Home

Αν και δημοσιευμένο έναν χρόνο πριν, το παρακάτω το κείμενο των Gilles Dauvé και Tristan Leoni για την κατάσταση που επικρατεί στη Rojava δεν έχει χάσει καθόλου την επικαιρότητά του, ενόσω η όξυνση των εχθροπραξιών, ο πολλαπλασιασμός των εμπλεκόμενων κρατών και η απειλή παγκόσμιου πολέμου από τα επίσημα χείλη του ρώσου πρωθυπουργού απομακρύνουν ακόμα περισσότερο το ενδεχόμενο της όποιας επανάστασης στην περιοχή. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι με αυτόν τον τρόπο που επανήλθε στην επικαιρότητα, με τον εντονότερο δυνατό τρόπο, το ζήτημα της σύνδεσης του πολέμου με την επανάσταση, καθώς και το ζήτημα του περιεχομένου της. Για το πρώτο, θα θυμήσουμε ότι ήδη από το 1941 και το κείμενό του Πόλεμος και Επανάσταση, o Karl Korsch έχει υποστηρίξει ότι μια τέτοια σύνδεση δεν είναι δυνατή· για το δεύτερο, σας αφήνουμε να διαβάσετε τη μετάφραση που ακολουθεί.

Απέναντι στους ιδεολόγους θιασώτες της “επανάστασης” στη Rojava, διαφόρων ειδών και αποχρώσεων, οι οποίοι όχι μόνο αποφεύγουν να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα “εάν ένας μεγάλος κοινωνικός ξεσηκωμός βρίσκεται σε εξέλιξη στη Rojava, πότε και πώς ανατράπηκε η άρχουσα τάξη;”, αλλά εσχάτως θεωρούν αυτονόητη τη συμμετοχή στους ενδοκαπιταλιστικούς πολέμους, θυμίζουμε αφενός τη στάση που κράτησαν ορισμένες μη αμελητέες μειοψηφίες λιποτακτών προλετάριων και στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και στον πόλεμο της Ουκρανίας και αφετέρου ότι ο αντιιμπεριαλισμός ποτέ δεν προώθησε την κομμουνιστική επανάσταση. 

 

 

Όταν οι άνθρωποι παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους για να επιβιώσουν, φανερώνουν τη δυνατότητα κοινωνικής αλλαγής.

Αυτό που συμβαίνει στη Rojava από το 2012 και μετά αποτελεί μια απόπειρα κοινωνικής αλλαγής, ιδιαίτερα εξαιτίας του διαφορετικού ρόλου των γυναικών.

Οι Κούρδοι αναγκάζονται να δημιουργήσουν τη δική τους ιστορία υπό συνθήκες στις οποίες μπορούν να επιδράσουν μόνο μέσα στη δίνη ενός διεθνοποιημένου εμφυλίου πολέμου – μια όχι και τόσο ιδανική συνθήκη χειραφέτησης.

Από την έλλειψη Κράτους στην οικοδόμηση του έθνους

 Η αφήγηση του κουρδικού κινήματος ανεξαρτησίας είναι καλά τεκμηριωμένη: η γεωγραφία του που επικαλύπτει τέσσερις χώρες (Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν), η διαίρεσή του σε αντίπαλα κόμματα, η τάση αυτών των κομμάτων να στρέφουν τη μια γειτονική χώρα εναντίον της άλλης, μερικές φορές τη μια υπερδύναμη εναντίον της άλλης, οι ολέθριες συνέπειες αυτών των μεταβλητών συμμαχιών, η εξάρτησή του από τη μεγάλη κουρδική διασπορά της Ευρώπης, η προσαρμοστικότητά του απέναντι στην καταστολή και τις εμφύλιες συγκρούσεις, η ικανότητά του να επιβιώνει των σκαμπανεβασμάτων της διεθνούς πολιτικής, η οποία ικανότητα εξισώνεται με την ανικανότητά τoυ να δημιουργήσει ένα εθνικό Κράτος. Μερικές φορές υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επιβίωση και τις τάσεις αυτοκτονίας.

Μέχρι το 2003.

Μετά, τρία σημαντικά γεγονότα άλλαξαν τη συμφωνία για τους Κούρδους, και μεταξύ άλλων συνεπειών, αναμόρφωσαν το PKK, το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν στην Τουρκία.

Πρώτον, μετά το 2003, η διάλυση του Ιράκ σε τρία ασύνδετα μεταξύ τους τμήματα: το σουνιτικό, το σιιτικό και και την Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν στον βορρά – την οποία έχει αναλάβει το PDK υπό την ηγεσία της φατρίας του Μπαρζανί – που στην πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με δυτικό προτεκτοράτο.

Δεύτερον, το συριακό Κράτος, εμπλεκόμενο σε εμφύλιες διαμάχες και σεκταριστικές διαιρέσεις, έχασε τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κουρδικών περιοχών.

Τρίτον, σουνίτες τζιχαντιστές κατέλαβαν μια μεγάλη λωρίδα συριακού εδάφους και απείλησαν την επιβίωση του κουρδικού πληθυσμού. Επομένως, ήταν η άνοδος του ISIS / Daesh που τελικά εξώθησε τους Κούρδους στο προσκήνιο. (ISIS είναι το αγγλικό ακρωνύμιο για το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και τη Συρία, Daesh το αραβικό αρκτικόλεξο για το Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και την Ανατολική Μεσόγειο.)

Εάν το ISIS αποτελούσε μόνο κίνδυνο για τις ζωές εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, η Δύση δεν θα έκανε κάτι παραπάνω από ό,τι έχει ήδη κάνει από το 2011 και μετά για να σταματήσει το καθεστώς Άσαντ που έσφαζε τον ίδιο τον πληθυσμό του. Όπως εξελίσσονται τα πράγματα, το ISIS αποτελεί απειλή για τις περιφερειακές πολιτικές ισορροπίες και τα κατοχυρωμένα πετρελαϊκά συμφέροντα, οπότε η Δύση κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να εμποδίσει το ISIS να αναλάβει τον έλεγχο της περιοχής και των πετρελαιοπηγών της. Ο δικτάτορας Άσαντ εμφανίζεται τώρα ως μικρότερο κακό από τους ανεξέλεγκτους τζιχαντιστές. Η έμμεση υποστήριξη των ΗΠΑ σε ένα καθεστώς, το οποίο μερικά χρόνια πριν οι ΗΠΑ σκέφτονταν να βομβαρδίσουν μέχρι παράδοσης, δεν συνιστά καθόλου έκπληξη: από το 1970 και μετά, η αμερικανική πολιτική προς τη Συρία έχει μετατοπιστεί πολλές φορές και καμία από αυτές τις μετατοπίσεις δεν είχε περισσότερο ή λιγότερο να κάνει με τον βασανισμό και τις δολοφονίες εκ μέρους του καθεστώτος της Δαμασκού. Για τις κυρίαρχες δυνάμεις, οι δευτερογενείς επιπτώσεις του περιφερειακού χάους πρέπει να συγκρατηθούν, υποστηρίζοντας τον Άσαντ αν χρειαστεί, ακόμη και με την εδραίωση μιας κουρδικής πατρίδας.

Στις κουρδικές περιοχές στο βόρειο τμήμα της Συρίας, σιωπηρή λαϊκή (δηλαδή διαταξική) συμμαχία σχηματίστηκε για πρώτη φορά μετά το 2011 – με σκοπό την αυτοδιαχείριση μιας περιοχής την οποία εγκατέλειψαν οι συριακές αρχές – και στη συνέχεια το 2014 για την υπεράπισή της από τη θανάσιμη απειλή του ISIS. Η αντίσταση συνδυάζει τους προηγούμενους παραδοσιακούς δεσμούς με τα νέα κινήματα, ιδιαίτερα των γυναικών, σε μια λειτουργική κοινότητα στην οποία μετέχουν προλετάριοι και στοιχεία της μεσαίας τάξης και συνεκτικό στοιχείο της οποίας είναι η έμφαση σε ένα κοινό κουρδικό έθνος.

Μια αυτόνομη ενδοχώρα έχει εγκαθιδρυθεί: Rojava (δυτικά στην κουρδική γλώσσα), που αποτελείται από τρία μη όμορα καντόνια (Afrin, Kobane και Cizire) στη βόρεια Συρία, κατά μήκος των τουρκικών συνόρων. Έχει έκταση περίπου 18.300 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με πληθυσμό 4,6 εκατομμύριων σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2014. (Συγκριτικά, η Ουαλία έχει έκταση 20.700 τετραγωνικά χιλιόμετρα, με πάνω από 3 εκατομμύρια κατοίκους.) Μετά την αποχώρηση του επίσημου συριακού στρατού, σημειώθηκαν μερικές αψιμαχίες μεταξύ του Ελεύθερου Συριακού Στρατού και των Κούρδων, οι οποίοι τον απώθησαν. Υπάρχει τώρα “ένα είδος άγραφης συμφωνίας, κατά την οποία το καθεστώς της Συρίας επιτρέπει στη Rojava κάποια αυτονομία με αντάλλαγμα την ουδέτερη στάση των σύριων κούρδων στον εν εξελίξει εμφύλιο πόλεμο” (Il Latto Cattivo: βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου).

Σε αυτές τις περιοχές, η κουρδική πλειοψηφία συνυπάρχει με διάφορες άλλες “εθνικές” ομάδες, όλες τους υπό καθεστώς καταπίεσης από το ιρακινό Κράτος στο παρελθόν. Η κατάρρευση του επίσημου νόμου και της τάξης στην περιοχή δημιούργησε ένα κενό εξουσίας στη βόρεια Συρία και γέννησε μια λαϊκή οργάνωση βάσης, συντονιζόμενη υπό την ονομασία TeV-DEM (Κίνημα της Δημοκρατικής Κοινωνίας).

