουνισμού ως η κατάργηση όχι μόνο των καπιταλιστών, αλλά επίσης και των εργατών· της ίδιας της εργασίας, οπότε και της αξίας· της ίδιας της σχέσης της μισθωτής εργασίας, οπότε και της διάκρισης μεταξύ «εργασίας» και «ζωής». Αυτή η τελευταία διάκριση αποδίδεται σε μια ποικιλία όρων συμπεριλαμβανομένων των εννοιολογικών διπόλων δημόσιου/ιδιωτικού· κοινωνικού/μη κοινωνικού· δημόσιου/οικογενειακού, και κατανοείται σχεδόν κατηγορηματικά από τους θεωρητικούς του φύλου ως βασικό στοιχείο στην παραγωγή του φύλου.

Η αφετηρία της κομμουνιστικοποίησης βρίσκεται στην απαίτηση για την κατάργηση των θεμελιώδων υλικών στοιχείων της αναπαραγωγής του φύλου – η διάκριση της κοινωνικής ζωής σε δύο «σφαίρες». Αυτό συνεπάγεται μια ανάλυση του συστήματος του φύλου και της τάξης ως μια ενότητα, κι επειδή εστιάζει στο δυαδικό φύλο ως υλική σχέση εκμετάλλευσης ή καταπίεσης, στην οποία οι δύο πλευρές παράγονται αντί να δίνονται, διατυπώνει επίσης την πατριαρχία με τέτοιο τρόπο που ανοίγει λεωφόρους προς νέες και πιο αυστηρές θεωρίες για την έμφυλη καταπίεση, οι οποίες στέκονται ικανές να συνδέσουν την εκμετάλλευση και την καταπίεση των γυναικών με τη βία και την καταπίεση που βασίζεται στην ετεροκανονικότητα και τη cis κανονικότητα[2]. Ωστόσο, μέχρι την εμφάνιση του έργου της Théorie Communiste (TC) και προσφάτως της Maya Andrea Gonzalez, οι συζητήσεις σχετικά με την κομμουνιστικοποίηση είχαν αγνοήσει τελείως το φύλο. Σήμερα, πολλοί απλώς προσθέτουν το φύλο στη λίστα των πραγμάτων που θα καταργηθούν μέσω της κομμουνιστικοποίησης, το οποίο δεν ισοδυναμεί με κάτι παραπάνω από άλειμμα του βουτύρου της ριζοσπαστικής πολιτισμικής θεωρίας του φύλου στο ψωμί της κομμουνιστικοποίησης[3]. Μια περισσότερο ή λιγότερο ιδεαλιστική κριτική του δυαδικού φύλου, των ουσιοκρατικών ταυτοτήτων «γυναίκα» και «άντρας», η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει τόσο στην καταστροφή τους όσο και στον πολλαπλασιασμό τους, επισυνάπτεται στη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης χωρίς να επηρεάζει την έννοια του τι συγκροτεί την καπιταλιστική ολότητα. Η απλή μετατόπιση από τη γυναικεία χειραφέτηση στην κατάργηση του φύλου που αποδίδεται σε αυτούς τους βασικούς όρους, εκπροσωπεί μικρή πρόοδο στη θεωρία επί της καλά πεπατημένης «μεταμοντέρνας» μετατόπισης προς την απο-ουσιοποίηση της ταυτότητας (μια σημαντική κίνηση, αλλά όχι ιδιαιτέρως καινούρια ή σπάνια). Όπως έχει γράψει η TC,

Αν η κατάργηση της έμφυλης διάκρισης είναι αναγκαία από την άποψη της «επιτυχίας» της κομμουνιστικοποίησης, δεν γίνεται στο όνομα της κατάργησης όλων των μεσολαβήσεων της κοινωνίας. Είναι λόγω του συμπαγούς κι άμεσου χαρακτήρα της που η αντίφαση μεταξύ αντρών και γυναικών επιβάλλεται στην «επιτυχία» της κομμουνιστικοποίησης, εναντία σε όσα αυτή η σχέση συνεπάγεται με όρους βίας, αορατότητας κι απόδοσης μιας κατώτερης θέσης[4].

Μόνο μια ουσιαστική θεωρία για την παραγωγή κι αναπαραγωγή του φύλου στον καπιταλισμό μπορεί να αποδώσει πραγματικό, μη ιδεαλιστικό περιεχόμενο στην κατάργηση του φύλου. Τα σημαντικά ερωτήματα είναι: τι είναι η «γυναίκα» κι ο «άντρας», τι είναι η έμφυλη σχέση και ποια η σχέση της με τη τάξη; Οι εκκολαπτόμενες αναμίξεις της τάσης της κομμουνιστικοποίησης στη θεωρία του φύλου τείνουν προς δύο κύριες παραλείψεις: την αποφυγή της προβληματικής της φυλής και της σχέσης της με την τάξη και το φύλο, και την εκτόπιση της ανάλυσης της σεξουαλικής βίας στο περιθώριο της παραγωγής κι αναπαραγωγής της έμφυλης διάκρισης. Μολαταύτα, μερικές από τις θεωρίες για την κομμουνιστικοποίηση, όπως έχουμε αναφέρει, είναι εξαιρετικά προκλητικές προς μια περισσότερο γενική και ακριβής έκθεση του κεφαλαίου, η οποία περιλαμβάνει αυστηρώς εντός του πεδίου της όλα αυτά τα ζητήματα.

Το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης για το φύλο

Τα αρχικά κείμενα της TC σχετικά με το φύλο ισχυρίζονταν: «είναι άμεσα εμφανές ότι όλες οι κοινωνίες βασίζονται σε μια διπλή διάκριση: μεταξύ φύλων και μεταξύ τάξεων» και «η απόδειξη της κατάργησης των φύλων θα είναι μια επανάσταση εντός της επανάστασης». Τα αρχικά κείμενα -«Gender distinction, programmatism and communisation» και τα δύο παραρτήματα, «Gender-Class-Dynamic» και «Comrades, but Women»[5]- δημοσιευμένα στο Théorie Communiste 23, βρίθαν ακόμη εσωτερικής σύγκρουσης κι έντασης σχετικά με το πως ακριβώς να περιγραφτεί η υλική βάση για την έμφυλη διάκριση και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τη ταξική σχέση. Η ισχυρότερη και περισσότερο προκλητική τους ανάλυση (η οποία δεν αναφέρεται συχνά από άλλες αντροκρατούμενες θεωρητικές συλλογικότητες) έθετε επί τάπητος τον ρόλο και την εμπειρία των γυναικών στη ταξική πάλη. Η TC κατανοεί ότι οι γυναίκες βιώνουν ένα τελείως διαφορετικό πεδίο καταπίεσης κι εκμετάλλευσης από τους άντρες, με αποτέλεσμα όποτε εξεγείρονται, αυτός ο ξεσηκωμός θέτει υπό αμφισβήτηση τις διαφορικές θέσεις των αντρών και των γυναικών – ονομαστικά, ότι οι άντρες επιτελούν την ιδιοποίηση των γυναικών και ότι οι γυναικές είναι εκείνες, τις οποίες οι άντρες τους ιδιοποιήθηκαν (ακόμη, κι ιδίως, από τους άντρες που υποτίθεται ότι είναι «σύντροφοί» [comrades] τους). Όταν οι γυναίκες θέτουν υπό αμφισβήτηση αυτή την ιδιοποίηση, οι άντρες αντεπιτίθενται, μαχόμενοι εναντίον των γυναικών, σε μια προσπάθεια να βάλουν τις γυναίκεις «πίσω στη θέση τους»[6]. Όπως ο Lyon, μέλος της TC, λέει σε ένα πρόσφατος τεύχος του περιοδικού SIC: «Η υπεράσπιση της αντρικής συνθήκης είναι η υπεράσπιση της αντρικής κυριαρχίας. Είναι η υπεράσπιση της ύπαρξης δύο διαχωρισμένων σφαιρών δραστηριότητας»[7].

