Home

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί προδημοσίευση από το επερχόμενο πρώτο τεύχος του περιοδικού Chuang. Το Chuang αναλύει την τρέχουσα ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Κίνα, τις ιστορικές του ρίζες και τις επαναστάσεις όσων συνθλίβονται υπό το βάρος του.

Μπορείτε να βρείτε την ιστοσελίδα του περιοδικού στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση: http://chuangcn.org

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε εδώ μια συνέντευξη των συντακτών του περιοδικού, ενώ εδώ μπορεί να βρεθεί το τελευταίο τους κείμενο σχετικά με την ανάδυση της Κίνας σε παγκόσμια υπερδύναμη.

 

Τζην και δυσαρέσκεια

Η ιστορία είναι τώρα οικεία: Ένα πρωινό της άνοιξης του 2011, ένας μετανάστης πλανόδιος πωλητής παρενοχλήθηκε και χτυπήθηκε από την αστυνομία. Το ίδιο βράδυ, διαδίδονταν φήμες σε όλο το διαδίκτυο ότι ο πωλητής πέθανε. Εκατοντάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στους δρόμους, εξοργισμένοι από την προφανή δολοφονία. Έκαψαν αυτοκίνητα, λεηλάτησαν ATM κι επιτέθηκαν στα ΜΑΤ που στάλθηκαν για να τους διαλύσουν. Αλλά δεν διαλύθηκαν. Οι ταραχές διήρκησαν αρκετές μέρες, με τους συμμετέχοντες να αυξάνονται σε χιλιάδες. Οι δημοσιογράφοι που ήρθαν να καλύψουν τα γεγονότα κρατήθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας. Οι φήμες για την εξέγερση διαδίδονται στο διαδίκτυο παρόλο που η κυβέρνηση χρησιμοποιεί όλους τους πόρους της για να διακόψει την πρόσβαση στην πληροφόρηση.

Παρόλη την εκπληκτική της ομοιότητα, δεν πρόκειται για την ιστορία του Mohamed Bouazizi, του Τυνήσιου πλανόδιου πωλητή που, αφού πρώτα παρενοχλήθηκε από την αστυνομία, αυτοπυρπολήθηκε και πυροδότησε την Αραβική Άνοιξη. Ο άνθρωπος της παραπάνω ιστορίας ήταν αντ’ αυτού ο Tang Xuecai (唐学才), ένας Σιχουανέζος μετανάστης στην πόλη Κουανγκτσόου [γνωστή κι ως Καντόνα]. Οι ταραχές[1] έλαβαν χώρα στη Xintang, μια από τις πολλές βιομηχανικές περιοχές στο δέλτα του ποταμού Pearl (δπP), η οποία ειδικεύεται στα τζην υφάσματα[2], με την πλειοψηφία των εξεγερμένων να είναι κι ίδιοι μετανάστες εργάτες σε εργοστάσια που παράγουν τζην για εξαγωγές. Σε αντίθεση με τις ταραχές και τις απεργίες που ακολούθησαν τον θάνατο του Bouazizi στη Τυνησία, οι ταραχές στη Xintang τελικά συνεθλίβησαν από την αστυνομία καθώς αυτή πήρε τον έλεγχο της περιοχής, προέβη σε μαζικές συλλήψεις, κι ανάγκασε την πλειοψηφία των μεταναστών να επιστρέψουν στη δουλειά.

Πέρα από αυτή την απλή σύγκριση, δεν υπάρχει τίποτα το ιδιαίτερο σχετικά με τις ταραχές αυτές στη Xintang. Με αυστηρά ποσοτικούς όρους, σε πόλεις όπως η Κουανγκτσόου, η Σεντζέν κι η Ντογκουάν στο δπP της Κίνας λαμβάνουν χώρα ταραχές συχνότερα ακόμα κι από την Αθήνα. Αν κανείς προσθέσει τις απεργίες, τα μπλοκαρίσματα κι άλλα τέτοια «μαζικά γεγονότα» στη λίστα, οι κινέζικες διαμαρτυρίες ξεπερνούν σε κλίμακα και δριμύτητα τις παγκόσμιες τάσεις – ιδιαιτέρα από τη στιγμή που η έλλειψη (ή εξάντληση των) νόμιμων εναλλακτικών τείνει να μετασχηματίζει αυτό που αλλού ίσως να ήταν μια ήπια πικετοφορία ή διαμαρτυρία, σε μια εξέγερση σε πολλαπλά εργοστάσια που θέτει τον κίνδυνο καταστροφής εξοπλισμού αξίας εκατομμυρίων δολλαρίων. Παρόλα αυτά, δεν βλέπουμε τόσο συχνά τις λεωφόρους και τα στενάκια της Xintang όσο αυτά της Αθήνας, καλυμμένα με φλεγόμενα αυτοκίνητα καθώς τα ΜΑΤ προελαύνουν και το πλήθος των εξεγερμένων διασκορπίζεται υπό την αμυδρή χρυσαφένια λάμψη μιας πινακίδας των McDonald’s. Αντ’ αυτού, εικόνες της φλεγόμενης Αθήνας αντιπαρατίθενται στους λαμπερούς ορίζοντες των παράκτιων πόλεων της Κίνας, εναλλασόμενες με ανοδικά γραφήματα παραγωγικότητας, κερδοφορίας κι ανάπτυξης.

Κάτω από τα γραφήματα ωστόσο, τέτοια «μαζικά γεγονότα» έχουν αυξηθεί κατά την περασμένη δεκαετία[3]. Στην πραγματικότητα, η αυξανόμενη αναταραχή αναγνωρίζεται από πολυάριθμες επίσημες πηγές, όπως η Ετήσια Έκθεση του Κανόνα Δικαίου της Κίνας (ν. 12). Πέρα από την προσπάθεια υπολογισμού και ταξινόμησης αυτών των «γεγονότων», η έκθεση αυτή σημείωσε επίσης ότι περίπου το 30% αυτών έλαβαν χώρα στην επαρχία Γκουανγκτόνγκ, στην οποία βρίσκεται το δπP[4]. Όμως, πολλές τέτοιες εκθέσεις, αυτής συμπεριλαμβανομένης, λαμβάνουν υπόψη μόνο τον μικρό αριθμό μαζικών περιστατικών που καλύπονται από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, και γενικεύουν από αυτό το υποσύνολο. Άλλες, όπως ο απεργιακός χάρτης του Εργατικού Δελτίου Κίνας, αλιεύουν αναφορές σε τέτοια γεγονότα στο κινέζικο διαδίκτυο με έναν πολύ συστηματικότερο τρόπο, αλλά τα δεδομένα εκτείνονται μόλις μερικά χρόνια πίσω[5]. Επίσης, ο χάρτης του είναι σκοπίμως επικεντρωμένος στις απεργίες κι όχι σε όλα τα «μαζικά γεγονότα», οπότε συχνά αποκλείει μορφές αναταραχών που ξεκινούν εκτός χώρων εργασίας και δεν παίρνουν την μορφή εργασιακών καταγγελιών.

Οι συζητήσεις για τις κινέζικες αναταραχές πολύ συχνά βασίζονται σε μεροληπτικές πηγές ή σε διαισθητικά «εμφανείς» τάσεις, συνδυασμένες συνήθως με περιοριστικούς ορισμούς. Ωστόσο, προκειμένου να συζητηθούν τέτοια φαινόμενα είναι απαραίτητο να επεκταθεί η κλίμακα των δεδομένων μας. Τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει διαθέσιμη μια πρωτόγνωρη βάση συλλογής ειδήσεων, η Global Data on Events, Language and Tone (GDELT), προσφέροντας πρόσβαση σε μια τεράστια μερίδα παγκόσμιων ειδήσεων σε περισσότερες από 100 γλώσσες (χρησιμοποιώντας το κινέζικο κρατικό πρακτορείο τύπου Xinhua ως μια από τις κύριες πηγές ειδήσεών της) και κωδικοποιημένων σε διαφορετικού τύπου ειδησεογραφικά «γεγονότα», περισσότερο διπλωματικής φύσεως, αλλά συμπεριλαμβανομένων επίσης μια ποικιλίας αρχείων περί εσωτερικής πολιτικής διαμάχης[6]. Η GDELT παρέχει μια εναλλακτική στα δεδομένα συγκεντρωμένα από επίσημες εκθέσεις ή αλιευμένα από τα κινέζικα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – όχι τόσο ως αντικατάσταση των πηγών αυτών, όσο ένα συγκριτικό παράρτημα. Ενώ δεν είναι απαραίτητα περισσότερο επίσημη ή ακριβής στις λεπτομέρειες, η GDELT μπορεί να παρέχει ένα διαμήκες πλαίσιο που άλλες δεν μπορούν[7]. Η εξέταση των δεδομένων περί ταραχών στη GDELT δείχνει μια μικρή αύξηση των ταραχών παγκοσμίως από το 1979, η οποία γίνεται περισσότερο σημαντική λόγω μιας ταυτόχρονης, και πολύ δριμύτερης, παγκόσμιας μείωσης των απεργιών[8]. Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα της GDELT, μπορούμε τώρα να δούμε συγκεκριμένα συγκριτικά μοτίβα, τα οποία ήταν αόρατα στις προηγούμενες εκθέσεις. Παρόλ’ αυτά, τα δεδομένα της GDELT επίσης βασίζονται σε δελτία ειδήσεων, κι οπότε σχεδόν σίγουρα υποτιμούν τον αριθμό των μαζικών γεγονότων σε μια χώρα όπως η Κίνα, με την ανελλιπή της λογοκρισία των μέσων ενημέρωσης.

Διάγραμμα 1: Οι ταραχές ως ποσοστό % του συνόλου των καταγεγραμμένων γεγονότων (κανονικοποιημένο βάση του παγκόσμιου συνόλου).

Διάγραμμα 1: Οι ταραχές ως ποσοστό % του συνόλου των καταγεγραμμένων γεγονότων (κανονικοποιημένο βάσει του παγκόσμιου συνόλου).

 

Διάγραμμα 2: Οι απεργίες ως ποσοστό % του συνόλου των καταγεγραμμένων γεγονότων (κανονικοποιημένο βάση του παγκόσμιου συνόλου).

Διάγραμμα 2: Οι απεργίες ως ποσοστό % του συνόλου των καταγεγραμμένων γεγονότων (κανονικοποιημένο βάσει του παγκόσμιου συνόλου).

 

Διάγραμμα 3: Οι ταραχές στην Κίνα ως ποσοστό % του συνόλου των γεγονότων (κανονικοιποιημένο βάσει του παγκόσμιου συνόλου), συγκρινόμενο με τα ίδια δεδομένα για τον κόσμο.

Διάγραμμα 3: Οι ταραχές στην Κίνα ως ποσοστό % του συνόλου των γεγονότων (κανονικοποιημένο βάσει του παγκόσμιου συνόλου), συγκρινόμενο με τα ίδια δεδομένα για όλο τον κόσμο.

 

Διάγραμμα 4: Οι απεργίες στην Κίνα ως ποσοστό % του συνόλου των γεγονότων (κανονικοιποιημένο βάσει του παγκόσμιου συνόλου), συγκρινόμενο με τα ίδια δεδομένα για τον κόσμο.

Διάγραμμα 4: Οι απεργίες στην Κίνα ως ποσοστό % του συνόλου των γεγονότων (κανονικοποιημένο βάσει του παγκόσμιου συνόλου), συγκρινόμενο με τα ίδια δεδομένα για όλο τον κόσμο.

 

Οι γενικές τάσεις των ταραχών κι απεργιών στην Κίνα είναι ορατές στα διαγράμματα 1 και 2[9]. Τόσο οι απεργίες όσο κι οι ταραχές έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, αν και άνισα, κι είτε υπερβαίνουν (ταραχές) είτε πάνε κόντρα (απεργίες) στις παγκόσμιες τάσεις, όπως φαίνεται στα διαγράμματα 3 και 4[10]. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι οι ταραχές είναι πολύ συχνότερες των απεργιών, όπως μπορεί να φανεί συγκρίνοντας τις μονάδες των γεγονότων στους άξονες y. Παρά το γεγονός πως κι οι δύο αυξάνονται, το 2009 έγιναν σχεδόν οκταπλάσιες ταραχές από απεργίες. Το 2012 η διαφορά μίκρυνε ελάχιστα, με πέντε ταραχές για κάθε μία απεργία, κι έως το 2014 οι ταραχές μειώθηκαν στο 1/3 του αριθμού τους το 2009, ενώ οι απεργίες αυξήθηκαν ξανά, παρόλο που έμειναν ελαφρώς λιγότερες από τα επίπεδα του 2010. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι, ενώ οι ταραχές στην Κινα ξεπερνούν τον παγκόσμιο μέσο όρο, οι απεργίες (τόσο οι καταγεγραμμένες όσο και, πιθανώς, οι πραγματικές) ακόμη φαίνεται να παραμένουν κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Παρόλες τις τάσεις αυτές, οι εξεγέρσεις στην Κίνα έχουν υπάρξει ουσιαστικά περιορισμένες. Δεν έχουν υπάρξει αυτή τη χιλιετία ταραχές όπως εκείνες της Τιενανμέν, κι οι προσπάθειες οργάνωσης πέρα από ένα μεμονωμένο εργοστάσιο ή γειτονιά έχουν έτσι υπάρξει μακράν ανίκανες να επιβιώσουν με κάποια ουσιαστική μορφή. Ίσως πιο σημαντικά: οι ταραχές κι απεργίες στην Κίνα είναι συνήθως ρητά εκδικητικής φύσεως – δηλαδή, συνήθως φαίνεται να έχουν πολύ συγκεκριμένα, τοπικά αιτήματα προς τις υφιστάμενες εξουσίες. Πολλά τέτοια «γεγονότα» με αυτόν τον τρόπο λειτουργούν καλά εντός των τωρινών αποδεκτών δομών εξουσίας και τείνουν προς τη διαπραγμάτευση, ειδικά όταν τα αιτήματα παίρνουν την μορφή εκκλήσεων προς την κεντρική κυβέρνηση να διώξει «διεφθαρμένους» τοπικούς αξιωματούχους, παρόλο που αυτοί οι τοπικοί αξιωματούχοι συχνά απλώς ανταποκρίνονται σε υλικά κίνητρα σχεδιασμένα από την ίδια την κεντρική κυβέρνηση.

Αυτή είναι μια ξεκάθαρη απόκλιση από τη τάση που βλέπουμε στην Αίγυπτο, την Ελλάδα, την Ισπανία ή ακόμη και στο κίνημα Occupy στις ΗΠΑ, όπου τα «μαζικά γεγονότα» εγκαταλείπουν ολοένα και περισσότερο τις διεκδικήσεις τους σχετικά με απλές μεταρρυθμίσεις ή ανταλλάγματα – με τέτοιον τρόπο που ακόμη κι όταν σχηματίζουν διεκδικήσεις υψηλότερου επιπέδου («κάτω ο Μουμπάρακ», «όχι στη ψήφο λιτότητας», «απομάκρυνση των πάντων από τις θέσεις εξουσίας τους»), οι διεκδικήσεις αυτές υπερβαίνουν όλο και περισσότερο τα αποδεκτά πλαίσια εξουσίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα κινήματα αυτά «στερούνται αιτημάτων» – συνήθως διατυπώνουν ποικίλα αιτήματα και συνυπάρχουν μαζί με περισσότερο παραδοσιακές εκστρατείες, των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ κι οι Podemos αποτελούν σήμερα τα πιο διακεκριμένα παραδείγματα. Είναι πολύ πιο ακριβές να πούμε ότι τα καθιερωμένα πλαίσια για τη διατύπωση κι εκπλήρωση αιτημάτων έχουν ξεκινήσει να διαλύονται σε περιοχές όπως η Ελλάδα κι η Ισπανία. Η δριμύτητα της κρίσης στις χώρες αυτές κάνει δύσκολη την αναγνώριση πιθανών μεταρρυθμίσεων, και εγγυάται ότι οι προσπάθειες να εκπληρωθούν ακόμη και τα μικρότερα αιτήματα θα συναντήσουν ηράκλεια εμπόδια. Στην Ελλάδα, μια απλή ψήφος «όχι» στα μέτρα λιτότητας φέρει την απειλή της κατάρρευσης της Ευρωζώνης. Στην Κίνα ωστόσο, τα αιτήματα των διαδηλωτών έχουν συχνά εκπληρωθεί γρήγορα και με λίγες φανφάρες.

Κατά μία έννοια, αυτά τα μαζικά γεγονότα είναι απλώς η πιο πρόσφατη -ίσως κι η πιο αναζωογονημένη- ταλάντωση της «διαδικασίας κράτησης», εντός της οποίας οι σύγχρονοι αγώνες παραμένουν υποτονικοί. Την ίδια στιγμή, ίσως να είναι επίσης η αρχή μιας επιστροφής σε συνθήκες σχετικά παρόμοιες με εκείνες που γέννησαν τα επαναστατικά κινήματα στα τέλη του 19ου αιώνα στις πρώιμες μορφές τους – μια επιστροφή που ο κομμουνιστής φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού έχει αποκαλέσει «αναγέννηση της ιστορίας», και που άλλοι σύγχρονοι κομμουνιστές αναφέρουν ως «εποχή των ταραχών». Όπως εξηγεί ο Jason Smith:

Le temps des émeutes [Η εποχή των ταραχών]: αυτή ήταν η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε στη Γαλλία μετά το 1848 για την αναφορά στα πρώτα χρόνια του εργατικού κινήματος, τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν της απότομης έκρηξης της επανάστασης σε όλη την Ευρώπη εκείνη τη χρονιά. Η περίοδος αυτή σηματοδοτήθηκε, απ’ τη μια πλευρά, από μια συγκεκριμένη αποσύνδεση απ’ τα πολλαπλασιαζόμενα σοσιαλιστικά κι ουτοπικά δογμάτα, με τα εναλλάξ μυστικιστικά ή σαφή σχέδιά τους για την αντιμετώπιση του λεγόμενου «κοινωνικού ερωτήματος» που αναδυόταν, κι από την άλλη, από τις άμεσες ανάγκες των ίδιων των εργατών στις συχνά βίαιες αποκρίσεις τους στους μετασχηματισμούς της παραγωγικής διαδικασίας που συνέβαινε τότε. […] Κατά τα τελευταία πέντε με έξι χρόνια, πιθανόν ξεκινώντας με τις ταραχές στα προάστια της Γαλλίας το Νοέμβρη του 2005 έως τις ταραχές στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 2011, από τους αγώνες ενάντια στο CPE [Σύμφωνο Πρώτης Απασχόλησης] στη Γαλλία το 2006 έως το πρόσφατο «κίνημα των πλατειών», από τις γενικές απεργίες ενάντια στη λιτότητα στην Ελλάδα τα περασμένα δύο χρόνια έως τις εκπληκτικές επαναστάσεις στη Βόρεια Αφρική τον περασμένο χρόνο, αφυπνιζόμαστε απ’ το νεοφιλελεύθερο όνειρο της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης κι ευημερίας: ύστερα από σαράντα χρόνια αντίδρασης, ύστερα από τέσσερις δεκαετίες ήττας, έχουμε εισέλθει εκ νέου στην αβέβαιη ροή της ιστορίας. Γινόμαστε μάρτυρες ενός νέου κύκλου αγώνων. η εποχή μας είναι μια εποχή ταραχών[11].

