Home

Παραθέτουμε παρακάτω τη μετάφρασή μας του κειμένου On Post-Fascism: The degradation of universal citizenship του Gáspár Miklós Tamás, που είχε δημοσιευθεί τον Ιούνιο του 2000 στο περιοδικό Boston Review. Παρά τα 16 χρόνια που μας χωρίζουν από τη συγγραφή του κειμένου, η ανάλυσή του περί των σύγχρονων αντιμεταναστευτικών κινημάτων και του διαχωρισμού της ανθρώπινης συνθήκης από την ιδιότητα του πολίτη ενός έθνους-κράτους, φαντάζει πιο επίκαιρη από ποτέ με την «πρώτη (ή μήπως τώρα μετράει ως δεύτερη;) φορά αριστέρα» του ΣΥΡΙΖΑ και τα κέντρα κράτησης μεταναστών που φυτρώνουν σαν μανιτάρια ανά την ελληνική επικράτεια.

Έχω να εκδηλώσω ένα ενδιαφέρον. Η κυβέρνηση της χώρας μου, της Ουγγαρίας, αποτελεί μαζί με τη βαυαρική επαρχιακή κυβέρνηση (επαρχιακή με περισσότερες από μία έννοιες)- τον ισχυρότερο ξένο υποστηρικτή της Αυστρίας του Jörg Haider. Το υπουργικό συμβούλιο της δεξιάς στη Βουδαπέστη, εκτός των άλλων παραπτωμάτων, προσπαθεί να καταστείλει την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση, επιβάλοντας κυρώσεις στις τοπικές αρχές με διαφορετική πολιτική απόχρωση από την ίδια, και δημιουργεί κι επιβάλλει ενεργητικά μια καινοτόμο κρατική ιδεολογία με τη βοήθεια ενός αριθμού λούμπεν διανοούμενων της ακροδεξιάς, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων απροκάλυπτα νεοναζί. Τα έχουν κάνει πλακάκια μ’ ένα ανοιχτά κι άγρια αντισημιτικό φασιστικό κόμμα το οποίο, δυστυχώς, εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο. Οι άνθρωποι που εργάζονται για το γραφείο του πρωθυπουργού επιδίδονται σε περισσότερο ή λιγότερο προσεκτικό αναθεωρητισμό όσον αφορά το Ολοκαύτωμα. Η κυβερνητικά ελεγχόμενη κρατική τηλεόραση δίνει διέξοδο στον ωμό αντιτσιγγάνικο ρατσισμό. Οι οπαδοί της πιο δημοφιλούς ποδοσφαιρικής ομάδας της χώρας, ο πρόεδρος της οποίας είναι υπουργός κι αρχηγός κόμματος, τραγουδάει εν χορώ για το τραίνο το οποίο σίγουρα θα φύγει από στιγμή σε στιγμή για το Άουσβιτς.

Στο ισόγειο του Κεντρικού Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου στη Βουδαπέστη, μπορείτε να επισκεφθείτε μια έκθεση σχετικά με τα χρόνια της αναταραχής πριν από περίπου μια δεκαετία. Εκεί μπορείτε να παρακολουθήσετε ένα βίντεο που είχε τραβηχτεί παράνομα το 1988, και μπορείτε σ’ αυτό να δείτε τον σημερινό Ούγγρο πρωθυπουργό να με υπερασπίζεται και να με προστατεύει με το ίδιο του το σώμα από τα γκλομπ των κομμουνιστικών ΜΑΤ. Δέκα χρόνια αργότερα, ο ίδιος αυτός άνθρωπος διόρισε έναν κομμουνιστή στρατηγό της αστυνομίας ως υπουργό εσωτερικών, ως το δεύτερο ή τρίτο δηλαδή πιο σημαντικό πρόσωπο του υπουργικού συμβουλίου. Οι πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ πρώην φίλων και συμμάχων είναι συνήθως πικρές. Αυτή δεν αποτελεί εξαίρεση. Είμαι ενεργός συμμετέχων ενός ανερχόμενου αντιφασιστικού κινήματος στην Ουγγαρία, ομιλητής σε συλλαλητήρια και διαδηλώσεις. Οι αντίπαλοί μας -με προσωπικούς όρους- βρίσκονται επικίνδυνα κοντά μας. Έτσι, δεν μπορώ να θεωρήσω τον εαυτό μου ως ουδέτερο παρατηρητή.

Το φαινόμενο που θα αποκαλέσω μεταφασισμό δεν εμφανίζεται μόνο στην Κεντρική Ευρώπη. Μακρυά απ αυτό. Για να είμαστε βέβαιοι, η Γερμανία, η Αυστρία κι η Ουγγαρία είναι σημαντικές για προφανείς σε όλους ιστορικούς λόγους. γνώριμες φράσεις που επαναλαμβάνονται, εδώ έχουν διαφορετική ηχώ. Πρόσφατα είδα ότι το παλιό εργοστάσιο τούβλων στο τρίτο διαμέρισμα της Βουδαπέστης κατεδαφίζεται. μου είπαν ότι θα χτίσουν μια περιφραγμένη κοινότητα με προαστιακές βίλες στη θέση του. Το εργοστάσιο τούβλων ήταν το μέρος όπου οι Εβραίοι της Βουδαπέστης περίμεναν τη σειρά τους για να μεταφερθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θα μπορούσατε επίσης να χτίσετε εξοχικά διακοπών στη Τρεμπλίνκα[1]. Η εγρήγορσή μας σε αυτό το μέρος του κόσμου είναι ίσως πιο αναγκαία από οπουδήποτε αλλού, δεδομένου ότι η αθωότητα, με ιστορικούς όρους, δεν μπορεί να υποτεθεί[2]. Ωστόσο, ο μεταφασισμός είναι ένα σύμπλεγμα πολιτικών, πρακτικών, ρουτίνων και ιδεολογιών που μπορούν να παρατηρηθούν παντού στον σύγχρονο κόσμο. που έχουν λίγο ή και τίποτα να κάνουν, εκτός από την Κεντρική Ευρώπη, με την κληρονομιά του ναζισμού. που δεν είναι ολοκληρωτικές. που δεν είναι καθόλου επαναστατικές. και που δεν βασίζονται σε βίαια μαζικά κινήματα και ανορθολογικές βολονταριστικές φιλοσοφίες, και ούτε πραγματεύονται, ακόμη και στα αστεία, τον αντικαπιταλισμό.

Γιατί να αποκαλέσουμε αυτό το σύμπλεγμα φαινομένων φασισμό, αν και μετα-;

Ο μεταφασισμός βρίσκει εύκολα τη θέση του στο νέο κόσμο του παγκόσμιου καπιταλισμού, χωρίς να διαταράσσει τις κυρίαρχες πολιτικές μορφές της εκλογικής δημοκρατίας και της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης. Κάνει αυτό που θεωρώ ότι είναι κεντρικό σε όλα τα είδη φασισμού, συμπεριλαμβανομένης της μεταολοκληρωτικής εκδοχής του. Χωρίς Φύρερ, χωρίς μονοκομματικό κανόνα, χωρίς SA ή SS, ο μεταφασισμός αντιστρέφει την τάση του Διαφωτισμού προς ενσωμάτωση της ιδιότητας του πολίτη στην ανθρώπινη συνθήκη.

Πριν τον Διαφωτισμό, η ιδιότητα του πολίτη ήταν ένα προνόμιο, μια υπερυψωμένη θέση περιορισμένης πρόσβασης για λόγους καταγωγής, τάξης, φυλής, θρησκεύματος, φύλου, πολιτικής συμμετοχής, ηθών, επαγγέλματος, κηδεμονίας και διοικητικού διατάγματος, για να μην μιλήσουμε για την ηλικία και την εκπαίδευση. Η ενεργός συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα ήταν μια θέση πολύ επιθυμητή, civis Romanus sum [είμαι Ρωμαίος πολίτης] η έκφραση μιας ορισμένης ευγένειας. Οι πολιτικές που επέκτειναν την ιδιότητα του πολίτη μπορεί να υπήρξαν γενναιόδωρες ή τσιγκούνες, αλλά ο κανόνας ήταν ότι η θέση του πολίτη απονεμόταν από τη νομίμως συγκροτημένη αρχή σύμφωνα με τη σκοπιμότητά της. Ο χριστιανισμός, όπως και μερικοί Στωικοί, επιζήτησαν να υπερβούν αυτό το είδος περιορισμένης ιδιότητας του πολίτη, θεωρώντας τη δευτερεύουσα ή επουσιώδη σε σύγκριση με την εικονική κοινότητα εκείνων που έχουν σωθεί [μέσω της θρησκευτικής τους πίστης]. Η ελευθερία από την αμαρτία ήταν ανώτερη από την ελευθερία της πόλης. Κατά τη διάρκεια της μακράς, μεσαιωνικής απαξίωσης του πολιτικού [civic], το αίτημα για ενεργό ένταξη στην πολιτική κοινότητα αντικαταστάθηκε απ τις επείγουσες ανάγκες της δίκαιης διακυβέρνησης, και η πολιτική [civic] πρωτεία συντμήθηκε στην πολεμική αρετή.

Από τη στιγμή που η ιδιότητα του πολίτη εξισώθηκε με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η επέκτασή της σε όλες τις τάξεις, τα επαγγέλματα, τα δύο φύλα, τις φυλές, τις θρησκείες, και περιοχές ήταν απλώς θέμα χρόνου. Το καθολικό δικαίωμα ψήφου, η στρατιωτική θητεία και η κρατική εκπαίδευση για όλους έπρεπε να ακολουθήσουν. Επιπλέον, απ’ τη στιγμή που όλα τα ανθρώπινα όντα θεωρούνταν ικανά να ανέλθουν στην υψηλή θέση του πολίτη, η εθνική αλληλεγγύη εντός της νέας ισότιμης πολιτικής κοινότητας απαίτησε την αρωγή της υπόστασης του Ανθρώπου, μια αξιοπρεπή υλική ύπαρξη για όλους, και την εξάλειψη των απομειναριών της προσωπικής υποτέλειας. Το κράτος, που υποθετικά εκπροσωπεί τους πάντες, είχε επικρατήσει όχι μόνο επί της χορήγησης μιας μικρής ποσότητας πλούτου στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά επίσης και μιας ελάχιστης ανάπαυσης, κάποτε προσωρινό τιμάριο αποκλειστικά των ευγενών, προκειμένου να μας καταστήσει ικανούς να απολαύσουμε, και να παίξουμε με, τα οφέλη του πολιτισμού.