Ωστόσο, το πραγματικό υλικό έδαφος της έμφυλης διάκρισης δεν έχει ακόμη σχηματιστεί πλήρως σε αυτά τα πρώιμα κείμενα. Η έννοια των διαχωρισμένων «σφαιρών» ή «πεδίων» τέθηκε συγκροτημένα, αλλά η υλική γένεση κι αναπαραγωγή της διάκρισης μεταξύ των σφαιρών αυτών, καθώς κι η συνεπής περιγραφή των «γυναικών» ως χαλαρά αλλά όχι συστηματικά συνδεδεμένες με «βιολογικά» χαρακτηριστικά όπως η τεκνοποίηση, τα χρωμοσώματα XX, το στήθος, ο κόλπος κλπ, δεν ερμηνεύτηκε. Συγκεκριμένα, απέδωσαν την παραγωγή των «γυναικών» (την οποία γενικώς εξισώνουν με την παραγωγή της έμφυλης διάκρισης) στο γεγονός ότι η αύξηση του πληθυσμού αποτελεί την «κύρια παραγωγική δύναμη» των ταξικών κοινωνιών.

Όταν ερωτήθηκε περαιτέρω, η TC έγραψε την «Response to the American Comrades on Gender»[8], ένα πυκνό και μακροσκελές κείμενο που άφησε πολλά σημαντικά ερωτήματα αναπάντητα[9]. Πράγματι ισχυρίζονται ότι οι ταξικές κοινωνίες ορίζονται από ένα πλεόνασμα που απαλλοτριώνεται από ένα τμήμα της κοινωνίας, κι ότι «έως την εμφάνιση του κεφαλαίου […] η κύρια πηγή υπερεργασίας υπήρξε η εργασία για την αύξηση του πληθυσμού»[10]. Μπορούμε να το θέσουμε αυτό με πιο συγκεκριμένους όρους λέγοντας: ο τρόπος για την αύξηση της υπερεργασίας στη ταξική κοινωνία είναι η παραγωγή περισσότερων ανθρώπων, κι αυτή γίνεται δύσκολη από τα υψηλά ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας ή/και την ευπάθεια που μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο από το περιβάλλον, τον πόλεμο και τις επιθέσεις. Σε πολλά μέρη, ο μόνος τρόπος για τη διασφάλιση της συνεχιζόμενης παραγωγής πλεονάσματος υπήρξε η διασφάλιση ότι θα γεννιούνταν όσα περισσότερα παιδιά είναι δυνατόν, για να αποφευχθεί μια μείωση του πληθυσμού[11]. Η TC γράφει: «Ο πληθυσμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως η κύρια παραγωγική δύναμη μόνο στον βαθμό που γίνεται η παραγωγική δύναμη της εργασίας (αντί της επιστήμης ή των μέσων παραγωγής, κλπ). Γίνεται η κύρια παραγωγική δύναμη […] στον βαθμό που μια συγκεκριμένη κοινωνική διάταξη έχει ως αντικείμενό της τον πληθυσμό»[12].

Αυτό ξεκινά να απαντά το ερώτημα του «τι είναι η γυναίκα», κι η υπό διαμόρφωση απάντηση είναι πως η γυναίκα είναι εκείνη, την οποία η κοινωνία ιδιοποιείται για τον σκοπό της αύξησης του πληθυσμού. Είναι η κοινωνική ανάγκη της παραγωγής όλο και περισσότερων παιδιών που δημιουργεί τη «γυναίκα». Είναι εύκολο να δούμε επίσης ότι σε περιοχές όπου υπάρχουν έντονες πιέσεις πληθυσμιακής σταθερότητας, κι οπότε έντονη στρατολόγηση γυναικών για συνεχή τεκνοποίηση, είναι αναγκαίο να εγερθούν δριμείες έμφυλες διακρίσεις.

Τόσο η Gonzalez όσο κι η TC διατυπώνουν ορθώς τον τρόπο που αυτό το οντολογικώς αμελητέο χαρακτηριστικό (η τεκνοποίηση) έρχεται να παράσχει τις βάσεις σε μια ιεραρχημένη κοινωνική σχέση:

Η κατοχή μήτρας είναι ένα ανατομικό χαρακτηριστικό, κι όχι μια άμεση διάκριση, αλλά η «δημιουργός μωρών» είναι κοινωνική διάκριση, η οποία μετατρέπει το ανατομικό χαρακτηριστικό σε φυσική διάκριση. Εντός της φύσεως αυτής της κοινωνικής κατασκευής, αυτού του συστήματος περιορισμού, εκείνο που είναι κοινωνικά κατασκευασμένο -οι γυναίκες- στέλνεται πάντα πίσω στη βιολογία[13].

[…] προσδίδεται μια συγκεκριμένη κοινωνική συνάφεια στη σεξουαλική διαφορά, που δεν θα μπορούσε διαφορετικά να κατέχει. Δίδεται στη σεξουαλική διαφορά αυτή η καθορισμένη σημασία εντός των ταξικών κοινωνιών, όταν η κατηγορία γυναίκα έρχεται να οριστεί από τη λειτουργία ότι τα περισσότερα (αλλά όχι όλα) ανθρώπινα θηλυκά μετέχουν, για μια περίοδο των ζωών τους, της σεξουαλικής αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους. Έτσι, η ταξική κοινωνία αποδίδει έναν κοινωνικό σκοπό στα σώματα: επειδή κάποιες γυναίκες «κάνουν» μωρά, όλα τα σώματα που θα μπορούσαν θεωρητικά να «παράξουν» μωρά υπόκεινται σε κοινωνική ρύθμιση[14].

Αλλά παραμένουν τα ερωτήματα: γιατί και πως; Ενώ αμέτρητες δραστηριότητες γλιστρούν εύκολα μεταξύ των ορίων που διαιρούν τις δύο έμφυλες «σφαίρες», γιατί η τεκνοποίηση όχι απλώς περιορίζεται στη γυναικεία/οικιακή/ιδιωτική/μη-κοινωνική/άμισθη σφαίρα, αλλά τη συγκροτεί; Γιατί, οπότε, η τεκνοποίηση πρέπει να παραμείνει αποκλειστικά οικιακή δραστηριότητα, αν άλλες (καθάρισμα, μπουγάδα, συναισθηματική εργασία) διασχίζουν τις σφαίρες πιο εύκολα; Γιατί δεν έχουμε ξεκινήσει να φτιάχνουμε μωρά σε πειραματικούς σωλήνες; Γιατί η παρένθετη μητρότητα δεν έχει γίνει περισσότερο δημοφιλής (παρόλο που η δημοτικότητά της αυξάνεται δραματικά); Γιατί οι γυναίκες δεν πληρώνονται για να φέρουν μωρά όπως οι περισσότεροι άντρες πληρώνονται για να κατασκευάσουν αγαθά; Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν προκειμένου να εξηγήσουμε γιατί και πώς η τεκνοποίηση μπορεί να γίνει κατανοητή ως η ουσιαστική δραστηριότητα που συγκροτεί τη γυναικεία, άμισθη σφαίρα.

Περαιτέρω, και πιο ουσιαστικά, πώς ξεκινάει, σε οποιαδήποτε βάση (τεκνοποίηση ή όχι), αυτή η ιδιοποίηση των γυναικών; Με άλλα λόγια, ποια είναι η καταγωγή της έμφυλης διάκρισης και πως αναπαράγεται[15]; Αυτά τα ερωτήματα βρίσκονται εκτός του πεδίου του παρόντος άρθρου, αλλά πιστεύουμε ότι οι απαντήσεις και των δύο ερωτημάτων περιλαμβάνουν έμφυλη, φυσική και σεξουαλική βία, στην οποία θα αναφερθούμε συνοπτικά παρακάτω. Επί του παρόντος, αυτά τα ερωτήματα εκτοπίζονται ή δεν τους δίδεται έμφαση εντός της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης.