Η δράση των απλών ανθρώπων έχει σπάσει τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα. Από εκεί και πέρα, τι;

 Αυτοάμυνα

«Ένα μεγάλο νεφέλωμα “κινημάτων” – ‘ενοπλων και μη, που κινούνται μεταξύ της κοινωνικής ληστείας και του οργανωμένου ανταρτοπολέμου – δρουν στις πιο άθλιες περιοχές του παγκόσμιου καπιταλιστικού σκουπιδότοπου, παρουσιάζοντας χαρακτηριστικά όμοια με εκείνα του σημερινού ΡΚΚ. Αυτά, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προσπαθούν να αντισταθούν στην καταστροφή ήδη περιθωριακών οικονομιών επιβίωσης, στη λεηλασία των τοπικών φυσικών και μεταλλευτικών πόρων, ή στην επιβολή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας της γης, η οποία περιορίζει ή εμποδίζει την πρόσβαση σ’ αυτήν και τη χρήση της· μπορούμε να αναφέρουμε σαν παραδείγματα την πειρατεία στις θάλασσες ανοιχτά της Σομαλίας, το MEND στη Νιγηρία, τους Ναξαλίτες στην Ινδία, τους Μαπούτσε στη Χιλή… είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το κοινό περιεχόμενο τους που είναι η αυτοάμυνα. Μια αυτοάμυνα που μπορεί να θεωρηθεί ζωτική, αλλά που δεν διαφέρει, όσον αφορά τη φύση της, από εκείνη που εκφράζεται σε οποιαδήποτε συνδικαλιστική ενέργεια που αποσκοπεί στην υπεράσπιση του μισθού ή των συνθηκών εργασίας εκείνων που συμμετέχουν σε αυτήν. Ακριβώς όπως θα αποτελούσε ένα τρικ να παρουσιάσουμε ένα μισθολογικό αγώνα, ακόμα κι αν είναι εξαιρετικά σκληρός και ευρύς, σαν ένα «επαναστατικό κίνημα», κατά τον ίδιο τρόπο θα ήταν παραπλανητικό να αποδώσουμε σε αυτό τον τύπο αυτοάμυνας που ασκούν εξαθλιωμένοι πληθυσμοί ένα εγγενές επαναστατικό νόημα. » (Il Lato Cattivo)

H  αυτοάμυνα υπονοεί την αυτοοργάνωση. Αυτό που έχουμε στη Rojava είναι:

«(..) ένα πραγματικό κίνημα ενάντια στην κρατική λεηλασία και τον εξαναγκασμό, το οποίο πολεμάει με στρατιωτικά μέσα στα σύνορά του και προς τα μέσα μέσω της διάχυσης της εξουσίας στο εσωτερικό του. Τα όρια των αγώνων στη Rojava, υπ’ αυτή την έννοια, είναι τα όρια των αγώνων παντού όπου η σχέση μεταξύ εργασιακής δύναμης και κεφαλαίου έχει γίνει ζήτημα καταστολής και όπου οι αγώνες έχουν ως αφετηρία αυτήν την καταπίεση. Αυτοί οι αγώνες λαμβάνουν χώρα μακριά από τα προπύργια της αναπαραγωγής του κεφαλαίου και δεν κατευθύνονται προς την ανατροπή των σχέσεων εκμετάλλευσης ». (Becky)

Το όλο ζήτημα είναι αν η αυτοάμυνα στη Rojava είναι – ή θα μπορούσε να γίνει – ο δρόμος για την ανατροπή των σχέσεων παραγωγής. Αλλά πρώτα, λίγα λόγια για τον εθνικισμό.

 Το έθνος έχει νέο πρόσωπο

Τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του 21ου αιώνα διαφέρουν σημαντικά από ό, τι ήταν στο παρελθόν, όταν η αποικιοκρατία πλησίαζε στο τέλος της και ξεσπούσε δι’ αντιπροσώπων ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-ΕΣΣΔ με μια πλούσια γκάμα μεταβλητών συμμαχιών και εκατομμύρια νεκρών. Ο κουρδικός λαός πλήρωσε αυτό το τίμημα ακόμα περισσότερο, καθώς οι Κούρδοι είναι διαιρεμένοι μεταξύ τεσσάρων χωρών. Ωστόσο, η βαθιά αλλαγή στην εθνικιστική ατζέντα δεν οφείλεται σε ανθρωπιστικές ευαισθησίες, στη δέσμευση για μη χρήση βίας ή την ανάγνωση αυθεντικής κριτικής θεωρίας. Μιλώντας περισσότερο ρεαλιστικά, το προηγούμενο βασικό στοιχείο της είχε ξεπεραστεί.

Με λίγα λόγια, όταν ένα εθνικοαπευλευθερωτικό μέτωπο αναλαμβάνει την εξουσία, το τυπικό πρόγραμμά του περιλαμβάνει το κόψιμο των δεσμών με την κυρίαρχη δύναμη (στη Μέση Ανατολή, η Μεγάλη Βρετανία μέχρι τη δεκαετία του ’40, οι ΗΠΑ αργότερα), την αναζήτηση στήριξης από τον ανταγωνιστή της (ΕΣΣΔ) και την ενδογενή ανάπτυξη καθοδηγούμενη από το Κράτος στη βάση της κολλεκτιβοποιημένης γεωργίας και της βαριάς βιομηχανίας. Τουλάχιστον αυτός ήταν ο σχεδιασμός. Όπου δεν υπήρχε επαρκής αστική τάξη, ή ήταν αδύναμη, η εθνική απελευθέρωση επέλεξε τον γραφειοκρατικό, αντί του αστικού καπιταλισμού, έψαξε για συνταγές στον Μαρξ και τον Μάο, όχι στον Άνταμ Σμιθ και τον Κέυνς, και εγκατέστησε ένα δικτατορικό καθεστώς υπό την ηγεσία ενός δήθεν εργατικού ή λαϊκού κόμματος. Τα κατάφερε περισσότερο στη δικτατορία παρά στην ανάπτυξη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τέλος πάντων, με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την έλευση της παγκοσμιοποίησης, αυτό κατέστη ανεφάρμοστο. Έτσι, μετά την υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού, του γκεβαρισμού και του τριτοκοσμισμού, ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας  ασπάστηκε τη δική του εκδοχή εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Η δυσφήμηση του σοσιαλιστικού εθνικισμού οδήγησε στον εθνικισμό των εθνικών μειονοτήτων, ο οποίος στην περίπτωση του PKK μορφοποιήθηκε στο κάλεσμα για ένα πολυεθνοτικό Κράτος. Λογικά, αυτή η νέα γραμμή εγκρίθηκε και από το παράρτημα του PKK στη Συρία, το PYD.

Όπως κάθε πολιτικό κίνημα, έτσι και ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας προσφέρει στον εαυτό του την ιδεολογία, τους συμμάχους και τους σκοπούς, τους οποίους μπορεί να έχει και τους τροποποιεί όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Το 1903, στο 6ο συνέδριο του, γνωστό ως «συνέδριο της Ουγκάντα», εξακολουθούσαν να υπάρχουν διαμάχες εντός του σιωνισμού γύρω από το αν μια εβραϊκή πατρίδα μπορούσε να βρεθεί στην Αφρική. Το 1914, ο Pilsudski δεν έκανε την επιλογή μεταξύ σωστού και λάθους: υποστήριξε αυτό που θεωρούσε καλύτερο για την πολωνική ανεξαρτησία, και άλλαξε πλευρά κατά την εξέλιξη του πολέμου. Ο εθνικιστής δεν πιστεύει σε μια τάξη ή ένα σύστημα ηθικών αξιών, απλά σε αυτό που θεωρεί ως «λαό του» και στον δικό του ρόλο ως ηγέτης αυτού του λαού. Oi πεποιθήσεις παρουσιάζουν διακυμάνσεις, το ίδιο και τα δόγματα.

Ποτέ μην κρίνεις ένα βιβλίο ή την εθνική απελευθέρωση από το εξώφυλλό της. Στο πραγματικό πεδίο, τα στελέχη του PKK θα υποστηρίξουν ένα γαιοκτήμονα ή ένα αφεντικό επειδή έχει επιρροή στην περιοχή. Επίσης, θα υπερασπίσουν απεργίες ή θα οργανώσουν διαδηλώσεις, αν αυτό τους βοηθά να κινητοποιήσουν τους κατοίκους της περιοχής. Σε ένα σημείο θα συνταχθούν με άκαμπτες μορφές θρησκείας, και σε ένα άλλο με την ανοχή. Σήμερα, εμφανίζονται ως παραδοσιακοί, αύριο ως μοντερνιστές. Αυτή είναι η πολιτική: το PKK στηρίζει ό,τι αυξάνει τη βάση της εξουσίας του. Την περίοδο που ισχυριζόταν ότι αποτελεί τμήμα του παγκόσμιου σοσιαλισμού, δεν είχε χρόνο για αιρετικούς, όπως ο Πάνεκουκ ή ο Μάττικ, και επέλεξε τον επιτυχημένο μαρξισμό-λενινισμό. Όταν ενστερνίζεται την ελευθεριακότητα, δεν παίρνει στο κατόπι τον Μάχνο, και προτιμά μια αποδεκτή εκδοχή, ίσως την πιο μετριοπαθή από όλες σήμερα, το δόγμα Μπούκτσιν, που δίνει γεύση στον κοινοτιστικό σοσιαλισμό του 19 ου αιώνα πασπαλίζοντάς τον με αυτοδιαχείριση και οικολογία.

Μια αρκετά λογική επιλογή. Το PKK υποχρεώθηκε να περιορίσει τις φιλοδοξίες του και ο συνομοσπονδιακός κοινοτισμός είναι η μόνη πολιτική ιδεολογία διαθέσιμη σε ένα κόμμα που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με Κράτη και σύνορα, διότι δεν μπορεί να ελπίζει να δημιουργήσει δικό του Κράτος με τα δικά του σύνορα, πράγμα που θα σήμαινε δυναμική επαναχάραξη των συνόρων τουλάχιστον δύο γειτονικών χωρών. Κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, το PKK έχει θάψει τις αναφορές σε “τάξη” και “κόμμα” και προωθεί την αυτοδιαχείριση, τη συνεργασία, τον κοινοτισμό (όχι κομμουνισμό), τον αντι-παραγωγισμό και το φύλο. Ο David Graeber χαιρόταν για το γεγονός ότι στο Κουρδιστάν οι άνθρωποι μπορούν πλέον να διαβάζουν Τζούντιθ Μπάτλερ. Μια απολύτως ακριβής παρατήρηση. Αποδόμηση του πολιτικού υποκειμένου (δηλαδή του προλεταριάτου ως ιστορικού φορέα), προτεραιότητα στις ταυτότητες, αντικατάσταση της τάξης από το φύλο… το PKK έχει αναμφίβολα εναλλάξει τον μαρξισμό με τον μεταμοντερνισμό.

Μιλώντας για “μη Κράτος” παίζει με τις λέξεις. Το PKK δεν έχει παραιτηθεί από τον στόχο κάθε εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος. Αν και χρειάζεται μεγάλη προσοχή για να αποφευχθεί η χρήση μιας λέξης που ακούγεται πολύ αυταρχική, εξακολουθεί να στοχεύει στη δημιουργία ενός πολιτικού μηχανισμού κεντρικής λήψης αποφάσεων στην κουρδική επιΚράτεια, και τι καλύτερη λέξη για αυτό από Κράτος; Με την προσθήκη ότι το Κράτος αυτό θα ήταν τόσο δημοκρατικό υπό τον έλεγχο των πολιτών του που δεν θα άξιζε πλέον το όνομα του Κράτους. Τόση πολλή ιδεολογία.