Συγκεκριμένα στοιχεία διαφαίνονται στην επιφάνεια των γεγονότων. Από την Κουανγκτσόου έως το Κάιρο, είναι ξεκάθαρο ότι κάτι αφυπνίζεται. Αλλά γιατί οι ταραχές στην Κίνα φαίνεται να παίρνουν ένα τόσο διαφορετικό χαρακτήρα από εκείνες που βλέπουμε αλλου; Σύμφωνα με την αγγλόφωνη κομμουνιστική συλλογικότητα Endnotes, οι παγκόσμιοι αγώνες έχουν εγκλωβιστεί σε μια είδους «διαδικασία κράτησης», εντός της οποίας είναι ανίκανοι να αναπτυχθούν πέρα από το στάδιο των ταραχών. Ένα πιθανό μονοπάτι διαφυγής από την τρέχουσα «διαδικασία κράτησης» είναι «η εμβάθυνση της κρίσης, ένα πλανητικό ξύσιμο του πάτου, το οποίο θα ξεκινούσε με μια βαθιά απότομη πτώση στην Ινδία ή την Κίνα»[12]. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αυτές οι συγκεκριμένες δυναμικές ίσως αποτελέσουν το κλειδί για την κατανόηση του πότε και που αυτή η διαδικασία κράτησης ίσως καταρρεύσει. Η πιο σχετική ερώτηση ίσως είναι: γιατί αυτές οι απεργίες και ταραχές, παρόλο το μέγεθος και τη συχνότητά τους, έχουν υπάρξει ανίκανες να αποτελέσουν μια σοβαρή απειλή για την εξουσία; Ήταν οι συγκρούσεις στην Κίνα απλώς ένα πρελούδιο της Αραβικής Άνοιξης; Ή προμηνύουν κάτι μεγαλύτερο που μέλλει να ‘ρθει;

Από το χωράφι στο εργοστάσιο

Με τη γενικότερη έννοια, η κινεζική οικονομική εξέλιξη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έχει σημαδευτεί από δύο μείζονες ταξικές δυναμικές. Αυτές οι δυο μαζί, σηματοδοτούν την μετάβαση της Κινάς από ένα χαοτικό, ασταθή σοσιαλισμό -ο οποίος υποδεικνύει την απουσία ενός συνεκτικού τρόπου παραγωγής- εντός του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η πρώτη εκ των δύο αυτών δυναμικών ήταν η εδραίωση μιας «γραφειοκρατικής καπιταλιστικής τάξης», ξεκινώντας στα σοβαρά με τη συμμαχία που σφυρηλατήθηκε μεταξύ της «κόκκινης» (πολιτικής) και «ειδικευμένης» (τεχνικής) ελίτ ως αντίδραση στην Πολιτιστική Επανάσταση στα τέλη της δεκαετίας του 1970[13]. Κατά την επόμενη δεκαετία, αυτή η συμμαχία θα γινόταν ένα παγιωμένο χαρακτηριστικό της κινέζικης ταξικής ιεραρχίας:

[…] πολλά στελέχη, και οι συγγενείς και συνεργάτες τους, κατάφεραν να συγκεντρώσουν τεράστιο ιδιωτικό πλούτο και μετατράπηκαν στην πρώτη γενιά της στελεχικής καπιταλιστικής τάξης της Κίνας, ή αλλιώς σε γραφειοκράτες καπιταλιστές, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια. Ο πληθωρισμός, η διαφθορά κι η ταξική πόλωση έφτασαν σε μια κατάσταση κρίσης το 1988, στρώνοντας τον δρόμο για τη μεγάλης κλίμακας αναταραχή του 1989[14].

Τα γεγονότα του 1989 ήταν ωστόσο μόνο η αρχή αυτού που σύντομα μετατράπηκε σε τάση προς μια περισσότερο ή λιγότερο συνεχής αναταραχή που εκτείνεται δημογραφικά κι αναδύεται σχεδόν σε κάθε γεωγραφική γωνιά. Αν μη τι άλλο, η Τιενανμέν καθεαυτή ήταν τα πραγματικά εγκαίνια της αναδιαρθρωμένης άρχουσας τάξης, μέσω της οποίας τα τελευταία ανθεκτικά τμήματα της ιντελιγκέντσιας -οι ίδιοι οι φοιτητές- εν τέλει ενσωματώθηκαν στο κόμμα[15].

Όμως, ενώ σε πολλούς από τους εξεγερμένους φοιτητές προσφέρθηκαν επικερδείς καριέρες, οι εργάτες απλώς αφέθηκαν στα τανκς. Η Τιενανμέν, τότε, εγκαινιάζει επίσης τη δεύτερη μείζονα δυναμική της περιόδου: την αναδημιουργία της εργατικής τάξης της Κίνας με μια διαδικασία «προλεταριοποίησης» – δηλαδή την παραγωγή ενός πληθυσμού που δεν έχει ιδιοκτησία μέσων παραγωγής όπως εργοστάσια ή μεγάλες εκτάσεις γης, και που πρέπει επομένως να γίνει εξαρτώμενος από έναν χρηματικό μισθό (συχνά από δεύτερο ή τρίτο χέρι) έτσι ώστε να συντηρηθεί με αγαθά αγορασμένα μέσω της αγοράς. Στην Κίνα, η διαδικασία αυτή περιλάμβανε όχι μόνο την καταστροφή των παλιών κρατικών βιομηχανικών οχυρών της αντίστοιχης Ζώνης της Σκουριάς[16] της χώρας και τη διάλυση της εργατικής τάξης της σοσιαλιστικής εποχής, αλλά επίσης και τη γέννηση νέων βιομηχανικών και καταναλωτικών πυρήνων στα λιμάνια της αντίστοιχης Ζώνης του Ήλιου[17], επανδρωμένα από μια νέα γενιά εργατών[18]. Ένα σημαντικό τμήμα αυτής της νέας εργατικής τάξης αποτελείται από μετανάστες εργάτες από την ύπαιθρου (农民工, nongmingong) που είτε δεν έχουν πρόσβαση σε, είτε πρέπει να πληρώσουν περισσότερα για, κρατικούς πόρους (εκπαίδευση, ασφάλεια ανεργίας κλπ) στις περιοχές όπου εργάζονται, και γίνονται αντ’ αυτού εξαρτώμενοι από τις κρατικά εντεταλμένες (αλλά συχνά απλήρωτες ή υποπληρωμένες) συνεισφορές στα ασφαλιστικά ταμεία των εργοδοτών τους. Αυτή η διαδικασία συχνά διαταράσει άλλα στρώματα της κινέζικης κοινωνίας, καθώς η εκβιομηχάνιση έχει προκαλέσει αστικοποίηση και περιβαλλοντική υποβάθμιση, οδηγώντας σε διαμαρτυρίες ενάντια στην απαλλοτρίωση γης, την υπερβολική χρήση των φυσικών πόρων και τη βιομηχανική ρύπανση, κι όλα αυτά παράλληλα με την εκτόξευση της εργατικής αναταραχής στα ύψη.

Παρόλη την περισσότερο ή λιγότερο ολοκληρωμένη βιομηχανική αναδιάρθρωση της χώρας, τόσο οι νόμιμες εργασιακές διενέξεις όσο και τα εξωνομικά μέτρα βρίσκονται ακόμη σε άνοδο. Σύμφωνα με μια έκθεση για το κύμα απεργιών του 2010,

Τα εθνικά δικαστήρια ασχολήθηκαν με σχεδόν 170.000 εργασιακές διενέξεις στο πρώτο εξάμηνο του 2009, μια αύξηση κατά 30% σε σχέση με την ίδια περίοδο του προηγούμενου έτους, όπως αποκάλυψε μια έρευνα, χωρίς να προσδιορίζει το πόσες από αυτές σχετίζονταν με μετανάστες εργάτες και τους εργοδότες τους.

Και:

Το 2007, εκτυλίχθηκαν στην Κίνα περισσότερα από 80.000 «μαζικά γεγονότα» (ο επίσημος όρος για οποιαδήποτε συλλογική διαμαρτυρία ή αναταραχή), μια άνοδος δηλαδή από τα περισσότερα από 60.000 του 2006, σύμφωνα με την Κινέζικη Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών, παρόλο που πολλά περιλάμβαναν όχι περισσότερους από μερικές δεκάδες συμμετέχοντες που διαμαρτύρονταν ενάντια σε τοπικούς αξιωματούχους με καταγγελίες σχετικά με διαφθορά, κατάχρηση εξουσίας, ρύπανση ή χαμηλούς μισθούς. […] Οι απεργίες και διαμαρτυρίες στα εργοστάσια γίνονται περισσότερο συνηθισμένες. Το Outlook Weekly, ένα επίσημο περιοδικό, ανέφερε τον Δεκέμβριο ότι οι εργασιακές διενέξεις στη Γκουανγκτόνγκ το πρώτο τρίμηνο του 2009 είχαν αυξηθεί κατά σχεδόν 42% σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2008. Στη Τσετσιάνγκ, μια επαρχεία βορειότερα, η ετήσια αύξηση ήταν σχεδόν 160%[19].

Από το 2010, οι εργατικές δράσεις έχουν λάβει μια ποιοτική στροφή, μακρυά από τις απλές «διαμαρτυρίες ενάντια στις διακρίσεις», οι οποίες ήταν συνήθεις στις παλαιότερες γενιές μεταναστών εργατών:

Από τότε [το 2010], έχει υπάρξει μια αλλαγή στον χαρακτήρα της εργατικής αντίστασης, μια εξέλιξη που σημειώνεται από πολλούς αναλυτές. Πιο σημαντικό από όλα, οι εργατικές διεκδικήσεις έχουν γίνει επιθετικές. Οι εργάτες ζητάνε μισθολογικές αυξήσεις πανώ και πέρα από εκείνες που δικαιούνται νομικά, και σε πολλές απεργίες έχουν αρχίσει να απαιτούν να εκλέγουν δικούς τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους. Δεν έχουν απαιτήσει τη δημιουργία ανεξάρτητων συνδικάτων πέρα από την επίσημη Ομοσπονδία Συνδικάτων Κίνας (ACFTU), καθώς αυτό σίγουρα θα επέφερε βίαιη κρατική καταστολή. Αλλά η επιμονή στις εκλογές συμβολίζει την εκκόλαψη πολιτικών διεκδικήσεων, ακόμη κι αν η διεκδίκηση οργανώνεται μόνο σε επίπεδο επιχείρησης[20].

Η συνεχιζόμενη οικονομική επιβράδυνση της χώρας έχει επιφέρει μια επιστροφή στις αμυντικές διεκδικήσεις όμως, ξανά, η φύση των διεκδικήσεων δεν είναι το πραγματικό ζητούμενο. Το πιο σημαντικό είναι η συνεχιζόμενη αύξηση τόσο της συχνότητας των μαζικών γεγονότων όσο και του αριθμού των εργατών που συμμετέχουν σε αυτές – η μεγαλύτερη μάλλον απεργία στη σύγχρονη ιστορία της Κίνας συνέβει το 2014, όταν σαράντα χιλιάδες εργάτες απήργησαν στο εργοστάσιο υποδημάτων της Yue Yuen στη Ντογκουάν.

Οι περισσότεροι από τους εργάτες που ενεπλάκησαν σε αυτές τις απεργίες είναι μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς, όπως σημειώνεται σε μια έκθεση για το απεργιακό κύμα του 2010: «η πλειοψηφία των υπαλλήλων της Honda Lock είναι ανύπαντρες γυναίκες στα τέλη της εφηβείας τους ή λίγο μεγαλύτερες από 20 ετών»[21]. Κι είναι σε αυτές τις τελευταίες γενιές μεταναστών εργατών που βλέπουμε την μεγαλύτερη απόδειξη των ομοιοτήτων με τις ταξικές δυναμικές που παράγουν τέτοιες απεργίες και ταραχές αλλού. Αυτοί οι εργάτες έχουν γεννηθεί ή μεγαλώσει στην περίοδο των μεταρρυθμίσεων, κι εισήλθαν στην αγορά εργασίας στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ή στις αρχές εκείνης του 2000. Σε μια σειρά από τις περισσότερο εκτενείς διαθέσιμες εθνογραφίες, οι κοινωνιολόγοι Huilin Lu και Ngai Pun περιγράφουν τον γενικό χαρακτήρα αυτής της δεύτερης γενιάς:

Παρόλο που τόσο η ταξική σύνθεση όσο κι η διαδικασία της ανολοκλήρωτης προλεταριοποίησης της νέας γενιάς dagongmei/zai [δηλαδή, μεταναστών εργατών] είναι παρόμοιες με εκείνες της προηγούμενης γενιάς, υπάρχουν νέες προσδοκίες και διαθέσεις ζωής, νέες αποχρώσεις νοημάτων για την εργασία, κι αυξημένες συλλογικές εργατικές δράσεις μεταξύ των υποκειμένων αυτών που είχαν μεγαλώσει την περίοδο των μεταρρυθμίσεων. […] Χαρακτηριστικό του τρόπου ζωής της δεύτερης γενιάς είναι η μεγαλύτερη κλίση προς τον ατομικισμό, μια αυξημένη ροπή προς την αστική καταναλωτική κουλτούρα, λιγότερο περιορισμένες οικονομικές συνθήκες, μεγαλύτερη επιδίωξη προσωπικής ανέλιξης κι ελευθερίας, ένα υψηλότερο ποσοστό ρυθμού εναλλαγής εργασιών και λιγότερη πίστη προς τον χώρο εργασίας τους. Η δεύτερη γενιά, γεννημένη και μεγαλωμένη την περίοδο των μεταρρυθμίσεων, είναι σχετικά περισσότερο μορφωμένη και ευκατάστατη, αλλά είναι πνευματικώς αποπροσανατολισμένη παρόλο που έχει μια κοσμοπολίτικη οπτική[22].

Αυτή η γενεακή  διάσταση είναι βασική, σύμφωνα με τους Lu και Pun, καθώς είναι μεταξύ της δεύτερης και τρίτης γενιάς που η διαδικασία προλεταριοποίησης «συνήθως εδραιώνεται»[23]. Η διαδικασία καθεαυτή ορίζεται από τους συγγραφείς με σχετικά απλούς όρους, για να χαρακτηρίσει τους εργάτες γης «οι οποίοι ήρθαν να δουλέψουν στις βιομηχανικές πόλεις»[24], σηματοδοτώντας αποτελεσματικά την μετάβαση από την άμεση στην έμμεση συντήρηση, μεσολαβημένη τώρα από τον μισθό:

Αυτή είναι η διαδικασία προλεταριοποίησης, η οποία μετατρέπει τους εργάτες γης σε βιομηχανικούς εργάτες, στερώντας από τους πρώτους τα μέσα παραγωγής και συντήρησής τους. […] Ως αποτέλεσμα, η μοίρα των εργατών εξαρτάται από τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου και την έκταση της εμπορευματοποίησης της χρήσης εργασίας. Αυτοί οι εργάτες ούτε κατέχουν ούτε ελέγχουν τα εργαλεία που χρησιμοποιούν, τις πρώτες ύλες που κατεργάζονται ή τα προϊόντα που παράγουν[25].

Οι συγγραφείς συνεχίζουν για να ισχυριστούν ότι, στην περίπτωση της Κίνας, αυτή η διαδικασία είναι «ιδιάζουσα» καθώς «η εκβιομηχάνιση κι η αστικοποίηση είναι ακόμη δύο υψηλά ασύνδετες διαδικασίες, καθώς πολλοί αγρότες-εργάτες έχουν στερηθεί της δυνατότητας να ζήσουν εκεί που εργάζονται»[26]. Αυτό όχι μόνο εμπόδισε την αφομοίωση των εργατών στην αστική σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα δημιούργησε έναν εσωτερικό διαχωρισμό αναπόσπαστο από το κινέζικο μοντέλο συσσώρευσης – έναν διαχωρισμό που προσπαθεί ρητά να διαιρέσει τη διαδικασία της αναπαραγωγής της εργασίας από την εμπορευματική παραγωγή, και που την εξωτερικοποιεί επιτυχημένα. Αυτό δημιουργεί «έναν χωρικό διαχωρισμό μεταξύ της παραγωγής στις αστικές περιοχές και της αναπαραγωγής στην ύπαιθρο»[27]. Αλλά, ενώ οι Lu και Pun το βλέπουν αυτό ως χαρακτηριστικό που συναντάται μόνο στην Κίνα, η διαδικασία φέρει σημαντική ομοιότητα με, βασικά, κάθε ακολουθία προλεταριοποίησης που παρατηρήθηκε στους περισσότερους από δύο αιώνες της καπιταλιστικής ιστορίας[28].

Η πρόσφατη κρίση

Ήδη έως το 2007, η κινέζικη οικονομία αντιμετώπισε μια επιβράδυνση λόγω του αυξανόμενου κόστους της εργασίας, των καυσίμων και των υλικών, καθώς και της ανατίμησς του νομίσματος και της εφαρμογής μιας νέας εργατικής νομοθεσίας[29]. Όταν χτύπησε η κρίση, στα κέντρα εξαγωγής όπως το δπP έλαβε χώρα μια τεράστια πτώση του ΑΕΠ – με την Γκουανγκντόνγκ μόνο να σημειώνει κατακόρυφη πτώση από τις κορυφαίες επαρχίες με βάση το ΑΕΠ τους στις τελευταίες θέσεις των 17 περιεφερειών σε επίπεδο επαρχιών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες. Αυτό συνοδεύτηκε από μαζικές απολύσεις, καθυστερήσεις στις καταβολές μισθών και κλεισίματα εργοστασίων. Έως το τέλος του 2008, περισσότερα από 62.000 εργοστάσια στην επαρχία αυτή είχαν κλείσει, με 50.000 εξ αυτών να κλείνουν το τελευταίο τρίμηνο του έτους, συμπίπτοντας με το πρώτο στάδιο της παγκόσμιας κρίσης[30].

Η ανεργία μεταξύ των μεταναστών έφτασε σε επίπεδα-ρεκόρ: «η συνολική ανεργία για τους επαρχιακούς μετανάστες εργάτες στις αρχές του 2009 υπολογίζεται στα 23 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου 16,4% [του συνόλου του μεταναστευτικού εργατικού δυνάμικου…]. Αυτό το ποσοστό ανεργίας ήταν καταστροφικά υψηλό εν συγκρίσει με τα προηγούμενα έτη καθώς, σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, η επαρχιακή μεταναστευτική εργασία είχε πολύ χαμηλό ποσοστό ανεργίας (1-2%)»[31]. Οι εργασιακές διενέξεις αυξήθηκαν αυτή την περίοδο, αλλά όχι τόσο όσο ίσως να περίμενε κανείς δεδομένης της δριμύτητας της κρίσης και του γεγονότος ότι συγκεκριμένες περιοχές, όπως το δπP, υποφέραν δυσανάλογα από την ύφεση. Οι 23 εκατομμύρια εργάτες που απολύθηκαν εκείνη την περίοδο, παρόλο που αποτελούσαν μόλις το 16,4% του συνολικού μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού της χώρας, συγκεντρώθηκαν δυσανάλογα στις πόλεις – οδηγώντας σε ακόμη υψηλότερη ανεργία στις περιοχές αυτές[32].

Η σύγκριση της κατάστασης της μεταναστευτικής εργασίας στην Κίνα με αυτή της Ελλάδας μετά την κρίση, μας βοηθάει να βάλουμε τη δριμύτητα της ύφεσης σε μια προοπτική. Μέσα σε πέντε χρόνια, το σύνολο των ανέργων στην Ελλάδα ανέβηκε από ένα χαμηλό 7,3% (ακριβώς πριν την κρίση) σε ένα υψηλό 27,7%, και σταθεροποιήθηκε εκεί το 2013 – ένας τετραπλασιασμός του συνόλου των ανέργων[33]. Παρόμοια μοτίβα παρατηρούνται στην Ισπανία[34]. Και στις δύο χώρες, αυτή η εξαθλίωση σε συνδυασμό με την κρίση δημόσιους χρέους, τελικά παρήγαγε μια έκρηξη της λαϊκής αναταραχής. Η βραχυπρόθεσμη αύξηση της ανεργίας στις κινεζικές περιοχές που είναι έντονα κατοικημένες από μετανάστες, ξεπέρασε ωστόσο σε ρυθμούς εκείνη της Ελλάδας ή της Ισπανίας, ακόμη κι αν το σύνολο των ανέργων στην Κίνα δεν έφτασε το είκοσι τοις εκατό. Από μια νόρμα 1-2% ανεργίας των μεταναστών, η χώρα στο σύνολό της έκανε ένα άλμα στο 16,4% σε ένα διάστημα περίπου έξι μηνών (από τα τέλη του 2008 έως τις αρχές του 2009). Ακόμη κι αν αγνοήσουμε το βέβαιο γεγονός ότι η πραγματική ανεργία μεταξύ των μεταναστών ήταν στην πραγματικότητα υψηλότερη σε πόλεις με πολλούς μετανάστες, όπως Ντογκουάν κι η Σεντζέν[35], αυτό αντιπροσωπεύει περισσότερο από έναν δεκαπλασιασμό (1093%) της ανεργίας – κι όχι μέσα σε πέντε χρόνια, όπως στην Ελλάδα και την Ισπανία, αλλά αντ’ αυτού μέσα σε πέντε μήνες.