Το φύλο στο πλαίσιο του κεφαλαίου

Η TC κι η Gonzalez συμφωνούν ότι, όταν το κεφάλαιο ήλθε στο προσκήνιο, υπήρξε μια μετατόπιση στην υλική βάση της ιδιοποίησης των γυναικών, επειδή «Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η κύρια “παραγωγική δύναμη” είναι η ίδια η εργατική τάξη»[16]. Αν η παραγωγή της γυναίκας αναδύεται από μια κατάσταση στην οποία η αύξηση του πληθυσμού αποτελεί την κύρια παραγωγική δύναμη, αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή της γυναίκας αλλάζει θεμελιωδώς στον καπιταλισμό. Ισχυρίζονται ότι «ο προσδιορισμός της δημόσιας σφαίρας» αποτελεί στην πραγματικότητα την «πηγή» της διαφοράς των φύλων, και μπορούμε να συμπεράνουμε πως αυτό γίνεται επειδή η δημόσια σφαίρα επισημοποιεί την ιδιοποίηση των γυναικών στην/ως ιδιωτική σφαίρα. Λόγω της απόλυτης διάκρισης της εργασίας στον καπιταλισμό ως διαχωρισμένης από τις «αναπαραγωγικές δραστηριότητες στην ιδιωτική σφαίρα», βρίσκουμε ότι «το χάσμα μεταξύ παραγωγής κι αναπαραγωγής, σπιτιού και χώρου εργασίας, είναι τέλειο, δομικό και καθοριστικό του τρόπου παραγωγής»[17].

Η TC γράφει:

Ο έμφυλος χαρακτήρας όλως των κατηγοριών του κεφαλαίου σηματοδοτεί τη γενική διάκριση μεταξύ αντρών και γυναικών στην κοινωνία. Αυτή η γενική διάκριση «αποκτά ως κοινωνικό της περιεχόμενο» εκείνο που αποτελεί τη σύνθεση όλων των σεξουαλικών εννοήσεων [sexuations] [18] των κατηγοριών: η δημιουργία της διαίρεσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. […] ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, επειδή στηρίζεται στην πώληση της εργασιακής δύναμης και σε μια κοινωνική παραγωγή που δεν υπάρχει ως τέτοια στην αγορά, απορρίπτει ως «μη κοινωνικές» τις στιγμές της ίδιας της αναπαραγωγής του, οι οποίες ξεφεύγουν από την άμεση υποταγή στην αγορά ή την άμεση διαδικασία παραγωγής: το ιδιωτικό. Το ιδιωτικό είναι το ιδιωτικό του δημόσιου, πάντα σε μια ιεραρχική σχέση ορισμού κι υποταγής στο δημόσιο. Ως γενική διάκριση, και δεδομένου του περιεχομένου της, […] φυσικοποιείται κι υπάρχει πράγματι εντός του πλαισίου αυτής της κοινωνίας ως φυσική διάκριση: όλες οι γυναίκες, όλοι οι άντρες. Δεν αρκεί να πούμε ότι όλες οι κατηγορίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι εγγενώς έμφυλες. Είναι επίσης αναγκαίο να δίνεται μια συγκεκριμένη μορφή σ’ αυτή τη γενική σεξουαλική εννόηση [sexuation]: η διάκριση μεταξύ δημόσιου κι ιδιωτικού όπου οι κατηγορίες άντρες και γυναίκες εμφανίζονται ως γενικές, περισσότερο γενικές ακόμη κι από τις ταξικές διαφορές που παράγονται ως «κοινωνικές» και «φυσικές». Η διάκριση μεταξύ αντρών και γυναικών αποκτά το δικό της περιεχόμενο στο επίπεδό της, συγκεκριμένο στο επίπεδο που παράγεται, δηλαδή, συγκεκριμένο στη διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού: στη φύση (εκείνο που το κοινωνικό έχει παράξει στο εσωτερικό του ως μη κοινωνικό, και το οποίο πράγματι εμφανίζεται ως εμφανές και φυσικό, λόγω της ανατομικής διάκρισης)[19].

Συμφωνούμε ότι οι κατηγορίες της καπιταλιστικής ολότητας είναι έμφυλες· ότι αυτή η σεξουαλική εννόηση [sexuation] εγείρεται από τη διάκριση μεταξύ του πεδίου της μισθωτής εργασίας και του πεδίου του κάτι διαφορετικού. Αλλά είναι η διάκριση μεταξύ «δημόσιου» κι «ιδιωτικού», ή «παραγωγής» κι «αναπαραγωγής» ή «κοινωνικού» και «μη κοινωνικού» η βάση του ιεραρχικού δυαδικού φύλου; Αυτή η αμφιλογία της πραγματικής, υλικής κι ιστορικής φύσης των διαχωρισμένων σφαιρών προδίδει μια περαιτέρω αμφιλογία σχετικά με την πραγματική υλική κατασκευή κι αναπαραγωγή της έμφυλης διάκρισης, πριν κι επί καπιταλισμού. Πώς παράγονται οι γυναίκες και πώς κρατούνται σε μια τέτοια σχέση υπερεκμετάλλευσης κι ιδιοποίησης; Ποιοι είναι οι υλικοί μηχανισμοί που καθιστούν τους άντρες ικανούς να αναπαράγονται ως άντρες, ως σφετεριστές;

Επειδή το κεφάλαιο δεν αντιμετωπίζει με συνέπεια φθίνοντες πληθυσμούς (στην πραγματικότητα, συνήθως συμβαίνει το αντίθετο) τόσο η TC όσο κι η Gonzalez συμφωνούν ότι δεν μπορούμε να διατηρήσουμε την ίδια θεωρία του φύλου όταν το κεφάλαιο εισέρχεται στη σκηνή. Η τεκνοποίηση δεν μπορεί πλέον να είναι η λειτουργική αιτία της ιδιοποίησης των γυναικών στην ολότητά τους, επειδή [η τεκνοποίηση] δεν είναι πλέον η κύρια παραγωγική δύναμη. Σε αυτό το σταυροδρόμι, η Gonzalez συνεχίζει παραταύτα να θέτει τη τεκνοποίηση, ή τη «σεξουαλική αναπαραγωγή», ως το έδαφος των έμφυλων ιεραρχιών εν γένει[20]. Αυτό το επιχείρημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η τεκνοποίηση/σεξουαλική αναπαραγωγή παραμένει κατά κύριο λόγο άμισθη και μη υπαγμένη [στο κεφάλαιο] (επειδή, σύμφωνα με τη Gonzalez, είναι αυτή η άμισθη ποιότητά της που την κάνει ιδιαίτερη), αλλά αυτό δεν μας λέει γιατί αυτές οι δραστηριότητες παραμένουν άμισθες. Ο ισχυρισμός αυτός αφαιρεί το φύλο από μια λογική, δομική κατανόηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, υποβιβάζοντάς το σε ένα βιολογικό χαρακτηριστικό που δεν έχει πλέον αναγκαία κοινωνική σημασία. Σε αυτή την ερμηνεία, επειδή η αύξηση του πληθυσμού δεν αποτελεί πλέον την κύρια παραγωγική δύναμη, δεν έχει λόγο να παραμένει η βάση της έμφυλης διάκρισης, κι οπότε θεωρητικά θα μπορούσε να εξαφανιστεί. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, όπως λέει ρητώς η Gonzalez, η έμφυλη διάκριση θα μπορούσε θεωρητικώς να επιλυθεί εντός του καπιταλισμού μέσω της άφυλης [asexual], τύπου Solanas[21], αναχρονιστικής μεθόδου των παιδιών του σωλήνα[22].