Στον πραγματικό κόσμο, ο στόχος μιας ισχυρής εσωτερικής αυτονομίας σε συνδυασμό με δημοκρατική ζωή στη βάση δεν είναι ουτοπικός. Αυτή είναι η κατάσταση ενός αριθμού περιοχών στον Ειρηνικό: η κεντρική κυβέρνηση δεν ενοχλεί τους ντόπιους που συντηρούν την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία τους, αυτοδιοικούνται σε μεγάλο βαθμό, ζουν από μια οικονομία που βασίζεται στην επιβίωση ή περιέρχονται σε κατάσταση φτώχειας, εφ’ όσον δεν ενοχλούν κανέναν. Μόλις διακυβευθεί το μετάλλευμα ή το πετρέλαιο, αλλάζουν τα πάντα και αν χρειαστεί καλείται ο στρατός, όπως συνέβη στους Παπούα της Νέα Γουινέας. Η Σομαλιλάνδη έχει αρκετά χαρακτηριστικά ενός Κράτους (δική της αστυνομία, νόμισμα και οικονομία), εκτός από το γεγονός ότι κανένα άλλο Κράτος δεν την καναγνωρίζει. Στη Τσιάπας (της οποίας η κατάσταση συχνά συγκρίνεται με εκείνη της Rojava), οι Ζαπατίστας έχουν επιβιώνουν για είκοσι χρόνια σε ένα καθεστώς περιφερειακής ημι-αυτονομίας διαφυλάττοντας τον πολιτισμό και τα έθιμά τους, χωρίς να ενοχλούν το μεξικανικό ομοσπονδιακό Κράτος, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν εκεί όπου βρίσκονται. Η εξέγερση των Ζαπατίστας ήταν ίσως η πρώτη στην περίοδο της αντι-παγκοσμιοποίησης, καθώς δεν αποσκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας ή στον μετασχηματισμό του συνόλου της χώρας, αλλά στη διατήρηση ενός παραδοσιακού τρόπου ζωής.

Όσο για τους Κούρδους, αυτοί δεν ζουν ειρηνικά σε ένα νησί, πολλοί από αυτούς μένουν στην πόλη, (δυσ)τυχώς κάθονται πάνω σε πολύ πετρέλαιο, το οποίο εγείρει ζητήματα παγκόσμιας εμβέλειας και οικονομικά, πολύ πέρα από τον έλεγχό τους, ενώ η περιοχή τυχαίνει να σπαράσσεται από ατελείωτες συγκρούσεις και να κυβερνάται από δικτάτορες. Αυτό αφήνει μικρά περιθώρια για τη Rojava … ή ένα πολύ μικρό και εξαρτώμενο χώρο: η οικονομική βιωσιμότητα του είναι χαμηλή, αλλά όχι ανύπαρκτη, χάρη στα πιθανά μελλοντικά έσοδα από το πετρέλαιο. Ο μαύρος χρυσός έχει ήδη δημιουργήσει χώρες μαριονέτες όπως το Κουβέιτ, ένα προσοδικό Κράτος που πληρώνει για πατρονάρισμα από τον υπόγειο πλούτο του· και το κουρδικό μικρο-Κράτος στο Ιράκ οφείλει την ύπαρξή του μόνο στις πετρελαιοπηγές του. Με άλλα λόγια, η μοίρα της Rojava εξαρτάται λιγότερο από την κινητοποίηση του λαού της παρά από την αλληλεπίδραση μεγάλων επιχειρήσεων και κυρίαρχων δυνάμεων.

Αν το PKK πλέον δεν απαιτεί το δικό του Κράτος (δεν μπορεί να το έχει), θέλει αυτοδιοικούμενες κουρδικές περιοχές εντός αρκετών κρατών με τη μορφή συνομοσπονδίας, ξεκινώντας από τη Συρία (της οποίας την «εδαφική ακεραιότητα» αναγνωρίζει το Κοινωνικό Συμβόλαιο της Rojava). Μένει να δούμε τι θα συνεπαγόταν για τον πληθυσμό μια συνομοσπονδία από τρεις ή τέσσερις αυτόνομες διασυνοριακές ζώνες που εκτείνονται σε τουλάχιστον τρεις χώρες. Η συνύπαρξη των αυτονομιών δεν ξεφορτώνεται την κεντρική πολιτική δομή που τις ενώνει. Πουθενά οι διασυνοριακές ζώνες, όπως αυτή στη γραμμή Oder-Neisse στην Ευρώπη, δεν μείωσαν την κρατική εξουσία. Ο κεντρικός μηχανισμός «νόμου και τάξης» αναθέτει ορισμένα από τα καθήκοντά του στις τοπικές αρχές. Έτσι διοικείται ένα σύγχρονο Κράτος.

“Οικοδόμηση ενός δημοκρατικού έθνους”

Αν και οι λέξεις δεν είναι το παν, στην πολιτική πολλά έχουν να κάνουν με λέξεις. Οι συγγραφείς του Κοινωνικού Συμβολαίου της Rojava θέλησαν να αποφύγουν τον όρο Σύνταγμα που τους θύμιζε κρατικιστικές επαναστάσεις, αλλά η διατύπωση που επέλεξαν απηχεί τον Διαφωτισμό του 18ου αιώνα. Στην αναζήτησή τους για τις ρίζες της αντιεξουσιαστικής σκέψης, παρακάμπτουν τον Μπακούνιν και συναντούν τον Ρουσσώ. Το Κοινωνικό Συμβόλαιό τους διαβάζεται σαν μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή της δήλωσης προθέσεων των αστικών επαναστάσεων του παρελθόντος.

Βρισκόμαστε στο 2014, επομένως το προοίμιό του λαμβάνει υπόψη «την ισότητα και την περιβαλλοντική σταθερότητα» και επιθυμεί «μια κοινωνία απαλλαγμένη από τον αυταρχισμό, τον μιλιταρισμό, τον συγκεντρωτισμό και την παρέμβαση της θρησκευτικής αρχής στις δημόσιες υποθέσεις». Αυτό το τελευταίο σημείο έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 86, το οποίο αναφέρει ότι τα μέλη της Νομοθετικής Συνέλευσης θα ορκιστούν ως τέτοια «στο όνομα του Παντοδύναμου Θεού». Πριν αποφανθούμε, ας θυμηθούμε ότι στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων, μέχρι το 1888, οι βουλευτές έπρεπε να ορκίζονται με τρόπο που απέκλειε τους προτεστάντες αντιφρονούντες, τους καθολικούς και τους άθεους.

Τώρα στην ουσία του θέματος. Η Rojava θα βασίζεται στην «αμοιβαία και ειρηνική συνύπαρξη και κατανόηση μεταξύ όλων των συστατικών της κοινωνίας». Συστατικά, στρώματα, κοινωνικές ομάδες, τάξεις… Η γαλλική μετάφραση μιλάει για στρώματα («couches»). Προφανώς καταλαβαίνουμε ότι η Rojava δεν στερείται κοινωνικών διαιρέσεων. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι εφόσον είναι πολίτες της Rojava, όλοι οι κάτοικοί της μπορούν και πρέπει να ζήσουν μαζί ειρηνικά. Δεν υπάρχει χώρος για αναγνώριση της ταξικής πάλης σε αυτό που δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα δημοκρατικό σύνταγμα.

Η Rojava μας απευθύνεται με τα λόγια μιας αστικής επανάστασης. Το 1789, στη γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, το δικαίωμα της «αντίστασης στην καταπίεση» ήταν σαφές, αλλά συνόδευε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Η ελευθερία ήταν πλήρης… εντός των ορίων του νόμου. Ομοίως και στη Rojava: Το άρθρο 41 προβλέπει το «δικαίωμα στη χρήση και την απόλαυση της ιδιωτικής περιουσίας» εκτός αν υπάρχουν «λόγοι δημόσιας ωφέλειας ή κοινωνικού συμφέροντος». Το κοινωνικό νόημα της ιδιοκτησίας δεν αφορά το δικαίωμα στην κατοχή και χρήση των ρούχων, του δωματίου ή του ποδηλάτου του/της. Αφορά το γεγονός ότι αυτοί που τυχαίνει να κατέχουν τα μέσα παραγωγής μπορούν να μισθώσουν την εργασία εκείνων που κατέχουν μόνο τα ρούχα, το δωμάτιο ή το ποδήλατό τους. Αυτό έχει να κάνει με το τι είναι η τάξη. Μόλις καθιερωθεί αυτό το κοινωνικό πλαίσιο, όπως έγινε στη Γαλλία το 1789, και όπως είναι τα πράγματα στη Rojava το 2014, σχεδόν οτιδήποτε άλλο μπορεί να χορηγηθεί ή να αποτελέσει αντικείμενο υποσχέσεων: «η διάκριση των εξουσιών», «η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας», «η οικολογική ισορροπία», «η ελευθερία λόγου», «το απαραβίαστο δικαίωμα των γυναικών να συμμετέχουν στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή», «η εξάλειψη των έμφυλων διακρίσεων», το «δικαίωμα στην ειρηνική συνάθροιση» και «στην ειρηνική διαμαρτυρία, διαδήλωση και απεργία»,  «οι εθνικοί πόροι» ως «δημόσιος πλούτος» και «οι εξορυκτικές διαδικασίες […] που θα ρυθμίζονται από το νόμο», «όλα τα κτίρια και γήπεδα που θα θεωρούνται δημόσια περιουσία», τουλάχιστον 40% των γυναικών σε «όλα τα κυβερνητικά σώματα, τους θεσμούς και τις επιτροπές», όχι θανατική ποινή, όχι παιδική εργασία, το δικαίωμα στο «πολιτικό άσυλο», η διαβεβαίωση ότι «κανένας πολίτης δεν θα προσαχθεί σε δίκη ενώπιον οποιουδήποτε είτε στρατοδικείου είτε ειδικού ή ad hoc δικαστηρίου» και ότι καμία κατ’ οίκον έρευνα δεν θα πραγματοποιείται χωρίς το κατάλληλο ένταλμα, ένα εκπαιδευτικό σύστημα «χωρίς ρατσιστικές ή σωβινιστικές αρχές», ο«διαχωρισμός θρησκείας και Κράτους» (αν και ο όρκος…). Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, «ο στρατιωτικός νόμος μπορεί να κηρυχθεί και να ανακληθεί από ειδική πλειοψηφία των 2/3 του Εκτελεστικού Συμβουλίου», «η απόφαση πρέπει στη συνέχεια να υποβληθεί και να εγκριθεί ομόφωνα από τη Νομοθετική Συνέλευση». Ένα από τα 22 Εκτελεστικά Συμβουλευτικά Σώματα ειδικεύεται στην «Ισότητα στην Οικογένεια και μεταξύ των Φύλων».

Ως ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην κουρδική κυριαρχία επί των αραβικών, ασσυριακών, αρμενικών και τσετσενικών μειονοτήτων, η Rojava δεσμεύεται να ενθαρρύνει την πολυεθνική «Ενότητα στην πολυμορφία». Εδώ πάλι, αυτό αντηχεί σαν μακρινή ηχώ της δημοκρατικής επανάστασης: το e pluribus unum («ένα μέσα από τα πολλά») υπήρχε στη σφραγίδα των ΗΠΑ από το 1782, και ήταν το de facto σύνθημα των ΗΠΑ, έως ότου το Κογκρέσο υιοθέτησε το «In God we trust» το 1956. Θα μπορούσε η Rojava να είναι περισσότερο «κοσμική» από τη σύγχρονη Αμερική;

Μια πολιτικά ορθή σύγχρονη διακυβέρνηση δεν θα μπορούσε να ζητήσει περισσότερα (λείπουν μόνο τα δικαιώματα των ζώων). Δεν υπάρχει κάποια παράλειψη όσον αφορά τη στρατολόγηση, όμως: κάθε πολίτης της Rojava μπορεί να κληθεί να καταταγεί στον στρατό. Αυτό αποτελεί ένα από τα παραδοσιακά προνόμια του Κράτους, το οποίο αναμένει απο εκείνους που βρίσκονται κάτω από την προστασία ή την εξουσία του να υπηρετήσουν στο στρατό του. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για στρατό, πρόκειται για «Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG)», οι οποίες δρουν μόνο ως δυνάμεις «αυτοάμυνας», «εναντίον τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών απειλών»: όπως γνωρίζουμε, κάθε πολιτική δύναμη κάνει εκτεταμένη χρήση της ιδέας της εσωτερικής απειλής.

