Home

Στις 27-28 Νοεμβρίου συνδιοργανώσαμε σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη δυο δημόσιες εκδηλώσεις-συζητήσεις με τους Endnotes (εδώ μπορούν να βρεθούν η αφίσα και το σχετικό κάλεσμα). Αν και στην αφίσα υποστηρίζαμε πως:

“Χωρίς μια κατανόηση της κρίσης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής σχέσης ως πλεονάζοντος κεφαλαίου σε συνθήκες πλεοναζόντων πληθυσμών, και των τρόπων με τους οποίους αυτή εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια διεθνώς, είναι εξίσου δύσκολο να καταλάβουμε τη μορφή που παίρνουν οι αγώνες, όπως και τα όριά τους στην πρόσφατη αλληλουχία.”

εντούτοις είχαμε επιδιώξει να ξεκινήσει η συζήτηση από το κείμενο των Endnotes με τίτλο Holding Pattern, το οποίο πραγματεύεται με έναν γενικό τρόπο αυτή την κρίση καθώς και τα κινήματα των πλατειών που ξεσπούν εντός της, θεωρώντας το ως το πιο κοντινό στην ελληνική εμπειρία. Αυτός ήταν ο σχεδιασμός ήδη από τα μέσα του καλοκαιριού του ’15, οπότε και προγραμματίστηκαν οι εν λόγω εκδηλώσεις (αυτό το κείμενο, καθώς και η εισήγηση των Endnotes, η οποία παίζει και τον ρόλο update, μπορούν να βρεθούν εδώ).

Στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ τέλος Ιουνίου και τέλος Νοεμβρίου -με την αύξηση των λεγόμενων “μεταναστευτικών ροών” από τη μια και την εκ νέου συνέχιση της υποτίμησης της εργασιακής δύναμης, αυτή τη φορά από την “κυβέρνηση των πλατειών” από την άλλη- μας μπήκε το ζήτημα αν μπορούσαμε πράγματι να συζητήσουμε για τη συγκυρία μένοντας στο πλαίσιο που βάζει το εν λόγω κείμενο, δηλαδή χωρίς να θίγεται καθόλου από την πλευρά της εισήγησης το ζήτημα των πλεοναζόντων πληθυσμών. Με αφορμή λοιπόν την εισήγησή μας στην εκδήλωση της Αθήνας, η οποία προσπάθησε να κάνει τη σύνδεση με την πολύ πρόσφατη συγκυρία, παραθέτουμε παρακάτω ορισμένα σημεία σχολιασμού:

  • η έννοια της περίσσειας της εργασιακής δύναμης, η οποία οπωσδήποτε απαιτεί προσοχή στη χρήση της μιας και ανακινείται διαρκώς από το ίδιο το κράτος και το κεφάλαιο, είναι κεντρική στη σημερινή συγκυρία, μιας και είναι η πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες που ο ντόπιος προλεταριακός πληθυσμός αντιμετωπίζει έντονα την προοπτική της ανεργίας. Αυτή η προοπτική είχε διαφανεί στο παρελθόν στις αρχές της δεκαετίας του ’50, μετά το τέλος του εμφυλίου. Τότε όμως επιλύθηκε μέσω της λεγόμενης “εξαγωγής των αντιθέσεων”, δηλαδή της μαζικής μετανάστευσης στο εξωτερικό – και φυσικά της μετατροπής ενός μεγάλου  μέρους του πληθυσμού, των ηττημένων του εμφυλίου, σε δεύτερης κατηγορίας πολίτες. Αυτή η προοπτική είχε διαφανεί εκ νέου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν είχε ξεκινήσει εκ νέου μια προσπάθεια αναδιάρθρωσης των παραγωγικών σχέσεων από την πλευρά του κεφαλαίου. Τότε, η εισροή βαλκάνιων μεταναστών προλετάριων είχε ικανοποιήσει την απαίτηση για φθηνό και υποτιμημένο εργατικό δυναμικό, “διασώζοντας” το μέλλον των ντόπιων προλετάριων. Τώρα, όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει “λύση”…
  • Όλες οι στατιστικές δείχνουν ότι, στις όποιες προσλήψεις πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια εν μέσω μνημονίων, οι προσωρινές σχέσεις εργασίας είναι πλειοψηφικές. Δεν μπορούμε να μιλάμε για τη μισθωτή σχέση χωρίς να μιλάμε για αναδιαρθρωμένη μισθωτή σχέση, εδώ και δεκαετίες. 
  • Όση πίστη κι αν έχουμε στον καπιταλισμό ότι δεν θα καταρρεύσει από μόνος του και ότι διαρκώς αναζητεί τρόπους αυτο-αναπαραγωγής του (ακόμα και εκτός του πλανήτη γη), και όσο μεταβατική κι αν θεωρούμε την υπάρχουσα συγκυρία, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη το ΑΕΠ έχει μειωθεί 25% τα τελευταία πέντε χρόνια και δεν διαφαίνονται βραχυπρόθεσμες προοπτικές καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σε συνδυασμό με τα παραπάνω σημεία διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για τη μισθωτή σχέση χωρίς να την ορίζουμε από τη σκοπιά της επισφάλειας/ανεργίας.  
  • Οι πάνω από 800.000 μετανάστες/πρόσφυγες που πέρασαν το Αιγαίο τους τελευταίους 8 μήνες δεν προορίζονται να γίνουν (στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον) εργάτες στη γερμανική βιομηχανία, υποτίθεται κατά τις επιταγές του γερμανικού ΣΕΒ. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι, ειδικά με την ύφεση στην Κίνα, οι γερμανικές βιομηχανίες θα αντιμετωπίσουν μεγάλο πρόβλημα με τις εξαγωγές τους. Η θεωρία της παρανομοποίησης της εργασίας των μεταναστών επαληθεύτηκε για πολλά χρόνια στο ελληνικό έδαφος (όπως και τα τελευταία χρόνια στο τούρκικο έδαφος όσων αφορά τη συντριπτική πλειοψηφία των σύρων προσφύγων, σύμφωνα με σχετικές έρευνες), ενδεχομένως όμως να συναντάει εφεξής ορισμένα όρια όσων αφορά τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, από όπου πολλοί μετανάστες έχουν φύγει/απελαθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ προς το εξωτερικό έχουν μεταναστεύσει και πολλοί ντόπιοι εργάτες, κυρίως νέοι). 
  • Οι πόλεμοι σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη (ακόμα και στην περίπτωση της Βοσνίας) δεν αποτέλεσαν εφαλτήριο για εκ νέου ώθηση κάποιου είδους ενδογενούς καπιταλιστικής ανάπτυξης μέσω της λεγόμενης “πρωταρχικής συσσώρευσης”. Σε γενικές γραμμές, αυτό αποτελεί ένα χαρακτηριστικό των σύγχρονων πολέμων, αλλά και γενικότερα του σύγχρονου καπιταλισμού όσον αφορά τη δυνατότητα απασχόλησης εργατών, πρώην αγροτών, προερχόμενων από εσωτερική μετανάστευση εντός ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού (δες και το μεταφρασμένο κείμενο των Endnotes παρακάτω). Επομένως, όταν υποστηρίζεται πως:

Η εργατική δύναμη είναι η οπτική του κεφαλαίου για τον κόσμο. Ο κόσμος των ζωντανών δεν είναι παρά η αδιάφορη και πολλές φορές απευκταία συνοδεία της. Η δίψα του κεφαλαίου για εργατική δύναμη δεν είναι ανάγκη να σημαίνει αγάπη για τον κόσμο των ζωντανών. Πολλές φορές μάλιστα σημαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όπως μας λέει η Sylvia Federici, υπάρχουν ιστορικές περίοδοι όπου πρέπει “τα ζωντανά σώματα να πεθάνουν για να ζήσει η εργατική δύναμη”. Δηλαδή, η παραγωγή της εργατικής δύναμης μπορεί να έχει μια ανάστροφη όψη, μια όψη υπολογισμένου θανάτου, σχεδιασμένης καταστροφής. 

και ταυτόχρονα υποστηρίζεται πως ο καπιταλισμός διατρέχεται από μια δομική κρίση τα τελευταία σαράντα χρόνια (χοντρικά, από την πετρελαιακή κρίση του ’73 και μετά) η οποία επιλύεται, και ταυτόχρονα δεν επιλύεται, μέσω της διαρκούς υποτίμησης της εργασιακής δύναμης, τότε οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η “οπτική του κεφαλαίου για τον κόσμο” εμπεριέχει δομικά πλέον τη “σχεδιασμένη καταστροφή”, την απαξίωση και την αχρηστία της εργασιακής δύναμης. Εδώ και πολλά χρόνια η αναπαραγωγή της εργασιακής δύναμης δεν συνδέεται δομικά με την αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Η παρακάτω, μη επαγγελματική, μετάφραση του άρθρου An identical Abject-Subject? από το τελευταίο τεύχος των Endnotes, μπορεί να εκληφθεί και ως συνέχεια των προβληματισμών που αναπτύχθηκαν στη συζήτηση της Αθήνας, μιας και ο πλεονάζων πληθυσμός βρέθηκε στο επίκεντρο του προβληματισμού. Και όχι άδικα. 

Ένα ταυτόσημο αποκείμενο-υποκείμενο;

Στο Endnotes 2 παρουσιάσαμε έναν απολογισμό της εγγενούς τάσης του κεφαλαίου προς την κρίση, η οποία περιστρεφόταν γύρω από μια θεωρία πλεονάζοντος πληθυσμού. Αυτό που ακολουθεί είναι μια προσπάθεια να ραφινάρουμε, να αποσαφηνίσουμε και να αναπτύξουμε τις κεντρικές κατηγορίες αυτής της θεωρίας[1]. Το κίνητρό μας για την προσπάθεια αυτή εξάγεται από συγκεκριμένες παρανοήσεις τις οποίες έχουμε αντιμετωπίσει, οι οποίες φαίνονται να προδίδουν μια γενική τάση άμεσης χαρτογράφησης της κατηγορίας του «πλεονάζοντος πληθυσμού» σε ένα μοναδικό, συμπαγές κοινωνικό υποκείμενο ή κοινωνιολογική ομάδα, με τον δυνητικό υπαινιγμό ότι αυτή η ομάδα πρέπει να ειδωθεί ως ένα νέο είδος φορέα της επανάστασης. Απέχοντας από την παρουσίαση της ανάδυσης ενός συμπαγούς φορέα, η επέκταση του πλεονάζοντος πληθυσμού σηματοδοτεί τη τάση εξαφάνισης του προηγούμενου επαναστατικού ορίζοντα.

Ήταν κάποτε εφικτό -και πράγματι αρκετά εύλογο- να σκεφτόμαστε το προλεταριάτο ως ένα αναδυόμενο κοινωνικό υποκείμενο, το οποίο γίνεται όλο και μεγαλύτερο και περισσότερο ενωμένο με την παγκόσμια διάδοση κι ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, κι ιδιαιτέρως με την ένταξη μιας αναπτυσσόμενης μερίδας της τάξης στη βιομηχανική απασχόληση. Σήμερα, σε μια εποχή επιβραδυνόμενης οικονομικής ανάπτυξης -η οποία είναι επίσης μια εποχή γενικής αποβιομηχάνισης- οι επαναστατικοί προσανατολισμοί του παρελθόντος δεν βγάζουν πλέον νόημα. Η εργατική τάξη -πάντα εσωτερικά διαφοροποιημένη- επιδεικνύει μια φθίνουσα ικανότητα ενοποίησης υπό μια μοναδική ηγεμονική φιγούρα, κι έτσι πραγματοποιεί την πάντα άδηλη τάση της να αποσυντίθεται σε θραύσματα, το ένα εναντίον του άλλου.