Επομένως, για τους φιλελεύθερους, τους σοσιαλδημοκράτες και διάφορους άλλους προοδευτικούς κληρονόμους του Διαφωτισμού, πρόοδος σήμαινε να γίνει καθολική η ιδιότητα του πολίτη –δηλαδή, μια εικονική ισότητα της πολιτικής συνθήκης, μια εικονικώς ίση συμμετοχή όλων στα κοινά της όποιας δοσμένης κοινότητας- μαζί με μια κοινωνική συνθήκη κι ένα μοντέλο ορθολογικότητας τα οποία θα μπορούσαν να την καταστήσουν δυνατή. Για κάποιους, ο σοσιαλισμός φαινόταν να είναι η ευθεία συνέχιση και διεύρυνση του προγράμματος του Διαφωτισμού. για κάποιους, όπως ο Καρλ Μαρξ, η ολοκλήρωση του προγράμματος απαιτούσε μια επανάσταση (μια κατάργηση της ιδιοποίησης της υπεραξίας κι ένα τέλος στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας). Αλλά για όλους τους, φαινόταν αρκετά προφανές ότι η συγχώνευση της ανθρώπινης και της πολιτικής συνθήκης αποτελούσε, απλώς, ηθική αναγκαιότητα[3].

Οι άγριες επικρίσεις της αστικής κοινωνίας τον 19ο αιώνα η κοινή βάση, για κάποιο διάστημα, των πολιτιστικά πρωτοπόρων και των πολιτικά ριζοσπαστών– προήλθε από την πεποίθηση ότι η διαδικασία, όπως ήταν, υπήρξε απατηλή, κι ότι η ατομική ελευθερία δεν ανταποκρινόταν σε όλα αυτά για τα οποία εγκωμιαζόταν, αλλά όχι από την άποψη, εκπροσωπούμενη μόνο από λίγες μοναχικές φιγούρες, ότι η προσπάθεια ήταν άχρηστη. Δεν ήταν μόνο ο Νίτσε κι ο Ντοστογιέφσκι εκείνοι οι οποίοι φοβήθηκαν ότι η αύξηση της ισότητας θα μπορούσε να μετατρέψει τους πάντες άνω και κάτω των μεσαίων τάξεων σε αστούς απολίτιστους. Κι οι προοδευτικοί επαναστάτες, επίσης, ήθελαν ένα Νέο Άντρα και μια Νέα Γυναίκα, απαλλαγμένους απ’ τους εσωτερικούς δαίμονες της καταπίεσης και κυριαρχίας: μια πολιτική [civic] κοινότητα που να ήταν ταυτοχρόνως η ανθρώπινη κοινότητα, χρειαζόταν μια νέα ηθική βασισμένη στον σεβασμό προς τους έως τώρα αποκλεισμένους.

Αυτή η περιπέτεια έληξε με την πανωλεθρία του 1914. Ο φασισμός προσέφερε την πιο αποφασιστική απάντηση στην κατάρρευση του Διαφωτισμού, ιδιαίτερα της σοσιαλδημοκρατίας και της προοδευτικής κοινωνικής μεταρρύθμισης. Ο φασισμός, στο σύνολό του, δεν ήταν συντηρητικός, ακόμη κι αν ήταν αντεπαναστατικός: δεν αποκατέστησε την κληρονομική αριστοκρατία ή τη μοναρχία, παρά την όποια ρομαντική-αντιδραστική φρασεολογία. Αλλά υπήρξε ικανός να αναιρέσει τη ρυθμιστική (ή μεταβατική) έννοια-κλειδί της σύγχρονης κοινωνίας, την καθολική ιδιότητα του πολίτη. Μέχρι τότε, οι κυβερνήσεις θεωρούνταν εκπρόσωποι και προστάτες όλων. Τα εθνικά ή κρατικά σύνορα ορίζαν τη διαφορά μεταξύ φίλου και εχθρού. οι αλλοδαποί μπορούσαν να είναι εχθροί, οι συμπολίτες όχι. Σε αντίθεση με την άποψη του Καρλ Σμιτ, του νομικού θεωρητικού του φασισμού και πολιτικού θεολόγου του Τρίτου Ράιχ, ο ηγεμόνας δεν μπορούσε απλώς να αποφασίζει μέσω διαταγμάτων ποιος θα ήταν φίλος και ποιος εχθρός. Αλλά ο Σμιτ είχε δίκιο σε ένα θεμελιώδες ζήτημα: η ιδέα της καθολικής ιδιότητας του πολίτη περιέχει την εγγενή αντίφαση ότι ο κυρίαρχος θεσμός της σύγχρονης κοινωνίας, το έθνος-κράτος, είναι ένας τόσο οικουμενικός όσο και τοπικός (καθότι εδαφικός) θεσμός. Ο φιλελεύθερος εθνικισμός [liberal nationalism], σε αντίθεση με τον εθνισμό [ethnicism] και τον φασισμό, είναι περιορισμένoς –αν θέλετε, μετριασμένος- οικουμενισμός[4]. Ο φασισμός έθεσε τέλος σε αυτή την αναποφασιστικότητα: ο ηγεμόνας ήταν ο κριτής για το ποιος ανήκει και ποιος όχι στην πολιτική κοινότητα, και η ιδιότητα του πολίτη έγινε συνάρτηση του δριμέος διατάγματός του.

• • •

Αυτή η εχθρότητα προς την καθολικότητα της ιδιότητας του πολίτη ισχυρίζομαι πως αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του φασισμού. Κι η απόρριψη ενός έστω και μετριασμένου οικουμενισμού είναι αυτό που βλέπουμε τώρα να επαναλαμβάνεται υπό δημοκρατικές συνθήκες (δεν λέω καν υπό δημοκρατική μεταμφίεση). Ο μεταολοκληρωτικός φασισμός ευημερεί υπό το ευρύχωρο καβούκι του παγκόσμιου καπιταλισμού και αυτό θα πρέπει να το λέμε έτσι όπως είναι.

Υπάρχει λογική στη ναζιστική διακήρυξη ότι οι κομμουνιστές, οι Εβραίοι, οι ομοφυλόφιλοι και οι ψυχικά ασθενείς δεν είναι πολίτες και, ως εκ τούτου, δεν είναι άνθρωποι. (Ο διάσημος ιδεολόγος της Σιδηράς Φρουράς[5], ο γλυκύς δοκιμιογράφος E. M. Cioran, επεσήμανε εκείνη την περίοδο ότι αν κάποια άτομα δεν είναι άνθρωποι, αλλά φιλοδοξούν να γίνουν [δηλαδή, οι Εβραίοι], η αντίφαση μπορεί να εξαλειφτεί και να επιλυθεί με τον βίαιο θάνατό τους, κατά προτίμηση, σύμφωνα με την περίφημη κι ακόμη της μόδας εστέτ, από το δικό τους χέρι).

Αυτές οι κατηγορίες ανθρώπων, όπως τις έβλεπαν οι Ναζί, εκπροσωπούσαν τύπους ζωτικής σημασίας για το πρόγραμμα ενσωμάτωσης του Διαφωτισμού. Οι κομμουνιστές σήμαιναν το ανυπότακτο «κατώτερο είδος», οι μάζες που προήλθαν, ακέφαλες κι ακυβέρνητες, από τον άρριζο οικουμενισμό κι αργότερα ξεσηκώθηκαν ενάντια στη φυσική ιεραρχία· οι Εβραίοι, μια κοινότητα που επέζησε τον χριστιανικό Μεσαίωνα χωρίς δική της πολιτική δύναμη, ηγούμενη από μια ουσιαστικά μη καταπιεστική εξουσία, ο λαός της Βίβλου, εξ ορισμού μη πολεμοχαρής· οι ομοφυλόφιλοι, από την ανικανότητα ή απροθυμία τους να τεκνοποιήσουν, να κληροδοτήσουν και να συνεχίσουν μια ζωντανή ανασκευή του υποτιθέμενου συνδέσμου ανάμεσα στη φύση και την ιστορία· οι ψυχικά ασθενείς, ακούγοντας φωνές που δεν ακούμε οι υπόλοιποι – με άλλα λόγια, οι άνθρωποι των οποίων η αναγνώριση χρειάζεται μια ηθική προσπάθεια και δεν δίδεται άμεσα («φυσικά»), εκείνοι που μπορούν να συμπεριληφθούν μόνο με τη θέσπιση μιας ισότητας των άνισων.

Η επικίνδυνη διαφοροποίηση μεταξύ πολιτών και μη πολιτών δεν αποτελεί, φυσικά, φασιστική επινόηση. Όπως επισημαίνει ο Michael Mann σε μία πρωτοποριακή μελέτη[6], η κλασική έκφραση «εμείς ο Λαός» δεν περιλαμβάνει τους μαύρους δούλους και τους «κόκκινους Ινδιάνους» (αυτόχθονες της Αμερικής), κι οι εθνικοί, χωρικοί, ταξικοί και θρησκευτικοί ορισμοί του «λαού» έχουν οδηγήσει σε γενοκτονίες τόσο «εκεί έξω» (στις αποικίες των εποίκων) όσο κι εντός των εθνών-κρατών (βλέπε τη σφαγή των Αρμενίων που διαπράχθηκε από εκσυγχρονιστές Τούρκους εθνικιστές) υπό δημοκρατικές, ημιδημοκρατικές ή αυταρχικές (αλλά όχι «ολοκληρωτικές») κυβερνήσεις. Αν η κυριαρχία ανήκει στον λαό, ο εδαφικός ή δημογραφικός ορισμός του τι και ποιοι είναι ο λαός, καθίσταται καθοριστικός. Περαιτέρω, η απόσυρση της νομιμότητας από τα κρατικά σοσιαλιστικά (κομμουνιστικά) και επαναστατικά εθνικιστικάτριτοκοσμικά») καθεστώτα με τους ψευδοΔιαφωτιστικούς ορισμούς της συγκρότησης έθνους [nationhood], άφησε μόνο φυλετικές, εθνικές [ethnic] και θρησκευτικές βάσεις για την αξίωση, ή τον τίτλο, του «σχηματισμού κράτους» (όπως στη Γιουγκοσλαβία, την Τσεχοσλοβακία, την πρώην Σοβιετική Ένωση, την ΑιθιοπίαΕρυθραία, το Σουδάν κλπ).

