Home

Παραθέτουμε παρακάτω την μετάφρασή μας του κειμένου «Crisis of Civilization» του Ζιλ Ντωβέ. Το πρωτότυπο κείμενο μπορεί να βρεθεί εδώ. Πρόκειται για το τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο From Crisis to Communisation που εκδόθηκε πέρσι από τις εκδόσεις PM Press.

Όλες οι ιστορικές κρίσεις είναι κρίσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής. Θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε το πως η παρούσα κρίση όπως, και όχι όπως, άλλες στο παρελθόν, ωθεί την κοινωνία να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις οι οποίες προηγουμένως παρακινούσαν τις δυναμικές της αλλά τώρα την οδηγούν σε ένα κρίσιμο σημείο[1].

Κάθε μεγάλη κρίση ωθεί κοινωνικές ομάδες να αντιμετωπίσουν τις βαθιές αντιφάσεις της κοινωνίας. Στον καπιταλισμό, η ταξική σύγκρουση είναι ο κύριος κινητήρας που οδηγεί την κοινωνία προς τα εμπρός: ωθεί την αστική τάξη να προσαρμοστεί στην εργατική πίεση, να «εκσυγχρονιστεί». Η κρίση έρχεται όταν αυτές οι προηγουμένως θετικές πιέσεις εντείνουν το κοινωνικό υλικό κι απειλούν να το διαρρήξουν.

Αντίφαση δεν σημαίνει πως κάτι είναι αδύνατο. Έως τώρα, όλες οι μεγάλες κρίσεις έχουν λήξει με το σύστημα να έχει καταφέρει να γλυτώσει, και να γίνει τελικά περισσότερο ευπροσάρμοστο κι ευμετάβλητο. Καμία «τελική» κρίση δεν συμπεριέχεται αυτομάτως ακόμη και στις πιο οξείες αντιφάσεις.

1: Γιατί «πολιτισμός»;

Ο καπιταλισμός οδηγείται από έναν κοινωνικό και παραγωγικό δυναμισμό, κι από μια ανήκουστη αναγεννητική ικανότητα, αλλά έχει αυτή την αδυναμία: από την ίδια του τη δύναμη, από την ανθρώπινη ενέργεια και τη τεχνική δύναμη που θέτει σε κίνηση, εξουθενώνει αυτό που εκμεταλλεύεται, κι η παραγωγική του ένταση παραλληλίζεται μόνο από την καταστροφική του δυνατότητα, όπως αποδείχτηκε από την πρώτη πολιτισμική κρίση που πέρασε τον 20ό αιώνα.

Εδώ δεν υπονοείται καμιά αξιολογική κριτική. Δεν αντιτάσσουμε πολιτισμένους ανθρώπους στους άγριους (ακόμα και τους καλούς ή ευγενείς) ή τους βαρβάρους. Δεν τιμούμε «σπουδαίους πολιτισμούς» οι οποίοι θα είχαν υπάρξει μάρτυρες της προόδου της ανθρωπότητας. Αφετέρου, δεν χρησιμοποιούμε τη λέξη με τον υποτιμητικό τρόπο που τη χρησιμοποίησαν συγγραφείς όπως ο Σαρλ Φουριέ, ο οποίος αποκάλεσε «πολιτισμό» μια σύγχρονη κοινωνία που μαστίζεται από φτώχεια, εμπόριο, ανταγωνισμό και το εργοστασιακό σύστημα. Ούτε αναφερόμαστε σε αυτές τις τεράστιες γεωιστορικές και κοινωνικοπολιτισμικές κατασκευές γνωστές ως Δυτικός, Ιουδαιοχριστιανικός, Κινεζικός ή Ισλαμικός πολιτισμός.

Ο πολιτισμός για τον οποίο μιλάμε δεν αντικαθιστά την έννοια του τρόπου παραγωγής. Απλώς δίνει έμφαση στην έκταση και το βάθος του παγκόσμιου συστήματος που τείνει να είναι καθολικό, κι είναι επίσης ικανό να διαταρράσει κι ύστερα να ανασχηματίζει όλων των ειδών τις κοινωνίες και τους τρόπους ζωής. Η υπαγωγή της ζωής μας στην μισθωτή εργασία και το εμπόρευμα, της δίνει μια πραγματικότητα και δυναμικές που ήταν άγνωστες στο παρελθόν. Ο καπιταλισμός σήμερα είναι το μόνο σφαιρικό δίκτυο κοινωνικών σχέσεων ικανό να επεκτείνεται γεωγραφικά και, με τις αντίστοιχες διαφορές υπ’ όψιν, να επηρεάζει τόσο τη Τζακάρτα όσο και το Βίλνιους. Η εξάπλωση του παγκόσμιου καπιταλιστικού τρόπου ζωής είναι ορατή στις παρόμοιες καταναλωτικές συνήθειες (πχ McDonald’s) κι αρχιτεκτονική (πχ ουρανοξύστες), αλλά έχει τη βαθιά του αιτία στην κυριαρχία της παραγωγής αξίας, της παραγωγικότητας, του ζευγαριού κεφάλαιο-μισθωτή εργασία.

Η έννοια του τρόπου παραγωγής είναι σύγχρονη με τον καπιταλισμό. Είτε εφηύρε ο Μαρξ αυτόν τον όρο είτε όχι, έχει γίνει συνηθισμένη από τον 19ο αιώνα επειδή ο καπιταλισμός μας επιβάλλει την εικόνα των συντελεστών παραγωγής που συνδυάζονται για τη γέννηση ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας που αγοράζεται ή πωλείται σε μια αγορά, και την εικόνα μιας κοινωνίας που κυβερνάται από την προσφορά/ζήτηση και την παραγωγικότητα.

Ύστερα, η έννοια εφαρμόστηκε αναδρομικά (συχνα ανεπαρκώς) σε άλλα συστήματα, παλιά και σύγχρονα: ο ασιατικός ή ο οικιακός τρόπος παραγωγής[2]. Οποιαδήποτε συνάφεια κι αν έχουν αυτά τα παράγωγα, αποτελούν φόρο τιμής στη δυσβάσταχτη παρουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Ο καπιταλιστικός πολιτισμός διαφέρει από την αυτοκρατορία, η οποία έχει μια καρδιά, έναν πυρήνα, κι όταν ο πυρήνας φθίνει και πεθαίνει το ίδιο κάνει κι ολόκληρο το σύστημα τριγύρω της. Αντιθέτως, ο καπιταλισμός είναι ένα πολυκεντρικό παγκόσμιο σύστημα με διάφορες αντίπαλες ηγεμονίες, ο οποίος συνεχίζει ως παγκόσμιο δίκτυο ακόμη κι αν μια ηγεμονία εξαλειφθεί. Δεν υπάρχει πλέον ένα εσωτερικό κι ένα εξωτερικό, όπως με την Μεσοποταμιακή, τη Ρωμαϊκή, την Περσική, την Κινέζικη ή την Αψβουργιανή αυτοκρατορία.

Μια κρίση του πολιτισμού προκύπτει όταν οι τάσεις που προηγουμένως βοηθούσαν την κοινωνία να αναπτυχθεί, απειλούν τώρα τα θεμέλιά της: κρατάν ακόμη, αλλά έχουν ταρακουνηθεί κι η νομιμότητά τους έχει εξασθενήσει.

Όπως είναι καλά γνωστό, η ένταση κι η σύγκρουση είναι σημάδι υγείας σ’ ένα σύστημα που ευημερεί πάνω στις ίδιες του τις αντιφάσεις, αλλά η κατάσταση αλλάζει όταν τα κύρια συστατικά του υπεραναπτύσσονται σαν καρκινικά κύτταρα.

Πριν έναν αιώνα, ο καπιταλισμός αντιμετώπισε μια τέτοια μακρά κρίση, της οποίας η «κρίση του 1929» δεν ήταν παρά η κορύφωσή της, κι ο καπιταλισμός βγήκε απ’ αυτήν μόνο μετά απ’ το 1945. Το να επιστρέψουμε σ’ αυτή την περίοδο θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη δική μας.

2: Ένας ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος

Στο τέλος του 19ου αιώνα, η μορφή του καπιταλισμού της εποχής δεν ήταν πια βιώσιμη και για τις δύο πλευρές του «ζευγαριού» κεφαλαίου-εργασίας: οι παραγωγικές δυνάμεις της βιομηχανίας ήταν υπερβολικά μεγάλες για να διαχειριστούν από ιδιώτες, και το εργατικό κίνημα πολύ ισχυρό για να του αρνείται επίμονα ένας κοινωνικός και πολιτικός ρόλος. Ο καπιταλισμός αντιμετώπισε το ζήτημα με ποικίλους τρόπους. Δεν έγινε «σοσιαλιστικός» αλλά αυτοσοσιαλίστηκε, το οποίο πήρε δεκαετίες και περιλάμβανε αντίσταση, σπασμωδικές κινήσεις και ρητή αντίδραση. (Ο φασισμός ήταν ένας από αυτούς τους τρόπους, μια εξαναγκαστική, από τα πάνω προς τα κάτω, εθνική σοσιαλιστικοποίηση, όπως ήταν κι ο σταλινισμός με διαφορετικό τρόπο.) Η εξέλιξη ξεκίνησε με τον αγγλικό συνδικαλισμό στα τέλη του 19ου αιώνα και κορυφώθηκε στην μετα-1945 καταναλωτική κοινωνία.

Η επίτευξη αυτού του επιπέδου δεν χρειάστηκε τίποτα λιγότερο από έναν ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο.

Οι περίοδοι 1914-1918 [Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος] και 1939-1945 [Β’ ΠΠ] υπήρξαν κάτι πολύ παραπάνω από διακρατικές συγκρούσεις, κι η παροξυσμική τους βία δεν οφειλώταν μόνο στην εξοντωτική ικανότητα της βιομηχανίας. Η πολιτική και στρατιωτική ύβρις που εξαπολύθηκε απ’ τον Β’ ΠΠ παραμένει μυστήρια αν αμελήσουμε την αντιπαράθεση στις δεκαετίες του 1920 και 1930 ανάμεσα σε μια ακούραστη μαχητική εργατική τάξη, και μια αστική που ταλαντεύεται ανάμεσα στην καταστολή και την ενσωμάτωση, συνδυάζοντας και τα δύο χωρίς να επιλέγει αποκλειστικά το ένα ή το άλλο. Η Αυτοκρατορία της Γερμανίας κι αργότερα η Βαϊμάρη, υπήρξαν τα τέλεια παραδείγματα αυτής της κατάστασης, αλλά τέτοια υπήρξαν κι η Βρετανία όπου οι αστοί κηρύξαν έναν ταξικό πόλεμο τη δεκαετία του 1920, ειδικά ενάντια στους εργάτες ορυχείων, κι οι ΗΠΑ, όπου η οργάνωση σε συνδικάτα έγινε πραγματικά αδύνατη για εκατομμύρια ανειδίκευτων εργατών.

Το 1914-1918, η αλληλοσφαγή πλησίασε σε μια αυτοκαταστροφή των εμπλεκόμενων, τουλάχιστον μέχρι την παρέμβαση των ΗΠΑ το 1917. Η στρατιωτική έλλειψη περιορισμών σκιαγραφούσε την εκρηκτική δύναμη της αντίφασης ενός συστήματος αφιερωμένου στην εξάλειψη των απομειναριών του παρελθόντος, ενώ προσπαθεί να επανενώσει στα χαρακώματα τις τάξεις της κάθε χώρας. Το 1918 δεν λύθηκε σχεδόν τίποτα. Η πιο ανεπτυγμένη χώρα, οι ΗΠΑ, εξήγαγε το κεφάλαιό της στην Ευρώπη την ίδια στιγμή που αποσύρθηκε πολιτικά από την ήπειρο. Τέσσερις απαρχαιωμένες αυτοκρατορίες γκρεμίστηκαν κι η κοινοβουλευτική δημοκρατία αναπτύχθηκε, αλλά δεν είχε τα μέσα να δράσει ως κοινωνικός μεσολαβητής. Οι δύο τάξεις που συγκροτούν τη σύγχρονη κοινωνία παρέμειναν κολλημένες σε ένα αδιέξοδο.

Η περίοδος 1917-1939 κατέστρεψε τη διεθνή οικονομία που γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα (η «πρώτη παγκοσμιοποίηση»). Ήταν μια εποχή εξάρθρωσης, εθνικιστικών εξάρσεων, συγκρούσεων μεταξύ κι εντός κρατών, με τη δημιουργία νέων εθνών-κρατών χωρίς πραγματική «εθνική» βάση λόγω έλλειψης μιας εγχώριας αγοράς που θα μπορούσε να βοηθήσει στη δημιουργία μιας λαϊκής ενότητας. (Δύο από αυτά, η Τσεχοσλοβακία κι η Γιουγκοσλαβία, θα διασπαστούν την περίοδο της «δεύτερης παγκοσμιοποίησης».) Η αμοιβαία εξάρτηση των εθνικών οικονομιών στην παγκόσμια αγορά είναι απαραίτητη στον καπιταλισμό (ακόμα κι η ΕΣΣΔ δεν ήταν ποτέ τελείως αποκομμένη), αλλά αυτή η διαδικασία επιτυγχάνεται με μια αλληλοδιαδοχή και συνδυασμό ανοικτότητας (φιλελευθερισμός) και κλεισίματος (ναζισμός και σταλινισμός). Μεταξύ αυτών των ρηγμάτων, η κρίση του 1929 προσέθεσε περισσότερη ταξική σύγκρουση.

Στη Γερμανία, δεν ήταν το τεράστιο ποσοστό ανεργίας που προκάλεσε την άνοδο των ναζί: ήταν η γερμανική κατάσταση στο σύνολό της από το 1918. Το κραχ του 1929 επιτάχυνε την άνοδο του Χίτλερ επιδεινώνοντας τους πολιτικούς παράγοντες που είχαν υπονομεύσει τη Βαϊμάρη απ’ το 1918. Από το 1930, το κραχ διευκόλυνε την άφιξη ενός αυταρχικού κράτους το οποίο κυβέρνησε μέσω κυβερνητικών διαταγμάτων τα οποία στερήσαν από το κοινοβούλιο την πραγματική εξουσία. Μείωσε την μεταρρυθμιστική ικανότητα των SPD και Centrum σχεδόν στο μηδέν, περιθωριοποίησε το KPD ακόμη περισσότερο, κι αύξησε την ασυμφωνία ανάμεσα σε ένα δημοκρατικό προσωπείο και μια αντιδραστική στροφή προς το παρελθόν, σκιαγραφημένη από τη διάδοση μιας völkisch [εθνικής] νοσταλγίας η οποία έφερε μια αναπτυσσόμενη εθνικιστική-ρατσιστική διάθεση και κουλτούρα. (Δυστυχώς, ιδεαλιστές όπως ο Ερνστ Μπλοχ υπήρξαν καλύτερα εξοπλισμένοι για να καταλάβουν αυτή τη στρέβλωση του χρόνου -όπου το παρελθόν επικάλυπτε το παρών- απ’ ότι οι περισσότεροι υλιστές, οι οποίοι ήταν αιχμάλωτοι σε μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας[3].) Το 1929 τελικά σήμανε τη διαίρεση της Γερμανίας κι επιζήτησε πολιτικές δυνάμεις ικανές να επανενώσουν τη χώρα (τις τάξεις) μέσω βίας. Τύχες καταστράφηκαν, το ίδιο και πεποιθήσεις. Χρειαζόταν να καλυφθεί ένα πολιτικό κενό, και δεν θα γινόταν ειρηνικά. Ως το 1929, η «συντηρητική επανάσταση» παρέμεινε μια αντίφαση στα λόγια: τη δεκαετία του 1930, το οξύμωρο έγινε πραγματικότητα. Καθώς στρατιωτικοποιούσε τη Γερμανία, ο ναζισμός επανασφυρηλάτησε μια εξαναγκαστική λαϊκή κοινότητα έγκλειστη στη γερμανική φυλή[4].

Οι πολεμικές επιχειρήσεις των ναζί ήταν μια κατά μέτωπο επίθεση σε μια μάχη για όλα ή τίποτα, που περιλαμβάναν σχεδιασμένη γενοκτονία και συνεπάγονταν τη τελική αυτοθυσία της χώρας: το καθεστώς θυσίασε τη γερμανική ενότητα αντί να υποχωρήσει μπροστά σε ξεκάθαρα ισχυρότερους εχθρούς. Όταν οι ναζί ενεπλάκησαν σε στρατιωτικό ανταγωνισμό με τρεις μεγάλες δυνάμεις ταυτόχρονως, η κίνηση αυτή ήταν παράλογη από μια πραγματιστική σκοπιά, αλλά συνεπής με την άνοδο των ναζί στην εξουσία και τη λογική του καθεστώτος τους. Δεν ήταν πόλεμος σε στυλ Κλάουζεβιτς[5], που σκοπεύει να επιτύχει μια αποφασιστική υπεροχή και σταματάει όταν ο στόχος αυτός επιτευχθεί: για τον Χίτλερ, η εξολόθρευση των Εβραίων κι η υποδούλωση των Πολωνών και των Ρώσων αποτελούσαν προτεραιότητα.