«Χωρίς υπερβολή, αποτελεί το πιο δημοκρατικό σύνταγμα που είχε ποτέ ο λαός αυτής της περιοχής» (Sardar Saadi). Εντελώς αληθές. Το Κοινωνικό Συμβολαίο ορίζει μια κοινωνία ίσων ενώπιον του νόμου: κάθε άνδρας ή γυναίκα διασυνδέεται μόνο με τους ομοιούς του. H κοινωνική διαίρεση αφήνεται απ’ έξω, δεν υπάρχουν πλέον πλούσιοι ή φτωχοί, αστοί ή εργάτες, μόνο πολίτες με ίσα δικαιώματα: «ένα αστικό δημοκρατικό σύστημα που καλείται δημοκρατική συνομοσπονδία» (Zafer Onat). Η δημοκρατία αποτελεί την πιο κατάλληλη πολιτική μορφή που επανενώνει έναν κοινωνικά διαιρεμένο λαό.

 Αλλαγή

«Περιοχές αυτοδιαχείρισης» δεν μπορούν να δημιουργηθoύν δια νόμου. Ποια κατάσταση επικρατεί επί τόπου;

Παρατηρητές και επισκέπτες από όλο το πολιτικό φάσμα αναφέρουν βαθιές αλλαγές στην καθημερινή ζωή. Καταρχήν, όσον αφορά τη διασπορά της εξουσίας σε μια πληθώρα τοπικά διαχειριζόμενων πρωτοβουλιών και τη διοίκηση των χωριών από κολλεκτίβες. Επίσης, την προσπάθεια συλλογής και διάδοσης της τοπικής γνώσης (αναφορικά με την ιατρική, για παράδειγμα) και επανασύνδεσης των ανθρώπων με τη φύση, την αντικατάσταση των εξετάσεων με τη διαδραστική εκπαίδευση, την αμοιβαιότητα στα σχολεία για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ διδάσκοντος/διδασκόμενου,την κοινοτική (άνδρες και γυναίκες) διαβίωση στο πανεπιστήμιο, την εκλογή των διοικητών στην πολιτοφυλακή, τη νέα προσέγγιση στην υγειονομική περίθαλψη με έμφαση σε προληπτικές και πιο ολιστικές μεθόδους που θεραπεύουν ταυτόχρονα τον νου και το σώμα (με βάση την αρχή ότι η μείωση του στρες μπορεί να προκαλέσει την υποχώρηση άλλων ασθενειών), και την απόδοση δικαιοσύνης σε κάθε χωριό μέσω μιας εκλεγμένης επιτροπής ανδρών-γυναικών που μεσολαβεί τις συγκρούσεις, αποφασίζει για την ποινή και προσπαθεί να επανεντάξει και να αποκαταστήσει τον δράστη. Με άλλα λόγια, μια απόπειρα κατάργησης των διαχωρισμών. Πολλά από όσα προσπαθούν να εφαρμόσουν στην Ευρώπη οι Δυτικοί μεταρρυθμιστές, αποτελούν αντικείμενο πειραματισμού στη Rojava.

Ίσως ο πιο αναγνωρισμένος μετασχηματισμός να αφορά τις σχέσεις μεταξύ των φύλων. Τα κοινά σχολεία αποτελούν τον κανόνα. Οι γυναίκες δεν παραμένουν πλέον σε εσωτερικούς χώρους όλη την ημέρα. Οι συναντήσεις πραγματοποιούνται με τουλάχιστον 40% συμμετοχή γυναικών. Όλοι οι οργανισμοί έχουν δύο επικεφαλής, έναν άνδρα και μια γυναίκα. Ενθαρρύνεται η κοσμοθεωρία των γυναικών, ακόμη και ένας νέος γνωσιακός τομέας, η jinology («επιστήμη των γυναικών»). Αν και ο φεμινισμός ήταν ισχυρός στο κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτές οι αλλαγές δεν συνιστούν μικρή καινοτομία στη Μέση Ανατολή, και από μια άποψη η ισότητα μεταξύ των φύλων φαίνεται πιο προηγμένη στη Rojava από ό, τι στην Ευρώπη.

Από οικονομικής πλευράς, η Rojava προσπαθεί να επιτύχει τη βέλτιστη αυτοανάπτυξη. Υπό συριακή κατοχή, η περιοχή είχε πετρέλαιο αλλά όχι διυλιστήριο, και σιτάρι αλλά όχι αλευρόμυλο. Η έμφαση δίνεται τώρα στην αυτάρκεια.

Τα φαινόμενα απατούν. Όπως όλοι οι πεπειραμένοι επαγγελματίες, έτσι και το PKK και το PYD κατέχουν την τέχνη της προβολής της θετικής εικόνας του εαυτού τους, την οποία οι ξένοι επιθυμούν να δουν. Επίσης, είναι εντελώς φυσικό να πρέπει οι ντόπιοι να προσπαθήσουν να εντυπωσιάσουν τους επισκέπτες, τονίζοντας την πιο επιτυχημένη πλευρά του κινήματός τους. Αλλά δεν είναι όλα βιτρίνα. Η αυτοοργάνωση πράγματι βελτιώνει την καθημερινή ζωή ενός προηγουμένως παραμελημένου και καταπιεσμένου πληθυσμού.

Οι κοινές συνελεύσεις συνεδριάζουν τακτικά με συμμετοχή αρκετών εκατοντάδων ανθρώπων, όχι απλά παρόντων, αλλά συμμετέχοντας ενεργά, με μια διάχυτη ανησυχία (τιθέμενη τουλάχιστον εν μέρει σε εφαρμογή) των χαμηλότερων κλιμακίων να διατηρήσουν τον έλεγχο επί των υψηλότερων.

Κάτω και πάνω… Αυτό μας φέρνει πιο κοντά στην ουσία του θέματος. Τι συζητιέται; Τα λαϊκά συμβούλια καταλήγουν σε αποφάσεις επί ήσσονων ή μείζονων ζητημάτων;

Η απάντηση βρίσκεται στην ερώτηση. Το σύστημα συμβουλίων της Rojava λειτουργεί παράλληλα με μια μεταβατική (οι μεταβάσεις μπορεί να είναι ατέρμονες) κυβέρνηση που διεξάγει έναν πόλεμο, διαπραγματεύεται με ξένες χώρες, αναδιοργανώνει την είσπραξη των φόρων, σχεδιάζει την παραγωγή πετρελαίου κλπ, όπως και κάθε κεντρικός πολιτικός θεσμός που κυβερνά μια επικράτεια. Με απλά λόγια, ένα Κράτος. Και κανείς δεν έχει δει ποτέ ένα Κράτος να ρευστοποιείται σε τοπική άμεση δημοκρατία.

 Ένας αταξικός λαός;

Όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις, η επιτακτική ανάγκη αυτοάμυνας απέναντι σε έναν θανάσιμο κίνδυνο (το ISIS σε αυτή την περίπτωση) έχει οδηγήσει τους Κούρδους στον σχηματισμό ενός κοινού μετώπου, με το σύνηθες νόημα της κοινής δράσης, καθώς και με το πολιτικό νόημα του 20ου αιώνα ενός λαϊκού μετώπου. Η αλληλεγγύη έχει αναστείλει προσωρινά τις κοινωνικές διαφορές, αλλά δεν τις έχει εξαλείψει.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ο πληθυσμός που είναι γνωστός ως «οι Κούρδοι» έχει την τύχη να αποτελεί τον μόνο λαό στον κόσμο που ζει σε γαλήνια αρμονία. Όπως όλοι οι άλλοι λαοί, έτσι και οι Κούρδοι διαιρούνται σε ομάδες με αντικρουόμενα συμφέροντα, σε τάξεις, ή αν η τάξη μυρίζει πάρα πολύ μαρξισμό, διαιρούνται σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους, σε κυβερνώντες και κυβερνωμένους. Ως εκ τούτου, εάν ένας μεγάλος κοινωνικός ξεσηκωμός βρίσκεται σε εξέλιξη στη Rojava, πότε και πώς ανατράπηκε η άρχουσα τάξη; Είναι γνωστό πως οι κυρίαρχες ομάδες καταφεύγουν σε όλα τα διαθέσιμα μέσα, συμπεριλαμβανομένου του ένοπλου αγώνα, για να παραμείνουν στην εξουσία. Ποια έντονη ταξική πάλη τους ανέτρεψε στο Κουρδιστάν και ξεκίνησε την αλλαγή;

Αν και μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση είναι απίθανο να έχει περάσει απαρατήρητη, εκείνοι που πιστεύουν στην «επανάσταση» της Rojava δεν προτείνουν κάποια απάντηση. Το ερώτημα έχει σβηστεί από την εικόνα. Kαλά, σχεδόν. Στην πραγματικότητα, έχουν μια εξήγηση, την οποία συνοψίζει ο David Graeber: «[..] οι κάτοικοι της Rojava τα βρίσκουν αρκετά εύκολα με ταξικούς όρους, διότι η πραγματική αστική τάξη, όπως αυτή υπήρξε σε μια ως επί το πλείστον πολύ αγροτική περιοχή, αποχώρησε με την κατάρρευση του μπααθικού καθεστώτος. Οι κάτοικοι της Rojava θα έχουν μακροπρόθεσμα πρόβλημα, αν δεν παρέμβουν στο εκπαιδευτικό σύστημα για να διασφαλίσουν ότι ένα αναπτυξιολάγνο τεχνοκρατικό στρώμα δεν θα προσπαθήσει εν τέλει να πάρει την εξουσία, αλλά εν τω μεταξύ, είναι κατανοητό ότι εστιάζουν περισσότερο άμεσα σε ζητήματα φύλου».

Ο D. Graeber έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να συμπυκνώνει τη νοοτροπία ενός μεγάλου μέρους της ριζοσπαστικής γνώμης. Αυτό που μας λέει εδώ είναι ότι, μολονότι τόσο η τάξη όσο και το φύλο έχουν γενικά σημασία, η σημερινή προτεραιότητα στην Rojava είναι το φύλο, διότι το ταξικό ζήτημα έχει (τουλάχιστον προσωρινά) επιλυθεί με την αποχώρηση της άρχουσας τάξης. Αυτό που απομένει είναι οι κοινοί άνθρωποι, απλά ο λαός. Οι κάτοικοι της Rojava μπορεί να είναι σε δεινή κατάσταση, αλλά πέτυχαν αυτό στο οποίο οι Δυτικοί ριζοσπάστες μεταρρυθμιστές μάταια αποσκοπούσαν: την ένωση του 99% του πληθυσμού.