Η TC μερικές φορές τείνει επίσης προς τον ισχυρισμό της Gonzalez[23], αλλά περισσότερο συχνά δίνει έμφαση στον ακόμη περισσότερο υλικό διαχωρισμό των «σφαιρών» που καθίσταται αναγκαίος από την μισθωτή σχέση ως υλική βάση του φύλου για το κεφάλαιο. Κάνοντας αυτό, η TC προσπαθεί να εντοπίσει την έμφυλη διάκριση σε ένα υψηλό επίπεδο αφαίρεσης εντός της ολότητας των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, τέτοιο που ο καπιταλισμός δεν μπορεί να θεωρητικοποιηθεί χωρίς φύλο (ακόμη κι υποθετικά). Το εάν αυτό είναι ικανό ή όχι μένει να φανεί, καθώς δεν έχουν διατυπώσει την ιδιαιτερότητα κι υλικότητα της λογικής αναγκαιότητας του φύλου για το κεφάλαιο με πολλές λεπτομέρειες – για παράδειγμα, ένα κεντρικό ερώτημα παραμένει:  πώς αναπαράγεται υλικά αυτός διαχωρισμός των σφαιρών στο κεφάλαιο; Ποιες υλικές δυνάμεις διασφαλίζουν τη συνέχιση της ύπαρξής τους, με τον τρόπο που η έλλειψη ιδιοκτησίας, από την πλευρά του προλεταριάτου, επί των μέσων παραγωγής είναι τόσο τμήμα του ορισμού του, όσο και μια κεντρική αιτία της εκμετάλλευσής του;

Αναφορικά με τη σεξουαλική βία

Η σεξουαλική βία κι ο βιασμός διαρκώς εκτοπίζονται ή παραμελούνται από τις σχηματικές αναφορές της έμφυλης σχέσης εντός των θεωριών της TC και της Gonzalez. H Gonzalez εμπέκει αποτελεσματικά πιο συγκεκριμένους όρους στην έννοια των διαχωρισμένων «σφαιρών» δραστηριότητας, όπου μπορούμε να μιλάμε για πραγματικά μοτίβα απασχόλησης που βιώνουν οι γυναίκες, και τις πραγματικές συγκεκριμένες συνέπειες της εγκυμοσύνης και της τεκνοποίησης στην ιδιοποίηση των γυναικών εντός κι εκτός της μισθωτής σχέσης, αλλά καταλήγει να μεταχειρίζεται τη σχέση μεταξύ πραγματικών αντρών και πραγματικών γυναικών παρόμοιων τάξεων σε ένα αφηρημένο χώρο όπου δεν υπάρχει βία. Είναι αδύνατο να θεωρητικοποιήσουμε με ακρίβεια τη γυναικεία «σφαίρα» χωρίς να αναφερθούμε στη σεξουαλική βία, και άρα αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική παράλειψη της υπάρχουσας θεωρίας. Η υποταγή των γυναικών στο σπίτι· τα βιώματα των γυναικών στην μισθωτή εργασία· η τεκνοποίηση – όλα αυτά παράγονται άμεσα μέσω της σεξουαλικής βίας ως μηχανισμός ελέγχου του γυναικείου σώματος. Η σεξουαλική βία δεν είναι μια ατυχής παρενέργεια της ιδιοποίησης των γυναικών – είναι ένα αναγκαίο στοιχείο αυτής της ιδιοποίησης. Η σεξουαλική κι η οικογενειακή βία («ιδιωτική» βία εντός στενών οικογενειακών ή φιλικών σχέσεων) είναι τα είδη της βίας που συγκροτούν την έμφυλη σχέση.

Η αναφορά της Gonzalez στη βία κατά των γυναικών γενικά περιορίζεται σε δύο υποσημειώσεις, και μόνο η μία εξ αυτών αναφέρει τη σεξουαλική βία. Στην πρώτη γράφει: «[…] η βία κατά των γυναικών, μερικές φορές από γυναίκες, έχει υπάρξει πάντα αναγκαία για να διατηρηθούν σφιχτά δεμένες στους ρόλους τους της σεξουαλικής αναπαραγωγής του είδους»[24]. Είναι σημαντικό ότι το κείμενο στο οποίο αναφέρεται η υποσημείωση αφορά τη «βία κατά των γυναικών» με όρους γυναικείας θνησιμότητας κατά τη γέννα, και την επίπονη εμπειρία της γέννησης έως και οκτώ παιδιών στη διάρκεια της ζωής, κι όχι στην άμεση βία κατά των γυναικών από τους άντρες. Στην ίδια την υποσημείωση, η βία που αναφέρει η Gonzalez δεν έχει άμεσο αυτουργό. Η χρήση της παθητικής φωνής εξαλείφει εντελώς από τη συζήτηση τους συντελεστές της βίας. Το μόνο πράγμα για να κατηγορήσουμε είναι το σύστημα εν γένει. Παρότι η βία κατά των γυναικών βρίσκεται σχεδόν πάντα στα χέρια των αντρών, η Gonzalez αμέσως μας υπενθυμίζει ότι μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και «από γυναίκες». Αποστασιοποιεί τη βία κατά του γυναικείου σώματος από τη δομική σχέση μεταξύ αντρών και γυναικών, καθώς αποστειρώνει τη σχέση αυτή αποτελεσματικά μετατοπίζοντας τη βία στην αφηρημένη κοινωνική ολότητα. Παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, οι γυναίκες είναι περισσότερο πιθανόν να βιαστούν από κάποιον άντρα από το να αποκτήσουν ένα υψηλό επίπεδο μόρφωσης. Οι γυναίκες στον στρατό είναι περισσότερο πιθανό να βιαστούν από έναν άντρα απ’ ότι να πεθάνουν στη μάχη. Γυναίκες βιάζονται στο σπίτι τους και στον χώρο εργασίας τους από άντρες. Ο βιασμός κι η σεξουαλική επίθεση λειτουργούν, μεταξύ άλλων, για να διατηρήσουν τις γυναίκες περιορισμένες στα καθήκοντά τους τα οποία ωφελούν τους άντρες είτε της τάξης τους είτε μιας ανώτερης τάξης (η άμισθη εργασία τους – είτε είναι σεξ, είτε συναισθηματική εργασία, είτε καθάρισμα κλπ) είτε τους καπιταλιστές που τις προσλαμβάνουν (υπό την απειλή βιασμού κι κακοποίησης, οι γυναίκες αναγκάζονται να δουλεύουν περισσότερο, σκληρότερα και χωρίς να παραπονούνται ή να οργανώνονται στον χώρο εργασίας τους).

Η μοναδική άλλη αναφορά της Gonzalez στη βία κατά των γυναικών βρίσκεται σε μια δεύτερη υποσημείωση, όπου ισχυρίζεται:

Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός ακολούθησε μια παράξενη τροχιά στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, λαμβάνοντας αρχικά τη τεκνοποίηση, ύστερα την οικιακή εργασία και τελικά τη σεξουαλική βία (ή τον αντρικό οργασμό) ως τη βάση της γυναικείας καταπίεσης. Το πρόβλημα ήταν πως σε κάθε περίπτωση, αυτές οι φεμινίστριες αναζητούσαν μια ανιστορική βάση για κάτι που είχει γίνει ιστορικό φαινόμενο[25].

Ενώ το σχόλιό της εδώ είναι αμφίσημο, η Gonzalez φαίνεται να απορρίπτει ξανά την κεντρικότητα της σεξουαλικής βίας στην αναπαραγωγή των πατριαρχικών έμφυλων σχέσεων, ενώ προστίθεται και η απόρριψη των «ριζοσπαστικών φεμινιστικών» θεωριών (με τον ριζοσπαστικό φεμινισμό εδώ να ισοπεδώνεται σε μια ομοιογένεια), προτείνοντας ότι η σεξουαλική βία αποτελεί «ανιστορική βάση» για μια θεωρία του φύλου, παρόλο που δεν αιτιολογεί το γιατί πρέπει να θεωρηθεί ως τέτοια.