Γιατί μια τέτοια μαζική αύξηση της ανεργίας, συγκεντρωμένη σε λίγες κεντρικές πόλεις, δεν δημιούργησε το είδος της λαϊκής απειλής προς την υπάρχουσα τάξη που συνόδευσε τον τριπλασιασμό της ανεργίας μέσα σε πέντε χρόνια στην Ελλάδα και την Ισπανία; Η πρώτη απάντηση -εκείνη που προάγεται με ενθουσιασμό από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), καθώς και από τους κεϋνσιανούς θαυμαστές του στη δύση- αφορά την άμεση κι εκτεταμένη δημοσιονομική ανταποκρίση του κινέζικου κράτους στην κρίση. Όχι μόνο δεν βρισκόταν η Κίνα, σε αντίθεση με πολλά κράτη της Νότιας Ευρώπης, στα πρόθυρα μιας κρίσης δημόσιου χρέους, αλλά αποτέλεσε στην πραγματικότητα μια βασική αγορά για το χρέος των εξαρτημένων από ελλείμματα χωρών. Εν τω μεταξύ, καθώς το Κογκρέσο των ΗΠΑ είχε τελματώσει λόγω διαπληκτισμών σχετικά με το αν θα παρείχε ή οχι οικονομική βοήθεια για τη σωτηρία των τραπεζών, το ΚΚΚ έσπευσε στην έγκριση ενός πακέτου κινήτρων για την τόνωση της οικονομίας, ύψους 586 δισεκατομμυρίων δολλαρίων που στόχευε σε δημόσια έργα, κυρίως στις φτωχότερες επαρχίες της ενδοχώρας[36]. Αυτό γρήγορα δημιούργησε εκατομμυρία θέσεις εργασίας για τους επαρχιακούς μετανάστες που είχαν εκδιωχτεί από την αγορά εργασίας στην αρχή του έτους[37].

Αυτές οι νέες θέσεις εργασίας, που βρίσκονται πιο κοντά στους νόμιμους καταγεγραμμένους τόπους κατοικίας των μεταναστών, βοήθησε επίσης στη διασφάλιση μιας γεωγραφικής σταθεροποίησης που είχε ήδη ξεκινήσει να εξομαλύνει την άνοδο της ανεργίας. Τις κανονικές χρονιές, το Ανοιξιάτικο Φεστιβάλ [εορταστική αργία συνδεδεμένη με το κινέζικο νέο έτος] που διοργανώνεται τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο, είναι μια περίοδος που οι μετανάστες επιστρέφουν μαζικά στα σπίτια τους. Αυτό το φαινόμενο αποκαλείται «ανοιξιάτικη κίνηση» ή chunyun (春 运), κι είναι η μεγαλύτερη περιοδική μετανάστευση στον κόσμο. Ωστόσο, τη χρονιά της κρίσης, η ανοιξιάτικη μετανάστευση ξεκίνησε στα τέλη του Οκτωβρίου του 2008, περισσότερους από τρεις μήνες πριν το Ανοιξιάτικο Φεστιβάλ, όταν ένας μικρός αλλά σημαντικός αριθμός μεταναστών ξεκίνησε να ρέει προς τα πίσω. Η μετανάστευση αυξήθηκε καθώς η κρίση χτύπησε τους βιομηχανικούς πυρήνες, με έως και το 50% των εργατών να επιστρέφουν στα χωριά τους, σε σύγκριση με το σύνηθες 40%. Πιο σημαντικό από όλα, μια μεγάλη μερίδα όσων επιστρέψαν στα χωριά τους, έμειναν εκεί περισσότερο απ’ όσο συνήθως (περίπου τα 14 εκατομμύρια από το συνόλο των 70 εκατομμυρίων που επιστρέψαν, ή αλλιώς το 20% του 50%)[38]. Πολλοί δεν σκοπεύαν να γυρίσουν πίσω στις πόλεις από τις οποίες έφυγαν, όπως σημειώνει ο Chan:

Πολλοί μετανάστες πήραν μαζί τις οικιακές τους συσκευές (πχ τηλεοράσεις), θεωρώντας ότι δεν θα έχουν την ευκαιρία να γυρίσουν για να βρουν νέα δουλειά μετά το Ανοιξιάτικο Φεστιβάλ. Ακόμη πιο ενδεικτικό της δριμύτητας της κατάστασης -κι επίσης ειρωνικό- είναι ότι στη Ντογκουάν για παράδειγμα, εκατοντάδες εργατών σχημάτισαν ουρές για να κλείσουν τους λογαριασμούς της κοινωνικής τους ασφάλισης (κυρίως για τις συντάξεις), τα υποτιθέμενα προπύργιά τους ενάντια στη φτώχεια και την ένδεια. Οι μετανάστες επέλεξαν να ακυρώσουν τους λογαριασμούς τους ώστε να εξαργυρώσουν μέχρι και το τελευταίο κέρμα, καθώς είχαν πολύ μικρές ελπίδες να επιστρέψουν στην πόλη[39].

Ακόμη κι όταν η απασχόληση αποκαταστάθηκε εν μέρει μέσω του πακέτου, τα νέα προγράμματα (μαζί με τις νεοχρηματοδοτημένες βιομηχανικές ζώνες) εγκαταστάθηκαν κυρίως στις εσώτερες επαρχίες, εδραιώνοντας την εσωτερική χωρική σταθεροποίηση. Συγκριτικά, σε πόλεις όπως η Ντογκουάν θα λάβει χώρα μια εκκένωση που θα μας θυμίζει μέρη όπως το Ντητρόιτ, με την πυκνότητα του πληθυσμού να μειώνεται, και τη βιομηχανία ταυτοχρόνως να μηχανοποιείται και να φεύγει προς φτηνότερες ή πιο ειδικευμένες τοποθεσίες, όπως προς την μακρινή Τσονγκίνγκ ή τη γειτονική Σεντζέν, αντίστοιχα[40].

Έτσι, βλέπουμε ότι το υποτιθέμενο «ανολοκλήρωτο» μέρος της «ανολοκλήρωτης προλεταριοποίησης» των Lu και Pu, στην πραγματικότητα βοηθάει τη διασφάλιση της εύκολης διαχείρισης των εργατών που δεν χρειάζονται πλέον για την παραγωγή, εξωτερικοποιώντας (προσωρινώς) το ίδιο τους το κόστος αναπαραγωγής στην ύπαιθρο, κι επιτρέποντας τη de facto απέλαση των ανέργων. Εδώ, η παλιά σοσιαλιστική πρακτική της αγροτοποίησης[41] έχει ανακτηθεί και τεθεί στις δυνάμεις της αγοράς, με την αγροτική ενδοχώρα να χρησιμοποιείται για τον εξευμενισμό του πλεονάζοντος πληθυσμού που διαφορετικά δεν θα μπορούσε να απορροφηθεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου γενικής κρίσης. Αλλά μια τέτοια στρατηγική (παρά τον εύχρηστο εργαλειακό διοικητικό της χαρακτήρα), δύσκολα υποδεικνύει ένα θεμελιακώς διαφορετικό και βασικά «ανολοκλήρωτο» είδος προλεταριοποίησης. Στην πραγματικότητα, η εξωτερικοποίηση της αναπαραγωγής είναι τόσο μια ιστορική όψη κάθε διαδικασίας προλεταριοποίησης, όσο και μια αυξανόμενα αναγκαία διαδικασία για τον παγκόσμιο καπιταλισμό ύστερα από τις κρίσεις στα τέλη του 20ού αιώνα.

Τελικά, είναι επίσης, μια μέθοδος για περαιτέρω εκβιομηχάνιση κι αστικοποίηση της υπανάπτυκτης ενδοχώρας της Κίνας. Η ύπαιθρος έχει τώρα εμπορευματοποιηθεί κι έχει υπονομευτεί σε τέτοια έκταση, που το να κατοικείς στο χωριό καθίσταται μη βιώσιμο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, το χωριό αντ’ αυτού εγινε μια προσωρινή στάση στον δρόμο προς μια καινούρια απασχόληση στις κοντινές πόλεις. Σε μελλοντικές κρίσεις, ακόμη κι αυτό ίσως να μην είναι δυνατόν, καθώς οι εργάτες έχουν ήδη μεταφερθεί πιο κοντά στις γενέτειρές τους, οι οποίες έχουν σε μεγάλο βαθμό κομματιαστεί και ξεπουληθεί σε εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων ή σε μεγάλους αγροτικούς ομίλους. Καθώς η αναπαραγωγή γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, αυτοί οι εξωτερικοί χώροι για επιβίωση εκτός της αγοράς γίνονται όλο και λιγότεροι.

Ιστορικά, η προλεταριοποίηση ήταν πάντα εν μέρει ανολοκλήρωτη. Ο ίδιος ο όρος υποδηλώνει μια μετάβαση, εξ ορισμού εκτείνεται σε δύο κόσμους, αυτόν της «νέας εργατικής τάξης» κι εκείνον όσων εισρέουν σ’ αυτή. Ο ανολοκλήρωτος χαρακτήρας της διαδικασίας έχει πάντα πάρει τόσο φυλετικά όσο κι έμφυλα χαρακτηριστικά, με την εργασία των μεταναστών, των μαύρων, των αποικιοκρατούμενων, των αυτόχθονων και των γυναικών να θεωρείτε μικρότερης αξίας απ’ ότι η «κανονική» εργασία εκείνων που αναγνωρίζονται επίσημα ως μισθωτοί εργάτες, κι είναι επίσης λιγότερο πιθανό να ανταμοίβεται με μισθό[42]. Ακόμη κι όπου δεν υπάρχουν σαφείς φυλετικοί, εθνικοί ή έμφυλοι διαχωρισμοί, τα ίδια «ανολοκλήρωτα» χαρακτηριστικά παράγονται από τον άνισο χαρακτήρα της εκβιομηχάνισης – όπως μπορεί να παρατηρηθεί με τους «Okies» στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1930, ή με τους νότιους «Terroni» που εργάζονταν στα εργοστάσια της νότιας Ιταλίας τη δεκαετία του 1950[43].

Σε κάθε τόπο, καθώς η διαδικασία προλεταριοποίησης ξεκινούσε, η αναπαραγωγή των εργασιακών δυνάμεων των νέων αυτών εργατών εξωτερικοποιείτο, με τους μισθούς συχνά να είναι πολύ χαμηλοί ή να μην μπορούν να καλύψουν πλήρως τις βασικές τους δαπάνες, απαιτώντας περίπλοκα δίκτυα απλήρωτης εργασίας για περίθαλψη, συλλογής τροφής, καταλήψεων κι άλλων ανεπίσημων οικονομιών για τη κάλυψη της διαφοράς – συνήθως εις βάρος των εργατριών. Όταν αυτοί οι «ανολοκλήρωτοι» προλετάριοι έγιναν πολύ ενοχλητικοί, υπήρχε διαθέσιμο ένα ευρύ φάσμα απαντήσεων ανάλογα με την περίσταση, που εκτείνεται από την εξόντωση έως την απέλαση[44] ή την αφομοιώση. Αυτή δεν αποτελεί τυχαία παρενέργεια της προλεταριοποίησης, αλλά μάλλον ένα αναγκαστικά αποκηρυγμένο στοιχείο της διαδικασίας:

Αυτή [η διαδικασία φυλετικοποίησης] ήταν η άλλη όψη εκείνου που οι μαρξιστές αποκαλούν «προλεταριοποίηση». Χαρακτηρισμένοι από συνεχείς ιστορίες αποκλεισμού από τον μισθό και βίαιης υποδούλωσης σε ποικίλες μορφές «ανελεύθερης εργασίας», οι φυλετικοποιημένοι πληθυσμοί εισήχθησαν σε έναν πρώιμο καπιταλισμό με τρόπους που συνεχίζουν να προσδιορίζουν τους σταθερούς πλεονάζοντες πληθυσμούς[45].

Αυτή η «άλλη όψη», τότε, ήταν πάντα ένα συστατικό στοιχείο της ίδιας της προλεταριοποίησης. Το φαινόμενο που οι Lu και Pun περιγράφουν, σε μεγάλο βαθμό απλώς μιμείται αυτές τις παλαιότερες διαδικασίες φυλετικοποίησης – με μια σημαντική εξαίρεση.

Ρωγμές στο γυάλινο φράγμα

Η ειδοποιός διαφορά σήμερα σχετίζεται με το γεγονός ότι ο καπιταλισμός διέρχεται μια γενική κρίση αναπαραγωγής σε μια άνευ προηγουμένου παγκόσμια κλίμακα. Αυτό σημαίνει ότι, κάτω από τις περιοδικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις ή τις πολιτικές αναταραχές, μπορούμε να παρατηρήσουμε μια μακροπρόθεσμη σύμφωνα με την οποία το κεφάλαιο γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αναπαραχθεί μέσω επενδύσεων με έναν κερδοφόρο ποσοστό και, την ίδια στιγμή, του είναι δύσκολο να αναπαράγει τους προλετάριους ως παραγωγικούς εργάτες (άνθρωποι που εργάζονται εντός της άμεσης διαδιακασίας παραγωγής, όπου το κεφάλαιο συνδυάζεται με ανθρώπινη εργασία για να παράξει αγαθά κι υπεραξία). Αυτό δεν οδηγεί μόνο σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις κι ανόδους της ανεργίας που προξενούνται από κερδοσκοπία κι η υπερεπένδυση -όταν «ασφαλέστερες» διέξοδοι κερδοφόρων επενδύσεων δεν μπορούν να αποφέρουν επαρκείς αποδόσεις- αλλά και σε μια γενική μηχανοποίηση της παραγωγής, σε τέτοιο βαθμό ώστε το ποσοστό του πληθυσμού που απαιτείται για την παραγωγή μιας δεδομένης ποσότητας αγαθών και την εξαγωγή μιας δεδομένης ποσότητας φυσικών πόρων να συρρικνώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Όταν οι εργάτες δεν είναι πλέον χρήσιμοι για το σύστημα (δηλαδή, όταν μεμονωμένοι εργάτες παύουν να είναι σημαντικοί για την παραγωγή αξίας), αποβάλλονται σ’ εκείνο που ο Μαρξ αποκαλούσε «πλεονάζων πληθυσμό».

Πολλοί απ’ αυτούς που αποβάλλονται, απορροφούνται επί του παρόντος από την άνοδο του τομέα των υπηρεσιών, η πλειοψηφία των οποίων δεν παράγει άμεσα νέα αξία για το σύστημα στο σύνολό του (μπορούν, φυσικά, παρ’ όλα αυτά να είναι κερδοφόρες). Σε κάποια μέρη -συγκεκριμένα στις «παγκόσμιες πόλεις»- οι προσοδοφόρες θέσεις στον διεθνή καταμερισμό εργασίας περιλαμβάνουν υψηλά αμοιβόμενες θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, μαζί με αχανή κρατικά χρηματοδοτούμενα, ημικερδοσκοπικά συμπλέγματα πρόνοιας, και μεσαίου εισοδήματος θέσεις εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών, με αυτές να είναι περισσότερο εμφανείς στην εκπαίδευση, την υγεία και τις «μη κερδοσκοπικές» βιομηχανίες. Μερικές εξ αυτών διευκολύνουν τη δημιουργία νέας αξίας, βοηθώντας τους παραγωγούς να διαχειριστούν τη γραφειοκρατική πολυπλοκότητα της παγκόσμιας αγοράς. Αλλά αυτή η «χρηματιστικοποιημένη» πολυπλοκότητα είναι καθεαυτή σύμπτωμα της κοσμικής κρίσης.

Οπότε, τέτοιες υπηρεσίες δεν πρέπει να κατανοούνται ως δια μαγείας παραγωγικές (δηλαδή, ως γνωστική/άυλη εργασία a la Χαρντ και Νέγκρι ή των θεωρητικών της οριακής χρησιμότητας), αλλά ως η μπαρόκ περίσσεια ενός τεράστιου παγκόσμιου πλούτου, παγιδευμένου σε μια αιμομικτική αδράνεια. Καθώς συρρικνώνεται το ποσοστό κερδοφόρων αποδόσεων στους τομείς παραγωγής αξίας, ακόμη κι οι εύπορες οικονομίες βρίσκουν τον εαυτό τους περιορισμένο, με την ανεργία να αυξάνεται και τις καλύτερα αμοιβόμενες θέσεις στις υπηρεσίες, τις μεταφορές ή την υψηλής-προστιθέμενης-αξίας μεταποίηση να αντικαθίστανται, ή και όχι, από χαμηλόμισθες δουλειές στις υπηρεσίες. Η πολυτέλεια γίνεται λιτότητα, ξεκινώντας από τα δευτερεύοντα. Αυτό φέρνει τις οικονομίες αυτές πιο κοντά στο παγκόσμιο πρότυπο, όπου οι περισσότερες δουλειές στις υπηρεσίες είναι σχετικά ανεπίσημες και συχνά συνδυάζονται με ποικίλες μορφές εργασίας για την αποπληρωμή χρέους (συμπεριλαμβανομένης της άμεσης δουλείας), κι εν τέλει πληρώνουν πολύ λίγα.

Αυτό δεν σημαίνει απλά ότι αυξάνεται ο απόλυτος αριθμός των πλεονάζοντων προλετάριων (παρόλο που μπορεί να γίνεται κι αυτό), αλλά κι ότι επίσης αυτός επεκτείνεται γενικά, δηλαδή τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τον πλεονάζοντα πληθυσμό (ανεπισημότητα, επισφάλεια, παρανομία) ξαναγίνονται σχετικά «κανονικά» χαρακτηριστικά του συνόλου του εργατικού πληθυσμού.

Όπως γράφει η ελληνική κομμουνιστική ομάδα Blaumachen:

Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι αν παράγεται με ποσοτικούς όρους μια αύξηση του λούμπεν προλεταριάτου, αλλά το ότι παράγεται αύξηση της λουμπενοποίησης του προλεταριάτου – μιας λουμπενοποίησης που όμως δεν εμφανίζεται σαν εξωτερικότητα σε σχέση με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, αλλά σαν καθοριστικό στοιχείο του ορισμού του[46].

Αυτό δημιουργεί ένα «(μη-) υποκείμενο» στην καρδιά της σύγχρονης πολιτικής αναταραχής, αντί του παραδοσιακού «επαναστατικού υποκειμένου» της αριστερής μυθολογίας με επίκεντρο τους εργάτες, τους αγρότες, τους λούμπεν, τους αποικιοποιημένους, ή κάποιο συνασπισμό των παραπάνω. Αυτό το ταλαντευόμενο (μη-) υποκείμενο ορίζεται από τη «σχέση ανάμεσα στην ενσωμάτωση και τον αποκλεισμό από την διαδικασία παραγωγής αξίας»[47]. Κι αυτή η διφορούμενη σχέση είναι ο πυρήνας της ταξικής δυναμικής του καπιταλισμού, και γίνεται όλο και πιο εμφανής καθώς βαθαίνει η κρίση αναπαραγωγής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η «σχέση μεταξύ ενσωμάτωσης κι αποκλεισμού» συναντάται μόνο στην εποχή μας (όπως οι Blaumachen κι άλλοι μερικές φορές φαίνεται να υπαινίσσονται). Μια τέτοια ένταση πάντα χαρακτήριζε την ιστορική διαδικασία της προλεταριοποίησης, η οποία βλέπει προλετάριους να εξωθούνται σε μάχες μεταξύ τους κατά μήκος των γραμμών της εθνικότητας, της γεωγραφίας, του φύλου κλπ, έτσι ώστε να διασφαλίσουν ιδίους εντός του πεδίου των «ενσωματωμένων» μέσω της πρόσβασης στον μισθό – καθώς και της επίσημης αναγνώρισης αυτής της ενσωμάτωσης μέσω της ιθαγένειας, της πρόσβασης στην εκπαίδευση, τα ενυπόθηκα δάνεια κι άλλες μορφές πίστωσης. Παρομοίως, το προλεταριάτο έχει δει σχετικές «λουμπενοποιήσεις» και παλαιότερα, μέσω της αποικιοποίησης καθώς και της απλής εξαθλίωσης των μεταναστών εργατών από την ύπαιθρο στα πρώιμα στάδια της εκβιομηχάνισης της Ευρώπης. Οπότε, εκείνο που έχει αλλάξει, δεν είναι τόσο πολύ οι σχέσεις καθεαυτές (η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, κι ανάμεσα στην ενσωμάτωση και τον αποκλεισμό), αλλό το παγκόσμιο πλαίσιο στο οποίο οι εγγενείς αυτοί ανταγωνισμοί διεξάγονται.