Στην καρδιά αυτού του κατακερματισμού βρίσκεται η διαίρεση της τάξης σε δύο μέρη: (α) ένα συστελλόμενο που διατηρεί υψηλότερους μισθούς και κοινωνικές προστασίες, αλλά πρέπει διαρκώς να μάχεται ως οπισθοφυλακή ενάντια σε καπιταλιστικές «μεταρρυθμίσεις» κι αναδιαρθρώσεις· και (β) ένα διαστελλόμενο που αντιμετωπίζει λίγες προοπτικές απασχόλησης και του προσφέρονται λίγες κοινωνικές προστασίες[2]. Ο πιο εξασφαλισμένος τομέας -ο οποίος επίσης είναι περισσότερο οργανωμένος- συχνά χρειάζεται τη στήριξη του πιο επισφαλούς ώστε να κερδίσει τους αγώνες του. Ωστόσο, εγκλήσεις για μεγαλύτερη «ένταξη» τέτοιων ανθρώπων ίσως να τροφοδοτούν βάσιμες φοβίες πως κάτι τέτοιο θα υπονομεύσει τις περισσότερο ασφαλείς θέσεις, δίδοντας πρόσβαση σε εκπαίδευση και κατάρτιση, κι ως εκ τούτου αυξάνοντας την προσφορά εργασίας και μειώνοντας την διαπραγματευτική ισχύ[3]. Την ίδια στιγμή, μέλη του πιο επισφαλούς μέρους ίσως ορθώς να είναι καχύποπτα για τα κίνητρα των πιο εξασφαλισμένων: αφού γίνουν οι θυσίες, δεν θα είναι απλώς οι μάχες οπισθοφυλακής των τελευταίων εκείνες που θα έχουν κερδηθεί; Στην τελική, οι εξασφαλισμένοι σπάνια βγαίνουν στους δρόμους όταν αυτοί που πλήττονται είναι οι λιγότεροι τυχεροί. Η επέκταση του πλεονάζοντος πληθυσμού είναι σημαντική στην επεξήγηση αυτής της διαίρεσης, αλλά δεν είναι η μόνη βαρυσήμαντη εντός της τάξης.

Υπάρχει μια δυνητικά άπειρη ποικιλία τέτοιων διακρίσεων, οπότε το ερώτημα της ερμηνείας των τρέχοντων διαιρέσεων μπορεί με μια έννοια να αντιστραφεί: Τι ήταν η ενότητα η οποία τώρα βρίσκεται σε προχωρημένα στάδια αποσύνθεσης; Πως έγινε αυτό; Αυτό είναι ένα ερώτημα που έχουμε προσπαθήσει να απαντήσουμε αλλού στο παρόν τεύχος, στο άρθρο “A History of Separation”[4]. Για τους σκοπούς μας εδώ όμως, είναι αρκετό απλώς να σημειώσουμε ότι κάποτε υπήρχε μια ηγεμονική ταυτότητα και προσανατολισμός ανάμεσα στους εργάτες η οποία μπορούσε να παρέχει βάσεις για την επιβεβαίωση συγκεκριμένων αγώνων ως κεντρικών, ενώ απέκλειε άλλους ως δευτερεύοντες ή ασήμαντους. Είναι εξίσου ξεκάθαρο ότι αυτή η επιβεβαίωση φαντάζει όλο και λιγότερο δυνατή σήμερα. Στη θέση της ταυτότητας του εργάτη, ερχομάστε αντιμέτωποι τώρα με τόσες πολλές ανταγωνιστικές εναλλακτικές, η κάθε μια με τις δικές της στρατηγικές προτεραιότητες: εκείνοι που θέλουν περισσότερες δουλειές εναντίον εκείνων που θέλουν να αποτρέψουν την περιβαλλοντική καταστροφή· εκείνοι που θέλουν να διατηρήσουν τον οικογενειακό μισθό για τους συνδικαλισμένους άντρες εργάτες ενάντια σε εκείνες που θέλουν ισότητα των φύλων· εκείνοι των κυρίαρχων εθνικών ή φυλετικών ταυτοτήτων ενάντια σε εκείνους των φυλετικοποιημένων μειονοτήτων, κλπ.

Με αυτή την έννοια, ο κατακερματισμός των «πολιτικών της ταυτότητας» είναι συμπτωματικός μιας εποχής. Σε μια περίοδο ολοένα επιβραδυνόμενης οικονομικής ανάπτυξης υπό την απειλή οικολογικής καταστροφής, φαίνεται ολοένα λιγότερο δυνατός ο ισχυρισμός πως δίνοντας τις μάχες ενός μέρους της τάξης θα προχωρήσει η τάξη στο σύνολό της. Αυτός είναι ο λόγος που απορρίπτουμε οποιαδήποτε προσπάθεια να βρεθεί στους πλεονάζοντες πληθυσμούς ένα υποκατάστατο κοινωνικού υποκειμένου που ίσως αντικαταστήσει τον ηγεμονικό ρόλο που έπαιζε ο λευκός άντρας βιομηχανικός εργάτης στο εργατικό κίνημα. Στο παρόν δεν φαίνεται να υπάρχει τμήμα της τάξης -είτε «το πιο στρατηγικά τοποθετημένο» είτε «το πιο καταπιεσμένο»- του οποίου οι αγώνες να εκφράζουν ένα γενικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, προσπάθειες επίκλησης μιας νέας ενότητας από αυτή την ποικιλομορφία απλά μετονομάζοντάς τη σε «πλήθος» ή «πρεκαριάτο» για παράδειγμα, απλώς αναδεικνυεί αυτό το θεμελιώδες πρόβλημα εσωτερικής διαίρεσης.

Αν υπάρχει οποιαδήποτε επαναστατική προοπτική στο παρόν, αυτή φαίνεται να είναι ικανή να πραγματοποιηθεί όχι στον αγώνα κάποιου συγκεκριμένου τμήματος της τάξης, αλλά σε εκείνες τις στιγμές όπου διαφορετικά τμήματά της συνευρίσκονται μαζί σε έναν αγώνα παρόλες τις αμοιβαίες τους καχυποψίες· παρόλη την έλλειψη ενός σταθερού, συμπαγή ηγεμονικού πόλου. Σε τέτοιες στιγμές, τα αιτήματα διάφορων τμημάτων της τάξης έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους – μια σύγκρουση η οποία ίσως φέρει την προοπτική της αποσταθεροποίησης ή υπονόμευσης αμοιβαία αποκλειόμενων αιτημάτων και ταυτοτήτων. Οι τρόποι με τους οποίους η κοινωνική ζωή οργανώνεται και διατέμνεται εντός των καπιταλιστικών κοινωνιών μπορεί τότε να φτάσουν να εμφανίζονται ως εμπόδια για περαιτέρω αγώνα, διαιρώντας τους εργάτες και στρέφοντάς τους τον έναν εναντίον του άλλου. Το ερώτημα του πως να κινηθούμε μπροστά τότε τουλάχιστον τίθεται, χωρίς όμως εύκολες απαντήσεις. Στην τελική, μια οριστική απάντηση θα περιλάμβανε ένα ξεπέρασμα της εν-τω-διαχωρισμώ-ενότητας που οργανώνει την κοινωνική ζωή.

Τι είναι ένας πλεονάζων πληθυσμός;

Η θεωρία του πλεονάζοντος πληθυσμού πηγάζει από επιχειρήματα που παρουσιάζει ο Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 23, για τον «γενικό νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης». Ο Μαρξ ορίζει τον πλεονάζων πληθυσμό[5] ως εργάτες χωρίς κανονική πρόσβαση σε εργασία: ένας εργάτης «ανήκει» στον πλεονάζοντα πληθυσμό «στο χρονικό διάστημα που τον μισοαπασχολούν ή που μένει τελείως χωρίς δουλειά»[6]. Ο Μαρξ αναφέρεται σε αυτόν τον πλεονάζοντα πληθυσμό ως έναν «σχετικό πλεονάζοντα πληθυσμό», επειδή αυτοί οι εργάτες δεν είναι απολύτως πλεονάζοντες όπως σε έναν μαλθουσιανό ισχυρισμό (δηλαδή, δεν υπάρχει ζήτημα έλλειψης ικανής ποσότητας τροφίμων, νερού, καταλυμάτων κλπ). Αντ’ αυτού, αυτοί οι εργάτες πλεονάζουν σε σχέση με τις ανάγκες του κεφαλαίου – δηλαδή, σε σχέση με τη ζήτηση του κεφαλαίου για εργασία.

Στην ιστορία των καπιταλιστικών κοινωνιών, μεγάλες μάζες ανθρώπων έχουν απορροφηθεί στην αγορά εργασίας κι έχουν φτάσει να εξαρτώνται αποκλειστικά από τους μισθούς τους για να επιβιώσουν. Δεν μπορούν να φύγουν από την αγορά εργασίας εκτός κι αν μπορούν να βάλουν άλλους εργάτες να τους στηρίζουν. Με άλλα λόγια, οι εργάτες πρέπει να δουλεύουν ανεξαρτήτως με το τι είδους και πόση πολλή εργασία υπάρχει. Βρίσκονται στο έλεος της ζήτησης του κεφαλαίου για εργασία. Όταν αυτή η ζήτηση πέφτει και δεν υπάρχει αρκετή εργασία για όλους, οι εργάτες δεν σταματάνε πλήρως να δουλεύουν – εκτός κι αν πραγματικά δεν έχουν καμιά επιλογή, στην οποία περίπτωση μετατρέπονται σε άπορους. Αντ’ αυτού, εισέρχονται στο ένα ή άλλο παρακλάδι ενός εκτενούς και ποικιλόχρωμου πλεονάζοντος πληθυσμού.

Ο Μαρξ περιγράφει «όλου του είδους τις μορφές» του πλεονάζοντος πληθυσμού. Λόγω μετασχηματισμών της παραγωγής, οι εργάτες διαρκώς πετιούνται από παλιές σε νέες βιομηχανίες, αναλόγως με τις μετατοπιζόμενες ανάγκες του κεφαλαίου. Αυτό εγείρει, σύμφωνα με τον Μαρξ, τόσο τους «λανθάνοντες» όσο και τους «ρευστούς» πλεονάζοντες πληθυσμούς, τον τελευταίο εκ των οποίων ο Μαρξ αποκαλεί «εφεδρικό στρατό εργασίας». Ωστόσο, ως μια συνέπεια αυτής της συνεχούς ανάπτυξης, το κεφάλαιο επίσης παράγει έναν υπερεκμεταλλευμένο «στάσιμο» πλεονάζοντα πληθυσμό όταν αποτυγχάνει να επαναπορροφήσει εκτοπισμένους εργάτες σε νέες γραμμές.

Ο Μαρξ νόμιζε πως το πρόβλημα του πλεονάζοντος πληθυσμού -τελικά ένα πρόβλημα της αναπτυσσόμενης υπερπροσφοράς, και ελλειπούμενης ζήτησης για, εργασία- θα εντεινόταν με τον καιρό και, ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι αυξανόμενα θα έβρισκαν τους εαυτούς τους αποκομμένους από τις αγορές εργασίας, κι οπότε από την κανονική πρόσβαση σε μισθό. Πράγματι, ο Μαρξ το περιγράφει αυτό ως τον «απόλυτο γενικό νόμο της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης». Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η συνεχής διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου οδηγεί σε αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία με τη σειρά της διαστέλλει τον «βιομηχανικό εφεδρικό στρατό», προκαλώντας τον «σταθεροποιημένο πλεονάζοντα πληθυσμό» -«που η φτώχεια του είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τα βάσανα της δουλειάς του»- να αναπτύσσεται και να αυξάνει τον «επίσημο παουπερισμό» [όσοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας]· δηλαδή, εκείνους που δεν βγάζουν αρκετά σε μισθό για να επιβιώσουν, κι έτσι πρέπει να ζητιανέψουν για το ψωμί τους[7]. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι η συσσώρευση πλούτου συμβαίνει παραπλεύρως με τη συσσώρευση φτώχειας.

Κατά την άποψη του Μαρξ, ο κύριος λόγος που η καπιταλιστική ανάπτυξη οδηγεί στην αύξηση του πλεονάζοντος πληθυσμού έχει να κάνει με αυτό που έχουμε αποκαλέσει «τεχνολογικό αναστολέα»[8]. Στην ουσία, ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι η ζήτηση για εργασία στην κάθε βιομηχανία τελικά πέφτει καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται. Νέες βιομηχανίες όντως έρχονται στη σειρά, με ταχύτερο ή βραδύτερο ρυθμό, αυξάνοντας τη ζήτηση για εργασία. Ωστόσο, αυτές οι νέες βιομηχανίες ποτέ δεν ξεκινούν από το μηδέν: δεν χρειάζεται να επανεφεύρουν πχ την ατμομηχανή, τη γραμμή παραγωγής, τον ηλεκτρικό κινητήρα. Αντ’ αυτού, οι νέες γραμμές απορροφούν τεχνολογικές καινοτομίες που προηγήθηκαν. Ως αποτέλεσμα, η ανάδυση των νέων βιομηχανιών είναι ολοένα και λιγότερο αποτελεσματική στην αύξηση της ζήτησης για εργασία. Ως εκ τούτου, το κεφάλαιο κατέχει εκείνο που ο Μαρξ ονομάζει «αυξανόμενη οργανική σύνθεση». Ο Μαρξ ισχυρίζεται πως είναι οι παλαιότερες γραμμές, οι οποίες δεν έχουν ακόμα ανανεωθεί τεχνικά, οι οποίες τείνουν να απορροφούν την περισσότερη εργασία.