Παντού, επομένως, απ τη Λιθουανία ως την Καλιφόρνια, οι μεταναστευτικές, ακόμη και αυτόχθονες, μειονότητες έχουν γίνει ο εχθρός που αναμένεται να συμβιβαστεί με τον περιορισμό και την αναστολή των πολιτικών κι ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Η τάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την αποδυνάμωση του έθνους-κράτους και την ενίσχυση της περιφερειοποίησης (η οποία, κατ’ επέκταση, θα μπορούσε να στηρίξει τη δύναμη του κέντρου στις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο) καταφέρνει να εθνικοποιήσει τον ανταγωνισμό και την περιφερειακή της ανισότητα (βλέπε Βόρεια εναντίον Νότιας Ιταλίας, Καταλονία εναντίον Ανδαλουσίας, Νοτιοανατολική Αγγλία εναντίον Σκωτίας, Φλάνδρα εναντίον Βαλλωνίας στο Βέλγιο, Βρετάνη εναντίον Νορμανδίας στη Γαλλία). Η ταξική σύγκρουση επίσης εθνικοποιείται και φυλετικοποιείται, μεταξύ της αναγνωρισμένης και εξασφαλισμένης εργατικής τάξης και της κατώτερης μεσαίας τάξης της μητρόπολης, και των καινούριων μεταναστών της περιφέρειας, οι οποίοι κατασκευάζονται επίσης ως πρόβλημα ασφάλειας και εγκληματικότητας[7]. Οι Ούγγροι και οι Σέρβοι εθνικιστές προσποιούνται ότι το έθνος βρίσκεται όπου τυχαίνει να ζουν άτομα ουγγρικής ή σερβικής καταγωγής, ανεξαρτήτως της υπηκοότητάς τους, με τη συνέπεια ότι οι πολίτες του έθνους-κράτους τους που είναι εθνικά [ethnically], φυλετικά, θρησκευτικά ή πολιτισμικά «αλλοδαποί» να μην ανήκουν πραγματικά στο έθνος [nation].

Η αναπτυσσόμενη αποπολιτικοποίηση της έννοιας του έθνους (η μετατόπιση προς έναν πολιτιστικό ορισμό) οδηγεί στην αποδοχή των διακρίσεων ως «φυσικών». Αυτή είναι η συζήτηση που η δεξιά ανοίγει αρκετά ανοιχτά στα κοινοβούλια και τα συλλαλητήρια στην Ανατολική και την Κεντρική Ευρώπη, την Ασία και, αυξανόμενα, στη «Δύση». Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι οι επιθέσεις ενάντια στα εξισωτικά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και οι τεχνικές θετικής δράσης έχουν παντού ένα σκοτεινό φυλετικό τόνο, συνοδευόμενες από ρατσιστική αστυνομική βία και αυτοδικία σε πολλά μέρη. Ο σύνδεσμος, που κάποτε θεωρείτο απαραίτητος και λογικός, μεταξύ ιδιότητας του πολίτη, ισότητας και επικράτειας μπορεί να εξαφανιστεί σε αυτό που ο θεωρητικός του Τρίτου Δρόμου[8], ο πρώην μαρξίζων κοινωνιολόγος Άντονι Γκίντενς, αποκαλεί κοινωνία υπεύθυνων ριψοκίνδυνων.

Το «The Psychological Structure of Fascism» του Georges Bataille[9] αποτελεί την πιο βαθιά προσπάθεια ανάλυσης του φαινομένου του πολιτικού αποκλεισμού, η οποία αντλεί απ’ τη διάκριση του συγγραφέα μεταξύ ομοιογένειας και ετερογένειας. Απλουστευτικά, η ομοιογενής κοινωνία είναι η κοινωνία της εργασίας, της ανταλλαγής, της χρησιμότητας, της σεξουαλικής καταπίεσης, της δικαιοσύνης, της ηρεμίας, της τεκνοποίησης. η ετερογενής:

περιλαμβάνει τα πάντα που προκύπτουν από μη παραγωγικές δαπάνες (τα ιερά πράγματα καθεαυτά αποτελούν μέρος αυτού του συνόλου). Αυτό αποτελείται από οτιδήποτε απορρίφθηκε από την ομοιογενή κοινωνία ως απόβλητο ή ως ανώτερη υπερβατική αξία. Περιλαμβάνονται τα περιττώματα του ανθρώπινου σώματος κι ορισμένα ανάλογα πράγματα (σκουπίδια, παράσιτα κλπ)· τα μέλη του σώματος· άνθρωποι, λέξεις ή πράξεις που έχουν μια υπόδηλη ερωτικότητα· οι διάφορες υποσυνείδητες διαδικασίες όπως τα όνειρα κι οι νευρώσεις· τα πολυάριθμα μετέπειτα στοιχεία ή κοινωνικές μορφές που η ομοιογενής κοινωνία είναι ανίκανη να ενσωματώσει (ο όχλος, ο πολεμιστής, οι αριστοκρατικές κι εξαθλιωμένες τάξεις, διαφορετικά είδη βίαιων ατόμων ή τουλάχιστον εκείνοι που αρνούνται τον κανόνα – τρελοί, ηγέτες, ποιητές κλπ). […] βία, περίσσεια, παραλήρημα, τρέλα χαρακτηρίζουν τα ετερογενή στοιχεία […] σε σχέση με την καθημερινή ζωή, η ετερογενής ύπαρξη μπορεί να παρασταθεί ως κάτι άλλο, ως ασύμμετρο, φορτίζοντας αυτές τις λέξεις με τη θετική αξία που έχουν στη συναισθηματική εμπειρία[10].

Σύμφωνα με τον Bataille (και με τον Καρλ Σμιτ[11]), η κυρίαρχη εξουσία είναι απολύτως ετερογενής στις προ-σύγχρονες ιερές εκδοχές της (η ελέω θεού βασιλεία). Αυτή η ετερογένεια είναι κρυμμένη στην καπιταλιστική δημοκρατία, όπου ο ηγεμόνας υποτίθεται ότι κυβερνά μέσω μιας απρόσωπης έννομης τάξης η οποία ισχύει ισότιμα για όλους. Η φασιστική δικτατορία λειτουργεί για να την αποκαλύψει ή να τη ξεσκεπάσει. Αυτό εξηγεί τη σύνδεση της φασιστικής δικτατορίας με τον εξαθλιωμένο, άτακτο, λούμπεν όχλο. Και είναι ακριβώς αυτό, οφείλω να προσθέσω, που χάνεται στον μεταφασισμό. Η εκ νέου δημιουργία της ιερής κυριαρχίας από τον φασισμό είναι, ωστόσο, ψευδής. Είναι ομοιογένεια μεταμφιεσμένη σε ετερογένεια. Εκείνο που απομένει στη μέση της ομοιγενούς σφαίρας είναι ο αγνός αστός χωρίς τον πολίτη, ο Julien Sorel τελικά κι οριστικά κλεμμένος από τον Ναπολέοντά του, ο Lucien Leuwen στερημένος από τον Danton του. Ο φασισμός, έχοντας θέσει τέλος στην αστική υλοποίηση του Διαφωτισμού (δηλαδή, την ισότιμη καπιταλιστική δημοκρατία), μετασχηματίζει τον κοινωνικό αποκλεισμό των μη παραγωγικών (από ερημίτες και ποιητές-προφήτες έως άνεργους, άπορους κι ακατάβλητους στασιαστές) στον φυσικό τους αποκλεισμό (δηλαδή, εξωνομική σύλληψη, ασιτία και θάνατο).

Το έργο του Bataille προέρχεται από τη γαλλική αντικειμενιστική κοινωνιολογική παράδοση, από τους Durkeim, Mauss και Halbwachs έως τον Κοζέβ και τον Paul Veyne, όπου η πολιτική καταπίεση και ο αποκλεισμός δεν ερμηνεύονται ηθικολογικά και ψυχολογικά αλλά με ανθρωπολογικούς όρους – ως ζήτημα καθορισμού της ταυτότητας. Η επαναστατική κριτική του Bataille στον αποκλεισμό των «ετερογενών»των «άχρηστων», των ανθρώπων που δεν είναι «υπεύθυνοι ριψοκίνδυνοι»- βασίζεται σε μια κατανόηση της κοινωνίας, της σεξουαλικότητας και της θρησκείας, σε ένα συνδυασμό των Durkheim και Μαρξ, αν επιθυμείτε, που θα μπορούσε να προσφέρει μια εναλλακτική στη σύγχρονή μας, στο σύνολό της καντιανή, αντίσταση στον μεταφασισμό. Η ηθικολογική κριτική μας, μολαταύτα δικαιολογημένη, εθιμοτυπικά αποκλείει την κατανόηση του δέλεαρ του φαινομένου, κι οδηγεί σε μια απλοϊκή περιφρόνηση των βάρβαρων αμαθών ρατσιστών και δημαγωγών, και μια μάλλον μη δημοκρατική άγνοια των λαών, των φόβων και των επιθυμιών.

Μια εναλλακτική επιχειρηματολογία, που προτείνεται απ αυτή την παράδοση, αρχίζει με την παρατήρηση ότι η κατάρρευση των εξισωτικών κρατών πρόνοιας συχνά σημαίνει μια μετατόπιση του επίκεντρου της αλληλεγγύης, της αδελφοσύνης και του οίκτου. Αν η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι εικονικά ισότιμη, η υλοποίηση των όσων θα έπρεπε να αποτελούν στόχο των έντιμων, φιλελεύθερων δημοκρατών και των σοσιαλδημοκρατών, το πάθος της γενναιοδωρίας θα παραμείνει ανικανοποίητο. Το αίσθημα συντροφικότητας προς συγγενείς και φίλους έχει υπάρξει ανέκαθεν ένα από τα πιο ισχυρά κίνητρα του αλτρουισμού. Ο αλτρουισμός αυτού του είδους, όταν στερείται πολιτικού, εξισωτικού σημείου εστίασης, θα βρεί διαισθητικά τα κριτήρια που προσφέρονται από τον κυρίαρχο λόγο για να καθορίσει τι και ποιον θέλει να εξυπηρετήσει. Αν οι εξισωτικές πολιτικές δεν μπορούν να το επιτύχουν, τότε θα το κάνει το φυλετικό αίσθημα ή η αίσθηση πολιτιστικής εγγύτητας. Η ταυτότητα συνήθως οριοθετείται από τη στοργή και τις έξωθεν απειλές. Κερδίζει εκείνος που θα τα καθορίσει αυτά με επιτυχία. Κανείς δεν είναι καλύτερος στην περιγραφή αυτού του πανικού της ταυτότητας από τον Bataille[12].

• • •

Ο ημίτρελος πορνογράφος κι υπεραριστερός εξτρεμιστής, όπως εξακολουθεί να θεωρείται ο Bataille σε ιδιωτικές συζητήσεις, δεν μπορεί νομίζω να γίνει ιδιαίτερα αποδεκτός από τους κοινωνικούς θεωρητικούς που σέβονται τον εαυτό τους, αλλά περιέργως η θεωρία του επιβεβαιώνεται από το αναγνωρισμένα βασικό έργο σχετικά με το ναζιστικό καθεστώς, γραμμένο από το μεγαλύτερο νομικό γεράκι του γερμανικού συνδικαλιστικού κινήματος, ο οποίος ανακαλύπτεται εκ νέου σήμερα με χαρά ως το πρώτης τάξεως μυαλό που πράγματι ήταν[13]. Σε αντίθεση με τις ευφάνταστες θεωρίες περί ολοκληρωτισμού, ο μεγάλος Ernst Fraenkel, συνοψίζοντας την επίπονη έρευνά του γύρω από τη ναζιστική νομοθεσία και νομολογία, γράφει ότι:

[Σ]τη σημερινή Γερμανία [γράφει το 1937-1939], πολλοί άνθρωποι βρίσκουν αφόρητη την αυθαίρετη εξουσία του Τρίτου Ράιχ. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι αναγνωρίζουν, ωστόσο, ότι η ιδέα της «κοινότητας», όπως αυτό την κατανοεί, είναι κάτι πραγματικά σπουδαίο. Εκείνοι που υιοθετούν αυτή την αμφίθυμη στάση προς τον εθνικοσοσιαλισμό πάσχουν από δύο κύριες παρανοήσεις:

1. Η παρούσα γερμανική ιδεολογία της Gemeinschaft (κοινότητας) δεν είναι παρά μια μάσκα που κρύβει την ακόμη υπαρκτή καπιταλιστική δομή της κοινωνίας.