Και στις δύο παγκόσμιες πυρκαγιές, η Γερμανία στάθηκε στο επίκεντρο, έχοντας στην καρδιά της μια βαριά βιομηχανία περιορισμένη από ένα γεωπολιτικό πλαίσιο το οποίο την απέτρεπε από το να εξάγει όση από την παραγωγική της δύναμη χρειαζόταν.

Διάφοροι συγγραφείς έχουν προτείνει την ιδέα ενός «ευρωπαϊκού εμφύλιου πολέμου» από το 1917 έως το 1945, αλλά αρχισυντηρητικοί, όπως ο Ερνστ Νόλτε[6], έδωσαν καλύτερα την έμφασή τους στο ταξικό υπόγειο ρεύμα της περιόδου εκείνης, λόγω των «ταξικών αντιδράσεών» τους και των πολιτικών τους προκαταλήψεων[7]. Ό, τι και να σκεφτόμαστε για τη Ρώσικη Επανάσταση και τον θάνατό της, η κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους υπήρξε μια θανάσιμη απειλή για την αστική τάξη παγκοσμίως. Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τους Μουσολίνι και Χίτλερ αν ξεχάσουμε τον φόβο (που συνδύαζε δεδομένα και φαντασίες) για την εργατική τάξη που πλανιώταν στην αστική, έναν φόβο που μοιραζόταν ένα μεγάλο τμήμα των μικροαστών.

Παρόλο που η εργατική τάξη ποτέ δεν προσπάθησε σοβαρά να εκθρονίσει τις αστικές κυβερνήσεις στη δυτική Ευρώπη μετά το 1918, εκείνο που είχε σημασία ήταν ότι τα συνδικάτα και τα σοσιαλιστικά κόμματα βλέπονταν ως προκλήσεις που έπρεπε να αντιμετωπιστούν. Ο φασισμός διέφερε από τις προηγούμενες μορφές αντίδρασης του 19ου αιώνα: είχε ρίζες στον βιομηχανικό κόσμο, επέστησε τα πλήθη, επαίνεσε τη τεχνική τόσο όσο εγκωμίασε την παράδοση, και με αυτή την έννοια συμμετείχε στη νεωτερικότητα. Ενάντια στον φασισμό, ο Ρούζβελτ και τα Λαϊκά Μέτωπα επανένωσαν το εργατικό κίνημα με εκείνους τους αστούς που ήταν έτοιμοι να αφήσουν την εργασία να παίξει τον ρόλο της πολιτικά δίπλα στο κεφάλαιο. Σ’ αυτόν τον συναγωνισμό, το γραφειοκρατικοποιημένο εργατικό κίνημα του οποίου ηγούνταν ο σταλινισμός, ήταν ταυτόχρονα και σύμμαχος και αντίπαλος των δυτικών αστικών τάξεων. Ήταν επομένως λογικό πως η εθνική αντίσταση ενάντια στη γερμανική κατοχή θα έπρεπε συχνά να πάρει μια αντιαστική όψη και να μιλήσει ενάντια στις παραδοσιακές ελίτ που συσχετίζονταν με τον φασισμό στη Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα και την Ιταλία, όπου ο πατριωτικός πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος κι ο ταξικός πόλεμος αναμίχτηκαν ενάντια στον ναζιφασιστικό εχθρό.

Το 1939-1945, αντί μιας μάχης προλεταριάτου εναντίον αστικής τάξης, αλλά ως ένα υποπροϊόν αυτής της προηγουμένως χωρίς αποτέλεσμα μάχης, αναμετρήθηκαν μεταξύ τους τρεις μορφές καπιταλισμού: η ρώσικη γραφειοκρατική κρατικιστική εκδοχή, σε προσωρινή συμμαχία με την αγγλοσαξονική φιλελεύθερη εκδοχή, ενάντια στη γερμανική (και σε μικρότερο μέγεθος ιαπωνική) προσπάθεια δημιουργίας αυταρκών αυτοκρατοριών.

Μετά το 1945, στη δυτική Ευρώπη και την Ιαπωνία, ο κοινοβουλευτισμός και το συνταγματικό Κράτος τελικά εκπλήρωσαν τη λειτουργία τους: να συγκροτήσουν έναν «λαό» ως ένα έθνος που ενσωμάτωνε την εργατική τάξη. Το 1943, ο Quintin Hogg, πολιτικός του βρετανικού Συντηρητικού Κόμματος, είπε για τους Άγγλους εργάτες: «Πρέπει να τους δώσουμε μεταρρυθμίσεις αλλιώς θα μας δώσουν επανάσταση». Η φράση ήταν υπερβολική, αλλά γεμάτη νόημα.

Το 1945 έμελε να είναι διαφορετικό από το 1918. Στο τέλος του Α’ ΠΠ, η πιο ισχυρή καπιταλιστική χώρα αποτραβήχτηκε από την ευρωπαϊκή πολιτική: οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να γίνουν μέλος της Κοινωνίας των Εθνών κι έδειξαν μικρό ενδιαφέρον για την άνοδο της ναζιστικής Γερμανίας. Καθώς ο Ρούζβελτ ήταν απασχολημένος με το New Deal, σχεδόν δεν ενδιαφερόταν για τον πόλεμο στην Ισπανία. Το 1945, οι δύο μεγάλες δυνάμεις, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, δεν κυβερνούσαν απλώς τις δικές τους χώρες: η κάθε μία είχε την ικανότητα και το σχέδιο να επεκτείνει την κυριαρχία της σε άλλα μέρη του κόσμου. Παρομοίως, οι αστοί δεν ήταν ικανοποιημένοι με το να έχουν το πάνω χέρι επί των εργατών: η άρχουσα τάξη οργάνωσε τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας με τέτοιο τρόπο ώστε να την εδραιώσει και να τη διαιωνίσει.

3: Πως ο καπιταλισμός παγκοσμιοποίησε την κρίση του τις δεκαετίες του 1960 και 1970

Η μετα-1945 «κοινωνική ειρήνη» ήταν περιορισμένη σε λίγες κυρίαρχες χώρες, και ακόμη κι εκεί ο «εύπορος εργάτης» υπήρξε ένας μύθος[8]. Όμως, η δυτική Ευρώπη ανέπτυξε διάφορες μορφές Κράτους Πρόνοιας για να καθησυχάσει τις μάζες των εργατών για τις οποίες ο Q. Hogg ανησυχούσε, και οι βαριά χρεωμένες κυβερνήσεις (στηριζόμενες σε πίστωση από τις ΗΠΑ και Καναδά) κατάφεραν να παράξουν τη χρηματοδότηση. Μια σιωπηλή συμφωνία έκλεισε.

Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, η εργατική πίεση αποσταθεροποίησε αυτή την ενοποίηση. Πολλά είναι γνωστά για μια κρίση που ξεκίνησε πριν 40 χρόνια. Θα κάνουμε μόνο δύο παρατηρήσεις. Η αστική τάξη κατάφερε να δαμάσει την εργατική αναταραχή τις δεκαετίες του 1960 και 1970, αλλά (α) δεν αντιμετώπισε το πραγματικό ζήτημα, και (β) ο τρόπος που κερδήθηκε αυτή η «νίκη», και οι συνέπειές της, έχουν οδηγήσει σε περισσότερη κοινωνική ανισορροπία. Η παρούσα ενότητα αναλύει το α. Οι επόμενες ασχολούνται με το β.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η καπιταλιστική παραγωγή βάδιζε τροχάδην προς την αναπόφευκτη περιοδική της δυσχέρεια: η υπερσυσσώρευση δημιουργεί μια μάζα αξίας τόσο μεγάλη που το κεφάλαιο είναι ανίκανο να την αξιοποιήσει με τον ίδιο ρυθμό όπως παλιότερα. Οι, όλες πολύ εμφανείς, μορφές της πλεονάζουσας παραγωγικής ικανότητας και της υπερπαραγωγής, για να μην αναφέρουμε την Κρατική «δημοσιονομική κρίση», αποκάλυψαν την επιβράδυνση της κερδοφορίας[9].

Ο επιχειρηματικός ανασχεδιασμός κι η παγκοσμιοποίηση υποτίθεται πως θα την είχαν θεραπεύσει.

Όπως υποδηλώνει η λέξη, η παγκοσμιοποίηση θεωρείται ως η δημιουργία μιας ανοιχτής παγκόσμιας αγοράς όπου επενδύσεις, αγαθά και άνθρωποι μπορούν (ή πρέπει) να κινούνται ελεύθερα όπως το θεωρούν καλύτερο.

Αυτό είναι παραπλανητικό.

Αρχικά, τα μονοπώλια κι ολιγοπώλια δεν έχουν δώσει τέρμα στον Κρατικό παρεμβατισμό, ο οποίος στην πραγματικότητα ενισχύεται με όρους νόμου και τάξης, κι ο προστατευτισμός δεν έχει τελειώσει.

Δεύτερον, ποιο είναι το σημαντικότερο ζήτημα της παγκοσμιοποίησης;

Συρρίκνωση, προσωρινότητα, αντικατάσταση της συλλογική διαπραγμάτευσης από την ατομική σύμβαση, εξωτερική ανάθεση των μεταποιήσεων από την μια ήπειρο στην άλλη, προώθηση του τομέα των υπηρεσιών εις βάρος της βιομηχανίας… όλη η «αναδιάρθρωση» των δεκαετιών του 1980 και 1990 βασίστηκε σε έναν προνομιακό συντελεστή: τη συστηματική μείωση του κόστους εργασίας.

Η μείωση των μισθών είναι μια αστική σταθερά. «Το πιο ενδόμυχο μυστικό του αγγλικού κεφαλαίου [..] είναι να κατεβάσει τον αγγλικό μισθό εργασίας στο γαλλικό κι ολλανδικό επίπεδο. [..] Σήμερα προχωρήσαμε πολύ πιο πέρα χάρη στον συναγωνισμό που γίνεται στην παγκόσμια αγορά». Ο Μαρξ παραθέτει τα λόγια ενός Άγγλου βουλευτή [του Στάμπλτον]: «Αν η Κίνα γίνει μεγάλη βιομηχανική χώρα, δεν βλέπω πως ο εργατικός πληθυσμός της Ευρώπης θ’ αντέξει στον αγώνα, χωρίς να κατέβει ίσαμε το επίπεδο των ανταγωνιστών του». Ο Μαρξ συμπεραίνει: «Όχι πια ηπειρωτικά, αλλά κινεζικά μεροκάματα, αυτός είναι τώρα ο σκοπός που επιδιώκει το αγγλικό κεφάλαιο»[10].

Οι μισθοί, ωστόσο, παρότι η πιο σημαντική μεταβλητή στον καπιταλισμό, δεν είναι η μόνη.

Ένα φάρμακο μπορεί να αποδειχθεί χειρότερο από τη θεραπεία.

Οι αυξήσεις της παραγωγικότητας ήταν υψηλές ξανά τη δεκαετία του 1990, ιδίως στις ΗΠΑ, χάρη στην μηχανοργάνωση, την εξάλλειψη της βαριάς βιομηχανίας και τις επενδύσεις σε μεταποιήσεις χαμηλού κόστους εργασίας στην Ασία. Αλλά, όσο και να βοηθούν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τα εμπορευματοκιβώτια στη συμπίεση και μεταφορά εργασίας, μόνο μπαλώνουν τις αιτίες της πτώσης της κερδοφορίας. Όλα τα κρίσιμα χαρακτηριστικά από τη δεκαετία του 1970 είναι ακόμη εδώ σαράντα χρόνια αργότερα, καλυμμένα από τα κέρδη που καρπώθηκε μια μειοψηφία εταιρειών κι από απροσδόκητα κέρδη στον χρηματοπιστωτικό τομέα.

Οι σύγχρονες τεράστιες τεχνικές αλλαγές, ιδιαίτερα η μηχανοργάνωση της παραγωγής και της καθημερινής ζωής, έχουν παρερμηνευτεί ως μια τρίτη «τεχνολογική επανάσταση» συγκρίσιμου μεγέθους με αυτές που επιφέραν η ατμομηχανή στις αρχές του 19ου αιώνα, κι ο ηλεκτρισμός κι η μηχανή εσωτερικής καύσης στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα. Ξεχνάν όμως πως οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι απλώς τεχνικά εργαλεία. Από μόνα τους, το πετρέλαιο κι η χημεία δεν θα ήταν αρκετά για να παράξουν μια βιομηχανική ανάπτυξη ανάμεσα στο 1870 με 1914, κι ο τεϊλορφορντισμός ήταν πολλά παραπάνω από τον ιμάντα μεταφοράς.

Το κοινωνικό δίλλημα της περιόδου του μεσοπολέμου (εντατική συσσώρευση χωρίς μαζική κατανάλωση) επιλύθηκε με την μετα-1945 άνθηση: εντατική συσσώρευση με μαζική κατανάλωση μέσω της μετατροπής μέρους της αύξησης της παραγωγικότητας σε υψηλότερους μισθούς. Στον απόηχο του Β’ ΠΠ, οι ΗΠΑ εξήγαγαν αγαθά που διέφεραν από εκείνα που ήταν τότε γνωστά στην Ευρώπη, κατασκευάζονταν υπό άλλο είδος διαχείρισης και προανήγγειλαν έναν καινοτόμο τρόπο ζωής. Αντιθέτως, στα τέλη του 20ού αιώνα, οι ασιατικές τίγρεις και δράκοι, οι «Νέες Βιομηχανικές χώρες» όπως αποκαλούνταν, και τώρα η Κίνα, οι οποίες όλες πολύ γρήγορα απέκτησαν το όνομα «το εργαστήρι του κόσμου», αξιοποιούν στο έπακρο τις υπάρχουσες τεχνικές και κατασκευάζουν τα ίδια αντικείμενα με αυτά που κατασκευάζονται στη Δύση, αν και σε χαμηλότερο κόστος. Καθώς η προσφορά ξεπερνά τη ζήτηση, οι τιμές συμπιέζονται… το ίδιο και τα κέρδη. Η «μακρά ύφεση» που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετία του 1970 έχει αντισταθμιστεί αλλά παραμένει άλυτη. Μια νέα φάση συσσώρευσης θα σήμαινε περισσότερα από τεχνολογία, και δεν απαιτεί τίποτα λιγότερο από την προώθηση νέων μορφών παραγωγής κι εργασίας, με άλλα λόγια ένα διαφορετικό καθεστώς συσσώρευσης και έναν διαφορετικό τρόπο ρύθμισης. Αντιθέτως, οι αναδυόμενες οικονομίες βασίζονται σε έναν νεοτεϊλορισμό χωρίς φορντισμό[11].

Η αστική τάξη έχει προσπαθήσει για άλλη μια φορά να βραχυκυκλώσει τον εταίρο-αντίπαλό της με μια έμμεση τεχνολογική λύση, αυτή τη φορά με ένα άλμα προς τα εμπρός στα μέσα μεταφορών κι επικοινωνιών: αυτή είναι τόσο επιτυχημένη όσο μπορεί ν’ αντέξει μια ντοπαρισμένη ανάπτυξη.

Περαιτέρω, η κινέζικη οικονομία δεν έχει ως επίκεντρο τον εαυτό της, και προς το παρών δεν υπάρχουν ενδείξεις πως θα πάψει να στηρίζεται υπερβολικά στις εξαγωγές.

Εκτός αυτού, καθώς μεταφέρεται από τις παλιές βιομηχανικές μητροπόλεις στην Ασία, η εργασία οργανώνεται, διεκδικεί, κι οι μισθολογικές αυξήσεις στην Κίνα ξεκινούν να εξωθούν εταιρείες να επενδύουν σε χώρες με ένα υποτιθέμενα περισσότερο πειθήνιο εργατικό δυναμικό.

Η παγκοσμιοποίηση ενός προβλήματος δεν είναι αρκετή για την επίλυσή του. Τα εσωτερικά έξοδα παραγωγής, καθώς και τα εξωτερικά και κοινωνικά έξοδα (για να επουλώσουν την περιβαλλοντική ζημιά), δεν μπορούν να αντισταθμιστούν από την αύξηση της παραγωγικότητας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων, ειδικά σε χώρες οι οποίες έχουν επιλέξει μια οικονομία βασισμένη στον τομέα των υπηρεσιών. Η επανάσταση της κερδοφορίας, που είχε παλαιότερα βιωθεί στη γεωργία και τη βιομηχανία, δεν θα φτάσει ποτέ στο ίδιο επίπεδο στον τομέα των υπηρεσιών: ένα τμήμα του είναι ιδανικό για τυποποίηση (πχ τηλεπικοινωνίες), ένα άλλο όχι (πχ ιατροφαρμακευτική περίθαλψη).