Αυτή η θεωρία μπορεί να πάρει περαιτέρω σάρκα και οστά αναπτύσσοντας συνδέσμους ανάμεσα στις σημειώσεις του Μαρξ για την υπερσυσσώρευση στον τρίτο τόμο, αλλά αυτό είναι ένα άλλο εγχείρημα. Εδώ απλώς σημειώνουμε ότι σήμερα, εκείνο που καθιστά πολλούς εργάτες πλεονάζοντες για τις ανάγκες του κεφαλαίου είναι μια διπλή τάση: από την μια πλευρά, προς την υπερσυσσώρευση -η οποία μειώνει τα ποσοστά κέρδους κι οπότε επιβραδύνει την επέκταση της παραγωγής- κι από την άλλη πλευρά, προς τη συνεχώς αυξανόμενη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία εγείρεται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό κι οδηγεί σε μια απώλεια θέσεων εργασίας σε εκείνους τους οικονομικούς τομείς όπου η παραγωγή δεν αυξάνεται στον ίδιο ρυθμό με την παραγωγικότητα. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων εγγυάται ότι σε μια οικονομία που ναυαγεί από υπερσυσσώρευση, η ζήτηση για εργασία θα αποτύχει να ισορροπήσει με την προσφορά της. Αυτό, με τη σειρά του, θα επεκτείνει τον πλεονάζοντα πληθυσμό.

Στο Endnotes 2 ισχυριστήκαμε ότι αυτές οι εξελίξεις δυνητικά θα οδηγούσαν στο να γίνει η αναπαραγωγή του προλεταριάτου εξαρτώμενη από αυτή του κεφαλαίου. Αν ο μεταπολεμικός διακανονισμός είχε επισημοποιήσει την αμοιβαία αλλά ασύμμετρη σχέση στην οποία η αναπαραγωγή της εργατικής τάξης είναι απαραίτητη για εκείνη του κεφαλαίου, με το τέλος του διακανονισμού και την έγερση των πλεονάζοντων πληθυσμών, εκείνοι που είναι πλεονάζοντες αναπαράγονται αποτελεσματικά ως ενός είδους «παρενέργεια» της καπιταλιστικής παραγωγής[9]. Δηλαδή, η καπιταλιστική παραγωγικότητα, ειδικά στη γεωργία, είναι αυξανόμενα ικανή να υποστηρίξει τμήματα του παγκόσμιου πληθυσμού πολύ απομακρυσμένα από τις δυναμικές βιομηχανίες στον πυρήνα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αλλά όταν συμβαίνει αυτό, οι διπλοί σε σύμπλεξη κύκλοι της αμοιβαίας αναπαραγωγής του κεφαλαίου και της τάξης φαίνεται να βγάζουν όλο και λιγότερο νόημα. Όπως η “Screamin’ Alice” έχει ισχυριστεί, αυτό οδηγεί με μια έννοια σε «αποσύνθεση» αυτών των κυκλωμάτων την ίδια στιγμή που η «ενσωμάτωση» βαθαίνει σε άλλες πλευρές – στη χρηματιστικοποίηση νέων πεδίων της ζωής για παράδειγμα[10].

Αποβιομηχάνιση, τότε και τώρα

Στον 20ό αιώνα, αυτή η ιδέα της τάσης του κεφαλαίου να παράγει αυξανόμενα εργάτες ως πλεονάζοντες ήταν ευρέως απορριφθείσα ως μια «θέση εξαθλίωσης», στη βάση ότι έχει αποδειχτεί ιστορικά λανθασμένη: η εργατική τάξη έχει ξεκάθαρα αποτύχει να μετατραπεί σε εξαθλιωμένη· αντιθέτως, τα βιοτικά επίπεδα έχουν ανέβει. Η βιομηχανική απασχόληση είχε αυξηθεί δραματικά, υποδηλώνοντας πως η βιομηχανική εργατική τάξη τελικά θα αποτελούσε τη συντριπτική πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού. Ενώ ο Μαρξ εμφανίζεται να είναι ευρέως ορθός στην ερμηνεία των τάσεων στα μέσα του 19ου αιώνα (οι οποίες περιόρισαν την ανάπτυξη της ζήτησης για εργασία στη βιομηχανία), δεν προέβλεψε την ανάδυση των νέων γραμμών παραγωγής οι οποίες θα αποδεικνύονταν ικανές να απορροφήσουν τα πλεονάσματα κεφαλαίου και εργασίας που παράγονταν αλλού στην οικονομία. Αυτές οι βιομηχανίες -όπως η αυτοκινητοβιομηχανία κι η βιομηχανία λευκών συσκευών- κείτονται στον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και βιομηχανικής απασχόλησης του 20ού αιώνα. Ο ημιειδικευμένος εργοστασιακός εργάτης ήταν η φιγούρα-κλειδί του παλιού εργατικού κινήματος. Αλλά στο Endnotes 2 θέσαμε ένα ερώτημα: Μήπως ο Μαρξ είχε απλώς κάνει λάθος στην επιλογή του χρόνου;

Είναι τώρα ξεκάθαρο ότι εκείνες οι βιομηχανίες του 20ού αιώνα έχουν εδώ και καιρό υπάρξει σε μια σχετική ύφεση ως εργοδότες. Νεώτερες βιομηχανίες, παρόλο που έχουν αναδυθεί, δεν έχουν απορροφήσει όλη την εργασία που πετιέται από αλλού. Ως αποτέλεσμα, η αποβιομηχάνιση βρίσκεται σε εξέλιξη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 στις χώρες υψηλού εισοδήματος. Αλλά ακόμη και προσφάτως βιομηχανοποιημένες χώρες όπως η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Βραζιλία, το Μεξικό, η Νότια Αφρική κι η Αίγυπτος, έχουν δει το βιομηχανικό ποσοστό της συνολικής απασχόλησης των οικονομιών τους να παραμένει στάσιμο ή να μειώνεται από τα μέσα των δεκαετιών του 1980 ή 1990. Η Κίνα φαίνεται να είναι η εξαίρεση του κανόνα, αλλά ακόμα κι εκεί, οι κατασκευές συγκροτούν ένα μεγάλο μέρος το νέου «βιομηχανικού» εργατικού δυναμικού, και το κινέζικο μερίδιο των μεταποιήσεων στην απασχόληση έχει στην πραγματικότητα παραμείνει στάσιμο -ανάμεσα στο 14 με 16 τοις εκατό του εργατικού δυναμικού- κατά την περίοδο ραγδαίας ανάπτυξης από το 1980 έως το 2006. Νέες βιομηχανικές εταιρείες άνοιγαν κι απορροφούσαν εργασία, όπως στην περιοχή του δέλτα του ποταμού Pearl, αλλά αυτό μόνο έτεινε να εξισορροπεί -όχι να αντιστρέφει- τις συνολικές επιπτώσεις από το κλείσιμο κρατικών επιχειρήσεων και τις μαζικές απολύσεις εργατών στην βορειοανατολική Κίνα[11]. Το κινέζικο μερίδιο των μεταποιήσεων ξεπέρασε τα προηγούμενα επίπεδα μόλις το 2006, φτάνοντας τελικά στο 19% το 2011 (το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα). Ενώ ο απόλυτος αριθμός των ανθρώπων που εργάζονται σε βιομηχανίες στην Κίνα είναι σίγουρα συγκλονιστικός, το μερίδιό τους στα ποσοστά απασχόλησης στο νέο «εργαστήρι του κόσμου» δεν πλησιάζει καθόλου τα αντίστοιχα της Δύσης κατά την ακμή της εκβιομηχάνισης. Στην πραγματικότητα, το κινέζικο μερίδιο είναι πιο κοντά στα επίπεδα που επικρατούν στο Μεξικό και τη Βραζιλία σήμερα, απ’ ότι στο επίπεδο της Γερμανίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) στα μέσα του 20ού αιώνα (τα οποία αιωρούνταν ανάμεσα στο 31 με 35 τοις εκατό).

Σύμφωνα με μια παλιά αναπτυξιακή αφήγηση, η γεωργική απασχόληση θα μειωνόταν καθώς η γεωργία θα γινόταν περισσότερο παραγωγική, εξωθώντας πολλούς δυνητικά νέους εργάτες στις πόλεις, οι οποίοι τότε θα έβρισκαν απασχόληση στην επεκτεινόμενη βιομηχανική παραγωγή. Αυτές οι εξελίξεις θα έφερναν εν τέλει τον εκσυγχρονισμό σε κάθε χώρα. Για τους ορθόδοξους Μαρξιστές, αυτό τελικά θα σχημάτιζε ένα προλεταριάτο ενωμένο υπό την ηγεμονία των πιο «προηγμένων» κομματιών του στη βιομηχανία. Αλλά καθώς το παγκόσμιο ζενίθ της εκβιομηχάνισης υποχωρεί προς το ιστορικό παρελθόν, φαίνεται ότι κάτι άλλο συμβαίνει τώρα. Ενώ δεν έχει σταματήσει η μείωση της γεωργικής απασχόλησης, οι εργάτες που πετιούνται από αυτή είναι λιγότερο πιθανό να ενταχθούν στις γραμμές της βιομηχανικής εργατικής τάξης απ’ ότι να εισέλθουν σε έναν αχανές κι ετερογενή τομέα υπηρεσιών. Σε παγκόσμιο επίπεδο, υπάρχει τώρα διπλάσιος αριθμός εργατών στις υπηρεσίες απ’ ότι στη βιομηχανία: οι υπηρεσίες καταλαμβάνουν το 44% της παγκόσμιας απασχόλησης, ενώ η βιομηχανία μόλις το 22%. Το μερίδιο που απασχολείται στα εργοστάσια είναι ακόμα μικρότερο απ’ ότι αυτό το 22% υποδηλώνει, όχι μόνο επειδή περιλαμβάνει τον εντάσεως εργασίας κατασκευαστικό τομέα, αλλά επίσης επειδή ένα ευμεγεθές μέρος της βιομηχανικής απασχόλησης στις χώρες χαμηλού εισοδήματος λογίζεται στην μικρή παραγωγή των ανεπίσημων, αυτοαπασχολούμενων προλεταριακών νοικοκυριών.

Υπηρεσίες και περίσσεια

Πολλοί σχολιαστές θα ισχυριστούν ότι η τρέχουσα στασιμότητα ή πτώση της απασχόλησης στις μεταποιήσεις την οποία περιγράφουμε παραπάνω δεν είναι τίποτα το ανησυχητικό. Είναι, υποτίθεται, ένα ζήτημα μιας οιονεί φυσικής εξέλιξης της ζήτησης των καταναλωτών, ηγούμενη από τις δυνάμεις της αγοράς. Όπως η γεωργία φτάνει να απασχολήσει ένα μειωμένο μερίδιο του εργατικού δυναμικού, από τη στιγμή που υπάρχουν όρια στην ανάπτυξη της ζήτησης για τρόφιμα, το ίδιο ισχύει και για τις μεταποιήσεις: υπάρχουν υποτίθεται όρια στη ζήτηση για αγαθά (φαινομενικώς, υπάρχει ωστόσο μια απεριόριστη ζήτηση για υπηρεσίες). Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με αυτή την οπτική, είναι πως με τον καιρό, μια αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες θα τραβήξει δυναμικά εργάτες των τομέα των υπηρεσιών, όπως σε μια προηγούμενη φάση εργάτες τραβήχτηκαν στον βιομηχανικό τομέα.

Στην πραγματικότητα, η δυναμική συγκέντρωση των μεταποιήσεων κατά την εκβιομηχάνιση ήταν μοναδική σε αυτόν τον τομέα. Το να μεταποιείς κάτι σημαίνει να παίρνεις ένα αγαθό -ή να μετασχηματίζεις μια υπηρεσία, όπως το πλύσιμο των πιάτων, σε ένα αγαθό, όπως το πλυντήριο πιάτων- και να παράγεις το αγαθό αυτό σε ένα εργοστάσιο, σύμφωνα με τις ολοένα πιο αποτελεσματικές τεχνικές. Είναι η προκύπτουσα άνοδος της αποδοτικότητας της παραγωγής εντός του χώρου του εργοστασίου εκείνη που μειώνει ραγδαία το κόστος παραγωγής στις μεταποιητικές γραμμές. Αυτό οδηγεί, με τη σειρά του, σε μια ραγδαία πτώση των σχετικών τιμών. Οι αγορές για τη βιομηχανία επεκτείνονται, καθιστώντας δυνατή μια δραματική επέκταση της παραγωγής. Ταυτόχρονα, τεράστιες μάζες ανθρώπων σύρονται για εργασία στις βιομηχανικές γραμμές. Αυτό είναι το κλειδί για τη δυναμική ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής και απασχόλησης: η πρώτη είναι πολύ ραγδαία, κι αυτός είναι ο λόγος που, παρ’ όλα τα υψηλά ποσοστά αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, η τελευταία επεκτείνεται, αυξάνοντας το μερίδιο της βιομηχανικής απασχόλησης.