O D. Graeber μπερδεύει την τάξη με τα πρόσωπα από τα οποία αποτελείται. Οπωσδήποτε η τάξη είναι φτιαγμένη από σάρκα και αίμα, αλλά είναι και πολύ περισσότερα πράγματα, είναι φτιαγμένη από κοινωνικές σχέσεις. Η αστική τάξη δεν εξαφανίζεται από μια περιοχή την οποία έχουν εγκαταλείψει τα άτομα αστοί. Την εποχή της Κομμούνας του Παρισιού, η άρχουσα τάξη είχε φύγει από την πόλη αλλά η δομή εξουσίας της διατηρήθηκε εκείνους τους δύο μήνες: στα θησαυροφυλάκια της Banque de France και στα εκατομμύρια φράγκα, τα οποία οι Κομμουνάροι δεν έκαναν καμία απόπειρα να κατασχέσουν· και θεμελιωδώς στη συνέχιση της οικονομίας του χρήματος και της μισθωτής εργασίας. Στη Rojava, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι κατώτερες τάξεις έχουν απαλλαχθεί από την οικονομία της αγοράς και το σύστημα της μισθωτής εργασίας.

Οι λάτρεις της Rojava μιλούν πολύ για την ενδυνάμωση και τις αλλαγές στην οικιακή σφαίρα: ποτέ δεν αναφέρουν έναν μετασχηματισμό των σχέσεων εκμετάλλευσης. Στην καλύτερη περίπτωση, μας δίνονται παραδείγματα συνεταιρισμών στη γεωργία, την κλωστοϋφαντουργία, το εμπόριο και τις κατασκευές (οι οποίες μαθαίνουμε ότι ανταγωνίζονται τις ιδιωτικές επιχειρήσεις), ποτέ δεν διαβάζουμε για ένα πείραμα κολεκτιβοποίησης. Οι πετρελαιοπηγές λειτουργούν ξανά, έχει επινοηθεί ένα διυλιστήριο, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτα για τους ανθρώπους που εργάζονται εκεί.

Τα διοικητικά όργανα οργανώνουν τη μετάβαση από τις μονοκαλλιέργειες στη διατροφική αυτάρκεια: πρώην κρατική γη αναδιανέμεται σε γεωργικούς συνεταιρισμούς: τα προϊόντα πωλούνται είτε στη διοίκηση είτε στην αγορά κατόπιν ελέγχου των τιμών. Το ψωμί επιδοτείται. «Το λαθρεμπόριο είναι τεράστιο», αναφέρει η Becky. Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλους επισκέπτες, και θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο: σε περιοχές που στερούνται σταθερών συνόρων και μαστίζονται από την ανέχεια και τον πόλεμο, οι λαθρέμποροι συνιστούν παράνομους διασυνοριακούς εμπόρους. Η έκταση του λαθρεμπορίου δείχνει την ανθεκτικότητα της εμπορευματικής οικονομίας, της οποίας οι επιχειρηματίες προσλαμβάνουν κακοπληρωμένη εργασία για να γίνει η δουλειά. Όταν πράγματα αγοράζονται και πωλούνται, αγοράζονται και πωλούνται επίσης ανθρώπινα όντα – εργασιακή δύναμη. Δεν υπάρχει ισότητα, και σίγουρα λίγη κριτική των δύο φύλων.

Όπως η Janet Biehl, μια υπερασπιστής της «επανάστασης» της Rojava, γράφει: «Κάποιοι κάτοικοι της Rojava έχουν μισθούς, αλλά πολλοί εργάζονται σε εθελοντική βάση· άλλοι ακόμα απλά βγάζουν τα προς το ζην, ας πούμε, από μια αγελάδα.” Εν τω μεταξύ, οι άνθρωποι πληρώνουν λίγο ή καθόλου φόρο εισοδήματος και τα δημόσια έσοδα προέρχονται από το πετρέλαιο. Με άλλα λόγια, κάποιοι κάτοικοι της Rojava αμείβονται με μισθό, κάποιοι ζουν με χρήματα που κερδήθηκαν αλλού, κάποιοι επιβιώνουν με φυσικά μέσα, και το μη Κράτος πουλάει πετρέλαιο. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το χρήμα κατακλύζει κάθε σφαίρα της κοινωνίας της Rojava.

Σε γενικές γραμμές, οι αγορές είναι ανοικτές στους καταναλωτές σε κανονικές ώρες, το εμπόριο και η βιοτεχνία λειτουργούν, κάτι που αποτελεί τεράστια βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση. Ο Zaher Bader επισκέφθηκε την Cizire τον Μάιο του 2014 και πιστεύει ότι στο συριακό Κουρδιστάν λαμβάνει χώρα μια επανάσταση:

“Πριν φύγουμε από την περιοχή, αποφασίσαμε να μιλήσουμε με καταστηματάρχες, επιχειρηματίες, ιδιοκτήτες πάγκων και ανθρώπους της αγοράς για να ακούσουμε τις απόψεις τους, τις οποίες θεωρούσαμε πολύ σημαντικές. Όλοι φαίνονταν να έχουν μια πολύ θετική άποψη και γνώμη για τη DSA, καθώς και την TeV-Dam. Χαίρονταν για την ύπαρξη ειρήνης, ασφάλειας και ελευθερίας και για τη λειτουργία της επιχείρησής τους, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση από κάποιο κόμμα ή πλευρά. ”

Επιτέλους, βρήκαμε μια επανάσταση που δεν τρομάζει τον αστό.

Ή ίσως όλα εξαρτώνται από το τι είναι η αστική τάξη. Εάν D. Graeber διατηρεί την αντίληψη για την κορυφαία βαθμίδα της άρχουσας ελίτ, τότε έχει δίκιο: ίσως υπάρχουν πολύ λίγοι που κάνουν συχνά το επάγγελμα του εμπόρου και του εμπορικού τραπεζίτη και που διαμένουν τώρα στα τρία καντόνια της Rojava. Έτσι, για τον Graeber, δεν υπάρχει καμία τάξη στην οποία να αναφερθεί, μόνο ο λαός.

Ωστόσο, ένας άνδρας που διοικεί μια εταιρεία μεταφορών με ένα στόλο 5 φορτηγών και απασχολεί 15 άτομα ως εργατικό δυναμικό είναι αστός. Η Rojava είναι μια ταξική κοινωνία.

Η άποψη περί “κοινωνικής επανάστασης” υπονομεύεται, αλλά οι υποστηρικτές της μετά βίας επινοούν τα γεγονότα: οι ίδιες οι δικές τους αναφορές παρέχουν αρκετά στοιχεία για να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί τους. Το μειονέκτημα βρίσκεται στην αποτυχία διατύπωσης της κατάλληλης ερώτησης:

«Η κατάσταση έχει επίσης κάτι κοινό με την πορεία των αγώνων σε όλο τον κόσμο τα λίγα τελευταία χρόνια. Το Κράτος, τώρα ως φορέας του παγκόσμιου κεφαλαίου, αντιμετωπίζεται ως η ένοχη πλευρά από τα κινήματα που αποτελούνται από μεσαίες, καθώς και προλεταριακές τάξεις. Εν τω μεταξύ, το έθνος θεωρείται ως δύναμη που θα αντιταχθεί σε αυτό. Οι αγώνες συντάσσονται με την ιδεολογία της ιδιότητας του πολίτη (και τις ιεραρχίες φυλής και φύλου που αυτή προϋποθέτει). Ο μετασχηματισμός που λαμβάνει χώρα στη Rojava στηρίζεται ως έναν βαθμό σε μια ριζοσπαστική κουρδική ταυτότητα και σε μη αμελητέες μεσαίες τάξεις, οι οποίες, παρά τη ριζοσπαστική ρητορική, έχουν πάντα κάποιο συμφέρον για τη συνέχιση του κεφαλαίου και του Κράτους.» (Becky)

 Εξουσία στον λαό;

H καθημερινή ζωή καθορίζεται από τις σχέσεις παραγωγής: όπως μόλις είδαμε, οι αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες της Rojava και οι οργανώσεις βάσης βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων.

“Όταν οι Θεοί επιθυμούν να μας τιμωρήσουν, απαντούν στις προσευχές μας», έγραψε ο Όσκαρ Ουάιλντ. Η Rojava εκπληρώνει το όνειρο των θεωρητικών της σταδιακής λαϊκής ενδυνάμωσης. Η θεωρία του J. Holloway Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία φαίνεται να υλοποιείται στο συριακό Κουρδιστάν. Η κοινωνία υποτίθεται ότι μετασχηματίζεται από τα κάτω με μια ποικιλία σταδιακών αλλαγών που θα καταστήσουν τους πάνω άχρηστους και αβλαβείς μέχρι αυτοί να καταρρεύσουν ή να εξαφανιστούν. Ως εκ τούτου, η αστυνομία της Rojava δεν είναι η αστυνομία, μπορεί να είναι μόνο μη-αστυνομία, μια αντι-αστυνομία. Γράφει D. Graeber:

“Τελικά – και αυτό είναι το κλειδί – οι δυνάμεις ασφαλείας είναι υπόλογες στις δομές που έχουν φορά από τα κάτω προς τα πάνω και όχι προς τα πάνω προς τα κάτω. Ένα από τα πρώτα μέρη που επισκεφθήκαμε ήταν μια αστυνομική ακαδημία (…). Ο καθένας έπρεπε να πάρει μαθήματα μη βίαιης επίλυσης συγκρούσεων και φεμινιστικής θεωρίας πριν του επιτραπεί να ακουμπήσει ένα πυροβόλο όπλο. Οι συν-διευθύνοντες μας εξήγησαν ότι απώτατος στόχος τους ήταν όλοι στη χώρα να λάβουν έξι εβδομάδες αστυνομικής εκπαίδευσης, ώστε τελικά να μπορούν να εξαλείψουν την αστυνομία. ”

Το ζήτημα δεν είναι να διασκεδάσουμε με τέτοιες καθαρές αφέλειες, αλλά να συνειδητοποιήσουμε πάνω σε τι οικοδομούνται: στην πεποίθηση ότι δεν υπάρχει λόγος να φοβάται κανείς τις πρώην ή τις νέες δυνάμεις καταστολής στη Rojava, επειδή η πραγματική εξουσία βρίσκεται με τον λαό στο επίπεδο της βάσης, στις κοινότητες και τις τοπικές επιτροπές, έτσι ό,τι και να κάνουν οι επίσημα κυβερνώντες, σε ό,τι πολιτικούς χειρισμούς και να εμπλακούν επίδοξοι ηγέτες, εμείς είμαστε η αστυνομία.

Δεν αρνούμαστε την υλικότητα των (μερικές φορές πολυεθνοτικών) δικτύων σε επίπεδο γειτονιάς και χωριού, των γυναικείων κολεκτίβων, που ασχολούνται με πολλά θέματα, ασήμαντα (διενέξεις) ή σημαντικά (σχολεία, υγειονομική περίθαλψη, τοπικό εμπόριο), καθώς και με τις ανάγκες του πολέμου. Αυτό θα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο μιας κοινωνικής επανάστασης. Αλλά υπό τις παρούσες συνθήκες, αυτή η κοινοτική εξουσία κινείται παράλληλα με μια κεντρική δομή που λειτουργεί ως η πολιτική ηγεσία της χώρας. Ποιος αποφασίζει τι; Ποιος κάνει κουμάντο; Αυτό ειναι το ζήτημα. Η περίφημη αυτονομία της κοινότητας είναι ασφαλής όσο δεν ασκείται, όσο δεν ανταγωνίζεται την κυβέρνηση. Η διαχείριση είναι ένα πράγμα, η λήψη σημαντικών αποφάσεων είναι ένα άλλο. Τίποτα δεν δείχνει ότι τα τοπικά συμβούλια έχουν πραγματικό λόγο στη χάραξη πολιτικής. Το να αποκαλεί κανείς αυτό το καθεστώς “Δημοκρατική Αυτο-εντελούμενη Διοίκηση” δεν αλλάζει σχεδόν τίποτα, μόνο τις λέξεις. Όσον αφορά το σχέδιο για ελεύθερες εκλογές το συντομότερο δυνατό, είναι τόσο καλό όσο μπορεί να είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία.