Παλιότερα, τα αποικιοποιημένα υποκείμενα κι οι μετανάστες που επάνδρωναν τις βιομηχανικές ζώνες διατηρούσαν μια ουσιαστική σύνδεση με ιστορίες που εκτείνονταν (συχνά εντός του διαστήματος μιας και μόνο γενιάς) πέρα από τους αρχικούς ελιγμούς του γεωγραφικά μικρού καπιταλιστικού οικονομικού πυρήνα. Αυτός ο πρώιμος καπιταλισμός ήταν, επιπλέον, περιστοιχισμένος από ένα εύρος ποικίλων εναλλακτικών τρόπων παραγωγής. Μερικοί πέρναγαν τις δικές τους κρίσεις, άλλοι ήδη έκλιναν μερικώς ή καταστροφικώς προς τη βαρύτητα της καπιταλιστικής μάζας που αναπτυσσόταν στη Δυτική Ευρώπη, κι άλλοι κείτονταν τελείως ανέγγιχτοι από «την οικονομία». Οι νέες εργατικές τάξεις συχνά αντλούσαν από τις παραδοσιακές ιστορίες αγώνων που δώθηκαν, ωστόσο μη συνεκτικά, ενάντια στις απαλλοτριώσεις και τις περιφράξεις που είχαν οδηγήσει στην ενσωμάτωση στη μισθωτή σχέση εξαρχής. Αντί να είναι απλές «προγραμματιστικές» επιβεβαιώσεις της ίδιας της εργατικής ταυτότητας, όλα τα πρώιμα εργατικά κινήματα περιλάμβαναν στοιχεία από εκείνες τις ιστορίες των αγροτών ή αυτόχθονων και των λαϊκών τους παραδόσεων – κι η μεγάλη πλειοψηφία των εξεγέρσεων κι επαναστάσεων από τον 18ο έως τον 20ό αιώνα επανδρώθηκαν άμεσα από αγρότες ή τη γενιά μετά την απομάκρυνση από την αγροτική ζωή.

Σήμερα ωστόσο, ο χώρος για ανάπτυξη είναι λίγος, το αγροτικό εργατικό δυναμικό συρρικνώνεται και το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό φθίνει λόγω του αυτοματισμού. Αυτά τα όρια είναι περισσότερο εμφανή στη φρικτή κατάσταση των μη ανθρώπινων συστημάτων του πλανήτη, αλλά αυτό είναι μια όψη της κρίσης, κατά την οποία η βασική αναπαραγωγή του κεφαλαίου, της εργασίας και της σχέσης μεταξύ τους γίνεται πρόβλημα από μόνη της. Από τη δεκαετία του 1970, «το κεφάλαιο προσπαθεί να απελευθερωθεί από τη διατήρηση του επίπεδου αναπαραγωγής του προλεταριάτου ως εργασιακή δύναμη»[48]. Αυτή η αναπαραγωγή εμφανίζεται ως «απλό έξοδο» στην κούρσα του παγκόσμιου κεφαλαίου προς τον πάτο:

Στον ίδιο τον πυρήνα του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού κείτεται η αποσύνδεση της προλεταριακής αναπαραγωγής από την αξιοποίηση του κεφαλαίου -εντός μιας διαλεκτικής άμεσης ενσωμάτωσης (πραγματική υπαγωγή) κι αποσύνθεσης των κυκλωμάτων του κεφαλαίου και του προλεταριάτου- κι η επισφαλειοποίηση της αναπαραγωγής αυτής, η οποία ενάντια στο υπόβαθρο της αυξανόμενης οργανικής σύνθεσης του κοινωνικού κεφαλαίου και της παγκόσμιας πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο κεφάλαιο, έχει κάνει την παραγωγή περίσσειας εργασιακής δύναμης ένα εγγενές στοιχείο της μισθωτής σχέσης αυτή την περίοδο[49].

Οπότε, σ’ αυτό το πλαίσιο, η κινέζικη περίπτωση φαίνεται αξιοσημείωτη μόνο στο βαθμό που το κράτος υπήρξε ικανό να διαχειριστεί, και να μεριμνήσει για, αυτό το «εγγενές στοιχείο».

Ωστόσο, οι διαφορές παραμένουν σαφείς. Οι Endnotes ισχυρίζονται ότι σε μια γενικευμένη κρίση αναπαραγωγής,

τα παλιά σχέδια του προγραμματικού εργατικού κινήματος καθίστανται άνευ αντικειμένου: ο κόσμος τους ήταν εκείνος ενός επεκτεινόμενου εργατικού δυναμικού, στον οποίο ο μισθός εμφανιζόταν ως ο θεμελιώδης κρίκος της αλυσίδας της κοινωνικής αναπαραγωγής, στο κέντρο του διπλού μάγγανου όπου το κεφάλαιο και το προλεταριάτο συναντιούνται, και στον οποίο μια συγκεκριμένη αμοιβαιότητα μισθολογικών διεκδικήσεων -ένα «αν θέλεις το τάδε από μένα, απαιτώ το δείνα από εσένα»- θα κυριαρχούσε στον ορίζοντα της ταξικής πάλης. Αλλά με την ανάπτυξη των πλεονάζοντων πληθυσμών, αυτή η ίδια η αμοιβαιότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση, κι ως εκ τούτου η μισθωτή μορφή ως πεδίο αμφισβήτησης αποκεντρώνεται[50].

Ωστόσο, σε μια φαινομενική αντίφαση με αυτή τη θέση, οι μισθολογικές διεκδικήσεις έχουν υπάρξει ακριβώς το σημείο εκείνο όπου τείνουν να επικεντρώνονται οι πρόσφατες κινέζικες ταραχές, απεργίες και μπλοκαρίσματα. Κι αυτές οι διεκδικήσεις δεν έχουν κερδηθεί μόνο σε περιθωριακές περιπτώσεις, αλλά στην πραγματικότητα έχουν οδηγήσει σε μια γενική άνοδο των μισθών στη μεταποίηση την τελευταία δεκαετία, σε τέτοιο βαθμό που η σταθερότητα της «τιμής της Κίνας» τίθεται τώρα υπό αμφισβήτηση[51]. Ο απόλυτος αριθμός των εργατών στη μεταποίηση έχει επίσης αυξηθεί την ίδια περίοδο, φτάνοντας από τα 85,9 εκατομμύρια το 2002 στα 99 εκατομμύρια το 2009, μια αύξηση δηλαδή από το 11% του συνόλου του εργατικού δυναμικού σε περίπου 12,8% μέσα σε επτά χρόνια[52].

Αυτό γίνεται ακόμη πιο σημαντικό αν λάβουμε υπόψη τους τρόπους που μια τέτοια κρίση αναπαραγωγής, και κατά συνέπεια ότι ο μισθός παύει να είναι στο επίκεντρο, τελικά περιορίζει τις δυνατότητες των προλετάριων να επιτεθούν στις συνθήκες που δομούν τις ίδιες τις ζωές τους. Η γαλλική ομάδα Théorie Communiste (TC) έχει ισχυριστεί ότι ένα από τα πιο πιεστικά όρια των ταραχών του 2008 στην Ελλάδα ήταν η ανικανότητα των εξεγερμένων να σπάσουν το «γυάλινο φράγμα» μεταξύ αναπαραγωγικής και παραγωγικής σφαίρας:

Αλλά αν η ταξική πάλη παραμείνει ένα κίνημα στο επίπεδο της αναπαραγωγής, δεν θα ενσωματώσει εντός της τον ίδιο τον σκοπό της: την παραγωγή. Επί του παρόντος, είναι το επανερχόμενο όριο όλων των ταραχών κι «εξεγέρσεων», εκείνο που τα ορίζει ως «μειοψηφικά» γεγονότα. Η επανάσταση θα πρέπει πάει στη σφαίρα της παραγωγής για να την καταργήσει ως μια συγκεκριμένη στιγμή των ανθρώπινων σχέσεων, και κάνοντας αυτό θα καταργήσει επίσης την εργασία καταργώντας τη μισθωτή εργασία. Εδώ βρίσκεται ο αποφασιστικός ρόλος της παραγωγικής εργασίας κι εκείνων που, σε μια δεδόμενη στιγμή, είναι οι άμεσοι φορείς της αντίφασής της, επειδή τη βιώνουν στην ύπαρξή τους για το κεφάλαιο ως ταυτόχρονα αναγκαίοι και περιττοί[53].

Ωστόσο, σε αντίθεση με την Ελλάδα, οι κινέζικες ταραχές λαμβάνουν χώρα εξαιρετικά κοντά στην«σφαίρα παραγωγής», αν όχι άμεσα εντός της, με πολλές εξ αυτών κυριολεκτικά να ξεκινούν στις ίδιες τις εργοστασιακές πόλεις – διαδιδόμενες από τον χώρο παραγωγής στους κοιτώνες και τις καντίνες, κι ως εκ τούτου μεταπηδώντας από τους εργάτες του ενός εργοστασίου σε αυτούς του διπλανού.

Οπότε, αυτό υποδεικνύει ότι η έλλειψη συνοχής ανάμεσα στα παρατηρούμενα φαινόμενα και τις θεωρίες που σκιαγραφήθηκαν παραπάνω, ίσως απλώς να είναι το προϊόν διαφορετικών σημείων εστίασης. Οι Blaumachen, Endnotes και TC παίρνουν ως αφετηρία την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Αλλά ο συγκεκριμένος τρόπος που η κρίση αναπαραγωγής εκδηλώνεται στην Κίνα είναι διαφορετικός από εκείνους που παρατηρούνται αλλού. Η ίδια η διάγνωση της TC για τα όρια που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες εξεγερμένοι σηματοδοτεί τη διαφορά: ενώ οι Έλληνες αντιμετωπίζουν τα σκληρά όρια του «χοντρού» γυάλινου φράγματος που τους διαχωρίζει από την παραγωγική σφαίρα, η θέση περιοχών όπως το δπP εντός του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας δημιουργεί ένα εξαιρετικά λεπτό «γυάλινο δάπεδο», το οποίο απαιτεί αυξανόμενη συντήρηση καθώς οι ρωγμές πληθαίνουν. Η κύρια στρατηγική για τη διαχείριση αυτών των συγκρούσεων, όπως σημειώθηκε παραπάνω, είναι ακριβώς ο διαχωρισμός των ζωηρών τμημάτων του πληθυσμού (ονομαστικά, οι άνεργοι) από την παραγωγική ζώνη. Μαζί με τα δαπανηρά κρατικά προγράμματα τόνωσης της οικονομίας, η ρύθμιση της παραγωγής γίνεται απολύτως αναγκαία, είτε μέσω οιονεί απελάσεων προς νεοβιομηχανοποιημένες πόλεις ή μέσω του μετασχηματισμού της ίδιας της παραγωγικής ζώνης σε σημείο απόλυτου κοινωνικού ελέγχου της εργοστασιακής πόλης – ταυτόχρονα χώρος παραγωγής, χώρος αναψυχής και φυλακή[54].

Αυτό σημαίνει ότι το κεντρικό εγγενές όριο της δεδομένης περιόδου αγώνων είναι αναγκασμένο όλο και περισσότερο να εκδηλώνεται ως εξωτερικός καταναγκασμός επί των προλετάριων, τουλάχιστον στις μεταποιητικές περιοχές της Κίνας. Ως εξωτερικός καταναγκασμός, ενσαρκώνεται όχι μόνο στην αστυνομία (όπως κι αλλού), αλλά και στο ίδιο το δομημένο περιβάλλον του ατόμου – οι νέες υποδομές που κατασκευάστηκαν από τα προγράμματα τόνωσης, οι νέες μητροπολιτικές σκηνές καταδίκης που εγκαινιάστηκαν στη δυτική ενδοχώρα, ή οι σκοπίμως σχεδιασμένες εργοστασιακές πόλεις. Αυτός ο καταναγκασμός τότε εκδηλώνεται με έναν ολοένα περισσότερο απελπισμένο, πρόχειρο κι εντατικό μηχανισμό ρύθμισης της παραγωγικής σφαίρας, αποσυνδέοντάς την εν μέρει από την αναπαραγωγική (με το κράτος, την οικογένεια ή τη μαφία να αναλαμβάνουν το βάρος αυτό), ενώ ακόμη διευκολύνει την ενσωμάτωσή τους στην άμεση διαδικασία παραγωγής, ακόμη και με βία αν χρειαστεί[55].

Χωρίς μέλλον

Η διαισθητική εικόνα που έχουμε για την Κίνα ως το «εργαστήρι του κόσμου», τείνει επίσης να συσκοτίσει τις πραγματικές τάσεις στη σύνθεση της απασχόλησης. Αν μελετηθούν τα στοιχεία με περισσότερη ακρίβεια, η κινέζικη οικονομία στο σύνολό της εμφανίζεται να ακολουθεί το ίδιο μοτίβο αποβιομηχάνισης και πληροφοριοποίησης που βλέπουμε παγκοσμίως. Ενώ είναι αλήθεια, για παράδειγμα, ότι η κινέζικη μεταποίηση απορρόφησε δέκα εκατομμύρια νέους εργάτες μεταξύ του 2002 και 2009, λογίζοντας ως ένα πρόσθετο δύο τοις εκατό στο σύνολο του εργατικού δυναμικού, αυτή η ανάπτυξη έλαβε χώρα ως καθυστερημένη άνοδος μετά τη μαζική αποβημιοχάνιση της κινεζικής Ζώνης της Σκουριάς και τη διάλυση του «σιδηρούν μπολ ρυζιού»[56] της δεκαετίας του 1990. Σε απόλυτους όρους, η κινέζικη μεταποίηση ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης έχει μειωθεί απότομα από την αρχή της μεταρρυθμιστικής περιόδου, πέφτοντας από ένα υψηλό 14,8% το 1985 στο 11% το 2001, και μόλις πρόσφατα ανεβήκε πάλι πίσω στο 12,8% το 2009. Η καθαρή τάση είναι ξεκάθαρα προς τα κάτω (βλέπε διάγραμμα 5). Κι αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η αγροτική απασχόληση βρίσκεται επίσης σε μια ιστορική πτώση, πέφτοντας από το 63% το 1985 στο 35% το 2011[57]. Αυτό σημαίνει ότι στην Κίνα, όπως κι αλλού, ο τομέας των υπηρεσιών έχει βιώσει μια καθαρή άνοδο κι οι βιομηχανίες όπως και οι κατασκευές εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τα κρατικά κίνητρα τόνωσης της οικονομίας και τις χρηματοπιστωτικές κερδοσκοπίες, παρά από την επέκταση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων.

Διάγραμμα 5: Οι μεταποιήσεις ως ποσοστό % του συνόλου της απασχόλησης στην Κίνα.

Διάγραμμα 5: Η μεταποίηση ως ποσοστό % του συνόλου της απασχόλησης στην Κίνα.

 

Επιπρόσθετα σ’ αυτές τις τάσεις, ο χαρακτήρας της κινέζικης μεταποίησης συχνά δεν αναφέρεται. Συχνά θεωρείται ότι τα αχανή εργοστασιακά συγκροτήματα που φιλοξένησαν τις διαμαρτυρίες στη Foxconn ή τη Honda αποτελούν τον κανόνα, με το μεγάλο μέγεθός τους και το οιονεί φορντικό μοντέλο εργατικής πειθαρχίας· αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Οι περισσότεροι εργάτες που απασχολούνται στην κινέζικη μεταποίηση (64,4%) στην πραγματικότητα εργάζονται για «Αγροτικές ή Δημοτικές και Επαρχιακές Επιχειρήσεις» (TVEs), οι οποίες βρίσκονται κυρίως εκτός των μεγάλων αστικών πυρήνων, συχνά δεν καταγράφονται πλήρως στις επίσημες κινέζικες στατιστικές, και περιλαμβάνουν «εργάτες εκτός των καθιερωμένων επιχειρήσεων, που ήταν αυτοαπασχολούμενοι ή εργάζονταν στο σπίτι, τη γειτονιά ή σε άλλες μικρές μεταποιητικές ομαδοποιήσεις»[58]. Ακόμη και τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα εξαρτώνται απ’ αυτό το πλέγμα μικρών, δικτυομένων κι υψηλά ανεπίσημων εργασίων, το οποίο είναι περισσότερο εμφανές σε βιομηχανίες όπως η ανακύκλωση, η μεταποίηση μικρών εξαρτημάτων και η εντάσεως εργασίας εξόρυξη ορυκτών πόρων – τα προϊόντα των οποίων ύστερα τροφοδοτούν τους μεγαλύτερους βιομηχανικούς ομίλους όπως η Foxconn ώστε τελικα να τα κατεργαστούν (μαζί με εισαγόμενα προϊόντα που παρήχθησαν υπό ανεπίσημες συνθήκες σε μέρη όπως η Ινδία) ως καταναλωτικά προϊόντα. Υπάρχει επίσης εδώ μια εμφανής ασάφεια ανάμεσα στα όρια της εργασίας στη μεταποίηση και τις υπηρεσίες, καθώς πολλές βιομηχανίες εμπλέκονται επίσης στη μεταφορά, τη μεσιτεία εργασίας και την τοπική χρηματοδότηση – είτε μέσω προσωπικού ή οικογενειακά δικτυομένου δανεισμού, είτε μέσω δημιουργίας πολλαπλασιαζόμενων μεγάλων «σκιώδων τραπεζών» που υπάρχουν παράλληλα με το επίσημο τραπεζικό σύστημα[59].

Η αλλαγή του χαρακτήρα της βιομηχανικής δομής της χώρας έχει τεράστια επιρροή στον τρόπο που οι εξεγέρσεις, οι ταραχές κι άλλα «μαζικά γεγονότα» πυροδοτούνται, και στο πώς τελικά περιορίζονται. Αυτή η δομή επίσης ασκεί ενός είδους βαρυτική έλξη στην υποκειμενικότητα, που βοηθάει στο σχηματισμό των τρόπων με τους οποίους οι προλετάριοι κατανοούν τις δράσεις τους σε σχέση με τον κόσμο γύρω τους. Ως ισχυρός παράγοντας σχετικά με τον σχηματισμό του καθημερινού περιβάλλοντος των ανθρώπων (συμπεριλαμβανομένων των ρυθμών των δραστηριοτήτων τους και των μεταξύ τους επαφών), η δουλειά και το περιβάλλον της βιομηχανικής δομής δημιουργούν το πεδίο στο οποίο οι εξεγέρσεις λαμβάνουν χώρα, κι ενάντια στο οποίο αντιδρούν. Καθώς μια σειρά από αγώνες εξελίσσονται και προσαρμόζονται, αυτό το πεδίο χαρτογραφείται συλλογικά (συχνά ενστικτωδώς) και, καθώς η σύγκρουση εντείνεται, υπάρχει μια αυξανόμενη επίγνωση της ικανότητας όχι μόνο για κατάληψη αλλά και για μετασχηματισμό των περιβάλλοντων χώρων. Στο παρελθόν, οι μεγάλης κλίμακας βιομηχανικοί όμιλοι σε μέρη όπως το Ντητρόιτ ή τη βόρεια Ιταλία έγιναν εστίες παραδοσιακών «εργατικών κινημάτων» ακριβώς επειδή συγκέντρωναν τεράστιους αριθμούς βιομηχανικών εργατών σε λίγες αστικές ζώνες, με τους εργάτες αυτούς να εργάζονται ο ένας δίπλα στον άλλο σε τεράστιες εγκαταστάσεις, κι οι βιομηχανικές περιοχές στεγάζαν χιλιάδες εργάτες.