Δεν υπάρχει ανάγκη να σταθούμε στο γεγονός πως από το 2008 οι άρχουσες τάξεις έχουν αντιμετωπίσει την κρίση με μέσα που τη διαιωνίζουν. Η πτώση του εργατικού εισοδήματος για χάρη της μείωσης των εταιρικών και κυβερνητικών ελλειμάτων, και για την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, δεν θα αντιμετωπίσει το βασικό ζήτημα: ανεπαρκής δημιουργία αξίας κι επενδύσεις, τα οποία καμιά επέκταση του εμπορίου δεν μπορεί να αντισταθμίσει, πόσο μάλλον μια επέκταση ντοπαρισμένη μέσω πίστωσης. Η αστική τάξη βαδίζει στον αντίθετο δρόμο απ’ αυτόν που τη βοήθησε να βγει απ’ την ύφεση της δεκαετίας του 1930: στήριξη της ζήτησης, δημόσιες ρυθμίσεις, μακρόχρονες επενδύσεις.

Έτσι, αν ο καπιταλισμός έκανε όντως μια φρέσκια αρχή από τα τέλη του 20ού αιώνα, η νίκη του δεν ήταν αυτό που φαινόταν. Η παρούσα κρίση αποκαλύπτει πως η άνθηση των δεκαετιών του 1980 και 1990 δεν ξεπέρασε τη δυσχερή θέση της δεκαετίας του 1970: πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, υπερπαραγωγή, υπερσυσσώρευση, πτωτική κερδοφορία. Η παγκόσμια ανάπτυξη των τελευταίων τριάντα ετών είναι αδιαμφισβήτητη κι επισφαλής. Η επιτυχία της βασίζεται σε αιτίες που αντιφάσκουν τη λογική του συστήματος: ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζει μονίμως την εργασία μόνο ως ένα έξοδο το οποίο πρέπει να μειωθεί πάση θυσία, να δίνει προτεραιότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα, να ζει στο χρέος, ούτε και να επεκτείνει τον αμερικάνικο τρόπο ζωής σε όλες τις ηπείρους. Κάθε Γηίνος, ή ακόμα και μερικά δισεκατομμύρια, δεν θα κατέχουν δικό τους αμάξι, πισίνα και γκαζόν με αυτόματο πότισμα.

4: Η πλάνη του νεοφιλελευθερισμού

Ενώ ο καθένας μας ενθαρρύνεται προσωπικώς να ζήσει με πίστωση, τα Κράτη όλο και περισσότερο υποτίθεται πως πρέπει να λειτουργούν με την αρχή του «σόφρωνα ανθρώπου» της υπεύθυνης διαχείρισης: «Ας μην ξοδεύουμε περισσότερο δημόσιο χρήμα απ’ όσο έχουμε».

Στην πραγματικότητα, στα τέλη του 20ού αιώνα ο νεοφιλελευθερισμός είχε λίγα κοινά με τον φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα, όταν οι αστοί συνήθιζαν να περικόπτουν τις δημόσιες δαπάνες ισχυριζόμενοι ότι αυτά τα ποσά θα εξαντλήσουν τα σκληρά κερδισμένα τους χρήματα και θα μειώσουν τις επενδύσεις. Ο ρόλος του Κράτους και του προϋπολογισμού του έπρεπε να κρατηθεί στο ελάχιστο.

Αυτό δεν έχει καμία σχέση με όσα ξεκίνησαν η Θάτσερ κι ο Ρήγκαν. Όταν αύξησαν τις δημόσιες δαπάνες μέσω χρηματοδότησης του χρέους, δεν βοήθησαν να επιλυθεί η δημοσιονομική κρίση του Κράτους, ούτε ήταν αυτός ο στόχος της πολιτικής τους: ο διπλός της ρόλος ήταν η μείωση των επιβεβλημένων στις επιχειρήσεις φόρων, κι η μείωση της ικανότητας της εργασίας να συμπιέζει την κερδοφορία. Οι ιδιωτικοποιήσεις κι απορρυθμίσεις των βιομηχανιών και τραπεζών (μια διαδικασία που εγκαινιάστηκε στις ΗΠΑ από τον Τζ. Κάρτερ και συνεχίστηκε από τον Μπ. Κλίντον μετά το 1993) στοχεύαν την καταστροφή του θεσμικού πλαισίου το οποίο παρείχε στην εργασία μέσα αυτοάμυνας (ο διάσημος «φορντικός συμβιβασμός»). Ο νεοφιλελευθερισμός ξεφορτωνόταν τις μεσολαβήσεις που έδιναν μια μικρή ατομική και συλλογική προστασία από τις δυνάμεις της αγοράς.

Αυτό χρειαζόταν να συμβεί στον πυρήνα του συστήματος: μεταποιήσεις, μεταφορές, ενέργεια, δηλαδή σε τομείς οι οποίοι ήταν (κι ακόμη είναι) ζωτικής σημασίας, και όπου η εργατική οργάνωση κι αναταραχή υπήρξε μεγαλύτερη. Έτσι, η επίθεση φυσικά στόχευσε μεγάλα εργοστάσια και μεταλλεργάτες, εργάτες σε ορυχεία, λιμενεργάτες, ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας… Καθώς αυτοί οι τομείς-κλειδιά ηττούνταν, ο χρηματοπιστωτισμός άδραξε την ευκαιρία να πιέσει προς τα δικά του συμφέροντα εις βάρος της βιομηχανίας: αυτό ήταν μια παρενέργεια της εξέλιξης, όχι η αιτία της.

Η άνοδος της Ασίας ήταν άλλη μια συνέπεια της ήττας της εργασίας. Οι Αμερικάνοι, Ευρωπαίοι και Ιάπωνες αστοί ξεκίνησαν να κατασκευάζουν προϊόντα στην Ασία ή τη Λατινική Αμερική και μετά άνοιξαν τις αγορές τους σε κινέζικες εισαγωγές, μόνο αφού πρώτα τσακίσαν την αγωνιστικότητα των εργατών στις χώρες τους.

5: Μισθοί, τιμή και κέρδος

Ένας καταρράκτης άρθρων γράφεται για να εξηγήσει το πως οι αστοί (συνήθως αναφερόμενοι ως «οι πλούσιοι») κλέβουν από τους φτωχούς τις τελευταίες δεκαετίες. Περίπου αλήθεια, αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι το εάν ύστερα απ’ το 1980 η αστική αντεπίθεση στην εργασία ήταν επιτυχής… ή υπερβολικά επιτυχής. Η συστηματική άρνηση του ρόλου της εργασίας (δηλαδή η συστηματική συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και των εξόδων εργασίας) βραχυπρόθεσμα επιφέρει κέρδη, αλλά μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται επιζήμια. Οι αριθμοί για την παγκόσμια ανάπτυξη του παγκόσμιου εμπορίου και της παραγωγής τα τελευταία τριάντα χρόνια συσκοτίζουν τα ουσιώδη: δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά κέρδη για ένα νέο κύκλο συσσώρευσης. Η γρηγορότερη κυκλοφορία του κεφαλαίου δεν ταυτίζεται απαραίτητα με καλύτερα κέρδη. Το 2004, ένας αριθμός γαλλικών εταιρειών αύξησαν τα ετήσια κέρδη τους κατά 55%, κυρίως επειδή απελευθερώθηκαν από τους δικούς τους λιγότερο κερδοφόρους τομείς. Το ερώτημα είναι για πόσο η ανεπαρκής κερδοφορία μπορεί να αντισταθμίζεται από μια στρατηγική που ωφελεί μια μειοψηφία περιχαρακωμένη σε στρατηγικές θέσεις (η διευρυνόμενη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, επιχειρήσεις με ισχυρές διασυνδέσεις με τις δημόσιες δαπάνες και, τελευταίος αλλά εξίσου σημαντικός, ο χρηματοπιστωτισμός). Δεν υπάρχει τίποτα καινούριο εδώ. Αυτό που την περίοδο 1950-1980 αποκαλούνταν μικτή οικονομία ή Κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός, επίσης στηριζόταν σε μια συνεχή ροή χρήματος από το σύνολο των επιχειρήσεων σε μερικές χαρούμενες εταιρείες[12]. Αλλά η λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος συνεπαγόταν μια μικρή ποσότητα δυναμισμού: οι πιο ισχυρές εταιρείες θα ήταν ανίκανες να πάρουν περισσότερα απ’ το μερίδιό τους των κερδών αν η συνολική κερδοφορία ήταν ελλιπής.

Ο καπιταλισμός δεν είναι απλώς μια συσσώρευση χρήματος στον ένα πόλο (κεφάλαιο) και μια ευθεία μείωση των εξόδων του άλλου (εργασία). Κι ακόμα λιγότερο μια συσσώρευση κερδοσκοπικών τυχαίων κερδών που έγιναν εις βάρος της «πραγματικής» οικονομίας, δηλαδή εταιρειών που φτιάχνουν και πωλούν αντικείμενα (είτε είναι κινητά τηλέφωνα είτε διαδικτυακά αγορασμένες κινηματογραφικές ταινίες). Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να είναι απλώς χρήμα που πωλείται για χρήμα.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα, το κεφάλαιο έπρεπε πάντα να λάβει υπ’ όψιν την εργασία, ακόμη κι υπό τη διακυβέρνηση του Στάλιν και του Χίτλερ[13]. Αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε από τον Κέυνς, είναι πως η εργασία είναι τόσο κόστος όσο και επένδυση.

Υπάρχει ένα όριο στο τι μπορεί ο καπιταλισμός να αποκλείει χωρίς να φτάνει σε υπερβολικά κρίσιμο σημείο: σ’ έναν κόσμο όπου η οικονομία κι η δουλειά κυριαρχούν, η συνέχιση και σταθερότητα της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης εξαρτάται στην ικανότητά της να θέτει έναν τουλάχιστον σεβαστό αριθμό προλετάριων σε παραγωγική εργασία.

Παραγωγική με περισσότερες από μία έννοιες: παραγωγική αξίας ώστε εταιρείες να συσσωρεύσουν και να επενδύσουν. παραγωγική πλούτου για τις άρχουσες τάξεις και χρήματος για φόρους· παραγωγική εκείνου που χρειάζεται για τη συντήρηση κι αναπαραγωγή των ακτήμονων ως μια διακριτή ομάδα και πηγή δυνητικής εργασίας· παραγωγική για την απαραίτητη συντήρηση όσων απομένουν από τις άλλες τάξεις· και παραγωγική «νοήματος», συλλογικών ιδεών, εικόνων και μύθων ικανών να φέρουν κοντά τις τάξεις και να τις θέτουν προς έναν κοινό στόχο: μια κοινωνία, κι αυτό ισχύει επίσης και για την καπιταλιστική κοινωνία, δεν είναι το άρθροισμα των παθητικών εργατών κι εξατομικευμένων καταναλωτών.

Ο δεσμός εδώ είναι το πόσο πολύ η αντιμετώπιση της εργασίας από το κεφάλαιο επηρεάζει την αναπαραγωγή της κοινωνίας. Η ανανέωση του εργατικού δυναμικού πρέπει να είναι παγκόσμια, τόσο κοινωνικά όσο και πολιτικά.

Αντιθέτως, ο ανασχεδιασμός λειτουργεί από τη δεκαετία του 1980 σαν η εργασία να ήταν ανοιχτή σε ανελέητη εκμετάλλευση. Το εργατικό δυναμικό φαίνεται ανεξάντλητο (τα αφεντικά μπορούν πάντα να ελπίζουν να αντικαθιστούν ανυπότακτους ή ηλικιωμένους προλετάριους με καινούριους), αλλά δεν είναι.

Στα ευρωπαϊκά εργοστάσια του 19ου αιώνα (όπως και σε πολλά εργοστάσια των αναδυόμενων χωρών σήμερα), η αστική τάξη θα εκμεταλλευόταν τον εργάτη έως εξαντλήσεως. Αυτό επέφερε πολλά κέρδη για χρόνια, αλλά όταν ο στρατός επιστράτευσε εκατομμύρια ενήλικων αντρών το 1914, συνειδητοποίησε πως οι κατώτερες τάξεις μαστίζονταν από υποσιτισμό, ραχίτιδα, αναπηρίες κι ήταν επιρρεπείς σε ασθένειες. Είναι μια χαρά για το μεμονωμένο αφεντικό να νοιάζεται μόνο για την αξία που παράγεται στην επιχείρησή του. Τα αφεντικά ως τάξη πρέπει όμως να λάβουν υπ’ όψη τους την αναπαραγωγή της εργαζόμενης τάξης. Εξαθλίωση και κέρδος δεν τα πάνε πάντα καλά μεταξύ τους: η εργασία είναι συχνά περισσότερο παραγωγική όταν είναι πιο καλοπληρωμένη, στεγασμένη, έχει φαγητό, διατηρείται σε καλή κατάσταση υγείας και αντιμετωπίζεται έστω και με μια μικρή ποσότητα σεβασμού.

Κοινωνικά, οι «πλούσιες» χώρες έχουν εγκαταλείψει το φτωχότερό τους 20% (το κατώτατο ένα πέμπτο του πληθυσμού τους) στη θλιβερή του μοίρα. Το σχετικό ποσοστό της μισθωτής εργασίας στο εθνικό εισόδημα έχει μειωθεί (μερικές φορές έως 10%) στις ΗΠΑ και στις περισσότερες παλιές βιομηχανικές χώρες. Εκατομμύρια νεαρών ενηλίκων ζουν στη φτώχεια, υπάρχουν όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι φτωχοί και νέοι φτωχοί, οι χειρωνάκτες κι οι υπάλληλοι μικρών γραφείων (το 60% του εργατικού πληθυσμού στην Γαλλία) ισοπεδώνονται κλπ, όμως η νίκη της ανώτερη τάξης έχει τη τιμή της. Η εξώθηση σε υπερπαραγωγικότητα προκαλεί εργασιακό στρες[14], χάσιμο εργάσιμων ωρών και άλλες δαπάνες, το βάρος των οποίων τελικά βαραίνει το συλλογικό κεφάλαιο. Παρομοίως, η περικοπή του «κοινωνικού» μισθού είναι κοντόφθαλμη πολιτική: χρήματα που ξοδεύονται σε εκπαίδευση, υγεία και συνταξιοδότηση είναι μια επένδυση η οποία ωφελεί τον κύκλο του κεφαλαίου. Η υπερβολική μείωση των εξόδων έχει φέρει γρήγορα κέρδη, αλλά τα παρεπόμενα έξοδα της παγκοσμιοποίησης θα πρέπει να πληρωθούν.

Η όλο και περισσότερη άνιση κατανομή των κερδών ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία είναι μια πτυχή της έλλειψης κερδοφορίας, η οποία δεν οφείλεται στην απληστία των κεφαλαιούχων (οι αστοί δεν είναι λιγότερο ή περισσότερο άπληστοι σήμερα σε σχέση με χτες) αλλά στην έλλειψη κέρδους στη βιομηχανία και το εμπόριο. Αν κανείς αφήσει τις ΗΠΑ εκτός, «η παγκόσμια οικονομία αποδεικνύεται ανίκανη να διατηρήσει μια ζήτηση που θα κρατούσε τις παραγωγικές της (και συγκεκριμένα) βιομηχανικές ικανότητες απασχολημένες». Αυτό είναι το ζήτημα που έθεσε το 2005 ο Γάλλος οικονομολόγος, με καμία μαρξιστική ή αριστερή κλίση, Jean-Luc Gréau[15]. Ισχυρίστηκε πως η συστηματική παγκόσμια μείωση του κόστους εργασίας είναι κομμάτι του προβλήματος, όχι λύση: «Πως μπορούν δημοσίως οι οικονομολόγοι να παραμελούν τις επιδράσεις του αποπληθωρισμού των μισθών στην παγκόσμια κατάσταση; […] Ο αποπληθωρισμός των μισθών σημαίνει αποπληθωρισμό στη δημιουργία αξίας».

Καθώς η μαζική κατανάλωση είναι τώρα ο ακρογωνιαίος λίθος του καπιταλισμού, η συστηματική μείωση κι εξωτερική ανάθεση τελικά έριξαν την αγοραστική δύναμη των μισθωτών κι ανέργων. Πέρα απ’ το να είναι μια απλή φαντασία, το χρήμα είναι πραγμοποιημένη εργασία, κι η σημασία του χρήματος πηγάζει από τη ζωντανή εργασία που αντιπροσωπεύει. Όταν η εργασία υποβαθμίζεται, ούτε οι πλούσιοι ούτε οι φτωχοί μπορούν να αγοράζουν απεριόριστα με γραμμάτια, κι αργά ή γρήγορα η οικονομία του χρέους συναντά τα όριά της. Η υποκατανάλωση είναι ένα αποτέλεσμα, όχι η αιτία, αλλά εντείνει την κρίση.