 Γυναίκες με όπλα

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε αλλάξει ονόματα και ημερομηνίες… Πολλοί από τους επαίνους που πλημμυρίζουν τη Rojava σήμερα, ιδιαίτερα σε σχέση με ό, τι θεωρείται ριζοσπαστική κριτική του φύλου, θα μπορούσε να έχει γραφτεί τη δεκαετία του 1930 από παρατηρητές της πρωτοπόρας αδελφικής και εξισωτικής ζωής στις μικρές σιωνιστικές κοινότητες της Παλαιστίνης. Εκείνες τις ημέρες, επίσης, επισκέπτες και υποστηρικτές εντυπωσιάστηκαν από τον εντελώς νέο ρόλο που επιφυλασσόταν για τις γυναίκες.

Στα πρώτα κιμπούτζ, η ισότητα των φύλων δεν προήλθε απλά από προοδευτικές και σοσιαλιστικές ιδέες. Οι υλικές αναγκαιότητες (γεωργία και αυτοάμυνα) απαιτούσε να μη στερηθεί η πολύ πιεσμένη κοινότητα το μισό εργατικό δυναμικό και τη μισή ένοπλη δύναμή της. Για να μπορούν οι οι γυναίκες να αναλάβουν το μερίδιό τους στις γεωργικές και στρατιωτικές δραστηριότητες, έπρεπε να απελευθερωθούν από τα «γυναικεία» καθήκοντα, γι’ αυτό και τα παιδιά ανατράφηκαν συλλογικά, μια καινοτομία για πολλούς και ένα σοκ για μερικούς.

Δεν υπάρχει καμία τέτοια ένδειξη στη Rojava. Η ύπαρξη γυναικών στρατιωτών δεν επιφέρει το τέλος της αρσενικής κυριαρχίας (αν το επέφερε, το Ισραήλ θα ήταν μια από τις χώρες του κόσμου με τα περισσότερο εξισωμένα φύλα). Ο Ζ. Baher, υποστηρικτής του αγώνα για «επανάσταση» στη Rojava, γράφει καταρχήν ότι «υπάρχει απόλυτη εξίσωση μεταξύ γυναικών και ανδρών”, στη συνέχεια μισή σελίδα αργότερα προσθέτει: «Δεν έχω δει καμία γυναίκα να εργάζεται σε κατάστημα, πρατήριο καυσίμων , αγορά, καφετέρια ή εστιατόριο.” Στο “αυτοδιαχειριζόμενα”στρατόπεδα προσφύγων κατά μήκος των συνόρων, στην Τουρκία, οι Κούρδισες φροντίζουν τα παιδιά, ενώ οι άνδρες ψάχνουν για δουλειές του ποδαριού.

Ο ανατρεπτικός χαρακτήρας ενός κινήματος ή μιας οργάνωσης δεν μετριέται ανάλογα με τις γυναίκες που παίρνουν τα όπλα. Ούτε ο φεμινιστικός του χαρακτήρας. Από το 1960, τα περισσότερα αντάρτικα έχουν χρησιμοποιήσει ή εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ένα μεγάλο αριθμό γυναικών πολεμιστών, όπως για παράδειγμα στην Κολομβία. Το 25% του στρατεύματος των Σαντινίστας ήταν γυναίκες, κάτι που δεν προκάλεσε την απελευθέρωση των γυναικών: η έκτρωση είναι πλήρως απαγορευμένη στη Νικαράγουα σήμερα. Η παρουσία γυναικών συνιστά τυπικό χαρακτηριστικό των μαοϊκών αντάρτικων. Στο Νεπάλ, το Περού και τις Φιλιππίνες, η στρατηγική παρατεταμένου λαϊκού πολέμου επιβάλλει την εξίσωση άνδρα-γυναίκας ως μέσο διάλυσης των παραδοσιακών (οικογενειακών, φεουδαρχικών ή φυλετικών) δεσμών που είναι πάντα πατριαρχικοί. Ο στόχος δεν είναι η χειραφέτηση των γυναικών, αλλά η αντικατάσταση της κυριαρχίας των γερόντων του χωριού από την εξουσία των στελεχών του κόμματος. Ο σημαντικός ρόλος των γυναικών στο ΡΚΚ-PYD οφείλει λιγότερα στις φεμινιστικές επιρροές από ό,τι στις μαοϊκές καταβολές του κόμματος.

Γιατί η οπλισμένη γυναίκα τόσο εύκολα γίνεται αντιληπτή ως σύμβολο απελευθέρωσης, ακόμη και στο σημείο να παραβλέπεται ο σκοπός για τον οποίο μάχεται;

Αν η εικόνα μιας γυναίκας με έναν εκτοξευτή ρουκετών μπορεί να γίνεται πρωτοσέλιδο των δυτικών ταμπλόιντ και των ριζοσπαστικών περιοδικών, είναι επειδή διαταράσσει τον (πολύ εξασθενημένο) μύθο περί γυναικείας ειρηνικής ή παθητικής φύσης. Το δικαίωμα χρήσης όπλων (ακόμη και κυνηγετικών) αποτελεί εδώ και πολύ καιρό αρσενικό προνόμιο, οπότε η αναστροφή αυτής της παράδοσης θεωρείται απόδειξη της μοναδικότητας και του ριζοσπαστισμού ενός κινήματος. Ο στερεοτυπικός macho ήρωας είναι φορέας μιας δυσάρεστης εικόνας, η ρομαντική γυναίκα μαχητής της ελευθερίας μιας θετικής. Οι αντι-μιλιταριστές δεν ασχολούνται τόσο πολύ με τον εμφύλιο πόλεμο, όταν οι γυναίκες πηγαίνουν στο μέτωπο. Η γυναίκα μαχητής λυτρώνει τον ένοπλο αγώνα: η επανάσταση αναπτύσσεται μέσα στην κάννη ενός Καλάσνικοφ στα χέρια μιας γυναίκας. Για να μην αναφέρουμε τη φαντασία της γυναίκας Εκδικητή, που κρατάει όπλο για καλό σκοπό, την εκτέλεση σεξιστών και βιαστών: η αυτοδικία επίσης λυτρώνεται, όταν εκτελείται από γυναικεία χέρια, όπως και στο Ms. 45 του Abel Ferrara, μια ταινία του 1981 με θέμα την εκδίκηση για έναν βιασμό.

Πόσο δυτικο-κεντρικά είναι όλα αυτά. Σε πολλά μέρη του κόσμου, η στρατολόγηση γυναικών ήταν και εξακολουθεί να είναι κάτι αρκετά κοινότυπο, μερικές φορές σε ρόλο μάχης και ταχείας επέμβασης. Ένα ρώσικο τάγμα γυναικών φρουρούσε τα Χειμερινά Ανάκτορα τον Οκτώβριο του 1917. Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Κόκκινος Στρατός είχε γυναίκες οδηγούς τανκ, ελεύθερους σκοπευτές, κ.λπ. Οι γυναίκες με όπλα συνιστούν παραδοξότητα μόνο για το δυτικό μυαλό.

Ας προσθέσουμε ότι και ο στρατός του Άσαντ και το ISIS έχουν μερικές μονάδες αποτελούμενες αποκλειστικά από γυναίκες. Αλλά καθώς, σε αντίθεση με τους Κούρδους, αγνοούν την έμφυλη κριτική, δεν χρησιμοποιούν γυναίκες στην πρώτη γραμμή της μάχης, μόνο σε αστυνομικά και υποστηρικτικά καθήκοντα.

 Μια πρόσκληση στα όπλα

Δεν προξενεί μεγάλη εντύπωση που ορισμένα άτομα και ομάδες, πάντα επιρρεπείς στην καταγγελλία του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος, απαιτούν τώρα να εξοπλιστεί η Rojava κατά του ISIS, αν θυμηθούμε ότι το 1999, κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο, ορισμένοι αναρχικοί υποστήριξαν τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Σερβία… για να εμποδιστεί η γενοκτονία.

Από πού προέρχονται αυτά τα όπλα; Ο μέσος προλετάριος δεν κατέχει εφεδρικό τυφέκιο ή χειροβομβίδα για να την περάσει κρυφά στο Κουρδιστάν. Θα έπρεπε αυτός/αυτή να έρθει σε επαφή με τους διεθνείς εμπόρους όπλων; Ή θα έπρεπε να αναμένουμε από τις δυτικές δυνάμεις την παροχή επαρκούς οπλισμού στη Rojava; Οι παραδόσεις όπλων έχουν ξεκινήσει σε συγκρατημένη κλίμακα. Θα έπρεπε να πιέσουμε τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Γαλλία να κάνουν περισσότερα; Με τι μέσα; Η ηχώ του ελευθεριακού δήμου δεν φτάνει μέχρι τον Λευκό Οίκο. Και με ποιο πολιτικό τίμημα για αυτούς που διατυπώνουν το αίτημα; Κανείς δεν σκέφτεται τη διοργάνωση νέων Διεθνών Ταξιαρχιών, αν και το ISIS έχει ήδη τις δικές του.

Έτσι, όταν φωνές απαιτούν στρατιωτική υποστήριξη για να βοηθηθεί η Rojava στην αντιμετώπιση της τζιχαντιστικής επίθεσης, για ποιο ακριβώς πράγμα μιλάνε; Είτε πρόκειται για κούφια λόγια είτε μπορούν να σημαίνουν μόνο την απαίτηση για περισσότερες δυτικές αεροπορικές επιδρομές. Πώς και πού; Οι βόμβες και οι πυραύλοι σπάνια θα πέσουν πάνω σε ένα κομβόι τζιχαντιστικών οχημάτων στην έρημο και πιο συχνά σε μια γειτονιά που ελέγχεται από τους τζιχαντιστές, με τις αναπόφευκτες «παράπλευρες απώλειες». Καθαρά χειρουργικά χτυπήματα δεν υπάρχουν. Σύμφωνα με το Πεντάγωνο, από τα χτυπήματα των συμμάχων σκοτώθηκαν 6.000 μαχητές του ISIS μεταξύ Σεπτεμβρίου 2014 και Ιανουαρίου 2015. Κάποια μέρα θα μάθουμε πόσοι Κούρδοι άμαχοι έχασαν τη ζωή τους την ίδια περίοδο.