2. Η ιδεολογική μάσκα (η κοινότητα) κρύβει εξίσου το Προνομιακό Κράτος [ο Fraenkel διακρίνει το «κανονικό», το λεγόμενο Κανονιστικό Κράτος που παρέχει κυρίως το αστικό δίκαιο, και το οιονεί ολοκληρωτικό Κομματικό κράτος που υπάγεται στην Führerprinzip (αρχή του φύρερ)] και λειτουργεί με αυθαίρετα μέτρα[14].

Η αντικατάσταση του Rechtsstaat (Κράτος Δικαίου) από το Δυαδικό Κράτος δεν αποτελεί παρά ένα σύμπτωμα. Η ρίζα του κακού βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου οι μη κριτικοί αντίπαλοι του εθνικοσοσιαλισμού ανακάλυψαν λόγους να τον θαυμάζουν, δηλαδή την ιδεολογία της κοινότητας και τον μαχητικό καπιταλισμό, τον οποίο η ίδια αυτή η ιδέα της Gemeinschaft υποτίθεται ότι αποκρύπτει. Είναι πράγματι για τη διατήρηση του καπιταλισμού στη Γερμανία που είναι αναγκαίο το αυταρχικό Δυαδικό Κράτος [15].

Η Αυτονομία του Κανονιστικού Κράτους («ομοιογενής κοινωνία») διατηρήθηκε στη ναζιστική Γερμανία σε έναν περιορισμένο χώρο, κυρίως όπου αφορούσε την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας (ιδιοκτησία των λεγόμενων Άριων, φυσικά). το Προνομιακό Κράτος κυριάρχησε σε πιο στενά πολιτικά ζητήματα, στα προνόμια του Κόμματος, του στρατού και των παραστρατιωτικών, στον πολιτισμό, την ιδεολογία και την προπαγάνδα. Το «δυαδικό κράτος» ήταν συνέπεια της, τύπου Σμιτ, απόφασης του νέου ηγεμόνα ως προς το τι ήταν νόμος και τι όχι. Αλλά δεν υπήρξε διακυβέρνηση μέσω διαταγμάτων στη σφαίρα που φυλάσσονταν για τον κανονικό καπιταλισμό, την οικονομία. Δεν είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι το σύνολο του συστήματος της ναζιστικής ή φασιστικής διακυβέρνησης ήταν στο σύνολό του αυθαίρετο. Η μακάβρια συνάντηση του Κανονιστικού και του Προνομιακού Κράτους αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Γερμανικός Αυτοκρατορικός Σιδηρόδρομος χρέωνε τα SS για τις φρικτές μεταφορές [των κρατούμενων] στο Άουσβιτς με ειδικές τιμές γιορτινών εκπτώσεων, σύνηθες για εορταστικά ταξιδιωτικά πακέτα. Αλλά τα χρέωσε!

Οι άνθρωποι που ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του Κανονιστικού Κράτους (η ομοιογενής κοινωνία του Bataille) απολάμβαναν τη συνήθη προστασία του νόμου, όσο σκληρή κι αν έτεινε να είναι. Ειδικοί κανόνες, ωστόσο, εφαρμόζονταν σε όσους τίθονταν στην αρμοδιότητα του Προνομιακού Κράτους (ετερογενής κοινωνία) – τόσο για τους ηγέτες, αξιωματούχους και στρατευμένους ακτιβιστές του Ναζιστικού Κόμματος, οι οποίοι βρίσκονταν υπεράνω του νόμου, όσο και για τις διωκόμενες μειονότητες, οι οποίες βρίσκονταν υπό ή εκτός του νόμου. Πριν τον φασισμό, φίλος και πολίτης, εχθρός και ξένος, ήταν συμπτωματικές έννοιες. καμια κυβέρνηση δεν σκέφτηκε συστηματικά να κηρύξει πόλεμο στους κατοίκους της επικράτειάς της, οι οποίοι ήταν μέλη (ακόμη και αν ήταν άνισα μέλη) του έθνους: ο εμφύλιος πόλεμος ταυτιζόταν με απουσία νομίμως συσταθείσας, αποτελεσματικής κυβέρνησης. Ο εμφύλιος πόλεμος κηρυγμένος από τα πάνω εν καιρώ ειρήνης, ή τουλάχιστον σίγουρα υπό μη επαναστατικές συνθήκες, θέτει την κυριαρχία ενάντια στην επικυριαρχία του υποκειμένου. Το κύριο όπλο σε αυτόν τον μεθοδικό εμφύλιο πόλεμο, όπου το κράτος ως τέτοιο αποτελεί μια από τις εμπόλεμες πλευρές, είναι ο συνεχής επαναπροσδιορισμός της ιδιότητας του πολίτη από το Προνομιακό Κράτος.

Και δεδομένου ότι, χάρη στον Διαφωτισμό, η ιδιότητα του πολίτη (η συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα), η εθνικότητα, κι η ανθρωπότητα[16] είχαν συγχωνευθεί συνθετικώς, η αποβολή από την κοινότητα των πολιτών σήμαινε, πολύ κυριολεκτικά, τον αποκλεισμό από την ανθρωπότητα. Οπότε, ο πολιτικός θάνατος ακολουθείτο απαραίτητα από φυσικό θάνατο, δηλαδή βίαιο θάνατο ή απλώς θάνατο. Της φασιστικής ή ναζιστικής γενοκτονίας δεν προηγήθηκε κάποια νομική καταδίκη (ούτε καν στην καχεκτική και δόλια μορφή των λεγόμενων διοικητικών ετυμηγοριών των δικαστηρίων της Τσεκά[17]): ήταν η «φυσικοποίηση» μιας ηθικής γνώμης που θεωρούσε κατώτερα ορισμένα είδη της ανθρώπινης συνθήκης. Κι απ’ τη στιγμή που δεν υπήρχε προστασία εκτός της κοινότητας των πολιτών, η έλλειψη της ιδιότητας του πολίτη είχε γίνει η αιτία της παύσης της απαραίτητης προϋπόθεσης της ανθρώπινης συνθήκης – της ζωής.

Η κατάτμηση της πολιτικής και της ανθρώπινης κοινότητας στα δύο: αυτό είναι ο φασισμός.

Αυτός είναι ο λόγος που η έκφραση, αν και μπερδεμένη, πρέπει να αναβιώσει, επειδή η θεμελιώδης εννοιολογική τεχνική της πολιτικής [civic], άρα ανθρώπινης, κατάτμησης έχει αναβιώσει, αυτή τη φορά όχι από ένα συνειδητό αντεπαναστατικό κίνημα αλλά από ορισμένες εξελίξεις που, κατά πάσα πιθανότητα, δεν τις επιθυμούσε κανένας και που αναζητούν ένα όνομα. Το όνομα είναι μεταφασισμός.

Το φαινόμενο καθεαυτό εμφανίστηκε στη συμβολή διαφόρων πολιτικών διαδικασιών. Επιτρέψτε μου να τις απαριθμήσω.

Ύφεση της κριτικής κουλτούρας

Μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ το 1989, η σύγχρονη κοινωνία υπέστη θεμελιώδη αλλαγή. Η αστική κοινωνία, η φιλελεύθερη δημοκρατία, ο δημοκρατικός καπιταλισμός πείτε το όπως θέλετε– πάντα υπήρξε μια αμφιλεγόμενη υπόθεση. σε αντίθεση με τα προηγούμενα καθεστώτα, ανέπτυξε μια αντίπαλη κουλτούρα και μονίμως αντιμετώπιζε ισχυρούς ανταγωνιστές εκ δεξιών (συμμαχία θρόνου και εκκλησίας) και αριστερών (επαναστατικός σοσιαλισμός). Κι οι δύο έχουν ξεπεραστεί, κι αυτό έχει δημιουργήσει μια σοβαρή κρίση εντός της κουλτούρας της ύστερης νεωτερικότητας[18]. Και μόνο η ιδέα της ριζικής αλλαγής (ουτοπία και κριτική) έχει εγκαταλειφθεί από το ρητορικό λεξιλόγιο, και ο πολιτικός ορίζοντας είναι τώρα γεμάτος με ό,τι υπάρχει ήδη, με ό,τι είναι δεδομένο, το οποίο είναι ο καπιταλισμός. Στο επικρατές κοινωνικό φαντασιακό, το σύνολο του ανθρώπινου σύμπαντος είναι μια «ομοιογενής κοινωνία» μια κοινωνία χρήσιμων, παραγωγών πλούτου, τεκνοποιών, σταθερών, άθρησκων, αλλά ταυτοχρόνως ευχαριστημένων, ελεύθερων άτομων. Η ιδιότητα του πολίτη όλο και ορίζεται, απολιτικά, με όρους συμφερόντων που δεν αντιτίθενται στο κοινό καλό, αλλά ενώνονται εντός του μέσω κατανόησης, ερμηνείας, επικοινωνίας κι εθελοντικής συμφωνίας βασισμένης σε κοινές υποθέσεις.

Σ’ αυτή την εικόνα, η υποχρέωση και ο καταναγκασμός, η ειδοποιός διαφορά της πολιτικής (και με μόνιμη ανάγκη ηθικής αιτιολόγησης), είναι εμφανώς απούσες. «Η κοινωνία των πολιτών» -ένα νεφέλωμα εθελοντικών ομαδοποιήσεων όπου ο καταναγκασμός και η κυριαρχία, αναγκαστικά, δεν παίζουν κανένα σημαντικό ρόλο- λέγεται ότι έχει κανιβαλίσει την πολιτική και το κράτος. Ένα επικίνδυνο αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης θα μπορούσε να είναι ότι η συνεχιζόμενη θεμελίωση του δικαίου μέσω του καταναγκασμού και της κυριαρχίας, ενώ επικρίνεται στο σύνολό της, δεν παρακολουθείται αρκετά προσεκτικά – δεδομένου ότι, αν δεν μπορεί να δικαιολογηθεί καθόλου, καμία δικαιολόγηση, οπότε κανένας ηθικός έλεγχος, δεν θα αναζητηθεί. Ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο ο πυρήνας του ύστερου σύγχρονου καπιταλισμού είναι η «κοινωνία των πολιτών», θολώνει τα εννοιολογικά όρια της ιδιότητας του πολίτη, η οποία θεωρείται όλο και περισσότερο ως ζήτημα πολιτικής [policy], κι όχι της πολιτικής [politics].