Στην «Response…» η TC κάνει αρκετές αναφορές στη βία και τη σεξουαλική βία, ακόμη και στον βιασμό, ως μηχανισμούς της έμφυλης σχέσης, αλλά στα επισήμως δημοσιευμένα τους κείμενα για το φύλο, στο Théorie Communiste 24 και στο SIC, η TC δεν αναφέρει τον βιασμό ή τη σεξουαλική βία[26]. Πράγματι δίνουν ισχυρή έμφαση στην άμεση φυσική βία που οι άντρες προλετάριοι ασκούν επί των προλετάριων γυναικών, όταν οι γυναίκες αυτές προσπαθούν να αγωνιστούν με ένα τρόπο που προβληματοποιεί τον διαχωρισμό των σφαιρών. Αντλούν από τις αναφορές του κινήματος των πικετέρος στην Αργεντινή:

Υπάρχουν συντρόφισσες οι οποίες διακηρύττουν στη συνέλευση: «Δεν μπόρεσα να έρθω στην “πικετοφορία” (αποκλεισμός δρόμου) επειδή ο σύζυγός μου με χτύπησε, επειδή με κλείδωσε [στο σπίτι]». Για αυτό, το γυναικείο ζήτημα μας βοήθησε σχετικά αρκετά … επειδή έβλεπες ότι είμασταν εμείς, οι γυναίκες, οι οποίες πρώτες αναζητούσαμε τροφή, θέσεις εργασίας κι υγεία … Κι αυτό προκαλούσε πολύ δύσκολες καταστάσεις – ακόμη και θάνατο. Υπήρχαν σύζυγοι που δεν ανέχονταν να παρευρίσκονται οι γυναίκες τους σε μια συνάντηση, σε μια «πικετοφορία»[27].

Είναι σημαντικό ότι ο βιασμός κι η συστηματική σεξουαλική βία δεν εμφανίζονται στα επισήμως δημοσιευμένα κείμενα της TC για το φύλο, ούτε στο σύνολο του SIC, ούτε στο Communisation and its Discontents[28]. Η παραμέληση του βιασμού και της σεξουαλικής βίας ως δομικά στοιχεία της έμφυλης διάκρισης, κι οπότε της καπιταλιστικής ολότητας, οδηγεί σε μια περιγραφή του φύλου που δεν βγάζει νόημα για ένα τεράστιο αριθμό έμφυλων κοινωνικών σχέσεων. Μερικοί έχουν ορθώς ισχυριστεί ότι ορισμένες τάσεις της φεμινιστικής έμφασης στον βιασμό έχουν παίξει έναν ρατσιστικό ή ταξικό ρόλο εντός των αγώνων και των αναλύσεων, αλλά αληθεύει επίσης κι ότι η παραμέληση του βιασμού και της σεξουαλικής βίας χρησιμοποιείται το ίδιο εύκολα για ρατσιστικές και ταξικές επιθέσεις[29]. Αν ο βιασμός κι η σεξουαλική βία δεν έχουν ρίζες σε μια συστηματική δομική σχέση, τότε είναι «κακά πράγματα» που κάνουν μερικοί «κακοί άνθρωποι», και με αυτές τις αναφορές, αυτοί οι κακοί άνθρωποι που κατηγορούνται από το νόμο, τα μήντια και την κοινωνία της λευκής ανωτερότητας, είναι συχνότερα, απ’ ό,τι το αντίθετο, φτωχοί και μέλη εθνικών ή φυλετικών μειονοτήτων. Βρίσκουμε ορισμένες αφετηρίες δομικών θεωριών του βιασμού και της σεξουαλικής βίας στην επεξεργασία της Kathy Miriam, στην έννοια του «δικαιώματος στο σεξ» της Adrienne Rich, το οποίο διατυπώνει ως τη «θεώρηση ότι οι άντρες έχουν το δικαίωμα της σεξουαλικής πρόσβασης στις γυναίκες και τα κορίτσια, το οποίο επιτρέπει συγκεκριμένες πράξεις καταναγκασμού κι επιθετικότητας να λάβουν χώρα»[30]. Αυτή η θεωρία αποτελεί επίσης τη βάση της εκτεταμένης θεωρίας της Miriam για την υποχρεωτική ετεροφυλοφιλία. Παρότι υπερβολικά φιλοσοφική και μη υλική/ιστορική για να ενοποιηθεί άμεσα με μια δομική κομμουνιστική θεωρία των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, η Miriam περιγράφει διαδικασίες που πρέπει να συμπεριλάβουμε στις αναφορές μας. Το να αγνοήσουμε τη σεξουαλική βία και την υποχρεωτική ετεροφυλοφιλία σε μια έκθεση των δομικώς έμφυλων καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, αντιστοιχεί με το να αγνοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η απειλή της ανεργίας και της αύξησης των άνεργων πληθυσμών δομεί τη σχέση μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου.

Η κατανόηση της σεξουαλικής βίας ως δομικό στοιχείο του φύλου μας βοηθά επίσης να καταλάβουμε το πώς η πατριαρχία αναπαράγει τον εαυτό της επί και μέσω των gay και queer αντρών, των trans ανθρώπων, των μη έμφυλα συμμορφούμενων [gender nonconforming] ανθρώπων και σωματών, και των παιδιών οποιουδήποτε φύλου. Ο έμφυλος καταμερισμός της εργασίας εντός της μισθωτής σφαίρας, σε συνδυασμό με τη τεκνοποίηση, δεν λαμβάνει υπόψη τα συγκεκριμένα μοτίβα στα οποία, πχ, γίνεται η οικονομική εκμετάλλευση των trans ανθρώπων εντός των καπιταλιστικών οικονομιών, η οποία διαφέρει δραματικά από εκείνη των cis γυναικών, καθώς και τις ενδημικές δολοφονίες έγχρωμων trans γυναικών, οι οποίες [δολοφονίες] ισοδυναμούν με ένα είδος γεωγραφικά διαχυμένης γενοκτονίας[31]. Δεν μπορεί να ερμηνεύσει τον εκτενή βιασμό παιδιών από κυρίως αρσενικά μέλη της οικογένειας. Αλλά αν θεωρήσουμε τη σεξουαλική βία ως μια ουσιαστική υλική βάση για την παραγωγή ιεραρχημένων έμφυλων σχέσεων, τότε μπορούμε να αρχίσουμε να βλέπουμε το πώς τέτοια μοτίβα σχετίζονται με την παραγωγή των κατηγοριών γυναίκα και άντρας, και τη διάκριση μεταξύ της μισθωτής/άμισθης, κοινωνικής/μη κοινωνικής, δημόσιας/ιδιωτικής σφαίρας.

Κατάργηση της φυλής;

Πολλοί έχουν ισχυριστεί ότι η κατηγορία «γυναίκα» δεν είναι απαραίτητη για την επίτευξη των κοινωνικών λειτουργιών που επί του παρόντος εκτελούνται από γυναίκες – δηλαδή, ότι ο καπιταλισμός θα μπορούσε να απαλλάξει τον εαυτό του από το φύλο, και πάλι να διατηρήσει την αναγκαία διάκριση μεταξύ κοινωνικών/μη κοινωνικών ή μισθωτών/άμισθων «σφαιρών». Η αναδυόμενη θεωρία του φύλου της κομμουνιστικοποίησης, αφετέρου, συχνά ισχυρίζεται ότι οι κατηγορίες «γυναίκες» και «άντρες» δεν είναι τίποτα άλλο από τη διάκριση μεταξύ των σφαιρών δραστηριότητας. Η κατάργηση του φύλου με τη ταυτόχρονη διατήρηση της μισθωτής/άμισθης διαίρεσης είναι σαν να καταργείται η τάξη ενώ διατηρείται ο διαχωρισμός μεταξύ ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής κι εκείνων που αναγκάζονται να εργαστούν για έναν μισθό ώστε να επιβιώσουν.

Οι ακριβώς ίδιοι ελιγμοί χρησιμοποιούνται για την έκφραση παρόμοιων αποπληθωριστικών ισχυρισμών για εκείνο που συχνά αποκαλείται «φυλή» ή «εθνικότητα». Ακόμη και θεωρητικοί που δίνουν έμφαση στην κρίσιμη σημασία της φυλής συχνά ισχυρίζονται ότι, βασικά, η φυλή κι η εθνικότητα είναι ιστορικά κατάλοιπα παρελθοντικής βίας που το κεφάλαιο έχει περισυλλέξει, τις βρήκε χρήσιμες και τις κινητοποιεί προς όφελός του. Μερικοί από τους θεωρητικούς κυρίως αποσκοπούν στο να ενσωματώσουν μια θεωρία φυλετικής κι εθνικής καταπίεσης εντός της ανάλυσης του καπιταλισμού -από αυτόνομους όπως ο Χάρρυ Κλήβερ κι η Σέλμα Τζέιμς έως κανονιστικούς θεωρητικούς της λευκής υπεροχής της καπιταλιστικής κοινωνίας όπως ο Stuart Hall- και συνεχίζουν να επιμένουν ότι η φυλή είναι κατά μια έννοια υποκείμενη στην ή κλίση (ή, με τον όρο του Hall, μια άρθρωση) της τάξης.