Δεδομένης της γενίκευσης των απεργιών στις πρόσφατες κινεζικές αναταραχές και της απλής εγγύτητας αυτών των απεργών στις κεντρικές εργοστασιακές ζώνες του κόσμου, συχνά γίνεται η υπόθεση ότι τα όρια των παρόντων αγώνων στην Κίνα θα ξεπεραστούν από ένα νέο συνδικαλιστικού τύπου κίνημα – που θα είναι υψηλά δικτυομένο, αυτόνομο από τα κυβερνητικά συνδικάτα, κι αμεσοδημοκρατικό. Παρόλο που η άποψη αυτή στηρίζεται από την πρόσφατη ψηφιακή τεχνολογία (η «αυτονομία + διαδίκτυο» έχει γίνει μια είδους εξίσωση για τα πάντα για την αριστερά τα τελευταία είκοσι χρόνια), αυτό το κίνημα συλλαμβάνεται ως, περισσότερο ή λιγότερο, η αναγέννηση του συνδικαλισμού στην Κίνα – όπως διευκρινίζεται από μια πρόσφατη έκθεση του Εργατικού Δελτίου Κίνας με τίτλο «Searching for the Union: The workers’ movement in China 2011-13». Η αλλαζονεία εδώ είναι εμφανής. Ήδη γνωρίζουμε την μέθοδο για το ξεπέρασμα του παρόντος αδιέξοδου των αγώνων στην Κίνα: το συνδικάτο. Αυτό το οργανωτικό μοντέλο απλώς χρειάζεται να «ιδρυθεί» από το «εργατικό κίνημα». Αντί να κατανοήσουν την οργάνωση ως την αναμέτρηση και το ξεπέρασμα των ορίων σε μια δεδομένη αλληλουχία αγώνων, μια τέτοια προσέγγιση είναι καθαρά φορμαλιστική.

Μια περισσότερο λογική αφετηρία θα ήταν η αντίστροφη. Δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε ότι ένα «εργατικό κίνημα» υπάρχει με τον παραδοσιακό τρόπο απλώς λόγω της συσσώρευσης των απεργιών, ούτε ότι «το συνδικάτο» είναι η οργανωτική μορφή που εγγυάται μια μέθοδο ξεπεράσματος των αποτυχιών των αγώνων αυτών απλώς επειδή έχει (τάχα) παίξει ιστορικά αυτόν τον ρόλο. Αυτές ίσως να υπήρξαν οι συνθήκες που γέννησαν τον «εργάτη μάζα» στη Δύση αλλά, οι συνθήκες αυτές, είναι σε μεγάλο βαθμό απούσες σε μια Κίνα υπό αποβιομηχάνιση όπως είναι απούσες στις αποβιομηχανοποιημένες ΗΠΑ και Ευρώπη σήμερα.

Θα ήταν λαθος ωστόσο να θεωρήσουμε ότι η de facto έλλειψη των συνθηκών για ένα «εργατικό κίνημα» σημαίνει την καταδίκη κάθε προσπάθειας για την ανατροπή του παρόντος συστήματος. Αυτή η θεώρηση επιλέγει αυθαίρετα ένα δυνητικό υψηλό σημείο από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη ανάμεσα στα πολλά της πολυποίκιλης ιστορίας των αγώνων ενάντια στον καπιταλισμό, και το γενικεύει σε μια απόλυτη συνθήκη για την ανάπτυξη ενός νέου κύκλου επαναστάσεων. Στην πραγματικότητα, η αλήθεια ίσως να είναι το αντίθετο. Ήταν ακριβώς υπό τα μεγάλα, φορντικού τύπου εργοστασιακά καθεστώτα που η ύπαρξη ενός υγιές «εργατικού κινήματος», που προωθούταν είτε από τα σοσιαλιστικά κόμματα (όπως στην Ευρώπη) είτε από τους φιλελεύθερους της Great Society (όπως στις ΗΠΑ), κατέσβησε τις τελευταίες φλόγες της επανάστασης οι οποίες ακόμη έκαιγαν από τις εξεγέρσεις εκατό χρόνια πίσω. Εν τω μεταξύ, τα συνδικάτα, τα κομμουνιστικά κόμματα κι οι επαναστατικοί στρατοί εκείνου του περασμένου αιώνα δεν αποτελούσαν προϊόν της «επαναστατικής συνείδησης» που γεννήθηκε στο μεγάλο βιομηχανικό εργατικό δυναμικό μέσω των συλλογικοποιημένων διαδικασιών του ίδιου του καπιταλισμού. Προφανώς, η εκβιομηχάνιση κι η δημογραφική μετάβαση έπαιξαν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πυροδότηση εξεγέρσεων ενάντια στην εξαθλίωση. Αλλά αυτά τα πρώιμα εξεγερσιακά κινήματα που αναδύθηκαν από αυτό ήταν απλώς τόσο απομεινάρι των παραδόσεων αντίστασης, των αγροτών και των αυτόχθονων, στον καπιταλισμό από τα έξω, όσο κι απλές συμπτώσεις της κουλτούρας, ιστορίας και στρατηγικών ατυχημάτων.

Παρότι η ανάδειξη των μισθολογικών κι εργασιακών διεκδικήσεων στις κινέζικες αναταραχές φαίνεται εκ πρώτης όψεως να σηματοδοτεί την άνοδο ενός νέου εργατικού κινήματος, κάτι πολύ διαφορετικό συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια. Παρόμοιες τακτικές, τοποθετημένες σε διαφορετικές περιστάσεις, μπορούν να σηματοδοτήσουν πολύ διαφορετικές πολιτικές δυνατότητες. Παρόλη την ανάδειξη των μισθολογικών διεκδικήσεων στις κινέζικες απεργίες (είτε για αυξήσεις είτε για την καταβολή καθυστερημένων πληρωμών), υπάρχουν λίγες αποδείξεις ότι τέτοιες διεκδικήσεις αντιπροσωπεύουν με ακρίβεια της περίπλοκες επιθυμίες των εργατών. Το να ρίξουμε μια ματιά σε τέτοιες μισθολογικές διεκδικήσεις και να συμπεράνουμε ότι οι εργάτες απλώς θέλουν υψηλότερους μισθούς είναι το προφανές, αλλά έτσι χάνεται το νόημα. Αυτό θα ήταν το ίδιο με το να παρατηρήσουμε ανθρώπους να απαλλοτριώνουν καταστήματα στις αμερικάνικες αντιμπατσικές ταραχές και να συμπεράνουμε ότι οι άνθρωποι πραγματικά θέλουν τα αντικείμενα που απαλλοτρίωσαν – είναι αλήθεια, αλλά παραμένει υπερβολικά επιφανειακό. Όπως οι λεηλασίες εν μέσω ταραχών, έτσι κι οι μισθολογικές διεκδικήσεις στην Κίνα έχουν έναν χαρακτήρα «άδραξε ό,τι μπορείς να πάρεις», στον οποίο η ίδια η ειλικρίνεια του κινήτρου είναι καθεαυτή σημάδι πως υπάρχει μια μη αναγνωρίσημη υπέρβαση από πίσω της.

Οπότε, δεν προετοιμάζεται στην Κίνα κάποιο εργατικό κίνημα: κι αυτό είναι καλό. Δεν υπάρχει, για παράδειγμα, καμιά δυναμική οργάνωσης σε παραδοσιακά συνδικάτα που θα μπορούσαν να παρέμβουν για να επιβεβαιώσουν τις ταυτότητες των μεταναστών ως «κανονικών» εργατών, που θα βοηθούσαν στη διαπραγμάτευση της τιμής της εργασίας τους κι οπότε θα διευκόλυναν την πλήρη ενσωμάτωσή τους στη μισθωτή σχέση. Παρόλη την προσπάθεια μερικών αριστερών ΜΚΟ προς αυτή την κατεύθυνση, φαίνεται πως το ίδιο το κράτος, προσπαθώντας να αναβιώσει τον πιο ενεργό ρόλο της ACFTU[60] και να μιλήσει ανοιχτά ενάντια στη διαφθορά των χαμηλόβαθμων αξιωματούχων, αποτελεί τη μόνη υπολογίσιμη δύναμη που ωθεί προς μια τέτοια ενσωμάτωση.

Η επίμονη απουσία ενός τέτοιου «κινήματος» δεν συναντάται μόνο στην Κίνα. Η κρίση αναπαραγωγής συνιστά επίσης κρίση της μισθωτής σχέσης, κατά την οποία η μισθολογική διεκδίκηση γίνεται «μη νόμιμη», χρησιμοποιώντας την έκφραση της TC. Εδώ η «μη νομιμότητα» σηματοδοτεί μια συστημική αδυναμία, στην οποία οι διεκδικήσεις για υψηλότερους μισθούς γίνονται όλο και πιο δύσκολο να ικανοποιηθούν, παρότι ο πληθωρισμός κι οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού κάνουν τους υψηλότερους μισθούς ολοένα περισσότερο αναγκαίους. Αυτό συνοδεύεται από μια κρίση στη δημιουργία χρήματος, καθώς το σύστημα αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερα όρια στη ρευστότητα του κεφαλαίου – με άλλα λόγια, προκύπτει μια γενική κρίση της αξίας:

Η τωρινή κρίση [αυτή που ξεκίνησε το 2008] ξέσπασε επειδή ορισμένοι προλετάριοι δεν μπορούσαν πια να πληρώνουν τα δάνειά τους. Ξέσπασε εξαιτίας της ίδιας της μισθωτής σχέσης που θεμελίωνε τη χρηματιστικοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας: συμπίεση μισθών σαν αναγκαία προϋπόθεση για τη «δημιουργία αξίας»· παγκόσμιος ανταγωνισμός του εργατικού δυναμικού. Η εκμετάλλευση του προλεταριάτου σε παγκόσμια κλίμακα είναι η κρυμμένη όψη και η προϋπόθεση της παγκοσμιοποίησης και της αναπαραγωγής αυτού του κεφαλαίου που τείνει σε έναν απόλυτο βαθμό αφαίρεσης. Εκείνο που άλλαξε στην τωρινή περίοδο είναι η κλίμακα του πεδίου μέσα στο οποίο ασκείται αυτή η πίεση: τιμή αναφοράς όλων των εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της εργασιακής δύναμης, έγινε η παγκόσμια κατώτατη τιμή. Κάτι που σημαίνει δραστική μείωση αν όχι εξαφάνιση –μέσω της πειθαρχίας που επιβάλλεται από το χρηματιστικό κεφάλαιο και μορφοποιεί το παραγωγικό κεφάλαιο– των αποδεκτών διαφορών στα ποσοστά κέρδους[61].

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η «τιμή Κίνας» έχει επιδράσει ως «τιμή αναφοράς για όλα τα εμπορεύματα», κι η εγγενής στην Κίνα κρίση της μισθωτής σχέσης παίρνει τη μορφή γενικών νομισματικών αναταράξεων (παρόλο που περιορίζονται μέσω της νομισματικής πολιτικής), αυξήσεων στους μισθούς στις καθιερωμένες βιομηχανικές ζώνες όπως το δπP, της μετακίνησης εργασίας σε φτηνότερα παραγωγικά κέντρα στις πόλεις της ενδοχώρας, και της μαζικής επέκτασης των κερδοσκοπικών επενδύσεων, ιδιαίτερα στην αγορά ακινήτων· αλλά επίσης γίνεται εμφανής στο φουσκωμένο μέγεθος της ανεπίσημης χρηματοδότησης μαζί με την αυξανόμενη αναγκαιότητα για κρατικά καθοδηγούμενη επένδυση μέσω κινήτρων και υπερπόντιων άμεσων ξένων επενδύσεων. Όλα αυτά τα φαινόμενα επιβεβαιώνουν τη «μη νομιμότητα» των μισθολογικών διεκδικήσεων, από τη στιγμή που οι μισθοί χρειάζεται να αυξηθούν, κι όντως αυξάνονται, για τους εργάτες (μέσω πληθωρισμού, επέκτασης της αγοράς στην ύπαιθρο, κλπ) ακριβώς τη στιγμή που τα ποσοστά κέρδους ήδη στενεύουν. Οι βιομηχανίες μετεγκαθίστανται, η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνεται, οι ισοτιμίες αποσταθεροποιούνται, και καθιερώνονται οι συνθήκες για νέα κύματα απεργιών και μαζικών ταραχών.

Είναι αυτή η «μη νομιμότητα» που κάνει αδύνατη την άνοδο ενός αποτελεσματικού εργατικού κινήματος, θέτοντας το κράτος σε μια «εξεγερσιακή παγίδα»[62]. Η Κίνα, όντας ανίκανη να μεταρρυθμίσει με κερδοφόρο τρόπο τους εργατικούς θεσμούς σε εθνικό επίπεδο, βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα στα πτωτικά ποσοστά κέρδους και τα αναδυόμενα κύματα απεργιών και ταραχών. Η παραχώρηση στο ένα από τα δύο προκαλεί αντίθετη αντίδραση στο άλλο. Η μισθολογική διεκδίκηση καθίσταται μη νόμιμη λόγων των στενών περιθώριων στα οποία λειτουργεί. Αλλά αυτή η μη νομιμότητα δεν αποκλείει απλώς την πιθανότητα ενός εργατικού κινήματος, δημιουργεί επίσης τις συνθήκες στις οποίες οι επιθέσεις στον μισθό, όπως αυτές που βλέπουμε τελευταία στην Κίνα, στην πραγματικότητα χτυπάνε ένα πολύ περισσότερο άστατο ρήγμα σε σχέση με τις περιπτώσεις πολλών εκ των εργατικών αναταραχών του τελευταίου μισού αιώνα. Τα περασμένα κέρδη της σοδιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη και του μεταπολεμικού φιλελευθερισμού στις ΗΠΑ ήταν δυνατά λόγω της αύξησης του οριακού οφέλους σε αυτές τις περιοχές κατά τις σύντομες περιόδους άνθησης που ακολούθησαν τις δεκαετίες της ύφεσης και του πολέμου. Οι μισθολογικές διεκδικήσεις εκείνη την περίοδο οδήγησαν σε συνδικαλισμό, προγράμματα δημόσιων έργων, ενσωμάτωση νέων εργατών στο περισσότερο προνομιούχο στρώμα των προλετάριων, κι οπότε στην εύκολη καταστολή κάθε επαναστατικής παρόρμησης που παρέμεινε από την προηγούμενη περίοδο – κι όλα αυτά έγιναν επειδή ήταν οικονομικώς προσιτά. Σήμερα δεν είναι. Οι εργάτες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ως τέτοιοι, επειδή δεν υπάρχουν χρήματα να ξοδευτούν γι’ αυτούς.

Η υποκειμενική στάση των ίδιων των εργατών επεξηγεί αυτό το αίνιγμα. Με αυτόν τον τρόπο, η διαδικασία προλεταριοποίησης έχει μακράν αποτύχει να δημιουργήσει κάποιο κίνημα που να τείνει προς την επιβεβαίωση των ταυτοτήτων των εργατών ως εργάτες. Αντ’ αυτού, η υποκειμενικότητα που δημιουργείται παίρνει μια αποκειμενικάκ αρνητική μορφή: «ως εργάτες δεν έχουμε κανένα μέλλον. η επιστροφή στο χωριό δεν έχει κανένα νόημα»[63]. Οι Lu και Pun το επαναλαμβάνουν:

Η μεταρρύθμιση περιέχει μια αντίφαση: Καθώς το κεφάλαιο χρειαζόταν τη χρήση νέας εργασίας, ζητήθηκε από τους Κινέζους αγρότες να μετασχηματιστούν σε εργάτες, πρόθυμοι να περνούν τις μέρες στον χώρο εργασίας. […] Όμως, ως αναλώσιμη εργασία, όταν δεν τους χρειάζονταν τους ζητούσαν να επιστρέψουν στα χωριά τους, τα οποία τους είχαν ζητήσει να εγκαταλείψουν και στα οποία είχαν αποτύχει να παραμείνουν πιστοί. […] Αν η παροδικότητα ήταν κυρίαρχο χαρακτηριστικό της πρώτης γενιάς μεταναστών εργατών, η δεύτερη γενιά χαρακτηρίζεται από τη ρήξη, η οποία γενιά ξοδεύει τώρα πολύ περισσότερη απ’ τη ζωή της στις αστικές περιοχές. Η παροδικότητα συνεπάγεται μια μετάβαση, κι έτσι ενθαρρύνει ελπίδες κι όνειρα για αλλαγές. Η ρήξη, ωστόσο, δημιουργεί έναν τερματισμό: δεν υπάρχει ελπίδα ούτε για την μετατροπή κάποιου σε μητροπολιτικό εργάτη ούτε για την επιστροφή του στην αγροτική κοινότητα για να αναλάβει το ρόλο της ζωής του αγρότη[64].

Κι αυτό το συναίσθημα ξεκινά τότε να παραμερίζει τις οικονομικές προσταγές της ίδιας της μετανάστευσης. Περιγράφοντας έναν από τους εργάτες απ’ τους οποίους πήραν συνεντεύξεις, οι Lu και Pun γράφουν:

Αν η επιδίωξη υλικών απολαβών είναι η κοινή φιλοδοξία που παραμερίζει της εσωτερικές διαφορές της εργατικής τάξης, η επιδίωξη αυτή έχει χάσει το νόημά της για τον Xin. Η έννοια της δουλειάς καταστράφηκε γι’ αυτόν, δημιουργώντας ένα ρήγμα στη ζωή του. «Όπου κι αν δουλεύω, δεν αισθάνομαι χαρούμενος. Η ψυχή μου ποτέ δεν βρίσκεται σε γαλήνη. Πάντα νιώθω ότι πρέπει να κάνω κάτι μεγάλο»[65].

Αυτό διατηρεί τους μετανάστες σε μια συνεχή ταλάντωση, δημιουργώντας αυτό που ο Pun κι η Lu αποκαλούν «οιονεί ταυτότητα» των μεταναστών από την ύπαιθρο: «μια από τις εργάτριες που συναντήσαμε στη Ντογκουάν είπε “Μου έλειπε το σπίτι μου όσο έλειπα [για δουλειά στις πόλεις]. Όταν επέστρεψα σπίτι, σκεφτόμουν να ξαναφύγω”»[66].