Πριν από το 1989, θα μπορούσε να θεωρείται δεδομένο ότι η πολιτική κουλτούρα του φιλελεύθερου-δημοκρατικού-συνταγματικού καπιταλισμού ήταν μια κριτικη κουλτούρα, συχνότερα σε σύγκρουση με το σύστημα απ’ ότι όχι, η οποία, μερικές φορές με κακή χάρη κι απρόθυμα, το συντηρούσε. Η απολογητική κουλτούρα ήταν για τις αρχαίες αυτοκρατορίες και τις αντιφιλελεύθερες δικτατορίες. Η διανοουμενίστικη απελπισία είναι πλέον ανεξέλεγκτη. Αλλά χωρίς μια, μερικές φορές μόνο υπονοούμενη, ουτοπία ως στήριγμα, η απελπισία δεν φαίνεται να λειτουργεί. Ποιο είναι το νόημα του θεωρητικού αντικαπιταλισμού, αν ο πολιτικός αντικαπιταλισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στα σοβαρά;

Επίσης, υπάρχει μια απρόσμενη συνέπεια αυτής της απουσίας μιας κριτικής κουλτούρας συνδεδεμένης με μια αντίπαλη πολιτική. Όπως έχει επισημάνει ο Seymour Martin Lipset, μια απ τις μεγαλύτερες και πιο ψύχραιμες αυθεντίες της πολιτικής κοινωνιολογίας του 20ού αιώνα, ο φασισμός είναι ο εξτρεμισμός του κέντρου. Ο φασισμός είχε πολύ λίγο να κάνει με απαρχαιωμένες φεουδαρχικές, αριστοκρατικές, μοναρχικές ιδέες, ήταν στο σύνολό του αντικληρικός, αντιτάχθηκε στον κομμουνισμό και τη σοσιαλιστική επανάσταση, και όπως οι φιλελεύθεροι των οποίων είχε κληρονομήσει το εκλογικό σώμα- μισούσε τις μεγάλες επιχειρήσεις, τα συνδικάτα και το κράτος κοινωνικής πρόνοιας. Ο Lipset είχε κλασικά δείξει ότι οι εξτρεμισμοί της αριστεράς και της δεξιάς δεν ήταν με κανένα τρόπο αποκλειστικοί: μερικές μικροαστικές στάσεις καχυποψίας προς τις μεγάλες επιχειρήσεις και τη μεγάλη κυβέρνηση μπορούσαν να επιμηκυνθούν, και επιμηκύνθηκαν, μέχρις ενός εξτρεμισμού που αποδείχθηκε θανατηφόρος. Δεξιοί και κεντρώοι εξτρεμισμοί συνδυάστηκαν στον ουγγρικό, αυστριακό, κροατικό και σλοβάκικο παραφασισμό (έχω δανειστεί αυτόν τον όρο από τον Roger Griffin) μιας ψευδοχριστιανικής, κληρικού τύπου, βασιλόφρονης απόχρωσης, αλλά εξτρεμισμός του κέντρου όντως υπάρχει κι έχει υπάρξει, αποδεδειγμένα από τον Lipset, επίσης μέσω συνεχειών στην εκλογική γεωγραφία.

Σήμερα δεν υπάρχει τίποτα οποιασδήποτε σημασίας στον πολιτικό ορίζοντα πέρα απ’ το αστικό κέντρο, οπότε ο εξτρεμισμός του είναι ο πιο πιθανός να επανεμφανιστεί. (Ο Jörg Haider και το Κόμμα της Ελευθερίας του είναι το καλύτερο παράδειγμα επ’ αυτού. Στοιχεία του λόγου του είναι ελευθεριακής/νεοφιλελεύθερης προέλευσης, το ιδανικό του είναι ο μικροϊδιοκτήτης, υποστηρίζει ένθερμα μια συμμετοχική και ιδιοκατοίκητη μικροαστική «δημοκρατία», κι απέχει από τον ρομαντικό-αντιδραστικό εθνικισμό, όπως και βρίσκεται ευδιάκριτα πέρα από τον τοπικιστικό εγωισμό και ρατσισμό). Αυτό που θεωρείται πλέον ως «δεξιά» στις ΗΠΑ, θα θεωρείτο εξεγερσιακό και θα καταστέλοταν μέσω ένοπλης βίας σε κάθε παραδοσιακό δεξιό καθεστώς ως ατομικιστικό, αποκεντρωτικό, κι αντίθετο προς το μονοπώλιο της καταναγκαστικής εξουσίας της κυβέρνησης, το θεμέλιο κάθε συντηρητικής πίστης. Οι συντηρητικοί είναι το κόμμα της τάξης, και απεχθάνονται τις πολιτοφυλακές και τις σέχτες των πληβείων.

Κράτη σε αποσύνθεση

Το τέλος των αποικιακών αυτοκρατοριών τη δεκαετία του 1960 και το τέλος των σταλινικών κρατικοσοσιαλιστικών», «κρατικοκαπιταλιστικών», «γραφειοκρατικών κολεκτιβιστικών») συστημάτων τη δεκαετία του 1990, αποτέλεσαν το έναυσμα για μια διαδικασία που είχε να εμφανιστεί από τις μογγολικές εισβολές του 13ου αιώνα: μια ολοκληρωμένη και φαινομενικώς μη αναστρέψιμη κατάρρευση της κρατικής υπόστασης ως τέτοιας. Ενώ ο συντηρητικός δυτικός τύπος θρηνεί καθημερινά ορατές απειλές δικτατορίας σε μακρινά μέρη, συνήθως αγνοεί την πραγματικότητα πίσω από τα σκληρά λόγια των αδύναμων ηγετών, ότι δηλαδή κανείς δεν είναι διατεθειμένος να τους υπακούσει. Το παλιό, σκουριασμένο και μη δημοφιλές έθνος-κράτος -ο μόνος θεσμός που ήταν ικανός να παραχωρεί πολιτικά δικαιώματα, ένα ίχνος κοινωνικής πρόνοιας και κάποια προστασία από τις βιαιοπραγίες ιδιωτικών συμμοριών κι άπληστων, ανεύθυνων επιχειρηματικών ελίτ- έπαψε να υπάρχει, ή  δεν εμφανίστηκε καν, στην πλειοψηφία των φτωχότερων περιοχών του κόσμου. Στις περισσότερες περιοχές της υποσαχάριας Αφρικής και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όχι μόνο οι πρόσφυγες αλλά και το σύνολο του πληθυσμού μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν εντάσσεται σε κάποιο κράτος. Η επιστροφή στο παρελθόν, ύστερα από δεκαετίες παράφρονης εκβιομηχάνισης (βλέπε τη φρικιαστική ιστορία των υδροηλεκτρικών σταθμών παντού στον Τρίτο Κόσμο και το πρώην Ανατολικό μπλοκ), σε μια οικονομία επιβίωσης και «φυσικής» ανταλλαγής εμπορευμάτων εν μέσω περιβαλλοντικής καταστροφής, όπου οι συμμορίες φαίνεται να έχουν γίνει η μόνη αποτελεσματική μέθοδος κοινωνικής οργάνωσης, οδηγεί ακριβώς στο πουθενά. Οι άνθρωποι στην Αφρική και την πρώην Σοβιετική Ευρασία δεν πεθαίνουν από μια υπερπληθώρα κράτους, αλλά από την απουσία του.

Παραδοσιακά, οι απελευθερωτικοί αγώνες κάθε είδους έχουν στραφεί ενάντια στα εδραιωμένα προνόμια. Η ισότητα επήλθε εις βάρος των κυρίαρχων ομάδων: η εκκοσμίκευση μείωσε τη δύναμη των Πριγκίπων της Εκκλησίας, η κοινωνική νομοθεσία έπληξε τα κέρδη των «πλούσιων συμφέροντων», το καθολικό δικαίωμα ψήφου κατήργησε την παραδοσιακή πολιτική τάξη της γαιοκτητικής αριστοκρατίας και των ευγενών του χιτώνα[19], ο θρίαμβος της εμπορικής λαϊκής κουλτούρας συνέτριψε τα ιδεολογικά προνόμια της προοδευτικής διανόησης, η οριζόντια κινητικότητα κι η εξάπλωση των προαστίων έδωσε τέλος στην κυριαρχία της κομματικής πολιτικής σε τοπικό επίπεδο, η αντισύλληψη κι ο καταναλωτικός ηδονισμός διέλυσαν την πατριαρχική κυριαρχία στην οικογένεια – κάτι χάθηκε, κάτι κερδήθηκε. Κάθε βήμα προς μια μεγαλύτερη ελευθερία περικόπτει τα προνόμια κάποιου (αρκετά πέρα από τον πόνο της αλλαγής). Ήταν πιθανό να φανταστούμε την απελευθέρωση των καταπιεσμένων και εκτός νόμου κατώτερων τάξεων μέσω οικονομικών, πολιτικών κι ηθικών σταυροφοριών: υπήρχε, μιλώντας ωμά, κάποιος με παράνομα κέρδη από τον οποίον μπορούσες να τα πάρεις. Και αυτά τα κέρδη θα μπορούσαν να αναδιανεμηθούν σε πιο αξιόλογα τμήματα του πληθυσμού, προσφέροντας σε αντάλλαγμα μεγαλύτερη κοινωνική ομόνοια, πολιτική ηρεμία, και ασφάλεια στις αντιλαϊκές, προνομιούχες ελίτ, μειώνοντας οπότε την ταξική εχθρότητα. Αλλά ας μην ξεχνάμε όμως ότι η σοσιαλδημοκρατική συμφωνία έχει επιτευχθεί ως αποτέλεσμα αιώνων συγκρούσεων και επώδυνων αποποιήσεων εκ μέρους των παραδοσιακών κυρίαρχων στρωμάτων. Ένας τέτοιος απελευθερωτικός αγώνας, βίαιος ή ειρηνικός, δεν είναι εφικτός για της γης τους νέους κολασμένους.

Κανείς δεν τους εκμεταλλεύεται. Δεν υπάρχει κανένα πλεονάζον κέρδος και καμία υπεραξία προς ιδιοποίηση. Δεν υπάρχει καμία κοινωνική δύναμη να μονοπωληθεί. Δεν υπάρχει πολιτισμός να κυριαρχηθεί. Οι φτωχοί άνθρωποι των νέων ακρατικών κοινωνιών από την «ομοιογενή» οπτική– είναι εντελώς περιττοί. Δεν αξιοποιούνται, αλλά παραμελούνται. Δεν υπάρχει υπερφορολόγηση, καθώς δεν υπάρχουν έσοδα. Προνόμια δεν μπορούν να αναδιανεμηθούν προς μια μεγαλύτερη ισότητα καθώς δεν υπάρχουν προνόμια, εκτός από τα προσωρινά που αποκτούνταν, περιστασιακά, υπό την απειλή του όπλου.