Το ζήτημα της φυλής δεν έχει τεθεί ακόμη στο τραπέζι από τη θεωρία της κομμουνιστικοποίησης. Οι θεωρητικοί που αναλύουν τη φυλή και τη φυλετικοποίηση ως μια θεμελιώδη κοινωνική σχέση που παρέχει βάση στην, κι αναπαράγει την, καπιταλιστική κοινωνία (από τον Cedric Robinson, ο οποίος έγραψε το επικό Black Marxisms, έως τους πρόσφατους «αφροπεσιμιστές» όπως ο Frank Wilderson κι ο Jared Sexton) δεν έχουν συζητηθεί εντός της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης. Αυτό αποτελεί μια απόδειξη του επίμονου ευρωκεντρισμού της παρούσας θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης, ακόμη και κατά τη συμπερίληψή της στο αμερικάνικο πλαισίο[32].

Ο Frank Wilderson ισχυρίζεται ότι η λευκή υπεροχή: «σκοτώνει το Μαύρο υποκείμενο ώστε η έννοια, η κοινωνία πολιτών, να μπορέσει να ζήσει», κι αργότερα ισχυρίζεται:

Ζούμε σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά υπάρχουμε εκτός της κοινωνίας πολιτών. Αυτή η δομικώς αδύνατη θέση αποτελεί παράδοξο επειδή το Μαύρο υποκείμενο, ο δούλος, είναι ζωτικής σημασίας για την πολιτική οικονομία της κοινωνίας πολιτών: αυτή/αυτός θέτει σε κίνηση το κεφάλαιο στη γένεσή του και το διασώζει από την κρίση υπερσυσσώρευσής του στο τέλος του. Ο Μαύρος θάνατος αποτελεί τη συνθήκη των δυνατοτήτων του. Ο υποδεέστερος της κοινωνίας πολιτών, ο εργάτης, κωδικοποιείται ως μισθωτός, κι οι μισθοί είναι Λευκοί. Αλλά ο μαρξισμός δεν λαμβάνει υπόψη του αυτή την πρωτοφανή γέννηση και τον σωτήριο ρόλο που παίζει το Μαύρο υποκείμενο[33].

Αυτή η γλώσσα, παρόμοια με τη φαινομενολογική κι ερμηνευτική έκθεση της Miriam για το δικαίωμα στο σεξ, δεν είναι ακόμα αναγνώσιμη στις υπάρχουσες κομμουνιστικές ή μαρξιστικές συζητήσεις, εν μέρει επειδή δεν χρησιμοποιεί με συνέπεια τις αναλυτικές κατηγορίες που είναι οικείες σ’ αυτές τις συζητήσεις, κι εν μέρει επειδή υπάρχει μικρή ώθηση να διερευνυθεί το πραγματικό νόημα της φυλετικοποίησης για τον καπιταλισμό εντός των, κυριαρχούμενων από λευκούς, θεωρητικών και πολιτικών κύκλων. Η απουσία σχολαστικών προσπαθειών ενασχόλησης με, κι ενσωμάτωση των, αναλύσεων της φυλής που δεν ταιριάζουν απρόσκοπτα με τις μαρξιστικές κατηγορίες -και που μερικές φορές εξωθούν προς μια επανεξέταση μερικών εκ των κατηγοριών αυτών- απειλεί να υπονομεύσει την ισχύ της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης. Τα όρια τέτοιων συζητήσεων αποτελούν απειλή για την ισχύ τους, επειδή αυτές οι θεωρίες περί του δικαιώματος στο σεξ και του μαύρου θανάτου αποκαλύπτουν μια αλήθεια που, αν αγνοηθεί ή απορριφθεί, αφήνει μια αναφορά της ολότητας όχι μόνο ατελή, αλλά και δυνητικό εργαλείο της καπιταλιστικής βίας.

Πιστεύουμε ότι το κεφάλαιο αποτελεί μια ολότητα που είναι «ταξική», «έμφυλη» και «φυλετική» δυνάμει τις δικής του εσωτερικής λογικής. Αυτές [τάξη, φύλο, φυλή] δεν είναι τρεις αντιφάσεις που κάθονται σε τρεις θρόνους στο κέντρο της καπιταλιστικής ολότητας, ομόλογες μεταξύ τους, που υπαγορεύουν τη λογική της. Πρέπει να αποκαλύψουμε το πως ακριβώς η φυλή και το φύλο αποτελούν αναγκαίες κοινωνικές σχέσεις βασισμένες σε συγκεκριμένες υλικές διαδικασίες εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής[34]. Μέσω του πρόσφατου έργου της θεωρίας του φύλου από την κομμουνιστικοποίηση, καταφέραμε να κατανοήσουμε τις «γυναίκες» ως την κατηγορία που περιγράφει εκείνες των οποίων η δραστηριότητά, άμισθη και μισθωτή, ιδιοποιείται στην ολότητά της η κοινωνία (οι «άντρες»). Αυτή η σχέση εγγράφει δύο διακριτές «σφαίρες» στις οποίες βασίζεται το δυαδικό φύλο. Το γεγονός ότι τα όρια γύρω από αυτές τις σφαίρες αστυνομεύονται βιαίως δεν σημαίνει ότι είναι στατικά – στην πραγματικότητα, η αστυνόμευσή τους περιλαμβάνει επίσης μια συνεχή διαφοροποίηση των ορίων. Κατανοούμε το «προλεταριάτο» ως την κατηγορία που περιγράφει εκείνους που δεν κατέχουν τα μέσα παραγωγής και είτε εξωθούνται να πωλήσουν την εργασία τους σε εκείνους που τα κατέχουν (τους «καπιταλιστές») είτε εξοβελίζονται στην αποσύνθεση. Πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την κατηγορία των «φυλετικοποιημένων», ή πιθανώς των «μαύρων», ή πιθανώς των «εθνικοποιημένων»; Φαντάζει πιθανό ότι αυτές οι κατηγορίες είναι απαραιτήτως σχετιζόμενες με την αναγκαία υπερπαραγωγή ανθρώπων από το κεφάλαιο, εντός της αναγκαίας κίνησης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και τη συνακόλουθη ανάγκη του να σκοτώσει, να εξαλείψει,να απομακρύνει και να εκδιώξει τέτοια σώματα[35]. Αλλά πώς δομούμε αυτή τη θεωρία, και πώς αυτή σχετίζεται με τη μισθωτή εκμετάλλευση και τις δύο «σφαίρες»; Μια καρποφόρα κατεύθυνση που μπορεί να πάρει η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης, ίσως θέσει τις θεωρίες περί πλεονάζοντος πληθυσμού (σαν εκείνες που διατυπώθηκαν στο πρόσφατο Endnotes 2) σε διάλογο με τους θεωρητικούς της φυλής και των γκέτο, των φυλακών και της ανεργίας, και συγκεκριμένα με το έργο των Loic Wacquant, Ruth Gilmore και του προαναφερθέντα Wilderson. Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης πρέπει επίσης να κοιτάξει, να κριτικάρει και να επεκτείνει το έργο σχετικά με τη φυλή που έχουν κάνει αυτόνομοι μαρξιστές όπως η Σέλμα Τζέιμς, η Σίλβια Φεντερίτσι κι ο Χάρρυ Κλήβερ, όλοι εκ των οποίων δίνουν έμφαση στον ρόλο-κλειδί της φυλής στην αναπαραγωγή της διαστρωμάτωσης εντός της εργατικής τάξης, κατασκευάζοντας μια ιεραρχία των εργασιακών δυνάμεων, και παρέχοντας στην άρχουσα τάξη έναν μηχανισμό με τον οποίο μπορεί να διασπάσει και να διαιρέσει τους προλετάριους.