Πολιτικά, η αστική τάξη χρειάζεται εργάτες οι οποίοι εργάζονται κι οι οποίοι παραμένουν ήσυχοι όταν είναι άνεργοι. Όσο υπάρχει η μισθωτή εργασία, δεν θα υπάρξουν ποτέ αρκετές δουλειές για όλους. Όμως χρειάζεται να υπάρχουν αρκετές ώστε να παραμένει η κοινωνία σταθερή, ή τουλάχιστον διαχειρίσιμη.

Ποτέ η λογική του καπιταλισμού δεν ήταν να συμπεριλάβει τους πάντες ως καπιταλιστές ή μισθωτούς, ούτε να μετατρέψει ολόκληρο τον πλανήτη σε προάστειο της μεσαίας τάξης. Παρόλα αυτά, οι σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας απαιτούν μια κάποια ισορροπία ανάμεσα σε ανάπτυξη κι υπανάπτυξη, πλούτο και φτώχεια, επίσημη κι ανεπίσημη εργασία, σταθερή κι επισφαλή εργασία, σταθερότητα κι ευκαμψία. Αλλιώς, οι προνομιούχοι κάτοικοι από τα προάστεια θα φοβούνται να πάνε για ψώνια στο κέντρο της πόλης λόγω του ρίσκου να συναντήσουν συμμορίες της κατώτερης τάξης, κακοποιούς ή κλέφτες. Η συνύπαρξη πολλών φρουρούμενων κοινοτήτων[16] με πολλές παραγκουπόλεις δημιουργούν ένα κοινωνικά εκρηκτικό κοκταίηλ. Μια κοινωνία δεν μπορεί να διατηρείται ήρεμη μόνο από την αστυνομία.

Για να αναπαράγει τον εαυτό του, ο καπιταλισμός όχι μόνο πρέπει να παρέχει σίτιση και στέγαση στους μισθωτούς, αλλά πρέπει να αναπαράγει όσα συγκροτούν τη ζωή τους, τις οικογένειές τους, εκπαίδευση, υγεία κλπ, επομένως το σύνολο της καθημερινής ζωής. Η υποτιθέμενη φυσιολογική πορεία του καπιταλισμού είναι μακρυά από το να είναι ειρηνική, κι οι κοινωνικές εντάσεις είναι διαφορετικές στο Τορίνο του 2000 από το Μάντσεστερ του 1850: ταραχές για τρόφιμα σπάνια παρατηρούνται πλεον στις «πλούσιες» χώρες, παρότι εκατομμύρια κάτοικοι των ΗΠΑ ζουν με κουπόνια τροφίμων. Η φτώχεια κι οι ανάγκες αλλάζουν μαζί με τους καιρούς. Αν η σύγχρονη καθημερινή ζωή έχει επιτυχημένα μετατραπεί σε μια αλληλουχία αγορών (εκατομμύρια άνθρωποι εμπορεύονται πράγματα στο eBay και σε παρόμοιες ιστοσελίδες), αυτό δεν αποτρέπει την επανάληψη των ταραχών στα παλιά καπιταλιστικά κέντρα όπως στα καινούρια. Οι απαλλοτριώσεις δεν είναι επανάσταση, αλλά όταν οι φτωχοί βγαίνουν στον δρόμο για πλιάτσικο, όπως στο Λονδίνο το 2011, δείχνουν πως η αγορά εξαπολύει δυνάμεις που δεν μπορεί να ελέγξει.

Όταν οι αστοί αναρωτιούνται πως να επαναφέρουν τη φερεγγυότητα όχι μόνο στις μεγάλες μάζες αλλά σε ολόκληρες χώρες, είναι επειδή η μισθωτή σχέση διατρέχει το ρίσκο του να μην παρέχει πλέον επαρκώς τις συνθήκες για την κοινωνική αναπαραγωγή.

6: Η αδυναμία να μειωθούν τα πάντα στον χρόνο

Όταν οδηγείται στα άκρα, η μόνιμη αναζήτηση για εξοικονόμηση χρόνου γίνεται αντιπαραγωγική. Η μείωση του χρόνου έχει ως αποτέλεσμα τα πάντα να αντιμετωπίζονται για σύντομο χρονικό διάστημα. Το 1960, η επιτυχία του αμερικάνικου τρόπου ζωής αποδείχτηκε από την ικανότητά του να πείσει τον οδηγό να αγοράζει καινούριο αμάξι κάθε δυο χρόνια: πενήντα χρόνια αργότερα, οι οικιακοί μας ηλεκτρονικοί υπολογιστές μας προτείνουν να κάνουμε ενημέρωση του λογισμικού μας κάθε δυο εβδομάδες. Η ενσωματωμένη απαξίωση συγκρούεται με τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ανανεώσιμη ενέργεια: η ουσία του χρόνου είναι πως δεν μπορεί ούτε να αποθηκευτεί ούτε να ανανεωθεί.

Υπάρχει ένα σημείο όπου οι κοινωνικές πιέσεις δεν οδηγούν πια το σύστημα μπροστά, αλλά το εντείνουν. Εκείνο που προηγούμενως το έκανε ισχυρό -ο διαχωρισμός, η ποσοτικοποίηση κι η κυκλοφορία των πάντων στην μέγιστη δυνατή ταχύτητα- στρέφεται εναντίον του.

Ο χρόνος είναι μια σύγχρονη εμμονή, στη δουλειά, στο σπίτι, στο δρόμο, παντού. Όταν οι επιχειρήσεις προσπαθούν να παράγουν και κυκλοφορήσουν τα πάντα σε πραγματικό χρόνο, αυτό στο οποίο πραγματικά στοχεύουν είναι ο μηδενικός χρόνος. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει να κάνει μόνο ένα πράγμα τη φορά. Ένας εξωγηίνος επισκέπτης ίσως να σκεφτεί πως δεν κατασκευάζουμε και καταναλώνουμε τόσο πολύ πράγματα όσο ταχύτητα. Ο ανταγωνισμός ωθεί την κάθε εταιρεία να ελαχιστοποιήσει τα κόστη εργασίας, κι η συνεισφορά του κάθε εργάτη μετράται σε χρόνο – όσο αμφισβητήσιμη κι αν είναι η μέτρηση. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές κι οι ειδικοί βρίσκονται εκεί για εξοικονόμιση χρόνου, για την απορρόφησή του, τελικά για την εκμηδένισή του: «Ο χρόνος κι ο χώρος δεν υπάρχουν πια», γράφει στο CD του εκτυπωτή HP Photosmart. Ωστόσο, αυτός ποτέ δεν λειτουργεί αρκετά γρήγορα ώστε να κάνει τον χρόνο αρκετά κερδοφόρο.

Ο καπιταλισμός έχει πάντα την μέγιστη επίδοση βραχυπρόθεσμα, αλλά σήμερα έχει έλλειψη κάποιου οράματος για το μέλλον και κάποιας δημόσιας ρύθμισης που θα δουλεύει μόνο σε μακροπρόθεσμα πλαίσια.

7: Μια τάξη από κοινού

Όταν αφήνεται μόνος του, ο αστός αναζητά το μέγιστο κέρδος κι ακολουθεί τη φυσική του κλίση του συνδυασμού τεχνικής ικανότητας κι αρπαγής χρήματος.

Μια από τις πρόσφατες αγαπημένους μεθόδους του έχει υπάρξει η προώθηση της κυριαρχίας του τοκοφόρου κεφαλαίου επί του βιομηχανικού κι εμπορικού κεφαλαίου.

Από τη βιομηχανική επανάσταση, ο υπερτροφικός χρηματοπιστωτισμός έχει συνήθως υπάρξει σημάδι υπερδραστηριότητας του κεφαλαίου. Ένα χαμηλό νεκρό σημείο[17] στις μεταποιήσεις και το εμπόριο γεννά μια τάση για αναζήτηση υψηλότερης κεφαλαιακής αποδοτικότητας στην κυκλοφορία του χρήματος, η οποία αναπόφευκτα επιφέρει ωμή κι εκλεπτυσμένη κερδοσκοπία. Αυτή λειτουργεί καλά -όσο κρατήσει- για τους λίγους χαρούμενους στη Wall Street και το City[18], αλλά επιφέρει μια ανισορροπία ανάμεσα στα διάφορα στρώματα της αστικής τάξης.

Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στην ήττα της εργασίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και την αναστάτωση κι αναδιοργάνωση που συμβαίνει στην οικονομία από τότε. Η άρση των περιορισμών και κανόνων όσον αφορά την οργάνωση, μεθόδους και διαδικασίες του χρηματοπιστωτισμού, είναι μια από τις προτιμητέες μεθόδους του κεφαλαίου για την άρνηση αυτού που το δημιουργεί: την εργασία. Πίστωση σημαίνει ξόδεμα χρήματος που κάποιος δεν έχει αλλά ελπίζει ν’ αποκτήσει, για παράδειγμα μέσω της μετατροπής της (αναμενόμενης) ανέγερσης ενός σπιτιού στην αγορά ακινήτων σε μια αυξημένη δανειοληπτική ικανότητα. Το χρήμα όμως δεν είναι προικισμένο με μια απεριόριστη δύναμη αυτοδημιουργίας: θέτει σε κίνηση τον κόσμο μόνο όσο είναι κρυσταλοποιημένη εργασία. Το χρηματοπιστωτικό κραχ είναι μια επαναφορά στην πραγματικότητα: ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο, η σχέση αιτίας κι αιτιατού δεν είναι αυτή που οι αστοί θέλουν να νομίζουν. Η εργασία θέτει το κεφάλαιο (και το χρήμα) σε κίνηση, όχι το αντίστροφο.

Η κερδοσκοπία είναι ένα φυσικό, και πράγματι απαραίτητο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού: η υπερκερδοσκοπία όμως προαναγγέλει οικονομικές καταιγίδες.

Καθώς η ταξική πάλη έγειρε υπέρ των αστών μετά το 1980, εκμεταλλεύτηκαν στο μέγιστο την κατάσταση, φυσικά εις βάρος των προλετάριων, αλλά επίσης με μια μετατόπιση εξουσίας εντός της άρχουσας τάξης και την άνοδο των χρηματοπιστωτικών κεφαλαιοκρατών οι οποίοι εκβίαζαν διψήφια ποσοστά κέρδους όταν τα αντίστοιχα βιομηχανικά σπάνια ξεπερνούν το 3-4% ετησίως μακροπρόθεσμα. Η πρόσοδος, παλαιότερα πλεονάσματα κερδών που αποκτήθηκαν μονοπωλώντας την πρόσβαση σε πόρους και τεχνολογίες, τείνει να γίνει η κυρίαρχη μορφή εισοδήματος των αστών: τιτλοποίηση[19] (μετατρέποντας το χρέος σε εμπορεύματα), αγορές παραγώγων[20] (κυριολεκτικά πώληση κι αγορά του μέλλοντος: ασφάλιση, προαίρεση, ρίσκα που προέρχονται από υπάρχοντα περουσιακά στοιχεία), κερδοσκοπία σε εμπορεύματα, κερδοσκοπικές φούσκες (ιδιαίτερα στην αγορά ακινήτων), προαίρεση αγοράς μετοχών, κλπ. Η οικονομία υψηλής τεχνολογίας κι η κυβερνοοικονομία αναβίωσαν μια τάξη εισοδηματιών που ο Κέυνς ήλπιζε να τη δει να θυσιάζεται για τα συμφέροντα του συστήματος στο σύνολό του. Η χρηματοπιστωτική κλιμάκωση κι η πρωτοφανής δημιουργία χρήματος από τις τράπεζες είναι πολύ γνωστά για να προβούμε σε περαιτέρω λεπτομέρειες εδώ.

Μια συνέργεια πρέπει να βρεθεί ανάμεσα στον χρηματοδότη και τον μηχανικό, τον μέτοχο και τον διευθυντή. Οι τιμές των μετοχών δεν είναι το μόνο μέτρο σύγκρισης για την απόφαση της βέλτιστης αναλογίας κόστους/κέρδους. Τα χρηματοοικονομικά προϊόντα είναι τόσο «πραγματικά» όσα τα είδη καγκελαρίας, αλλά μόνο όσο αναπτύσσονται παράλληλα με κατασκευασμένα και πωλημένα αντικείμενα κι υπηρεσίες, οι οποίες είναι πολλά περισσότερα από απλές χρηματικές ροές.

Όλοι οι αστοί μοιράζονται μια κοινή θέση ως τάξη. Είναι οι επίδοξοι μεταρρυθμιστές (συχνά μετανοημένοι διανοούμενοι οικείοι με τους διαδρόμους της εξουσίας, όπως ο Τζ. Στίγκλιτς, υπεύθυνος χάραξης πολιτικής στην Παγκόσμια Τράπεζα και τη διαχείριση Κλίντον) εκείνοι οι οποίοι θεωρητικοποιούν την «πραγματική» οικονομία κι ελπίζουν να θέσουν τους αληθινούς επιχειρηματίες σε σύγκρουση με τους κερδοσκόπους. Οι αστοί είναι διαιρεμένοι, αλλά στέκονται ενωμένοι ενάντια στην εργασία για να υπερασπιστούν τα συνυφασμένα τους συμφέροντα. Δεν υπήρχε καμία συνοχή στη γερμανική άρχουσα τάξη τη δεκαετία του 1920, μέχρι που συσπειρώθηκε γύρω από τον Χίτλερ. Πολλά θα εξαρτηθούν στο εάν ο χρηματιστικός, βιομηχανικός κι εμπορικός τομέας θα παραμείνουν διχασμένοι ή εάν θα συγκλίνουν σε μια μεταρρυθμιστική πολιτική – πάντως αυτό δεν συμβαίνει μέχρι τώρα.

8: Ο θεός-χρήμα που αποτυγχάνει

Όταν οι εργατικοί αγώνες των δεκαετιών 1960 και 1970 περιορίστηκαν, ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός έδρασε σαν να ήταν ελεύθερος να κεφαλοποιήσει τα πάντα, τον αέρα που αναπνέουμε, το ανθρώπινο γονιδίωμα ή την γέφυρα Ριάλτο. Τα πάντα είναι ικανά να γίνουν τμήμα της παραγωγής αξίας ή αντικείμενο του εμπορίου.

Παρόλο που αυτή η τάση προς την καθολική εμπορευματοποίηση είναι περαιτέρω απόδειξη ότι το κεφάλαιο είναι πανταχού παρών, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει με μια εξ ολοκλήρου κεφαλοποιημένη κοινωνία: χρειάζεται θεσμούς και νόρμες που υποτάσσονται σε αυτόν, αλλά επίσης χρειάζεται να μην συμμορφώνονται άμεσα στην προσταγή του κέρδους. Τα σχολεία δεν δημιουργήθηκαν για να προσθέτουν αξία στο κεφάλαιο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν είναι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι επιχειρήσης. Η «Έρευνα & Ανάπτυξη»[21] απαιτεί βασική έρευνα. Η λογιστική απαιτεί αξιόπιστα στοιχεία. Η ίδια επιχείρηση που «πειράζει» τα λογιστικά της βιβλία, αναμένει η κυβέρνηση να της παρέχει ειλικρινείς στατιστικές. Οι δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να υπάγονται στα καπιταλιστικά πρότυπα αλλά και να διατηρούν έναν ορισμένο βαθμό αυτονομίας.

Αν τα όρια του homo economicus[22] τώρα συζητούνται, αν ο Καρλ Πολάνυι κι η κριτική του (Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, εκδόσεις Νησίδες) για την αυταπάτη μιας αυτορυθμιζόμενης αγοράς έγιναν της μόδας, δείχνει πως ακόμα κι οι φιλελεύθεροι πρέπει να παραδεχτούν την αναγκαιότητα για τη συγκράτηση της κερδοσκοπίας επί της κοινωνίας. Ο Πολάνυι υποστήριξε πως η ανθρώπινη ροπή προς την αγορά ήταν ιστορική, όχι φυσική: ο καπιταλισμός έχει απελευθερώσει την παραγωγή μέσων ύπαρξης τόσο από την κοινωνική ζωή όσο κι από τη φύση. Όχι μαρξιστής και σίγουρα όχι κομμουνιστής, ο Πολάνυι δεν ήταν αντίθετος στην ύπαρξη αγοράς: η θεραπεία του για την αυτονόμηση της οικονομίας ήταν η επαναεισαγωγή της παραγωγικής δραστηριότητας εντός αμοιβαίων δεσμών. Γραμμένη στον απόηχο της Μεγάλης Ύφεσης, αυτή η κρτική συνέπιψε με μια καπιταλιστική προσπάθεια ρύθμισης των δυνάμεων της αγοράς. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει υπάρξει ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον στην έμφαση του Πολάνυι στον «περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας από μη οικονομικούς θεσμούς»: οι μεταρρυθμιστές θέλουν η οικονομία να τεθεί υπό κοινωνικό έλεγχο, έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια βιώσιμη σχέση με τη φύση.