Οι λιμοκτονούντες πληθυσμοί δεν έχουν καμία διέξοδο από την μόλις και μετά βίας ανθρώπινή τους συνθήκη, πέρα από το να φύγουν. Το λεγόμενο κέντρο, μακρυά από το να εκμεταλλεύεται αυτή την περιφέρεια της περιφέρειας, απλώς προσπαθεί να κρατήσει εκτός του τους ξένους, και συνήθως έγχρωμους, άπορους (το φαινόμενο κατ’ ευφημισμό αποκαλείται «δημογραφική πίεση») και να στήσει επιβλητικά εμπόδια στα σύνορα των πλούσιων χωρών, ενώ η διεθνής μας οικονομική γραφειοκρατία συνιστά περαιτέρω απορρύθμιση, φιλελευθεροποίηση, λιγότερο κράτος και λιγότερη κυβέρνηση σε έθνη που δεν έχουν καθόλου, και κατά συνέπεια καταστρέφονται. «Ανθρωπιστικοί πόλεμοι» διεξάγονται προκειμένου να αποφευχθεί η συρροή και συσσώρευση μαζών προσφύγων εντός των Δυτικών συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, τα οποία ούτως ή άλλως βρίσκονται σε αποσύνθεση.

Η ιδιότητα του πολίτη σε ένα λειτουργικό έθνος-κράτος αποτελεί το ασφαλές κουπόνι επισιτισμού στον σύγχρονο κόσμο. Αλλά το να θεωρείσαι πολίτης συνιστά τώρα προνόμιο πολύ λίγων. Η, τύπου Διαφωτισμού, αφομοίωση της ιδιότητας του πολίτη στην αναγκαία και «φυσική» πολιτική συνθήκη όλων των ανθρώπινων όντων έχει αντιστραφεί. Η ιδιότητα του πολίτη αποτελούσε μια φορά κι έναν καιρό προνόμιο εντός των εθνών. Τώρα αποτελεί προνόμιο για τους περισσότερους ανθρώπους σε κάποια έθνη. Η ιδιότητα του πολίτη αποτελεί σήμερα το πολύ εξαιρετικό προνόμιο των κατοίκων των ανθηρών καπιταλιστικών εθνών-κρατών, ενώ η πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού δεν μπορεί καν να προσβλέπει στην πολιτική [civic] συνθήκη, και έχει επίσης χάσει τη σχετική ασφάλεια της προκρατικής (φυλή, οικογένεια) προστασίας.

Η κατάτμηση της κοινότητας των πολιτών και της υποπολιτικής ανθρωπότητας έχει πλέον ολοκληρωθεί, το έργο του Διαφωτισμού χάθηκε οριστικά. Ο μεταφασισμός δεν χρειάζεται να βάλει τους μη πολίτες σε εμπορευματικές αμαξοστοιχίες και να τους στείλει στον θάνατο. αντ’ αυτού, χρειάζεται μόνο να αποτρέψει τους νέους μη πολίτες από το να επιβιβαστούν σε τρένα που ίσως τους φέρουν στον χαρούμενο κόσμο των ξεχειλισμένων από σκουπίδια κάδων που θα μπορούσαν να τους ταΐσουν. Τα μεταφασιστικά κινήματα παντού, αλλά ιδίως στην Ευρώπη, είναι αντιμεταναστευτικά κινήματα, στηρίζονται στην «ομοιογενή» αντίληψη της παραγωγικής χρησιμότητας. Δεν προστατεύουν απλώς τα φυλετικά και ταξικά προνόμια εντός του έθνους-κράτους (παρόλο που το κάνουν και αυτό), αλλά προστατεύουν την καθολική ιδιότητα του πολίτη εντός του πλούσιου έθνους-κράτους ενάντια την εικονική καθολική ιδιότητα του πολίτη για όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως γεωγραφίας, γλώσσας, φυλής, δόγματος και συνηθειών. Η σημερινή έννοια των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ίσως να υπερασπίζεται τους ανθρώπους από την ανομία των τυράννων, αλλά δεν αποτελεί άμυνα ενάντια στην ανομία της μη ύπαρξης νόμων.

Τα είδη του μεταφασισμού

Συχνά λησμονείται το γεγονός ότι ο σύγχρονος παγκόσμιος καπιταλισμός αποτελεί επανέκδοση. Στον προ-1914 καπιταλισμό χωρίς ελέγχους συναλλάγματος (κανόνας του χρυσού, κλπ) και του ελεύθερου εμπορίου, ενός κόσμου χωρίς θεωρήσεις εισόδου [βίζες] και άδειες εργασίας, όταν οι εταιρείες προμήθευαν με στρατιωτικό υλικό τα στρατεύματα του εχθρού εν καιρώ πολέμου χωρίς παράπονα από τις κυβερνήσεις ή τον τύπο, η ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου και της εργασίας ήταν, περισσότερο ή λιγότερο, εξασφαλισμένη (ήταν, ίσως, ένας λιγότερο ίσος, αλλά περισσότερο ελεύθερος, κόσμος). Συγκριτικά, αυτό που αποκαλείται «παγκοσμιοποίηση» συνιστά ένα μάλλον μετριοπαθές εγχείρημα, μια σταδιακή και δειλή καταστροφή των κρατικίστικων και κατευθυνόμενων, προνοιακών εθνών-κρατών, οικοδομημένων στην ισότιμη διαπραγμάτευση της παλαιού τύπου σοσιαλδημοκρατίας, της οποίας το εκλογικό σώμα (ερμηνευμένο ως η ραχοκοκαλιά των σύγχρονων εθνών), η εργατική τάξη της ζώνης της σκουριάς[20], αποσυντίθεται. Η παγκοσμιοποίηση έχει απελευθερώσει τις ροές των κεφαλαίων. Το κερδοσκοπικό κεφάλαιο πηγαίνει όπου οι επενδύσεις εμφανίζονται ως «ορθολογικές», συνήθως σε περιοχές όπου οι μισθοί είναι χαμηλοί και όπου δεν υπάρχουν μαχητικά συνδικάτα ή οικολογικά κινήματα. Αλλά σε αντίθεση με τον 19ο αιώνα, στην εργασία δεν παραχωρούνται οι ίδιες ελευθερίες. Το πνεύμα όπου θέλει πνει, το κεφάλαιο όπου θέλει πνει, αλλά η ελεύθερη κυκλοφορία της εργασίας παρεμποδίζεται από όλο και πιο άκαμπτους εθνικούς κανονισμούς. Η ροή είναι δρόμος μονής κυκλοφορίας. το κεφάλαιο μπορεί να βελτιώσει τη θέση του, αλλά η εργασία ιδιαίτερα η χαμηλής ποιότητας, χαμηλής έντασης εργασία στις φτωχές χώρες της περιφέρειας δεν μπορεί. Απορρύθμιση για το κεφάλαιο, αυστηρότερη ρύθμιση για την εργασία.

Αν το εργατικό δυναμικό βρίσκεται κολλημένο στην περιφέρεια, θα πρέπει να ανεχτεί τα sweatshops. Οι προσπάθειες διεκδίκησης υψηλότερων μισθών και καλύτερων συνθηκών εργασίας απαντώνται όχι με βία, απεργοσπάστες ή στρατιωτικά πραξικοπήματα, αλλά με την ήσυχη φυγή κεφαλαίων και την αποδοκιμασία του διεθνούς χρηματοπιστωτισμού και των διεθνών ή εθνικών γραφειοκρατιών του, οι οποίες θα έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν ποιος δικαιούται ελάφρυνση χρέους ή [οικονομική] ενίσχυση. Για να παραθέσω τον Albert O. Hirschman, η φωνή (δηλαδή διαμαρτυρία) είναι αδύνατη, μάλλον άσκοπη. Μόνο η έξοδος παραμένει, και αποτελεί δουλειά του μεταφασισμού να την αποτρέψει.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι απόλυτα λογικό ότι η Νέα Νέα Αριστερά έχει εκ νέου οικειοποιηθεί τη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αντί της ταξικής πάλης. Ρίχνοντας μια ματιά στα Die Tageszeitung, Il Manifesto, Rouge και Socialist Worker, θα δείτε ότι ως επί το πλείστον μιλάνε για τους αιτούντες άσυλο, τους μετανάστες (νόμιμους ή παράνομους, οι χωρίς χαρτιά), τους καταληψίες, τους άστεγους, τους Ρομά κλπ. Είναι μια τακτική που τους επιβάλλεται από την αποσύνθεση της καθολικής ιδιότητας του πολίτη, τις ανεμπόδιστες παγκόσμιες ροές κεφαλαίων, τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών στους εργάτες και τους καταναλωτές, και από τον αργό θάνατο του παγκόσμιου υποπρολεταριάτου. Επίσης, έχουν να αντιμετωπίσουν την αναβίωση των ταξικών πολιτικών με ένα νέο προσωπείο από τους υποστηρικτές του «τρίτου δρόμου» αλά Τόνι Μπλερ. Το νεοφιλελεύθερο κράτος έχει ανακαλέσει τις υποχρεώσεις του προς τους «ετερογενείς», μη παραγωγικούς πληθυσμούς κι ομάδες. Οι νεοβικτωριανές παιδαγωγικές ιδέες της «κοινωφελούς εργασίας [workfare]», οι οποίες ανακηρύσσουν την ανεργία απολύτως αμαρτωλή, η εξίσωση των αιτούντων κοινωνικής πρόνοιας με τους «εχθρούς του λαού», η αντικατάσταση της κοινωνικής στήριξης με φορολογικές πιστώσεις δια των οποίων οι άνθρωποι κάτω από την κατηγορία των φορολογούμενων κρίνονται ως ανάξιοι βοήθειας, η εξάρτηση της εισοδηματικής στήριξης από τις οικογενειακές και στεγαστικές πρακτικές που θεωρούνται κανονικές από τις «αρμόδιες αρχές», η αυξανόμενη φυλετικοποίηση, εθνικοποίηση και εμφυλοποίηση της κατώτερης τάξης, η αντικατάσταση της κοινωνικής αλληλεγγύης με την εθνοτική ή φυλετική αλληλεγγύη, η απροκάλυπτη αναγνώριση της ύπαρξης πολιτών δεύτερης κατηγορίας, η σιωπηλή αναγνώριση του ρόλου της αστυνομίας ως φυλετικής αμυντικής δύναμης, η αντικατάσταση της ιδέας της χειραφέτησης με την ιδέα των προνομίων (όπως η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης ή τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου) που αυθαίρετα διανέμονται στους φτωχούς που τους αξίζει, κι ο μετασχηματισμός των ορθολογικών επιχειρημάτων κατά της διεύρυνσης της ΕΕ σε ρατσιστικές/εθνικιστικές δημαγωγίες – όλα αυτά αποτελούν τμήμα της μεταφασιστικής στρατηγικής της κατάτμησης της πολιτικής και ανθρώπινης κοινότητας, μιας ανανεωμένης χορήγησης, ή άρνησης, της ιδιότητας του πολίτη στα πλαίσια φυλετικών, ταξικών, θρησκευτικών, πολιτιστικών και εθνοτικών γραμμών.