Προς το παρόν, σημειώνουμε το προφανές γεγονός ότι η αναπαραγωγή των φυλετικών κι εθνικών ιεραρχιών επηρεάζει, σχηματίζει και συγκροτεί κάθε στιγμή και κάθε πεδίο της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Ένα φάσμα φεμινιστριών, από Αφροαμερικάνες αντιρατσίστριες φεμινίστριες όπως η Patricia Hill Collins, έως οικοφεμινίστριες όπως η Maria Mies, έχουν επισημάνει κι ισχυριστεί ότι το φύλο παράγεται μέσω της φυλετικοποίησης, και ότι η φυλετικοποίηση παράγεται μέσω του φύλου. Πράγματι, η θεωρία του φύλου στην κομμουνιστικοποίηση είναι βαθιά ελλατωματική λόγω της αποτυχίας της να κατανοήσει πώς το ίδιο το φύλο κατασκευάζεται θεμελιακά μέσω συστημάτων φυλετικοποίησης. Το έργο της Evelyn Nakano Glenn παρέχει ισχυρές αποδείξεις του τρόπου με τον οποίο η γυναικεία σφαίρα της αναπαραγωγικής εργασίας που συζητείται από την TC και την Gonzalez στηρίζεται σε δριμείες και βίαιες φυλετικές διαιρέσεις. Η ιστορική εξάρτηση των λευκών γυναικών από τη μισθωτή αναπαραγωγική εργασία των έγχρωμων γυναικών, έχει προκαλέσει στις λευκές γυναίκες την ενσωμάτωση ενός θηλυκού πολιτισμικού ιδανικού αποσυνδεδεμένου από τις βρωμερότερες και περισσότερο φυσικά απαιτητικές οικιακές εργασίες, κι αυτή η πρότερη εμπειρία του «να είσαι γυναίκα» [womanhood] αποτελεί το πιο συχνό αντικείμενο φεμινιστικής ανάλυσης, συμπεριλαμβανομένης της κομμουνιστικοποίησης. Η μισθωτή εργασία των έγχρωμων γυναικών έχει επίσης επιτρέψει στις λευκές γυναίκες να εισέλθουν στο εργατικό δυναμικό χωρίς να μετακυλύουν το βάρος της αναπαραγωγικής εργασίας στους άντρες. Η Glenn δείχνει το πώς αυτή η φυλετική διαίρεση της αναπαραγωγικής εργασίας εγκαθιδρύει μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ λευκών κι έγχρωμων γυναικών, στην οποία η φυλετική ιεραρχία γίνεται ο μηχανισμός με τον οποίο οι λευκές γυναίκες μπορούν να ξεφορτώσουν πάνω σε άλλες γυναίκες μερική από την εργασία που τους επιβάλλεται από τους συζύγους τους[36]. Κάθε άλλη θεωρία του φύλου και του κεφαλαίου η οποία παραμελεί αυτά τα γεγονότα, θα παραμείνει θλιβερά λανθασμένη.

Η κομμουνιστικοποίηση έχει υπάρξει τώρα ικανή να πει ότι δεν υπάρχει ποτέ προλετάριος που να μην είναι εμφυλοποιημένος, οπότε πρέπει επίσης να σταθούμε ικανές να πούμε ότι δεν υπάρχει ποτέ προλετάριος, «γυναίκα» ή «άντρας» που δεν είναι φυλετικοποιημένος. Πρέπει επίσης να σταθούμε ικανές να διατυπώσουμε τον τρόπο που οι δυαδικές κατηγορίες των «αντρών» και «γυναικών» περιγράφουν μια δομή ιδιοποίησης, αλλά δεν περιγράφουν ανθρώπους (οι οποίοι διαφέρουν ως προς το φύλο και βιώνουν την έμφυλη βία πολύ περισσότερο απ’ ότι έχει υποδείξει η έως τώρα συζήτηση). Ανυπομονούμε από τους θεωρητικούς της κομμουνιστικοποίησης, αυτούς που γνωρίζουμε και διαβάζουμε, ή αυτούς που δεν γνωρίζουμε ακόμα, να καταπιαστούν μ’ αυτά τα ζητήματα. Αν δεν το κάνουν, η κομμουνιστικοποίηση θα γίνει τόσο αρχαϊκή κι άχρηστη όσο κάθε άλλη κομμουνιστική τάση – ή χειρότερα, ένα μικρό αλλά πονηρό εργαλείο της αντεπανάστασης.

Σημειώσεις:

1. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τις I. M. Young, Σίλβια Φεντερίτσι, Catharine MacKinnon, Fulvia Carnevale. Άλλες όπως οι Gloria Joseph, Evelyn Nakano Glenn, Maria Mies, και Άντζελα Ντέιβις έχουν πιέσει προς μια θεωρία που αρθρώνει και τη φυλή ως αναγκαίο δομικό στοιχείο.

2. [Σ.τ.Μ.]: Cis κανονικότητα είναι η θεώρηση ότι όλα τα ανθρώπινα όντα είναι cisgender, δηλαδή ότι η έμφυλή τους ταυτότητα [gender identity] ταυτίζεται με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννησή τους [assigned sex]. Να σημειώσουμε επίσης ότι ο όρος gender χρησιμοποιείται για το κοινωνικό φύλο (το οποίο δημιουργείται από τα χαρακτηριστικά που αποδίδει η κοινωνία κι ο πολιτισμός στη θηλυκότητα και την αρρενωπότητα), κι ο όρος sex για το βιολογικό φύλο (το οποίο αφορά βιολογικά χαρακτηριστικά όπως τα χρωμοσώματα, τα γεννητικά όργανα κλπ).

3. Maya Andrea Gonzalez, «Communization and the Abolition of Gender» στο Benjamin Noys, Communization and its Discontents: Contestation, Critique, and Contemporary Struggles, εκδόσεις Minor Compositions/ Autonomedia. Το βιβλίο μπορεί στα αγγλικά στην παρακάτω ηλεκτρονική διεύθυνση:
https://libcom.org/files/Communization-and-its-Discontents-Contestation-Critique-and-Contemporary-Struggles.pdf

4. Théorie Communiste, «Response to the American Comrades on Gender».

5. [Σ.τ.Μ.]: Τα άρθρα αυτά στα αγγλικά μπορούν να βρεθούν στις παρακάτω ηλεκτρονικές διευθύνσεις:
http://libcom.org/library/gender-distinction-programmatism-communisation
http://libcom.org/library/gender-class-dynamic-theorie-communiste
http://libcom.org/library/comrades-women-theorie-communiste

6. «Όταν μάχονται οι γυναίκες, είτε στην ιδιωτική είτε στη δημόσια σφαίρα, όταν επιτίθενται στην ίδια την ύπαρξη αυτών των σφαιρών οι οποίες συγκροτούνται από τον διαχωρισμό τους σε δημόσιο και ιδιωτικό, πρέπει να αντιμετωπίσουν τους άντρες συντρόφους [comrades] τους, στον βαθμό που είναι άντρες και στον βαθμό που είναι οι σύντροφοί τους. Κι αυτές (οι γυναίκες) είναι σύντροφοι των αντρών, αλλά είναι γυναίκες». Théorie Communiste, «Comrades, But Women», αρχικά δημοσιευμένο στο Théorie Communiste 23. Το άρθρο μπορεί να βρεθεί στην παραπάνω ηλεκτρονική διεύθυνση.