Ο Πολάνυι είχε ένα δίκιο: η ατομικιστική χρηματική συναλλαγή διαβρώνει το κοινωνικό υλικό. Απέτυχε μόνο στο να δει ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε ο καπιταλισμός να αυτοπεριοριστεί: η αγορά πάντα τείνει να υπεραναπτύσσεται. Οι φιλελεύθεροι έχουν δίκιο που υποδεικνύουν πως τα πλεονεκτήματα του καπιταλισμού έρχονται με τα ελλατώματά τους. Στα κολλέγια όπου διδάσκεται Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, οι διευθυντές ονειρεύονται να προσδέσουν την πληρωμή των καθηγητών στην απόδοση των φοιτητών σε τυποποιημένες εξετάσεις. Ο Πολάνυι ήταν ένας αφελής που πίστευε στην αυτοκριτική του καπιταλισμού.

9: Ποσοτικοποιώντας το ποιοτικό (όταν η ασθένεια γίνεται το φάρμακο)

Πως ένα σύστημα βασισμένο στην καθολική μέτρηση αντιδρά στον περίσσειο ποσοτισμό; Ποσοτικοποιώντας την ποιότητα. Τώρα μπορείς να κάνεις διδακτορικό στις Μελέτες Ευτυχίας: το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) είναι ωραίο όταν συνοδεύεται απ’ την Ακαθάριστη Εθνική Ευτυχία (ΑΕΕ).

Σε μια περίοδο που η Δύση αμφισβητεί τις ίδιες τις αξίες της και ψάχνει για πνευματική τροφή στην Ανατολή, δεν είναι τυχαίο που η ΑΕΕ προήλθε από το Μπουτάν, την πρώτη χώρα όπου επίσημα χρησιμοποιήθηκε. Η ιδέα δεν γεννήθηκε από καθαρή παράδοση: εφευρέθηκε από τους τοπικούς άρχοντες όταν το Μπουτάν περνούσε μια εκσυγχρονιστική διαδικασία – μια κωδική φράση για την είσοδο στην καπιταλιστική εποχή. Η ΑΕΕ δρούσε ως μια γέφυρα ανάμεσα στις εμπορικές πιέσεις και την κυρίαρχη βουδιστική νοοτροπία, και παρείχε στην κοινωνία του Μπουτάν μια ιδεολογία που παρουσίαζε την μισθωτή εργασία και την χρηματική οικονομία ως κατάλληλες για την ευημερία των ανθρώπων. Παρόμοιες έρευνες ακολούθησαν στις «μοντέρνες» χώρες, και πλέον δημοσκοπήσεις συλλέγουν δεδομένα σχετικά με την ευημερία[23].

Είναι ένας καλά γνωστός κοινωνιολογικός νόμος πως σε μια έρευνα οι ερωτήσεις καθορίζουν τις απαντήσεις: οι εξιδανικευμένοι δείκτες που χρησιμοποιούνται στις συνεντεύξεις για να μετρήσουν την ευημερία του πληθυσμού, υπηρετούσαν στο να καρφώσουν στα κεφάλια των Μπουτανέζων την ιδέα πως η εξέλιξη του Μπουτάν ήταν καλή για τους ίδιους.

Η ΑΕΕ είναι τόσο χειραγωγική όσο και το ΑΕΠ, αλλά επίσης εξίσου παραπλανητική για τους χρήστες της, είτε είναι οι ειδικοί είτε είναι οι κυβερνήτες που πληρώνουν τους ειδικούς. Ενώ ισχυρίζεται πως είναι ένας οδηγός για τον ορθό σχεδιασμό του μέλλοντος και πως λαμβάνει υπ’ όψιν όχι αυστηρώς οικονομικούς παράγοντες, η ΑΕΕ δουλεύει με την ίδια λογική με την αξία: θέτει τα πάντα μαζί, από τον υδροφόρο ορίζοντα έως τη φοίτηση των γυναικών, και τα συνθέτει (ή έτσι προσποιείται) ώστε να να δημιουργήσει διαγράμματα και γραφικές παραστάσεις που μειώνουν την πραγματικότητα σε κοινά χαρακτηριστικά. Η εφαρμογή της οικονομετρίας στην καθημερινή ζωή δεν μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη ενός γενικότερου οράματος που ο παρών ανταγωνιστικός κόσμος Κρατών κι επιχειρήσεων είναι από την φύση του ανίκανος να επιτύχει, όπως όλοι γνωρίζουν. Είναι κοινό μυστικό πως οι εκθέσεις ΑΕΕ σπανίως βοηθούν στην αναβάθμιση της βιώσιμης ανάπτυξης, της πολιτισμικής ακεραιότητας, στη διατήρηση των οικοσυστημάτων και τη χρηστή διακυβέρνηση. Αλλά δεν πειράζει. Καθώς η ΑΕΕ αποτυγχάνει να ποσοτικοποιήσει την ευημερία και την ευτυχία, νέα κατασκευάσματα βλέπουν το φως της ημέρας, όπως ο Γνήσιος Δείκτης Προόδου. Καθώς η ψυχική υγεία δεν αρκεί, τώρα η συναισθηματική υγεία κρίνεται μετρήσιμη. Όταν τα πραγματικά δεδομένα κρίνονται ανεπαρκή, οι ειδικοί συντάσσουν μνήμες. Όταν η ευημερία κρίνεται χαμηλότερη από τις απαιτούμενες νόρμες, μια μακρά λίστα ποικίλων ευεξιών συντάσσεται, και νέες μελέτες γράφονται.

Η κοινωνία των ποσοστών είναι επίσης μια κοινωνία εκθέσεων. Το 2005, ο ΟΗΕ χρηματοδότησε το πρόγραμμα Εκτίμησης του Περιβάλλοντος της Χιλιετίας (ΕΠΧ) για να αξιολογήσει τη φύση σύμφωνα με το τι μας προσφέρει, και για να μάθουμε το κόστος αν τη χάσουμε: η συνεισφορά της την περίοδο 1982-2002 υπολογίστηκε στα 219,5 χιλιάδες δισεκατομμύρια δολλάρια [έχει συνυπολογιστεί ο πληθωρισμός]. Τα αποτελέσματα αμφισβητήθηκαν, το οποίο απαιτεί περισσότερες μελέτες ΕΠΧ. Ο παραγωγισμός μπορεί να δυσφημείται στις μεταποιήσεις, όχι στην έρευνα.

Οι καθηγητές ευτυχίας είναι οι σύγχρονοι λαϊκοί ιεροκήρυκες που μπαλώνουν τις ανεπάρκειες και τα τερατουργήματα των σύγχρονων καιρών. Είναι αρκετά φυσικό που η έρευνα Ευτυχίας πρέπει να υποτάσσεται στην μειωτική, γεμάτη εμμονές με τα διαγράμματα, λογική που επικρατεί στη διανοητική και πολιτική ζωή, ή στην εκπαίδευση, όπου τα μαθητούδια αξιολογούνται τικάροντας κουτάκια: όλοι αξιολογούμαστε τώρα. Προφανώς, δεν είναι αυτό στο οποίο αντιτάσσονται οι επικριτές. Καταγγέλουν το γεγονός πως οι κυβερνήσεις ορίζουν την ΑΕΕ όπως τους βολεύει: δεν γίνεται έτσι με όλες τις στατιστικές; Καταδικάζουν τα μη επιστημονικά κριτήρια: πως μπορεί η ευημερία να χωρέσει σε οποιοδήποτε αντικειμενικό πρότυπο; Μόνο ένα επιστημονικό μυαλό μπορεί να θεωρήσει την ευτυχία ως επιστημονικό αντικείμενο, ή τα συναισθήματα σε αναλογία με την οικονομική πρόοδο. Θρηνούνε για τις εθνικές προκαταλήψεις, αλλά ήταν αναπόφευκτο το Μπουτάν να βρει παρηγοριά στη δική του εκδοχή της ΑΕΕ. Μια ΑΕΕ στις ΗΠΑ του 21ου αιώνα θα αξιολογούσε τον αμερικάνικο τρόπο ζωής όπως οι ΗΠΑ θέλουν να φαντάζονται τον εαυτό τους τώρα, μια πολυπολιτισμική, με οικολογική συνείδηση, φιλική στις μειονότητες κοινωνία, σίγουρα όχι όπως ήταν το 1950.

Η ΑΕΕ είναι προϊόν μιας εποχής όπου ένας κόσμος καθοδηγούμενος από το ΑΕΠ βρίσκεται σε κρίση, και αντιμετωπίζει ιδεολογικά την κρίση του. Η φιλοσοφία του ζεν ταιριάζει με την ΑΕΕ.

10: Απαγορευμένος πλανήτης;

‘Ενα σύστημα αποφασισμένο να αντιμετωπίζει την εργασία ως μια απεριορίστως εκμεταλλεύσιμη πηγή, δρα με τον ίδιο τρόπο στη φύση. Ήδη από τις δεκαετίες του 1950 και 1960, διορατικοί παρατηρητές προειδοποιούσαν για τους οικολογικούς κινδύνους[24]. Όμως, στο σύνολό της, η μετα-1980 ανάπτυξη σήμαινε περισσότερη παραγωγή, περισσότερη ενεργειακή (συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής) κατανάλωση, και περισσότερη προγραμματισμένη απαξίωση.

Μια καπιταλιστική αντίφαση έχει γίνει περισσότερο ορατή και περισσότερο έντονη απ’ ότι τον περασμένο αιώνα: αν αυτός ο τρόπος παραγωγής είναι προορισμένος να εμπορευματοποιήσει τα πάντα, αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει το περιβάλλον της («φύση»), το οποίο δεν μπορεί ποτέ να μετατραπεί πλήρως σε εμπόρευμα. Είναι οικονομικά υγιές για ένα ψυγείο ή ένα βίντεο κατά παραγγελία να είναι επ’ αόριστον εναλλάξιμο κι ανανεώσιμο. Η ίδια λογική δεν ισχύει για τα δέντρα, τα ψάρια, το νερό ή τα ορυκτά καύσιμα. Θα είναι δυσκολότερο να κάνουμε κάτι τώρα για το διοξείδιο του άνθρακα σε σχέση με τη δεκαετία του 1930 για να θεραπεύσουμε τη ζημιά που έχει γίνει με την μετατροπή εκτάσεων γης σε άγονες γαίες. Ακόμα κι αν οι ΗΠΑ ωφελούνται από το σχιστολιθικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο (το οποίο μένει να φανεί), για τις περισσότερες χώρες το κόστος της ορυκτής ενέργειας θα συνεχίσει να αυξάνεται και να γίνεται όλο και πιο αντιοικονομικό, το οποίο δεν σημαίνει πως αυτό θα μπλοκάρει το σύστημα: υπάρχει πάντα ένας τρόπος ξεπεράσματος ενός σοβαρού διλλήματος κερδοφορίας, ένας καταστροφικός τρόπος.

Ο καπιταλισμός πρέπει να βρει λίγη ισορροπία ανάμεσα στον εαυτό του και σε αυτό που τον τροφοδοτεί, με το κοινωνικό καθώς και το φυσικό του περιβάλλον: η «φύση» είναι ένα από αυτά τα απαραίτητα στοιχεία που δεν μπορούν να κεφαλοποιηθούν πλήρως.

Εκείνο που περιλαμβάνεται εδώ είναι πρώτα το ζήτημα μισθού εναντίον κέρδους, αλλά επίσης κι οτιδήποτε αυτό συνεπάγεται. Η επιχείρηση, η μισθωτή εργασία και το εμπόρευμα είναι πράγματι η καρδιά του συστήματος, αλλά αυτή η καρδιά χτυπάει μόνο αντλώντας αυτό που τη τροφοδοτεί, την ανθρωπότητα και πρώτα απ’ όλα την εργασιακή δύναμη, κι επίσης τη φύση.

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι οικολόγος καταστροφολόγος για να συνειδητοποιήσει την αντίθεση μεταξύ των αρχών του 21ου αιώνα και την κατάσταση του 1850 ή του 1920. Μια τεράστια διαφορά με την κρίση του 1914-1945 είναι ότι η συσσώρευση τώρα συναντά οικολογικά όρια, καθώς και κοινωνικά: η υπερεκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων, η υπεραστικοποίηση, η υπερβολική χρήση νερού, οι κλιματολογικοί κίνδυνοι… συνδυάζονται ώστε τελικά ο τρόπος παραγωγής εξαντλεί το φυσικό του κεφάλαιο, ενώ η ύφεση του κεϋνσιανισμού στερεί το Κράτος από τις προηγούμενες ρυθμιστικές του ικανότητες.

Όταν οι ιδιωτικές δυνάμεις της αγοράς δεν ελέγχονται πλέον από δημόσια αντι-εξουσία, δίδεται το ελεύθερο στην έμφυτη μη αναγνώριση ορίων του κεφαλαίου. Η απορρύθμιση, ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση έχουν συνεισφέρει στην καταστροφή των φυσικών συνθηκών οι οποίες δεν μπορούν να ανανεώνονται απεριορίστα. Σε 50 χρόνια, η χημεία κι η μεταποίηση αγροτικών προϊόντων έχουν πολλαπλασιάσει επί 4-5 φορές την απόδοση της γης στην οποία καλλιεργείται σιτάρι… παρέχοντας στους αγρότες την εισαγωγή 10 θερμίδων για την εξαγωγή μίας. Την ημέρα που το κεφάλαιο θα πρέπει να συνυπολογίσει όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την παραγωγή, η υπερεκμετάλλευση θα αρχίσει να γίνεται οικονομικά ανεπικερδής.

Έως τώρα, οι επιχειρήσεις μπορούσαν να υπολογίζουν τις εισροές ενέργειας, τις πρώτες ύλες και το περιβάλλον ως αναλώσιμες πηγές πλούτου οι οποίες θεωρούνταν δεδομένες. Όσο το κόστος της μόλυνσης, για την υπόλοιπη κοινωνία, του νερού από τα εργοστάσια αλουμινίου δεν πληρωνόταν ούτε από τους παραγωγούς ούτε από τους καταναλωτές, οι επιχειρήσεις μπορούσαν να το αγνοούν. Μια τέτοια «αρνητική εξωτερικότητα» πρέπει τώρα να ενσωματωθεί στα έξοδα παραγωγής: αυτό το κεφάλαιο το βρίσκει δύσκολο, κι ως τώρα έχουν υπάρξει λιγότερες πράξεις από λόγια, με τις φράσεις «συστήματα σκέψης» και «συστημική προσέγγιση» να γίνονται τσιτάτα. Η «αποανάπτυξη», «αντιανάπτυξη» ή «μηδενική ανάπτυξη» είναι ασυμβίβαστη με ένα σύστημα που ακόμα στηρίζεται στην μαζική παραγωγή κι αγορά μεγάλων (πχ αυτοκίνητα) ή μικρών (πχ e-readers) αντικείμενων, τη σχεδιασμένη απαξίωση και τους τεράστιους σταθμούς καύσης άνθρακα ή τους πηρυνικούς σταθμούς. Τα smartphones είναι τόσο παραγωγίστικα όσο και τα αμάξια Cadillac.

Η οικολογία είναι τώρα μέρος της ιδεολογίας της άρχουσας τάξης. Έχει ακόμη γεννήσει κι ένα νέο δημοφιλές είδος: τις καταστροφολογικές προφητείες, οι οποίες με αληθινά θρησκευτικό ύφος ευδοκιμούν στον φόβο και την ενοχή: το φταίξιμο βρίσκεται στην ανθρώπινη απληστία, στον βαθιά ριζωμένο υλιστικό ηλίθιο ηδονισμό μας.

Όμως ο κόσμος δεν καθορίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ενάντια στη τεχνική και τη φύση, ανάμεσα σ’ ένα καταστροφικό μεγαμηχάνημα και τη συνέχιση της ζωής. Η βιόσφαιρα είναι πράγματι ένα από τα όρια πάνω στα οποία προσκρούει ο καπιταλισμός, αλλά η σύνδεση ανάμεσα στο ανθώπινο είδος και τη βιόσφαιρα μεσολαβείται από κοινωνικές σχέσεις. Η «φύση» για την οποία μιλάμε δεν είναι εξωτερική του σύγχρονου τρόπου παραγωγής: οι πρώτες ύλες κι η ενέργεια είναι μέρος του πλαισίου όπου η εργασία παράγει το κεφάλαιο.