Δεν συμβαίνει το ίδιο στον τομέα των υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες είναι ακριβώς τα είδη των δραστηριοτήτων που δεν μπορούν -ή δεν έχουν μπορέσει ακόμα- να υποκατασταθούν από αγαθά. Στις υπηρεσίες, η παραγωγικότητα της εργασίας τείνει να αυξάνεται αργά ή και καθόλου, και ταυτόχρονα οι τιμές ακολουθούν την ίδια τροχιά. Πράγματι, όσο ανεβαίνουν οι πραγματικοί μισθοί, η σχετική τιμή των υπηρεσιών τείνει να αυξάνεται. Αφού οι σχετικές τιμές δεν πέφτουν δραματικά, δεν υπάρχει ώθηση για τις αγορές των υπηρεσιών να επεκταθούν ραγδαία. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει δυναμική τάση να επεκταθεί δραματικά η παραγωγή, κι οπότε να απορροφηθεί μεγάλη ποσότητα εργασίας σε αυτόν τον τομέα· αντ’ αυτού, η απασχόληση στον τομέα των υπηρεσιών επεκτείνεται βραδέως.

Σε αυτή τη βάση, είναι δυνατό να περιγράψουμε μια μεγάλη διάκριση ανάμεσα στις φάσεις της εκβιομηχάνισης κι αποβιομηχάνισης στην ιστορία των καπιταλιστικών κοινωνιών. Κατά την πρώτη φάση, η ζήτηση για εργασία στην βιομηχανία -όχι κατά την περίοδο υφέσεων, αλλά τουλάχιστον τις περιόδους άνθησης- ήταν πολύ υψηλή. Αυτό επηρέασε το σύνολο της αγοράς εργασίας, ελαττώνοντας τη χαλάρωση, μειώνοντας το μέγεθος του πλεονάζοντος πληθυσμού κι αυξάνοντας τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατών. Μόλις η εκβιομηχάνιση έβαλε όπισθεν, ο βιομηχανικός τομέας έγινε, πλάι στη γεωργία, άλλη μια πηγή αυξανόμενης χαλάρωσης στην αγορά εργασίας, αυξάνοντας τον πλεονάζοντα πληθυσμό και μειώνοντας τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατών. Όλο αυτό το διάστημα, η ζήτηση για εργασία στις υπηρεσίες έχει υπάρξει χαρακτηριστικά χαμηλή. Έχει επεκταθεί, αλλά βραδέως, λόγω του γεγονότος ότι γενικότερα χρειάζεται περισσότερη εργασία για να αυξηθεί η παραγωγή του τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος αναπτύσσεται με αργούς ρυθμούς. Η μετατόπιση από την εκβιομηχάνιση στην αποβιομηχάνιση αποτελεί αναγκαστικά μετατόπιση από μια οικονομία που αναπτύσσεται ραγδαία, με μεγάλες ανθήσεις κι υφέσεις, σε μια που αναπτύσσεται βραδέως, τείνοντας προς τη στασιμότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ανθήσεις κι υφέσεις δίδονται απλώς από χρηματοπιστωτικές φούσκες που σκάνε και ξεφουσκώνουν σε όλο τον κόσμο εξαιτίας του πλεονάζοντος κεφαλαίου[12].

Υπάρχει μια φυσική συνέπεια σε αυτή τη θεωρία, η οποία εξηγεί το γιατί μια μεγάλη μερίδα του πλεονάζοντος πληθυσμού καταλήγει στον τομέα των υπηρεσιών, ιδιαιτέρως στον χαμηλόμισθο, υπερεκμεταλλεύσιμο τομέα και στον ανεπίσημο, αυτοεκμεταλλευτικό τομέα. Καθώς οι δουλειές στον τομέα των υπηρεσιών τείνουν να είναι εντάσεως εργασίας, ένα μεγάλο ποσοστό του τελικού κόστους αποτελείται από τους μισθούς. Επειδή οι πραγματικοί μισθοί συνήθως δεν πέφτουν σε όλο το εύρος της οικονομίας, είναι δύσκολο για τον τομέα των υπηρεσιών να μειώσει τα κόστη του σε μια σταθερή βάση (οι γενικές τάσεις προς την πτώση του κόστους στη βιομηχανία και τη γεωργία είναι λόγω της αύξησης της αποδοτικής χρήσης ακριβότερης εργασίας). Αυτό επιφέρει ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης της παραγωγής στις υπηρεσίες. Αλλά ακριβώς για αυτό τον λόγο, όταν οι εργάτες αποβάλλονται από άλλους τομείς, είναι δυνατό να βρεθούν πολύ φτηνότεροι εργάτες στις υπηρεσίες – καθώς όσοι απορρίπτονται ως πλεονάζοντες θα πρέπει συνήθως να δεχτούν ένα χαμηλότερο μισθολογικό επίπεδο. Αυτό μειώνει τα κόστη κι επιτρέπει  κάποια επέκταση στη ζήτηση, και παραγωγή των, υπηρεσιών. Στον τομέα υπηρεσιών, υπάρχει μεγαλύτερος χώρος για επέκταση της αγοράς μέσω μείωσης των μισθών. Σε αντίθεση, στις περισσότερες βιομηχανικές δραστηριότητες, οι μισθοί αποτελούν μόνο ένα μικρό κομμάτι του τελικού κόστους της παραγωγής, οπότε υπάρχει λιγότερες χώρος για ελιγμούς.

Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε μεμονωμένη υπηρεσία δεν έχει ελπίδες να αποτελέσει τη βάση για δυναμική ανάπτυξη. Πολλές δουλειές που κάποτε εκτελούνταν ως υπηρεσίες έχουν, τουλάχιστον εν μέρει, μετατραπεί σε βιομηχανικά εμπορεύματα στην πορεία της καπιταλιστικής ιστορίας, είτε για το μεμονωμένο νοικοκυριό είτε για συλλογικούς χώρους. Όπως αναφέραμε παραπάνω, η υπηρεσία του πλυσίματος ρούχων στο χέρι αντικαταστάθηκε από το πλυντήριο ρούχων, είτε στα μεμονωμένα σπίτια είτε στα πλυσταριά. Ο μετασχηματισμός των υπηρεσιών σε αγαθά είναι μέρος της εκβιομηχάνισης, η οποία μετασχηματίζει δραστηριότητες, υπάγοντάς τες στις διαρκές αυξήσεις της παραγωγικότητας σε αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε «πραγματική υπαγωγή της εργασιακής διαδικασίας», ανοίγοντας αγορές κι επιτρέποντας μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

Ενώ είναι δύσκολο να ταυτοποιήσουμε μια ακριβής και καθορισμένη «λογική» στο γιατί μερικές δραστηριότητες υπάχθηκαν πραγματικά και άλλες όχι, το γεγονός ότι ορισμένες δραστηριότητες απαιτούν λεπτοδουλειά ή άμεση ανθρώπινη επαφή, κι οπότε πρέπει να παραμείνουν εντάσεως εργασίας, είναι ξεκάθαρα το κλειδί του ζητήματος. Φαίνεται να υπάρχει πάντα ένα απομεινάρι τέτοιων δραστηριοτήτων, μια συλλογή από διαφοροποιημένες εργασίες, κυρίως στις υπηρεσίες[13]. Στον βαθμό που οι υπηρεσίες παραμένουν υπηρεσίες, τείνουν κατά κύριο λόγο να είναι μια πηγή μόνο «απόλυτης», κι όχι «σχετικής», υπεραξίας. Αυτός είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να πούμε ότι υπάρχουν όρια στην άνοδο της παραγωγικότητας. Συνεπώς, οι «μεταβιομηχανικές» οικονομίες που αποτελούνται κυρίως από εργασία σε υπηρεσίες, τείνουν να είναι χαμηλής ανάπτυξης.

Σε τέτοιες συνθήκες, είναι επιτακτικό για τους καπιταλιστές να πάρουν από τους εργάτες τους όσα περισσότερα είναι δυνατόν, αυξάνοντας τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας ή την ένταση της εργασίας. Έως ένα βαθμό,οι πιεστικές συνθήκες εργασίας γίνονται προαπαιτούμενο για την ύπαρξη πολλών θέσεων εργασίας. Αν οι υπερεκμεταλλευτικοί τομείς καταλαμβάνουν ένα αυξανόμενο μερίδιο της αγοράς εργασίας, αυτό επίσης συμπιέζει προς τα κάτω όλους τους μισθούς κι αυξάνει την ανασφάλεια, καθώς οι εργάτες χάνουν διαπραγματευτική ισχύ και τα αφεντικά ενθαρρύνονται να απαιτούν ακόμα περισσότερη ευελιξία. Με αυτό ανοίγει η πόρτα για την εξαπόλυση ενός ολόκληρου εύρους κακοποιήσεων προς τον εργάτη -σεξουαλικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές, καθώς κι η κλοπή ή παρακράτηση μισθών και τα μακροχρόνια εξουθενωτικά ωράρια εργασίας. Συγκεκριμένες θέσεις, όπως αυτή του χαμηλόμισθου εργάτη στον τομέα υπηρεσιών, εμφανίζονται έτσι ως ένα είδος ειδικής κατηγορίας πλεονάζοντος εργάτη, παρόμοιες με τον ανεπίσημο αυτοαπασχολούμενο στις χώρες χαμηλού εισοδήματος (και στις χώρες υψηλού εισοδήματος, περίπου κατά την τελευταία δεκαετία). Οι χαμηλόμισθοι εργάτες στον τομέα των υπηρεσιών πρέπει να γίνουν ακραία αυτοεκμεταλλευτές, καθώς και υπερεκμεταλλευόμενοι, αν είναι να βρουν εργασία. Πολλές από αυτές τις δουλειές (delivery, οικιακός καθαρισμός κλπ) μπορούν να υπάρχουν μόνο επειδή οι μισθοί των ανθρώπων που εκτελούν την υπηρεσία είναι μόλις ένα τμήμα του μισθού εκείνων που καταναλώνουν την υπηρεσία. Έτσι, η συνθήκη για εύρεση εργασίας σε έναν αναπτυσσόμενο τομεά υπηρεσιών είναι συχνά η αποδοχή ενός μισθού σημαντικά χαμηλότερου από τον μέσο μισθό.

Πλεονάζοντες πληθυσμοί και ανεργία

Όπως είναι, ελπίζουμε, τώρα εμφανές, η τάση προς την αυξανόμενη περίσσεια δεν συνιστά τάση προς τον κυριολεκτικό εξοβελισμό ενός μέρους της εργατικής τάξης από την οικονομία. Οι πλεονάζοντες εργάτες ακόμα χρειάζονται να αγοράσουν τουλάχιστον κάποια απ’ όσα χρειάζονται για να επιβιώσουν, κι οπότε πρέπει να κερδίσουν ή αποκτήσουν χρήματα ώστε να ζήσουν. Εκείνοι που παράγονται ως πλεονάζοντες για τις ανάγκες του κεφαλαίου ίσως ακόμα να λαμβάνουν μισθούς στους υπερεκμεταλλευόμενους τομείς, ή ίσως να είναι ανεπίσημα αυτοαπασχολούμενοι κι έτσι αυτοεκμεταλλευόμενοι (καθώς έχουν έλλειψη πρόσβασης σε κεφάλαιο).

Ο Μαρξ διευκρινίζει κάποια από αυτά τα σημεία στην ανάλυσή του για τον «στάσιμο πλεονάζοντα πληθυσμό». Δεν μπορεί κανείς να διαβάσει την περιγραφή του χωρίς να σκεφτεί την παγκόσμια ανεπίσημη οικονομία, μεγάλο τμήμα της οποίας πρέπει να έχει συμπεριληφθεί, την εποχή του Μαρξ, στην κατηγορία της δουλειάς-στο-σπίτι ή «οικοτεχνίας». Ο στάσιμος πλεονάζων πληθυσμός:

αποτελεί τμήμα του εν ενεργεία εργατικού στρατού, αλλά με τελείως άτακτη απασχόληση. Η κατηγορία αυτή προσφέρει έτσι στο κεφάλαιο μια ανεξάντλητη παρακαταθήκη διαθέσιμης εργασιακής δύναμης. Το επίπεδο της ζωής της πέφτει κάτω από το μέσο κανονικό επίπεδο της εργαζόμενης τάξης και ακριβώς αυτό το γεγονός την μετατρέπει σε πλατιά βάση κλάδων ιδιαίτερης κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης. Χαρακτηριστικό για την κατηγορία αυτή είναι το ανώτατο όριο του χρόνου εργασίας και το ελάχιστο όριο του μισθού. Έχουμε κιόλας γνωρίσει την κύριά της μορφή στο μέρος που μιλήσαμε για τη δουλειά στο σπίτι. […] Η έκτασή της αυξάνεται στο μέτρο που με την αύξηση και την ένταση της συσσώρευσης προχωράει η «δημιουργία υπεράριθμων». Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα αυτοαναπαραγόμενο και αυτοδιαιωνιζόμενο στοιχείο της εργατικής τάξης, που συμμετέχει στη συνολική αύξησή της σε σχετικά μεγαλύτερη αναλογία απ’ ότι τα υπόλοιπα στοιχεία[14].