7. Bernard Lyon, «The Suspended Step of Communization», SIC: International Journal for Communization, τεύχος 1, Νοέμβριος 2011. Το άρθρο μπορεί να βρεθεί στα αγγλικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://sicjournal.org/the-suspended-step-of-communisation/

8. [Σ.τ.Μ.]: Το άρθρο μπορεί να βρεθεί στα αγγλικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://libcom.org/library/response-americans-gender-theorie-communiste

9. Τέθηκαν στη TC τα παρακάτω ερωτήματα από κάποιους Αμερικάνους συντρόφους: α) Γιατί όλες οι ταξικές κοινωνίες εξαρτώνται από την αύξηση του πληθυσμού ως κύρια παραγωγική δύναμη; β) Τι σημαίνει για την αύξηση του πληθυσμού το γεγονός ότι αποτελεί την κύρια παραγωγική δύναμη; γ) Η TC συχνά γράφει ότι η «εργασία αποτελεί ένα πρόβλημα για το κεφάλαιο». Σημαίνει αυτό την πτώση του ποσοστού κέρδους; Ή σημαίνει ότι οι αυξανόμενοι πλεονάζοντες πληθυσμοί θέτουν έναν κίνδυνο επανάστασης; Ή και τα δύο; δ) Η TC λέει ότι οι γυναίκες/οικογένειες αποτελούν ένα πρόβλημα για το κεφαλαίου. Ισχύει αυτό απλώς επειδή η εργασία αποτελεί ένα πρόβλημα για το κεφάλαιο, κι οι γυναίκες/οικογένειες αναπαράγουν την εργασία;

10. Théorie Communiste, «Comrades, but Women».

11. Το αναφέρει επίσης κι η Gonzalez. Βλέπε Maya Gonzalez, ό.π.

12. Théorie Communiste, «Response to the American Comrades on Gender».

13. Ό.π.

14. Maya Gonzalez, ό.π.

15. Η TC αρνείται μια σοβαρή συζήτηση για την καταγωγή της έμφυλης διάκρισης, κάτι που μοιάζει ανειλικρινές λαμβάνοντας υπόψη τον σημαντικό ρόλο που παίζει η θεωρία της καταγωγής του καπιταλισμού (με την πρωταρχική συσσώρευση) στη θεωρία της ταξικής εκμετάλλευσης.

16. Théorie Communiste, ό.π.

17. Ό.π.

18. [Σ.τ.Μ.]: Εδώ χρησιμοποιείται ο όρος sexuation αντί για sexuality. Sexuality αποκαλείται η σεξουαλικότητα θεωρημένη ως δεδομένη βιολογική ιδιότητα του κάθε φύλου. Sexuation αποκαλείται η σεξουαλική εννόηση θεωρημένη ως μια λογικώς συνεκτική ιδιότητα του κάθε φύλου.

19. Ό.π.

20. Gonzalez, ό.π.

21. [Σ.τ.Μ.]: Η Valerie Solanas είναι ριζοσπάστρια φεμινίστρια, γνωστή για τη συγγραφή του SCUM Manifesto και την απόπειρα δολοφονίας του Άντι Γουόρχολ.

22. Ό.π.

23. Ο Lyon γράφει ότι η έμφυλη κυριαρχία «θα έθετε πάντα την κατανομή των γυναικών στη τεκνοποίηση ως περιεχόμενό της, μέσω της οποίας [τεκνοποίησης] οι γυναίκες υπάρχουν ως τέτοιες», και «Η διάκριση δημόσιου/ιδιωτικού δείχνει ότι, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο ορισμός των γυναικών περιορίζεται παγκοσμίως στον ρόλο τους ως τεκνοποιοί». Bernard Lyon, ό.π., σελ. 164.

24. Gonzalez, ό.π.

25. Ό.π.

26. «Η οικιακή εργασία, τοποθετημένη εντός του καταμερισμού της εργασίας, των μορφών ενσωμάτωσης/ταυτοποίησης [interpellation] στην άμεση διαδικασία παραγωγής, των “άτυπων” μορφών του μισθωτού συστήματος, της καθημερινής βίας του γάμου, της οικογένειας, της άρνησης κι ιδιοποίησης της γυναικείας σεξουαλικότητας, του βιασμού ή/και της απειλής του βιασμού, όλα αυτά αποτελούν την πρώτη γραμμή όπου εκδηλώνεται η αντίφαση μεταξύ αντρών και γυναικών, μια αντίφαση της οποίας το περιεχόμενο είναι ο ορισμός των αντρών και των γυναικών και η προσγραφή [ascription] κι ο περιορισμός των ατόμων σε αυτούς τους ορισμούς (κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν είναι τυχαίο). Αυτή η πρώτη γραμμή αποτελείκ το επίκεντρο ενός διαρκούς αγώνα μεταξύ δύο κατηγοριών της κοινωνίας, κατασκευασμένες ως φυσικές, κι αποδομημένες από τις γυναίκες στον αγώνα τους. Η πρώτη γραμμή δεν είναι ποτέ σταθερή. Η διάκριση δημόσιου/ιδιωτικού επαναπροσδιορίζεται συνεχώς: η παρούσα “ισότητα” είναι ένας επαναπροσδιορισμός των ορίων [μεταξύ δημόσιου/ιδιωτικού] αλλά επίσης κι ένας επαναπροσδιορισμός του τι είναι ιδιωτικό». Théorie Communiste, «Comrades, but Women».

27. Ό.π.

28. Κι η κοινότυπη, καθημερινή ενδοοικογενειακή έμφυλη βία, ή έμφυλη βία εντός των φιλικών κι ερωτικών σχέσεων, εμφανίζεται μόλις και μετά βίας.

29. Για μια κριτικής της Susan Brownmiller βλέπε Alison Edwards, «Rape, Racism, and the White Woman’s Movement: An Answer to Susan Brownmiller», 1976.

30. Kathy Miriam, «Towards a Phenomenology of Sex-Right», Hypatia, τόμος 22, τεύχος 1, Φεβρουάριος 2007· Adrienne Rich, «Compulsory Heterosexuality and Lesbian Existence», Signs, τόμος 5, νούμερο 4, καλοκαίρι 1980.

31. Η ορατότητα αυτής της γενοκτονίας, όπως και με τις περισσότερες γενοκτονίες, είναι σχεδόν απολύτως μηδενική. Η αορατότητα αυτή τονίζεται μόνο όταν κοινωνικά κινήματα αναγνωρίζουν κάποια μεμονωμένα περιστατικά, το οποίο μόνο καθιστά περισσότερο σημαντικό να αναφέρουμε, για παράδειγμα, την πρόσφατη (κάπως περισσότερο δημοσίως αναγνωρισμένη) δολοφονία της Brandy Martell στο Όουκλαντ των ΗΠΑ, καθώς και την αυστηρή καταδίκη της CeCe McDonald, η οποία αμύνθηκε σε μια βίαιη τρανσφοβική επίθεση. Τέτοιου είδους τρανσφοβικές δολοφονίες και καταδίκες των θυμάτων συμβαίνουν καθημερινά παγκοσμίως, χωρίς να τους δίνεται προσοχή.

32. Οι κομμουνιστές σίγουρα δεν έχουν ασχοληθεί επαρκώς με τη φυλή κι αλλού, αλλά η ευρωπαϊκή υπεραριστερά κι η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης παραμένουν σχετικά μοναδικώς αδιάφορες όσον αφορά τη φυλή – όπως κι οι Αμερικάνοι ομόλογοί τους. Αυτό οδηγεί σε έναν ευρωκεντρισμό που δεν μπορεί καν να ξεκινήσει να κατανοήσει την Ευρώπη.

33. Frank Wilderson, «Gramsci’s Black Marx: Whither the Slave in Civil Society?», We Write 2, Ιανουάριος 2005, σελ. 9 και 15.

34. Μερικοί σχηματισμοί στις ΗΠΑ ξεκινούν να αναλάβουν αυτό το έργο. Βλέπε για παράδειγμα το πρόσφατο κείμενο του CROATOAN, «Who is Oakland?: AntiOppression Activism, The Politics of Safety, and State Co-optation» στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
https://escalatingidentity.wordpress.com/2012/04/30/who-is-oakland-anti-oppression-politics-decolonization-and-the-state/

35. «Misery and Debt: On the Logic and History of Surplus Populations and Surplus Capital», Endnotes 2, Απρίλιος 2010, σελ. 20-51.

36. Evelyn Nakano Glenn, «From Servitude to Service Work: Historical Continuities in the Racial Division of Paid Reproductive Labor», Signs: Journal of Women in Culture and Society, φθινόπωρο του 1992.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s