Αυτοί που απαιτούν “όπλα για την κουρδική αντίσταση” προφανώς δεν επιθυμούν πραγματικά τη μαζική σφαγή. Επομένως πρόκειται για κούφια λόγια. Για μια συμπεριφορική στάση. Αυτό είναι ίσως το χειρότερο μέρος της ιστορίας: το γεγονός ότι στη Μέση Ανατολή μια απόπειρα αυτοοργάνωσης και αυτοάμυνας, γνήσια αλλά ανίκανη να υπερβεί τον εαυτό της εξαιτίας των εχθρικών συνθηκών, θα πρέπει να χρησιμεύσει στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική ως πρόσχημα για κινητοποιήσεις και συνθήματα που κανείς δεν περιμένει σοβαρά να αποτελέσουν εφαλτήριο για δράση.

Εκτός αυτού, οι εν δυνάμει ρεαλιστές παραβλέπουν έναν διακεκριμένο παράγοντα. Οπωσδήποτε η στρατιωτική ήττα καταδικάζει μια επανάσταση: η Παρισινή Κομμούνα συντρίφτηκε από τον αστικό στρατό. Αλλά η νίκη σε έναν πολέμο δεν επιλύει ένα άλυτο κοινωνικό αίνιγμα: η νίκη των Μπολσεβίκων στον εμφύλιο πόλεμο εγκαθίδρυσε την κυριαρχία μιας νέας εκμεταλλευτικής τάξης. Υποθέτοντας ότι τα στρατεύματα του ΙSIS θα εντοπίζονταν από τους πυραύλους και τις βόμβες των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Ιορδανίας, κ.λπ. και υποθέτοντας ότι το δυσλειτουργικό Κράτος της Συρίας θα άφηνε τη Rojava να επιβιώσει, ποια επανάσταση θα μπορούσε να παραμείνει επαναστατική αν στηριζόταν στη βοήθεια των ιμπεριαλιστών και των δικτατόρων;

 Mainstream ριζοσπαστισμός

Δεν εκπλησσόμαστε από τη στάση ορισμένων ελευθεριακών ομάδων που πάντα υποστήριζαν την εθνική απελευθέρωση. Αυτό που μας προβληματίζει περισσότερο είναι η συχνά άκριτη συμπεριφορά ενός ευρύτερου κύκλου αναρχικών συντρόφων, καταληψιών, φεμινιστριών, ελευθεριακών κομμουνιστών, ακόμη και φίλων που γνωρίζουμε ότι έχουν υπάρξει πιο διορατικοί.

Αυτός ο χώρος είναι ικανός για ξόδεμα προσωπικής ενέργειας και ανάληψης πρωτοβουλιών, αλλά υπάρχει κάτι διανοητικά δειλό όσον αφορά αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε τον “mainstream ριζοσπαστισμό” του. Αρνητικά, αυτός θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται από απόρριψη θεσμών και μεσολαβήσεων που στέκονται εμπόδιο στον δρόμο για την χειραφέτηση: Κράτη, κόμματα, συνδικάτα, κοινοβούλια, γραφειοκρατία, επίσης, ενδιάμεσες “μεταβατικές περίοδοι” ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό, ακόμη και τάξεις στο μέτρο όπως αυτές διαιωνίζονται μέσα σε μια ταξική πάλη δίχως τέλος. Θετικά, εστιάζει στην ενδυνάμωση, την αυτοοργάνωση, την άμεση δημοκρατία και την επανάσταση της καθημερινής ζωής, η οποία εκτείνεται σε όλες τις μορφές κυριαρχίας, και ιδίως το φύλο.

Κατά συνέπεια, η απόλυτα δικαιολογημένη δυσπιστία προς τις μελλοντικές υποσχέσεις των Brand New Worlds μεταμορφώνεται στην τάση να πιστεύει κανείς ότι το Αύριο είναι Σήμερα, υπό τον όρο ότι ο λαός αλλάζει ήδη τη ζωή του εδώ και τώρα, και εμφανίζεται να είναι αυτοδιοικούμενος. Την ίδια στιγμή, η καχυποψία προς την πολιτική από τα πάνω εξελίσσεται σε αναζήτηση συγκεκριμένων μέτρων από τα κάτω, ακόμα και μικρής κλίμακας, με την προϋπόθεση ότι θα επιτρέπουν στους ανθρώπους να οικοδομήσουν ξανά κοινωνικούς δεσμούς.

Αρκετά κείμενα σχετικά με το Κουρδιστάν εξετάζουν τη Rojava μόνο από την άποψη των τοπικών επιτευγμάτων, τι έχουν καταφέρει οι κάτοικοι της Rojava σε επίπεδο δρόμου, κοινοτικού σχολείου, τοπικής κλινικής ή του μικρού πάρκου που αναφέρει ο Ζ. Bader (όλα τα οποία θα αποτελούσαν απαραίτητα συστατικά μιας κοινωνικής επανάστασης), χωρίς να ενδιαφέρονται πολύ για την ηγεσία του PKK και του PYD, επειδή για τους ανωτέρω αναλυτές τα τοπικά επιτεύγματα βαρύνουν περισσότερο από ό,τι οι πολιτικοί ηγέτες και είναι αυτά που καθορίζουν πραγματικά την πολιτική της Rojava. Προτεραιότητά τους είναι η δυναμική από κάτω προς τα πάνω, αλλά εμμέσως ερμηνεύουν τη Rojava σαν το κάτω να διοικούσε την κορυφή. Τι θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε για την Ιταλία του 1977, αν βλέπαμε τα γεγονότα μόνο από την οπτική γωνία των γενικών συνελεύσεων, των άγριων απεργιών, των ταραχών και των επαναστατικών διακηρύξεων, με τη σχεδόν απόρριψη των συνδικάτων, του Κομμουνιστικού Κόμματος, των πολιτικών διαπραγματεύσεων και των δυνάμεων του Κράτους; Προς το παρόν, η Rojava αποτελεί μια απόπειρα εθνικής ανοικοδόμησης: οι ριζοσπάστες το παρερμηνεύουν ως ανοικοδόμηση της κοινότητας.

Τον παλιό καιρό, ο Μαρξισμός και ο αριστερισμός επικέντρωναν στην παραγωγή και την εργασία: στον έλεγχο των εργοστασίων, τη διαχείριση της οικονομίας, κ.λπ. Σήμερα, η  επανάσταση γίνεται ολοένα περισσότερο αντιληπτή ως ζήτημα συμπεριφορικής στάσης: αυτοεπιβεβαίωση, αυτοοργάνωση, έμφαση στο φύλο, την οικολογία, τον πολυπολιτισμό, την επανασύνδεση, τη συνάντηση, τη συζήτηση… H eπανάσταση αποτελεί αντικείμενο σκέψης με κοινωνιστικούς [societal] παρά με κοινωνικούς [social] όρους: η λέξη επεκτάθηκε και το νόημά της περιορίστηκε. Το κοινωνιστικό έγινε της μόδας με την εξασθένιση των ριζοσπαστικών ελπίδων. Το κοινωνιστικό έχει νόημα όταν δεν μπορείς να μετασχηματίσεις τις κοινωνικές δομές. Η κοινωνική αλλαγή βάζει τέλος στην αρσενική κυριαρχία: κοινωνιστική αλλαγή είναι η ισοτιμία των φύλων.

 Τι είδους κριτική στο Κράτος;

Αν αυτό που φέρνει σε δύσκολη θέση τους ριζοσπάστες σε σχέση με την εθνική απελευθέρωση είναι ότι αυτή αποσκοπεί στη δημιουργία ενός έθνους-Κράτους, όταν ένα εθνικό κίνημα διακηρύσσει ότι είναι μη ή αντι-κρατικιστικό, και εμφανίζεται επαρκώς ως τέτοιο, οι ριζοσπάστες παύουν πλέον να διαφωνούν με την εθνική απελευθέρωση. Οπότε, το μόνο που χρειάζονται οι ριζοσπάστες είναι να θεωρούν ότι το έθνος –υπό τον όρο ότι παραμένει άνευ Κράτους– δεν είναι στην τελική τίποτα άλλο από τον λαό και ποιος θα μπορούσε να είναι ενάντια στον λαό; Ο λαός είμαστε εμείς, όλοι μας μείον 1%, ο λαός είναι το 99%.

Εδώ ελευθεριακή σκέψη τα ’χει χαμένα.

H πλήρης αντίθεση στο Κράτος αποτελεί μια από τις βασικές αρχές της αναρχίας και ανεκτίμητο χαρακτηριστικό της.

Η στραβή είναι ότι η ασυμβίβαστη εχθρότητα προς το Κράτος συμβαδίζει με τη μη επαναστατική προοπτική, δηλαδή με το όραμα μιας δυνατής ευρείας εξελικτικής αλλαγής. Από τις τρεις κύριες αναρχικές φιγούρες του 19 ου αιώνα, Προυντόν, Κροπότκιν και Μπακούνιν, μόνο ο τελευταίος υποστήριζε πάντα την αναγκαιότητα μιας οριακής στιγμής που θα διαρρήγνυε την ιστορική συνέχεια, μια καταστροφική/ εποικοδομητική ρήξη με το παρελθόν. Ο Προυντόν ήταν σταθερά εχθρικός προς την επανάσταση. Το 1899, ο Κροπότκιν υποστήριξε ότι “(…) η αντίσταση, την οποία θα συναντήσει το κίνημα από τις προνομιούχες τάξεις, δεν θα έχει σχεδόν καθόλου τον χαρακτήρα της βραδύνοης ισχυρογνωμοσύνης που έκανε τόσο βίαιες τις επαναστάσεις του παρελθόντος.” Οι μεταγενέστερες απόψεις του για αυτό το ζήτημα ήταν αρκετά αμφίθυμες. Αν και ανέφερε μια «επαναστατική περίοδο», δεν είναι σαφές στα γραπτά του κατά πόσο «τα εποικοδομητική γραφεία αλληλοβοήθειας” θα μπορούσαν – ή δεν θα μπορούσαν – να αναπτυχθούν εντός του καπιταλισμού και να φτάσουν να γίνουν μια κρίσιμη μάζα που θα τους επέτρεπε να αντικαταστήσουν σχεδόν φυσικά το καπιταλιστικό σύστημα με ένα κομμουνιστικό. (Περιττό να πούμε ότι η μαρξιστική σκέψη έχει αναπτύξει μια παρόμοια θέση για τον καπιταλισμό, ο οποίος θα κοινωνικοποιείτο σε σημείο που αναπόφευκτα θα μετατρεπόταν σε σοσιαλισμό.)

Οι βήμα-βήμα προοδευτικές προσεγγίσεις δεν είναι ασυμβίβαστες με τον αναρχισμό. Επομένως, δεν είναι ανάρμοστο για έναν οπαδό των σταδίων, όπως D. Graeber, να ονομάσει τον εαυτό του «αναρχικό». Γι ‘αυτόν, οι διασυνοριακές κοινότητες μπορούν να αναπτυχθούν τόσο πολύ ώστε τα σύνορα να χάσουν το νόημά τους και να προξενήσουν «τη σταδιακή διάλυση του γραφειοκρατικού έθνους-Κράτους”. Η πιο σημαντική λέξη εδώ είναι το γραφειοκρατικό: όταν όλα (εργασία, χρήμα, πόλεμος, επιχειρήσεις…) λειτουργούν δημοκρατικά, η φύση τους αλλάζει εντελώς.