Αυτή η δυναμική έχει χαρακτηρίσει σε μεγάλο βαθμό τις εργατικές αναταραχές των τελευταίων ετών. Γι’ αυτούς τους εργάτες, «[ένας] φαύλος κύκλος έχει δημιουργηθεί: η μεταρρύθμιση κι η διχοτόμηση υπαίθρου-πόλης θρέφουν μια επιθυμία διαφυγής από την ύπαιθρο· η διαφυγή αυτή οδηγεί μόνο στις κακουχίες της ζωής στο εργοστάσιο· η απογοήτευση της εργοστασιακής ζωής προκαλεί την επιθυμία για επιστροφή»[67]. Ο Xin συνεχίζει για να οδηγήσει τους συναδέλφους τους σε απεργία στο εργοστάσιο πλαστικών που εργάζονται: «Παγιδευμένοι στο κενό χωρίς επιστροφή και χωρίς πρόοδο, ήταν έτοιμοι ν’ αναλάβουν ριζοσπαστικές δράσεις»[68]. Είναι ακριβώς επειδή ο Xin δεν μπορεί να ενσωματωθεί πλήρως ούτε στην «εργατική τάξη» ούτε στη φθίνουσα αγροτιά που αυτός, κι όσοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, οδηγούνται στο να επιτεθούν στις συνθήκες που τους περιβάλλουν. Οπότε, η έλλειψη εργατικού κινήματος δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά στην πραγματικότητα μια ευκαιρία. Όταν γίνεται πολύ ακριβό να συντηρηθούν και να επιβεβαιωθούν οι ζωές των εργατών ως εργάτες, αυτό σηματοδοτεί ότι ο αμοιβαία ενισχυόμενος κύκλος μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου έχει αρχίσει να αποσυντίθεται, κι αναδύεται η δυνατότητα για τη διάρρηξη του κύκλου στο σύνολό του.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η «οιονεί ταυτότητα» των μεταναστών από την ύπαιρθο πιθανόν έχει πολλά περισσότερα κοινά με την περίπλοκη, αντιφατική υποκειμενικότητα της εξεγερμένης νεολαίας των εργατικών κατοικιών του Λονδίνου, απ’ ότι με τους κοπιασμένους, ταξικά συνειδητοποιημένους εργάτες του αριστερού ιστορικού φαντασιακού. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Blaumachen περιγράφουν το «(μη-) υποκείμενό» τους με όρους παρόμοιους με αυτούς που χρησιμοποιούν οι Lu και Pun στην εθνογραφίας τους:

Η επισφάλεια, το «μέσα-έξω», παράγουν ένα (μη-)υποκείμενο (μη) αποκλεισμένων, αφού η ενσωμάτωση τείνει ολοένα περισσότερο να γίνεται διά του αποκλεισμού, ιδίως για τους νέους. […] Δεν αναφερόμαστε μόνο στο ριζικό αποκλεισμό από τη μισθωτή σχέση, κυρίως αναφερόμαστε στον αποκλεισμό από ό,τι θεωρείται «κανονική» εργασία, «κανονικός» μισθός, «κανονική» επιβίωση.
[…] Προς το παρόν, μέσα στην κρίση του αναδιαρθρωμένου καπιταλισμού, το (μη-)υποκείμενο γίνεται πλέον δρώσα δύναμη, εμφανίζεται συνεχώς και οι πρακτικές του τείνουν να συνυπάρχουν «ανταγωνιστικά» με τις πρακτικές διεκδίκησης, αλλά και οι πρακτικές διεκδίκησης τείνουν να «μιμούνται» τις πρακτικές των ταραχών, που αναγκαστικά τις μαγνητίζουν καθώς έχει καταργηθεί ο «κοινωνικός διάλογος»[69].

Η έλλειψη του «κοινωνικού διαλόγου» γίνεται όλο και πιο φανερή στην Κίνα. Όταν ο Xin κι οι συνάδελφοί του διοχέτευσαν τα παράπονά τους μέσω νομικών διαύλων, τελικά δεν λήφθηκαν υπόψιν στο ανώτατο επίπεδο (δεν υπογράφτηκαν από την κεντρική κυβέρνηση στο Πεκίνο). Εν τέλει, «όλα όσα δέχτηκαν τους γέμισαν με απόγνωση» και «συνειδητοποίησαν ότι βρίσκονταν μόνοι τους»[70]. Όπως εξηγεί ο Chen, συνάδελφος του Xin: «Πρέπει να στηριχτούμε στους εαυτούς μας. Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την κυβέρνηση. δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τη διοίκηση»[71]. Σε μια τέτοια κατάσταση «χωρίς πρόοδο ή επιστροφή»[72], οι μετανάστες αναγκάζονται να «αντιμετωπίσουν τα τραύματά τους και να στρέψουν την οργή τους προς τα έξω»[73]. Τα εγγενής όρια της ταξικής δυναμικής στην Κίνα παίρνουν αυξανόμενα την μορφή τέτοιων εξωτερικών περιορισμών. Καταστολή, διαχείριση και κοινωνικός έλεγχος, όλα γίνονται ολοφάνερα στη βαναυσότητά τους, και τους στριμώχνουν στη γωνία, όπου δεν υπάρχει άλλη επιλογή απ’ το να παλέψουν.

Χωρίς παρελθόν

Στο παρελθόν, όταν η κομμουνιστική δραστηριότητα βρέθηκε στο αποκορύφωμά της, επανδρώθηκε σε μεγάλο βαθμό από αγρότες ή μια γενιά που είχε απομακρυνθεί από την αγροτική ζωή και που είχε ακόμα εξοικείωση με τις ετερόδοξες λαϊκές παραδόσεις. Αυτή η ετεροδοξία είχε αναδυθεί κατά την πρώιμη αντίσταση στους γαιοκτήμονες κι άλλους φορείς της καπιταλιστικής υπαγωγής, αφού αυτοί οι οπαδοί λειτουργούσαν εντός ενός παγκοσμιοποιημένου, αλλά όχι απόλυτα παγκόσμιου, καθεστώτος συσσώρευσης, το οποίο είχε ακόμη άπλετο χώρο να επεκτείνει την επικράτειά του. Παρέμεναν σημαντικά μεγάλες περιοχές της υδρογείου όπου αυτό το σύστημα μόλις ασκούσε μια μικρή βαρυτική έλξη.

Στην Κίνα, όπως κι αλλού, αυτό δημιούργησε τις συνθήκες στις οποίες οι παγκόσμιες αγορές συνδυάστηκαν με τις αποικιακές δραστηριότητες των εθνών του πυρήνα για να αποσταθεροποιήσουν τις αυτόχθονες δομές εξουσίας και να πυρπολήσουν τις χαοτικές, ατελείς μορφές αντίστασης τόσο στα παλιά όσο και στα νέα καθεστώτα. Αυτή η μερική υπαγωγή πήρε την μορφή μιας βαθιά άνισης οικονομικής γεωγραφίας, στην οποία η μεγαλύτερη βιομηχανική δραστηριότητα έλαβε χώρα σε μια χούφτα πόλεων με λιμάνια, απασχολώντας μόνο μια μικρή μερίδα του κινέζικου πληθυσμού. Η πλειοψηφία ζούσε στην ύπαιθρο, δούλευε στη γεωργία, τις χειροτεχνίες ή σε μικρά εργαστήρια διαμοιρασμένα μεταξύ εντατικών κήπων-οικοπέδων, απομακρυσμένα από τη βαβούρα της μητρόπολης.

Στις περισσότερο ανεπτυγμένες πόλεις με λιμάνια, οι εργατικές αντιστάσεις αρχικά πήραν την μορφή αναρχικών εργατικών συνδικάτων στα πρότυπα των αντίστοιχων της Γαλλίας, καθώς και μυστικών εταιρειών, μερικές φορές απολίτικων και μερικές φορές ανοιχτά ευθυγραμμισμένων με διάφορα αριστερά ή εθνικιστικά προγράμματα. Εδώ, ξανά, οι εργάτες που προσχωρούσαν σε αυτές τις οργανώσεις ήταν συχνά μετανάστες από την ύπαιθρο, ή τα παιδιά αυτών, κι αυτές οι πρώιμες μορφές συντονισμού συνδέονταν μεταξύ τους τόσο μέσω του εθνικισμού και του σκέτου αισθήματος εναντίον των ξένων, όσο και μέσω των υψηλών οικουμενικών στόχων που εκτίθεντο στις πολυάριθμες εφημερίδες της κινέζικης αριστεράς. Όλες αυτές οι οργανώσεις λειτουργούσαν με κάποιο βαθμό μυστικότητας, πολλές ήταν τουλάχιστον εν μέρει ένοπλες (συχνά επανδρωμένες από ειδήμονες πολεμικών τεχνών), κι οι τακτικές τους κυμαίνονταν από απλές απεργίες και μποϋκοτάζ έως μαζικές εξεγέρσεις και δολοφονίες βιομηχάνων και γραφειοκρατών που συναινούσαν στα ξένα συμφέροντα. Ωστόσο, αυτές οι πρώιμες μορφές οργάνωσης τελικά στάθηκαν ανίκανες να ξεπεράσουν τα εγγενή τους όρια. Πολλές μυστικές εταιρείες απορροφήθηκαν στο μεγενθυνόμενο εθνικιστικό κόμμα (Guomindang) που υποστηριζόταν από τις ΗΠΑ, ενώ τα αναρχικά εγχειρήματα κατέρρευσαν και τα μέλη τους διαχωρίστηκαν ανάμεσα στις εθνικιστικές και τις κομμουνιστικές δυνάμεις. Οι ίδιοι οι κομμουνιστές γρήγορα βρήκαν το δικό τους μητροπολιτικό δίκτυο ένοπλων συμμοριών κι εργατικών συνδικάτων να συνθλίβεται από τον εθνικιστικό στρατό, αναγκάζοντάς τους να διαφύγουν στην ύπαιθρο.

Κι ήταν εδώ που τα αρχικά όρια του επαναστατικού εγχειρήματος θα μπορούσαν να ξεπεραστούν. Η αγροτική αντίσταση πήρε την μορφή συμμοριών ληστών, θρησκευτικών αιρέσεων, και τελικά ενώσεων αγροτών που ιδρύθηκαν από τους επαναστάστες. Οι δύο δεκαετίες πολέμου και χάους που εκτείνονταν από το 1920 έως το 1940, είχαν επίδραση παρόμοια με αυτή της χύτρας ταχύτητας, επιφέροντας τη τήξη και τον συνδυασμό όλων αυτών των μεθόδων αντίστασης στη δημιουργία του αγροτικού στρατού, σηματοδοτώντας μια γενική «στρατιωτικοποίηση» του επαναστατικού εγχειρήματος. Στην Κίνα, όπως και στο Βιετνάμ, την Κορέα κι αλλού, ήταν ο αγροτικός στρατός κι όχι το συνδικάτο του εργατικού κινήματος, που αποδείχτηκε το πιο επιτυχημένο μέσο για την επανάσταση. Κι αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια προγραμματική ή ιδεολογική καθαρότητα, ούτε σε απλά ζητήματα ισχύος, αδυναμιών ή ηθικών εκκλήσεων, αλλά στο απλό γεγονός ότι, δεδομένου ενός συγκεκριμένου συμπλέγματος υλικών συνθηκών, ο αγροτικός στρατός αποδείχτηκε η πιο ευπροσάρμοστη κι ανθεκτική μορφή συντονισμού ικανού να επιτίθεται ταυτόχρονα τόσο στο νεοεισεβαλόμενο καπιταλιστικό σύστημα όσο και στην παλιά τάξη, ενώ επίσης παρείχε μέσα υποδομής για τη διασφάλιση ενός βαθμού σταθερότητας κι ευημερίας στις απελευθερωμένες περιοχές. Δεδομένων των ορίων της εποχής του, ο αγροτικός στρατός υπήρξε τουλάχιστον ικανός να ξεπεράσει τα όρια αυτά, καθαρά με όρους τακτικής.

Αλλά τα όρια εδώ πρέπει να κατανοηθούν με δύο τρόπους. Πρώτον, υπάρχουν τα όρια τακτικής και στρατηγικής σε μια συγκεκριμένη μάχη. Αυτά είναι τα πράγματα που αποτρέπουν μια σχετικά περιφραγμένη σύγκρουση (για παράδειγμα, η καταβολή δεδουλευμένων σε ένα εργοστάσιο) να επιτύχει τους άμεσους στόχους της ή να διαδοθεί σε άλλα εργοστάσια ή γειτονιές. Το όρια τακτικής μπορούν να είναι σχετικά απλά, όπως η ανικανότητα της αντιστοίχισης με τη δύναμη των στρατιωτικοποιημένων ΜΑΤ και τη συντριβή της. Αλλά μπορούν επίσης να είναι όρια στρατηγικής για την ανατροπή της παρούσας τάξης, όπως η ανικανότητα συγκροτημένης αμφισβήτησης του κινέζικου κράτους, κι η δυσκολία της όποιας συντονισμένης δράσης να επιβιώσει τη λογοκρισία, τον κατευνασμό και την άμεση καταστολή. Ιστορικά, ένα τέτοιο όριο στρατηγικής υπήρξε έκδηλο στην ανικανότητα των μητροπολιτικών εργατικών συνδικάτων κι ένοπλων αριστερών ομάδων να αντιτάξουν μια επαρκή αντίσταση στον εθνικιστικό στρατό – το όριο τελικά ξεπεράστηκε από τον αγροτικό στρατό.

Δεύτερον, τα όρια πρέπει επίσης να κατανοηθούν ως όρια του αγώνα καθώς παίρνει έναν κομμουνιστικό χαρακτήρα. Τα όρια τακτικής και στρατηγικής μπορούν να ξεπεραστούν με πολλούς τρόπους, εκ των οποίων κανένας δεν είναι από μόνος του κομμουνιστικός – ο αγροτικός στρατός έχει ιστορικά αποτύχει ακριβώς υπό αυτή την άποψη. Ένας αριθμός μέτρων που λαμβάνονται σε έναν δεδομένο αγώνα ίσως να εμφανίζονται να είναι συνεπή με μια «αριστερή» πολιτική αλλά παρόλα αυτά να θέτουν τη τροχιά προς άλλη κατεύθυνση. Αυτά τα όρια, τότε, δεν είναι ιδεολογικά όρια (προβλήματα «ψευδούς συνείδησης») παρά υλικά όρια δομημένα εντός της σύγκρουσης. Το μονοπάτι της μικρότερης αντίστασης σε μια σύγκρουση σπανίως είναι κομμουνιστικού χαρακτήρα, κι η «έγερση συνείδησης» από μόνη της (ή γενικά) δεν μπορεί να εξωθήσει μια σύγκρουση εκτός αυτού του μονοπατιού. Οπότε, καμιά ποσότητα πολιτιστικής διέγερσης δεν θα μπορούσε να είχε ωθήσει την κοινωνία που φτιάχτηκε από τη νίκη του αγροτικού στρατού προς μια κομμουνιστική τροχιά. Αντ’ αυτού, η διέγερση αυτή δεν έγινε τίποτα περισσότερο από έναν γκροτέσκο εξωραϊσμό της αργής κατάρρευσης της κοινωνίας αυτής προς τον καπιταλισμό.

Αλλά σήμερα ο αγροτικός στρατός κι οι συνθήκες που τον γέννησαν αποτελούν παρελθόν. Τόσο οι δυνατότητες όσο και τα όρια ενός αγώνα με αφετηρία εκτός του καπιταλιστικού συστήματος τώρα εκλείπουν. Δεν υπάρχει διαφυγή, ούτε προς τα εμπρός ούτε και προς τα πίσω. Οπότε, σε ένα παρόν τόσο θλιβερό όσο το δικό μας, ποια είναι τα τρέχοντα όρια της σύγκρουσης εντός του λεγόμενου εργαστηρίου του κόσμου; Για αρχή, υπάρχουν τα προφανή όρια τακτικής και στρατηγικής: Οι εξεγέρσεις κι οι απεργίες έχουν απλώς υπάρξει ανίκανες να επιβιώσουν της καταστολής. Μερικές από τις μεγαλύτερες μάχες, όπως η πρόσφατη απεργία στη Yue Yuen[74], διατηρήθηκαν ελάχιστα περισσότερο από το σύνηθες μόνο μέσω της σιωπηλής έγκρισης της κεντρικής κυβέρνησης. Σε άλλες περιπτώσεις, οι διεκδικήσεις κερδίζονται αφού πρώτα η ίδια η απεργία έχει συνθλιβεί κι οι περισσότεροι δραστήριοι ηγέτες της έχουν μπει στις μαύρες λίστες ή έχουν φυλακιστεί.

Συχνά, ωστόσο, οι ταραχές δεν έχουν συμπαγή αιτήματα που θα μπορούσαν εύκολα να ικανοποιηθούν. Παίρνουν τον χαρακτήρα μιας υποτυπώδους βίας ασυντόνιστα στοχευμένης προς τις άμεσες φιγούρες καταστολής κι εξουσίας. Στη Wenzhou, ένα μαζικό πλήθος ξυλοκόπησε αρκετούς chengguan (城管 — ειδικευμένους αστυφύλακες) σχεδόν έως θανάτου, ύστερα από παρενόχληση ενός καταστηματάρχη από τους chengguan και την επίθεσή τους σε έναν δημοσιογράφο που φωτογράφισε το περιστατικό[75]. Σε περιπτώσεις όπως αυτή, τα όρια τακτικής και στρατηγικής αφορούν λιγότερο το πως θα κερδηθούν δεδομένα αιτήματα στον χώρο εργασίας και περισσότερο  το πως να διατηρηθεί και να επικεντρωθεί η δύναμη του ίδιου του «όχλου». Παρόλα αυτά, η αλληλοσύνδεση της άμεσης καταστολής και των προσοδοφόρων παραχωρήσεων έχει διασφαλίσει ότι αυτές οι μαζικές ταραχές έχουν επιτυχώς απετραπεί από το να γίνουν μαζικές καταλήψεις γειτονιών, εργοστασίων και δημόσιων πλατειών, τύπου Γκουάνγκτζου[76], Τιενανμέν ή Ταχρίρ. Ωστόσο, καθώς τόσο οι κατασταλτικές όσο κι οι αναδιανεμητικές πτέρυγες του κράτους περιορίζονται περισσότερο από τις προσταγές της κερδοφορίας, αυτά τα αποτρεπτικά μέτρα θα ξεκινήσουν να παραπαίουν.

Πέρα απ’ αυτό, υπάρχουν υλικά όρια που αποτρέπουν αυτές τις συγκρούσεις απ’ το να οδηγηθούν προς μια κομμουνιστική τροχιά. Η πιο προέχουσα απ’ αυτές, αρχικά φαίνεται να είναι το «πρόβλημα της σύνθεσης». Όπως περιγράφουν οι Endnotes, «“πρόβλημα της σύνθεσης”» αποκαλείται η σύνθεση, ο συντονισμός ή η ενοποίηση προλεταριακών τμημάτων κατά την πορεία του αγώνα τους»[77]. Αυτό το πρόβλημα προκύπτει όταν «δεν υπάρχει κανένα προκαθορισμένο επαναστατικό υποκείμενο», ή, με άλλα λόγια, «καμία “για-τον-εαυτό-της” ταξική συνείδηση ως συνείδηση ενός γενικού συμφέροντος, την οποία μοιράζονται όλοι οι εργάτες»[78]. Στην Κίνα, η πιο ξεκάθαρη ενδοταξική διαίρεση είναι η πολιτική της τύπου απαρτχάιντ διαίρεσης ανάμεσα σε κατοίκους των πόλεων και προλετάριους προερχόμενων από την ύπαιθρο, βασισμένη στη hukou[79] κατάστασή τους. Αλλά υπάρχουν πολλές ακόμη σημαντικές κι ορατές διαιρέσεις, βασισμένες στο φύλο, τη φυλή, το μορφωτικό επίπεδο ή τον βαθμό ενσωμάτωσης στην κρατική δομή προνομίων. Αυτές οι διαιρέσεις πολλαπλασιάζονται σχεδόν σε κάθε επίπεδο, με ουσιαστικούς διαχωρισμούς ανάμεσα σε βιομηχανίες, περιοχές, πόλεις ακόμη και τμήματα εντός των μεγάλων εργοστασίων. Κανένα σύγχρονο πολιτικό πρόγραμμα (πέρα από τον εθνικισμό, ίσως) δεν φαίνεται ικανό να συγχωνεύσει αυτές τις ομάδες σε κάποιου είδους υποκειμενικότητας δι-εαυτής.

Εντός του πλαισίου των μητροπολιτικών απεργιών και ταραχών, το πρόβλημα της σύνθεσης επίσης εμφανίζεται στον σχετικά οριοθετημένο χαρακτήρα του κάθε «είδους» μαζικού γεγονότος. Οι περιβαλλοντικές διαμαρτυρίες συνήθως παραμένουν διακριτές από τους εργατικούς αγώνες και τις εξαναγκαστικές κατεδαφίσεις ή αρπαγές γης – ακόμη κι όταν εμπλέκονται στον καθένα πολλοί άνθρωποι από το ίδιο κοινωνικό στρώμα. Αυτά τα είδη μαζικών γεγονότων έχουν επίσης τις δικές τους μορφές λόγου, συνήθως προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένου είδους διαπραγματεύσεις. Το κάθε μεμονωμένο μαζικό γεγονός ίσως υπερβαίνει αυτή τη διαπραγμάτευση έως ένα βαθμό, αλλά έως τώρα δεν έχουν συνδεθεί μεταξύ τους με κάποιον ουσιαστικό τρόπο.