Θα ήταν έτσι λάθος να ταυτοποιήσουμε τους πλεονάζοντες πληθυσμούς με τους «ανέργους». Αυτή η κατηγορία είναι, έως ένα βαθμό, ένα τεχνούργημα της πρόνοιας για ασφάλιση κατά της ανεργίας των χωρών υψηλού εισοδήματος του 20ού αιώνα. Τον 19ο αιώνα, όπως στις περισσότερες χώρες χαμηλού εισοδήματος σήμερα, το να «είσαι άνεργος» με αυτή την έννοια απλώς δεν υπήρχε ως επιλογή. Η ασφάλιση κατά της ανεργίας δεν υπήρχε -και σήμερα καλύπτει λίγους εργάτες στις χώρες χαμηλού εισοδήματος- οπότε οι εργάτες δεν μπορούσαν να βρίσκονται χωρίς εργασία για πολύ καιρό: χρειάζονταν να βρούν απασχόληση το συντομότερο δυνατόν, ανεξαρτήτως του βαθμού που το κεφάλαιο απαιτούσε την εργασία τους. Αν δεν υπήρχε ζήτηση, χρειάζονταν να ξεκινήσουν δικές τους επιχειρήσεις, χωρίς εργοδότη – γινόμενοι ρακοσυλλέκτες για παράδειγμα.

Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, η κατηγορία της «ανεργίας» υπονομεύεται επί του παρόντος για άλλη μια φορά, κι εμφανίζεται ολοένα και λιγότερο ορισμένη. Ως γενική τάση, το κράτος πρόνοιας έχει μετασχηματιστεί δραματικά ώστε το επίδομα ανεργίας, το οποίο τυπικά δίνεται σε ένα μέρος του εργατικού δυναμικού δομικά αποκλεισμένου από την απασχόληση, τείνει να δώσει τη θέση του σε εξαρτημένες από το εισόδημα παροχές. Αυτές σκοπεύουν να συμπληρώσουν και να στηρίξουν εισοδήματα μόνο στο κατώτατο άκρο της κλίμακας απασχόλησης αντί να στηρίξουν απλώς εκείνους χωρίς δουλειά, και συνεισφέρουν στη σημαντική άνοδο της χαμηλόμισθης απασχόλησης στον τομέα υπηρεσιών. Αυτός ο μετασχηματισμός συμβαίνει φυσικά με διαφορετικούς ρυθμούς σε διαφορετικές χώρες υψηλού εισοδήματος. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η κοινωνική προστασία έχει παραμείνει στη θέση της για πολύ περισσότερο, αποτρέποντας τον πάτο να πέσει τελείως εκτός της αγοράς εργασίας. Γι’ αυτό τον λόγο, ένα σημαντικό «έλλειμα θέσεων εργασίας» δημιουργήθηκε στις ΗΠΑ και στο ΗΒ από τη μια πλευρά, και στην ηπειρωτική Ευρώπη από την άλλη, όπου η τελευταία έχει βιώσει υψηλότερα ποσοστά ανεργίας καθώς και χαμηλότερα ποσοστά συμμετοχής εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Αυτό το έλλειμα μπορεί να εξηγηθεί εντελώς σε σχέση με τη σχετική έλλειψη απασχόλησης στον τομέα υπηρεσιών στην ηπειρωτική Ευρώπη, και συγκεκριμένα χαμηλόμισθης απασχόλησης. Το μερίδιο της απασχόλησης στον τομέα υπηρεσιών είναι το χαμηλότερο στη Γερμανία και την Ιταλία, περίπου στο 70%, σε σχέση με τις ΗΠΑ, το ΗΒ και τη Γαλλία όπου είναι περίπου στο 80%[15].

Επιπροσθέτως, στην παγκόσμια οικονομία -στην οποία τα κράτη πειθαρχούνται από κινητές ροές πλεονάζοντος κεφαλαίου- οι χώρες υψηλού εισοδήματος πρέπει να κάνουν όσα μπορούνε για να αποτρέψουν την άμεση ανεργία, κι οπότε την σχετική πρόνοια, από το να αναπτυχθεί πολύ δραματικά. Οι δαπάνες για την πρόνοια, οι οποίες τελικά χρηματοδοτούνται από φορολογικά έσοδα, πρέπει να κρατηθούν στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο για να αποτραπεί η ανησυχία των ομολογιούχων και των φορολογούμενων. Η τρέχουσα βρετανική κυβερνητική πολιτική για παράδειγμα, είναι η προσπάθεια εξάλειψης, όσο το δυνατόν περισσότερο, των δυνατοτήτων της ανεργίας ως κάποιο είδος μόνιμης κατηγορίας, μετασχηματίζοντας την πρόνοια σε workfare[16]. Ως αποτέλεσμα, στις χώρες υψηλού εισοδήματος πολλοί εργάτες «μπαινοβγαίνουν» στη σχετική περίσσεια κατά τη διάρκεια της ζωής τους, λόγω τόσο της αυξανόμενης ελαστικοποίησης της αγοράς εργασίας και της αποσταθεροποίησης των κατηγοριών της απασχόλησης σε δομικό επίπεδο, όσο κι από την πτώση της ζήτησης για εργασία[17].

Το να ξεκινάμε από την ταυτοποίηση συγκεκριμένων κοινωνικών υποκειμένων, τυπικά σημαίνει να παίρνουμε προσυσκευασμένες φιγούρες που εκφράζουν το δημοφιλές φαντασιακό μιας απλής οικονομικής περιθωροποίησης, όπως για παράδειγμα οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων[18]. Αλλά ο «πλεονάζων πληθυσμός» δεν μπορεί τόσο εύκολα να ταυτοποιηθεί. Παρόλο που διαφοροποιημένες θέσεις στη σχέση της εργασιακής διαδικασίας μπορούν σίγουρα να αναγνωριστούν και ταξινομηθούν εμπειρικά σύμφωνα με τους τύπους και τους βαθμούς «πλεονασμού» τους, είναι απαραίτητο να ταυτοποιήσουμε πρώτα την ευρύτερη λογική που εξελίσσεται, πριν χαρτογραφήσουμε τους περίπλοκα διαφοροποιημένους τρόπους με τους οποίους η λογική αυτή εξελίσσεται· τίποτα από αυτά δεν επιτρέπει μια ευθεία ταυτοποίηση της περίσσειας με ένα μοναδικό κοινωνικό υποκείμενο ή ομάδα[19]. Όπως έχουμε δει, εκείνο που διευκολύνει την αυξανόμενη παραγωγή εργατών ως πλεονάζοντες είναι η διττή τάση του κεφαλαίου τόσο προς την υπερσυσσώρευση όσο και προς την άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία με τη σειρά της μειώνει τον αριθμό των εργατών που χρειάζονται για να διεκπεραιώσουν πολλές από τις εργασίες. Αλλά, από την αρχική τους συνθήκη ως πλεονάζοντες, αυτοί οι εργάτες ίσως αποδειχτούν ότι συγκροτούν απλώς έναν «ρευστό» πλεονάζοντα πληθυσμό -ο οποίος επαναπορροφάται στην παραγωγή σε κάποιο μετέπειτα σημείο- ή να καταλήξουν να συντηρούνται στο ένα ή άλλο σχετικά στάσιμο κομμάτι της οικονομίας (το τελευταίο είναι, φυσικά, πολύ πιο σύνηθες στις χώρες χαμηλού εισοδήματος). Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πλεονάζοντες εργάτες δεν είναι ούτε άνεργοι ούτε μη παραγωγοί υπεραξίας. Και σε ένα γενικό επίπεδο, ο «πλεονάζων πληθυσμός» αναφέρεται σε ένα μεγάλο, μαζικά ποικιλόμορφο κομμάτι του πληθυσμού, το οποίο χαρακτηρίζεται από όλου του είδους τις εσωτερικές διαιρέσεις και διαστρωματώσεις, όλου του είδους τις σχέσεις προς την εργασιακή διαδικασία.

Ένα ταυτόσημο αποκείμενο-υποκείμενο;

Από την μια πλευρά, αυτή η σχετικά απλή θεωρία της δυνητικής παραγωγής πλεονάζοντος πληθυσμού μπορεί να βοηθήσει πολύ στην επεξήγηση διάφορων όψεων-κλειδιά της παρούσας παγκόσμιας κατάστασης. Παρέχει μια βάση για ερμηνεία της αποβιομηχάνισης, τη σχετική ανάπτυξη των υπηρεσιών, τη διάδοση μορφών ανασφάλειας κι ευέλικτης εργασίας, και τις πολυάριθμες κακοποιήσεις για τις οποίες αυτή ανοίγει τον δρόμο. Με τη σειρά τους, αυτές οι τάσεις εντείνουν και οξύνουν τη δυσκολία της ενοποίησης της εργατικής τάξης υπό την ηγεμονία του βιομηχανικού εργάτη, με τον τρόπο που ο παραδοσιακός μαρξισμός περίμενε· έτσι, μας παρέχει μια βάση για την ερμηνεία της κρίσης των περασμένων και παρόντων στρατηγικών δυσχερειών. Επίσης, φαίνεται να προσφέρει μια εξήγηση για τα πτωτικά ποσοστά ανάπτυξης κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, καθώς η εργασία που παράγει σχετική υπεραξία έχει γίνει ένα μειωμένο μερίδιο της παγκόσμιας εργασίας. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που μπορούμε επίσης να προσθέσουμε σε αυτή τη λίστα, για παράδειγμα: τη δυσκολία των κρατών να ισορροπήσουν ανάμεσα στις απαιτήσεις της πρόνοιας και των αγορών· τον σχηματισμό των μεγαπαραγκουπόλεων· τις μεταβιομηχανικές μορφές αστυφιλίας. Ή, απ’ την άλλη: «χρηματιστικοποίηση», «νεοφιλελευθερισμός», κλπ. Στον βαθμό που αυτές οι συνδυασμένες τάσεις σκιαγραφούν τις κύριες δυναμικές και περιγράμματα της παρούσας παγκόσμιας κατάστασης, παίρνουμε τη θεωρία των πλεονάζοντων πληθυσμών ως ένα σημαντικό σημείο αναφοράς στην πλαισίωση του παρόντος.

Από την άλλη πλευρά, όταν μια θεωρία έχει σαφή επεξηγηματική δύναμη, μπορεί να γίνει δελεαστικό το να ολισθήσουμε σε ένα είδος εννοιολογικής υπέρβασης, όπου η θεωρία κρίνεται ικανή να ερμηνεύσει πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα δεν μπορεί να εξηγήσει, ή να ισχυριζόμαστε πράγματα τα οποία δεν ισχυρίζεται. Ίσως να ευθύνεται το γεγονός ότι οι μαρξιστές έχουν ιδιαίτερα κακές συνήθειες σε αυτό το επίπεδο: για παράδειγμα, το «κεφάλαιο» ή η «υπαγωγή» είναι έννοιες που συχνά χρησιμοποιούνται βιαστικά, και που καλούνται να κάνουν περισσότερο επεξηγηματικό έργο από εκείνο που στην πραγματικότητα μπορούν. Για να έχει μια θεωρία πραγματική επεξηγηματική δύναμη, πρέπει κανείς να είναι ικανός να αναγνωρίσει τα όριά της ξεκάθαρα και έντιμα – να πούμε τι δεν μπορεί, καθώς και τι μπορεί, να εξηγήσει.

Αυτό που φαίνεται να είναι μια τυπική παρερμηνεία ή υπερεπέκταση της θεωρίας του πλεονάζοντος πληθυσμού, χαρακτηρίζεται από την υποστασιοποίηση του «πλεονάζοντος πληθυσμού» ως ένα μοναδικό κοινωνικό υποκείμενο, με την εμφανή υποδήλωση ότι ίσως να μπορεί να ειδωθεί ως ο νέος φορέας της επανάστασης, ή τουλάχιστον ως ο παράγοντας πίσω από διάφορες μορφές της σύγχρονης πάλης. Αυτό περιλαμβάνει μια εννοιολογική ολίσθηση ανάμεσα στη γενική τάση και συγκεκριμένες κοινωνιολογικές ή εμπειρικές περιπτώσεις. Ενώ θα ήταν τελικά λάθος να διαχωρίσουμε αυτά τα δύο, είναι επίσης σημαντικό να μην τα ταυτοποιήσουμε πολύ άμεσα ή απλουστευτικά. Έτσι, η θεωρία του πλεονάζοντος πληθυσμού δεν περιλαμβάνει κάποιου είδους νεομπακουνικής ρομαντικοποίησης ενός πλεονάζοντος υποκειμένου «περισσότερο ριζοσπαστικού» ή «περισσότερο επικίνδυνου» από την οργανωμένη εργατική τάξη· ούτε περιλαμβάνει μια ανάγνωση των παρόντων αγώνων ως «ιδιοκτησία» ενός «πλεονάζοντος» υποκειμένου.