Η αδυναμία του αναρχισμού είναι ότι θεωρεί το Κράτος πάνω απ’ όλα ως μέσο εξαναγκασμού – κάτι που ασφαλώς είναι – χωρίς να ρωτάει γιατί και πώς παίζει αυτόν τον ρόλο. Το Κράτος είναι ένας διοικητικός μηχανισμός που εγγυάται την ασφάλεια και διατηρεί τη συνοχή μεταξύ αποκλινόντων συμφερόντων. Για τους αναρχικούς, όμως, το Κράτος ταυτίζεται πρώτα και κύρια με την επιβαλλόμενη καθετοποιημένη εξουσία. Μόλις υποχωρούν αυτές οι ορατές μορφές εξαναγκασμού, είναι αρκετό για μερικούς αναρχικούς (όχι για όλους, σε καμία περίπτωση) για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι το τέλος του Κράτους έχει επέλθει ή βρίσκεται σε εξέλιξη. Μια γνήσια κοινοτική “οριζόντια” αστυνομική δύναμη, για παράδειγμα, δεν θα θεωρείται η αστυνομία πια.

Ο ελευθεριακός είναι ανυπεράσπιστος απέναντι σε αυτό που μοιάζει τόσο πολύ με το πρόγραμμά του: καθώς πάντα αυτός αντιπαρατίθετο στο Κράτος και υποστήριζε τη δημοκρατία, ο δημοκρατικός συνομοσπονδισμός και ο κοινωνικός αυτοκαθορισμός έχουν πολλά στοιχεία που τον ευχαριστούν. Το αναρχικό ιδανικό είναι πράγματι η αντικατάσταση του Κράτος από χιλιάδες ομόσπονδες κοινότητες και κολεκτίβες εργασίας.

Στη βάση αυτή, καθίσταται εφικτή για έναν διεθνιστή η υποστήριξη ενός εθνικού κινήματος, αν εφαρμόζει την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική αυτοδιαχείριση, ή την «επανοικειοποίηση των κοινών”, με την ιδιόλεκτο του 21 ου αιώνα. Όταν το PKK επιμένει ότι δεν θέλει να καταλάβει την εξουσία, αλλά να συμβάλει σε ένα σύστημα όπου η εξουσία θα διαχέεται έτσι ώστε ο καθένας μοιράζεται την εξουσία, είναι σχετικά εύκολο για έναν αναρχικό να ταυτιστεί με αυτόν τον ισχυρισμό.

 Προοπτικές

Η απόπειρα δημοκρατικής επανάστασης στη Rojava, και οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί που τη συνοδεύουν, κατέστη δυνατή μόνο λόγω εξαιρετικών περιστάσεων: τη διάλυση του ιρακινού και της συριακού Κράτους, συν την τζιχαντιστική εισβολή, μια θανάσιμη απειλή που επιτάχυνε τη ριζοσπαστικοποίηση.

Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, μια πιθανότητα είναι ότι το ISIS καταλαμβάνει όλη την περιοχή, κάτι το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει τη διάλυση της Rojava ως πρωτο-Κράτος: η κουρδική αυτονομία θα επανερχόταν στη μορφή συρρικνούμενων λωρίδων γης, θύλακες αντάρτικου, όπως ήταν η κατάσταση σε ολόκληρη την περιοχή πριν το 2003.

Η δεύτερη και τώρα πιθανότερη επιλογή είναι ότι το φρούριο της Rojava κρατιέται με δυτική στρατιωτική υποστήριξη, και η δημοκρατία της Rojava ζει υπό αρκετή διεθνή κηδεμονία για να περιηγείται στα ταραχώδη νερά μιας Μέσης Ανατολής που μαστίζεται από την κρίση (μεταξύ άλλων προκλήσεων, έχοντας τον συριακό εμφύλιο πόλεμο στην άλλη πλευρά των συνόρων: παραδόξως, όσο αντέχει το καθεστώς Άσαντ, θα μπορούσε να ενεργεί ως απρόθυμος και αναξιόπιστος σύμμαχος της Rojava, προσθέτοντας άλλον ένα λεκέ αβεβαιότητας). Μια τέτοια νεογέννητη χώρα δεν θα ήταν περισσότερο ανεξάρτητη από το παρόν κουρδικό μικρο-Κράτος στο βόρειο Ιράκ υπό δυτική προστασία: όπως και η Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν, έτσι και η Rojava θα επιβίωνε μόνο αν έπαιζε το παιχνίδι των μεγάλων δυνάμεων και των μεγάλων επιχειρήσεων.

Το πετρέλαιο θα αποτελούσε τόσο περιουσιακό στοιχείο όσο και περιορισμό. Για μια μικρή εύθραυστη χώρα, γεωγραφικά χωρισμένη σε τρία μέρη, το πετρέλαιο και ο ορυκτός πλούτος δεν είναι τίποτα χωρίς ισχυρούς αγοραστές και συμμάχους. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, υπάρχει μόνο ένα αεροδρόμιο στο Cizire, υπό τον έλεγχο της συριακής κυβέρνησης.

Αυτό θα ήταν το χειρότερο/καλύτερο σενάριο. Όσο δημοκρατική και να επιθυμεί να είναι η Rojava, ακόμη και παρά την ισχυρή λαϊκή πίεση, η εδραίωση και η ομαλοποίηση της χώρας θα προωθούσε μόνο ό,τι είναι συμβατό με την αστική δημοκρατία, δηλαδή ό,τι δεν αντιβαίνει στην πρόσληψη εργασίας από το κεφάλαιο, την κυκλοφορία και τη συσσώρευση χρήματος, τις συναλλαγές με ξένα κεφάλαια, κ.λπ. Η ρωσική εκδοχή του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» ήταν αδύνατη:  το ίδιο ισχύει και για τον κουρδικό δημοκρατικό συνομοσπονδισμό, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει. Θα σταματήσουν όλες οι κοινωνικές κατακτήσεις με όποιο ανατρεπτικό δυναμικό. Στην καλύτερη περίπτωση (που πιθανώς σημαίνει ότι ήδη προβάλλονται υπερβολικές απαιτήσεις), θα υπάρξουν σχετικά ελεύθερες εκλογές, λίγη διαφθορά, ένας μερικός σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια τοπική αυτοδιοίκηση των τοπικών υποθέσεων, ένα καλύτερο σύστημα δημόσιας υγείας από αυτό των γειτονικών χωρών, μια μέτρια καταπιεστικά αστυνομία, μια προοδευτική εκπαίδευση, ελευθερία του Τύπου (με την προϋπόθεση ότι δεν θα εμπεριέχει βλασφημίες), ένα ανεκτικό Ισλάμ και φυσικά η ισοτιμία των φύλων, ίσως με μια γυναίκα αντιπρόεδρο. Τίποτα περισσότερο. Μάλλον αρκετά για όσους θέλουν να συνεχίσουν να πιστεύουν στην επανάσταση της Rojava. Οι οπαδοί ποτέ δεν αποθαρρύνονται από την πραγματικότητα. Όταν η θεωρία τους διαψεύδεται από τα γεγονότα, απορρίπτουν τα γεγονότα. “Να είσαι πιο διαλεκτικός!», λένε: «Αγνοήστε το παρόν: ό,τι φαίνεται κακό σήμερα ήταν χειρότερο χθες, και αύριο θα καλυτερεύσει…”

Όσο για την προοπτική μιας σύγκρουσης μεταξύ των αυτοοργανωμένων οργανισμών και του μηχανισμού που τους επιβλέπει υπό το άγρυπνο βλέμμα του PKK, αυτό μας φέρνει πίσω στο ερώτημα: «Ποιος κατέχει τα πραγματικά ηνία της εξουσίας;” Δεν υπάρχει “δυαδικότητα της εξουσίας” στο Κουρδιστάν, δεν υπάρχει προλεταριακός έλεγχος από τα κάτω που ανταγωνίζεται για την εξουσία με μια πολιτική δομή από τα πάνω. Η εποπτεία του ΡΚΚ αποδέχεται τις κοινοτικές αυτοδιοικούμενες κολλεκτίβες, οι οποίες το αφήνουν υπεύθυνο για τις σοβαρές αποφάσεις και οι οποίες μόνο αυτοδιαχειρίζονται την καθημερινή ζωή: η συμμετοχή του τοπικού πληθυσμού δεν μεταβάλλει την πραγματική ισορροπία δυνάμεων. Στην Ισπανία, το 1936, οι απαρχές της επανάστασης καταβροχθίστηκαν από τον πόλεμο. Στη Rojava επικρατεί ο πόλεμος, και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των κούρδων προλετάριων να πάρουν τα πράγματα τους στα χέρια τους, τίποτα δεν προαναγγέλλει μέχρι στιγμής την έλευση μιας επανάστασης.

GD & TL, Φεβρουάριος 2015

 

Το παρόν αποτελεί μια πολύ διευρυμένη έκδοση του κειμένου με τίτλο Kurdistan? που δημοσιεύθηκε στα γαλλικά στο blog ddt21.noblogs.org.

 

 Για περαιτέρω ανάγνωση

Βασικά κείμενα:

Il Lato Cattivo, “The Kurdish Question”, ISIS, USA, etc., 2014. (στα ελληνικά μπορεί να βρεθεί εδώ).

Becky, Starting from the Moment of Coercion: Cizire Canton, Rojava. A Revolution in Daily Life, Dec. 2014 (αρχικά γραμμένο για το περιοδικό SIC)

 

 Επίσης:

Zafer Onat, Rojava: Fantasies & Realities, servetdusmani.org, 2014 (στα ελληνικά μπορεί να βρεθεί εδώ)

Internationalist Communist Tendency, In Rojava: People’s War is Not Class War, leftcom.org

Διάφορα ενδιαφέροντα κείμενα στο site των Tridni Valka : http://www.autistici.org/tridnivalka/

International Communist Party, Proletarian, # 11, Winter-Spring 2015

Ch. Glass, “In the Syria We Don’t Know”, New York Review of Books, Nov. 6, 2014

 The Continuing Appeal of Religion, troploin, 2006

Kropotkin, Memoirs of a Revolutionist, 1899, conclusion. Ο Μαρξ, στον τελευταίο δημόσιο λόγο του στο Άμστερνταμ, στις 8 Σεπτεμβρίου 1872, εξέφρασε παρόμοιες απόψεις για τη Βρετανία και τις ΗΠΑ.

Kropotkin, Anarchism, 1910, marxists.org

Woodcock, I. Avakumovic, Peter Kropotkin. From Prince to Rebel, Black Rose Books, 1990

Fromkin, The Peace to End All Peace: The Fall of the Ottoman Empire & the Creation of the Modern Middle East, Avon Books, 1999

BBC News, Battle for Iraq & Syria in Maps, Jan. 2015, bbc.com

 

 Kείμενα οπαδών της επανάστασης στη Rojava:

Graeber, No. this is a Genuine Revolution, Dec. 26, 2014

Zaher Baher, The Experiment of West Kurdistan (Syrian Kurdistan) has Proved that People Can Make Changes, August 2014, libcom.org

Janet Biehl, Impressions of Rojava: A Report from the Revolution, Dec. 16, 2014; and Poor in Means but Rich in Spirits, Interview, Dec. 23, 2014

Sardar Saadi, Rojava Revolution: Building Autonomy in the Middle East, July 2014, roarmag.org

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s