Ο εκ νέου διπλασιασμός της κατώτερης τάξης -σε μια παγκόσμια κατώτερη τάξη στο εξωτερικό, και μια «ετερογενής», άγρια και άχρηστη στην πατρίδα, με τα συμφέροντα του ενός συνόλου της κατώτερης τάξης (της «εγχώριας») να παρουσιάζονται ως εχθρικά προς αυτά της άλλης (της «ξένης»)- δίνει στον μεταφασισμό την εκλείπουσα λαϊκιστική του διάσταση. Δεν υπάρχει σκληρότερος εχθρός του μετανάστη «επισκέπτη εργάτη» ή αιτούντα ασύλου από το απαρχαιωμένο λούμπεν προλεταριάτο, εκπροσωπούμενο δημοσίως από τον σκληροπυρηνικό, ακροδεξιό χούλιγκαν του ποδοσφαίρου. Οι «βίαιοι μεθύστακες [lager louts]» ίσως να μην γνωρίζουν ότι lager δεν ονομάζεται μόνο ένα είδος φτηνής ηπειρωτικής μπύρας, αλλά σημαίνει επίσης και στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αλλά το υποσυνείδητο αυτό λογοπαίγνιο είναι μεταφορικό, αν όχι συμβολικό.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, αντιμέτωποι με ένα νέο είδος εξτρεμισμού του κέντρου. Αυτός ο νέος εξτρεμισμός, τον οποίο αποκαλώ μεταφασισμό, δεν απειλεί, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, τη φιλελεύθερη και δημοκρατική κυβέρνηση εντός του πυρήνα του εκλογικού σώματος της «ομοιογενούς κοινωνίας». Εντός της κομμένης στα δύο κοινότητας, η ελευθερία, η ασφάλεια και η ευημερία παραμένουν στο σύνολό τους ανενόχλητες, τουλάχιστον εντός της παραγωγικής και τεκνοποιούς πλειοψηφίας που σε μερικές πλούσιες χώρες περιλαμβάνει σχεδόν όλους τους λευκούς πολίτες. Οι «ετερογενείς», συνήθως φυλετικά αλλοδαπές, μειονότητες δεν διώκονται, μόνο παραμελούνται και περιθωριοποιούνται, εξωθούμενες να ζήσουν μια ζωή εντελώς ξένη προς τον τρόπο ζωής της πλειοψηφίας (η οποία, φυσικά, μπορεί μερικές φορές να είναι ποιοτικά καλύτερη από την ανούσια εργασιομανία, τον καταναλωτισμό και τις υγειονομικές εμμονές της πλειοψηφίας). Τα ναρκωτικά, τα οποία κάποτε θεωρούνταν ότι διευρύνουν και αυξάνουν τις σκέψεις και τις αισθήσεις, τώρα κατευνάζουν ανήσυχα την επιβαλόμενη αδράνεια εκείνων που η κοινωνία είναι απρόθυμη να βοηθήσει και να αναγνωρίσει ως συνανθρώπους της. Η «διονυσιακή» υποκουλτούρα του υποπρολεταριάτου διογκώνει περαιτέρω τον διχασμό της κοινωνίας. Η πολιτική συμμετοχή των μη έχοντων τίθεται εκτός συζήτησης, χωρίς να υπάρχει καμία ανάγκη για τον περιορισμό του δικαιώματος ψήφου. Πέρα από τον πρώιμο και αδύναμο («νέο νέο») αριστερό ριζοσπαστισμό, τόσο απομονωμένος όσο και ο αναρχοσυνδικαλισμός στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κανείς δεν επιδιώκει να τους εκπροσωπήσει. Τα εννοιολογικά εργαλεία που προσέφερε κάποτε ο δημοκρατικός και ελευθεριακός σοσιαλισμός εκλείπουν. και οι ελευθεριακοί σήμερα είναι μαχητικοί αστοί εξτρεμιστές του κέντρου, κυβερνοπάνκ υπερκαπιταλιστές εχθρικοί σε οποιαδήποτε ιδέα αλληλεγγύης πέρα από τη ροή της παγκόσμιας αγοράς.

Ο μεταφασισμός δεν χρειάζεται στρατιώτες ταγμάτων εφόδου και δικτάτορες. Είναι απόλυτα συμβατός με μια τύπου αντιΔιαφωτισμού φιλελεύθερη δημοκρατία που επαναπροσδιορίζει την ιδιότητα του πολίτη ως παραχώρηση της κυριαρχίας έναντι του καθολικού ανθρώπινου δικαιώματος. Ομολογώ ότι του προσδίδω ένα βάναυσο όνομα εδώ για να προσελκύσω την προσοχή στην κραυγαλέα του αδικία. Ο μεταφασισμός είναι ιστορικά συνεχής με τον φρικιαστικό του προκάτοχο μόνο σε επιμέρους σημεία. Σίγουρα, ο αντισημιτισμός της Κεντρικής κι Ανατολικής Ευρώπης δεν έχει αλλάξει πολύ, αλλά δεν είναι καθόλου κεντρικός. Από τη στιγμή που ο μεταφασισμός είναι μόλις και σπανίως κίνημα, και κυρίως απλά μια κατάσταση των πραγμάτων, διευθυνόμενος συχνότερα απ’ ότι όχι από τις λεγόμενες κεντροαριστερές κυβερνήσεις, είναι δύσκολο να αναγνωριστεί με εύληπτο τρόπο. Οι μεταφασίστες συνήθως δεν μιλούν για ολοκληρωτική υποταγή και φυλετική καθαρότητα, αλλά για τη λεωφόρο των πληροφοριών.

Όλοι γνωρίζουν την ενστικτώδη οργή που βιώνουν οι άνθρωποι, οι οποίοι βρίσκονται μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Τώρα, δεκάδες εκατομμύρια πεινασμένων ανθρώπων ανεβοκατεβάζουν το πόμολο. Οι πλούσιες χώρες εφευρίσκουν περισσότερο προηγμένα λουκέτα, ενώ αυξάνεται επίσης ο θυμός τους για τους εξωτερικούς εισβολείς. Ένα μέρος της οργής οδηγεί στην αναβίωση του ναζιστικού και φασιστικού Gedankengut («θησαυρού των ιδεών»), κι αυτό θα προκαλέσει δικαίως την αποστροφή. Αλλά ο μεταφασισμός δεν περιορίζεται στις πρώην δυνάμεις του Άξονα και τους πρόθυμους πρώην πελάτες του, όσο αηδιαστική και φρικιαστική κι αν είναι αυτή η συγκεκριμένη υποκατηγορία. Οι αθίγγανοι της Ανατολικής Ευρώπης (οι Ρομά κι οι Sintj, για να δώσουμε τα πολιτικώς ορθά ονόματά τους) διώκονται τόσο από τη χωροφυλακή όσο κι απ τον λαό, και προσπαθούν να διαφύγουν προς την «ελεύθερη Δύση». Η Δυτική αντίδραση είναι η εισαγωγή περιορισμών στην έκδοση θεωρήσεων εισόδου [βίζες] απ’ τις εν λόγω χώρες, προκειμένου να αποφευχθεί η μαζική εισροή προσφύγων, κι οι επίσημες εγκλήσεις προς χώρες της Ανατολικής Ευρώπης να σεβαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο εγχώριος ρατσισμός αντικαθίσταται από τον παγκόσμιο φιλελευθερισμό, θεμελιωμένοι και οι δύο σε μια πολιτική εξουσία η οποία φυλετικοποιείται ραγδαίως.

Οι πολυπολιτισμικές απαντήσεις αποτελούν απελπισμένες ομολογίες αδυναμίας: αποδοχή της εθνικοποίησης της πολιτικής σφαίρας, αλλά με μια ανθρωπιστική και φιλάνθρωπη νότα. Αυτές οι ομολογίες αποτελούν παραχώρηση στην ήττα, προσπάθειες εξανθρώπισης του απάνθρωπου. Το πεδίο είχε επιλεχτεί από τον μεταφασισμό, κι οι φιλελεύθεροι προσπαθούν να πολεμήσουν στο αγαπημένο του έδαφος, την εθνικότητα. Αυτή είναι μια υπερβολικά μειονεκτική θέση [για εμάς]. Χωρίς νέους τρόπους να αντιμετώπισουμε το πρόβλημα του παγκόσμιου καπιταλισμού, σίγουρα θα χάσουμε την μάχη.

Αλλά το νέο Δυαδικό Κράτος ζει και βασιλεύει. Ένα Κανονιστικό Κράτος για τους βασικούς πληθυσμούς του καπιταλιστικού κέντρου, και ένα Προνομιακό Κράτος αυθαίρετων διαταγμάτων για τους μη πολίτες των λοιπών πληθυσμών. Σε αντίθεση με τον κλασικό, ολοκληρωτικό φασισμό, το Προνομιακό Κράτος είναι μόλις αμυδρά ορατό στα υποκείμενα του Κανονιστικού Κράτους: η ουσιώδης ανθρώπινη και πολιτική κοινότητα με εκείνους που κρατούνται και διατηρούνται κάτω είναι ηθικά αόρατη. Η ριζοσπαστική κριτική που ισχυρίζεται ότι η ελευθερία εντός του Κανονιστικού Κράτους αποτελεί ψευδαίσθηση είναι λανθασμένη, αν και κατανοητή. Η άρνηση της ιδιότητας του πολίτη βασισμένη όχι στην εκμετάλλευση, την καταπίεση και την άμεση διάκριση ανάμεσα στους κατοίκους της «ομοιογενούς κοινωνίας», αλλά στον απλό αποκλεισμό και την απόσταση, είναι δύσκολο να κατανοηθεί επειδή οι πνευματικές συνήθειες του απελευθερωτικού αγώνα για μια πιο δίκαιη αναδιανομή των αγαθών και της εξουσίας δεν μπορούν να εφαρμοστούν εδώ. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το Κανονιστικό Κράτος γίνεται όλο και πιο αυταρχικό. Το πρόβλημα είναι ότι ανήκει μόνο σε λίγους.