Όλοι αυτοί οι αγώνες, στον βαθμό που παραμένουν εντός του πλαισίου μιας δεδομένης μορφής διαπραγμάτευσης, δείχνουν προς άλλη κατεύθυνση κι όχι προς τον κομμουνισμό. Ακόμη κι αν αυτές οι συγκρούσεις είναι να ενταθούν, θα παραμείνουν μάλλον ως διαπραγμάτευσεις για δικαιώματα, καλύτερη τιμή γης ή εργασίας, ή λίγο περισσότερη συμμετοχή σε ένα σύστημα στο οποίο οι συμμετέχοντες δεν έχουν κανέναν πραγματικό έλεγχο. Αν μπορεί να διατηρηθεί ένα συγκεκριμένο επίπεδο κερδοφορίας, ακόμη και μια πρωτόγνωρη έκρηξη απεργιών και ταραχών θα είναι απίθανο να ξεφύγει από τον κύκλο των διαπραγματεύσεων. Είναι μόνο όταν τέτοιοι κοινωνικοί διάλογοι διαρρηγνύονται τελείως -καθώς η κρίση αναπαραγωγής βαθαίνει- που μπορεί να προκύψει η πιθανότητα για τη συγχώνευση αυτών των συγκρούσεων προς ένα κομμουνιστικό εγχείρημα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το «πρόβλημα της σύνθεσης» λύνεται απλώς με την εντατικοποίηση της κρίσης, αλλά μάλλον ότι η παρούσα «σύνθεση» της τάξης δεν αποτελεί πραγματικό πρόβλημα. Η σύνθεση μπορεί να κατανοηθεί ως ουσιαστικό, με την υπάρχουσα σύνθεση της τάξης να περιλαμβάνει ή να μην περιλαμβάνει κάποιου είδους «προκαθορισμένο επαναστατικό υποκείμενο», ή ως ρήμα, και τότε η επαναστατική υποκειμενικότητα συντίθεται μέσω της πράξης. Εξισώνοντας το ουσιαστικό με το ρήμα, η υπόθεση των Endnotes γίνεται ακούσια διφορούμενη για τη διαφορά ανάμεσα σε ιστορικά δεδομένα (κάποιο «προκαθορισμένο» υποκείμενο) και σε ιστορικές πράξεις. Στο 4ο τεύχος τους, οι Endnotes εξαλείφουν αυτή την ασάφεια μέσω μιας ιστορικής ανάλυσης αντίστοιχης με τη δική μας. Εδώ, επαναλαμβάνουμε, θέτουμε ότι η έλλειψη ενός «προκαθορισμένου επαναστατικού υποκειμένου» δεν έχει καμιά σχέση με το «πρόβλημα της σύνθεσης». Αντ’ αυτού, είναι μόνο η δυνατότητα του «δημόσιου διαλόγου» ανάμεσα στους εφημέριους του κεφαλαίου και σε συγκεκριμένες μερίδες του προλεταριάτου που καθιστούν πρόβλημα τη δραστηριότητα της σύνθεσης. Οι διαιρέσεις ανάμεσα στο προλεταριάτο θα επιμείνουν, αλλά καθώς η ικανότητα για κοινωνικό διάλογο καταρρέει, αυτές οι διαιρέσεις θα ισοπεδωθούν, θα γίνει ευκολότερο να γεφυρωθούν. Η ιδέα μιας «ταξικής συνείδησης δι-εαυτής» ή ενός επαναστατικού προγράμματος βασισμένου στο «γενικό συμφέρον, κοινό για όλους τους εργάτες» πάντοτε υπήρξε ένας μύθος που διασαλπίζεται από τους αυταπατώμενους και τους ισχυρούς – ιδιαίτερα από εκείνους που κρατούν το τιμόνι επαναστάσεων που πεθαίνουν. Το «ενοποιημένο» επαναστατικό υποκείμενο είναι κάτι που δεν προηγείται της επαναστατικής ορμής. Φτιάχνεται, δεν δίδεται.

Όποτε κάτι που προσέγγιζε μια τέτοια ταξική συνείδηση υπήρξε ιστορικά, δεν αποτέλεσε καθόλου αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός δοσμένου καθεστώτος βιομηχανικής γεωγραφίας ή χρήσης της εργασίας. Αντ’ αυτού, μια τέτοια «συνείδηση» σφυρηλατήθηκε από ένα ακατάστατο αμάλγαμα αγροτών, τεχνιτών, χειρονακτικών εργατών, ορδών ανέργων, συμμοριών άγριας νεολαίας, οργισμένων νοικοκυρών, ενθουσιασμένων χιλιαστών, μικρών κρατικών λειτουργών, φοιτητών, μαθητών, στρατιωτών, ναυτικών και ληστών, όλοι τους πεταμένοι στο αποστακτήριο της πρώιμης καπιταλιστικής πόλης, κι αντλώντας ο καθένας από διαφορετικές παραδόσεις αντίστασης. Η «συνείδηση» δεν ήταν μια ιδέα στα κεφάλια των ανθρώπων, αλλά απλώς το προσδιοριστικό της συνδυασμένης τους δραστηριότητας[80].

Παρομοίως, είναι ξεκάθαρο ότι κάθε προσπάθεια για το ξεπέρασμα των τωρινών ορίων των αγώνων στην Κίνα πρέπει να θέσει την εργοσταστιακή πόλη ως το κεντρικό της πεδίο, και να λειτουργήσει σε όλα τα διαιρεμένα στρώματα των προλετάριων που συνενώνονται περισσότερο λόγω γεωγραφικής εγγύτητας παρά μέσω κάποιας εγγενούς συνείδησης των εαυτών τους ως τάξη. Σήμερα, ωστόσο, οι παλαιότερες λαϊκές παραδόσεις αντίστασης αργοσβήνουν. Η επαναστατική παράδοση καθεαυτή συχνά δρα ως υποκατάστατο, με τους παλιούς Κινέζους επαναστάτες να έχουν ενσωματωθεί και μετασχηματίσει πολλές από τις παλαιότερες αυτές πρακτικές στον μύθο του σοσιαλιστικού κράτους. Σήμερα, σύμβολα και πρακτικές από την σοσιαλιστική εποχή συχνά γίνονται αντικείμενο επίκλησης για να δικαιολογήσουν επιθέσεις στους κατέχοντες την εξουσία. Πιθανόν το πιο διακεκριμένο σχετικό σύμβολο είναι η σύγχρονη δημοτικότητα της θρησκευτικής λατρείας του Μάο, που εξασκείται από το περίπου δώδεκα τοις εκατό του πληθυσμού (ιδιαιτέρως από τους φτωχούς της υπαίθρου) στο παραδοσιακό στυλ της κινέζικης λαϊκής θρησκείας[81]. Όταν συνδυάζονται με λαϊκές αναταραχές, αυτές οι παραδόσεις έχουν τελικά συνεισφέρει τόσο στη στήριξη της αριστερής πτέρυγας του ΚΚΚ (πχ το «πείραμα Τσονγκίνγκ» του Bo Xilai και τη «Νέα Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου» του Wen Tienjun[82]) όσο και στην κάλυψη των πραγματικών δυνατοτήτων για εξέγερση με τη μυστικιστική επίδραση της σοσιαλιστικής νοσταλγίας.

Η δεύτερη διαφορά-κλειδί είναι η διαφορετική κλίμακα και σύνθεση της καπιταλιστικής πόλης. Τεράστιοι αριθμοί Κινέζων προλετάριων ζουν κι εργάζονται δίπλα σε μεγάλες συγκεντρώσεις παραγωγικών υποδομών. Οι ταραχές στο Xintang έλαβαν χώρα σε ένα βιομηχανικό προάστειο που παράγει το 1/3 του παγκόσμιου τζην υφάσματος. Αρκετά χρόνια αναταραχών στα εργοστάσια της Foxconn σε όλη την Κίνα έχουν, παρομοίως, προκαλέσει τη δημιουργία του φαντάσματος-απειλή της παύσης της παγκόσμιας προσφοράς iPhones. Με μια πρώτη ματιά, αυτό φαίνεται να μοιάζει με την κατάσταση της εκβιομηχανισμένης Ευρώπης, όπου ο μύθος του ενοποιημένου προλεταριακού υποκειμένου θα μπορούσε να πάρει τον έλεγχο ακριβώς επειδή μια τόσο σημαντική μερίδα του προλεταριάτου απασχολείτο στην άμεση διαδικασία παραγωγής. Αλλά δεν είναι αυτή η περίπτωση της Κίνας του σήμερα: οι αλλαγές στη τεχνική σύνθεση της παραγωγής έχουν επιβεβαιώσει την τάση για αποβιομηχάνιση. Η συγχώνευση ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου, τότε, δεν μπορεί να επιχειρηθεί μέσω της επιβεβαίωσης της «εργατικής κουλτούρας» (gongren wenhua – 工人文化), ακόμη κι αν η διάδοση τέτοιων μύθων αποδείχτηκε χρήσιμη στο παρελθόν.

Παρόλη αυτή τη σχετική αποβιομηχάνιση, μεγάλος αριθμός κινέζων εργατών ακόμη καταλαμβάνει ζωτικές θέσεις της παγκόσμιας οικονομίας. Οι ταραχές στην Αθήνα, τη Βαρκελώνη, το Λονδίνο και τη Βαλτιμόρη, παρόλα όσα εκφράζουν, έχουν μικρή πιθανότητα να σπάσουν το «γυάλινο φράγμα» της παραγωγής. Ακόμη κι αν το κάνουν, το αποτέλεσμα θα ήταν οι άνθρωποι απλώς να γεμίσουν τους χώρους των logistics -λιμάνια, πολυκαταστήματα, σιδηροδρομικοί σταθμοί διαλογής εμπορευμάτων, πανεπιστήμια, νοσοκομεία κι ουρανοξύστες, όλα γρήγορα θα υποβιβαστούν σε ερήμους άδειων δωματίων και κοντέινερ αφού πρώτα τα πράγματα απαλλοτριωθούν- ή, στην καλύτερη, μια χούφτα εργοστασίων υψηλής τεχνολογίας που κατασκευάζουν ειδικευμένα αγαθά, χωρίς όμως πρόσβαση σε πρώτες ύλες ή τεχνογνωσία. Στην Κίνα, ωστόσο, οι γνώσεις μηχανικής κι η βασική τεχνική οξύνοια είναι ευρέως διαδεδομένες, οι αλυσίδες εφοδιασμού είναι πολλές και γερά συνδεδεμένες εντός των βιομηχανικών ομίλων, και το μπλοκάρισμα της παραγωγής ενός και μόνο εργοστασιακού συμπλέγματος μπορεί να αποτρέψει σημαντικές μερίδες της παγκόσμιας παραγωγής από το να φτάσουν στην αγορά.

Εν τω μεταξύ, το «παγκόσμιο εργοστάσιο» που συγκροτείται από υποδομές logistics, εδρεύει σε μεγάλο βαθμό στην Κίνα, όπου κατασκευάζεται το 82% της παγκόσμιας προμήθειας κοντέινερ μεταφοράς εμπορευμάτων:

Η Κίνα διαθέτει τους μεγαλύτερους παγκόσμιους κατασκευαστές κοντέινερ και γερανών, είναι τώρα η τρίτη μεγαλύτερη πλοιοκτήτρια χώρα μετά τη Γερμανία, κι η δεύτερη μεγαλύτερη ναυπηγική χώρα μετά την Ιαπωνία, κι έχει ξεπεράσει πλέον την Ινδία ως η μεγαλύτερη χώρα ανακύκλωσης πλοίων[83].

Η ικανότητα των δυτικών μπλοκαρισμάτων να στραγγαλίσουν τον κύκλο συσσώρευσης στο σημείο της κατανάλωσης είναι εκ φύσεως περιορισμένη από αυτούς τους παράγοντες. Παρότι η παραγωγή είναι απλωμένη σε παγκόσμια δίκτυα κι εκτείνεται πλήρως εντός της κοινωνικής σφαίρας (το λεγόμενο «κοινωνικό εργοστάσιο»), η παρέμβαση σε αυτά τα δίκτυα δεν είναι ίσης βαρύτητας παντού. Ακόμη και μαζικές παρεμποδίσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα κι η Ισπανία μπορούν απλώς να παρακαμφθούν – οι προβληματικές αγορές μπορούν να εγκαταλειφθούν, από τη στιγμή που οι περισσότερες έτσι κι αλλιώς πεθαίνουν όταν οι προλετάριοι μένουν χωρίς εύκολη πίστωση. Αυτόνομες ζώνες κι εργατικά κράτη μπορούν να οικοδομηθούν σε οποιεσδήποτε άγονες για το κεφάλαιο εκτάσεις χωρίς να αποτελούν κάποια πραγματική απειλή – στην καλύτερη προσφέροντας έναν βαθμό στήριξης της ζωής σε περιθωριακούς πληθυσμούς έως την επόμενη μελλοντική υπαγωγή κατά τη διάρκεια ενός νέου κύκλου επέκτασης του κεφαλαίου.

Το ζήτημα είναι ότι απλώς υπάρχουν κάποιοι προλετάριοι που σε σύγκριση με άλλους βρίσκονται πιο κοντά στους μοχλούς της παγκόσμιας παραγωγής. Ο στόχος ενός κομμουνιστικού εγχειρήματος δεν είναι η κατάληψη αυτών των μοχλών κι η λειτουργία του συστήματος για το όφελος όλων – επειδή το σύστημα είναι φτιαγμένο τόσο για να εξαθλιώνει όσο και να παράγει. Ο στόχος είναι να διαρρήξουμε θανάσιμα αυτό το σύστημα, να το αποσυνθέσουμε και να αναπροσαρμόσουμε όσα μπορούν να αναπροσαρμοστούν, αλλά για να το κάνουμε αυτό, η βάση-κλειδί του πρέπει να καταστραφεί – η άμεση διαδικασία παραγωγής, όπου οι εργάτες συναντούν το κεφάλαιο και κατασκευάζονται αντικείμενα. Και για να αποσυνθέσουμε και να αναπροσαρμόσουμε τα συστατικά του μέρη, είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε πώς λειτουργεί ο μηχανισμός, και να κατέχουμε την τεχνική ικανότητα ώστε να διασφαλίσουμε ότι κανείς δεν θα λιμοκτονίσει στο ενδιάμεσο.

Αυτή η γνώση δεν είναι κάποιο αφηρημένο αντικείμενο στοχασμού, αλλά αντ’ αυτού το ενσωματωμένο προϊόν εξάσκησης κι εμπειρίας εντός της ίδιας της σφαίρας της παραγωγής. Το κινέζικο εργατικό δυναμικό ήταν μια επικερδής πηγή εργασίας για τον παγκόσμιο καπιταλισμό ακριβώς λόγω αυτής της ενσωματωμένης γνώσης – το σοσιαλιστικό εκπαιδευτικό σύστημα είχε παράγει ένα πολύ μορφωμένο έθνος με έναν μεγάλο αριθμό μηχανικών μεσαίας κλίμακας. Σήμερα, παρόλη την υψηλή εναλλαγή μεταναστευτικής εργασίας, το κινέζικο προλεταριάτο διατηρεί μια μεγαλύτερη κι ευρύτερα διαμοιρασμένη «γνώση της τεχνικής οργάνωσης αυτού του κόσμου»[84] σε σχέση με τους προλετάριους σε μέρη όπως η Ελλάδα, η Ισπανία ή οι ΗΠΑ. Το πρόβλημα είναι πρακτικό. Χωρίς μέλλον ή παρελθόν, μένουμε μόνο με ό,τι βρίσκεται στα χέρια μας.

Σημειώσεις:

1. Για μια mainstream δημοσιογραφική επισκόπηση των γεγονότων, βλέπε Eunice Yoon, «China’s riot town: “No one else is listening”», CNN, 17 Ιουνίου 2011.
http://www.cnn.com/2011/WORLD/asiapcf/06/17/china.riot.town.yoon

2. Η Xintang παράγει περίπου το παγκόσμιο 1/3 των τζην υφασμάτων, κι έχει αποκτήσει έτσι το παρατσούκλι: «τζην πρωτεύουσα του κόσμου». Βλέπε Li Guang, Jiang Mingzhuo, Lu Guang, «The denim capital of the world: so polluted you can’t give the houses away», Chinadialogue, 13 Αυγούστου 2013.
https://fashiontech.wordpress.com/2014/08/05/the-denim-capital-of-the-world-so-polluted-you-cant-give-the-houses-away
Επίσης, βλέπε Malcolm Moore, «The end of China’s cheap denim dream», The Telegraph, 26 Φεβρουαρίου 2011:
http://www.telegraph.co.uk/news/worldnews/asia/china/8349425/The-end-of-Chinas-cheap-denim dream.html

3. Βλέπε τα διαγράμματα 1 έως 4 για λεπτομέρειες. Να σημειώσουμε, ωστόσο, ότι αυτά τα στοιχεία υπολογίζουν δεδομένα για το σύνολο της Κίνας. Ο αριθμός των ταραχών, απεργιών ή μπλοκαρισμάτων σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή με πολλά εργοστάσια όπως το δπP ξεπερνούν τον εθνικό μέσο όρο, όπως γίνεται φανερό όταν χαρτογραφούνται τα ίδια δεδομένα.

4. Η ίδια η έκθεση μπορεί να βρεθεί εδώ:
http://www.ssapchina.com/ssapzx/c_00000009000200010006/d_0907.htm
Και μια σύνοψη των περιεχομένων της στα Αγγλικά μπορεί να βρεθεί εδώ:
http://www.chinadaily.com.cn/china/2014-04/09/content_17415767.htm

5. Ο απεργιακός χάρτης του Εργατικού Δελτίου Κίνας είναι μπορεί να βρεθεί εδώ:
http://strikemap.clb.org.hk/strikes/en

6. Kalev Leetaru & Philip Schrodt, GDELT: Global Data on Events, Language and Tone, 1979-2012, International Studies Association Annual Conference, Απρίλιος 2013, Σαν Ντιέγκο, Καλιφόρνια.

7. Είναι επίσης άξιο αναφοράς ότι αρκετές, πολύ λιγότερο γνωστές, αυξήσεις των αναταραχών καταγράφονται στην πραγματικότητα από τη GDELT. Η αγροτική αναταραχή στα τέλη της δεκαετίας του 1990 -ιδιαιτέρως το 1997- και στις αρχές αυτής του 2000, που αναλύεται αλλού στο παρόν τεύχος, εμφανίζονται ξεκάθαρα στο διάγραμμα 1.

8. Βλέπε Phil A. Neel, «Counting Riots», Ultra, 2014.
www.ultra-com.org/projects/counting-riots

9. Αυτά τα στοιχεία αποτελούν αρχικούς υπολογισμούς από τη πλήρη βάση δεδομένων της GDELT, κανονικοποιημένα στο σύνολο των παγκόσμιων γεγονότων (σε σύγκριση με το σύνολο των γεγονότων εντός της χώρας) και μετασχηματισμένα με έναν απλό πολλαπλασιαστή για τη διασφάλιση ότι οι αριθμοί στον άξονα y δεν εμφανίζονται με επιστημονική σήμανση, με εφαρμογή μιας τοπικά σταθμισμένης εξομάλυνσης σκέδασης – σημειώστε ότι μια τέτοια εξομάλυνση δεν μπορεί να προκαλέσει μια γραμμή ή κύμα παλινδρόμησης. Αυτά τα στοιχεία προορίζονται να επιδείξουν τα χαρακτηριστικά των καταγεγραμμένων δεδομένων με έναν περιγραφικό τρόπο, όχι να υπαινιχθούν ένα μοντέλο παλινδρόμησης των δεδομένων ή άλλες επαγωγικές μεθόδους. Τα αρχικά δεδομένα μπορούν να βρεθούν εδώ:
http://gdeltproject.org

10. Το αναπαράγουμε από Phil A. Neel, «Counting Riots», Ultra, 22 Μαΐου 2014:
http://www.ultra-com.org/project/counting-riots
Αυτά τα στοιχεία χρησιμοποιούν γραμμές τάσης αντί για τοπικά σταθμισμένη εξομάλυνση σκέδασης, αλλά, ξανά, ο σκοπός είναι να δείξουμε τα χαρακτηριστικά των καταγεγραμμένων δεδομένων, όχι να πραγματοποιήσουμε μια γραμμική παλινδρόμηση ή παρόμοιες διαδικασίες. Επίσης, σημειώστε ότι αυτά είναι κανονικοποιημένα στο σύνολο των εθνικών γεγονότων, αντί στο σύνολο των παγκόσμιων γεγονότων. Το μοτίβο είναι το ίδιο, αλλά τα σχετικά χρονικά μέγιστα αλλάζουν ελαφρώς. Καμιά από τις μεθόδους δεν είναι λάθος, απλώς δίνουν έμφαση σε διαφορετικές όψεις του συνόλου των δεδομένων. Στα διαγράμματα 1 και 2, κανονικοποιήσαμε με βάσει τα παγκόσμια σύνολα για να θέσουμε τα φαινόμενα σε κλίμακα εντός των παγκόσμιων τάσεων, ενώ τα διαγράμματα 3 και 4 περιλαμβάνουν τις παγκόσμιες γραμμές τάσεις καθεαυτές.