Αποκειμενοποίηση

Τέτοιες σκέψεις πλανώνταν στον αέρα στις συζητήσεις γύρω από τις αγγλικές ταραχές του 2011, τις οποίες αναλύσαμε σε κάποια έκταση στο Endnotes 3. Μια σύντομη επανεξέταση των προβληματικών που εξελίσσονταν εκείνο τον καιρό θα μας βοηθήσει να ενσαρκώσουμε και συγκεκριμενοποιήσουμε αυτά τα σημεία περί του πλεονάζοντος πληθυσμού.

Φαινόταν τότε ότι για κάποιους, οι ταραχές έπρεπε να ερμηνευτούν ως η εξέγερση του «πλεονάζοντος πληθυσμού». Ωστόσο, τέτοιες ερμηνείες εμφανίστηκαν με κάποιους τρόπους ως μια απλή -κι ανησυχητική- αντιστροφή των συνηθισμένων κι αντιδραστικών ερμηνειών τέτοιων γεγονότων, τροφοδοτούμενες από τα mainstream μέσα ενημέρωσης, τα οποία θεωρούσαν τις εξεγέρσεις ως το έργο μιας άτακτης κι επικίνδυνης «κατώτερης τάξης». Η τελευταία είναι λίγα περισσότερα από μια ψευδοέννοια, μια ιδεολογική γενίκευση του μη γενικεύσιμου. Γι’ αυτό τον λόγο, δεν μπορεί απλώς να αντιστραφεί σε κάτι θετικό που κάποιος ίσως αξιοποιήσει.

Και, σε κάθε περίπτωση, ήταν ξεκάθαρο ότι οι Βρετανοί φτωχοί των πόλεων οι οποίοι βγήκαν στους δρόμους, δεν μπορούσαν ευθέως να ταυτοποιηθούν με την έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού. Πρώτα απ’ όλα, όπως έχουμε ήδη δει, η έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού είναι σχετικά μη συγκεκριμένη με κοινωνιολογικούς όρους. Μπορεί να εφαρμοστεί σε μια μεγάλη ποικιλία εργατών, μερικοί εκ των οποίων είναι πλήρως απασχολούμενοι αλλά υπερεκμεταλλεύσιμοι, άλλοι εκ των οποίων είναι υποαπασχολούμενοι ή ανεπίσημα αυτοαποσχολούμενοι. Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι μια σημαντική μερίδα της βρετανικής εργατικής τάξης είναι σχετικά «πλεονάζουσα» με την μία ή την άλλη έννοια[20]. Ούτε μπορεί η ταυτότητα των Βρετανών φτωχών των πόλεων εύκολα να συλληφθεί υπό συγκεκριμένες κατηγορίες περίσσειας, όπως «οι άνεργοι». Ενώ η ανεργία φυσικά τείνει να είναι υψηλότερη στις φτωχές μητροπολιτικές περιοχές, το ποσοστό ανεργίας στη Βρετανία έχει υπάρξει σχετικά χαμηλό τα τελευταία χρόνια, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και η πλειοψηφία των φτωχών των πόλεων -κι εκείνων που εξεγέρθηκαν- ήταν είτε απασχολούμενοι είτε φοιτητές. Ούτε μπορούν απλώς να ταυτοποιηθούν με την «ανεπισημότητα» με όρους «γκρίζας οικονομίας», ή με την παρανομία με όρους «μαύρης οικονομίας». Πρώιμοι αντιδραστικοί ισχυρισμοί πως οι εξεγερμένοι εμπλέκονταν σε εγκληματικές συμμορίες αποδείχτηκαν, προβλέψιμα, αβάσιμες[21]. Κι όπως έχουμε ήδη δει, δεν έχει νόημα να βλέπουμε τους φτωχούς των πόλεων ως «πλεονάζοντες» με την ισχυρή έννοια του όρου, δηλαδή ως αποκλεισμένους από την οικονομία καθεαυτή.

Μια άλλη συχνά ιδεολογική έννοια που πετιέται στο τραπέζι όταν συζητιέται το ζήτημα των φτωχών των πόλεων είναι τα γκέτο. Αυτό έχει συναφείς υποδηλώσεις με τις ιδέες της περίσσειας που έχουμε ήδη αναφέρει: το γκέτο νοείται ως ένα είδος κοινωνικού καλάθου των αχρήστων όπου οι υποπρολετάριοι πετιούνται, όπου κρατικοί παράγοντες συχνά φοβούνται να πάνε κι όπου η αγορά είναι απούσα. Η έννοια του γκέτο δηλώνει περίσσεια, εξωτερικότητα προς την (επίσημη) οικονομία, κι επίσης τείνει να συνδέει τη τελευταία με την έννοια της φυλής. Τα γκέτο είναι, φυσικά, μια πραγματικότητα σε κάποια μέρη του κόσμου. Αλλά οι Βρετανοί φτωχοί των πόλεων ζούνε σε γκέτο μόνο με την μεταφορική έννοια του όρου: τα φτωχά βρετανικά συγκροτήματα κατοικιών είναι μικρά, συχνά εθνικά μικτά, ενσωματωμένα στις ευρύτερες πόλεις στις οποίες τοποθετούνται, και διαχειρίζονται καθώς και περιπολούνται από το κράτος. Δεν είναι πλεονάζοντα ή εξωτερικά με οποιαδήποτε απλή έννοια είτε ως προς το κράτος είτε ως προς την αγορά.

Αν μπορούμε να πούμε χωρίς πρόβλημα ότι αυτό που αποκαλούμε «φτωχούς των πόλεων» ήταν ένας ενεργός παράγοντας-κλειδί το 2011, είναι μόνο επειδή είναι μια αδύναμη, ασαφής, μια απλά περιγραφική κατηγορία. Από τη στιγμή που προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε την πιο τεχνικά συγκεκριμένη κατηγορία του πλεονάζοντος πληθυσμού εδώ, βρισκόμαστε ενώπιον προβλημάτων. Φυσικά, δεν ήταν απολύτως παράλογο να θέλουμε να το κάνουμε αυτό: υπήρχε ενός είδους ενστικτώδους «συνταιριάσματος», τουλάχιστον στο επίπεδο της αντιπροσωπευτικής σκέψης. Αυτή η χειροπιαστή, αποδιοργανωτική παρουσία στον δρόμο ενός στρώματος ανθρώπων που συνήθως πετιέται εκτός, αποκλεισμένο με διάφορους τρόπους, ήταν μια από τις πιο εντυπωσιακές πτυχές του 2011.

Αυτό μας έφερε αντιμέτωπους με τρία ερωτήματα. Πρώτον, πως να θεωρητικοποιήσουμε τα κοινωνικά υποκείμενα που εξεγέρθηκαν το 2010-2011 και να αναγνωρίσουμε τους τρόπους με τους οποίους αυτοί οι άνθρωποι πράγματι εμφανίζονται ως «αποκλεισμένοι» ή περιθωριακοί, χωρίς να εκπέσουμε στη γενική πολιτικοοικονομική λογική της παραγωγής ενός πλεονάζοντος πληθυσμού; Δεύτερον, πως να επανενώσουμε αυτόν τον αποκλεισμό ή την περιθωριακότητα με την έννοια του πλεονάζοντος πληθυσμού από τη στιγμή που αυτά τα υποκείμενα έχουν διακριθεί από αυτόν; Τρίτον, πως μπορούν αυτά τα ζητήματα να σχετίζονται με βαθύτερα προβλήματα της επαναστατικής υποκειμενικότητας κι οργάνωσης;

Είναι ξεκάθαρο, όταν βλέπουμε την ιστορία των μητροπολιτικών ταραχών στη Βρετανία, πως αυτές είναι ευδιάκριτα περιοδολογίσιμες, κι ότι η περίοδος της πραγματικής ανάδυσης της σύγχρονής τους μορφής είναι -όπως και πολλά άλλα πράγματα- σύγχρονη με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που συμβαίνει από τη δεκαετία του 1970. Αν η δυνητική παραγωγή ενός πλεονάζοντος πληθυσμού σε παγκόσμιο επίπεδο μας παρέχει μια βάση για την επεξήγηση αυτής της περιόδου της αναδιάρθρωσης, τότε αυτή η τάση θα μπορούσε πιθανώς να συνδεθεί με την ανάδυση των σύγχρονων μητροπολιτικών ταραχών σε αυτή την περίοδο, χωρίς απαραίτητα την ανάγκη να εγκαθιδρύσουμε μια άμεση ταυτότητα ανάμεσα στους εξεγερμένους των πόλεων και τον «πλεονάζοντα πληθυσμό» ως ένα απλό και συμπαγές κοινωνικό υποκείμενο.

Από τη δεκαετία του 1970, έχουμε φυσικά δει αναπτυσσόμενη και γενικευόμενη ανασφάλεια, καθώς η σταθερή βιομηχανική απασχόληση έχει δώσει τη θέση της στην απασχόληση από το κράτος και τον τομέα υπηρεσιών. Αλλά αυτές οι εξελίξεις ήταν άνισες, χτυπώντας μερικούς τομείς της εργατικής τάξης πριν από άλλους. Πριν την πλήρους κλίμακας αποβιομηχάνιση της Βρετανίας, η βρετανική εργατική τάξη ήταν φυσικά διαστρωματωμένη, με ένα περισσότερο ανασφαλές, ανεπίσημο, φυλετικοποιημένο στρώμα στον πάτο, επιρρεπές στο να εκδιώκεται από την απασχόληση σε καιρούς οικονομικού στρες, όπως συνέβει κατά τη δεκατία του 1970: ένας κλασικός βιομηχανικός εφεδρικός στρατός. Αυτοί οι εργάτες, στα φυλετικοποιημένα περιθώρια της οργανωμένης εργατικής τάξης, ήταν κάποιοι από τους πρώτους που βιώσανε την κρίση της δεκαετίας του 1970. Χτυπήθηκαν δυσανάλογα από την ανεργία και δεν επαναπροσλήφθηκαν στις νεοαναδυόμενες γραμμές παραγωγής, καθώς εκείνες οι γραμμές στην πραγματικότητα δεν απασχολούσαν και πολλούς ανθρώπους.

Αν ο πλεονάζων πληθυσμός είναι χρήσιμος κάπου σε αυτή την ιστορία στην αναγνώριση μιας άμεσης κοινωνιολογικής πραγματικότητας, είναι εδώ όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διακρίνει ένα συγκεκριμένο στρώμα σε σχέση με την υπόλοιπη εργατική τάξη. Ωστόσο, στην ερμηνεία της αποβιομηχάνισης που πραγματικά ξεκίνησε από αυτό το σημείο κι έπειτα, είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε πέρα από το αυστηρά πολιτικοοικονομικό επίπεδο στο οποίο αυτή η θεωρία σφυρηλατείται. Κι αυτό επειδή η επιλογή του χρόνου κι ο χαρακτήρας της αποβιομηχάνισης της Βρετανίας είναι αξεδιάλυτες από τις συγκεκριμένες δυναμικές της ταξικής πάλης στη Βρετανία, κι από τις πολιτικές μεσολαβήσεις αυτής της πάλης. Παρόλο που η βρετανική βιομηχανική βάση βρισκόταν προ πολλού σε πτώση, η διάλυσή της από την κυβέρνηση Θάτσερ προωθήθηκε ενεργά, τουλάχιστον εν μέρει για στρατηγικούς λόγους. Αν τα ανασφαλή περιθώρια του εργατικού δυναμικού μεγαλώσαν στην Αγγλία από τη δεκαετία του 1970 κι έπειτα, αυτό δεν είναι απολύτως αναγώγιμο στη γενική παγκόσμια τάση προς την παραγωγή πλεονάζοντος πληθυσμού. Χρειαζόμαστε αναφορές σε συγκεκριμένες πολιτικές μεσολαβήσεις, ακόμη κι αν αυτή η γενική τάση μπορεί να βοηθήσει στην πληροφόρηση της κατανόησής μας του τι μεσολαβείται από τέτοιες μεσολαβήσεις.