Για παράδειγμα, ο ηλεκτρισμός (μια μορφή, κι όχι πήγη, ενέργειας) ταιριάζει τέλεια στον καπιταλισμό: υπάρχει ως μια απλή ροή που δεν είναι εύκολο να αποθηκευτεί, κι έτσι πρέπει συνεχώς να κυκλοφορεί. Αν τα έξοδα παραγωγής του τυγχάνει να ξεπερνούν τα οφέλη του, τι μπορεί να κάνει η επιχείρηση πέρα από το να φορτώσει τη χασούρα στο Κράτος; Αλλά από που προέρχεται το δημόσιο χρήμα; Αντιμετωπίζουμε το παράδοξο ενός εκπληκτικά ευκίνητου κι ευπροσάρμοστου συστήματος που έχει σταδιακά οικοδομήσει τον εαυτό του σε μια αυξανόμενα μη αναπαραγωγίσιμη υλική βάση.

Η ανθρώπινη, κοινωνική και φυσική ικανότητα προσαρμογής, για καλό ή για κακό, είναι σίγουρα μεγαλύτερη απ’ ότι νομίζουμε. Σύντομα ίσως να χρειαστεί να συνηθίσουμε να ζούμε σε ένα άκρως επικίνδυνο περιβάλλον. Οι Ιάπωνες ξεκινάν να αναρωτιούνται τι είναι χειρότερο για ένα παιδί: να πρέπει να παίζει σε μια ραδιενεργή παιδική χαρά ή να του απαγορευτεί να παίζει έξω; Η πυρηνική ενέργεια δημιουργεί μια κατάσταση που η καπιταλιστική επένδυση θα μπορούσε να σταματήσει να είναι επικερδής. Για τη δική του αναπαραγωγή, ένα κοινωνικό σύστημα τροφοδοτείται από (ανθρώπινη και φυσική) ενέργεια και πρώτες ύλες. Αν ένα σύστημα ξοδεύει περισσότερες πηγές (δηλαδή χρήμα) για να διατηρεί τις περιβαλλοντικές συνθήκες απ’ ότι κερδίζει από αυτές, αν η κοινωνική εισροή ξεπερνά την κοινωνική εξαγωγή, η κοινωνία καταρρέει.

Καθώς η σημερινή κοινωνία είναι ανίκανη να αντιμετωπίσει το ζήτημα στην κατάλληλη κλίμακα, συνδυάζονται δύο επιλογές: ήπια προσαρμογή και προσποίηση του μαθητευόμενου μάγου. Επιστήμη, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις αυτή τη στιγμή μαγειρεύουν φανταστικές και (τάχα) κερδοφόρες γεωμηχανικές λύσεις: αφαίρεση του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα κι εναπόθεσή του κάπου αλλού (πχ οι «αναπτυγμένες» χώρες να στέλνουν τα τοξικά τους απόβλητα στην Αφρική), διαχείριση της ηλιακής ακτινοβολίας για την πτώση της θερμοκρασίας του πλανήτη μέσω της αντανάκλασης της ακτινοβολίας πίσω προς το διάστημα, λίπανση των ωκεανών με σίδηρο, εκλάμπρυνση των συννέφων κλπ. Αν το κλίμα πάει στραβά ας ελέγξουμε τον καιρό, κι αν η βιομηχανία θέτει το περιβάλλον σε κίνδυνο, ας αλλάξουμε τη φύση[25].

Παράκαμψη του εμποδίου με τα ίδια τα μέσα που το δημιουργούν: αναρωτιέται κανείς τι είναι χειρότερο, η αποτυχία ή η επιτυχία τέτοιων εγχειρημάτων τύπου επιστημονικής φαντασίας;

11: Καμία καπιταλιστική αυτομεταρρύθμιση

Δεν υπάρχει έλλειψη από διαυγή διορατικά μυαλά στον καπιταλισμό. Όντως, κάποιοι από τους πρώτους θεωρητικούς του πρότειναν περιορισμούς (Α. Σμιθ) ή μεταρρυθμίσεις (Σισμόντι)[26]. Παρόλα αυτά, τέτοια μετριοπαθή επιρροή έπεσε σε αυτιά που δεν θέλανε ν’ ακούσουν, εκτός κι αν στηριζόταν από μαζική δράση, απεργία, εξέγερση, χαρτισμό[27], την παρισινή κομμούνα, φόβο για επανάσταση, ή τη βία στις ΗΠΑ που αφηγήθηκε ο Λούις Άνταμιτς στο Η Ταξική Βία Στην Αμερική: 1830-1930 [εκδόσεις Διάδοση]. Πάντα χρειάζονται περισσότερα από βιβλία και ομιλίες ώστε μια τάξη να συνειδητοποιήσει που βρίσκονται τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της.

Μόνο η οργανωμένη εργασία εκβίασε δόσεις μεταρρυθμίσεων στην απρόθυμη αστική τάξη: κανένα New Deal δεν θα υπήρχε χώρις τις απεργιακές καταλήψεις.

Αντιθέτως, στην ύφεση των αγώνων, ο καπιταλισμός δρα ελεύθερα σαν να μπορούσε να βγάλει από τα πάντα περισσότερο χρήμα.

Σήμερα, όσα περισσότερα δεδομένα συλλέγονται, τόσο περισσότερο εκλεπτυσμένα γίνονται τα υπολογιστικά προγράμματα και τα εφαρμοσμένα μαθηματικά (συναλλαγές υψηλής συχνότητας), τόσο μικρότερος αυτοέλεγχος φαίνεται να υπάρχει. Μια τέτοια περίπτωση είναι η απροθυμία του διαχωρισμού των επενδύσεων από τον εμπορικό τραπεζισμό, σε σύγκριση με την οπτική της Πράξης Glass-Steagall[28] το 1933. Αντ’ αυτού, οι κυβερνώντες αποζητούν περισσότερο έλεγχο επί της δουλειάς και των ανθρώπων. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ενοχλεί την κυβέρνηση όταν η κυβέρνηση διαχειρίζεται τον νόμο και την τάξη, κι είναι σχετικά συμβατός με τη γραφειοκρατία της. Νόμοι, ρυθμίσεις, κατευθυντήριες γραμμές, πρωτόκολλα και κώδικες ηθικής έχουν πολλαπλασιαστεί με την μηχανογραφική τυποποίηση του κάθε τομέα, από την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ως την εκπαίδευση ή το χρηματιστήριο. Η αρχή της προφύλαξης προάγεται από την ίδια κοινωνία που συνεχίζει να παίζει με τη φωτιά (με τον πυρηνικό κίνδυνο να είναι μόλις ένα παράδειγμα). Δυνητικά ανθυγιεινά βιομηχανοποιημένα τρόφιμα σερβίρονται από υπαλλήλους που φοράνε γάντια. Η επικρατούσα άποψη είναι πως όσες περισσότερες πληροφορίες διαβάζουμε στις συσκευασίες ή στο διαδίκτυο, τόσο ασφαλέστεροι είμαστε. Η πλάνη του «το να ξέρεις σημαίνει να πράττεις» είναι τυπική σε έναν κόσμο σε σύγχυση.

Ο αυτοέλεγχος δεν έχει υπάρξει ποτέ το δυνατό σημείο του καπιταλισμού. Οι αστοί διαπρέπουν στο να χρησιμοποιούν ανθρώπινες και φυσικές πηγές για να παράγουν και να συσσωρεύουν αλλά, παρόλα τα χιλιάδες think-tanks, είναι ανίκανοι να σκεφτούν τον καπιταλισμό ως μια ολότητα επειδή δεν είναι η δουλειά τους, κυριολεκτικά. Όταν μια εταιρεία επενδύει σ’ ένα εργοστάσιο ή ορυχείο, οι διευθυντές αξιοποιούν στο μέγιστο το εργατικό δυναμικό, τις πρώτες ύλες και τη τεχνολογία, και φροντίζουν για τα υπόλοιπα (εργατικά ατυχήματα, τοξικά απόβλητα, μόλυνση του νερού κλπ) μόνο εάν και όταν βρεθούν υπό πίεση απ’ το εργατικό δυναμικό, τον νόμο, τις τοπικές αρχές ή μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Η προτεραιότητα των αστών είναι να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου: γι’ αυτό υπάρχουν οι αστοί, κι είναι καλοί σε αυτό. Ο μακροπρόθεσμος και «ολιστικός» προβληματισμός έρχεται δεύτερος.

Παραδόξως, η αφθονία «οδικών χαρτών» μεταρρυθμίσεων είναι ένα σημάδι αναβλητικότητας. Τα περισσότερα σχέδια συμμορφώνονται στη τρέχουσα τάση της αυξανόμενης εξατομίκευσης. Όποτε η πιθανότητα ενός υψηλότερου άμεσου ή κοινωνικού μισθού αυξάνεται, βρίσκεται συνήθως σε εξάρτηση από την προσωπική υποταγή του μισθωτού εργάτη σε υπερωρίες, υποχρεωτική επανεκπαίδευση, ιδιωτική ασφάλιση κλπ. Αυτό παραμελεί το γεγονός πως ένα κοινωνικό συμβόλαιο είναι βιώσιμο μόνο αν εισέρχεται και επιδέχεται συλλογικό σεβασμό: με άλλα λόγια, συλλογική διαπραγμάτευση. Όμως, η αστική τάξη επιμένει να αντιμετωπίζει την κοινωνία ως ένα άρθροισμα ατομικοτήτων ελεύθερων να συνδεθούν ή διαχωριστούν μεταξύ τους. Οι ιστορικές απαντήσεις σε κοινωνικά ερωτήματα δεν μπορούν να είναι ατομικές.

Η καπιταλιστική πρόκληση στις μέρες μας είναι να κάνει την εργασία περισσότερο κερδοφόρα, κι επίσης να αποκαταστήσει μια λειτουργική ισορροπία ανάμεσα στη συσσώρευση και τις φυσικές συνθήκες. Οι άρχουσες τάξεις αποφεύγουν και τα δύο ζητήματα.

Οι ευρωπαϊκές πολιτικές είναι μια ξεκάθαρη απεικόνιση αυτού. Την προλεταριακή ήττα της δεκαετίας του 1980 σχεδόν αμέσως ακολούθησε η βιασύνη για ενοποίηση. Την ίδια στιγμή που η Κίνα ήταν απασχολημένη συσσωρεύοντας δολλάρια χάρη στο εμπορικό έλλειμα των ΗΠΑ, γεννήθηκε το ευρώ. Αυτό το ενιαίο νόμισμα ήταν ανυπόστατο: δεν προερχόταν από καμία κοινωνικοοικονομική, για να μην μιλήσουμε για πολιτική, συνοχή. Αυτό που μερικές φορές αποκαλείται ως η μεγαλύτερη ενιαία αγορά, δεν είναι τίποτα περισσότερο απ’ αυτό: η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ισχυρή αγορά 500 εκατομμυρίων, η οποία στερείται κοινού σκοπού και πολιτικής ηγεσίας. Η ανοικοδόμηση εθνών διήρκησε αιώνες στην Ευρώπη. Το Κράτος τώρα ανακηρρύσεται ξεπερασμένο, ενώ το εμπόριο θεωρείτε ειρηνοποιό, εξισωτικό κι ενοποιητικό. Ένα ενιαίο νόμισμα έχει επιβληθεί σε άνισες, ανταγωνιστικές και ακόμη εθνικές οικονομίες, λες κι η Ελλάδα μπορεί να συνυπάρξει εύκολα με τη Γερμανία (τα 2/3 του γερμανικού εμπορικού πλεονάσματος προέρχονται από την ευρωζώνη), ενώ ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός είναι ένα ασήμαντο ποσό σε σύγκριση με τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό των ΗΠΑ. Αυτό ισοδυναμεί με «αραίωση» του κοινωνικού ερωτήματος, επεκτείνοντάς το σε μια όλο και μεγαλύτερη γεωγραφική έκταση.

12: Αδιέξοδο

Οι προλετάριοι δεν είναι απλώς θύματα των καπιταλιστικών αντιφάσεων: η αντίστασή τους βαθαίνει αυτές τις αντιφάσεις. Οι Κινέζοι εργάτες θέτουν μισθολογικές διεκδικήσεις. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά, οι καθαρίστριες του ξενοδοχείου Accor παλεύουν για καλύτερες εργασιακές συνθήκες. Ακόμη κι όταν ηττάται, κι αυτό είναι συχνό, η εργατική αναταραχή επιδεινώνει την κρίση και συμβάλει προς ένα κοινωνικό τέλμα στο οποίο έως τώρα όλες οι τάξεις συμμετέχουν, όπως στον μεσοπόλεμο.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1930, δεν διαφαίνεται κανένα New Deal. Εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις είναι αδύνατες χωρίς ένα μεγάλο και βαθύ κοινωνικό κίνημα: στερημένοι από μαζική πίεση στους χώρους εργασίας και τους δρόμους, οι μεταρρυθμιστές παραμένουν ανίσχυροι.

Στα μέσα του 20ού αιώνα, παρά τις, και λόγω των, προλεταριακών ήττων, η αναμέτρηση εργασίας/κεφαλαίου εν τέλει επέφερε μια προσαρμογή της εκμετάλλευσης της εργασίας και ξεκίνησε να ρυθμίζει τον εαυτό της, με τη συνέργεια «κεφαλαίου-εργασίας-Κράτους».

Σήμερα, οι αντικρουόμενες τάξεις εξουδετερώνουν η μια τις πράξεις της άλλης, χωρίς καμιά μεταρρυθμιστική ούτε επαναστατική προοπτική (προς το παρών). Μέχρι τώρα, το κεφάλαιο διαταράσσει και διασπάει την εργασία πολύ περισσότερο απ’ ότι η εργασία πρακτικά αμφισβητεί τη δική της πραγματικότητα. Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, λίγες πράξεις από τη μεριά της εργασίας μπορούν να χαρακτηριστούν ως αντεργατικές ή αντιπρολεταριακές.

Παρόλο που το παρελθόν ποτέ δεν επαναλαμβάνεται, η μεσοπολεμική περίοδος προσέφερε μια όχι και τόσο διαφορετική εικόνα, με την αστική τάξη να αποδεικνύεται ανίκανη να μεταρρυθμίσει τον καπιταλισμό, και την εργατική τάξη ανίκανη να τον ανατρέψει, έως ότου η πολιτική και στρατιωτική βία έβγαλε από την εμπλοκή την ιστορική εξέλιξη.

Όπως υπενθυμίζεται στη δεύτερη ενότητα, τρεις μορφές καπιταλισμού συνυπήρξαν και πολέμησαν στις δεκαετίες του 1930 και 1940: ένας καπιταλισμός τύπου «αγοράς», ηγούμενος από τις ΗΠΑ και Βρετανία· ένας τύπου «Κρατικού γραφειοκρατισμού» στην ΕΣΣΔ· κι ένας γερμανικός, πολύ διαφορετικός αλλά επίσης τύπου Κρατικής διαχείρισης, όπου υπό την κυριαρχία των ναζί οι αστοί διατήρησαν την ιδιοκτησία και τον πλούτο τους αλλά έχασαν την πολιτική ηγεσία.

Σήμερα γνωρίζουμε τι έγινε το 1945 κι αργότερα το 1989, αλλά το 1930 ή 1950 πολύ λίγοι (αστοί ή επαναστάτες) στάθηκαν ικανοί να δουν πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Είναι εύκολο να ερμηνεύσουμε σήμερα το γιατί βγήκε ως νικήτρια η παραλλαγή εκείνη που ήταν περισσότερο κατάλληλη προς την εσωτερική φύση του καπιταλισμού, αλλά κι οι άλλες παραλλαγές αποδείχτηκαν, το λιγότερο, αρκετά ανθεκτικές. Οι ιδιοτροπίες της ταξικής πάλης του 20ού αιώνα έφεραν το αναπάντεχο: παρόλο που ήταν όντως καπιταλιστικοί (και ήταν ουσιαστικό για την ριζοσπαστική κριτική τότε, όπως είναι και σήμερα, να είναι ξεκάθαρη σε αυτό το ζήτημα), ο σταλινισμός κι ο ναζισμός δεν ταιριάζαν καλά στον καπιταλισμό, όπως η κομμουνιστική θεωρία ήταν ικανή να θεωρεί εκείνη την περίοδο.