11. Jason E. Smith, «Occupy, the Time of Riots, and the Real Movement of History», Scapegoat Journal, τεύχος 03, 2012.

12. «Διαδικασία Κράτησης», Endnotes #3, μετάφραση κι έκδοση των Φίλων του Κεραυνοβόλου Κομμουνισμού. Το κείμενο μπορεί να βρεθεί εδώ:
http://communisation.espivblogs.net/2015/12/08/holding-pattern/

13. Βλέπε Joel Andreas, Rise of the Red Engineers: The Cultural Revolution and the Origins of China’s New Class, εκδόσεις Stanford University Press, 2009.

14. Ho-Fung Hung, «Labor Politics under Three Stages of Chinese Capitalism», The South Atlantic Quarterly, 112(1), Χειμώνας 2013, σελ. 203-212.

15. Βλέπε Sikander, «Twenty-Five Years since the Tiananmen Protests: Legacies of the Student-Worker Divide», Chuang (αρχικά δημοσιευμένο στο Nao), 4 Ιουνίου 2014:
http://chuangcn.org/2014/06/twenty-five-years-since-the-tiananmen-protests-legacies-of-the-student-worker-divide/

16. [Σ.τ.Μ.]: Η Ζώνη της Σκουριάς αποτελείται από τις Μεγάλες Λίμνες και τις κεντροδυτικές και βορειοανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ οι οποίες επλήγησαν από οικονομική ύφεση, μείωση του πληθυσμού κι αστικό μαρασμό λόγω της συρρίκνωσης του πρώην ισχυρού τους βιομηχανικού τομέα. Η αντίστοιχη αυτή περιοχή της Κίνας είναι οι βορειοανατολικές επαρχείες Liaoning, Jilin και Χεϊλονγκτσιάνγκ.

17. [Σ.τ.Μ.]: Η Ζώνη του Ήλιου αποτελείται από τις νοτιοδυτικές και νοτιοανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ, οι οποίες από τη δεκαετία του 1970 κι ύστερα έχουν δει αύξηση του πληθυσμού κι οικονομική ανάπτυξη. Η αντίστοιχη αυτή περιοχής της Κίνας είναι κατά κύριο λόγο η Γκουανγκντόνγκ, στην οποία βρίσκεται το δπP.

18. Για μια επισκόπηση αυτής της διαδικασίας, βλέπε Ching Kwan Lee, Against the Law: Labor Protests in China’s Rustbelt and Sunbelt, εκδόσεις University of California Press, 2007, σελ. ix-xii.

19. Movement Communiste και Kolektivne Proti Kapitalu, «Worker’s Autonomy: Strikes in China», 2011, σελ. 28
https://libcom.org/library/workers-autonomy-strikes-china-mouvement-communiste

20. Eli Friedman, «China in Revolt», Jacobin, τεύχος 7-8, 2012.
https://www.jacobinmag.com/2012/08/china-in-revolt/

21. Movement Communiste και Kolektivne Proti Kapitalu, ό.π., σελ. 32.

22. Huilin Lu & Ngai Pun Ngai (Lu & Pun), «Unfinished Proletarianization: Self, Anger and Class Action among the Second Generation of Peasant-Workers in Present-Day China», Modern China, τόμος 36, νο. 5, 2010, σελ.495.

23. Ό.π., σελ. 497.

24. Ό.π.

25. Ό.π.

26. Ό.π.

27. Ό.π.

28. Για μια επισκόπηση αυτής της ίδια ακριβώς προλεταριοποίησης με τους μετανάστες στο επίκεντρο, όπως συνέβη στη γεωργία της Καλιφόρνια από τον 19ο αιώνα κι ύστερα, για παράδειγμα, βλέπε Carrie McWilliams, Factories in the Field: The Story of Migratory Farm Labour in California, εκδόσεις University of California Press, 1935.

29. Kam Wing Chan, «The Global Financial Crisis and Migrant Workers in China: “There is no Future as a Labourer. Returning to the Village has No Meaning”», International Journal of Urban and Regional Research, 34(3), Σεπτέμβριος 2010, σελ. 665.

30. Ό.π.

31. Ό.π., σελ.667.

32. Στη Ντογκουάν, το 70-80% του εργατικού δυναμικού αποτελείται από μετανάστες, κι οι μετανάστες αποτελούν περισσότερο από τα 3/4 του συνόλου των 6,5 εκατομμυρίων του πληθυσμού. Στη γειτονική Σεντζέν τα 7 από τα 8 εκατομμύρια των κατοίκων δεν είναι καταγεγραμμένα στο hukou της πόλης (Chan, ό.π., σελ. 663-665).

33. Βλέπε «Greece Unemployment Rate», Trading Economics, 2013.
http://www.tradingeconomics.com/greece/unemployment-rate

34. Βλέπε «Spain Unemployment Rate», Trading Economics, 2013.
http://www.tradingeconomics.com/spain/unemployment-rate

35. Αυτός ο αριθμός, παρμένος από τον Chan, επίσης δυνητικά υποτιμά τον απόλυτο αριθμό των ανέργων, αφού υποθέτει ότι όλοι οι μετανάστες που παρέμειναν στις πόλεις διατήρησαν κάποιου είδους απασχόλησης (Chan, ό.π., σελ. 667, διάγραμμα 2).

36. Το πακέτο ήταν ισοδύναμο με το 1/8 της συνολικής παραγωγής της κινέζικης οικονομίας.

37. Να σημειώσομε επίσης ότι το κινέζικο κράτος ήταν ικανό για αυτή τη δημοσιονομική παρέμβαση ακόμη κι ενόσω οι φόβοι για εσωτερική κρίση χρέους ξεκινούσαν να ανακύπτουν, με φούσκες που προέρχονταν από το επίπεδο εταιρειών και τοπικών κυβερνήσεων. Δράσεις σαν αυτή ενίσχυσαν περαιτέρω μεταξύ των επενδυτώντην υπερβολική πίστη  στη μεταρρυθμιστική ικανότητα του ΚΚΚ.

38. Chan, ό.π., σελ. 666-667.

39. Ό.π., σελ.666.

40. Βλέπε Gordon Orr, «What’s Next for Guangdong», Harvard Business Review:
https://hbr.org/2012/02/what-next-for-guangdong
Αυτό επίση σηματοδοτεί μια κρατικά καθοδηγούμενη προσπάθεια για μια ολοκληρωτική μετατόπιση της οικονομικής γεωγραφίας της χώρας μετά την κρίση. Το «Σχέδιο Αστικοποίησης Νέου Τύπου» που ανακοίνωσε Xi Jinping το 2014, φαντασιώνεται μια «χώρα των πόλεων», διασφαλισμένη από την επιβολή ανώτατου ορίου ανάπτυξης στις καθιερωμένες (κυρίως παράκτιες) μεγαλουπόλεις, κι αντ’ αυτού αναβαθμίζει τα περιφερειακά κέντρα μικρής και μεσαίας κλίμακας (πολλά εκ των οποίων θα βρίσκονται στην ενδοχώρα) σε μεγάλες αστικές ζώνες. Εν τω μεταξύ, οι υπάρχοντες αστικοί πυρήνες ενθαρρύνονται να επινοήσουν μια εντελώς καινούρια οικονομική βάση θεμελιωμένη στις υπηρεσίες και την παραγωγή βασισμένη στην υψηλή τεχνολογία.

41. [Σ.τ.Μ.]: Κατά την σοσιαλιστική περίοδο της Κίνας τέθηκαν σε εφαρμογή διάφορα προγράμματα «αγροτοποίησης», από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 έως και το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης το 1976, αποσκοπώντας στην αναδιανομή του αστικού πλεονάζοντος πληθυσμού στην ύπαιθρο. Η πλειοψηφία όσων μεταφέρθηκαν σε αγροτικές περιοχές ήταν άτομα νεαρής ηλικίας, και πολλές φορές η μετακίνησή τους στην ύπαιθρο υπήρξε καταναγκαστική.

42. Ο λευκός, άντρας εργάτης υπήρξε, ιστορικά, το αρχέτυπο του κάτοχου μισθού στο αμερικάνικο πλαίσιο, αλλά σε άλλες χώρες έχουν υπάρξει άλλες μισθολογικές ιεραρχίες βασισμένες σε διαφορετικά συμπλέγματα ιστορίας, φύλου, εθνικότητας κι απλής γεωγραφίας.

43. [Σ.τ.Μ.]: Okies αποκαλούνταν στην Καλιφόρνια οι φτωχοί μετανάστες από την Οκλαχόμα και τις κοντινές της πολιτείες. Τη δεκαετία του 1930 περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Okies μετανάστευσαν στην Καλιφόρνια. Έως το 1950, περίπου 4 εκατομμύρια Okies, δηλαδή το 1/4 του πληθυσμού των πολιτειών της Οκλαχόμα, Τέξας, Αρκάνσας και Μιζούρι είχαν μεταναστεύσει, κυριώς προς δυτικότερες πολιτείες των ΗΠΑ. Terroni αποκαλούνταν υποτιμητικά από του κατοίκους της βόρειας Ιταλίας όσοι κατοικούσαν στην, ή προέρχονταν απ’ την, κεντρική και νότια Ιταλία.

44. Για μια ιστορία τέτοιας διαχείρισης της εργασίας στην Καλιφόρνια βλέπε McWilliams, ό.π..

45. Chen 2013, σελ. 203.

46. Blaumachen και φίλοι, «Η Ανάδυση του (Μη-) Υποκειμένου», Blaumachen #6:
http://www.blaumachen.gr/wp-content/uploads/2012/02/MY1.pdf

47. Ό.π., ο τονισμός του πρωτότυπου.

48. Rocamadur/Blaumachen, «The Feral Underclass Hits the Streets», Sic: International Journal for Communisation, τεύχος 02, 2014, σελ. 99. Μπορεί να βρεθεί εδώ:
http://www.blaumachen.gr/2012/10/the-feral-underclass-hits-the-streets/

49. Ό.π.

50. Endnotes, «Η Κρίση της Ταξικής Σχέσης», Endnotes 2, μετάφραση κι έκδοση των Φίλων του Κεραυνοβόλου Κομμουνισμού.

51. Judith Banister, «China’s manufacturing employment and hourly labor compensation, 2002-2009», Bureau of Labor Statistics, 7 Ιουνίου 2013.
http://www.bls.gov/fls/china_method.pdf

52. Βλέπε Banister, 2013, «Manufacturing in China» στο διάγραμμα 8.

53. Theorie Communiste, «The Glass Floor», Les Émeutes En Grèce, εκδόσεις Sononevero, 2009, σελ. 41-41. Ο τονισμός του πρωτότυπου. Μπορεί να βρεθεί εδώ:
http://libcom.org/files/glass-floor.pdf

54. Βλέπε Stefan Al, Factory Town of South China: An Illustrated Guidebook, εκδόσεις Hong Kong University Press, 2012.

55. Αυτός ο μηχανισμός, παρόλο που τείνει αφηρημένα προς την ολότητα, δεν είναι με κανένα τρόπο «απόλυτος», με την έννοια της πραγματικής του αποτελεσματικότητας. Η ύπαρξη των ίδιων των ταραχών συνιστά ξεκάθαρη απόδειξη γι’ αυτό, καθώς η επίμονη παρουσία ζωνών από παραγκουπόλεις όπως 城中村 (chengzhongcun – «χωριά εντός της πόλης»), κι η ανικανότητα του κράτους να ηγεμονεύσει εξαιτίας της διαφθοράς ή ακόμη και να επιτύχει την εφαρμογή των βασικών οδηγιών του από τις τοπικές κυβερνήσεις.

56. [Σ.τ.Μ.]: Κινέζικη έκφραση που αναφέρεται σε επαγγέλματα με εγγυημένη σταθερότητα απασχόλησης, εισοδήματος και κοινωνικών παροχών. Παραδοσιακά, τέτοια επαγγέλματα στην Κίνα σχετίζονται με τον στρατό, τις δημόσιες υπηρεσίες και τις κρατικές επιχειρήσεις. Με τις εργασιακές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1980 κάποια από τα επαγγέλματα αυτά δέχτηκαν πλήγματα, ενώ από το 2011 σημειώνονται νέες προσπάθειες από το κράτος για τη διάρρηξη του σιδηρού μπολ ρυζιού, κυρίως στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ.

57. Βλέπε «Employment in Agriculture», Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, Παγκόσμια Τράπεζα:
http://data.worldbank.org/indicator/SL.AGR.EMPL.ZS
Για μια ευρύτερη επεξήγηση των ίδιων δυναμικών στις χώρες των BRICs, βλέπε Joshua Clover & Aaron Benanav, «Can Dialectics Break BRICs?», The South Atlantic Quarterly, 2014.
http://krieger.jhu.edu/arrighi/wp-content/uploads/sites/29/2014/03/Can-Dialectics-Break-BRICS_JHU.pdf

58. Banister, ό.π., σελ. 2.

59. Gwynn Guilford, «Five charts to explain China’s shadow banking system, and how it could make a slowdown even uglier», Quartz, 20 Φεβρουαρίου 2014.
http://qz.com/175590/five-charts-to-explain-chinas-shadow-banking-system-and-how-it-could-make-a-slowdown-even-uglier/

60. Βλέπε Eli Friedman, Insurgency Trap: Labor Politics in Postsocialist China, εκδόσεις Cornell University Press, 2014.

61. Roland Simon (R.S.) «Η Τωρινή Στιγμή», Blaumachen #5.
http://www.blaumachen.gr/2011/11/%CE%B7-%CF%84%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%AE/

62. Βλέπε Eli Friedman, ό.π.

63. Chan, ό.π.

64. Lu & Pun, ό.π., σελ. 503.

65. Ό.π., σελ. 507.

66. Ό.π.

67. Ό.π., σελ. 513.

68. Ό.π., σελ. 511.

69. Blaumachen & φίλοι, «Η Ανάδυση του (Μη-) Υποκειμένου», ό.π.

70. Lu & Pun, ό.π., σελ. 512.

71. Παράθεμα από ό.π.

72. Ό.π., σελ. 514.

73. Παράφραση από ό.π., σελ. 513.

74. Βλέπε Friends of Gongchao, «The New Strikes in China», 2014
http://www.gongchao.org/en/texts/2014/new-strikes-in-china

75. Για την ιστορία στα αγγλικά, βλέπε Alex Stevens, «Rioting crowd severely beats 5 chengguan for killing civilian», Shanghaiist, 21 Απριλίου 2014.
http://shanghaiist.com/2014/04/21/rioting-crowd-beats-5-chengguan-for-killing-civillian.php

76. Εξέγερση στη Γκουάνγκτζου, Νότια Κορέα τον Μάιο του 1980. Βλέπε:
http://libcom.org/history/1980-the-kwangju-uprising

77. Endnotes, «Διαδικασία Κράτησης», ό.π.

78. Ό.π.

79. [Σ.τ.Μ.]: Το hukou είναι το μητρώο του συστήματος καταγραφής νοικοκυριών και τόπων κατοικίας. Αυτή η καταγραφή είναι υποχρεωτική δια νόμου, αποτελεί απομεινάρι του αρχαίου κινέζικου κοινωνικού συστήματος τύπου κάστας, κι αποσκοπεί στον έλεγχο των μετακίνησεων μεταξύ της υπαίθρου και των πόλεων, κατηγοριοποιώντας τους εργάτες ως προερχόμενους «από την πόλη» ή «την ύπαιθρο». Για να μπορέσει ένας εργάτης να μετακινηθεί από την ύπαιθρο στην πόλη για να βρει μια μη αγροτική εργασία, πρέπει πρώτα να αιτηθεί στις σχετικές κρατικές υπηρεσίες, με τον αριθμό των αιτήσεων που γίνονται αποδεκτές να είναι περιορισμένος. Όποιος εργάζεται εκτός της επαρχίας στην οποία είναι δηλωμένος ή κάνει διαφορετική δουλειά από αυτή που έχει δηλώσει, δεν δικαιούται πρόσβαση σε μια σειρά από κρατικές κοινωνικές παροχές πρόνοιας.

80. Εν συντομία: Η «υποκειμενικότητα» έχει πάντα υπάρξει «(Μη-) Υποκειμενικότητα», χρησιμοποιώντας τους όρους των Blaumachen, μόνο που τώρα γίνειται με λιγότερους αγρότες. Για μια περισσότερο λεπτομερής εκδοχή αυτής της άποψης, βλέπε το Endnotes #4.
http://endnotes.org.uk/issues/4

81. Li Xiangping, «Xinyang, quanli, shichang – Mao Zedong xinyang de jingjixue xianxiang» [ 李向平:信仰·权力·市场 — 毛泽东信仰的经济学现象, Πίστη, εξουσία κι αγορά – Η οικονομία της λατρείας του Μάο], 28 Ιανουαρίου 2011, Zhongguo zongjiao xuexhu wang [Ακαδημαϊκή ιστοσελιδά σχετικά με την κινέζικη θρησκεία].
http://iwr.cass.cn/zjyjj/201101/t20110128_6030.htm

82. [Σ.τ.Μ.]: Το πείραμα Τσονγκίνγκ παίρνει το όνομά του από την ομώνυμη πόλη της κινεζικής ενδοχώρας. Εκεί, υπό την ηγεσία του Bo Xilai, χρησιμοποιήθηκαν κρατικές επιχορηγήσεις για την προσέλκυση μεγάλων ξένων επιχειρήσεων όπως η Apple, τέθηκε σε εφαρμογή ένα μεγάλο πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης και καταπολεμήθηκε η μαφία. Εν ολίγοις, το μοντέλο που εφαρμόστηκε στην Τσονγκίνγκ έχει στο επίκεντρο την επένδυση σε ένα νέο κύμα εξαγωγικής ανάπτυξης με την κινητοποίηση κεφαλαίων και παράγωγων χρηματοοικονομικών προϊόντων της κινεζικής ενδοχώρας. Η Νέα Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου είναι ένα ιδεολογικό ρεύμα και κοινωνικό κίνημα που αφορά την κρίση της κινέζικης υπαίθρου. Στον πυρήνα της βρίσκονται διάφορες ΜΚΟ, ακαδημαϊκοί θεσμοί, ακτιβιστές και δεκάδες αγροτικοί συνεταιρισμοί και συνεργατικές. Το ρεύμα αυτό υποστηρίζει ότι οι μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1970 δεν προσφέρουν πλέον στις αγροτικές περιοχές, αντιτίθεται στις νεοφιλελεύθερες πρακτικές κι αποζητά τη βιώσιμη ανάπτυξη μέσω της αγροτικής ανοικοδόμησης των λαϊκών κοινοτήτων της μαοϊκής εποχής με τη δημιουργία συνεργατικών κοινωνικών οργανώσεων κι αγροτικών συνεταιρισμών.

83. Deborah Cowen, The Deadly Life of Logistics, εκδόσεις University of Minnesota Press, 2014, σελ. 67.

84. Βλέπε The Invisible Committee, To Our Friends, εκδόσεις Semiotext(e), 2015. σελ. 95.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s