Είναι ανάμεσα σε αυτούς τους συμπιεσμένους τομείς της εργατικής τάξης -το πιο ανασφαλές, ανεπίσημο, φυλετικοποιημένο στρώμα, το οποίο αγωνίστηκε να επαναπορροφηθεί από την αγορά εργασίας- που οι ταραχές έγιναν ιδιαίτερα διακεκριμένες ως μέσο πάλης, από τα μέσα με τέλη της δεκαετίας του 1970, και φαίνεται εύλογο να υποθέσουμε πως αυτή η πρωτόγνωρη επιμονή σε αυτό το μέσο είναι άμεσα συσχετισμένη με την απουσία πιθανοτήτων για «κανονική», κανονιστική, απαίτηση διεκδικήσεων συντεχνιακού τύπου. Στις εξελίξεις που περιπλέκονται διαλεκτικά με τους αγώνες αυτού του τομέα της εργατικής τάξης, η αστυνομία εκείνη την περίοδο ανέπτυξε πλήθος νέων τακτικών καταστολής ειδικά στοχευμένων για τις φτωχές μητροπολιτικές γειτονιές. Κάποιος ίσως ακόμη και να πει ότι οι ταραχές κι η καταστολή τους έγιναν ένας μεσολαβημένος τρόπος με τον οποίο οι ταξικές σχέσεις μεταρρυθμίστηκαν, εν απουσία του «κανονικού» τρόπου μεταρρύθμισης που εξασκείται μέσω μισθολογικών διαπραγματεύσεων, κλπ. Αυτό δεν συνιστά στρεβλό σημείο: ιστορικά, οι ταραχές έχουν προάγει αιτήματα προς τα οποία το κράτος έκανε παραχωρήσεις. Αυτό αποδείχτηκε αληθινό το 2011 όπως και το 1981. πιο πρόσφατα αποδείχτηκε αληθινό στις ΗΠΑ, μετά τις ταραχές του 2014 στο Φέργκιουσον[22].

Στο Endnotes 3 ονομάσαμε την κοινωνική λογική του στιγματισμού συσχετισμένου με τέτοιες εξελίξεις ως «αποκειμενοποίηση» – μια έννοια που δανειστήκαμε από το πρόσφατο βιβλίο Revolting Subjects της Imogen Tyler[23]. Λόγω της, κατά κάποιο τρόπο, αμφίβολης προέλευσής του, δεν είμαστε ιδιαίτερα λάτρεις αυτού του όρου, αλλά φαινόταν παρόλα αυτά αρκετά κατάλληλος ως ένα όνομα για συγκεκριμένες προβληματικές με τις οποίες καταπιανόμασταν[24]. Αυτό που είχε μια χρησιμότητα ήταν πως ο όρος αυτός κατονόμασε ένα ιδιαίτερο είδος αφαιρετικής δομής στην οποία κάτι αποβάλλεται, σημαδεύεται ως εξαρτώμενο ή ταπεινό, χωρίς να εξωτερικοποιείται πραγματικά. Η συνάφεια μιας τέτοιας δομής εδώ πρέπει να είναι εμφανής: οι αρχικά φυλετικοποημένες κοινότητες, υποκείμενες στις μορφές καταπίεσης που αναπτύσσονται αυτή την περίοδο, είναι κοινωνικά στιγματισμένες ως πρόβλημα -ή ακόμη κι ως ενός είδους απόρριψης από έναν υγιή πυρήνα του πολιτικού σώματος- χωρίς να εξωτερικοποιούνται κυριολεκτικά με κανένα τρόπο από την οικονομία ή το κράτος. Η αστυνομική καταστολή δεσπόζει στην άμεση εμπειρία της αποκειμενοποίησης με αυτή την έννοια, αλλά ο όρος επίσης προτίθεται να συλλάβει ευρύτερες κοινωνικές διαδικασίες, όπως τις ηθικές σταυροφορίες του αντιδραστικού τύπου, ή τη συνεχή εμμονή των πολιτικών με τα διάφορα αποτυχημένα υποκείμενα του έθνους. Αυτές δεν είναι απλώς ασύνδετες στιγμές· μπορούν να διατυπωθούν συμπαγείς συνδέσεις ανάμεσα σε όλα αυτά ώστε να δούμε ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό μοτίβο καταπίεσης.

Φαίνεται ότι η αποκειμενοποίηση ίσως να είναι συσχετίσιμη, με έναν μεσολαβημένο τρόπο, με την παραγωγή και διαχείριση πλεονάζοντος πληθυσμού σε εκείνη τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της δεκαετίας του 1970, καθώς η αναδιάρθρωση ξεκινούσε. Αλλά οι μεσολαβήσεις απαιτούν προσεκτική διάρθρωση. Στην τελική -παρόλο που υπήρχε τουλάχιστον μια σημαντική αλληλοκάλυψη- οι στιγματισμένες μητροπολιτικές κοινότητες που ήταν τα «πρωτεύοντα αποκείμενα» αυτού το νέου είδους αστυνόμευσης, δεν αποτελούνταν φυσικά αποκλειστικά από εργάτες στα περιθώρια της βιομηχανικής απασχόλησης. Επιπλέον, καθώς η Βρετανία αποβιομηχανοποιείτο, και καθώς ευρύτερες παγκόσμιες τάσεις προς την παραγωγή πλεονάζοντος πληθυσμού βιώνονταν ιδιαιτέρως εντός μιας γενικευμένης αποσύνθεσης της εργατικής τάξης, η σύνδεση αυτών των τυπικά φυλετικοποιημένων κοινοτήτων με μια συγκεκριμένη λειτουργία ως εφεδρικός στρατός παρήκμασε. Η ανεργία γενικεύτηκε πολύ στη βρετανική οικονομία, κι ύστερα αντικαταστάθηκε αργά από μια υψηλά ελαστικοποιημένη κι ανασφαλή αγορά εργασίας. Ενώ η σύνδεση αυτή των φυλετικοποιημένων περιθωρίων της εργατικής τάξης με τη λειτουργία τους ως εφεδρικός στρατός ελαττώθηκε, αυξήθηκε η αστυνομική καταστολή των φτωχών.

Αν η εξέλιξη των νέων ειδών αστυνόμεσης ίσως εν μέρει να συνδέοταν τότε με τη διαχείριση ενός πλεονάζοντος πληθυσμού κατά την έναρξή του, αυτή η σύνδεση γίνεται αυξανόμενα αδύναμη καθώς μπαίνουμε στις δεκαετίες του 1980 και 1990. Ίσως κανείς μιλήσει για μια αναπτυσσόμενη «αυτονόμηση» του μηχανισμού καταστολής και των σχετικών λογικών στιγματοποίησης και φυλετικοποίησης του. Με αυτό εννοούμε ότι ένας μηχανισμός, ο οποίος αρχικά φαινόταν να εφαρμόζεται συγκεκριμένα σε ξεκάθαρα, οικονομικά περιθωριοποιημένα, κομμάτια της τάξης, αποσυνδέεται από αυτή τη στενή του λειτουργία. Ενώ εκείνοι που υπόκεινται σε αυτές τις διαδικασίες αποκειμενοποίησης φτάνουν να συμβολίζουν τα όρια της επιβεβαιώσιμης τάξης, αυτά τα όρια είναι στην πραγματικότητα ασταθή, μετατοπιζόμενα και ασαφή. Γίνονται περισσότερο μια κοινωνικοπολιτική, ή πιθανώς κοινωνικοπολιτισμική, κατασκευή αντί για πολιτικοοικονομική. Σε αυτή την περίπτωση, είναι αμφισβητίσιμο το αν πρόκεται να έχουμε καθόλου τύχη κατασκευάζοντας το αντικείμενο αυτού του μηχανισμού με καθαρά πολιτικοοικονομικούς όρους. Ποιος «αποκειμενοποιείται» τότε; Θα μπορούσαμε να απαντήσουμε προσωρινά κάπως ταυτολογικά: εκείνοι που ορίζονται ως τέτοιοι από το γεγονός ότι είναι το αντικείμενο εκείνων των διαδικασιών καταστολής. Δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο προϋπάρχον χαρακτηριστικό ή κοινωνική κατηγοριοποίηση η οποία πρέπει, από μόνη της, αναγκαία ή αναπόφευκτα να χαρακτηρίζει κάποιον ως αντικείμενο αυτών των διαδικασιών, το οποίο όμως δεν σημαίνει ότι συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες δεν καταλήγουν να αναπαράγονται υπό τέτοιες συνθήκες. Η αποκειμενοποίηση είναι στενά συνδεδεμένη -παρόλο που δεν είναι ταυτόσημη- με τη φυλετικοποίηση.

Αν οι μηχανισμοί αποκειμενοποίησης κάποτε μπορούσαν να συσχετίζονται με μια συγκεκριμένη λειτουργία κρατικής διαχείρισης των ανασφαλών περιθωρίων της βιομηχανικής εργατικής τάξης, καθώς το αντικείμενο αυτής της διαχείρισης διαλύεται κοινωνικά, η ίδια η λειτουργία θα έπρεπε να τίθεται υπό αμφισβήτιση. Αν κάτι «διαχειρίζεται» μέσω αποκειμενοποίησης, δεν είναι πλέον αυτονόητο το ποιο ακριβώς, από ποιον, ή για ποιον σκοπό. Έχουμε τυφλά κοινωνικά μοτίβα στιγματισμού και καταπίεσης τα οποία είναι αρκετά γενικά, κι οπότε δεν μπορούν να ειδωθούν ως έργο κάποιας συνομωσίας. Κι έχουμε επίσης τη συνεχιζόμενη λειτουργία επισημοποιημένων δομών εξουσίας και καταπίεσης εντός αυτών των μοτίβων, με την αστυνομία, τους πολιτικούς και τα μέσα ενημέρωσης να παίζουν σημαντικούς κι ενεργούς ρόλους – παρόλο που γενικώς εν μέρει απαντάνε στα πολύ πραγματικά συναισθήματα των πολιτών. Κατά τη διαδικάσια αυτή, ένα νέο είδος «λειτουργίας» ίσως να διαφαίνεται, καθώς η γενικευμένη ανασφάλεια του μεταβιομηχανικού εργατικού δυναμικού οξύνεται από την εξασθένιση της αλληλεγγύης εδώ, και με μεγάλη ετοιμότητα οι άνθρωποι στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Αλλά αυτό είναι «λειτουργικό» μόνο με μια στρεβλή έννοια: δεν είναι προϊόν κάποιου σχεδίου ή σκοπού· είναι ένα καθαρά «μη ορθολογικό» αποτέλεσμα, μολονότι είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί με κάποιους τρόπους να αποδειχτεί χρήσιμο στο κεφάλαιο και το κράτος εκ των υστέρων, στο βαθμό που αποδυναμώνει περαιτέρω τους δυνητικούς τους ανταγωνιστές[25].

Αν τώρα μιλάμε εδώ για τα υποκείμενα που «αποκειμενοποιούνται» αντί για «πλεονάζοντα πληθυσμό», αποτελεί το αποκείμενο ένα κοινωνικό υποκείμενο; Οι εξελίξεις αυτές υποδηλώνουν, ωστόσο, όχι τη δημιουργία μιας νέας μορφής κοινωνικού (ή δυνητικά, επαναστατικού) υποκειμένου, αλλά μάλλον το πρόβλημα οποιουδήποτε ταξικού υποκειμένου γενικά. Από μόνο του, εκείνο που αποκειμενοποιείται θα φαινόταν εξ ορισμού μη επιβεβαιώσιμο, μη ενοποιητέο, επειδή δεν συνιστά μια θετική ύπαρξη από μόνο του, αλλά απλώς την αρνητική κάποιου άλλου. Εκείνο που αποκειμενοποιείται δεν είναι κάτι άλλο πέρα από το προλεταριάτο. Συνήθως είναι εργάτες, φοιτητές κλπ. Μόνο που, σε αυτή την περίπτωση, είναι εργάτες, φοιτητές κλπ που διασύρονται, που πετιούνται εκτός του πεδίου της κοινωνική αξιοπρέπειας. Αυτές οι εξελίξεις αντιπροσωπεύουν προβλήματα στη συγκρότηση ενός ενοποιημένου ταξικού υποκειμένου· πράγματι, είναι άμεσες εκφράσεις της αποσύνθεσης της τάξης. Το αποκείμενο προβάλλεται ως ένα είδος οριακής έννοιας της επιβεβαιώσιμης κοινωνικής τάξης, σε μια λειτουργία όπου η τάξη είναι καθεαυτή ορισμένη αρνητικά ενάντια σε αυτό που έχει αποκειμενοποιηθεί. Το «δεν είμαστε σαν κι αυτούς» αντικαθιστά το «οι ενωμένοι εργάτες δεν μπορούν να ηττηθούν». Κι ως τέτοια, η αποκειμενοποίηση μπορεί να έχει μια κάπως μορφοκλασματική ποιότητα: δεν εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε μια κοινωνική ομάδα, αλλά εντός και μεταξύ κοινωνικών ομάδων, εξαρτόμενη σε ένα βαθμό από το που στέκεται κανείς στο κοινωνικό πεδίο. Υπάρχει πάντα κάποιος περισσότερο αποκείμενος από εσένα.

Αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να αξιοποιηθεί ή να ρομαντικοποιηθεί, ή να προβληθεί ως η θετική βάση για κάποιο μελλοντικό κοινωνικό υποκείμενο. Αν είναι μια φορά κατάρα να είσαι προλετάριος, είναι διπλή κατάρα να αποκειμενοποιείσαι. Ούτε ο πλεονάζων πληθυσμός ούτε το αποκείμενο παρέχουν κάποια έσχατη απάντηση στο πρόβλημα του φορέα της επανάστασης, αλλά και τα δύο περιγράφουν όψεις του προβλήματος, κι είναι με αυτό το πρόβλημα που πρέπει να ξεκινήσουμε. Αυτό που φαίνεται ξεκάθαρο είναι ότι οποιοδήποτε σχήμα κι αν πάρει μια μελλοντική ενότητα της τάξης, δεν είναι πιθανό να ηγεμονεύεται από έναν προηγμένο βιομηχανικό εργάτη· εν τούτοις, είναι εξίσου ξεκάθαρο πως κανένα «αποκείμενο» ή «πλεονάζον» υποκείμενο δεν προσφέρεται ως μια εμφανής εναλλακτική. Παρόλα αυτά, θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε αυτό το πρόβλημα όσο ο κόσμος του αγώνα ζορίζεται να συνθέσει και να επεκτείνει μια κάποια ενότητα ώστε να προχωρήσει παραπέρα. Κι οι συνδυαστικές διαδικασίες της πάλης μπορούν να είναι απεριόριστα παραγωγικές.

 

Σημειώσεις:

1. Το παρόν άρθρο βασίζεται σε μια εισήγηση που κάναμε στο Βερολίνο στις αρχές του 2014. Τα επιχειρήματα στις ενότητες 2 και 3 του άρθρου αντλούνται από το Aaron Benanav, A Global History of Unemployment, το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Verso.

2. Ενώ, στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, αυτός ο δεύτερος τομέας είναι στην πραγματικότητα η συντριπτική πλειοψηφία, παρόμοιες διαιρέσεις και συγκρούσεις συμφερόντων είναι επίσης εμφανείς.

3. Εν μέρει για αυτόν τον λόγο, οι περισσότερο επισφαλείς συχνά καθίστανται ανάξιοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: ως τυχάρπαστη νεολαία, παράνομοι μετανάστες, κλπ. Βλέπε παρακάτω την ενότητα για το αποκείμενο.

4. [Σ. τ. Μ.]: Το άρθρο αυτό μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://endnotes.org.uk/issues/4

5. [Σ.τ.Μ.]: Στην ελληνική μετάφραση του Κεφαλαίου από τις εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, ο γερμανικός όρος «Überbevölkerung» έχει μεταφραστεί ως «υπερπληθυσμός». Στην αγγλική έκδοση, έχει μεταφραστεί ως «πλεονάζων πληθυσμός» [surplus population]. Επειδή ο όρος «υπερπληθυσμός» [overpopulation] έχει πλέον συνυφανθεί με τις αστικές ρητορείες περί αριθμητικού ελέγχου και περιορισμού του πληθυσμού -για παράδειγμα μέσω προώθησης των μεθόδων αντισύλληψης στις λεγόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου- με πρόφαση τα μαλθουσιανά ιδεολογήματα (πίσω από τις οποίες στρατηγικές φυσικά κρύβεται, τουλάχιστον μερικώς, η διαχείριση του πλεονάζοντος πληθυσμού με την μαρξική του έννοια), προτιμάμε τη χρήση του όρου «πλεονάζων πληθυσμός» σε μια προσπάθεια να διαφοροποιήσουμε τις δύο αυτές έννοιες (μαρξική και μαλθουσιανή) ώστε να μη συγχέονται μεταξύ τους.

6. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 664.

7. Ό. π., σελ. 667.

8. Βλέπε “Αθλιότητα και Χρέος”, Endnotes 2, μετάφραση κι έκδοση των «Φίλων του Κεραυνοβόλου Κομμουνισμού».

9. Δεν πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει την αμοιβαία αναπαραγωγή κεφαλαίου-εργασίας σαν να συλλαμβάνει ένα μοναδικό κοινωνικό «σύστημα», έγκυρο στο επίπεδο του κάθε έθνους-κράτους· το βασικό πλαίσιο ανάλυσης για τέτοια ζητήματα είναι αναγκαστικά παγκόσμιο. Αλλά ούτε, φυσικά, μπορούμε να σκεφτούμε με όρους ενός μη διαφοροποιημένου παγκόσμιου επιπέδου: μεμονωμένες εθνικές οικονομίες πρέπει να νοούνται διαφορικά εντός ενός παγκόσμιου πλαισίου. Ο μεταπολεμικός διακανονισμός ήταν έτσι, φυσικά, μια μη ομοιόμορφη και παγκόσμια ρύθμιση: εφαρμόστηκε συγκεκριμένα στις δυτικές βιομηχανοποιημένες χώρες, ενώ κάποιες ανάλογες ρυθμίσεις μπορούν να γίνουν αντιληπτές στις χώρες του ανατολικού μπλοκ (και, πράγματι, η πίεση για έναν τέτοιο διακανονισμό εν μέρει υπήρξε λόγω της γεωπολιτικής πόλωσης ανάμεσα στους δύο). Αλλά στον βαθμό που αυτά τα μέρη στα οποία εφαρμόστηκε αντιπροσώπευαν τον κύριο όγκο του βιομηχανοποιημένου κόσμου, είναι εύλογο να αντιληφθούμε αυτόν τον «διακανονισμό» ως χαρακτηριστικό της γενικής φύσης των καπιταλιστικών ταξικών σχέσεων της εποχής εκείνης. Ο ουσιαστικός χαρακτήρας αυτού του διακανονισμού ήταν ότι το κράτος θα ρύθμιζε την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης από την οποία το κεφάλαιο εξαρτιόταν, καθώς οι μεμονωμένοι καπιταλιστές -αναγκαίως σχετιζόμενοι με αυτή την αναπαραγωγή ως μια εξωτερικότητα- ήταν ανίκανοι να τη διεκπερώσουν οι ίδιοι.

<

p style=”text-align:justify;”>10. Screamin’ Alice, “On the Periodisation of the Capitalist Class Relation”, SIC 1, Νοέμβρης 2011.
 Μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
https://www.riff-raff.se/en/sic1/sic-1-09-on-the-periodisation-of-the-capitalist-class-relation.pdf

11. Βλέπε Ching Kwan Lee, Against the Law: Labour Struggles in China’s Rustbelt and Sunbelt, εκδόσεις του πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, 2007.

12. Το γεγονός ότι αυτή η επιβράδυνση λαμβάνει χώρα παγκοσμίως -υπάρχουν, φυσικά, τοπικές εξαιρέσεις- είναι καθεαυτό απόδειξη ενάντια στη θεωρία μια απλής μετατόπισης της ζήτησης από τη βιομηχανία στις υπηρεσίες.

13. Δεν είναι όλες αυτές οι εργασίες υπηρεσίες. Παραδείγματος χάριν, η βιομηχανία ενδυμάτων πάντα απαιτούσε λεπτεπίλεπτη εργασία ραψίματος. Από την εφεύρεση της ραπτομηχανής κι έπειτα, έχει αποδειχτεί δύσκολη η περαιτέρω εκμηχάνιση της δουλειάς, οπότε η βιομηχανία ενδυμάτων παραμένει μεγάλος εργοδότης. Ωστόσο, είτε προϊόντα είτε υπηρεσίες, ένα πράγμα μοιάζει σταθερό: επειδή οι μισθοί αποτελούν μεγάλο μέρος του τελικού κόστους αυτών των εμπορευμάτων, οι τομείς αυτοί απασχολούν κατά κύριο λόγω γυναίκες, η εργασιακή δύναμη των οποίων μπορεί να βρεθεί στην αγορά εργασίας σε τιμή μικρότερη του μέσου όρου. Βλέπε “Η Λογική του Φύλου” στο Endnotes 3 για τη σχέση ανάμεσα στο φύλο και τη διαφοροποίηση στη τιμή της εργασιακής δύναμης.

14. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, σελ. 666.

15. Το μερίδιο του τομέα υπηρεσιών στην απασχόληση είναι επίσης χαμηλό στην Ιαπώνια, και κυμαίνεται στο 70%.

16. [Σ.τ.Μ.]: Στα ελληνικά συναντάται συνήθως με τους όρους «ανταποδοτική πρόνοια», «προγράμματα ανταποδοτικότητας» και «κοινωφελής εργασία». Για περισσότερα σχετικά με το workfare και τους αγώνες εργατών σε αυτό, βλέπε τις μπροσούρες της ΣΚΥΑ Workfare: Η Συνέχεια της Ανεργίας με Άλλα Μέσα και Workfare Reloaded: Αγώνες Ενάντια στην Επιβολή της Εργασίας ως «Ωφέλειας». Μπορούν να βρεθούν αντιστοίχως στις παρακάτω ηλεκτρονικές διευθύνσεις:
http://skya.espivblogs.net/files/2013/07/workfare_print.pdf
http://skya.espiv.net/files/2015/01/workfare_reloaded.pdf

17. Αυτό είναι λιγότερο αληθινό για τις χώρες χαμηλού εισοδήματος, στις οποίες βασικά δεν υπάρχει κοινωνική προστασία, κι όπου περισσότερο από το μισό του εργατικού δυναμικού είναι συχνά ανεπίσημο, με μόλις ένα τμήμα του πληθυσμού να έχει ποτέ βιώσει τη ρευστότητα είτε του να εισέλθεις στον, είτε του να εξέλθεις από τον, επίσημο τομέα.

18. [Σ.τ.Μ.]: Για περισσότερα σχετικά με το ζήτημα των παραγκουπόλεων, βλέπε Μπρούνο Ασταριάν, “Είναι Τα Slums Ένας Άλλος Πλανήτης;”, μετάφραση της Αναζωπύρωσης. Μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://anazopyrosi.espivblogs.net/files/2016/01/slums.pdf

19. Έχουμε αναλύσει αυτό το ζήτημα παλαιότερα σε σχέση με της αγγλικές εξεγέρσεις του 2011. Βλέπε “Η Πλημμυρίδα Ανυψώνει Όλες Τις Βάρκες”, Endnotes 3, μετάφραση κι έκδοση των «Φίλων του Κεραυνοβόλου Κομμουνισμού».

20. Ο ίδιος ο Μαρξ επεκτείνει αυτή την κατηγορία ακόμη κι ως τα ορφανά και τους ηλικιωμένους!

21. Η ανεπισημότητα συνήθως διαχωρίζεται από την παρανομία. Ο παγκόσμιος ανεπίσημος τομέας περιλαμβάνει όλους εκείνους που κάνουν νόμιμη δουλειά, αλλά χωρίς ασφάλιση, ή σε εταιρείες που αποτελούνται από 5 ή λιγότερα άτομα. Έτσι, δεν περιλαμβάνει όσους κάνουν παράνομη σεξουαλική εργασία, ή εμπλέκονται στο εμπόριο ναρκωτικών, κλπ.

22. Για μια σχετική ανάλυση, βλέπε “Brown v. Ferguson”, Endnotes 4. Μπορεί να βρεθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
http://endnotes.org.uk/en/endnotes-brown-v-ferguson

23. Imogen Tyler, Revolting Subjects: Social Abjection and Resistance in Neoliberal Britain, εκδόσεις Zed Books, 2013. Η Tyler έχει αναπτύξει αυτόν τον όρο ως μια γενικού σκοπού κατηγορία της ψυχοκοινωνικής θεωρίας, μέσω ενός κριτικού διαλόγου με τους Georges Bataille και Julia Kristeva, αποστασιοποιώντας τον εαυτό της ειδικά από τις αντιδραστικές πολιτικές της τελευταίας.

24. Επίσης, χρησιμοποιήσαμε τον όρο «αποκείμενο» ως όνομα για κάποιες εν μέρει ανάλογες -αλλά με κανένα τρόπο ταυτόσημες- δομές στο “Η Λογική του Φύλου” στο ίδιο τεύχος.

25. Πράγματι, από μια άλλη οπτική -αυτή μιας υποθετικής προλεταριακής ενότητας- κάποιος ίσως να δει αυτές τις εξελίξεις ως ζήτημα καθαρής δυσλειτουργίας.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s