Επειδή το Κράτος απορροφά και συγκεντρώνει τη δυνητική κοινωνική βία, οι ενδό- και δια- Κρατικές αντιφάσεις, μακρυά απ’ το να εξουδετερώνονται, δημιουργούν πολλαπλές εντάσεις και συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τώρα αποκαλούνται εθνικές. Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση έρχεται αναπόφευκτα με την προοπτική του πολέμου. Η εποχή του 1914-1945 μας υπενθυμίζει ότι εν απουσία επανάστασης, η αταξία κι ο κατακλυσμός μπορούν να ρίξουν ένα κοινωνικό σύστημα σε αναταραχή χωρίς να το εξοντώσουν.

13: Καμία «δημιουργική καταστροφή»… ακόμα

Όλα τα συστατικά της κρίσης τα οποία έχουμε συνοψίσει παραπάνω αναφέρονται στον βαθμό της εκμετάλλευσης, στη σχέση μεταξύ των δύο τάξεων που συνθέτουν τον σύγχρονο κόσμο.

Όταν η εργατική πίεση στέκεται ανίκανη να μετριάσει το ιδιωτικό κεφάλαιο και να επηρεάσει τη δημόσια πολιτική, οι μισθοί τείνουν να μειώνονται, η κατανάλωση να στηρίζεται σε γραμμάτια, ο χρηματοπιστωτισμός να κυριαρχεί επί της βιομηχανίας, η ιδιωτικοποίηση να αναπτύσσεται εις βάρος των δημόσιων υπηρεσιών, το χρήμα να αποικεί την κοινωνία, η αγορά να ξεφεύγει των ρυθμίσεων κι οι βραχυπρόθεσμες προσεγγίσεις να υπερισχύουν επί των μακροπρόθεσμων επενδύσεων και σχεδιασμών. Στη βικτωριανή εποχή, αργότερα προς τα τέλη του 19ου αιώνα, κι αργότερα ύστερα από τον ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο το 1917-1945, κάθε εργατική αναταραχή, παρά τον μη επαναστατικό χαρακτήρα της, απειλούσε τα κέρδη, μέχρι που εκβίασε τους αστούς σε καλύτερα προσαρμοσμένες μορφές εκμετάλλευσης. Οι εργατικές αντισταθμιστικές δράσεις περιοδικά οδηγούν το κεφάλαιο προς τα εμπρός, και ταυτοχρόνως αμβλύνουν και χειροτερεύουν την κυριαρχία του: η «εξημέρωση» του κεφαλαίου εν τέλει ενισχύει το κεφάλαιο.

Η μετάβαση από τον κεϋνσιανό-φορντικό εθνικό συμβιβασμό στην παγκοσμιοποιημένη αχαλίνωτη αστική κυριαρχία επήλθε από μια μετατόπιση της κοινωνικής ισορροπίας της εξουσίας. Μετά το 1945, ο διακανονισμός επιχείρησης-συνδικάτου-Κράτους εξαρτήθηκε στην ικανότητα της εργασίας να επιβάλλει μια μορφή συμφωνίας. Οι αγώνες των δεκαετιών 1960-1970 έδωσαν τέλος στο δούναι και λαβείν. Η άρχουσα τάξη κέρδισε.

Η σημερινή ταξική πάλη στη Δύση συνδυάζει την εργατική αντίσταση και την αστική άρνηση της εγκατάλλειψης ακόμη κι ενός τμήματος των κατεστημένων της συμφερόντων. Η σύμπλεξη των δύο δυνάμεων επιφέρει ένα αδιέξοδο που δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα.

Το κεφάλαιο πράττει σαν να μπορεί να αποσυνθέσει την εργασία, ή ακόμα και να την εξαλείψει, όπως το έθεσε ωμά ο καθηγητής M. Hammer το 1990, ενώ η εργασία είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνεται το κεφάλαιο. Η μείωση του κόστους της εργασίας στο Ντένβερ μέσω του εξαναγκασμού των ντόπιων εργατών να αγοράζουν φτηνότερα εισαγώμενα αγαθά, είναι μια υγιής καπιταλιστική στρατηγική. Αυτό ήταν που έκανε κι η Βρετανία το 1846 με την ανάκληση των νόμων περί καλαμποκιού που περιόριζαν τις εισαγωγές τροφίμων: το φτηνότερο ψωμί μείωσε το κόστος ζωής της εργασίας, οπότε και τους μισθούς. Αλλά όταν το αμερικάνικο κεφάλαιο δίνει στους εργάτες στο Ντένβερ τον αυστηρότερο κατώτατο μισθό για να αγοράσουν κυρίως αγαθά κατασκευασμένα στην Κίνα, υπάρχει ένα πρόβλημα: τι θα κατασκευαστεί στο Ντένβερ, και τι θα κάνει [το κεφάλαιο] με τους ντόπιους προλετάριους; Δεν έχει ο καθένας την ευκαιρία να γίνει ειδικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, ούτε την ικανότητα να ζει με ολοένα και περισσότερο μειωμένες κοινωνικές παροχές: θα είναι η εργασία στο μέλλον (στην καλύτερη των περιπτώσεων) περιστασιακή, ή (το πιο πιθανό) μια διαδοχή ταπεινωτικών δουλειών του ποδαριού και περιόδων στο ταμείο ανεργίας; Η απάντηση των αστών είναι πως ναι: πολλοί θα παραμείνουν άνεργοι κι εργαζόμενοι φτωχοί στο Ντένβερ για αρκετό καιρό, αλλά δεν θα έχει σημασία επειδή μπορούν ακόμα να τρώνε fast food και ν’ αγοράζουν κινητά τηλέφωνα κατασκευασμένα στην Ασία. Είναι λογικό, αλλά η λογική είναι διαστρεβλωμένη.

Η ιεράρχηση του παγκόσμιου επί του τοπικού, η αποσύνδεση του εισοδήματος του μισθωτού εργάτη από την κοινωνία και την αγορά όπου ζει, θα ήταν εφικτή αν η εργασία ήταν τόσο ευέλικτη, ρευστή, διαχωρισμένη κι αναλώσιμη όσο οι αριθμοί, όντως… όσο το χρήμα, δηλαδή μια ουσία που είναι μεταβιβάσιμη, ανταλλάξιμη κι αναλώσιμη κατά βούληση. Κι αυτό ακριβώς είναι το καπιταλιστικό όνειρο. Η παρούσα συνθήκη του κόσμου και της τρέχουσας κρίσης, αποδεικνύει πόσο ισχυρή είναι αυτή η ουτοπία, και πόσο λανθασμένη: η εικονικότητα είναι μια πλάνη. Η «πραγματική» οικονομία ίσως να μην είναι όσο απτή φαίνεται, αλλά έχει ένα βαθμό πραγματικότητας ο οποίος λείπει από το χρηματοπιστωτικό σύμπαν. Μπορεί κανείς να παίξει με το χρήμα, να «ρευστοποιήσει» τράπεζες και να δρομολογήσει πιστωτικές γραμμές κατά βούληση για χρόνια. Αντιθέτως, η εργασία δεν είναι ούτε εικονική ούτε εικονοποιήσιμη.

Ο καπιταλισμός ποτέ δεν ξεπερνά τις αντιφάσεις του: τις μετατοπίζει και τις προσαρμόζει στη λογική του, ενώ προσαρμόζεται κι ο ίδιος σε αυτές.

«Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή τείνει πάντα να ξεπεράσει αυτά τα εσωτερικά της όρια, τα ξεπερνάει, όμως, μόνο με μέσα που της αντιτάσσουν εκ νέου, και σε πιο τεράστια κλίμακα, αυτά τα όρια»[29].

Ο καπιταλισμός βασίζεται στην ικανότητά του να παρέχει μέσα ύπαρξης στην μισθωτή εργασία. Μπορεί να συνεχίσει με δισεκατομμύρια ανθρώπων να λιμοκτονούν, όσο ο πυρήνας -παραγωγή αξίας- διαιωνίζει τον εαυτό του σε μία συνεχώς διευρυνόμενη κλίμακα (όπως απαιτούν οι ανταγωνιστικές δυναμικές: σήμερα, η Σαγκάη αποτελεί μέρος του κέντρου του συστήματος όσο και το Βερολίνο). Το Μάντσεστερ ευημερούσε ενώ «τα οστά των υφαντρών βαμβακερών λευκαίναν τις πεδιάδες της Ινδίας», όπως έγραψε ο Γενικός Κυβερνήτης της Ινδίας το 1834. Η ύψιστη εξαθλίωση δεν είναι μεγάλη είδηση.

Το πρόβλημα των αστών είναι διττό:

(α) Ο ίδιος ο πυρήνας βρίσκεται σε βαθύ πρόβλημα. Ένα κοινωνικό σύστημα μπορεί να τα βγάλει πέρα με μάζες που λιμοκτονούν, όσο η καρδιά του παρέχει επαρκή άντληση: η καπιταλιστική «καρδιά» είναι μια αντλία αξίας, κι εδώ και 40 χρόνια η αντλία δεν αντλεί αρκετά, παρόλο το μεγάλο κέρδος μιας μειονότητας επιχειρήσεων και του χρήματος που δημιουργείται και κυκλοφορεί.

(β) Η καρδιά του ζητήματος δεν είναι το σύνολο του ζητήματος. Ο αμερικάνικος, ευρωπαϊκός, κινεζικός, κλπ, καπιταλισμός δεν μπορεί να συνεχίσει σ’ έναν εκρηκτικό κόσμο. Παρότι έκρηξη δεν σημαίνει επανάσταση (για να δώσουμε απλά ένα παράδειγμα, η κοινωνική βία στο Μπαγκλαντές είναι τόσο συσχετισμένη με τη θρησκεία όσο και με τη τάξη), οι επιχειρήσεις χρειάζονται ένα ελάχιστο νόμου και τάξης, καθώς και πολιτικής σταθερότητας.

Δεν μιλάμε για χώρες ή μέρη του κόσμου (Βορράς/Νότος, Δύση/Ανατολή), αλλά περί «άνισης ανάπτυξης» εντός σχεδόν κάθε χώρας. Οι άρχουσες τάξεις δεν ανησυχούν ιδιαίτερα για το τι συμβαίνει σε μια απομονωμένη επαρχία της Βολιβίας, σε μια εξαθλιωμένη περιοχή του Λονδίνου ή σε μια στερημένη συνοικία του Ισλαμαμπάντ, κι απλώς τις αντιμετωπίζουν με τις κατάλληλες δόσεις αστυνομικής βίας και δημόσιας ανακούφισης. Μια πολύ διαφορετική κατάσταση προκύπτει όταν οι χωρικοί της Βολιβίας, η εξεγερμένη αγγλική νεολαία ή οι εξεγερμένοι μητροπολιτικοί Πακιστανοί δημιουργούν μια μη διαχειρίσιμη πολιτική σύγχυση, διαταρράσουν τη ροή του εθνικού κεφαλαίου, διαρρηγνύουν το παγκόσμιο εμπόριο, και προκαλούνε εμμέσως πόλεμο και γεωπολιτικό χάος. Η ταξική πάλη, μιλώντας αυστηρά (δηλαδή περιλαμβάνοντας μόνο αστούς εναντίον προλετάριων), δεν είναι ο μόνος παράγοντας που θέτει τον καπιταλισμό εκτός πορείας.

Ο καπιταλισμός βασίζεται σε συνθήκες που πρέπει να αναπαραχθούν στην ολότητά τους: πρώτα η εργασία, επίσης οτιδήποτε συγκρατεί την κοινωνία ενωμένη, χωρίς να ξεχνάμε τις φυσικές της βάσεις. Η «κρίση του πολιτισμού» προκύπτει όταν το κοινωνικό σύστημα το πετυχαίνει αυτό μόνο μέσω βίαιων δονήσεων και κραδασμών, οι οποίοι τελικά το οδηγούν σε ένα νέο όριο διαχείρισης των αντιφάσεων.

Στην εποχή μας, αν ο καπιταλισμός βρει μια διέξοδο από την κρίση, η ανάρρωση δεν θα είναι απαλή κι ειρηνική. Κοινωνικές σεισμικές δονήσεις, πολιτικές ανακατατάξεις, πόλεμος, εξαθλίωση θα συνοδευτούν με καταναλωτικό ατομικισμό στη σκιά ενός τυρρανικού Κράτους, σ’ ένα μίγμα νεωτερικότητας κι αρχαϊσμού, ανεκτικότητας και θρησκευτικού φονταμενταλισμού, αυτονομίας κι επιτήρησης, ηθικής αταξίας και τάξης, δημοκρατίας και δικτατορίας. Το Κράτος-νταντά κι η στρατιωτικοποιημένη αστυνομία ταιριάζουν γάντι. Στην εμβληματική καπιταλιστική χώρα, η Νέα Ορλεάνη μετά τον τυφώνα Κατρίνα το 2005 μας παρείχε γρήγορες ματιές ενός πιθανού μέλλοντος: κατάρρευση των υποδομών, υπερφορτωμένες δημόσιες υπηρεσίες, αποτελεσματική αλλά ανεπαρκής λαϊκή αυτοβοήθεια, αποκατάσταση του νόμου και τάξης από τεθωρακισμένα οχήματα.

Το να ορίσεις μια κρίση δεν σημαίνει να πεις το πως θα αποκατασταθεί. Καμία χώρα της Ευρώπης ή της Βόρειας Αμερικής δεν προσεγγίζει τώρα το σημείο όπου η ταξική διαίρεση, η πολιτική αντιπαράθεση, η καταστροφή του Κράτους κι η απώλεια του ελέγχου από τη μεριά της άρχουσας τάξης θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη λειτουργία της θεμελιώδους κοινωνικής σχέσης -κεφάλαιο/εργασία-, όμως οι συνθήκες για τη δημιουργία μιας τέτοιας κατάστασης οικοδομούνται.

Ένα πράγμα είναι σίγουρο. Το ιστορικό πλαίσιο καλεί για μια ακόμα περισσότερο βαθύτερη απάντηση απ’ ότι τη δεκαετία του 1930, και καμιά λύση δεν διαφαίνεται, καμιά «δημιουργική καταστροφή», για να χρησιμοποιήσουμε μια φράση που επινόησε ο Σουμπέτερ εν μέσω ενός παγκόσμιου πολέμου.

14: Κοινωνική αναπαραγωγή, έως τώρα…

Σε αντίθεση με ένα ποδήλατο το οποίο μπορεί να κρατηθεί κάτω από ένα υπόστεγό για κάποιο χρονικό διάστημα, ο καπιταλισμός δεν βρίσκεται ποτέ σε κατάσταση ακινησίας: υπάρχει μόνο αν επεκτείνεται.

Η κοινωνική αναπαραγωγή εξαρτάται από τη σχέση ανάμεσα στα θεμελιώδη συστατικά της καπιταλιστικής κοινωνίας. Δεν υπάρχει κανένα αντικειμενικό όριο εδώ. Η εργασία ίσως να αποδεχτεί να βρίσκεται σε 10% ανεργία όπως έκανε και με το 1%, κι οι αστοί μπορούν να παραμείνουν αστοί ακόμη κι αν το «μέσο» ποσοστό κέρδους πέσει κάτω από το 1%, επειδή τα παγκόσμια ή μέσα διαγράμματα έχουν νόημα για τον στατιστικολόγο, όχι για τις κοινωνικές ομάδες. Ο πόλεμος επιφέρει περιουσίες σε κάποιους και τεράστιες απώλειες σε άλλους. Υπάρχουν καιροί που οι αστοί θα αποδεχτούν ένα ποσοστό κέρδους 1% ή 0% αν ελπίζουν πως έτσι θα παραμείνουν αστοί, και καιροί που ένα ποσοστό κέρδους 10% δεν είναι αρκετό και θα ρισκάρουν τα χρήματα και τη θέση τους για να φτάσουν ένα μη βιώσιμο 15%: τότε το νεκρό σημείο γίνεται οριακό σημείο. Ο καπιταλισμός κυβερνάται από το νόμο του κέρδους, κι οι κρίσεις του από «φθίνουσες αποδόσεις», αλλά αυτή η ύφεση δύσκολα μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Γι’ αυτό έχουν υπάρξει ελάχιστοι αριθμοί σε μια έρευνα που ελπίζει να εκτιμήσει τη διάρρηξη της κοινωνικής ισορροπίας, δηλαδή τις αντιφάσεις που είναι ικανές να σχηματίσουν και ταρακουνήσουν μια ολόκληρη εποχή.

(α) Για ποια μη αναπαραγωγισημότητα μιλάμε; Ο καπιταλισμός δεν ακυρώνει τις δικές του παραγωγικές σχέσεις. Καμία εσωτερική δομική αντίφαση δεν είναι αρκετή για την καταστροφή του καπιταλισμού. Για να μιλήσουμε όπως ο Μαρξ, τα «εσωτερικά εμπόδια» του καπιταλισμού δεν σταματούν την πορεία του, τον υποχρεώνουν να προσαρμοστεί: τον ανανεώνουν. Η κοινωνική αναπαραγωγή του συστήματος παραμένει δυνατή αν οι αστοί κι οι προλετάριοι την αφήσουν να συνεχίσει.