Σημειώσεις:

1. [Σ.τ.Μ.]: Στην, κατειλημμένη από τη ναζιστική Γερμανία, Τρεμπλίνκα της Πολωνίας υπήρχε στρατόπεδο εξόντωσης. Υπολογίζεται ότι στους θαλάμους αερίων του εκτελέστηκαν περίπου 700.000-900.000 Εβραίοι και 2.000 Ρομά.

2. Μερικά ενδιαφέροντα άρθρα στα αγγλικά σχετικά με τις πρόσφατες εξελίξεις: Harry Ritter, «From Hapsburg to Hitler to Haider», German Studies Review 22, Μάιος 1999, σελ. 269-284· Jan Müller, «From National Identity to National Interest: The Rise and Fall of Germany’s New Right», German Politics 8, Δεκέμβριος 1999, σελ. 1-20· Michael Minkenberg, «The Renewal of the Radical Right», Government and Opposition 35, άνοιξη 2000, σελ. 170-188· Jacob Heilbrunn, «A Disdain for the Past: Jörg Haider’s Austria», World Policy Journal 28, άνοιξη 2000, σελ. 71-78· Ιμμάνουελ Βαλερστάιν, «Albatross of Racism», London Review of Books, 18 Μαΐου 2000, σελ. 11-14· Rainer Bauböck, «Austria: Jörg Haider’s Grasp for Power», Dissent, άνοιξη 2000, σελ. 23-26.

3. Βλέπε G.M. Tamás, «Ethnarchy and Ethno-Anarchism», Social Research 63, άνοιξη 1996, σελ. 147-190· ό.π., «The Two-Hundred Years War», Boston Review, καλοκαίρι 1999, σελ. 31-36.

4. [Σ.τ.Μ.]: Nationalism είναι ο εθνικισμός εκείνος που στηρίζεται στο nation, το έθνος δηλαδή ως η πολιτική κοινότητα του κράτους, ως κοινότητα των πολιτών. Ethnicism είναι ο εθνισμός που στηρίζεται στην ethnicity, την εθνικότητα δηλαδή ως κοινότητα βασισμένη σε βιολογικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα ένας μετανάστης από την Μέση Ανατολή στον οποίο αποδίδεται ελληνική ιθαγένεια θεωρείται μέλος του ελληνικού έθνους ως nation, όχι όμως του ελληνικού έθνους ως ethnicity.

5. [Σ.τ.Μ.]: Ακροδεξιό κόμμα και κίνημα στη Ρουμανία την περίοδο 1927-1941, γνωστό κι ως Λεγεώνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.

6. Michael Mann, «The Dark Side of Democracy: The Modern Tradition of Ethnic and Political Cleansing», New Left Review 235, Μάιος/Ιούνιος 1999, σελ. 18-45.

7. Βλέπε Mark Neocleous, «Against Security», Radical Philosophy 100, Μάρτιος/Απρίλιος 2000, σελ. 7-15· ό.π., Fascism, εκδόσεις Open University Press, 1997. Η εξέλιξη από το «κοινωνικό κράτος» στο «ποινικό κράτος» έχει επισημανθεί επανειλημμένως από τον Pierre Bourdieu.

8. [Σ.τ.Μ.]: Πολιτική θέση συγγενική με το κέντρο η οποία προσπαθεί να συμφιλιώσει τη δεξιά οικονομική πολιτική με την αριστερή κοινωνική πολιτική. Στηρίζεται από διάφορους σοσιαλδημοκράτες και κοινωνικούς φιλελεύθερους. Εκ των μεγαλύτερων υποστηρικτών του Τρίτου Δρόμου θεωρούνται ο Τόνι Μπλερ κι ο Ματέο Ρέντσι.

9. Georges Bataille, «The Psychological Structure of Fascism», Νοέμβρης 1933, μτφρ. Carl R. Lovitt στο Allan Stoekl, Visions of Excess, εκδόσεις University of Minnesota Press, 1993, σελ. 137-160. Όσον αφορά το πρόβλημα των μαζών και της βίας, βλέπε Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ο Σπινόζα και η Πολιτική, εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1996. Επίσης: Ζιλ Ντελέζ, Σπινόζα: Πρακτική Φιλοσοφία, εκδόσεις Νήσος, 1996. Μια ενδιαφέρουσα φιλελεύθερη κριτική της θεωρίας του Bataille για τον φασισμό μπορεί να βρεθεί στο «Bataille on the Street» της Susan Rubin Suleiman, στο Carolyn Bailey Gill, Bataille: Writing the Sacred, εκδόσεις Routledge, 1995, σελ. 26-45. Η κριτική του Bataille πρέπει να γίνει κατανοητή εντός του πλαισίου της αντισταλινικής, επαναστατικής υπεραριστεράς. Δύο τόμοι αλληλογραφίας που στροβιλίζονται γύρω από τους Bataille, Souvarine, Simone Weil και την μυστηριώδη Laure (το πραγματικό της όνομα ήταν Colette Peignot) έχουν πρόσφατα δημοσιευτεί: Laure, Une rupture, 1934, εκδ. Anne Roche & Jérome Peignot, εκδόσεις des Cendres, 1999. και Georges Bataille, L’ Apprenti sorcier, εκδ. Marina Galletti, εκδόσεις Editions de la Différence, 1999. Όσον αφορά μια άλλη ριζοσπαστική κριτική του φασισμού τη δεκαετία του 1930, βλέπε Καρλ Πολάνυι, «The Essence of Fascism», στο J. Lewis, Κ. Πολάνυι, D. K. Kitchin, Christianity and Social Revolution, εκδόσεις Gollancz, 1935.

10. Bataille, «Psychological Structure», σελ. 142. Βλέπε τα δύο ενδιαφέροντα προσχέδιά του για το δοκίμιο σχετικά με τον φασισμό: «Cet aspect religieux manifeste…» και «En affet la vie humaine…» στο Georges Bataille, Oeuvres complètes, τόμος 2, εκδόσεις Gallimard, 1970, σελ. 161-164. Επίσης, τη θεωρία του Αντόνιο Νέγκρι περί συντακτικής και συντεταγμένης εξουσίας στο Insurgencies, μτφρ. Maurizia Boscagli, εκδόσεις Minnesota University Press, 1999, σελ. 1-128 & 212-229.

11. Για τον παραλληλισμό μεταξύ Bataille και Καρλ Σμιτ, βλέπε Martin Jay, «The Reassertion of Sovereignty in a Time of Crisis: Carl Schmitt and Georges Bataille», στο Force Fields, εκδόσεις Routledge, 1993, σελ. 49-60· την έκθεση του Bataille «Sovereignty», στο The Accursed Share, τόμ. 2 και 3, μτφρ. Robert Hurley, εκδόσεις Zone Books, 1933.

12. Βλέπε Jean Piel, «Bataille and the World», στο Leslie Anne Boldt-Irons, On Bataille: Critical Essays, εκδόσεις SUNY Press, 1995, σελ. 95-106.

13. Ernst Fraenkel, The Dual State [1941], μτφρ. E. A. Shils, Ε. Lowenstein και K. Knorr, εκδόσεις Octagon, 1969. Βλέπε επίσης: David Schoenbaum, Hitler’s Social Revolution, εκδόσεις Anchor Doubleday, 1967, σελ. 113-151.

14. [Σ.τ.Μ.]: Ο όρος Προνομιακό Κράτος [Prerogative State] προέρχεται από την έννοια του βασιλικού προνομίου του Στέμματος. Και στις δύο περιπτώσεις, ο όρος προνόμιο αφορά την εξουσία, τα προνόμια και την ασυλία του ηγεμόνα, ο οποίος βρίσκεται πάνω από το θεσπισμένο νομοθετικό σώμα (το κοινοβούλιο) και μπορεί να εκδίδει διατάγματα κι αποφάσεις χωρίς καμία δέσμευση υπακοής στη θεσπισμένη νομοθεσία.

15. Βλέπε Fraenkel, ό.π., σελ. 153.

16. [Σ.τ.Μ.]: Εδώ, ο όρος ανθρωπότητα δεν χρησιμοποιείται για την περιγραφή του συνόλου των ανθρώπων, αλλά ως η ιδιότητα του να είσαι άνθρωπος, το να θεωρείσαι μέλος της ανθρώπινης κοινότητας.

17. [Σ.τ.Μ.] Η Τσέκα [Επιτροπή Έκτακτης Ανάγκης] υπήρξε η πρώτη σοβιετική οργάνωση κρατικής ασφάλειας υπό τον Λένιν. Αστυνόμευε και διαχειριζόταν τα γκουλάγκ, διεξήγαγε τις δημεύσεις τροφίμων [prodrazvyorstka] και συνελάμβανε, δίκαζε, βασάνιζε κι εκτελούσε όσους θεωρούσε πολιτικούς αντιπάλους του κόμματος των Μπολσεβίκων. Υποτίθεται ότι αν κάποιος συλλαμβανόταν εκτός εμπόλεμης ζώνης έπρεπε να παραπεμφθεί στο επαναστατικό δικαστήριο. Δεδομένης της κατάστασης χάους που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, το τι θεωρούνταν «εμπόλεμη ζώνη» και τι όχι αφήνονταν στη διακριτική ευχέρεια της Τσέκα, κι οι περισσότεροι συλληφθέντες εκτελούνταν χωρίς δίκη. Από την άλλη βέβαια, για όσους παραπέμποταν σε δίκη, το Διάταγμα του Σοβιέτ των Λαϊκών Επίτροπων σχετικά με τα Δικαστήρια, προέβλεπε ότι «το Ειδικό Επαναστατικό Δικαστήριο ακολουθεί τα συμφέροντα της επανάστασης και δεν σχηματίζει, ούτε δεσμεύεται από, νομικές διαδικασίες».

18. Βλέπε G. M. Tamás, «Democracy’s Triumph, Philosophy’s Peril», Journal of Democracy 11, Ιανουάριος 2000, σελ. 103-110. Για ανησυχητικές εναλλακτικές στην πολιτική όπως τη γνωρίζουμε, βλέπε Jacques Rancière, La Mésentente, εκδόσεις Galilée, 1995, σελ. 95-131.

19. [Σ.τ.Μ.]: Οι αριστοκράτες των οποίων η θέση προερχόταν από τα δικαστικά ή διοικητικά τους πόστα, σε αντίθεση με τους ευγενείς του ξίφους, η αριστοκρατική θέση των οποίων προερχόταν από τη θέση τους ως ιππότες, δηλαδή στρατιωτικούς αξιωματικούς που κατείχαν φέουδα (η γαιοκτητική αριστοκρατία).

20. [Σ.τ.Μ.]: Ο όρος ζώνη της σκουριάς αναφέρεται σε πρώην ανεπτυγμένες περιοχές μιας χώρας οι οποίες πλέον χαρακτηρίζονται από την ύφεση της βιομηχανίας και πιθανώς την αποβιομηχάνιση, και τη μείωση του πληθυσμού που αυτή επιφέρει.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s