Home

Μεταφράσαμε και δημοσιεύουμε το κείμενο με τίτλο “De débordements en imbordements jusqu’à l’épuisement” που ανέβηκε πριν πέντε μέρες στο dndf.org και αναφέρεται στο τρέχον κίνημα στη Γαλλία.

 

(για τις διαδηλώσεις, τους σπάστες και τα «Nuits debout»)

Το «ξεπέρασμα των ορίων» των «διεκδικητικών διαδηλώσεων» έχει γίνει η ίδια η πορεία τους, η βία δεν αποτελεί πλέον ζήτημα, κάτι εξωτερικό ή κάτι που έπεται, το «ξεπέρασμα των ορίων» συνιστά την ίδια τη φύση του κινήματος, η υπερβολή εισέρχεται στο ίδιο το αντικείμενο μέχρι να αποτελέσει την ίδια την αναγνωρισμένη, αναμενόμενη φύση του, μια «αποοριοθέτηση» θα μπορούσαμε να πούμε. Το ζήτημα της βίας είναι απόν, έχει, στην πραγματικότητα, εκκενωθεί ως ζήτημα. Πλέον μόνο τα δελτία ειδήσεων υπάρχουν για να μιλάνε για «διαδηλωτές» και «σπάστες», ακόμα και οι μπάτσοι και οι εκπρόσωποί τους δεν εκφράζονται πλέον με αυτόν τον τον τρόπο.

«Ούτε νόμος, ούτε εργασία». Ένα πράγμα ενώνει τις διαδηλώσεις ενάντια στον «εργασιακό νόμο» και τα «Nuits debout»: η απονομιμοποίηση της μισθωτής διεκδίκησης. Μολονότι επεξεργάζεται τις διαδηλώσεις και τις πλατείες με διαφορετικό τρόπο, αυτό συμβαίνει γιατί αυτή η απονομιμοποίηση επεξεργάζεται με διαφορετικό τρόπο το σύνολο της κοινωνίας και αυτό δεν μπορεί να λαμβάνει χώρα χωρίς συγκρούσεις. Η «σύγκλιση» δεν εκδίδεται με διάταγμα, επιπλέον δεν μπορεί να αποτελέσει στόχο, ο κατακερματισμός της εργασιακής δύναμης, οι φυλετικοί και έμφυλοι διαχωρισμοί δεν προστίθενται επί του ταξικού ανήκειν, πρόκειται για τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο αυτή η απονομιμοποίηση βιώνεται συγκεκριμένα και, στις ίδιες συνθήκες, οι αποκλίσεις δεν οφείλονται σε διαφορά οπτικής, μπορούν να είναι πραγματικά ανταγωνιστικές. Είναι αδύνατον να παραλείπονται οι πραγματικές συγκρούσεις και η πολλαπλότητα των αντιφάσεων από την απλή αναγνώριση και πρόσθεσή τους.

Όμως εδώ και κάποιο διάστημα ήταν εμφανές ότι, για την καπιταλιστική τάξη, οι διεκδικήσεις, οι διαδηλώσεις, οι διαπραγματεύσεις, δεν ήταν πλέον νομιμοποιημένες (συστημικές, θα μπορούσαμε να πούμε) εντός μιας εσωτερικής συγκρουσιακής συνθήκης συσσώρευσης. Δεν ήταν το ίδιο εμφανές ότι το προλεταριάτο αναγνωρίζει αυτή τη συνθήκη σαν δική του και όχι μόνο ότι την υφίσταται, δηλαδή ότι αναγνωρίζει το κεφάλαιο ως τον λόγο ύπαρξής του, την ύπαρξή του απέναντι στον εαυτό του, ως τη μόνη αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής του. Το κίνημα που αυτή την περίοδο ψελλίζει στη Γαλλία δεν φτάνει να ορίσει τον εαυτό του, να τον κατανοήσει, γιατί είναι, σε αυτό το σημείο, το πρώτο που συγκροτείται από τη δομική αλλαγή του τρόπου συσσώρευσης και αναπαραγωγής του καπιταλισμού, ο οποίος εισήλθε σε κρίση το 2008. Η απονομιμοποίηση της διεκδίκησης, κατά την περίοδο που ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εισήλθε σε κρίση, συνιστά διαδικασία εισχώρησης σε κάθε πόρο του κινήματος και το κίνημα το ξέρει και το διεκδικεί. Για το καλύτερο και για το χειρότερο. Από την υποτιθέμενη άρνηση της διεκδίκησης και της διαπραγμάτευσης μέχρι την εναλλακτική μιας «Κοινότητας» που χάνεται στον ίδιο τον φορμαλισμό της.

Τα «Nuits debout» αποτελούν τον κοινωνικό αφρό αυτής της συνθήκης. Το «Δεν διεκδικούμε τίποτα» του Fréderic Lordon μπορεί να είναι όσο πολιτικάντικο θέλουμε και να μας κάνει να γράψουμε το νέο σύνταγμα του «εμείς μαζί». Όχι λιγότερο παράξενα, ανακτά ένα παλιό σύνθημα ριζοσπαστικότητας και ισχυρίζεται ότι «διεκδικώ» σημαίνει καθιερώνω εγώ ο ίδιος τη νομιμοποίηση της εξουσίας στην οποία απευθύνομαι. Οι πολυάριθμες παλινωδίες των «Nuits debout» είναι αυτές που είναι, η έκφραση μιας κοινωνικής τάξης, της οποίας η συνείδηση είναι να θεωρεί τον εαυτό της ως γενική αφαίρεση της ίδιας της κοινωνίας, αλλά οι εκφράσεις αυτής της τάξης δεν ήταν πάντοτε έτσι. Αλλά, αν και σήμερα έχουν σημαδευτεί από τη γενική συνθήκη της ταξικής πάλης, η εθνική κυριαρχία, το «καλό παραγωγικό κεφάλαιο», «το Κράτος προστάτης» και η «πραγματική δημοκρατία» αποτελούν πάντα τη φυσική τάση αυτής της τάξης και μερικές απεχθείς αποκλίσεις δεν είναι αδύνατον να τις φανταστεί κανείς. Τα «Nuits debout» δεν περιορίζονται σε αυτή την τάξη, αλλά αυτή κυριαρχεί εκεί και, για τους άλλους, εντός αυτού του γενικού χρωματισμού, έχοντας τη συνείδηση του τέλους της διεκδίκησης, όταν κάνουν πετάλι πάνω από το κενό, ο κούφιος φορμαλισμός χρησιμεύει για αλεξίπτωτο.