(β) Μόνο η κομμουνιστική επανάσταση μπορεί να επιτύχει την μη αναπαραγωγισημότητα του καπιταλισμού, αν και όταν οι προλετάριοι (αυτοί με δουλειά κι αυτοί χωρίς) καταργήσουν τους εαυτούς τους ως εργάτες.

(γ) Έως τώρα τίποτα δεν δείχνει πως οι παρούσες πολλαπλές προλεταριακές πράξεις (αμυντικές και επιθετικές) υποδεικνύουν ή οδηγούν προς μια αμφισβήτηση κι ανατροπή της σχέσης κεφαλαίου/εργασίας.

(δ) Οπότε, ο καπιταλισμός στις μέρες μας έχει τα μέσα να αναπαράγει τον εαυτό του. Αλλά καθώς το μακροπρόθεσμο έλλειμμα κερδοφορίας του συνδυάζεται με την αναπτυσσόμενη γεωπολιτική αποσταθεροποίηση η οποία επιδεινώνεται απ’ την παγκοσμιοποίηση, η αναπαραγωγή του μπορεί να συμβαίνει μόνο μέσω αποδιοργάνωσης, βίας και περισσότερης φτώχειας. Το αδιέξοδο δημιουργεί μια ακόμα περισσότερο εκρηκτική κατάσταση, κι η παρούσα λιτότητα που επιβάλλεται τώρα σε χώρες όπως η Ελλάδα αποτελεί έναν ήπιο δείκτη των ταραγμένων καιρών που έρχονται.

***

«Η εργατική τάξη δεν έχει να περιμένει μια τελική καταστροφή, αλλά πολλές και διάφορες καταστροφές: πολιτικές, όπως οι πολέμοι, και οικονομικές, όπως οι κρίσεις, οι οποίες ξεσπούν άλλες φορές με μια περιοδικότητα κι άλλες φορές ακανόνιστα, όμως συνολικά γίνονται όλο και πιο καταστροφικές καθώς ο καπιταλισμός μεγεθύνεται. […] Ακόμα κι αν ο καπιταλισμός ξεπεράσει τη τωρινή κρίση, νέες κρίσεις θα ξεσπάσουν, και μαζί νέοι αγώνες», έγραφε ο Άντον Πάνεκουκ το 1934, πριν καταλήξει στο συμπέρασμα: «Η αυτοχειραφέτηση του προλεταριάτου είναι η κατάρρευση του καπιταλισμού». Σήμερα, εκτός κι αν η επανάσταση καταργήσει ένα σύστημα που επανενεργοποιεί τον εαυτό του μέσω περιοδικών αυτοακρωτηριασμών, θα δούμε πολύ πιο ακραίες και καταστροφικές λύσεις[30].

Σημειώσεις:

1. Το παρών κείμενο αποτελεί το 4ο κεφάλαιο ενός βιβλίου που πρόκειται να εκδοθεί από τις εκδόσεις PM Press, με τίτλο From Crisis to Communisation. Άλλα κεφάλαια ασχολούνται με τη «Legacy» (δεκαετίες 1960 και 1970), «Birth of a Notion», «Work Undone», «Trouble in Class», «Creative Insurrection» και «A Veritable Split» (μια κριτική σε μερικούς ερμηνευτές της κομμουνιστικοποίησης).

2. Ο Marshall Sahlins πρότεινε την ύπαρξη ενός οικιακού τρόπου παραγωγής, βασισμένου σε μια οικονομία με επίκεντρο το αγροτικό νοικοκυριό, με μικρή ανταλλαγή και σχεδόν καθόλου χρήματα. Από μια διαφορετική σκοπιά, η υλίστρια φεμινίστρια Christine Delphy πήρε την έννοια του Μαρξ και την αντέγραψε. Η οικιακή εργασία (που γίνεται εντός της οικογένειας από απλήρωτες γυναίκες προς όφελος των αντρών) θεωρητικοποιήθηκε ως αρκετά συγκεκριμένη ώστε να γίνει η βάση ενός οικιακού ή πατριαρχικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος σύμφωνα με την Ch. Delphy συνυπάρχει με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής στις καπιταλιστικές κοινωνίες.

3. Σχετικά με την ιστορική πρόοδο/οπισθοχώρηση: Detlev J. K. Peukert, The Weimar Republic: The Crisis of Classical Modernity, 1992 (γερμανική έκδοση, 1987).

4. Conan Fischer, The Rise of the Nazis, 2002. Για ένα καλό βιβλίο σχετικά με τη Γερμανία του Χίτλερ, βλέπε: Adam Tooze, Wages of Destruction: The Making & Breaking of the Nazi Economy, 2006. Για την περίοδο του μεσοπολέμου, βλέπε Ζιλ Ντωβέ, Όταν οι εξεγέρσεις πεθαίνουν (1999), μετάφραση στα ελληνικά από το Πρακτορείο Rioters εδώ.

5. [Σ.τ.Μ.]: Ο Καρλ φον Κλάουζεβιτς ήταν Πρώσος στρατιωτικός, και συγγραφέας του Περί Πολέμου.

6. [Σ.τ.Μ.]: Γερμανός ιστορικός και φιλόσοφος. Ο Νόλτε υποστήριξε πως ο φασισμός/ναζισμός λειτούργησε σε τρία επίπεδα: σε πολιτικό επίπεδο ως μορφή αντίθεσης στον μαρξισμό, σε κοινωνιολογικό επίπεδο σε αντίθεση με τις αστικές αξίες, και σε «μεταπολιτικό» επίπεδο ως «αντίσταση στον εκσυγχρονισμό».

7. Ερνστ Νόλτε, Ο Ευρωπαϊκός Εμφύλιος Πόλεμος 1917-45 (1987), εκδόσεις Τροπή. Το βιβλίο είναι περισσότερο ιδεολογία παρά ιστορία.

8. E. Hopkins, The Rise & Decline of the English Working Class 1918-90: A Social History, 1991.

9. J. O’Connor, The Fiscal Crisis of the State, 1973.

10. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 1, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 621-622.

11. Φαίνεται να υπάρχουν δύο τάσεις ανάμεσα στους επικριτές του καπιταλισμού στη νεοφιλελεύθερη φάση του. Η μια σχολή σκέψης, μακράν η πιο γνωστή, επιμένει στον ληστρικό ρόλο του χρηματοπιστωτισμού επί της «πραγματικής» οικονομίας. Μια άλλη σχολή, χωρίς να αρνείται το αντίκτυπο του χρηματιστικού κεφαλαίου, αμφισβητεί την παρούσα πραγματικότητα της πραγματικής οικονομίας. Παρόλο που δεν θα προσποιηθούμε πως θα αποκαταστήσουμε ένα δύσκολο ερώτημα σε μερικές γραμμές, αυτή η δεύτερη τάση έχει το προτέρημα να θέτει το ερώτημα όχι τόσο πολύ περί του μέρους των κερδών που ιδιοποιούνται από μια μικροσκοπική μειοψηφία, αλλά περί της υλικότητας αυτών των κερδών. Σύμφωνα με συγγραφείς όπως ο G. Balakrishnan («Speculations on the Stationary State», στο New Left Review, #59, 2009), η τεχνολογική και κοινωνική ανάπτυξη έχει υπάρξει αξιοσημείωτη -πάνω από όλα στον έλεγχο της εργασίας- αλλά έχει «αποτύχει να απελευθερώσει μια επανάσταση της παραγωγικότητας που θα μπορούσε να μειώσει τα κόστη και να απελευθερώσει έσοδα για μια ολόπλευρη ανάπτυξη» (Balakrishnan). Βλέπε επίσης W. Streeck, «How Will Capitalism End?», New Left Review, #87, 2014.

12. Πολ Μάτικ, Μαρξ και Κέυνς: Τα Όρια της Μικτής Οικονομίας (1969), εκδόσεις Οδυσσέας, 1978.

13. Tim Mason, Nazism, Fascism & the Working Class, 1995.

14. [Σ.τ.Μ.]: Άγχος που προκαλείται από την εργασία. Συνήθως προκαλείται σε εντατικές κι απαιτητικές εργασίες, ή οταν οι προσδοκίες από την εργασία δεν ταυτίζονται με την πραγματικότητα. Μπορεί να προκαλέσει σωματική και ψυχολογική καταπόνηση κι αλλοίωση της συμπεριφοράς και του χαρακτήρα.

15. Jean-Luc Gréau, L’ Avenir du capitalisme, 2005. Παλαιότερα ήταν οικονομικός ειδικός για την κύρια γαλλική επιχειρηματική συνομοσπονδία.

16. [Σ.τ.Μ.]: Πρόκειται για εύπορες γειτονιές κατοικίας, η είσοδος στις οποίες είναι ελεγχόμενη και συνήθως η περιμέτρός τους είναι περιφραγμένη με τοίχους, φράχτες και κάγκελα. Ο έλεγχος κατά την είσοδο συνήθως γίνεται από ιδιωτικούς φρουρούς ασφαλείας.

17. [Σ.τ.Μ.]: Νεκρό αποκαλείται το σημείο ισορροπίας όπου μια επιχείρηση καλύπτει από τον τζίρο της όλα τα έξοδά της χωρίς να πραγματοποιήσει ούτε κέρδος ούτε ζημία.

18. [Σ.τ.Μ.]: Το City του Λονδίνου αποτελεί πόλη και κομητεία εντός της Λονδίνου μπέρδεμα, ε; Θεωρείται ως μια από τις αναμφισβήτητες οικονομικές πρωτεύουσες του πλανήτη. Όταν οι Νορμανδοί υπό τον Γουλιέλμο Α’ κατέκτησαν την Αγγλία, η περιοχή του City παρέμεινε στα χέρια των Αγγλοσάξονων και τελικά υπεγράφη συμφωνία με την οποία το City διατηρούσε μια σχετική αυτονομία σε σχέση με το υπόλοιπο βρετανικό βασίλειο. Η σχετική νομική και διοικητική αυτονομία του διατηρείται έως και σήμερα. Από τα τέλη του 16ου αιώνα έγινε σταδιακά σημαντικό κέντρο για τράπεζες και για το διεθνές κι εγχώριο εμπόριο. Στα τέλη του 19ου κι αρχές του 20ού αιώνα μειώθηκαν σημαντικά οι κάτοικοι του City κι άρχισαν να χτίζονται εκεί γραφεία επιχειρήσεων. Λόγω του περίεργου διοικητικού του συστήματος που αποτελεί απομείναρι της μεσαιωνικής φεουδαρχίας, το City διοικείται κυρίως από εκλεγμένους αντιπροσώπους επαγγελματικών συντεχνιών, που η σύγχρονη σύνθεσή τους συνίσταται κατά κύριο λόγο από υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων που στεγάζονται στο City, με αποτέλεσμα πολλές βρετανικές και μη επιχειρήσεις να φτιάξουν εκεί τα γραφεία τους. H Τράπεζα της Αγγλίας, το Χρηματιστήριο του Λονδίνου κι η Lloyd’s στεγάζονται εκεί. Πάνω από 500 τράπεζες έχουν γραφεία στο City, κι έχει ηγετική θέση στην παγκόσμια ασφάλιση και στο εμπόριο ευρωομολόγων, συναλλάγματος κι ενέργειας.

19. [Σ.τ.Μ.]: Έκδοση τίτλων (πχ ομολόγων ή εξασφαλισμένων χρεωστικών) που πηγάζουν από δανειακές υποχρεώσεις. Πχ, μια τράπεζα τιτλοποιεί χρέη από δάνεια που έχει δώσει και δεν έχουν αποπληρωθεί, και τα πουλάει σε μια επιχείρηση. Έτσι, η τράπεζα αποκτά ρευστότητα κι η επιχειρήση περιμένει να βγάλει κέρδος από τη δυνητική αποπληρωμή του δανείου. Εν ολίγοις, το χρέος μεταβιβάζεται δεξιά αριστέρα, με όσους το αγοράζουν να ελπίζουν πως κάποια στιγμή θα βγάλουν κέρδος από την έντοκη αποπληρωμή του, ενώ παράλληλα το χρήμα κυκλοφορεί στην αγορά.

20. [Σ.τ.Μ.]: Χρηματοπιστωτικές αγοραπωλησίες μέσω συμβολαίων που αντλούν την αξία τους από την απόδοση περουσιακών στοιχείων, δεικτών ή επιτοκίων.

21. [Σ.τ.Μ.]: Αυτόνομα τμήματα διαχείρισης εταιρικών ερευνών. Το τμήμα αυτό που έχουν διάφορες επιχειρήσεις είναι υπεύθυνο για την επιστημονική οργάνωση και την εφαρμογή ερευνών και πειραμάτων για τη βελτίωση της παραγωγής και της λειτουργίας της επιχείρησης.

22. [Σ.τ.Μ.]: Στις περισσότερες αστικές οικονομικές θεωρίες, ο άνθρωπος θεωρείτε ως ον που ασχολείται με το εμπόριο, δρα ορθολογικά βάσει των ατομικών του συμφερόντων κι επιδιώκει τη βέλτιστη λύση

23. Στο Μπουτάν κι αλλού, επικριτές έχουν θέσει το ζήτημα πως η κοινωνία του Μπουτάν είναι πολύ μακρυά από τον εξωτικό παράδεισο ειρήνης κι αρμονίας που η ελίτ του ισχυρίζεται πως κυβερνά. Η εκμετάλλευση της εργασίας είναι άγρια, οι παραδόσεις καταπιεστικές κι υπάρχουν διακρίσεις ενάντια στις μειονότητες. Λοιπόν, μόνο οι αφελείς νόμιζαν πως η Shangri-La ήταν αληθινή. Αλλά αν ακόμη και το Μπουτάν ήταν ένα ανεκτικό, μη σεξιστικό, φιλικό προς τους εργάτες μέρος, ή αν η ΑΕΕ είχε εφευρεθεί, για παράδειγμα, στη Δανία ή την Ισλανδία, η ΑΕΕ θα παρέμενε τόσο παραπλανητική όσο και το ΑΕΠ.

24. Για παράδειγμα, ήδη από το 1956, ο Günther Anders έγραφε σχετικά με την απαξίωση του ανθρώπινου είδους στο ομώνυμο βιβλίο του The Obsolescence of the Human Species.

25. Clive Hamilton, Earth Masters: The Dawn of the Age of Climate Engineering, 2013.

26. Ο Σισμόντι (1773-1842) ήταν ένας από τους πρώτες θεωρητικούς της υποκατανάλωσης. Παρατηρώντας τις οικονομικές κρίσεις του 19ου αιώνα στην Αγγλία, θεώρησε πως ο ανταγωνισμός οδηγούσε σε υπερβολική μείωση του κόστους, το οποίο έριχνε τους μισθούς κι απέτρεπε τους εργάτες από το να αγοράσουν αυτά που παρήγαγαν. Η προτεινόμενη από τον Σισμόντι θεραπεία ήταν μισθολογικές αυξήσεις ώστε να έχουν αρκετή αγοραστική δύναμη.

27. [Σ.τ.Μ.]: Εργατικό κίνημα στη Βρετανία την περίοδο 1838-1850 το οποίο διεκδικούσε πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Πήρε το όνομά του από τον Χάρτη του Λαού του 1838, ο οποίος διεκδικούσε τα εξής: (α) δικαίωμα ψήφου για όλους τους άντρες άνω των 21, (β) μυστική ψηφοφορία, (γ) καμιά προαπαίτηση περιουσίας για την υποβολή υποψηφιότητας στις βουλευτικές εκλογές, (δ) πληρωμή των βουλευτών, (ε) αναλογικές εκλογικές περιφέρειες και (στ) ετήσιες βουλευτικές εκλογές.

28. [Σ.τ.Μ.]: Η κανονική ονομασία είναι Τραπεζική Πράξη του 1933. Πήρε το εναλλακτικό της όνομα λόγων των Carter Glass και Henry Steagall, μέλη του Κογκρέσου των ΗΠΑ με το κόμμα των Δημοκρατικών, οι οποίοι υπήρξαν ένθερμοι υποστηρικτές της. Τα βασικότερα που προέβλεπε η Πράξη είναι τέσσερα σημεία της τα οποία περιόρισαν τις εμπορικές δραστηριότητες τραπεζικών τίτλων και τις συνεργασίες μεταξύ εμπορικών τραπεζών κι εταιρειών επενδύσεων.

29. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος 3, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 316.

30. Άντον Πάνεκουκ, Η Θεωρία της Κατάρρευσης του Καπιταλισμού, 1934. Μπορεί να βρεθεί στα ελληνικά εδώ.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s