Από το 2010 και μετά (νόμος για τις συντάξεις) κάτι θεμελιώδες έχει ανατραπεί. Μια περίσταση, την οποία οι «υλιστές» θα έκαναν λάθος αν την αγνοούσαν, επιτάχυνε αυτή την ανατροπή: τη βαθιά ηθική κρίση, εντός της οποίας ζει αυτή την περίοδο η Γαλλία. Το Κράτος δεν αναγνωρίζεται πλέον ως τέτοιο, η τεράστια μηχανή που μετασχηματίζει με όλα τα γρανάζια της, θεσμοί, ιδρύματα, δυνάμεις καταστολής, το ειδικό συμφέρον μιας κοινωνικής τάξης σε γενικό συμφέρον, δεν αναγνωρίζεται πλέον ως τέτοιο γιατί το Κράτος δεν λειτουργεί πια. Μια ατμόσφαιρα τέλους του βασιλείου. Είναι επειδή η μηχανή έχει μπλοκαριστεί από τα «Luxleaks» και τα «Panama papers», κανένας πλέον δεν πιστεύει σε μια εξουσία που κάνει το αντίθετο από αυτό που έχει ανακοινώσει. Ο Sarkozy πυροδοτεί το μίσος, ο Hollande προκαλεί γέλιο και περιφρόνηση. Η βία χωρίς περιστροφές είναι η απάντηση αυτού που έχει περιφρονηθεί, από την αρχή ήταν άμεση και χωρίς γαρνιτούρες. Όταν η μηχανή που μετασχηματίζει το μερικό σε γενικό έχει μπλοκάρει δεν απομένει παρά αυτό που ήταν πάντοτε κρυμμένο στο σκοτάδι πίσω από αυτό το γενικό: το κλομπ.

Εντός του συστηματικού και νορμάλ, αναμενόμενου, αποδεκτού και καθοριστικού για τις διαδηλώσεις ξεπεράσματος των ορίων, εντός των «Nuits debout» και εντός ακόμα και των πιο συνδικαλιστικών κομματιών των πορευόμενων, οι οποίοι μπλοκαρίστηκαν από τους μπάτσους, για πρώτη φορά στη Γαλλία (έτσι φαίνεται;) η απονομιμοποίηση της μισθωτής διεκδίκησης δεν αποτελεί μόνο το «νιετ» της κυρίαρχης τάξης και του Κράτους της, αλλά επίσης την αναγνωρισμένη από την ίδια ουσία του αγώνα. Αυτό είναι το σημαντικό. Η εργατική ταυτότητα δεν βιώθηκε εκ νέου, όπως το 2010, με φαντασματικό τρόπο, η απονομιμοποίηση είναι σε διαδικασία να εσωτερικεύεται και να μη βιώνεται, να αναλαμβάνεται, να «διεκδικείται», να συγκροτεί.  Όλο αυτό είναι πολύ περιορισμένο, ακόμα και περιθωριακό, καθώς είναι προφανές ότι το κίνημα δυσκολεύεται να γίνει μαζικό τόσο στην εκδοχή του ως διαδήλωση και ξεπέρασμα των ορίων όσο και στην εκδοχή του ως συνελεύσεις «Nuits debout». Μολονότι είναι φυσιολογικό αυτός ο αγώνας να μην ξέρει τι να πολυκάνει τον εαυτό του, αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει κανένα άλλο περιεχόμενο πέρα ή απέναντι από την απονομιμοποίηση και αυτό το περιεχόμενο συγκροτεί τον αγώνα ως τέτοιο περιθώριο. Εν τη απουσία της έμπρακτης επιβεβαίωσης της πολλαπλότητας των αντιφάσεων που συγκροτούν το προλεταριάτο και της αναγνώρισης της παραγωγής ως μήτρας των κοινωνικών τάξεων, αναγνώρισης που δεν μπορεί παρά να αποτελεί πρακτική σε αυτό το επίπεδο (πρακτική σκληρά απούσα αυτή την περίοδο), προς το παρόν, αυτό το περιεχόμενο επιπλέει ως συνείδηση που χειραφετείται από τα όριά της, σαν το ταξικό ανήκειν ως εξωτερικός καταναγκασμός να λειτουργούσε προληπτικά απέναντι στην ταξική πάλη, η οποία τον παράγει, κατά τη συγκρότηση μιας αυτο-αναφορικής Κοινότητας. Αυτό δεν είναι χωρίς συνέπειες για την ίδια τη συνείδηση και τις πρακτικές που υλοποιεί στο όνομά της. Το ξεπέρασμα των ορίων οδεύει επομένως προς την εξάλειψη και η Κοινότητα των «Nuits debout» προς μια ακολουθία δημόσιων εξαγγελιών κατά περίσταση περισσότερο ή λιγότερο γελοίων.

R.S.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s